Αφγανιστάν, φτάνοντας στο τέλος ενός άδικου πολέμου

Με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν μάθαμε, επιτέλους, τι σημαίνει στην πράξη «κράτος παρίας».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Κράτος – παρίας της διεθνούς νομιμότητας μπορεί να χαρακτηριστεί ένα κράτος που αποδεδειγμένα ξεκινάει έναν πόλεμο χωρίς αιτία. Οι 15 από τους 19 δράστες των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες προέρχονταν από τη Σαουδική Αραβία, κι όχι από το Αφγανιστάν. Οι Ταλιμπάν που είχαν τότε τον έλεγχο του Αφγανιστάν ουδέποτε κήρυξαν τον πόλεμο στις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ εν τούτοις τους χαρακτήρισε αυτουργούς των τρομοκρατικών επιθέσεων και σε αστραπιαίο χρόνο επιτέθηκαν στο Αφγανιστάν κι όλος ο κόσμος έμαθε έτσι για τους Ταλιμπάν, που μέχρι λίγα χρόνια πριν μπουν στο στόχαστρο των ΗΠΑ ήταν τα αγαπημένα τους παιδιά κι οι πολύτιμοι σύμμαχοι τους στην ανατροπή του φιλοσοβιετικού καθεστώτος.

Κράτος – παρίας της διεθνούς νομιμότητας μπορεί να χαρακτηριστεί ένα κράτος που παραβιάζει τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ, τον οποίο μάλιστα έχει επικυρώσει. Αποτελεί επομένως μέρος της εσωτερικής του έννομης τάξης. Κι ο καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών γράφει με σαφήνεια ότι ένα κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει ένοπλη βία εναντίον μίας άλλης χώρας μόνο ως μέσο αυτο-άμυνας. Ειδάλλως, απαιτείται η έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Οι ΗΠΑ ωστόσο εισέβαλαν στο Αφγανιστάν χωρίς να έχουν δεχθεί απειλή, χωρίς επίσης να έχουν εξασφαλίσει την σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Κράτος – παρίας της διεθνούς κοινότητας είναι ένα κράτος που επεμβαίνει σε ένα άλλο, στη συνέχεια αποτυγχάνει οικτρά να ανταποκριθεί στους στόχους που το ίδιο έθεσε (χωρίς να εξετάζουμε τη νομιμότητά τους) και παρόλα αυτά φυλάει σαν επτασφράγιστο μυστικό όλα τα τεκμήρια της αποτυχίας του και αρνείται να απολογηθεί δημόσια. Οι αποκαλύψεις που έφερε στο φως της δημοσιότητας η Washington Post τις προηγούμενες μέρες θα έπρεπε να είχαν ανατρέψει τον Τραμπ και να ήταν λόγος απολογίας όλων των προέδρων των ΗΠΑ από τον Μπους και μετά. Η αμερικανική εφημερίδα απέκτησε πρόσβαση σε περισσότερες από 2.000 σελίδες από συνεντεύξεις με στρατηγούς, διπλωμάτες και άλλους αξιωματούχους με ενεργή εμπλοκή στον πόλεμο του Αφγανιστάν. Με βάση όσα περιγράφονται, οι πρωτεργάτες του πολέμου ψεύδονταν συνειδητά για την πρόοδο του, έκρυβαν συστηματικά επί χρόνια κι εν χορώ όλα τα πειστήρια που έδειχναν ότι ο πόλεμος δεν μπορούσε να κερδηθεί, ενώ επίσης αποκαλύπτεται ότι κι οι ίδιοι ελάχιστη γνώση διέθεταν για τα τεκταινόμενα επί του πεδίου. Και μιλάμε για έναν πόλεμο που έχει στοιχίσει επίσημα στον αμερικανούς φορολογούμενους 1 τρισ. δολ. Στην πραγματικότητα το κόστος είναι πολλαπλάσιο! Ο φόρος αίματος είναι εξ ίσου οδυνηρός, με 2.300 νεκρούς Αμερικανούς χωρίς να υπολογίζονται οι μισθοφόροι. Από τη μεριά των Αφγανών οι νεκροί φτάνουν τους 150.000 εκ των οποίων οι 38.000 είναι αποδεδειγμένα άμαχοι. Πιο τρανή απόδειξη για την αποτυχία της αμερικανικής εισβολής δεν υπάρχει από το γεγονός ότι μετά την αμερικανική εισβολή κι αφού το Πεντάγωνο έχει δώσει 9 δισ. δολάρια για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων καταπολέμησης της παραγωγής οπίου, το Αφγανιστάν καλύπτει το 80% της παγκόσμιας κατανάλωσης οποίου. Και νέο «πόλεμο του οποίου» να διεξήγαγαν δηλωμένα  οι Αμερικάνοι, κατ’ αντιστοιχία του βρετανικού κατά της Κίνας, με στόχο την ανάπτυξη της καλλιέργειας οποίου καλύτερα δεν θα τα είχαν καταφέρει!

Κράτος – παρίας είναι ένα κράτος που εισβάλει για να επιβάλει υποτίθεται τη νομιμότητα και προκαλεί εκατόμβες νεκρών, αποτελώντας ακόμη και 18 χρόνια μετά αιτία αποσταθεροποίησης της εσωτερικής ζωής. Με βάση πρόσφατη ανακοίνωση της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στο Αφγανιστάν, οι επιθέσεις των ΗΠΑ το πρώτο εξάμηνο του 2019 προκάλεσαν περισσότερους νεκρούς απ’ όσους προκάλεσαν οι Ταλιμπάν. Με βάση το συγκεκριμένο απολογισμό οι αποκαλούμενες «φιλο-κυβερνητικές» δυνάμεις σκότωσαν 717 πολίτες, ενώ οι «αντικυβερνητικές δυνάμεις» σκότωσαν 531. Ως αποτέλεσμα, ακόμη κι οι Loa Angeles Times συμπέραιναν στις 8 Σεπτεμβρίου ότι «αν ο ΟΗΕ έχει δίκιο, οι Αφγανοί αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από την κυβέρνησή τους και τους συμμάχους της  παρά από τους Ταλιμπάν».

Κράτος – παρίας τέλος είναι ένα κράτος που μετά την επέμβαση και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής κατοχής στηρίζει την κυριαρχία του σε ομάδες ενόπλων φύλαρχων που προκειμένου να εγγυηθούν το απυρόβλητο για τις δυνάμεις κατοχής ληστεύουν τους ντόπιους, επιβάλλουν αυθαίρετη φορολογία σε είδος κι άλλες ανάλογες προ-καπιταλιστικές πρακτικές. Ο διεθνής Τύπος βρίθει περιγραφών για μια ζούγκλα ανομίας που έχει επιβληθεί υπό την ανοχή των ΗΠΑ.

Κράτος – παρίας τέλος είναι ένα κράτος το οποίο αφού προκάλεσε μία τέτοια ανθρωπιστική καταστροφή προετοιμάζει την έξοδό του από τον τόπο του εγκλήματος δηλώνοντας μάλιστα ότι θα αποχωρήσει με ή χωρίς συμφωνία. Η δήλωση του αμερικανού υπουργού Άμυνας Μαρκ Έσπερ για μια επικείμενη ανακοίνωση εκ μέρους του Τραμπ αποχώρησης 4.000 περίπου στρατιωτών από το Αφγανιστάν, από τους 12.000 που υπηρετούν σήμερα, παρότι ήταν αναμενόμενη προκάλεσε μεγαλύτερη ανησυχία για τα όσα θα ακολουθήσουν στη συνέχεια. Πολύ περισσότερο αν συνδυαστούν με την αιτιολογία της αποχώρησης, που είναι η ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων σε Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό «για να αντιμετωπίσουμε την μεγαλύτερή μας πρόκληση με όρους ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, εναντίον της Κίνας»…

Μόνο που όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι το κράτος παρίας εν προκειμένω μόνο το Αφγανιστάν δεν είναι…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Πληγή που δεν κλείνει το Αφγανιστάν

Με μια εντυπωσιακή σε δύναμη πυρός και διάρκεια επίθεση εναντίον ενός υποψηφίου έδωσαν οι Ταλιμπάν το δικό τους παρών στην προεκλογική εκστρατεία που ξεκίνησε επίσημα την Κυριακή 14 Ιουλίου και αναμένεται να λήξει με τις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν στις 28 Σεπτεμβρίου. Το μεγάλο ερώτημα φυσικά που υπερίπταται όλων των διαδικασιών σχετίζεται με το πόσο αδιάβλητες θα είναι. Κατά πόσο δηλαδή δεν πρόκειται να επαναληφθούν τα ευτράπελα που σημειώθηκαν στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, που τις οδήγησαν στην πλήρη ανυποληψία και αποτελούν σοβαρότατο λόγο ώστε οι Αφγανοί κι οι Αφγανές να γυρίσουν την πλάτη τους και στην επόμενη αναμέτρηση.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι τελευταίες εκλογές πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 2018, ήταν κοινοβουλευτικές, και στη διάρκειά τους συνέβησαν οι πιο ακραίες μορφές αλλοίωσης ενός εκλογικού αποτελέσματος. Οι 313 συλλήψεις που ακολούθησαν συνοδεύονταν από ένα μακροσκελές κατηγορητήριο που περιελάβανε από πώληση δελτίων ταυτότητας μέχρι δωροδοκίες ψηφοφόρων εκ μέρους των υποψηφίων. Οι προηγούμενες εκλογές ήταν προεδρικές κι έγιναν το 2014. Επειδή οι δύο σημαντικότεροι υποψήφιοι δεν κατέστη δυνατό να συμφωνήσουν ποιος κέρδισε τις εκλογές, η λύση δόθηκε από τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρυ, που ανέλαβε καθήκοντα διαμεσολαβητή κι έκλεισε μια συμφωνία μεταξύ των δύο υποψηφίων για τη μοιρασιά της εξουσίας. Το άλλο θέμα που περιλάμβανε η συμφωνία αφορούσε την ψήφιση μιας σειράς μέτρων για την διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού εκλογικού συστήματος που δεν θα επιτρέψει ξανά τις εκλογικές νοθείες…

Με αυτά και με αυτά η νέα προεκλογική εκστρατεία άνοιξε με καταγγελίες για νοθεία και απειλές αποχώρησης από την προεκλογική κούρσα. Μέχρις στιγμής έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν την προεδρία 18 υποψήφιοι. Τα δύο τρίτα όμως εξ αυτών απείλησαν ότι θα αποσυρθούν από τις προεδρικές εκλογές (που έχουν ήδη αναβληθεί δύο φορές) αν ο πρόεδρος της χώρας Ασράφ Γκανί δεν ακυρώσει την απόφασή του να διορίσει δεκάδες αξιωματούχους στην κυβέρνηση και μάλιστα σε πόστα, που σχετίζονται με την εκλογική διαδικασία. Τη νομιμοποίηση του σημερινού προέδρου αμφισβητούν ακόμη κι οι Ταλιμπάν που υποστηρίζουν ότι επειδή η θητεία του Γκανί έληξε στις 22 Μαΐου δεν έχει καμιά αρμοδιότητα να διεξάγει εκλογές. Οι Ταλιμπάν αντιμετωπίζουν με τόσο μεγάλη ανυποληψία την κυβέρνηση που αρνούνται ακόμη και να συζητήσουν μαζί της, την ίδια ώρα που οι διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς εισέρχονται στο νέο, όγδοο γύρο. Ενώ μάλιστα ο αφγανός πρόεδρος επαναλαμβάνει πώς σε αντίθεση με τον προηγούμενο πρόεδρο, τον Χαμίντ Καρζαΐ, που έθετε ως προϋπόθεση για την εκκίνηση διαπραγματεύσεων με τους Ταλιμπάν 11 αυστηρούς όρους, ο ίδιος δεν θέτει κανέναν, οι Ταλιμπάν επιμένουν να απορρίπτουν κάθε πρόταση διαλόγου υποστηρίζοντας ότι αφού πρώτα συμφωνήσουν με τις ΗΠΑ, μετά θα κάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους Αφγανούς ηγέτες.

Τα βλέμματα έτσι είναι στραμμένα στη Ντόχα του Κατάρ, όπου πλέον διεξάγεται ο όγδοος γύρος των διαπραγματεύσεων, με δύο μεγάλα επίδικα. Το πρώτο σχετίζεται με την σταδιακή και ασφαλή απόσυρση των 14.000 αμερικανών στρατιωτών που εξακολουθούν να επιχειρούν στο Αφγανιστάν, το οποίο έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια πολεμικό μέτωπο των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον έχει μεν την υπομονή να περιμένει μια καλή συμφωνία, αλλά υπό τη διοίκηση Τραμπ ο προτεραιότητες έχουν αλλάξει άρδην και το βλέμμα πλέον προσανατολίζεται στον Ειρηνικό και δη την Κίνα. Τα εναπομείναντα μέτωπα στην Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή χαρακτηρίζονται απαξιωτικά «πόλεμοι των Δημοκρατικών» και το ερώτημα δεν είναι πια πώς θα νικήσουν οι Αμερικάνοι αλλά πώς θα απεμπλακούν χωρίς αχρείαστες θυσίες σε ανθρώπινες ζωές και βλάβη του γοήτρου τους. Από την άλλη, το δεύτερο επίδικο σχετίζεται με την παροχή εγγυήσεων εκ μέρους των Ταλιμπάν ότι το μετα-Αμερικανικό Αφγανιστάν δεν πρόκειται να μετατραπεί σε θερμοκοιτίδα βίαιων, ένοπλων επιθέσεων στην περιοχή, αυξάνοντας την αστάθεια. Το γεγονός δε ότι μέχρι στιγμής δεν συζητιέται ζήτημα αφοπλισμού και παράδοσης του οπλισμού των Ταλιμπάν, με βάση τα πιο έγκυρα δημοσιεύματα, επιβεβαιώνει τη θέση ισχύος που βρίσκονται 18 χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή.

Η σημασία που αποδίδουν οι Αμερικάνοι σε μια συμφωνία ειρήνης με τους Ταλιμπάν, που στην άλλη όψη της θα έχει μια συμφωνία αποχώρησής τους, έγινε εμφανής τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου με αφορμή μια βομβιστική επίθεση σε ένα σχολείο, που χαρακτηρίστηκε βάρβαρη ακόμη και με βάση τα αφγανικά ….ήθη κι έθιμα! Οι Ταλιμπάν εν ολίγοις το …παράκαναν. Παρόλα αυτά στις διαπραγματεύσεις που ήταν σε εξέλιξη εκείνη την ημέρα στο Κατάρ, οι Αμερικάνοι δεν έθεσαν το παραμικρό θέμα, προφανώς για να μη διαταράξουν τις ισορροπίες με τους Ταλιμπάν και δημιουργήσουν νέα εμπόδια στις συζητήσεις!

Η αλήθεια βέβαια είναι πώς οι αθώοι αποτελούν τα εύκολα θύματα κι από τις δύο πλευρές: Τόσο από τις επιθέσεις αυτοκτονίας των Ταλιμπάν και των Ισλαμιστών, όσο κι από τη μεριά των Αμερικανών στο πλαίσιο των μαζικών βομβαρδισμών. Με βάση έκθεση των Ηνωμένων Εθνών το 2018 ο αριθμός των άμαχων θυμάτων αυξήθηκε, με 3.804 νεκρούς και 7.189 τραυματίες. Σύνολο 10.993 ή 11% περισσότεροι σε σχέση με το 2017. Οι 42% εξ αυτών προήλθαν από επιθέσεις των αντικυβερνητικών δυνάμεων… Το πρώτο τρίμηνο του 2019, πάλι με βάση έρευνα του ΟΗΕ, τα θύματα (νεκροί και τραυματίες) έφτασαν τα 1.773, με τα 582 να είναι παιδιά…

Πηγή: Νέα Σελίδα

ΛΕΤΟΝΙΑ: Γιατί καμαρώνουν οι αποτυχημένοι (Πριν, 3/10/2010)

Με πανευρωπαϊκό χρυσό στη φτώχεια και την ανεργία η Λετονία καμαρώνει για τα άδεια (από κόσμο) σούπερ μάρκετ και την αμερικανοδουλεία

Η Λετονία αποτελεί αρχετυπικό δείγμα αποτυχημένου κράτους για όλους – τον πληθυσμό της, το διεθνές περιβάλλον – εκτός από την πολιτική της ηγεσία… Το μέγεθος της αποτυχίας της, όπως επισημοποιήθηκε με την προσφυγή της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τους εξοντωτικούς όρους που επέβαλε, βεβαιώνεται από τις πλέον επίσημες στατιστικές. Πρώτο παράδειγμα: η Λετονία, με βάση έρευνα της Γιουροστάτ με ημερομηνία 29 Ιανουαρίου, είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη ανεργία εντός της ΕΕ. Επισήμως πάντα, το 23% του πληθυσμού της είναι άνεργοι, ενώ στη νεολαία ειδικότερα η ανεργία φθάνει το 44%. Δεύτερο παράδειγμα: η Λετονία, ελέω ΔΝΤ και της ντόπιας ληστρικής αστικής τάξης, διατηρεί το πανευρωπαϊκό ρεκόρ στη φτώχεια. Το 26% του πληθυσμού της, με βάση τους πολιτικά ουδέτερους επιστημονικούς ορισμούς της Γιουροστάτ, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Ειρήσθω εν παρόδω, το αργυρό μετάλλιο φτώχειας ανήκει στη Ρουμανία που κι αυτή γνώρισε την περιποίηση του μισητού διεθνούς οργανισμού. Το τρίτο παράδειγμα που δείχνει τον αποτυχημένο χαρακτήρα του λετονικού κράτους αναφέρεται στην συνεχή πολιτική αστάθεια, όπως εκφράζεται με τις διαρκείς αλλαγές στη σύνθεση της κυβέρνησης συμμαχίας. Η κυβερνητική αστάθεια είναι αποτέλεσμα δύο αιτιών: Πρώτα και κύρια του νεοφιλελεύθερου εξτρεμισμού τους. Τι διάρκεια ζωής να έχει μια κυβέρνηση που μειώνει τους μισθούς των δασκάλων κατά 30% και μετά από δύο μήνες ξανά κατά 50%; Η δεύτερη αιτία της συνεχούς πολιτικής αστάθειας προέρχεται από τις ανοιχτές φιλοφασιστικές τάσεις του κυβερνώντος κόμματος, Νέα Εποχή, που έφθασε ακόμη και να εφεσιβάλει απόφαση του ανώτατου συνταγματικού δικαστηρίου να απαγορεύσει παρέλαση των Ες Ες. Για την κυβέρνηση της Λετονίας (που είναι το αγαπημένο παιδί του Τζορτζ Σόρος και προς απόδειξη η χορηγία της ανακαίνισης των προσόψεων όλων των παραδοσιακών κτιρίων στο κέντρο της πρωτεύουσας Ρίγα από το ίδρυμα του ουγγρο-εβραίου μεγιστάνα) η παρέλαση των συνεργατών των χιτλερικών με τις σβάστικες αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα…

Παρόλα αυτά η κυβέρνηση της Λετονίας νιώθει περήφανη και το δείχνει. Μπαίνοντας κανείς στο υπουργείο Εξωτερικών της Λετονίας, αντικρίζει μια στοίβα από καρτ – ποστάλ, η κάθε μία από τις οποίες έχει τέσσερις φωτογραφίες. Οι δύο ασπρόμαυρες φωτογραφίες στο κάτω μέρος της καρτ – ποστάλ είχαν τραβηχτεί το 1987, επί «υπαρκτού». Δεξιά, μια απελπισμένη οδηγός ενός Λάντα μπροστά στην αντλία ενός βενζινάδικου που έγραφε «μπενζίνα νιετ». Στη διπλανή, επίσης ασπρόμαυρη, φωτογραφία μια τροφαντή μεσήλικας μπροστά στο άδειο ψυγείο ενός κρεοπωλείου, με την ίδια έκφραση απόγνωσης. Στο πάνω μέρος οι δύο φωτογραφίες προέρχονται από τη σύγχρονη Λετονία, προφανώς την Λετονία για την οποία καμαρώνει η σημερινή πολιτική της ηγεσία. Στα δεξιά μια φωτογραφία από σούπερ – μάρκετ με γεμάτα ράφια κι αριστερά λετονοί στρατιώτες στο Αφγανιστάν, με γυαλιά ηλίου και μπαντάνες παραλλαγής!

Τι κι αν οι μισοί Λετονοί είναι άνεργοι και πεινάνε, με αποτέλεσμα τα σούπερ – μάρκετ να τους είναι το ίδιο ξένα όπως κι επί «υπαρκτού»; Το όνειρο του καταναλωτισμού κι η συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές εκστρατείες έρχονται να διασκεδάσουν την εξόφθαλμη οικονομική χρεοκοπία και την καταφανή πολιτική αποτυχία μιας φασιστικής αστικής τάξης.

Ομολογία ήττας οι συνομιλίες στο Αφγανιστάν (Διπλωματία, 1ος/2010)

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΠΡΟΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ 

Στη χειρότερη θέση της πολιτικής του καριέρας πρέπει να βρέθηκε ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκς Ρασμούσεν, την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010, όταν από την Κωνσταντινούπολη διαβεβαίωνε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να δωροδοκήσει τους Ταλιμπάν για να εγκαταλείψουν το αντάρτικο και να ενταχθούν στην αφγανική κυβέρνηση.

Γιατί, η πραγματικότητα είναι πως η μοναδική ουσιαστικά απόφαση της διεθνούς συνόδου για το Αφγανιστάν που οργανώθηκε στις 28 Ιανουαρίου στην βρετανική πρωτεύουσα αφορούσε την οργανωμένη και επίσημη πλέον προσπάθεια προσεταιρισμού, καλύτερα εξαγοράς των μετριοπαθών Ταλιμπάν. Κι επειδή …δει δη χρημάτων κι άνευ τούτων ουδέν, η ίδια αυτή διάσκεψη ολοκλήρωσε τις εργασίες με την συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού, της τάξης των 140 εκ. δολ. που συγκεντρώθηκε από τους εκπροσώπους των 50 παριστάμενων κυβερνήσεων, με το οποίο θα επιχειρηθεί η ενσωμάτωση των Ταλιμπάν.

Άλλωστε η προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στις τάξεις των Ταλιμπάν, που από 400 που εκτιμούνταν το 2004 έχουν ξεπεράσει σύμφωνα με ΝΑΤΟϊκές πηγές τους 30.000, δεν είναι καινούργια. Όλο το προηγούμενο διάστημα, στο παρασκήνιο φυσικά και χωρίς να δοθεί η ανάλογη δημοσιότητα, πραγματοποιήθηκαν ουκ ολίγες επαφές μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης ή των Δυτικών.

Η σημαντικότερη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο των Σαούντ, που επιφορτίστηκε και με επιπλέον διαμεσολαβητικά καθήκοντα από τη διάσκεψη του Λονδίνου, δεν επιλέγηκε τυχαία. Οι Ταλιμπάν το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση καθώς η Σ. Αραβία με το Πακιστάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι μοναδικές χώρες που αναγνώρισαν το καθεστώς τους στο Αφγανιστάν που κυβέρνησε από το 1996 μέχρι το 2001, όταν ανατράπηκε από την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση. Οι επαφές όμως που έγιναν  σημαδεύτηκαν από μια σειρά διαφωνίες γύρω από κρίσιμα θέματα που εξακολουθούν να απαντιούνται διαφορετικά από την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Κατά πρώτον αφορούν το χρόνο έναρξης των συνομιλιών καθώς οι ΗΠΑ επιλέγουν να έχει ξεκινήσει η αντεπίθεση που ετοιμάζουν για την άνοιξη και οι Ταλιμπάν να βρίσκονται σε θέση άμυνας, χωρίς ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη. Η κυβέρνηση του Καρζαΐ αντίθετα θέλει να ξεκινήσουν …χτες. Οι διαφωνίες επίσης αφορούν στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στον διάλογο. Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ επιμένουν στους μετριοπαθείς Ταλιμπάν εξαιρώντας τον σκληρό πυρήνα. Ο Καρζαΐ αντίθετα θέλει και τον ίδιο τον μουλά Ομάρ και γι αυτό το λόγο δεν αποκλείεται, σύμφωνα με την Wall Street Journal στις 3 Φεβρουαρίου, να ζητηθεί από τον ΟΗΕ να διαμεσολαβήσει ώστε να βγει το όνομά του από την μαύρη λίστα των τρομοκρατών! Η πίεση για τη συμμετοχή των πλέον υψηλόβαθμων Ταλιμπάν στις συνομιλίες γίνεται ασφυκτικότερη λόγω και της αμφισβήτησης της εξουσίας που διαθέτουν αυτοί που ήδη συμμετείχαν στις επαφές του Αυγούστους του 2008. Αν θέλουν να είναι δεσμευτικοί και τελεσίδικοι οι όροι των συμφωνιών δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπλοκή στις συνομιλίες των πρωτοκλασάτων στελεχών των Τλαιμπάν όπως ο μουλάς Ομάρ.

Επαφές με τους Ταλιμπάν ωστόσο έχουν γίνει και σε ανώτερα επίπεδα, που αντανακλούν πιο ευθύγραμμα και χωρίς στρεβλώσεις τη βούληση της Δύσης. Όπως αποκάλυπταν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου, σε ρεπορτάζ  από τη διάσκεψη του Λονδίνου «εξέχοντα πρόσωπα της ηγεσίας των Ταλιμπάν συναντήθηκαν μυστικά με τον αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν για να συζητήσουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τα όπλα τους». Η συνάντηση που έγινε στο Ντουμπάι στις 8 Ιανουαρίου ήταν τόσο… προωθημένη ώστε συζητήθηκε ακόμη κι ο τόπος των μελλοντικών επαφών με τους Ταλιμπάν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν οι συναντήσεις να διεξαχθούν σε κάποια στρατιωτική βάση, αλά αντίθετα επιθυμούν να γίνονται δημόσια.

Οι Ταλιμπάν τέλος, αν και διαψεύδουν όλα τα σχετικά δημοσιεύματα με την επισήμανση πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία των ξένων εισβολέων στο έδαφος του Αφγανιστάν – θέτοντας ως όρο την αποχώρησή τους, με άλλα λόγια – δεν πείθουν ότι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.

Η τακτική των αμερικανο-νατοϊκών όσο κι αν ενδύεται τα άμφια της εθνικής συμφιλίωσης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι προϊόν ανάγκης, σημάδι της αυξανόμενης αδυναμίας τους να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο πεδίο των μαχών – όπου η υπεροχή των δυνάμεων κατοχής θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη… Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει μπει στον δέκατο χρόνο, χωρίς προοπτική νίκης, οι απώλειες των Αμερικανών είναι θέμα ημερών να φτάσουν τις 1.000 και το βάρος συντήρησης του μετώπου στα δημόσια οικονομικά, στο φόντο της κρίσης, γίνεται πλέον δυσβάσταχτο όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Αυτή, την αυξανόμενη πίεση εξέφρασε κι η βαθιά αντιφατική απόφαση του Ομπάμα να ανακοινώσει την αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών, που προδικάζει ένταση των μαχών, μαζί με την ημερομηνία έναρξης αποχώρησης τον Ιούλιο του 2011, που εκ των πραγμάτων δημιουργεί κλίμα χαλάρωσης στις τάξεις του στρατού. Στις τάξεις δε των Ταλιμπάν κλίμα νίκης, καθώς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ως καρπό των προσπαθειών τους την εγκατάλειψη από τη Δύση του στόχου εξουδετέρωσής τους. Έτσι, γεννιέται το ερώτημα γιατί οι Ταλιμπάν να συμφωνήσουν στην παράδοση των όπλων τους όταν ξέρουν πως ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους;

Επίδειξη διεθνούς στρατιωτικής ισχύος (περ. Διπλωματία 1ος/2010)

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΟΜΠΑΜΑ

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΠΙΔΩΝ 

Στο δρόμο που χάραξε ο Τζορτζ Μπους φαίνεται αποφασισμένος να βαδίσει ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, ένα χρόνο μετά την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του, εγκαταλείποντας οριστικά και δια παντός το φιλειρηνικό προσωπείο που ενδύθηκε κατά την προεκλογική εκστρατεία.

«Η εξωτερική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, προσφέρεται να αξιολογηθεί σε δύο μέρη: Κατά πρώτο, με βάση τους στόχους και το σύστημα λήψης αποφάσεων και κατά δεύτερο τις πολιτικές του και την εφαρμογή τους», υποστήριζε ο Ζμπίγκνιεβ Μπρζεζίνσκι, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ από το 1977 μέχρι το 1981 κι από τους στενότερους συμβούλους των δημοκρατικών προέδρων για θέματα εξωτερικής πολιτικής, στο τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Foreign Affairs. Και συνέχιζε, σχολιάζοντας την εξωτερική πολιτική του πρώτου αφροαμερικάνου προέδρου στην ιστορία των ΗΠΑ: «Αν για το πρώτο μπορεί κάποιος να μιλήσει με κάποια σιγουριά, το δεύτερο αποτελεί ακόμη ένα ανοιχτό πεδίο».

Η παραπάνω διαπίστωση θα μπορούσε να ισχύει μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, πριν δηλαδή οι ΗΠΑ λάβουν τρεις αποφάσεις ξεχωριστής σημασίας, καθώς στη σύνθεσή τους συνιστούν ένα διαφορετικό, πολύ πιο επιθετικό και μονομερές – βασισμένο στην προβολή ισχύος – πρότυπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, την πώληση όπλων στην Ταϊβάν, την προμήθεια σύγχρονων πυραυλικών συστημάτων στις χώρες του Κόλπου και τέλος στην εγκατάσταση ανάλογων συστημάτων στη Ρουμανία.

Η απόφαση των ΗΠΑ να εγκαταστήσουν συστοιχίες πυραύλων στη Ρουμανία από το 2015 συνέλαβε εξ απήνης την Μόσχα που πίστευε ότι οι παραχωρήσεις στης στο θέμα του Ιράν και του Αφγανιστάν προς την Ουάσιγκτον είχαν εξασφαλίσει ένα πλαίσιο συμβίωσης των δύο πάλαι ποτέ υπερδυνάμεων χωρίς τους ανταγωνισμούς και τους κινδύνους της εποχής Μπους, που είχαν βρει την πιο ακραία τους εκδοχή στην αντιπυραυλική ασπίδα. Το υψηλό σημείο στη λίστα των απειλών που τοποθετεί το Κρεμλίνο την αμερικανική αντιπυραυλική ασπίδα φάνηκε από το νέο της στρατιωτικό δόγμα, που εγκρίθηκε την Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου από τον πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεβ. Εκεί αναφέρεται σαφώς ότι η αντιπυραυλική ασπίδα αποτελεί μείζονα απειλή για τη ρωσική ασφάλεια καθώς «υπονομεύει την παγκόσμια σταθερότητα και παραβιάζει την υφιστάμενη ισορροπία πυρηνικών δυνάμεων». Κατά συνέπεια η πρόσφατη απόφαση του Ομπάμα μετατρέπει σε παρένθεση την πρόσφατη βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών που εγκαινιάστηκε με την επίσκεψη του Ομπάμα στην Μόσχα και σηματοδοτήθηκε από τον όρο «επανεκκίνηση», τον οποίο χρησιμοποίησε ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος από τη ρωσική πρωτεύουσα.

Εμπρηστική επίσης ήταν κι η απόφαση των Αμερικανών να προμηθεύσουν με σύγχρονα αντιπυραυλικά συστήματα τις χώρες του Περσικού Κόλπου που βρίσκονται κοντά στο Ιράν, όπως το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κατά την Ουάσιγκτον, η προμήθεια των χωρών του Κόλπου με συστοιχίες αντιβαλλιστικών πυραύλων Πάτριοτ θωρακίζει την άμυνά τους έναντι ενδεχόμενης επίθεσης από το Ιράν. Κατά μία άλλη ερμηνεία όμως, περισσότερο ρεαλιστική, οι ΗΠΑ κι οι σύμμαχοί τους στην περιοχή θωρακίζονται περισσότερο αποτελεσματικά από τυχόν αντίποινα του Ιράν στην περίπτωση που το Ισραήλ επιτεθεί εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με επιλεκτικούς, χειρουργικούς βομβαρδισμούς στις πυρηνικές της εγκαταστάσεις, ανάλογους των βομβαρδισμών που πραγματοποίησε στη Συρία τον Σεπτέμβριο του 2007 και παλιότερα, το 1981, στο Ιράκ. Η κίνηση επομένως των ΗΠΑ, πέρα από το να φέρνει νέους πελάτες στην αμερικανική πολεμική βιομηχανία, δεν οδηγεί στην αποκλιμάκωση της έντασης στον Περσικό αλλά αντίθετα λειτουργεί υποστηρικτικά στα πιο τυχοδιωκτικά κι επικίνδυνα σενάρια για όλη την περιοχή του Περσικού και της Ανατολικής Μεσογείου που εξυφαίνει το Ισραήλ – η μοναδική χώρα που αποδεδειγμένα διαθέτει πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή.

Το τρίτο περιστατικό που δείχνει ότι οι ΗΠΑ υιοθετούν μια πολιτική έντασης στο εξής αφορά στην πώληση εξελιγμένων οπλικών συστημάτων στην Ταϊβάν, περιλαμβανομένων πυραύλων Πάτριοτ, ελικοπτέρων Μπλακ Χόουκ και ναρκαλιευτικών σαφών, συνολικού ύψους 6 δισ. δολ. Η κίνηση των ΗΠΑ εξόργισε το Πεκίνο όχι μόνο για τους γενικά γνωστούς λόγους που σχετίζονται με την ιστορική αντιπαλότητα των δύο χωρών (αποτέλεσμα της οποίας είναι η Ταϊβάν να μην αποτελεί ανεξάρτητο κράτος κατά τον ΟΗΕ) αλλά επίσης γιατί αυτήν ακριβώς την περίοδο λόγω της νέας πολιτικής ηγεσίας που έχει αναλάβει στην Ταϊβάν οι προοπτικές επανένωσης των δύο χωρών προβάλλονται πιο βάσιμα από ποτέ άλλοτε, όπως φαίνεται από τις συνομιλίες που είναι σε εξέλιξη. Η πώληση όπλων επομένως από τον Ομπάμα δυναμιτίζει αυτή την διαδικασία, αντί να την ενθαρρύνει. Ευθεία πρόκληση θεώρησε επίσης το Πεκίνο και την απόφαση του Μπαράκ Ομπάμα να συναντηθεί με τον Δαλάι Λάμα, στον οποίο η κινέζικη ηγεσία καταλογίζει ότι εργάζεται για την ανεξαρτητοποίηση του Θιβέτ και τον διαμελισμό επομένως της Κίνας.

Αν στα παραπάνω συμπεριλάβουμε και την απόφαση των ΗΠΑ να εντάξουν στο στρατιωτικό τους σχεδιασμό τις στρατιωτικές βάσεις της Κολομβίας όπως και την αποστολή χιλιάδων πεζοναυτών στην Αϊτή, με αφορμή τον καταστρεπτικό σεισμό – κινήσεις που προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις σε όλη τη Λατινική Αμερική, τότε είναι εμφανές ότι κάτι αλλάζει. Ότι η απόφαση της Νορβηγικής Ακαδημίας να δώσει το Νομπέλ Ειρήνης στον Ομπάμα μόνο καγχασμούς και ειρωνικά σχόλια θα προκαλεί πολύ σύντομα.

Όλα τα παραπάνω αυτό που βεβαιώνουν είναι ότι οι ΗΠΑ αντιμέτωπες με την αναπόδραστη συρρίκνωση της πολιτικής και οικονομικής τους επιρροής καταφεύγουν στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος – που είναι το μοναδικό πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού όπου η υπεροχή τους είναι αδιαμφισβήτητη – για να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους από τον Ειρηνικό και τον Περσικό μέχρι τα Βαλκάνια. Μόνο που έτσι η αλλαγή την οποία υποσχόταν ο Ομπάμα αποδεικνύεται πουκάμισο αδειανό…