Ουσάκ, δρόμος λαϊκός και κινηματογράφος της αντίστασης

Θερμά χειροκροτήματα εισέπραξε η νέα ταινία του Κυριάκου Κατζουράκη, με τίτλο Ουσάκ, στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του ρ/σ Εν Λευκώ. Η προβολή της ημιτελούς εκδοχής της ταινίας, καθώς ακόμη βρίσκεται σε διαδικασία επεξεργασίας, έγινε στον κινηματογράφο Δαναό στις 2 Μαΐου.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η ταινία επιχειρεί ένα άλμα στο μέλλον. Αυτό που σιγά – σιγά κι εν αγνοία μας συχνά οικοδομούν, έμπλεο ζόφου και παρακμής κι ας το υποδέχονται με χαμόγελα ως τ’ αφτιά και πλήθος υποσχέσεων. Από τα μάτια του θεατή περνούν αδίστακτοι επενδυτές, πρόθυμοι εκδότες, μπρατσωμένοι φασίστες, ρουφιάνοι και οι δικοί μας «υπέροχοι απόκληροι»: Μία Κάτια Γέρου, η οποία επίσης υπογράφει το σενάριο, στο ρόλο μιας ξεπεσμένης περφόρμερ που περιδινίζεται στο βυθό της πόλης. Ο Δημήτρης Πουλικάκος, που μάλλον υποδύεται τον εαυτό του, σαν μια κιβωτό γνώσης, εμπειριών και ευφυολογημάτων και ο Γιάννης Τσορτέκης στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας να επιμένει στην οργάνωση της αντίστασης. Ο Νίκος Νίκας διαστροφικά σκληρός εκπρόσωπος της εξουσίας και η μικρή Νέλλη Θεοφιλοπούλου συμπληρώνουν τα πρόσωπα της ιστορίας.

Η συνάντησή τους λειτουργεί σαν εκρηκτικό μίγμα. Μέσα σε σκηνές ζωγραφικής, εκπληκτικής ομορφιάς και χρωματικής ισορροπίας, οι νυχτόβιοι και περιθωριακοί πρωταγωνιστές του (λαϊκού «δρόμου») Ουσάκ ορίζουν την αντίσταση. Ως ανάγκη, όπως πρέπει δηλαδή κι όπως πάντα γινόταν, με ήρωες πραγματικούς ανθρώπους που κάτι έχουν να χάσουν μένοντας αδρανείς, και πολλά να κερδίσουν παίρνοντας τα όπλα. Είναι μορφές γνώριμες και καθημερινές. Και για να μη μείνει καμιά αμφιβολία δε χρησιμοποιήθηκαν ηθοποιοί, αλλά χωρικοί και αγρότες από τη Μεσσηνία, όπου έγιναν τα γυρίσματα των τελευταίων σκηνών. Είναι η γη την οποία υπερασπίζονται από την εισβολή των μεταλλαγμένων, όπου οι γνήσιοι σπόροι, που τελούν υπό καθεστώς διωγμού, δεν εκφράζουν μόνο το σεβασμό στη φύση και τα αρχέγονα δικαιώματα των καλλιεργητών επί της γης τους, αλλά επίσης τη συνέχεια του ανθρώπινου πολιτισμού και την ίδια την αντίσταση. Εξεγείρονται ενάντια σε έναν κόσμο που κυριαρχείται ολοκληρωτικά από απαστράπτουσες εταιρείες και σκοτεινούς μπράβους και μόνοι τους βρίσκουν το νήμα που ξαναδίνει νόημα στη ζωή η οποία στο τέλος, μετατρέπεται σε θυσίασμα. Σε μια ζωή όμως που είναι σε αρμονία με τη φύση, την ποίηση, τη συλλογική δράση και την αντίσταση: έννοιες εξορισμένες από μια καθημερινότητα εφιαλτική, που μπροστά της η σημερινή επισφάλεια θα είναι χαμένος παράδεισος.

Η νέα ταινία του Κυριάκου Κατζουράκη (τέταρτη στη σειρά, μετά το Δρόμο προς τη Δύση – 2003, τηΓλυκιά μνήμη – 2005 και τις Μικρές εξεγέρσεις – 2009) παρότι μελλοντολογική, καθηλώνει και φοβίζει επειδή οι προβολές στο αύριο δεν είναι αυθαίρετες, ούτε διατυπώνονται …σκηνοθετική αδεία. Η Cosco είναι εκεί, μαζί με την πετρελαϊκή ρύπανση του υπεδάφους και το υπέρογκο δημόσιο χρέος που συνεχίζει να σείεται σαν απειλή από τους κρατούντες για την τιθάσευση των …κρατούμενων. Είναι η μορφή που θα πάρουν τα πράγματα όσο τα αφήνουμε να εξελίσσονται ερήμην μας κι επίσης, ερήμην και σε βάρος των αληθινών πρωταγωνιστών της ιστορίας.

Μαχόμενοι διανοούμενοι ο Κυριάκος Κατζουράκης και η Κάτια Γέρου, πρωτοπόρο τμήμα μιας Αριστεράς που σκέφτεται και δρα, έφτιαξαν μια ταινία υψηλής αισθητικής αξίας που λειτουργεί ως αφύπνιση και κάλεσμα για δράση. Βίαιη κι αληθινή σαν τον καπιταλισμό που χτίζεται γύρω μας, στο έδαφος της κρίσης. Με το Ουσάκ ο κινηματογράφος, ως μορφή κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης και τέχνης, πηγαίνει ένα βήμα πιο μπροστά.

Η ταινία έχει πλήθος ηθοποιών, πολυπρόσωπο συνεργείο, πολλά νυχτερινά και εκτός έδρας γυρίσματα και είναι τεχνικά άρτια, είναι δηλαδή μεγάλου κόστους. Η χρηματοδότηση του ΕΚΚ και της ΕΡΤ κάλυψε επίσης σημαντικό μέρος του. Ένα άλλο τμήμα του συμπληρώθηκε μέσω συνεισφορών (crowdfunding), χωρίς τα ποσά που έχουν ως τώρα συγκεντρωθεί να καλύπτουν ολόκληρο το κόστος.

Περισσότερες και πιο …χρήσιμες πληροφορίες για το υπό κατασκευή δημιούργημα του Κυριάκου Κατζουράκη και της Κάτιας Γέρου εδώ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα kommon

Ο τρόμος μας, …Λα Στράντα (Πριν, 21 Δεκεμβρίου 2014)

225Ο κυνισμός των καθημερινών σχέσεων σε αντίξοες εποχές όπως η σημερινή ή η πρώτη μεταπολεμική εποχή μέσα από το έργο του Φεντερίκο Φελίνι Λα Στράντα που ανεβαίνει στο θέατρο Βικτώρια με πρωταγωνιστές τους Θ. Κουρλαμπά, Κ. Γέρου και Ν. Νίκα.

«Και ξυπνάς ας πούμε ένα πρωί και βρέχει έξω και μόλις το πάρεις χαμπάρι ψυχοπλακώνεσαι. Μέχρι εδώ δεν είναι περίεργο∙ προφανώς είσαι απ’ αυτούς που δεν γουστάρουν τον χειμώνα. Το περίεργο είναι ότι εσύ τη βροχή κάποτε τη λάτρευες. Σ’ έφτιαχνε. Υπάρχουν και τέτοιοι τύποι∙ εγώ απ’ αυτούς ήμουνα. Τώρα όχι πια∙ τώρα η βροχή είναι απειλή. Γιατί;… τι να λέμε τώρα… μη λέμε αυτονόητα. Υπάρχει κόσμος έξω που… γι’ αυτούς τέλος πάντων η βροχή είναι απειλή. Κάτι χάθηκε. Οριστικά∙ πολλά χάθηκαν. Είναι αργά… πόσο αργά; Πραγματικά δεν το ξέρω».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

«Κι ανεβαίνει λοιπόν η γυναίκα μέσα στη βροχή πάνω σ’ έναν… γερανός ήτανε, εκσκαφέας… δε θυμάμαι… φόραγε μια κίτρινη νιτσεράδα… κι αρχίζει να μιλάει με νοήματα και σήματα και να ρίχνει κάτω σημειώματα, όπου παρακαλούσε να μην της κόψουν το επίδομα, γιατί δεν μπορούσε να συντηρήσει τα παιδιά της. Ούτε ο Μπέκετ δεν είχε σκεφτεί τέτοια εικόνα – ο δρόμος. Η Αυτού Μεγαλειότης ο δρόμος… ο φόβος και ο τρόμος μας… Λα Στράντα φίλε… ο δρόμος»

Οι παραπάνω μονόλογοι, δύο από τους τρεις που ακούγονται πριν ξεκινήσει το θεατρικό Λα Στράντα (Ο δρόμος), στο θέατρο Βικτώρια, προσγειώνουν τον θεατή απότομα στην πραγματικότητα, αφαιρώντας από την μεταφορά του βραβευμένου έργου του Φελίνι οποιαδήποτε ρετρό διάθεση. Το Λα Στράντα, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαϊδη, μοιάζει να γράφτηκε για το σήμερα κι ας πέρασαν εξήντα χρόνια απ’ όταν προβλήθηκε στον κινηματογράφο, σημαδεύοντας μια εποχή. Εποχή μιζέριας, κυνισμού, ιδιοτέλειας αλλά και οραμάτων που δεν φοβόνταν τα ύψη. Μάρτυρας ο Τρελός, ο άφοβος ακροβάτης…

Σκηνοθετικός άθλος η θεατρική μεταφορά μιας ταινίας δρόμου

Οι συνειρμοί με το σήμερα είναι αλλεπάλληλοι. Στη συμπεριφορά του γυρολόγου ζογκλέρ Τσαμπανό (στο ρόλο ο Θανάσης Κουρλαμπάς) που κάνει τα πάντα για να επιβιώσει κλέβοντας το μοναστήρι όπου βρίσκει καταφύγιο, ταπεινώνοντας την Τζελσομίνα (Κάτια Γέρου), την οποία αγοράζει από την πάμφτωχη μάνα της στην αρχή κιόλας του έργου, και σκοτώνοντας τον Τρελό. Στην εθελοδουλεία, την απόγνωση και την ζεστή τρυφερότητα της Τζελσομίνα που εναλλάσσεται και συμπληρώνεται με μια γυάλινη ευθραυστότητα, παρούσα σε κάθε κίνηση, βήμα, λέξη ή σιωπή της. Επίσης στην αυθάδεια και τα πειράγματα του Τρελού (Νίκος Νίκας) που ξέρει ότι δεν θα ζήσει πολύ, λόγω του επαγγέλματός του και δεν φοβάται τον μυώδη και αγροίκο Τσαμπανό, μέχρι που πεθαίνει στα χέρια του. Ο κτηνώδης κόσμος του Τσαμπανό φτάνει στα όρια του και συνθλίβεται όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον πόνο που προκαλεί και συνειδητοποιεί πως κατέστρεψε την μοναδική ευκαιρία που του προσφέρθηκε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ο φαινομενικά απρόσβλητος σε ανάλογες ευαισθησίες Τσαμπανό, που στην κινηματογραφική ταινία ενσαρκώνει ο Άντονι Κουίν, μοιράζεται το ίδιο τέλος με τους δύο άλλους πρωταγωνιστές, πεθαίνει από τα θύματά του, αναδεικνύοντας την ιδιόμορφη σχέση που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των τριών.

Το έργο Λα Στράντα δεν αναφέρεται μόνο στην μεταπολεμική Ιταλία, όπου στον αγώνα για την ανθρώπινη επιβίωση έπρεπε να τσαλαπατηθούν και άνθρωποι, όσοι στέκονταν εμπόδιο σε μια χούφτα ψιλά για να βγει κι αυτή η μέρα και ο άνθρωπος απέναντι στον άνθρωπο γινόταν λύκος. Το έργο Λα Στράντα μοιάζει να γράφτηκε για σήμερα, όπου και πάλι ο αγώνας της επιβίωσης που γεννά μαζικά Τσαμπανό, αν και λιγότερο αγροίκους και πιο καλοντυμένους, μοιάζει να μπορεί να δικαιολογήσει τα πάντα. Η σκηνοθεσία του Β. Νικολαΐδη, χωρίς να καταφεύγει σε απλουστεύσεις, υπηρετεί αυτή την ανάγνωση του έργου.

Είναι εξαιρετικές και οι τρεις βασικές ερμηνείες του Θανάση Κουρλαμπά, της Κάτιας Γέρου και του Νίκου Νίκα. Το έργο παίζεται από Τετάρτη μέχρι Κυριακή στο θέατρο Βικτώρια (Μαγνησίας 5 & 3ης Σεπτεμβρίου 119, τηλ. 210 8233.125).

Αρέσει σε %d bloggers: