Ξανά στο στόχαστρο το Ιράν (Επίκαιρα, 22-28/7/2010)

Την Ουάσινγκτον κατηγόρησε ευθέως ο ιρανός πρόεδρος, Μαχμούτ Αχμαντινετζάντ, για τη διπλή βομβιστική επίθεση που σημειώθηκε την προηγούμενη Πέμπτη στο νότιο Ιράν, προκαλώντας το θάνατο 26 ατόμων και τον τραυματισμό περισσότερων από 300. Η έκρηξη στρεφόταν άμεσα κατά του σκληρού πυρήνα του καθεστώτος, καθώς στο στόχαστρό της είχε άνδρες της Επαναστατικής Φρουράς, όπως είχε συμβεί και τον Οκτώβρη του 2009 όταν σε ένα χτύπημα με πολλές ομοιότητες σκοτώθηκαν 40 άτομα, 15 εκ των οποίων ανήκαν στην Επαναστατική Φρουρά. Την ευθύνη ανέλαβε μια σουνιτική οργάνωση που έχει έδρα της την επαρχία του Σιστάν –  Μπαλουκιστάν και υποστηρίζει ότι μάχεται ενάντια στις διακρίσεις που υπομένει η σουνιτική μειοψηφία από το σιιτικό καθεστώς. Για την Τεχεράνη ωστόσο η συγκεκριμένη οργάνωση με την επωνυμία Τζαντάλα («στρατιώτες του Θεού») αποτελεί μακρύ χέρι της Ουάσινγκτον και εξοπλίζεται από τον αμερικανικό στρατό που εδρεύει στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν.

Η βομβιστική επίθεση στο Ζαχεντάν, που έφερε στην επιφάνεια τη θρησκευτική ανομοιογένεια που χαρακτηρίζει το Ιράν (τουλάχιστον αυτό ήταν το «μήνυμά» της), αποτέλεσε απροσδόκητο πλήγμα για την Τεχεράνη που ήρθε να εξισορροπήσει αν όχι να εξουδετερώσει τα τεράστια πολιτικά και διπλωματικά οφέλη που αποκόμισε μόλις πριν λίγες μέρες από την επιστροφή του 32χρονου επιστήμονα Σαχράμ Αμιρί.

Πρόκειται για ιστορία που παρέπεμπε κατ’ ευθείαν στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Σύμφωνα με τους Αμερικάνους ο νεαρός ιρανός επιστήμονας αυτομόλησε στις ΗΠΑ τον Ιούνη του 2009, εκμεταλλευόμενός την επίσκεψή του για λόγους θρησκευτικούς στην Σαουδική Αραβία. Κατά την παραμονή του στις ΗΠΑ αποκάλυψε πολλές και χρήσιμες πληροφορίες στους Αμερικάνους μέχρι που άρχισε να δέχεται απειλές για τη ζωή της οικογένειάς του. Υποκύπτοντας τελικά, σύμφωνα με την αμερικανική εκδοχή, στις πιέσεις που του ασκήθηκαν εμφανίστηκε να επιστρέφει στην γενέτειρά του με τη δική του βούληση.

Η εκδοχή του Ιράν είναι εντελώς διαφορετική και, το σημαντικότερο, δεν παρουσιάζει κενά και ανακολουθίες όπως συμβαίνει με την εκδοχή των ΗΠΑ. Αρχικά είναι η δύναμη των εικόνων και της ίδιας της πραγματικότητας: Ο 32χρονος επιστήμονας να φθάνει στο αεροδρόμιο της Τεχεράνης, όπου έγινε δεκτός με τιμές εθνικού ήρωα όχι μόνο από μέλη της οικογένειάς του αλλά κι από μέλη της ιρανικής κυβέρνησης. Επιστρέφοντας στον Ιούνη του 2009, η Τεχεράνη ποτέ δεν έπαψε να θέτει το θέμα της εξαφάνισης του Αμιρί στα διεθνή σώματα. Ακόμη και στον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ το έθεσε κατηγορώντας τις μυστικές υπηρεσίες της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΠΑ ότι ενορχήστρωσαν την απαγωγή και τη μεταφορά του στις ΗΠΑ. Κατηγορίες που τις επανέλαβε κι ο ίδιος ο Αμιρί μετά την άφιξή του στο Ιράν. Τόνισε επίσης ότι του προσφέρθηκαν 10 εκ. δολ. για να δηλώσει στο CNN ότι έφθασε στις ΗΠΑ για να ζητήσει άσυλο κι άλλα 50 εκ. μαζί με την ευκαιρία να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα επιθυμεί, στην περίπτωση που συνεργαζόταν με τις αμερικανικές αρχές. Επίσης, το σημαντικότερο, κατηγόρησε τους Αμερικανούς ότι τον υπέβαλαν στα σκληρότερα σωματικά και διανοητικά βασανιστήρια.

Η άφιξη του Αμιρί στο Ιράν κι η ενθουσιώδης υποδοχή του έβαλαν τέλος σε ένα θρίλερ που κορυφώθηκε με μια σειρά αντικρουόμενα μεταξύ τους βιντεάκια που κυκλοφόρησαν στον διαδικτυακό τόπο Youtube.com. Στο πρώτο απ’ αυτά ο Αμιρί μιλώντας περσικά υποστήριζε ότι κατά την επίσκεψή του στη Μεδίνα στις 3 Ιούνη 2009 έπεσε θύμα απαγωγής από Αμερικανούς και Σαουδάραβες οι οποίοι παρά τη θέλησή του τον μετέφεραν στην Αριζόνα. Αμέσως μετά κυκλοφόρησε άλλο βίντεο, επαγγελματικής ποιότητας, που αναιρούσε τα όσα αρχικά υποστήριζε και δήλωνε ότι με τη θέλησή του έφθασε στην Αριζόνα για να ξεκινήσει διδακτορικό… Ακόμη και να μην πήγαινε πρώτη η… αλήθεια, είναι εμφανές ότι το δεύτερο βίντεο όπου εμφανίζεται ξυρισμένος και καλοντυμένος μπροστά από μια βιβλιοθήκη σαν σπασίκλας φοιτητής γυρίστηκε υπό τη σκηνοθεσία της γνωστής… υπηρεσίας μόνο και μόνο για να αναιρέσει τις εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν από το πρώτο βίντεο, το οποίο κυκλοφόρησε εν αγνοία και παρά τη θέλησή της. Οι ενοχές της CIA, που φαίνεται να μην έχει εγκαταλείψει τις εγκληματικές τακτικές της, αποδεικνύονται επίσης από την ένοχη σιωπή που τήρησε όλο αυτό τον χρόνο. Αν είχε πράγματι αυτομολήσει στις ΗΠΑ γιατί δεν τον έκαναν οι αμερικανικές αρχές «σημαία» τους από την πρώτη κιόλας μέρα στον ψυχολογικό πόλεμο εναντίον του Ιράν κι αντί γι αυτό δήλωναν άγνοια στις επίμονες κι επίσημες ενοχλήσεις της Τεχεράνης; Επίσης, η κατηγορία ότι υπέκυψε στις απειλές για τη ζωή της οικογένειάς του αφήνει αναπάντητο ένα άλλο ερώτημα: Γιατί υπέκυψε τώρα κι όχι πριν ένα χρόνο; Επίσης, τώρα σκέφτηκε ότι έχει γιο στην ηλικία των επτά χρόνων μάλιστα; Είναι ερωτήματα που δεν προσπερνιούνται εύκολα και στο σύνολό τους εκθέτουν τις αμερικανικές αρχές που στον ανταγωνισμό τους με το Ιράν χρησιμοποιούν θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να υπονομεύσουν το καθεστώς.

Το τελευταίο διάστημα το Ιράν έχει βρεθεί επανειλημμένως στο στόχαστρο της αμερικανικής πολιτικής. Πρόκειται για ένα μπαράζ επιθέσεων μέσω δηλώσεων και κυρίως μέτρων που φέρνει πιο κοντά το ενδεχόμενο ενός βομβαρδισμού των πυρηνικών του εγκαταστάσεων, όπως χρόνια τώρα ζητά το Ισραήλ για να μείνει αλώβητο το πυρηνικό του μονοπώλιο στη Μέση Ανατολή.

Εν αρχή είναι… οι κυρώσεις. Τον Ιούνιο το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κατόπιν αμερικανικής απαίτησης, ψήφισε το τέταρτο πακέτο κυρώσεων που προβλέπει την επιβολή εμπάργκο στην πώληση συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων προς την Τεχεράνη όπως επίσης και την τιμωρία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που διατηρούν οικονομικές δοσοληψίες με ιρανικές τράπεζες, ακόμη και την κεντρική τράπεζα του Ιράν. Τα μέτρα του ΟΗΕ συμπληρώνονται από μονομερείς αποφάσεις των ΗΠΑ που έχουν φθάσει ακόμη και στο σημείο να επιβάλλουν πρόστιμα σε μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες (UBS το 2004, ABN Amro το 2005 και Credit Suisse πέρυσι) επειδή διατηρούν σχέσεις με το Ιράν. Πρόκειται για μέτρα που προκαλούν οικονομική επιβάρυνση στην Τεχεράνη, στην πράξη όμως έχουν ελάχιστες επιπτώσεις, καθώς η Τεχεράνη τα παρακάμπτει στρεφόμενη προς την Ανατολή κι ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία, η Μαλαισία και άλλες περιορίζοντας σημαντικά τις δοσοληψίες της με τις ΗΠΑ και στο εξής με την Ευρώπη, από τη στιγμή που κι η γηραιά ήπειρος ταυτίζεται με την επιθετική αμερικανική εξωτερική πολιτική των κυρώσεων. Η Ευρώπη ωστόσο εισπράττει πολύ μεγαλύτερο τίμημα γι αυτή την πολιτική της, σε σχέση με τις ΗΠΑ, καθώς δεν διαθέτει ενεργειακή αυτονομία κι άλλες εναλλακτικές πηγές κάλυψης των αναγκών της όπως οι ΗΠΑ. Πρόκειται, ευρύτερα, για αποφάσεις που βαθαίνουν τον οικονομικό και γεωπολιτικό διχασμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης, διαιρώντας τον κόσμο κι αυξάνοντας την έχθρα και την καχυποψία.

Όσο άγονες όμως αποδεικνύονται οι οικονομικές κυρώσεις τόσο αυξάνονται οι λεκτικές επιθέσεις, όχι μόνο από την Ουάσινγκτον με τον υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Γκειτς, να δηλώνει στο Fox News ότι η Ουάσινγκτον δεν θα επιτρέψει την απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν, αλλά ακόμη κι από τη Βαγδάτη με τον κορυφαίο αμερικανό διοικητή, Ρέι Οντιέρνο, να χαρακτηρίζει το Ιράν υπαίτιο για την συνεχιζόμενη αστάθεια στο Ιράκ.

Η κλιμάκωση των φραστικών επιθέσεων προετοιμάζει το έδαφος για έναν τυχοδιωκτικό βομβαρδισμό του Ιράν που θα μετατρέψει τη Μέση Ανατολή σε κόλαση. Μέχρι στιγμής πρόκειται για ενδεχόμενο το οποίο οι ΗΠΑ έχουν επίσημα απορρίψει για προφανείς λόγους. «Ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι το τελευταίο πράγμα που θέλουμε», είχε δηλώσει πρόσφατα ο αμερικανός υπουργός Άμυνας. Αναγορεύεται σε μονόδρομο όμως όσο τινάζονται στον αέρα οι γέφυρες επικοινωνίας που στήθηκαν στην αρχή της προεδρίας του Ομπάμα και στην πράξη υιοθετείται όχι μόνο από τις ΗΠΑ αλλά κι από τον ΟΗΕ η ατελέσφορη κι εμπρηστική γραμμή του Ισραήλ.

Σε καμπή το Αφγανιστάν (Διπλωματία, Απρίλιος 2009)

ΝΕΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΦΕΡΝΕΙ Η ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΗΤΤΑ 

Έτος σταθμός θα είναι το 2009 για τις κατοχικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν καθώς αυτή τη στιγμή, οκτώ χρόνια μετά την εισβολή, τα αποτελέσματα κρίνονται απογοητευτικά. Η επέκταση δε του πολέμου στο Πακιστάν το μόνο που έχει καταφέρει είναι να εξάγει την αστάθεια οδηγώντας και τη γειτονική χώρα στο χείλος της αβύσσου.

Απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα ή αποδοχή ήττας, αποτέλεσε η μονολεκτική αρνητική απάντηση που έδωσε ο νέος αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, στους συντάκτες των New York Times, όταν τον ρώτησαν κατά πόσο οι ΗΠΑ κερδίζουν αυτή τη στιγμή τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Το νέο ωστόσο που κόμιζε η απάντησή του δεν ήταν μια πραγματικότητα που έχει γίνει αντιληπτή εδώ και καιρό ακόμη και στους μη ειδήμονες. Αλλά η απόφαση των ΗΠΑ να έρθουν αντιμέτωπες με αυτή την πραγματικότητα και να προσπαθήσουν φυσικά να την ανατρέψουν – καθήκον που έχει τεράστια πολιτική σημασία ακόμη και για το πολιτικό μέλλον του νέου αμερικανού προέδρου, από τη στιγμή που αναγόρευσε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν σε «δικό του πόλεμο» και στο κατ’ εξοχήν μέτωπο κατά της τρομοκρατίας. Υπό αυτό το πρίσμα το 2009 ενδέχεται να αποβεί έτος σταθμός για το Αφγανιστάν και τα σχέδια των κατοχικών δυνάμεων.

Αξίζει αρχικά να δούμε πως βεβαιώνεται μέχρι στιγμής η ήττα των ΗΠΑ. «Οι Ταλιμπάν ήδη ελέγχουν το νότο, τα ανατολικά και τα δυτικά της χώρας, αλλά τώρα έχουν αποκτήσει βάση για μια ακόμη φορά στο κεντρικό Αφγανιστάν και τις επαρχίες Βαρντάκ, Λογκάρ και Πακτία, νότια και δυτικά της Καμπούλ, όχι μακριά από την Καμπούλ», περιέγραφε ο ανταποκριτής του γερμανικού περιοδικού Spiegel στα μέσα του Μαρτίου από το Αφγανιστάν. Με βάση στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες από τις 34 επαρχίες του Αφγανιστάν, οι 26 κρίνονται επισήμως μη ασφαλείς. Χαρακτηριστικά επίσης είναι και τα στοιχεία από την αύξηση των βομβιστικών επιθέσεων. Από 1.931 επεισόδια που καταγράφηκαν το 2006, το 2007 έφθασαν τα 2.615 και το 2008 τα 3.295.

Σε αυτό το πλαίσιο η αναθεώρηση της αμερικανικής τακτικής κρίθηκε επιβεβλημένη. Συνίσταται δε στα ακόλουθα έξι μέτρα:

Πρώτον, αναθεώρηση των φιλόδοξων και θολών (μη μετρήσιμων) στόχων που είχαν τεθεί από τον Τζορτζ Μπους οι οποίοι επέτρεπαν μεν να παρατείνεται στο διηνεκές η παραμονή του αμερικανικού στρατού στο Αφγανιστάν, καθιστούσαν όμως κι ανέφικτη τη δυνατότητα εξόδου καθώς την έκαναν να ισοδυναμεί με ταπείνωση. Στη θέση λοιπόν των στόχων του Μπους για ένα «ελεύθερο και ειρηνικό Αφγανιστάν» όπου «οι μεταρρυθμίσεις κι η δημοκρατία» θα λειτουργούν ως «εναλλακτικές δυνατότητες στον φανατισμό, την μνησικακία και τον τρόμο» (όπως μας τους θύμισε η Wall Street Journal στις 31 Μαρτίου 2009), ο Ομπάμα έθεσε «έναν σαφή και επικεντρωμένο στόχο: να εξαλείψει, να καταστρέψει και να νικήσει την Αλ Κάιντα στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν και να τις αποτρέψει από το να επιστρέψουν σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες στο μέλλον».

Ο δεύτερος στόχος περιλαμβάνει την σημαντική αύξηση του αριθμού των αμερικανών στρατιωτών. Επιχειρώντας να επαναλάβουν το παράδειγμα του Ιράκ όπου στην ήττα της αντίστασης συνέβαλε καθοριστικά η αύξηση του αριθμού των αμερικανών στρατιωτών, μέσα στους επόμενους μήνες αναμένεται να προστεθούν στους 35.000 Αμερικανούς (από τους 52.000 στρατιώτες που υπηρετούν στο πλαίσιο της ΝΑΤΟϊκής αποστολής) 17.000 επιπλέον. Στέλνοντάς τους μάλιστα στα νότια και ανατολικά όπου κυριαρχούν οι Ταλιμπάν, αναμένεται απότομη αύξηση των απωλειών που το 2008 έφθασαν τους 155 και τους πρώτους δύο μήνες του τρέχοντος έτους τους 30 στρατιώτες.

Τρίτον, χωρίς να αμφισβητείται η προτεραιότητα και η πρωτοκαθεδρία της στρατιωτικής επιτυχίας, η αμερικανική πολιτική στο Αφγανιστάν εμπλουτίζεται με επιπλέον μέσα αστυνομικής και οικονομικής φύσης. Στο πλαίσιο μιας «συνολικής στρατηγικής» (comprehensive strategy) η οποία επίσημα υιοθετήθηκε στη διεθνή διάσκεψη που έγινε για το Αφγανιστάν στη Χάγη την τελευταία μέρα του Μαρτίου με τη συμμετοχή 73 χωρών, ανεπίσημα όμως είχε εξαγγελθεί εβδομάδες πριν, αναμένεται η αποστολή στο Αφγανιστάν 4.000 Αμερικανών που θα αναλάβουν την εκπαίδευση των αφγανών αστυνομικών. Στο ίδιο πλαίσιο κι όπως είχε αποκαλύψει η Washington Post ο Λευκός Οίκος θα αυξήσει τις χρηματοδοτήσεις προς την κεντροασιατική χώρα κατά 60%. 

Η ένταξη στο αμερικανικό οπλοστάσιο κι άλλων μέσων, πέραν των αμιγώς στρατιωτικών, που διασκεδάζουν τις εντυπώσεις για το βάρβαρο καθεστώς κατοχής, αποτέλεσε κίνηση ανάγκης για την Ουάσινγκτον από τη στιγμή που τα υπόλοιπα 25 μέλη του ΝΑΤΟ αρνήθηκαν – πλην εξαιρέσεων – να στείλουν επιπλέον στρατό, όπως μετ’ επιτάσεως ζητούσαν οι Αμερικάνοι. Καθόλου τυχαία έτσι δεν ήταν η θετική ανταπόκριση που βρήκε στην από δω μεριά του Ατλαντικού η νέα αμερικανική στρατηγική, όπως φάνηκε από τη δήλωση του γερμανού υπουργού Εξωτερικών, Φρανκ Βάλτερ Στάιμαγιερ, ο οποίος τόνισε ότι βρίσκεται «πολύ εγγύτερα προς την ευρωπαϊκή αντίληψη για την παρουσία μας στο Αφγανιστάν».

Το τέταρτο στοιχείο της νέας αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει την ανάμειξη κι άλλων χωρών της περιοχής στον πόλεμο εναντίον των Ταλιμπάν, όπως είναι η Ρωσία και πολύ περισσότερο το Ιράν. Το Αφγανιστάν έτσι ενδέχεται να αποτελέσει πειραματικό σωλήνα για την βελτίωση της σχέσης των ΗΠΑ με αυτές τις χώρες. Ο στόχος παρόλα αυτά της συνεργασίας για να αντιμετωπιστούν οι Ταλιμπάν δεν αποτελεί διπλωματική επινόηση. Αντίθετα με τις χονδροειδείς αναλύσεις που κυκλοφορούσαν την προηγούμενη οκταετία όταν Ταλιμπάν και Ιράν εμφανίζονταν να αποτελούν σχεδόν αρραγές μέτωπο έχοντας κοινό σημείο αναφοράς τον αντιαμερικανισμό, η πραγματικότητα είναι πως το καθεστώς του Ιράν και η κυβέρνηση του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ εχθρεύονται το ίδιο βαθιά με τις ΗΠΑ τους Ταλιμπάν. Προς επίρρωση η περιορισμένης έκτασης συνεργασία που αναπτύχθηκε μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης τους πρώτους μήνες της επέμβασης στο Αφγανιστάν. Η συμπερίληψη στη συνέχεια του Ιράν στον αλήστου μνήμης Άξονα του Κακού κατέστρεψε μονομιάς κάθε επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, ακόμη και για την αντιμετώπιση των Ταλιμπάν. Η έχθρα του Ιράν απέναντι τους έχει στη βάση της τόσο δογματικούς λόγους, όσο και πιο …πεζές αιτίες όπως είναι τα τελευταία χρόνια η πλημμυρίδα ναρκωτικών που διοχετεύουν στο Ιράν φύλαρχοι και Ταλιμπάν από το Αφγανιστάν, εκμεταλλευόμενοι την αχανή συνοριακή γραμμή μήκους 600 μιλίων αλλά κυρίως την ανομία που κυριαρχεί, με αποτέλεσμα ο εθισμός της ιρανικής νεολαίας να έχει εξελιχθεί σε πέμπτη φάλαγγα, σε μια ανεξέλεγκτη μάστιγα που υπονομεύει τη συνοχή της ιρανικής κοινωνίας. Οι Αμερικανοί από την άλλη προσβλέπουν στην ιρανική συνεργασία ώστε να πάψουν να είναι εγκλωβισμένοι στους πύρινους δρόμους των κακοτράχαλων βουνών του Πακιστάν για την τροφοδοσία του στρατού τους στο Αφγανιστάν. Άμεσα δηλαδή επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν το Ιράν για την τροφοδοσία της αποστολής στο Αφγανιστάν εγκαταλείποντας το πέρασμα του Κάιμπερ Πας στο Πακιστάν το οποίο ούτως ή άλλως μόνο μερικές ώρες την ημέρα καταφέρνουν να κρατούν ανοιχτό!

Οι Αμερικάνοι έκαναν γνωστή την πρόθεση τους να συνεργαστούν με το Ιράν για το Αφγανιστάν και στις 27 Μαρτίου όταν έστειλαν διπλωματικό τους εκπρόσωπο στη Μόσχα να παρακολουθήσει τη συνεδρίαση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης που στους κόλπους του περιλαμβάνει τη Ρωσία, την Κίνα και άλλα κράτη της Κεντρικής Ασίας και ιδρύθηκε το 2001, την επομένη της επέμβασης στο Αφγανιστάν, από τη Μόσχα και το Πεκίνο για να αντιμετωπιστεί η αμερικανική επέκταση στην Ασία. Τώρα λοιπόν όλοι μαζί συζήτησαν για την αντιμετώπιση του κινδύνου που εκπροσωπούν οι Ταλιμπάν, ενώ στην πρώτη σειρά της ατζέντας βρισκόταν η ανάγκη συνεργασίας Ιράν – ΗΠΑ. «Το Ιράν δέχεται έντονη πίεση από τους εξτρεμιστές και τη μαφία των ναρκωτικών του Αφγανιστάν. Το Ιράν χάνει εκατοντάδες άτομα σε μάχες στα σύνορα με αφγανούς λαθρέμπορους ηρωίνης», τόνιζε στη Wall Street Journal του σαββατοκύριακου 20-22 Μαρτίου ο πρέσβης της Μόσχας στο ΝΑΤΟ, Ντμίτρι Ρογκοζίν.

Διευρύνοντας οι ΗΠΑ τον αριθμό των κρατών με τα οποία συνεργάζονται για να αντιμετωπίσουν τους Ταλιμπάν και την Αλ Κάιντα ευελπιστούν πως θα σφίξει η τανάλια γύρω από το Αφγανιστάν καθιστώντας πιο δύσκολη την οικονομική στήριξη των Ταλιμπάν. Παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη πως η καλλιέργεια και το εμπόριο ναρκωτικών είναι η αστείρευτη πηγή που γεμίζει τα ταμεία των Ταλιμπάν, επιτρέποντάς τους να στρατολογούν και να εξοπλίζονται αφειδώς, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα, μεμονωμένοι άραβες κροίσοι προσφέρουν στους Ταλιμπάν, υπό τη μορφή οικονομικής βοήθειας, πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα τους αφήνουν οι ακμάζουσες καλλιέργειες οπίου στο Αφγανιστάν που έφθασαν να αποτελούν το 92% της παγκόσμιας παραγωγής! Μάλιστα ο ειδικός απεσταλμένος του Μπαράκ Ομπάμα στην περιοχή, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, που προέβη σε αυτήν την αποκάλυψη προς τους πρεσβευτές του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times στις 26 Μαρτίου, επεσήμανε ότι δεν πρόκειται για κράτη, αλλά επιφανείς οικονομικούς παράγοντες από τον Περσικό Κόλπο.

Η πέμπτη πλευρά της νέας αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει την αμφισβήτηση της κεντρικής διοίκησης της Καμπούλ και την παροχή οικονομικών πόρων κατ’ ευθείαν στους διοικητές των επαρχιών. Αμερικάνοι αλλά και Ευρωπαίοι αποφάσισαν να παρακάμψουν τον πρόεδρο, Χαμίντ Καρζαΐ, από τη στιγμή που οι επανειλημμένες καταγγελίες του για σφαγές αθώων αφγανών από τα αμερικανικά βομβαρδιστικά εξόργισαν την Ουάσινγκτον και οδήγησαν τις σχέσεις τους σε κρίση. Το ένα τεταμένο επεισόδιο διαδεχόταν το άλλο με τελευταίο την σύγκρουση για την ημερομηνία των εκλογών καθώς ο Καρζαΐ επικαλούμενος το σύνταγμα ζητούσε τη διεξαγωγή τους πριν το καλοκαίρι – δεδομένου ότι η θητεία του λήγει στις 21 Μαΐου, ενώ οι Αμερικανοί τον Αύγουστο, όταν θα έχουν εγκατασταθεί στην πολύπαθη χώρα οι νέες ενισχύσεις και πολύ πιθανό όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι υπόγειες διεργασίες για την εύρεση του διαδόχου του Καρζαΐ, που τώρα θυμήθηκαν ότι κολυμπάει στη διαφθορά. Ανεξαρτήτως όμως από τις μάχες για την εξουσία, πρέπει να τονίσουμε ότι Αμερικάνοι κι Ευρωπαίοι επιλέγοντας να αποδυναμώσουν την κεντρική εξουσία υπονομεύουν την ενότητα του ίδιου του Αφγανιστάν, που σήμερα είναι περισσότερο από εύθραυστη!

Τέλος, το έκτο στοιχείο της νέας αμερικανικής θεώρησης εξετάζει μαζί με το Αφγανιστάν από κοινού και το Πακιστάν εφαρμόζοντας μια ενιαία στρατηγική. Στο πλαίσιό της μάλιστα πολλές φορές το Πακιστάν αποκτά προτεραιότητα οπότε η γραμμή… PakAfg δεσπόζει επί της AfgPak. Η αλήθεια είναι ότι η ένταση των αμερικανικών επιθέσεων κατήργησε πολύ γρήγορα τα σύνορα μεταξύ των δύο αυτών χωρών που στην πράξη ποτέ δεν υπήρχαν για τους Ταλιμπάν. Από κει και πέρα οι επιδρομές αμερικανικών βομβαρδιστικών στο εσωτερικό του Πακιστάν και η βία με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι Ισλαμιστές από τον στρατό του δικτάτορα Περβέζ Μουσάραφ, όπως συνέβη τον Ιούλιο του 2007 με τη σφαγή στο Κόκκινο Τζαμί, οδήγησαν την εισβολή στο γειτονικό Αφγανιστάν να κάνει μετάσταση σε εμφύλιο στο Πακιστάν.

Τα πράγματα ωστόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύουν για δύο λόγους: Αρχικά γιατί δεν υφίσταται μια αξιόπιστη πολιτική ηγεσία στο Πακιστάν. Αντίθετα ο σύζυγος της δολοφονημένης Μπεναζίρ Μπούτο, πρόεδρος Ασίφ Αλί Ζαρνταρί που ουδέποτε έχαιρε ιδιαίτερου πολιτικού κύρους (όπως μαρτυρεί και το γεγονός ότι είναι γνωστός ως 10% λόγω των προμηθειών που έπαιρνε από τις κρατικές δουλειές) βλέπει ακόμη κι αυτό το κύρος του να εξανεμίζεται. Κερδισμένος είναι ο αιώνιος πολιτικός του αντίπαλος, Ναουάζ Σαρίφ, που έχει διατελέσει δύο φορές κατά το παρελθόν πρωθυπουργός κι ο οποίος μετά την μάχη που έδωσε για να αποκατασταθεί στη θέση του κορυφαίος δικαστικός που είχε διωχθεί από τον Μουσάραφ, βλέπει τις πολιτικές μετοχές του να απογειώνονται. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το Πακιστάν δεν είναι και τόσο πρόθυμος σύμμαχος των ΗΠΑ στη μάχη εναντίον των φονταμενταλιστών έγκειται στο γεγονός ότι οι Ταλιμπάν αποτελούν το πιο αποτελεσματικό ανάχωμα στην επέκταση της επιρροής της Ινδίας στο Αφγανιστάν. Γι αυτό το λόγο οι προσβάσεις των Ταλιμπάν στην Ισλαμαμπάντ και τις μυστικές της υπηρεσίες αποδεικνύονται τόσο ανθεκτικές ξεπερνώντας κατά πολύ τον κύκλο των Ισλαμιστών…

Μετεκλογικοί γρίφοι σε Ιράν – Λίβανο (Διπλωματία, 6ος 2009)

ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΙΡΑΝ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΧΕΖΜΠΟΛΑΧ

Ιστορικών διαστάσεων γεωπολιτική μεταβολή στη Μέση Ανατολή θα αποτελέσει – αν ευοδωθεί – η επιχειρούμενη απομόνωση της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ και η ανατροπή του προέδρου Αχμαντινετζάντ στο Ιράν με αφορμή τις καταγγελίες για νοθεία του εκλογικού αποτελέσματος. Μια συνολική προσπάθεια επαναχάραξης του πολιτικού χάρτη στη Μέση Ανατολή, προς όφελος του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδοτούν οι πολιτικές συγκρούσεις που είναι σε εξέλιξη στο Ιράν και το Λίβανο με αφορμή τις εκλογές, την επομένη μάλιστα της διεξαγωγής τους. Στο Ιράν οι εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή 12 Ιούνη, 30 χρόνια μετά την επανάσταση που γκρέμισε το καθεστώς του Σάχη, έδωσαν το έναυσμα για να ξεδιπλωθεί η πιο βαθιά πολιτική κρίση που έχει διέλθει το καθεστώς από τη γέννησή του. Τα αιματηρά επεισόδια που ακολούθησαν την ανάδειξη του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ως προέδρου του Ιράν με το θάνατο επτά διαδηλωτών και ο διχασμός της ίδιας της θρησκευτικής, πολιτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας δεν είχαν προηγούμενο ούτε κατά τη διάρκεια των επεισοδίων αμφισβήτησης του καθεστώτος που σημειώθηκαν το 1999. Ο διχασμός ωστόσο της ιρανικής ελίτ είχε γίνει εμφανής πριν ανοίξουν οι κάλπες, όταν κορυφαίοι εκπρόσωποι της συμπαρατάχθηκαν με τον 69χρονο αρχιτέκτονα Μι-Χοσεΐν Μουσαβί, υπενθυμίζοντας ότι η εκλογή του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια ήταν μια εν πολλοίς απρόβλεπτη εξέλιξη, που εξέφρασε ωστόσο τις τάσεις σκλήρυνσης της διαπραγματευτικής γραμμής του καθεστώτος, ενώ βρισκόταν σε συνθήκες περικύκλωσης και η γραμμή συνδιαλλαγής του Σαντάμ Χουσεΐν στο γειτονικό Ιράκ το μόνο απτό αποτέλεσμα που είχε επιφέρει ήταν την κατοχή για τη χώρα και το ικρίωμα για τον ίδιο. Ο Αχμαντινετζάντ επομένως ήταν δημιούργημα εκείνων των συνθηκών και φυσικά ανατροπή της προηγούμενης γραμμής «βήμα – βήμα προσέγγισης» την οποία είχαν ακολουθήσει με συνέπεια οι δύο προκάτοχοι του Αχμαντινετζάντ: ο Ιράν Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί κι ο Μοχάμεντ Χαταμί. Πολύ πιο κραυγαλέα όμως στροφή από την εξωτερική πολιτική σηματοδότησε η 4ετία του Αχμαντινετζάντ στην κοινωνική πολιτική, καθώς ακολούθησε μια γνήσια φιλολαϊκή πολιτική, προς όφελος των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αχμαντινεζάντ διπλασίασε τις συντάξεις φθάνοντάς τις στα 500 ευρώ(!), αύξησε τους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές και για να ενισχύσει το εισόδημα των φτωχότερων τους διένειμε μετοχές κρατικών επιχειρήσεων. Το έρεισμα που είχε αποκτήσει στη νεολαία ήταν τόσο ισχυρό ώστε κατέθεσε στη Βουλή πρόταση νόμου για να μειωθεί το ηλικιακό όριο στους ψηφοφόρους, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Ο βασικότερος αντίπαλός του από την άλλη, ο Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί, συμμετείχε στην προεκλογική εκστρατεία αμφισβητώντας το ασφυκτικό και αναχρονιστικό καθεστώς απαγορεύσεων που ισχύει στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και γι αυτό το λόγο απέκτησε προβάδισμα στη νεολαία των βορείων προαστίων όπου κατοικούν τα πιο εύπορα στρώματα του Ιράν. Στο επίπεδο της κοινωνικής πολιτικής ο Μουσαβί επέκρινε σφοδρά την πολιτική παροχών του βασικότερου αντιπάλου του, ζήτησε την εφαρμογή μιας πιο αυστηρής, συσταλτικής οικονομικής πολιτικής για να μειωθεί ο πληθωρισμός, που το 2008 έκλεισε στο 14%, και πολλές ιδιωτικοποιήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Washington Post η οποία χρηματοδοτήθηκε από το αμερικανικό Ίδρυμα Ροκφέλερ και διενεργήθηκε σε 30 διαφορετικές πόλεις εκτός της Τεχεράνης τρεις εβδομάδες πριν τις εκλογές στο Ιράν δείχνοντας ότι ο Αχμαντινετζάντ προηγείται έναντι του Μουσαβί με μια σχέση 2 προς 1 φάνηκε απόλυτα δικαιολογημένη. Επιβεβαίωνε το προβάδισμα του Αχμαντινετζάντ στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Το εκλογικό ποσοστό δε, όπως ανακοινώθηκε επίσημα μετά τις εκλογές, δίνοντας 63% στον Αχμαντινετζάντ και 34% στον Μουσαβί δεν παρέκκλινε αυτής της δημοσκόπησης. Αυτό ωστόσο που είχε αλλάξει άρδην ήταν η επαμφοτερίζουσα στάση της ιρανικής ελίτ, η οποία όσο πέρναγαν οι μέρες τασσόταν υπέρ του Μουσαβί, στηρίζοντας τις μαζικές κινητοποιήσεις που συντάραξαν την Τεχεράνη μια εβδομάδα μετά τις εκλογές κι αποδεχόμενη το αίτημά του για επανακαταμέτρηση των ψήφων όπου υπήρχαν καταγγελίες για νοθεία. Ρόλο ελκυστήρα σ’ αυτή τη διαδικασία στοίχισης της ελίτ πίσω από τον Μουσαβί διαδραμάτισε ο Ραφσαντζανί, που είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο σκάνδαλο Ιράν-γκέιτ τη δεκαετία του ’80 όταν το Ιράν αποδείχθηκε πως εξόπλιζε τους μισθοφόρους της CIA στη Νικαράγουα και σήμερα είναι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του Ιράν. Η ποικιλότροπη και αθρόα στήριξή του προς τον Μουσαβί φάνηκε μια μέρα πριν τις εκλογές όταν ο γιος του Ραφσαντζανί δήλωνε με περηφάνια στους New York Times πως έχει δημιουργήσει έναν εκλογικό μηχανισμό υποστήριξης του Μουσαβί, με 50.000 παρατηρητές και τηλεφωνήτριες που συλλέγουν πληροφορίες 24 ώρες το 24ωρο, οι οποίες αμείβονται με 25 δολ. την ώρα! Φαίνεται επομένως πως μια εικόνα που δημιουργήθηκε βάση της οποίας ο Αχμαντινετζάντ είναι μισητός κι εκφράζει το σκληροπυρηνικό κατεστημένο των μουλάδων ενώ ο Μουσαβί τις τάσεις φιλελευθεροποίησης αγγίζει τα όρια της αγιογραφίας και σε καμιά περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αποκαθήλωση άλλωστε ήρθε στο μέσο των διαδηλώσεων από τους New York Times, που από την πρώτη τους σελίδα την Παρασκευή 19 Ιούνη έγραφαν για τον αμφιλεγόμενο ηγέτη της «πράσινης επανάστασης»: «Κατά κάποιο τρόπο είναι ένας ηγέτης από τύχη, μια συντηρητική φιγούρα στην οποία δόθηκε το χρίσμα την τελευταία στιγμή για να εκφράσει τη λαϊκή δυσφορία απέναντι στην προεδρία του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί φιλελεύθερος με τη δυτική έννοια και δεν είναι ακόμη σαφές για πόσο ακόμη θα είναι πρόθυμος να συνεχίσει να υπερασπίζεται τις ευρύτερες δημοκρατικές ελπίδες που έχει ενσαρκώσει. Ο Μουσαβί είναι ένας άνθρωπος από τα μέσα που έχει κινηθεί προς την αντιπολίτευση και τα κίνητρά του για να το κάνει αυτό παραμένουν σκοτεινά. Βρισκόταν κοντά στον ιδρυτή της Ισλαμικής Επανάστασης (σ.σ. τον Αγιατολάχ Χομεϊνί) αλλά έχει διαφωνίες με τον σημερινό ανώτατο ηγέτη. Μερικές εξέχουσες προσωπικότητες έχουν συσπειρωθεί στον αγώνα του περιλαμβανομένου ενός πρώην προέδρου, του Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί. Έτσι δεν είναι σαφές κατά πόσο αυτή η μάχη αντανακλά μια λαϊκή αντίσταση στις σκληροπυρηνικές πολιτικές του Μ. Αχμαντινετζάντ και κατά πόσο πρόκειται για μια μάχη για την εξουσία»! Ακόμη κι έτσι όμως η διαπάλη που είναι σε εξέλιξη στο Ιράν (κι ενώ οι Επαναστατικοί Φρουροί συνεχίζουν να είναι αμέτοχοι παρά το τελεσίγραφο που έστειλαν προεκλογικά δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να γίνει ανεκτή μια «έγχρωμη επανάσταση») δηλώνει πως το καθεστώς βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η σύγκρουση αφορά εξ ίσου σοβαρά με την εσωτερική πολιτική του Ιράν και την εξωτερική του πολιτική κι ιδιαίτερα το κατά πόσο θα συνεχίσει να εκφράζει και να ενθαρρύνει τις τάσεις του ριζοσπαστικού, μαχητικού Ισλάμ ή αν θα επιζητήσει ένα συμβιβασμό με τη νέα αμερικανική ηγεσία και το Ισραήλ. Γιατί το πραγματικό επίδικο δεν είναι το πυρηνικό του πρόγραμμα, όπως φαίνεται κι από αλλεπάλληλες δηλώσεις κορυφαίων αμερικανών αξιωματούχων οι οποίοι υποστηρίζουν πως είναι αναφαίρετο δικαίωμά του η κατασκευή εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Τελευταίος στην μακρά αλυσίδα προστέθηκε ο Τζον Κέρυ, υποψήφιος των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2004 και σήμερα επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, ο οποίος δήλωσε σε συνέντευξή του στους Financial Times στις 11 Ιούνη πως «έχουν το δικαίωμα στην ειρηνική πυρηνική ενέργεια και στον εμπλουτισμό ουρανίου για αυτό το σκοπό»! Η σύγκρουση επομένως εστιάζεται στο κατά πόσο το Ιράν θα συνεχίσει να στηρίζει τις τάσεις σύγκρουσης με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων σε όλη την Μέση Ανατολή: από την Παλαιστίνη και τη Συρία μέχρι το Λίβανο. Η κρισιμότητα της τρέχουσας συγκυρίας επιβεβαιώνεται κι από τις εξελίξεις στο Λίβανο. Οι εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα των Κέδρων στις 7 Ιούνη επιβεβαίωσαν την εκτίμηση ότι οι εκλογές στο Λίβανο είναι η πιο πληκτική πολιτική μάχη στον κόσμο, καθώς είναι κατά μεγάλο μέρος προβλέψιμη. Αυτό οφείλεται στο πολιτικό σύστημα της χώρας που δημιουργήθηκε με τη Συμφωνία του Ταΐφ η οποία τερμάτισε τον 15ετή εμφύλιο. Με βάση όσα περιέχονται στα άρθρα της σε κάθε θρησκευτική μειονότητα αντιστοιχεί ένας προκαθορισμένος αριθμός κοινοβουλευτικών εδρών. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι οι 128 έδρες μοιράζονται ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Από τις 64 έδρες των χριστιανών, 34 αναλογούν στους μαρονίτες, 14 στους έλληνες ορθόδοξους, 8 στους έλληνες καθολικούς, 5 στους ορθόδοξους της Αρμενίας και 3 σε άλλους χριστιανούς. Οι 64 έδρες των μουσουλμάνων κατανέμονται ως εξής: 27 έδρες στους σουνίτες, 27 στους σιίτες, 8 στους δρούζους και 2 στους αλαβίτες. Πρόκειται για ένα από τα πιο άδικα πολιτικά συστήματα για πολλούς κι όχι τόσο προφανείς λόγους. Κατ’ αρχήν οι έδρες απέχουν έτη φωτός από τη σύνθεση του πληθυσμού, καθώς η κατανομή τους αποφασίσθηκε με βάση μια πληθυσμιακή απογραφή της δεκαετίας του ’30! Έκτοτε απαγορεύονται οι απογραφές, για να μη φανεί πόσο καλπονοθευτικό είναι το εκλογικό σύστημα. Η αναντιστοιχία του με τη σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση δεν είναι απόρροια μιας τυχαίας και μη προσανατολισμένης, αδιάφορης δηλαδή, αλλαγής. Αντίθετα οι πληθυσμιακές μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών, αποτέλεσμα του εμφυλίου και της κατοχής του Ν. Λιβάνου μέχρι το 2000 από το Ισραήλ, συνέτειναν στην φυγή από τη χώρα του πιο ευκατάστατου τμήματος του πληθυσμού που ανήκει στη χριστιανική και σουνιτική μειοψηφία, ενώ οι πολιτικές μεταβολές, ως απόρροια της απογείωσης του κύρους της Χεζμπολάχ λόγω της ήττας που προκάλεσε στον εβραϊκό στρατό το καλοκαίρι του 2006, συνέτειναν στην αποθέωση της επιρροής της σιίτικης οργάνωσης. Όλοι οι δρόμοι συνεπώς θα οδηγούσαν στον άνετο εκλογικό θρίαμβο της Χεζμπολάχ αν… Αν δεν υπήρχε το σύστημα των ποσοστώσεων το οποίο θεωρητικά εγγυάται την αποτροπή μιας νέας εμφύλιας σύρραξης, πρακτικά τον κατακερματισμό του πολιτικού συστήματος και κατά βάθος μια «οροφή» εδρών την οποία δεν μπορεί να υπερβεί η Χεζμπολάχ έτσι ώστε ποτέ να μην αμφισβητηθεί, τουλάχιστον με… ειρηνικά μέσα, ο φιλοδυτικός προσανατολισμός της χώρας. Έτσι είναι καταδικασμένη να αναζητά διαρκώς συμμάχους, σε άλλες θρησκευτικές μειονότητες, συγκροτώντας πλατιές συμμαχίες τις οποίες χρησιμοποιεί σαν όχημα για να διεκδικήσει την εξουσία, χωρίς φυσικά να αναμένονται θεαματικές ανατροπές όπως έδειξε και το αποτέλεσμα της 7ης Ιούνη που ανέδειξε νικητή τη φιλοδυτική πλειοψηφία που ήλεγχε και πριν την κυβέρνηση. Το όνομα της δε είναι «14 Μάρτη» και το πήρε από εκείνη την ημέρα του 2005 που έγινε στη Βηρυτό μια μεγάλη διαδήλωση ενάντια στη Συρία την οποία οι δυτικές κυβερνήσεις αποκάλεσαν «επανάσταση των κέδρων», ενώ ο Τύπος κι οι κάτοικοι του Λιβάνου «επανάσταση των Γκούτσι» λόγω των ενδυματολογικών προτιμήσεων των… επαναστατημένων. Η επομένη όμως των εκλογών δεν βρίσκει τη Χεζμπολάχ μόνο με μια εκλογική δύναμη εντελώς αναντίστοιχη της πολιτικής της επιρροής, αλλά κι ενώπιον του κινδύνου να χάσει ότι είχε κατακτήσει κατά τη διάρκεια της προηγούμενης θιητείας. Συγκεκριμένα το δικαίωμα του βέτο το οποίο εξασφάλισε με μια συμφωνία που υπογράφηκε στο Κατάρ μετά από μια επίδειξη δύναμης στα βόρεια προάστια της Βηρυτού δίνοντας έτσι πραγματικό περιεχόμενο σε ένα σύστημα νομής της εξουσίας βάση του οποίου ο πρωθυπουργός είναι πάντα σουνίτης μουσουλμάνος, ο πρόεδρος της χώρας χριστιανός κι ο πρόεδρος της Βουλής σιίτης. Τώρα όμως ο νικητής των εκλογών, Σαάντ Χαρίρι γιος του δολοφονημένου πρώην πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι, δηλώνει πως το δικαίωμα του βέτο αφορούσε την προηγούμενη κυβέρνηση και δεν ισχύει για τη νέα. Ενθαρρυμένος πιθανά από την εξόφθαλμη παρέμβαση του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζόε Μπάιντεν, που παραμονές των εκλογών επισκέφθηκε το Λίβανο μόνο και μόνο για να απειλήσει ότι τυχόν εκλογή της Χεζμπολάχ θα σημάνει διακοπή της αμερικανικής βοήθειας, ο επικεφαλής του κινήματος «14 Μάρτη» δημιουργεί τους όρους για τη νέα εσωτερική κρίση στο Λίβανο που θα είναι πολύ πιο σφοδρή. Φαίνεται λοιπόν ότι παράλληλα με την δημόσια ατζέντα για το Μεσανατολικό που περιλαμβάνει πιέσεις για τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, βρίσκεται σε εξέλιξη κι άλλη μία κρυφή ατζέντα που μαζί με την προσπάθεια προσεταιρισμού της Συρίας και απομόνωσης της Χαμάς στην Παλαιστίνη έχει την ανατροπή των ριζοσπαστικών τάσεων που κληροδότησε η επανάσταση στο Ιράν και την περιθωριοποίηση της Χεζμπολάχ.

Αρέσει σε %d bloggers: