Γάγγραινα η παγκόσμια φαρμακοβιομηχανία

Για όλα φταίει το δημόσιο σύστημα υγείας! Ο υπαίτιος για το χορό των δισεκατομμυρίων γύρω από το φάρμακο, όπως αποκαλύφθηκε με το σκάνδαλο της Novartis, είναι η γενναιόδωρη κρατική ασφάλιση. Ενώ, αν ήταν ιδιωτικό, οπότε θα υπήρχε αυστηρός έλεγχος στις δαπάνες και τα κόστη, κανένα απ’ όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα δε θα είχε συμβεί…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η ερμηνεία που δόθηκε για το σκάνδαλο της Novartis από τους οπαδούς της πλήρους ιδιωτικοποίησης του συστήματος υγείας, που βρήκαν μια ακόμη αφορμή για να στιγματίσουν τις κοινωνικές παροχές και να ζητήσουν το πέρασμα στον ιδιωτικό τομέα όλου του συστήματος υγείας.

Κατακεραυνώνοντας ωστόσο το δημόσιο τομέα οι νεοφιλελεύθεροι επιδεικνύουν μια παιδαριώδη μεροληψία καθώς μπορεί να ήταν οι γιατροί του δημόσιου συστήματος υγείας και οι αρμόδιοι υπουργοί αυτοί που φέρονται να πλούτισαν, οι πακτωλοί ωστόσο του χρήματος έφευγαν από τα ταμεία μιας ιδιωτικής εταιρείας, και μάλιστα μονοπωλιακής και πολυεθνικής, απ’ αυτές που εφαρμόζουν ένα σωρό κανόνες δεοντολογίας και λογοδοσίας. Από πότε λοιπόν στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθεται μόνος του ο λήπτης της δωροδοκίας κι όχι ο φυσικό αυτουργός της, που είναι ένας κολοσσός του ιδιωτικού τομέα;

Πολύ περισσότερο, όταν αποδεικνύεται πώς είναι ένας κλάδος που έχει ανάγει τις σχέσεις του με τον πολιτικό επηρεασμό των κέντρων ισχύος σε δεύτερη φύση. Μάρτυρας τα δυσθεώρητα ποσά που αφιερώνει κάθε χρόνο για λόμπινγκ. Για παράδειγμα μόνο η γερμανική φαρμακευτική και χημική εταιρεία Bayer δαπάνησε σε ένα χρόνο 2,4 εκ. ευρώ για λόμπινγκ στις Βρυξέλλες, συγκαταλεγόμενη στις 20 εταιρείες με τους μεγαλύτερους προϋπολογισμούς σε αυτή την κατεύθυνση, με την ExxonMobil, τη Microsoft και Shell να κρατούν τα σκήπτρα.

Ωστόσο, το επιχείρημα των νεοφιλελεύθερων καταρρέει αν ρίξουμε μια ματιά στις ΗΠΑ. Κι αυτό όχι μόνο επειδή εκεί έχουν την έδρα τους οι περισσότερες φαρμακευτικές εταιρείες και εταιρείες ιατρικού εξοπλισμού, αλλά επειδή έχουν το πιο ιδιωτικοποιημένο σύστημα υγείας. Με βάση λοιπόν το επιχείρημα των νεοφιλελεύθερων απουσιάζουν από τις ΗΠΑ οι συνθήκες που ευνοούν τη διαφθορά…

Η πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς τους καθώς οι φαρμακευτικές εταιρείες στις ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε γάγγραινα κι είναι ταυτόσημες της πιο εξελιγμένης και πρωτόγνωρης μορφής οικονομικών σκανδάλων. Ας δούμε ορισμένα μεγέθη…

Οι ΗΠΑ κρατούν το ρεκόρ των πιο δαπανηρών συνταγογραφήσεων κι αυτό όχι χάρη της θεραπείας των ασθενών, αλλά επειδή οι κορυφαίες φαρμακευτικές εταιρείες (με τις πέντε από τις δέκα μεγαλύτερες να έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ: Johnson  & Johnson, Pfizer, Merck, Gilead, Abbvie) έχουν συγκροτήσει ένα σύστημα υγείας και θεραπείας που είναι στραμμένο μονοσήμαντα στη φαρμακευτική αγωγή. Κάθε άλλη επιλογή απορρίπτεται εκ προοιμίου κι έτσι οι τιμές αυξάνονται διαρκώς. Μόνο το 2017 οι τιμές των φαρμάκων για όσους είναι κάτω των 65 ετών αυξήθηκαν σύμφωνα με έρευνες κατά 11,6% όταν οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 2,5%. Η εξάρτηση από τα φάρμακα επιτεύχθηκε αφού επιτράπηκε η διαφήμιση από την τηλεόραση ακόμη και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, καταφέρνοντας έτσι οι ΗΠΑ να είναι η μοναδική ανεπτυγμένη καπιταλιστικά χώρα του κόσμου που δεν έχει μεν σύστημα υγείας αλλά έχει διαφημίσεις στην τηλεόραση για φάρμακα. Το αποτέλεσμα είναι οι δαπάνες για μάρκετινγκ να είναι διπλάσιες από τις  δαπάνες για έρευνα, ενώ για κάθε 1 δολάριο που δαπανάται για βασική έρευνα να δαπανούνται 19 δολάρια για προβολή και διαφήμιση! Πρόκειται για εξωφρενική σπατάλη πόρων, που μετατρέπει στο πιο σύντομο ανέκδοτο το επιχείρημα για την ικανότητα της αγοράς να κατανέμει τους πόρους!

Η φαρμακοβιομηχανία χρησιμοποιεί κι άλλους ακόμη πιο αθέμιτους τρόπους για να αυξήσει τα κέρδη της (σε βάρος προφανώς της υγείας των πολιτών) όπως για παράδειγμα με τον πέραν κάθε δεοντολογίας επηρεασμό της επιστημονικής κοινότητας. Το εργαλείο που χρησιμοποιεί σε αυτή την κατεύθυνση είναι η χρηματοδότηση της έρευνας, που έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα (διάβρωσης) ώστε από τα 100 δις. δολ. που δαπανώνται ετησίως για βιο-ιατρική έρευνα το 60% να προέρχεται από φαρμακευτικές εταιρείες και εταιρείες ιατρικού εξοπλισμού. Το αποτέλεσμα ποιο είναι; Έχει μείνει στην ιστορία για παράδειγμα η ρήση του Ρίτσαρντ Μιθ, επιμελητή της επιθεώρησης British Medical Journal, ότι «όλες οι επιθεωρήσεις είναι εξαγορασμένες – ή τουλάχιστον χρησιμοποιούνται με έξυπνο τρόπο – από τη φαρμακευτική βιομηχανία». Διαπίστωση που κάλλιστα μπορεί να επεκταθεί και σε όλη την ιδιωτικά χρηματοδοτούμενη επιστημονική έρευνα

Το συμπέρασμα βγαίνει σχεδόν αβίαστα: Η ιδιωτικοποίηση της υγείας, με την κυριαρχία γιγαντιαίων μονοπωλίων στρέφεται πλέον όχι μόνο ενάντια στα δημόσια ταμεία αλλά κι ενάντια στη δημόσια υγεία! Η κατάσταση δε στις ΗΠΑ είναι απείρως πιο νοσηρή σε σχέση με την Ευρώπη…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Ο Ομπάμα όμηρος των ασφαλιστικών εταιρειών (Μετροπόλιταν, 30/8/2009)

Άδοξο προδιαγράφεται το τέλος της πολυαναμενόμενης μεταρρύθμισης του Μπαράκ Ομπάμα στο ασφαλιστικό σύστημα των ΗΠΑ. Ο αμερικανός πρόεδρος απογοητεύοντας για μια ακόμη φορά όσους πίστεψαν στις εξαγγελίες του αρνείται να προχωρήσει στις βαθιές τομές που απαιτούνται έτσι ώστε όλοι οι Αμερικάνοι να έχουν πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση και σε βασικές υπηρεσίες υγείας – όπως συμβαίνει σε κάθε πολιτισμένη χώρα. 

Η μεταρρύθμιση του αμερικανικού ασφαλιστικού συστήματος ήταν από τις σημαντικότερες δεσμεύσεις που ανέλαβε προεκλογικά ο Μπαράκ Ομπάμα. Για το εσωτερικό δε των ΗΠΑ και μένοντας στα ζητήματα που αφορούν την ίδια τη ζωή των Αμερικάνων, ήταν η σπουδαιότερη. Στο επίκεντρό της βρισκόταν η ίδρυση ενός δημόσιου ασφαλιστικού ταμείου που θα παρείχε τη δυνατότητα πλήρους κάλυψης στους ανασφάλιστους με απώτερο στόχο να περάσει στην ιστορία το χάλι των 46 εκ. ανασφάλιστων που υπάρχουν σήμερα στις ΗΠΑ. Στην ουσία, ο Ομπάμα υποσχέθηκε να συνεχίσει το έργο του προέδρου Λύντον Τζόνσον ο οποίος τη δεκαετία του ’60 ίδρυσε τα προγράμματα Medicare και Medicaid που καλύπτουν δύο τμήματα μόνο του πληθυσμού: τους άνω των 65 το πρώτο και τα χαμηλά εισοδήματα και τα παιδιά το δεύτερο. Ο Ομπάμα επίσης ανέλαβε την ευθύνη να φέρει σε πέρας αυτό που δεν κατάφερε ο Κλίντον το 1993-1994, όταν ένα αντίστοιχα φιλόδοξο σχέδιο, η υλοποίηση του οποίο είχε ανατεθεί στην Χίλαρι Κλίντον, ναυάγησε από το βάρος των επιθέσεων ενός νέου συμπλέγματος που ανθεί σε καιρούς ειρήνης κι είναι εξ ίσου θανατηφόρο με το στρατιωτικο-βιομηχανικό: είναι το σύμπλεγμα που έχουν δημιουργήσει ασφαλιστικές και φαρμακευτικές εταιρείες μαζί με τους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας όπως τα νοσοκομεία κι οι γιατροί. Όμως, όπως όλα μαρτυρούν και το σχέδιο του Ομπάμα θα έχει την ίδια τύχη.

Ο επιτακτικός χαρακτήρας της μεταρρύθμισης που υποσχέθηκε προεκλογικά ο Ομπάμα, συμβάλλοντας καθοριστικά στον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του προγράμματός του και στις ασυνήθιστα υψηλές προσδοκίες που δημιούργησε η εκλογή του, εξηγείται αν δούμε την δραματική κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της υγείας των ΗΠΑ, όπου τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα έχουν εναποτεθεί στον ιδιωτικό τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο οι ΗΠΑ καταβάλλουν τις υψηλότερες κατά κεφαλήν δαπάνες στον τομέα της υγείας για να απολαμβάνουν τις χειρότερες υπηρεσίες. Ειδικότερα ως ποσοστό του ΑΕΠ οι δαπάνες για την υγεία ανέρχονται στο 16%, με 46 εκ. ανασφάλιστους όταν σε όλο τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο όπου υπάρχει καθολική υγειονομική κάλυψη του πληθυσμού οι δαπάνες υγείας ίσα – ίσα που υπερβαίνουν το 10%. Στη Γαλλία συγκεκριμένα ανέρχονται στο 11%, στην Ελβετία στο 10,8%, στη Γερμανία στο 10,4%, στην Ολλανδία στο 9,8%, στην Ιταλία στο 8,7% και στην Αγγλία, όπου το Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν τόλμησε να το αγγίξει ούτε κι ο κοινωνικός οδοστρωτήρας της Θάτσερ, ανέρχονται μόνο στο 8,4%.

Η μηδενική αποτελεσματικότητα του ιδιωτικοποιημένου αμερικανικού συστήματος υγείας φάνηκε πεντακάθαρα σε μια πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Health Affairs και αναδημοσιεύθηκε στο σημείωμα της σύνταξης των New York Times στις 19 Νοέμβρη 2008, με τίτλο «Το λάθος μέρος για να είσαι χρόνια πάσχων». Η έρευνα διενεργήθηκε μεταξύ 7.500 ασθενών στην Αυστραλία, τον Καναδά, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και τη Νέα Ζηλανδία κι εστιάστηκε σε όσους έπασχαν από μία τουλάχιστον από τις επτά ακόλουθες χρόνιες ασθένειες: υπέρταση, καρδιακή πάθηση, διαβήτη, αρθρίτιδα, πνευμονικά προβλήματα, καρκίνο ή κατάθλιψη. «Η θεραπεία που λάμβαναν στην Αμερική – ή πιο συχνά δεν λάμβαναν – έπρεπε να είναι αιτία ντροπής», έγραφε η αμερικανική εφημερίδα. «Περισσότεροι από τους μισούς Αμερικάνους ασθενείς έμεναν χωρίς θεραπεία λόγω του υψηλού κόστους που έπρεπε να καταβάλουν από την τσέπη τους. Δε επισκέπτονταν γιατρό όταν αρρώσταιναν, απέφευγαν μια συνιστώμενη εξέταση ή θεραπεία ή δεν κατάφερναν να ακολουθήσουν μια συνταγή. Οι ανασφάλιστοι υπέφεραν περισσότερο, αλλά ακόμη και το 43% εκείνων που είχαν ασφάλιση όλα τα χρόνια, απέφευγαν τη θεραπεία λόγω του κόστους. Οι Αμερικάνοι επίσης ήταν πιο πιθανό να αναφέρουν χάσιμο χρόνου γιατί η θεραπεία τους δεν ήταν καλά οργανωμένη. Περίπου το ένα τρίτο ανέφερε ότι ιατρικές διαγνώσεις και αποτελέσματα εξετάσεων δεν ήταν διαθέσιμα όταν τα χρειαζόταν ή ότι οι εξετάσεις επαναλαμβάνονταν άσκοπα. Ένα τρίτο επίσης είχε την εμπειρία ιατρικού λάθους όπως να του δοθεί λάθος φαρμακευτική αγωγή ή αποτελέσματα εξετάσεων». Η παραπάνω έκθεση – κόλαφος για την πολυδιαφημισμένη αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού τομέα στις κοινωνικές υπηρεσίες δεν είναι κι η μοναδική. Τον Οκτώβρη του 2008 έκθεση του ΟΗΕ επεσήμαινε πως το προσδόκιμο ζωής των Αφρο-αμερικάνων στις ΗΠΑ, λόγω ανεπαρκούς πρόσβασης σε στοιχειώδες υπηρεσίες υγείας, ήταν το ίδιο με τους εξαθλιωμένους πληθυσμούς της Κίνας και της Ινδίας!

Είναι μια κατάσταση που την περιέγραφε με τα πιο μελανά χρώματα ο χαρισματικός σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ στην αποκαλυπτική ταινία του, Sicko, που προβλήθηκε πριν δύο χρόνια. Αυτή η κατάσταση όμως επιδεινώθηκε απότομα λόγω της οικονομικής κρίσης. Οι 14.000 απολύσεις που γίνονται κάθε μέρα οδηγούν 14.000 εργαζόμενους μαζί και με άλλα μέλη της οικογένειάς τους να χάνουν κάθε ασφαλιστικό δικαίωμα και κάθε δυνατότητα υγειονομικής κάλυψης. Τη συσσωρευμένη οργή των Αμερικάνων εναντίον των ασφαλιστικών εταιρειών εξέφραζε άλλωστε κι ο ίδιος ο Ομπάμα στις 16 Αυγούστου από το Κολοράντο όταν άσκησε μια ασυνήθιστη επίθεση κατά των ασφαλιστικών εταιρειών λέγοντας: «Οι μέσοι Αμερικάνοι είναι όμηροι των εταιρειών υγείας και ασφάλισης που αρνούνται ή τους διακόπτουν την κάλυψη ή τους χρεώνουν με έξοδα που δεν μπορούν να αντέξουν για θεραπεία που έχουν ανάγκη».

Αυτό όμως που αποδείχθηκε ήταν πως όχι μόνο οι μέσοι Αμερικανοί αλλά κι ο ίδιος ο Ομπάμα είναι όμηρος των εταιρειών υγείας και ασφάλισης. Και φάνηκε όταν παρά τις αρχικές του δεσμεύσεις έθεσε σε αμφισβήτηση τον ακρογωνιαίο λίθο της μεταρρύθμισης στο ασφαλιστικό σύστημα: τη δημιουργία ενός δημόσιου φορέα που θα παρείχε κάλυψη σε όσους το επιθυμούσαν και θα λειτουργούσε ανταγωνιστικά στον ιδιωτικό. Αντί αυτού του μέτρου που θα ξαναχάραζε τον χάρτη της ασφάλισης στην Αμερική η νεότερη πρόταση συντείνει στην δημιουργία συνεταιρισμών καταναλωτών που θα ανταγωνιστούν τα ιδιωτικά μεγαθήρια. Μια πρόταση «υποκρισία», όπως τη χαρακτήρισε ο προοδευτικός οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν από την αρθρογραφία του στους New York Times που έχει διχάσει όμως και τους Δημοκρατικούς όπως φάνηκε από επιστολή που έστειλαν 60 βουλευτές οι οποίοι προειδοποιούν πως αν από το τελικό νομοσχέδιο λείπει η πρόβλεψη για δημιουργία δημόσιου φορέα τότε δεν θα ψηφίσουν το νομοσχέδιο κι ο Ομπάμα θα πρέπει να στηριχτεί στις ψήφους των Ρεπουμπλικάνων!

Για την στροφή 180 μοιρών που πραγματοποίησε ο αμερικανός πρόεδρος καθοριστικά επέδρασε ο ξεσηκωμός συντηρητικών Αμερικανών ψηφοφόρων που έφθασαν σε αφίσες τους να παρομοιάζουν τον Ομπάμα με τον Χίτλερ και να τον κατηγορούν ότι ετοιμάζει κρατικά δικαστήρια που θα αποφασίζουν την ευθανασία των υπερηλίκων. Πίσω από τις αφελείς υστερίες τους υπήρχαν όμως οι πακτωλοί χρημάτων που ξόδεψε το «σύμπλεγμα» για να αμαυρώσει την μεταρρύθμιση. Μόνο η φαρμακοβιομηχανία ξόδεψε 150 εκ. σε διαφημίσεις. Επίσης στελέχη των Ρεπουμπλικάνων που πρωτοστάτησαν στην κινητοποίηση του κόσμου ενάντια στην μεταρρύθμιση, όπως ο Ντικ Άρμεϊ εντελώς τυχαία αμείβονταν από λόμπι που μεταξύ των καλύτερων πελατών του ήταν ο φαρμακευτικός κολοσσός Bristol Myers Squibb, όπως αποκάλυψαν οι Financial Times στις 17 Αυγούστου! Εμπόδιο στην μεταρρύθμιση στάθηκαν όμως και Δημοκρατικοί γερουσιαστές όπως η Μέρι Λάντριου από τη Λουϊζιάνα κι ο Μπεν Νέλσον από τη Νεμπράσκα, που εντελώς τυχαία και αυτοί είχαν χρηματοδοτηθεί από τις επιχειρήσεις υγείας κατά την προεκλογική περίοδο, όπως αποκάλυψε η ίδια πάλι εφημερίδα στις 25 και στις 21 Ιούνη!

Η ευθύνη παρόλα αυτά βαραίνει τον ίδιο τον Ομπάμα που δεν έδειξε το απαραίτητο πολιτικό θάρρος να λύσει τον γόρδιο δεσμό του αμερικανικού ασφαλιστικού συστήματος προβαίνοντας σε τρία μοιραία λάθη (που λειτούργησαν κι ως άλλοθι της ολιγωρίας του) κι οδηγώντας τελικά σε ναυάγιο το φιλόδοξο σχέδιο του. Πρώτο, επεδίωξε τη δικομματική συναίνεση επιζητώντας την έγκριση και του Κογκρέσου ενώ στη Βουλή των Αντιπροσώπων διέθετε την απαραίτητη πλειοψηφία. Δεύτερο, άφησε στο Κογκρέσο τη συγκρότηση του σχεδίου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα ακατανόητο κείμενο των 1.018 σελίδων ενώ θα έπρεπε να το συγκροτήσει ο ίδιος υποστηρίζοντας το με όλο το κύρος που διαθέτει. Και, τρίτο, παραπέμποντας την ψήφισή του για τον Σεπτέμβρη, αντί για τον Ιούνη όταν την ανάγκη ενός τέτοιου σχεδίου υποστήριζε με δημοσκόπηση το 72% των ερωτηθέντων, έχασε το πλεονέκτημα του χρόνου που διέθετε. Μετά απ’ όλα αυτά δεν φταίνε τα Νεάντερνταλ του αμερικανικού νότου που βγήκαν με τα όπλα τους να υπερασπίσουν την απειλούμενη ελευθερία τους από τον Ομπάμα…