Με διαδήλωση ξεκίνησε η δίκη του Ασάντζ

Τις δάφνες της Σαουδικής Αραβίας στην μεταχείριση κρατουμένων και τα βασανιστήρια διεκδικεί επάξια η Αγγλία, με βάση όσα δήλωσαν στο δικαστήριο οι συνήγοροι του Τζουλιάν Ασάντζ από την πρώτη κιόλας μέρα της δίκης του, Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου. Το επίδικο της ακροαματικής διαδικασίας που διακόπηκε για να αρχίσει ξανά στις 18 Μαΐου οπότε και θα ολοκληρωθεί σε μια εβδομάδα αφορά το αίτημα των αμερικανικών αρχών για έκδοση στις ΗΠΑ όπου του έχουν απαγγελθεί 18 σοβαρότατες κατηγορίες, μεταξύ αυτών και για κατασκοπεία. Η ποινή που κινδυνεύει να του επιδικαστεί φτάνει τα 175 χρόνια φυλάκισης.

Από τον Απρίλιο του 2019, όταν ο Ασάντζ εκδιώχθηκε από την πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο όπου ζήτησε άσυλο το 2012 με βάση αίτημα των ΗΠΑ για έκδοσή του, ο ιδρυτής των Wikileaks κρατείται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, όπου υπομένει συστηματικά βασανιστήρια. Τα ψυχολογικά βασανιστήρια των Άγγλων δεσμωτών, που έγιναν γνωστά με αφορμή την επίσκεψη διαπρεπών νομικών, καταγγέλθηκαν από τους δικηγόρους του και κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αποκάλυψαν επίσης ότι ο άνθρωπος που έφτασε την ερευνητική δημοσιογραφία στο υψηλότερο σημείο που έχει ποτέ φτάσει κρατούταν στη φυλακή με χειροπέδες, τον άφησαν δύο φορές γυμνό, κ.α. Πρόκειται για εικόνες ντροπής που εκθέτουν την Αγγλία η οποία περισσότερο ομοιάζει με κάτι δικτατορίες της δεκαετίες του ’50 παρά με σύγχρονο κράτος δικαίου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι η πρόεδρος του δικαστηρίου δήλωσε αναρμόδια για τις συνθήκες κράτησής του, όπως και για το γεγονός ότι κατά την επιστροφή στο κελί του, μετά την πρώτη μέρα της δίκης, οι φύλακες του αφαίρεσαν τα δικόγραφα και τον πήγαν σε πέντε διαφορετικά κελιά. Είναι κι αυτά μέρος των ψυχολογικών βασανιστηρίων… Η πρόεδρος του δικαστηρίου ωστόσο, παρότι δήλωσε αναρμόδια ακόμη και να σχολιάσει τις συνθήκες κράτησης του Ασάντζ, ενθάρρυνε την ομάδα των νομικών του να αναδείξει το θέμα και να κάνει τις σχετικές προσφυγές.

Οι συνήγοροι του Ασάντζ, που έχει μετατραπεί σε ήρωα της σύγχρονης δημοσιογραφίας, υποστήριξαν ότι το 2011 λίγες ώρες πριν δοθούν στη δημοσιότητα τα 250.000 διπλωματικά τηλεγραφήματα και τα 500.000 απόρρητα έγγραφα πολλά εκ των οποίων αφορούσαν εγκλήματα του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ και το Αφγανιστάν ενημέρωσε το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Η απάντηση που έδωσαν τότε στον Ασάντζ τα στελέχη της Χίλαρι Κλίντον ήταν να καλέσει σε …μισή ώρα. Είναι εκδοχή που την αρνήθηκαν οι αμερικανικές πηγές που επιμένουν ότι έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές αμερικανών πολιτών με τις αποκαλύψεις του. Ο Ασάντζ ωστόσο από το 2011 δήλωνε ότι είχε εφαρμόσει διαδικασίες ελέγχου των εγγράφων που δημοσιοποιούνται ώστε να μην γίνονται γνωστές ευαίσθητες λεπτομέρειες, για παράδειγμα σχετικά με τη θέση των αμερικανικών στρατευμάτων σε εμπόλεμες περιοχές ή ονόματα αμερικανών πρακτόρων. Την ίδια διαβεβαίωση επανέλαβαν  και οι συνήγοροι του στο βρετανικό δικαστήριο.

Τα τηλεγραφήματα που αποκάλυψε ο Ασάντζ δόθηκαν στη δημοσιότητα με τη συνεργασία που εξασφάλισαν τα Wikileaks με έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας σε όλο τον κόσμο όπως η βρετανική Guardian, οι αμερικανικοί New York Times, το γερμανικό περιοδικό Spiegel, η γαλλική Le Monde και η ισπανική El Pais.  Έτσι, το περιεχόμενό τους έγινε γνωστό σε εκατομμύρια πολίτες ανά τον κόσμο. Εκπρόσωπος της εφημερίδας Guardian δήλωσε ότι είναι εντελώς ψευδές πώς τα δημοσιεύματα έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή αμερικανών πολιτών.

Από την πρώτη μέρα της δίκης έξω από το δικαστικό μέγαρο στα νοτιοανατολικά του Λονδίνου ήταν συγκεντρωμένοι εκατοντάδες διαδηλωτές που ζητούν την απελευθέρωση του αυστραλού δημοσιογράφου. Μάλιστα, ένα πλακάτ έγραφε «Η Ελευθερία του Ασάντζ είναι και δική μου ελευθερία».

Ο ίδιος ο Ασάντζ, που χαίρει της υποστήριξης οργανώσεων όπως η Διεθνής Αμνηστία και οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα ενώ προτάθηκε και για το βραβείο Νόμπελ, δήλωσε ότι ενδιαφέρεται να ζητήσει πολιτικό άσυλο στη Γαλλία. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται επίσης βουλευτές από το καντόνι της Γενεύης που έχουν ήδη έρθει σε επαφή με τη Βέρνη ζητώντας την έκδοση ανθρωπιστικής βίζας, σύμφωνα με την εφημερίδα Tribune τη Γενεύης.

Να θυμίσουμε ότι τα έγγραφα των Wikileaks είχαν εκθέσει και το ελληνικό πολιτικό προσωπικό (Ντόρα Μπακογιάννη, Άννα Διαμαντοπούλου, Νίκη Τζαβέλα, Γιώργος Μπαμπινιώτης) αλλά και δημοσιογράφους (πχ Αλέξης Παπαχελάς) που ξημεροβραδιαζόταν στην αμερικανική πρεσβεία για να κερδίσει την εύνοια της Ουάσιγκτον (περισσότερα εδώ).

Πώς να μη θέλουν την εξόντωσή του οι ΗΠΑ και τα σκυλάκια τους, οι Άγγλοι;

Κατά παραγγελία των ΗΠΑ η σύλληψη του Ασάντζ

Ομολογουμένως, όταν πριν λίγες εβδομάδες γράφαμε από αυτές τις στήλες ότι το πόρισμα Μιούλερ θα καταργήσει και τις τελευταίες αναστολές που είχε ο Τραμπ για να εφαρμόσει την πολιτική του (διάβασε εδώ) δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι το πρώτο θύμα θα ήταν ο ιδρυτής των Wikileaks, ο αυστραλός Τζουλιάν Ασάντζ. Γιατί, πέραν των αστείων δικαιολογιών που επικαλέστηκε ο δεξιός ηγέτης Ισημερινού, Λένιν Μορένο, για την εκδίωξη του Ασάντζ από την πρεσβεία του Ισημερινού όπου είχε αναζητήσει άσυλο από το 2012 δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η σύλληψη του μεθοδεύτηκε και υλοποιήθηκε κατόπιν αμερικανικής απαίτησης.

Είναι αρκετά αποκαλυπτικά τα γεγονότα του τελευταίου χρόνου μέχρι την Πέμπτη 11 Απριλίου οπότε έληξε με τον χειρότερο τρόπο η περιπέτεια του Ασάντζ, που ξεκίνησε για να αποφύγει την έκδοση στη Σουηδία όπου αντιμετώπιζε κατηγορίες για βιασμό από μια Σουηδή η οποία τον κάλεσε να κοιμηθεί στο σπίτι της κατόπιν μιας δημόσιας ομιλίας του. Στις 6 Μαρτίου 2018 δικαστήριο της Βιρτζίνια κατηγορεί τους Τσέλσι Μάνινγκ (Μπράντλεϋ Μάνινγκ στο παρελθόν) και Τζουλιάν Ασάντζ  για συνομωσία με σκοπό να παραβιάσουν ένα διαβαθμισμένο σύστημα υψίστης ασφαλείας (Secret Internet Protocol Network ή SIPRNet) που χρησιμοποιούσε ο αμερικανικός στρατός για επικοινωνία. Στη δικογραφία (εδώ το πλήρες έγγραφο) αναφέρεται (παρ. 23) ότι η Μάνινγκ στις 2 Μαρτίου 2010 αντέγραψε ένα λειτουργικό σύστημα Linux σε CD που θα της επέτρεπε να εισέλθει σε αρχεία του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ που ήταν προσβάσιμα μόνο σε διαχειριστές. Λίγες μέρες αργότερα, στις 8 Μαρτίου 2010 (παρ. 24) η Μάνινγκ προμήθευσε τον Ασάντζ με μέρος του συνθηματικού που ήταν αποθηκευμένο σε υπολογιστές του υπουργείου Άμυνας συνδεδεμένους με το SIPRNet. Τέλος (παρ. 25) αναφέρεται ότι στις 10 Μαρτίου ο Ασάντζ ζήτησε περισσότερες πληροφορίες από τη Μάνινγκ σχετικά με το συνθηματικό, ενώ ο ίδιος δηλώνει ότι επιχείρησε να «σπάσει» το συνθηματικό, αλλά δεν είχε τύχη ως τότε…

Στη βάση του συγκεκριμένου κατηγορητηρίου η Μάνινγκ που εργαζόταν ως αναλύτρια θεμάτων ασφαλείας στον αμερικανικό στρατό είχε καταδικαστεί σε 35 χρόνια κάθειρξη, για να αποφυλακιστεί το 2017 με απόφαση του Μπαράκ Ομπάμα λίγο πριν εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο, έχοντας εκτίσει 7 χρόνια από την ποινή της.

Το συγκεκριμένο κατηγορητήριο ωστόσο, που οδήγησε εκ νέου την Μάνινγκ στη φυλακή, φέρνει τα πάνω – κάτω επειδή δεν αλλάζει απλώς τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, αποφεύγει να κατηγορήσει τον Ασάντζ και τη Μάνινγκ για δημοσιοποίηση απόρρητων πληροφοριών, όπως ακριβώς συνέβη, και τους κατηγορεί για κατασκοπεία, σαν να ήταν πράκτορες μιας οποιαδήποτε εχθρικής δύναμης ή άλλου κράτους που επιχειρούσαν να εισέλθουν στο πληροφοριακό σύστημα του αμερικανικού στρατού για να υπονομεύσουν την επιχειρησιακή του αποτελεσματικότητα. Καταφεύγουν σε αυτό το τρικ γιατί διαφορετικά θα έβρισκαν μπροστά τους την πρώτη τροποποίηση του αμερικανικού συντάγματος που θεμελιώνει το δικαίωμα στην πληροφόρηση, την ελευθερία του Τύπου, κ.α. Με αυτό τον τρόπο όμως ο Λευκός Οίκος και η αμερικανική δικαιοσύνη δεν βάλλουν απλώς και μόνο εναντίον της ελευθερίας του Τύπου. Κάνουν ορατό το ενδεχόμενο Μάνινγκ και Ασάντζ να καταδικαστούν με ασυνήθιστες βαριές ποινές καθώς με την κατηγορία της συνομωσίας τους αποδίδονται κίνητρα που ουδέποτε είχαν, ενώ η δικαιοσύνη είναι ελεύθερη να εξαντλήσει την αυστηρότητά της. Δεν είναι καθόλου τυχαία η ανακοίνωση που εξέδωσε η Διεθνής Αμνηστία, στην οποία αναφέρεται ρητά ο κίνδυνος βασανισμού και εκτέλεσης του Ασάντζ αν τυχόν και το δράμα φτάσει στα άκρα κι ακολουθήσει έκδοση στις ΗΠΑ.

Επί της ουσίας, το ζητούμενο εκ μέρους των ΗΠΑ είναι να τιμωρήσουν τον Ασάντζ για την ανυπολόγιστη ζημιά που τους προκάλεσε δίνοντας στη δημοσιότητα εκπληκτικό υλικό που αποκάλυπτε στυγνές δολοφονίες αμάχων στο Ιράκ από τον αμερικανικό στρατό.

Επίσης, ωμές παρεμβάσεις των αμερικανικών πρεσβειών ανά τον κόσμο στα πολιτικά πράγματα των χωρών που τους φιλοξενούν. Ο Ασάντζ τίναξε στον αέρα όποιες προσπάθειες έκαναν οι Αμερικάνοι με τους «ομοκρέβατους (embedded) δημοσιογράφους» για να μην επαναληφθούν οι αποκαλύψεις που συνόδευσαν την επέμβαση στο Βιετνάμ οδηγώντας στο αντιπολεμικό κίνημα εντός των ΗΠΑ, και να συγκαλύψουν τα εγκλήματα τους στη Μέση Ανατολή. (Εδώ παλιότερο άρθρο για τις αποκαλύψεις του Ασάντζ που αφορούσαν έλληνες πολιτικούς)

Ο Τραμπ έτσι συνεχίζει την επίθεση που ξεκίνησε στον Τύπο με τη νομιμοποίηση των «πλαστών ειδήσεων» ζητώντας την κεφαλή επί πινάκι του ιδρυτή των Wikileaks, που αποτελούν το σπουδαιότερο παράδειγμα ανεξάρτητης, ερευνητικής, συλλογικής και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας των τελευταίων ετών. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στην ελευθερία του Τύπου από μια πιθανή καταδίκη του Ασάντζ είχαν επισημανθεί στον Μπαράκ Ομπάμα, με βάση ρεπορτάζ των  New York Times, που λόγω του φόβου να πληγεί η παραδοσιακή κι η νέα δημοσιογραφία αποφάσισε να μην ασκηθούν κατηγορίες. «Κενό» που ήρθε να καλύψει ο Τραμπ συνεπικουρούμενος φυσικά από την πολυπληθή πτέρυγα των ιεράκων εντός του Δημοκρατικού Κόμματος, με πρώτη και καλύτερη τη Χίλαρι Κλίντον.

Αντί επιλόγου, έστω κι εκ των υστέρων, αξίζει να τονιστεί η ανάγκη εκσυγχρονισμού της έννοιας της δημοσιογραφίας και των πηγών. Η περίπτωση του Ασάντζ δείχνει ότι όσο οι ορισμοί παραμένουν στην εποχή του χαλκού και δεν θωρακίζεται νομικά ακόμη και το χάκινγκ όταν υπηρετεί τη δημοσιογραφία, τότε διευκολύνεται η εξουσία να ασκεί διώξεις σε όσους τολμούν να προβαίνουν σε έρευνα και αποκάλυψη, όπως ο Ασάντζ, που κατ’ επανάληψη είχε δηλώσει ότι το υλικό του είχε ελεγχθεί ξανά και ξανά για να μη θέσει σε κίνδυνο τη ζωή κανενός αμερικανού στρατιώτη. Άλλο όμως ήταν το πρόβλημα του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου όπως αποδείχθηκε…

Πηγή: Νέα Σελίδα



Σήμερα κρίνεται η τύχη του Τζουλιάν Ασάντζ

 

Οι εκλογές που διεξάγονται σήμερα στον Ισημερινό πρώτα και κύρια ενδιαφέρουν τους 15 εκ. κατοίκους της Λατινοαμερικανικής χώρας. Επιπλέον το αποτέλεσμα που θα βγάλουν σήμερα οι κάλπες θα έχει κάποια σημασία και για την τύχη της Αριστεράς στην υπο-ήπειρο, δεδομένου ότι, ανεξαρτήτως της ψήφου των Εκουαδορένιων, ένας φιλόδοξος στο άνοιγμά του κύκλος κλείνει οριστικά και αμετάκλητα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Από τη Βενεζουέλα και τον Ισημερινό μέχρι την Αργεντινή και τη Βραζιλία καμία από τις κυβερνήσεις της Αριστεράς ή τις κυβερνήσεις που συγκρούστηκαν με τις ΗΠΑ δεν άνοιξε το δρόμο σε διαδικασίες ρήξης και ανατροπής σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Ακόμη κι αυτές οι κυβερνήσεις που αναφέρονταν στο όνομα του σοσιαλισμού ποτέ δεν εμπιστεύθηκαν τον οργανωμένο λαό. Ουδέποτε επιχείρησαν το άλμα που έκανε ο Φιντέλ Κάστρο πριν μισό περίπου αιώνα.

Δεν είναι όμως μόνο οι κάτοικοι του Ισημερινού που θα ξενυχτήσουν για να μάθουν τα εκλογικά αποτελέσματα. Αν δηλαδή θα κερδίσει τις εκλογές ο Λένιν Μορένο που φέρεται να προηγείται με 4 μονάδες διαφορά και σύμφωνα με άλλους δημοσκόπους (αν έχουν κάποιο νόημα αυτές οι μετρήσεις σε μη αστικούς πληθυσμούς) στα όρια του στατιστικού λάθους ή αν ο επόμενος πρόεδρος θα είναι ο Γκιγιέρμο Λάσο, πρώην τραπεζίτης και επιχειρηματίας, που πρόσφατα είδαμε το όνομά του μαζί με πολλούς άλλους να βρίσκεται στα έγγραφα φοροδιαφυγής του Παναμά.

Το εκλογικό αποτέλεσμα του Ισημερινού θα αποβεί καθοριστικό και σε ένα άλλο μέτωπο, όπου οι αντιθέσεις είναι πολύ πιο καθαρές και οι συγκρούσεις σφοδρότατες: αυτό του ασύλου στον Τζουλιάν Ασάντζ. Τον ιδρυτή των Wikileaks που εδώ και πέντε χρόνια ζει στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο. Το άσυλο, μέσω κινηματογραφικών σκηνών, του παραχωρήθηκε με προεδρικό διάταγμα από τον τότε ηγέτη του Ισημερινού, Ραφαέλ Κορέα. Επομένως, ξέρουν όλοι, και περισσότερο οι διώκτες του, πως ακόμη κι αν το άσυλο το έχει παραχωρήσει το κράτος του Ισημερινού κι επομένως φέρει την υποχρέωση να τον προστατεύει, εύκολα με ένα προεδρικό διάταγμα και η πρεσβεία του Ισημερινού γίνεται αφιλόξενος τόπος για τον Αυστραλιανό ερευνητή κι έτσι ανοίγει ο δρόμος για να παραδοθεί στη Σουηδία, όπου βαρύνεται με την κατηγορία της απόπειρας βιασμού… Και κινδυνεύει να περάσει την υπόλοιπη ζωή του έγκλειστος, στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη να βρεθεί στο Γκουαντάναμο…

Άλλωστε ο δεξιός υποψήφιος Γκιγιέρμο Λάσο το είχε δηλώσει απερίφραστα: Σε περίπτωση εκλογής του θα δώσει 30 μέρες διορία στον Ασάντζ για να εγκαταλείψει την πρεσβεία επειδή, όπως δήλωσε, δεν είναι σωστό οι φορολογούμενοι του Ισημερινού να επιβαρύνονται με το κόστος συντήρησής του. Πρόκειται εμφανέστατα για πρόφαση. Ο Λάσο, τυπικό δείγμα αμερικανόδουλου δεξιού της Λατινικής Αμερικής, θα παραδώσει το κεφάλι του Ασάντζ στους διώκτες του, ξέροντας ότι έτσι θα απολαμβάνει της εύνοιάς τους για καιρό. Δεν είναι και λίγο…

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν, στις 2 Απριλίου 2017

Φάκελος Σνόουντεν, ο ψηφιακός Μεγάλος Αδελφός (Πριν, 26 Οκτωβρίου 2014)

 hardingΌπως εκμυστηρεύεται ο Σνόουντεν δεν θα ήθελε να ζει σε έναν κόσμο «όπου οτιδήποτε λέω, οτιδήποτε κάνω, με οποιονδήποτε μιλάω, κάθε εκδήλωση έρωτα ή φιλίας καταγράφεται». Στο βιβλίο Φάκελος Σνόουντεν του Λουκ Χάρντινγκ (εκδ. Καστανιώτη, 2014) (εδώ ένα μικρό απόσπασμα) περιγράφεται το δίκτυο συνεχούς παρακολούθησης που έχτισαν οι ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτέμβρη.

Όλα αποδείχθηκαν αληθινά! Σενάρια και προβλέψεις που διατυπώνονταν από την επόμενη κιόλας μέρα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και τα οποία αναφέρονταν στο καθεστώς ζόφου που υφαίνονταν σε όλο τον πλανήτη με πρωταγωνιστή τις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες και πρόφαση την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, μετά βεβαιότητας πλέον μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμη και άτολμα. Το πέπλο παρακολουθήσεων που έχουν δημιουργήσει οι αμερικάνικες αρχές είναι πολύ πιο γενικευμένο και εφιαλτικό, λόγω και της εξέλιξης της τεχνολογίας. Μάρτυρας όλων αυτών των διαπιστώσεων είναι τα όσα περιγράφονται στο βιβλίο του δημοσιογράφου της βρετανικής εφημερίδας Γκάρντιαν, Λουκ Χάρντινγκ, με τίτλο Φάκελος Σνόουντεν, η ιστορία το Νο 1 καταζητούμενου ανθρώπου στον κόσμο (εκδ. Καστανιώτη, 2014).

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το βιβλίο, περιγράφοντας με ακρίβεια όλα τα (δημοσιεύσιμα) δραματικά γεγονότα που οδήγησαν στις αποκαλύψεις του Σνόουντεν, μοιάζει με αστυνομική ιστορία. Ξεκινάει με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έστειλε ο ίδιος ο Σνόουντεν προσπαθώντας να βρει δημοσιογράφους και ακτιβιστές για να δημοσιοποιήσει το υλικό του και καταλήγει με λεπτομέρειες από την ζωή του στην Μόσχα, όπου ζει από τον Ιούνιο του 2013. Όλα τα ενδιάμεσα που εκτυλίσσονται μεταξύ Βαλτιμόρης, Γενεύης, Χαβάης, Χονγκ – Κονγκ και Μόσχας θα μπορούσαν να αποδοθούν με την βοήθεια μιας μακροσκελούς λίστας από αρκτικόλεξα: Είναι ένας καταιγισμός προγραμμάτων παρακολούθησης που υλοποιεί η αμερικάνικη κυβέρνηση, μέσω της μυστικής υπηρεσίας NSA (Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας), η οποία – σημείο των καιρών – είναι η υπηρεσία που προσλαμβάνει τους περισσότερους μαθηματικούς στις ΗΠΑ!  Πολύ συχνά μάλιστα επιτελεί το έργο της με την βοήθεια της αντίστοιχης βρετανικής υπηρεσίας GCHQ (Κρατική Υπηρεσία Επικοινωνιών) που λειτουργεί εξ ίσου απειλητικά για τις πολιτικές ελευθερίες. Μόνο λοιπόν για να πάρουμε μια μικρή γεύση του ψηφιακού Μεγάλου Αδελφού που μας παρακολουθεί νυχθημερόν έχοντας μετατρέψει το διαδίκτυο στο πιο παγιδευμένο και εν τέλει ακατάλληλο δίκτυο επικοινωνίας ξεχωρίζουμε τρία από αυτά τα προγράμματα: Sigint, πρόγραμμα συλλογής σημάτων μόνο για ξένους στόχους. Stellarwind, πρόγραμμα παράνομης παγίδευσης τηλεφώνων μετά την 11η Σεπτεμβρίου που αφορούσε την συλλογή περιεχομένου και μεταδεδομένων εκατομμυρίων Αμερικανών χωρίς εισαγγελικό ένταλμα. Και τέλος πρόγραμμα Prism, το «καλύτερο» όλων καθώς επιτρέπει στις υπηρεσίες να έχουν πρόσβαση σε μεγάλο όγκο ψηφιακών πληροφοριών, ηλεκτρονικών μηνυμάτων, αναρτήσεων στο Facebook. Για την υλοποίηση του συνεργάστηκε αδιαμαρτύρητα όλη η Κοιλάδα της Σιλικόνης που μετατράπηκε σε κυβερνο-χαφιέ του Μπους αρχικά και του Ομπάμα στη συνέχεια: Microsoft, Yahoo, Fb, Google, PalTalk, YouTube, AOL, Skype, κ.λπ. Ο ρόλος του πρόθυμου συνεργάτη των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, που μπορεί να συγκαλύφθηκε ελαφρώς από το αίτημά τους να απαιτηθεί με νόμο η πρόσβαση των υπηρεσιών στα δεδομένα ώστε να καλυφθούν οι εταιρείες απέναντι σε πιθανές προσφυγές των χρηστών, διέλυσε οριστικά και αμετάκλητα όποια στοιχεία αντι-κουλτούρας και χιπισμού διατηρούνταν ακόμη ζωντανά στην Κοιλάδα της Σιλικόνης, μακρινή ανάμνηση τις περισσότερες φορές των εφηβικών αναζητήσεων ιδρυτών αυτών των εταιρειών. Η αντίθεση εκφράζεται, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στην Apple, με τα τηλέφωνά της, τα i-phone να αποτελούν την πιο αποτελεσματική μηχανή παρακολούθησης (έφριξε ο Σνόουντεν όταν είδε τον βρετανό δημοσιογράφο στο πρώτο ραντεβού τους να μπαίνει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με το i-phone στο χέρι!) ενώ ο ιδρυτής της, Στιβ Τζομπσ, μέχρι και πριν πεθάνει ήθελε να είναι ο ορισμός της αντι-συμβατικής και εκτός πλαισίου σκέψης.

Αναφέρεται στο βιβλίο πως το διαδίκτυο, με βάση τα λόγια του Ασάντζ είναι «ο μεγαλύτερος μηχανισμό κατασκοπίας που υπήρξε ποτέ στον κόσμο»

Η περιπέτεια του Έντουαρντ Σνόουντεν, το τέλος της οποίας δεν έχει γραφτεί, όσο κι αν αποτελεί ακραία περίπτωση προσφέρεται για πλήθος συμπερασμάτων. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά την ασφυξία που νιώθει μια πολυπληθής κατηγορία νέων ανθρώπων λόγω του καθεστώτος επιτήρησης που έχει επιβληθεί στο διαδίκτυο. Πρόκειται για ανθρώπους υψηλής επαγγελματικής ειδίκευσης, ενίοτε συντηρητικών καταβολών (ο Σνόουντεν ήταν Ρεπουμπλικάνος και λάτρευε τα όπλα), σίγουρα φανατικών υπέρμαχων των ατομικών λύσεων χωρίς καθόλου εμπειρίες συλλογικής εργασίας ακόμη και με ανύπαρκτη κοινωνικότητα που πήραν ωστόσο πολύ στα σοβαρά τις υποσχέσεις για την απέραντη ελευθερία του κυβερνοχώρου. Η ιδεολογική ήττα, ιστορικών διαστάσεων, που βιώνει αυτή η γενιά επιβάλλει να δοθεί νέο περιεχόμενο στην έννοια της ελευθερίας. Μακριά προφανώς από την ατομικότητα, πολύ πιο κοντά όμως στις δυνατότητες που παρέχουν οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες και την τάση τους να καταργούν στεγανά και απαγορευμένες ζώνες. Την δική του σημασία έχει επίσης ο άθλος του Σνόουντεν, που οδήγησε τον τομέα της ψηφιακής κατασκοπίας να μιλάει για προ-Σνόουντεν και μετά-Σνόουντεν εποχή, καθώς δείχνει τις τεράστιες δυνατότητες των σύγχρονων εργαζομένων, προφανώς σε συνάρτηση με τις ποικίλες και ασύλληπτες δυνατότητες που εμπεριέχουν οι νέες τεχνολογίες: από την συγκέντρωση, επεξεργασία και την μεταφορά δεδομένων, την διασκέδαση και την ανθρώπινη επικοινωνία, μέχρι τον συνδυασμό και την αξιολόγηση διαφορετικών πληροφοριών. Κι αν τα προηγούμενα δημιουργούν ελπίδες και δείχνουν τις νέες δυνατότητες, η συνέχεια που υπήρχε από τον Μπους στον Ομπάμα είναι απογοητευτική υποδηλώνοντας ταυτόχρονα πως το κράτος έκτακτης ανάγκης δεν …αγγίζεται. Πρόεδροι και πλειοψηφίες πάνε κι έρχονται οι παραβιάσεις ωστόσο θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων συνιστούν το τρομοκρατικό «υπερσύνταγμα» των ΗΠΑ και όλου του υπόλοιπου κόσμου, καθώς όλες οι υπηρεσίες βοηθούν την NSA ή εφαρμόζουν στο εσωτερικό τους ανάλογα μέτρα συνεχούς παρακολούθησης ή αποθήκευσης έτσι ώστε την κρίσιμη στιγμή να μπορούν αυτές οι πληροφορίες να ανασυρθούν και να είναι αξιοποιήσιμες.

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί καθώς είναι γραμμένο ζωντανά και διαθέτει καταιγιστικό ρυθμό θυμίζοντας πολλές φορές ρεπορτάζ. Στα αρνητικά του συγκαταλέγεται η βαθιά αποστροφή που εκφράζει ο συγγραφέας, Λουκ Χάρντινγκ, για την Ρωσία και τις αριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, όπως και για τον ιδρυτή των Wikileaks, Τζουλιάν Ασάντζ, ο οποίος συνεχίζει να ζει παγιδευμένος στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο. Είναι ο άνθρωπος αυτός που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο πρωτοπόρος που άνοιξε τον δρόμο στην Τσέλσι Μάνινγκ και τον Έντουαρντ Σνόουντεν για να γίνουμε μάρτυρες στην μεγαλύτερη διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών ποτέ στον κόσμο.