ΜΕΡΑ25: Διεκδικώντας μια γωνίτσα στο νέο πολιτικό σκηνικό

Η έκπληξη των ευρωεκλογών ήταν το ποσοστό του ΜΕΡΑ 25 (Μετώπου Ευρωπαϊκής Ρεαλιστικής Ανυπακοής), που αν κι έφτασε σχεδόν το 3% δεν κατάφερε να εκλέξει ευρωβουλευτή μόλις για 400 ψήφους. Αυτή η επίδοσή του ωστόσο το καθιστά πλέον υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας την υποχώρηση της Αριστεράς σε όλες τις εκδοχές της: από τη συστημική νεοφιλελεύθερη Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι την εξωκοινοβουλευτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε ο ιδρυτής του κόμματος Γιάνης Βαρουφάκης την Τετάρτη 29 Μαΐου αντανακλούσε αν όχι τη νέα πραγματικότητα, τουλάχιστον τις φιλοδοξίες του νεοπαγούς κόμματος. Ήταν ταυτόχρονα ασυνήθιστα αποκαλυπτική για το πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος που ίδρυσε ο πρώτος υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Τσίπρα. Σε αδρές γραμμές, επιδίωξή του είναι να ενταχθεί στο πολιτικό mainstream, αποτελώντας μία σταθερά του νέου, πολύ πιο δεξιού, πολιτικού σκηνικού που διαμορφώνεται με την εκλογική συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ και την άνοδο της ΝΔ.

Με βάση τα ρεπορτάζ του Τύπου, συνάγεται ότι ο ιδρυτής του ΜΕΡΑ 25 ακόμη και σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την ήττα της περιβόητης διαπραγμάτευσης, δεν έχει καταλάβει γιατί ηττήθηκε. Ερωτηθείς αν το κάλεσμα συνεργασίας που διατύπωσε απευθύνεται και στη Λαϊκή Ενότητα ξεκαθάρισε ότι «Δεν είμαι υπέρ του Grexit ούτε υπέρ του Brexit. Εμείς είμαστε ευρωπαίοι διεθνιστές. Θα έπρεπε να μην έχουμε μπει στο ευρώ αλλά η έξοδος έχει μεγάλο κόστος. Είμαστε στο ευρώ, θέλουμε να μείνουμε στο ευρώ υπό τους όρους που θέτουμε».

Αυτή η απάντηση, ομολογώ, ότι με γύρισε πίσω οκτώ χρόνια όταν στην Πλατεία Συντάγματος και σε άλλες δημόσιες εκδηλώσεις άκουγα ακριβώς το ίδιο επιχείρημα από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο κι άλλους μετέπειτα υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ που επέμεναν ότι το πρόγραμμά τους μπορεί να εφαρμοστεί εντός του ευρώ και της ΕΕ. Οι πιο τολμηροί μάλιστα, όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, που ως υπουργός Οικονομικών υπέγραψε περισσότερους αντιλαϊκούς νόμους απ’ όλους τους προκατόχους του μαζί,  κατηγορούσε τη ριζοσπαστική Αριστερά και προοδευτικές δυνάμεις του πατριωτικού χώρου που έθεταν το θέμα της εξόδου ότι «νομισματοποιούμε» το σοσιαλισμό και αφυδατώνουμε την πολιτική πάλη, υποβαθμίζουμε τις ταξικές συγκρούσεις που έρχονται με την εμμονή στο θέμα του νομίσματος, που κατ’ αυτούς τότε ήταν ένα τεχνικό και μόνο θέμα. Οφείλουμε ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι την ίδια περίοδο ο Αλέξης Τσίπρας δήλωνε «καμιά θυσία για το ευρώ», αφήνοντας ανοιχτό το θέμα της εξόδου από το ευρώ, αν πρέπει να στηριχθεί το εργατικό και λαϊκό εισόδημα. Ο Γιάνης Βαρουφάκης δεν κάνει ούτε αυτό. Η θέση του απέναντι στο ευρώ είναι πιο συντηρητική, λιγότερο ρηξικέλευθη από τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ στο απόγειο του ριζοσπαστισμού του.

Συμπεράσματα που δεν …βγήκαν

Η θέση του ΜΕΡΑ25, για «παραμονή στο ευρώ υπό τους όρους που θέτουμε» στερείται ρεαλισμού, είναι προϊόν βουλησιαρχίας και ευσεβής πόθος, που προετοιμάζει μια νέα ανώμαλη προσγείωση! Αν κάτι έδειξε η διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015 είναι πώς το ευρώ δεν επιδέχεται μεταρρύθμισης. Κι όταν αναφερόμαστε στο ευρώ, προφανώς δεν εννοούμε τη συναλλαγματική του ισοτιμία ή το επιτόκιό του. Αναφερόμαστε στο ευρώ ως σχέση πρωτίστως πολιτική που έχει αλυσοδέσει τους λαούς της ευρωζώνης σε ένα πλαίσιο αιώνιας λιτότητας και συνταγματικής απαγόρευσης κάθε μέτρου αναδιανομής μέσω, ενδεικτικά, της συνταγματικής απαγόρευσης των ελλειμματικών προϋπολογισμών, του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, κοκ. Εξ ίσου ανεπίστρεπτα το «κοινό νόμισμα» έχει παγιοποιήσει την ηγεμονία της Γερμανίας και τον υποβιβασμό τυπικά ανεξάρτητων κρατών σε κράτη δεύτερης κατηγορίας και μειωμένης κυριαρχίας. Σε αυτό το περιβάλλον οι όρκοι πίστης στον ευρωπαϊσμό αν δεν ισοδυναμούν με δήλωση υποταγής του ηττημένου στο νικητή, ηχούν παράδοξοι, αν όχι αστείοι. Ας φανταστούμε ένα Νιγηριανό να δίνει όρκους πίστης στον αφρικανισμό, ένα Ουρουγουανό το δικό του όρκο πίστης στον αμερικανισμό κι έναν Μπαγκλαντεσιανό ένα δικό του όρκο πίστης στο ασιατισμό…

Ας επιστρέψουμε όμως στα δικά μας… Οι αυταπάτες μιας «καλής και τίμιας διαπραγμάτευσης», που παραγνωρίζει τις σχέσεις ισχύος  και συναρτά το αποτέλεσμά τους από την ευφυΐα του διαπραγματευτή, το ξεδίπλωμα εναλλακτικών σχεδίων (από ευρωομόλογα, μέχρι τα «αιώνια ομόλογα») τελείωσαν οριστικά τον Αύγουστο του 2015, αν όχι τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου. Συγκεκριμένα, στις 20 Φεβρουαρίου όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης υπόγραψε την απόφαση του Γιούρογκρουπ βάσει του οποίοι «οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την κατηγορηματική τους δέσμευση να τηρήσουν τις οικονομικές ρους υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές πλήρως και εγκαίρως». Εν ολίγοις, παραιτούμενη από σχέδια τόσο μερικής διαγραφής όσο και χρονικής μετάθεσης των αποπληρωμών. Η ίδια απόφαση επίσης προέβλεπε ότι «οι ελληνικές αρχές έχουν δεσμευτεί να διασφαλίσουν τα κατάλληλα δημοσιονομικά πρωτογενή πλεονάσματα… να απέχουν από οποιαδήποτε κατάργηση μέτρων και μονομερείς αλλαγές», κοκ.

Εκείνη η υπογραφή του Γιάνη Βαρουφάκη έκανε την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ακολούθησε με την μετατροπή του «Όχι» που ψήφισε το 61% του ελληνικού λαού σε «Ναι», θέμα χρόνου. Καμία αυτοκριτική ωστόσο δεν έχουμε ακούσει για εκείνη την υπογραφή…

Φυγή από την Αριστερά

Τούτων δοθέντων, τα συμπεράσματα που συνήγαγε το ΜΕΡΑ25 από την πικρή εμπειρία του 2015 δεν καταλήγουν στην ακύρωση των όρων της ήττας, σε μια επανεκκίνηση ώστε να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη κι οι ίδιες πλάνες, αλλά στην προσαρμογή στα νέα δεδομένα που δημιούργησε η ήττα. Προσαρμογή στα νέα δεδομένα, όπως ορίζονται από τη δεξιά μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού που ξεκίνησε με την εκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ, είναι η φυγή του ΜΕΡΑ25 από τον πολιτικό χώρο της Αριστεράς. Καθόλου τυχαία την ίδια διαδρομή ακολούθησε και η Πλεύση Ελευθερίας, με εκλογική επιτυχία μάλιστα καθώς στο κάλεσμά της ανταποκρίθηκε ένα ευρύτερο ακροατήριο, που δεν προέρχεται όμως από την Αριστερά. Καθόλου τυχαίο δεν είναι επίσης ότι οι αναφορές στην Αριστερά ήταν ο μεγάλος απών των δημοτικών εκλογών, με κορυφαίο και εξόχως αντιφατικό παράδειγμα τα προσκλητήρια του ΣΥΡΙΖΑ για «ανένδοτους» κατά της Δεξιάς πίσω από υποψηφίους που στα προγράμματά τους δεν είχαν ούτε μία, μα ούτε μία αναφορά στην Αριστερά. Ακόμη όμως κι η κομμουνιστική Αριστερά όφειλε να τα ψηφίσει, ειδάλλως θα έφερε ακέραια την ευθύνη για την εκλογή των δεξιών υποψηφίων. Περιττό να ειπωθεί ότι η επιστροφή σε πολιτικές οριοθετήσεις αρχαιότερες ακόμη κι αυτών που έθεσε η Γαλλική Επανάσταση, όσο κι αν εξηγούνται από την ιστορική ήττα της Αριστεράς σε όλες της τις εκδοχές και τις συνεχείς δεξιές μεταλλάξεις, αποτελούν πολιτική οπισθοδρόμηση και θρίαμβο των πιο βάρβαρων δυνάμεων του κεφαλαίου.

Η προσπάθεια του ΜΕΡΑ25 να αποτελέσει πλευρά του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος φάνηκε και στο θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η θέση του κόμματος, ανεπιφύλακτη αποδοχή της συμφωνίας, προκάλεσε κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του και αποχωρήσεις στελεχών που με αυτό τον τρόπο αντέδρασαν στην απροθυμία του ιδρυτή του ακόμη και να συζητηθεί το ζήτημα δημοκρατικά και συντεταγμένα, με τρόπο ώστε να ακουστεί η γνώμη όλων των μελών και στελεχών. Πρόκειται για θέμα που δεν είναι δευτερεύων, δεν αφορά μια ήσσονος σημασίας λεπτομέρεια ή μορφή, που ηγεμονεύεται από το περιεχόμενο, όπως συχνά λεγόταν στο παρελθόν. Το ζήτημα της δημοκρατίας στο εσωτερικό των κομμάτων, αντίθετα, διαχωρίζει την αστική – δεξιά πολιτική, από την εργατική – αριστερή με την μεν πρώτη να στηρίζεται στον ηγέτη χαρισματικό παντογνώστη και τους μηχανισμούς που αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα του και τη δεύτερη να στηρίζεται στις συλλογικές, δημοκρατικές, δημόσιες διαδικασίες. Με βάση αυτό το κριτήριο το παράδειγμα του ΜΕΡΑ25 δεν ξεχωρίζει σε τίποτε από το παράδειγμα της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ και τόσων άλλων προσωποπαγών κομμάτων που καλούν το …πόπολο να ακολουθήσει πειθήνια και καρτερικά το νέο …Μεσσία.

Δεν ηττήθηκε η Αριστερά!

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για τον ΣΥΡΙΖΑ που στόχευε σε μια μικρή διαφορά με τη ΝΔ της τάξης των 3 ποσοστιαίων μονάδων ώστε να διεκδικήσει την πρωτιά στις εθνικές εκλογές.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο, που έφτασε τα όρια της συντριβής, δεν ισοδυναμούσε με ήττα της Αριστεράς! Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στις επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 μέχρι φέτος για να διαπιστώσουμε ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, σε ποσοστό και ψήφους, συμπίπτει με την αριστερή του στροφή και την μετατροπή του σε φωνή του κινήματος κατά των Μνημονίων. Ο ΣΥΡΙΖΑ από το 17% του Μαΐου του 2012, φτάνει στο 27% του Ιουνίου του 2012 και του Μαΐου του 2014 και το 36% του Ιανουαρίου του 2015 όταν προβάλει το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ» και διαγραφή μέρους έστω του δημοσίου χρέους, με τη δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου.  Το υψηλότερο ποσοστό του ταυτίζεται με την αριστερή του στροφή. Έκτοτε, η εκλογική του συρρίκνωση είναι αποτέλεσμα της δεξιάς του στροφής, που ξεκινάει τον Φεβρουάριο του 2012 όταν υπογράφει δια χειρός Γ. Βαρουφάκη στο Γιούρογκρουπ την αναγνώριση του χρέους και τη αποπληρωμή του «πλήρως και εγκαίρως» και κορυφώνεται με προδοσία του «Όχι» και την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2015. Η δυσανάλογα μικρή, σε σχέση με την έκταση της μετάλλαξης, πτώση του τον Οκτώβρη του 2015 στο 35% ήταν αποτέλεσμα του μουδιάσματος των αριστερών ψηφοφόρων που εκείνο το καλοκαίρι υπέμεναν το ένα σοκ μετά το άλλο.

Ας αναλογιστούμε έκτοτε τι ακολούθησε:

Η ανακεφαλαιοποίηση με λεφτά του ελληνικού λαού των τραπεζών, που αντί να κρατικοποιηθούν όπως υποσχόταν προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ, επιστράφηκαν στους ιδιώτες. 

Ένα μπαράζ ιδιωτικοποιήσεων δημόσιας περιουσίας που ξεκίνησε από τους σιδηροδρόμους και τα λιμάνια κι έφτασε στα αεροδρόμια και την έκταση του πρώην Ελληνικού.

Η εν κρυπτώ τροποποίηση της τρίτης δανειακής σύμβασης το 2018 ώστε να συμπεριληφθεί στα συμβαλλόμενα μέρη το υπερταμείο των ιδιωτικοποιήσεων που προικίστηκε εν τω μεταξύ, με τη βοήθεια πρόθυμων δημάρχων, με τεράστια ακίνητη περιουσία.

Το θάψιμο του πορίσματος της Επιτροπής Αλήθειας του δημόσιου χρέους που συστάθηκε στην ελληνική βουλή το 2015 κι έδινε τη δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης και διαγραφής μέρους του χρέους.

Η υπογραφή αλλεπάλληλων νέων αντιλαϊκών μέτρων με πιο χαρακτηριστικό και απεχθές την υποχρέωση εμφάνισης πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2060.

Τουλάχιστον 11 περικοπές συντάξεων, με χαρακτηριστικότερη όλων τη σφαγή των επικουρικών μέχρι και 50% το καλοκαίρι του 2016.

Η άλωση των εργασιακών σχέσεων με τις προσλήψεις μερικώς απασχολουμένων και εποχιακών να υπερτερούν έναντι των προσλήψεων αορίστου χρόνου.

Η κοροϊδία των υπερπλεονασμάτων από την υπερφορολόγηση των πολιτών με βάση τα οποία εξασφαλίζονται οι πόροι για μια κοινωνική πολιτική αναδιανομής ψιχίων.

Η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, που μπορεί να λύνει επιτέλους το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας, αποτελεί ωστόσο παραγγελία των ΗΠΑ και πλήγμα στη Ρωσία. Βλάπτει επομένως την ειρήνη.

Η σύσφιξη των σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραήλ και η ταυτόχρονη απομάκρυνση από μια πολιτική ισορροπιών στη Μέση Ανατολή που ακολουθούσε ανέκαθεν η ελληνική διπλωματία.

Η δημιουργία του κολαστηρίου της Μόριας, για χιλιάδες μετανάστες που διαβιούν πολύ χειρότερα σε σχέση ακόμη και με την Αμυγδαλέζα, μόνο και μόνο για να αποτρέπουν τους συμπατριώτες τους.

Κι όλα αυτά δικαιολογούνταν μέχρι πριν δύο εβδομάδες από την τηλεόραση και το βήμα της Βουλής εκ μέρους των κυβερνητικών στελεχών με το επιχείρημα ότι ο λαός ενέκρινε αυτή την πολιτική με την ψήφο του τον Οκτώβριο του 2015…

Πηγή: Kontranews

Υγ. Ευχαριστίες στον Μάνο Σ. που με ένα μήνυμά του έδωσε σχήμα και μορφή σε σκέψεις ωρών…

Στάθης Κουβελάκης: Ρήξη με την ΕΕ

«Η πλειοψηφία της Αριστεράς στην Ευρώπη, ακόμη και οι πιο ριζοσπαστικές της τάσεις, έχουν παραδοθεί στα ιδεολογήματα του ευρωπαϊσμού».

Το ιδιαίτερο ρόλο της Ελλάδας στην εξέλιξη της οικονομικής κρίσης και την επίθεση του κεφαλαίου διεθνώς, όπως και την ανάγκη ρήξης με το πλαίσιο της ΕΕ τονίζει ο Στάθης Κουβελάκης, καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Λονδίνο, στη συνέντευξη που μας παραχώρησε.

–         Αν και το Μνημόνιο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών λιτότητας που εφαρμόζονται σε πολλές ακόμη χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, Αγγλία, Ισπανία, Πορτογαλία), φαίνεται πως η Ελλάδα είναι ένα δοκιμαστικό πεδίο των πιο επιθετικών πολιτικών αντιμέτωπισης της καπιταλιστικής κρίσης, τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη. Κι εδώ προκύπτει ένα ερώτημα: γιατί η Ελλάδα; Γιατί δηλαδή επιλέχθηκε η Ελλάδα για να εφαρμοστούν στην πιο ακραία τους εκδοχή όλα αυτά τα μέτρα;

–         Το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμο και από μεθοδολογική και από πολιτική άποψη. Η κατανόηση των ειδικών όψεων της ελληνικής περίπτωσης, στο γενικότερο βέβαια πλαίσιο του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος στο οποίο εντάσσεται, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια αριστερή παρέμβαση που δεν αρκείται σε έναν καταγγελτικό ή απλά διεκδικητικό λόγο. Πριν προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτησή σου θα ήθελα να επισημάνω ότι μια τέτοια προσέγγιση παραμένει σήμερα ένα αιτούμενο. Η συζήτηση γύρω από την κρίση, ακόμη και στην Αριστερά, έχει σε μεγάλο βαθμό παγιδευτεί ανάμεσα σε όσους αρνούνται κάθε ιδιαιτερότητα στον ελληνικό καπιταλισμό, και μας λένε περίπου ότι η κρίση είναι μίγμα ιδεολογικής φενάκης και πολιτικού σχεδιασμού των κυριάρχων κύκλων, και σε όσους την ανάγουν στην εντελώς ιδιαίτερη, υποτίθεται, ελληνική κακοδαιμονία του «πελατειακού κράτους» και της «γενικής ανοργανωσιάς». Οι πρώτοι αρνούνται την πραγματικότητα της κρίσης ενώ οι άλλοι αδυνατούν να κατανοήσουν τη φύση της, το γεγονός δηλαδή ότι ακόμη και οι ιδιαιτερότητές της αποτελούν ειδικές εκφράσεις των γενικότερων τάσεων του συστήματος.

Αυτό που κατ’αρχήν διαπιστώνουμε είναι ότι η τάση μετατροπής της σημερινής κρίσης, που ξεκίνησε από τον χρηματοπιστωτικό και επεκτάθηκε στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας, σε δημοσιονομική κρίση είναι ένα γενικότερο φαινόμενο. Σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη έχουμε αισθητή επιβάρυνση των δημόσιων ελλειμάτων και του χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού. Αυτό απορρέει από το κόστος της διάσωσης των τραπεζών, που χρηματοδοτήθηκαν πλουσιοπάροχα από τις κυβερνήσεις, και από τη καθίζηση των δημόσιων εσόδων που προκάλεσε η φορολογική αντεπανάσταση του νεοφιλευθερισμού και εντείνειται από την ίδια την ύφεση. Στην Ελλάδα συνέβησαν όλα αυτά, αλλά σε μια παροξυστική μορφή καθότι η χώρα χτυπάει ρεκόρ τόσο στα ελλείματα όσο και στο δημόσιο χρέος, ενώ στις άλλες πιο εκτεθειμένες χώρες (Βέλγιο, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ουγγαρία) ο ένας από τους δύο δείκτες κινείται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. 

Συνεχίζοντας, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί συμβαίνει αυτό; Πολύ συνοπτικά επειδή στην Ελλάδα ούτε το κεφάλαιο (μεγάλο και μικρό) πληρώνει φόρους, ούτε όμως και το μεγαλύτερο μέρος της ονομαζόμενης «μεσαίας τάξης», των επαγγελματιών, των οικογενειακών επιχειρήσεων και γενικότερα των μη-μισθωτών, που αντιπροσωπεύουν γύρω στο ένα τρίτο του ενεργού πλυθησμού, ποσοστό μοναδικό για τα δεδομένα ανεπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας. Αυτά τα χαρακτηριστικά παραπέμπουν στους ταξικούς συσχετισμούς που παγιώθηκαν μετά τον εμφύλιο και που απέβησαν συντριπτικοί για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Χρειάστηκε να περιμένουμε τη δεκαετία του 1980 και τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ για να δημιουργηθεί ένα λειψό έστω κοινωνικό κράτος, αλλά και αυτό ακόμη έγινε χωρίς να θιγεί η θέση του κεφαλαίου, η σχέση του με το κράτος και η συμμαχία με τα μεσαία στρώματα. Γι’ αυτό και τα ελλείματα ανεβαίνουν κατακόρυφα στη δεκαετία του 1980, με τις δημόσιες δαπάνες να αυξάνουν αλλά όχι τα έσοδα.

Επιπλέον ο δυναμισμός του ελληνικού καπιταλισμού, που είναι αναμφισβήτητος, συγκεντρώνεται σε ένα περιορισμένο αριθμό κλάδων (κυρίως ναυτιλία, τουρισμός, κατασκευές) και στις τράπεζες. Η παραγωγική του βάση είναι περιορισμένη, η εξαγωγική του θέση ισχνή και τα ελλείματα του ισοζύγιου πληρωμών χρόνια. Η υψηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου ανάπτυξη που γνώρισε η χώρα την τελευταία δεκαετία στηρίχθηκε κύρια στην κατανάλωση, που αντιπροσωπεύει 70% του ΑΕΠ, όταν στην Γερμανία, την Ιταλία η την Ισπανία το ποσοστό αυτό κυμαίνεται μεταξύ 55 και 60%.

Ολα αυτά φυσικά παραπέμπουν στο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού, που έχει σε καθοριστικό βαθμό οξυνθεί από τον τρόπο λειτουργίας της ευρωζώνης, όπως έχουν δείξει οι έρευνες του Κώστα Λαπαβίτσα και των συνεργατών του. Το ευρώ είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του εξαγωγικού μοντέλου που ακολουθεί το γερμανικό κεφάλαιο. Λειτουργεί ως ένας σιδερένιος μηχανισμός συμπίεσης των μισθών  και των δημόσιων δαπανών (κατ’αρχήν στη Γερμανία) και υποβάθμισης της θέσης των χωρών της περιφέρειας, δηλαδή του ευρωπαϊκού νότου και της ανατολικής Ευρώπης, προς όφελος των χωρών του κέντρου. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι στην Ελλάδα έχει αποτύχει συνολικά το ακολουθούμενο επί δεκαετίες μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης, τόσο στις ενδογενείς του παράμετρους, όσο και στον τρόπο ένταξής του στο διεθνές σύστημα. Αυτό είναι πλέον ευρύτατα αντιληπτό στην κοινωνία, εξ’ου και το έντονο αίσθημα ότι οι ελληνικές ελίτ χρεωκόπησαν. Ομως οι ελίτ, η άρχουσα τάξη δηλαδή, δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια, αντιδρούν σε αγαστή (αλλά και άνιση) συνεργασία με τα διεθνή κέντρα, με την εκπόνηση βίαιων εκκαθαριστικών πολιτικών.

–         Το πρόβλημα είναι επομένως κυρίως οικονομικό;

–         Είναι οικονομικό και πολιτικό. Η δημοσιονομική πλευρά της κρίσης, όπου συγκεντρώνονται σ’αυτή τη φάση οι αντιθέσεις, σχετίζεται άμεσα με πολιτικές παράμετρους, δηλαδή με τη λειτουργία του κράτους και με τον τρόπο που συμπυκνώνει τους ταξικούς συσχετισμούς. Υπάρχει όμως και μια επιπλέον παράμετρος: το λαϊκό κίνημα. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ένας ευάλωτος καπιταλισμός ή ένα αναξιόπιστο αστικό κράτος, είναι και η χώρα των κοινωνικών εκρήξεων και των εξεγέρσεων. Ο Δεκέμβρης του 2008 το υπενθύμισε σε όσους το είχαν ξεχάσει. Και δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στον κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων, που παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον και ελπίδα όσα γίνονται στην Ελλάδα. Και οι κυβερνήσεις, τα διεθνή ΜΜΕ, οι κυρίαρχοι κύκλοι το έχουν συνειδητοποιήσει. Το Δεκέμβρη του 2008 π.χ. ο Σαρκοζύ, όπως ανέφεραν τα καθεστωτικά ΜΜΕ, απέσυρε το νομοσχέδιο μεταρρύθμισης του Λύκειου που είχε καταθέσει φοβούμενος την εξάπλωση του «ελληνικού σύνδρομου» στους γάλλους μαθητές. Αλλά και φέτος, μετά τη 5η του Μάη, έπεσε παγωμάρα στα διεθνή ΜΜΕ. Το βράδυ της επόμενης μέρας, που συνέπεσε με τις αγγλικές εκλογές, οι ιστοσελίδες των βρεταννικών εφημερίδων ασχολούνταν με την ελληνική κρίση και δευτερευόντως με τα αποτελέσματα. Να γιατί η Ελλάδα είναι ο όντως ο αδύναμος κρίκος του διεθνούς συστήματος: είτε, με την εφαρμογή νεοφιλελεύθερης θεραπείας-σοκ, ως εργαστήρι της «λατινοαμερικανοποίησης» της Ευρώπης, είτε ως χώρας όπου αυτές οι πολιτικές θα ανατραπούν από το λαϊκό κίνημα. Το στοίχημα, και για τις δυό πλευρές, είναι πραγματικά τεράστιο.

–         Δραματικές αποδεικνύονται κι οι αλλαγές που προωθούνται στον χαρακτήρα της ΕΕ, ώστε να υλοποιηθεί αυτή η πολιτική. Θεωρείς αυτές τις αλλαγές αντιστρέψιμες;

–         Δεν θα έλεγα ότι ο χαρακτήρας της ΕΕ αλλάζει δραματικά, τουλάχιστον αν λάβουμε υπ’ όψη την πορεία της ονομαζόμενης «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» μετά το 1986, με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, και τις κατοπινές συνθήκες του Μάαστριχτ (1992), που έθεσε τα θεμέλια της ΟΝΕ, και της Λισαβώνας. Από τότε μπορούμε να πούμε ότι η ΕΟΚ/ΕΕ οικοδομείται ως ένας μηχανισμός «κλειδώματος» του νεοφιλελευθερισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο και προληπτικής καταστολής κάθε ενδεχόμενης παρέκκλισης από τέτοιες επιλογές. Αυτό σημαίνει δυό πράγματα: πρώτον ότι καμμία, δεν λέω καν αντικαπιταλιστική, απλά αντινεοφιλελεύθερη πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς ρήξη με αυτό το πλαίσιο. Δεύτερον, είναι εντελώς αδόκιμο να μιλάμε για «δημοκρατικό έλλειμα» στην ΕΕ, που θα μπορούσε να καλυφθεί με κάποιες κατάλληλες μεταρρυθμίσεις. Τα κέντρα των αποφάσεων είναι μακρυά από κάθε λαϊκό έλεγχο, ακόμη και αυτόν που επιτρέπει ο κλασσικός αστικός κοινοβουλευτισμός, γιατί είναι εξ’αρχής στραμμένα ενάντια σε οποιαδήποτε έννοια λαϊκής κυριαρχίας και λαϊκού συμφέροντος. Αποτελεί π. χ. σκάνδαλο ότι ονομάζεται «κοινοβούλιο» ένας θεσμός όπως η Ευρωβουλή που δεν διαθέτει την δυνατότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας που αποτελεί την πεμπτουσία οποιουδήποτε εθνικού κοινοβουλίου και που χρησιμεύει ως όργανο συμβολικής επικύρωσης των αποφάσεων μιας ουσιαστικά ανεξέλεγκτης γραφειοκρατίας. Αυτό βέβαια το έχουν αντιληφθεί οι πολίτες των χωρών της ΕΕ, που απέχουν όλο και πιο μαζικά από τις εκλογές για αυτό το κατ’ όνομα μόνο ευρω-«κοινοβούλιο».

Είναι πλέον σαφές ότι η «υπαρκτή ΕΕ» είναι ένα αντιδημοκρατικό τερατούργημα, που καταστρέφει την ίδια την έννοια της πολιτικής, όπως έχει τονίσει στις παρεμβάσεις του ο Κώστας Δουζίνας, και την υποκαθιστά με έναν «αυτόματο πιλότο» τεχνοκρατικής διαχείρισης του νεοφιλελεύθερου δόγματος. Το καθεστώς «επιτήρησης»  της χώρας μας, με τις τακτικές επισκέψεις των υπαλλήλων της «τρόϊκας» που ελέγχουν την εφαρμογή του Μνημονίου, αποτελεί εύγλωτη απεικόνιση αυτού του κατήφορου. Και εδώ αυτό που επισημαίνεις στην ερώτησή σου έχει βάση: σε συνθήκες κρίσης εκδηλώνεται όλο το δυναμικό αυταρχικής εκτροπής που εμπεριέχουν αυτοί οι θεσμοί. Δεν πρόκειται για κάποια αριστερίστικη κριτική αλλά για διαπίστωση που κάνει μεγάλο κομμάτι του νομικού κόσμου και στην οποία βασίζονται οι προσφυγές κατά του Μνημονίου που έχουν καταθέσει στο Συμβούλιο της Επικρατείας διάφοροι Δικηγορικοί Σύλλογοι. Υπάρχει θέμα κατάλυσης του Συντάγματος και εγκαθίδρυσης «καθεστώτος εξαίρεσης», ειδικά στον τρόπο με το οποίο καταργείται όλο το πλαίσιο συλλογικής διαπραγμάτευσης των εργασιακών σχέσεων, παρακάμπτεται το κοινοβούλιο από τη διαδικασία υιοθέτησης νέων μέτρων ή που μεθοδεύεται η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του ελληνικού δημοσίου.

Ήρθε η ώρα η Αριστερά να κοιτάξει κατάματα την πραγματικότητα, ειδικότερα το κομμάτι εκείνο που πίστευε, καλώς ή κακώς, στη δυνατότητα αλλαγής εκ των έσω της ΕΕ, και από το οποίο προέρχομαι και εγώ. Γι αυτό πιστεύω πως οι διαφοροποιήσεις μέσα στον Συνασπισμό, με πρωτεύοντα τον ρόλο του Παναγιώτη Λαφαζάνη και του Αριστερού Ρεύματος, έχουν μεγάλη σημασία γιατί εκφράζουν την μεταστροφή που συντελέστηκε στη στάση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων απέναντι στην ΕΕ.

–         Πως ερμηνεύεις και αξιολογείς το ενδιαφέρον που υπάρχει στο εξωτερικό και ιδίως από την Αριστερά για τις εξελίξεις στην Ελλάδα;

–         Όπως είπα και προηγουμένως, το ενδιαφέρον «από τα κάτω» είναι εντυπωσιακό. Η Ελλάδα είναι μια αναφορά και μια ελπίδα για τα κινήματα και την προοδευτική κοινή γνώμη διεθνώς. Αυτό είναι κάτι που το είχαμε ήδη διαπιστώσει, σαν Ελληνες της διασποράς, το Δεκέμβρη του 2008, με τις δεκάδες εκδηλώσεις αλληλεγγύης ανά τον κόσμο και τη δίψα για ενημέρωση και συζήτηση για τα γεγονότα.

Η εικόνα είναι δυστυχώς λιγότερο ενθαρρυντική όταν στρέφουμε το βλέμμα στα κόμματα και τις οργανώσεις της Αριστεράς. Θα δώσω δύο μόνο παραδείγματα, από την πρόσφατη προσωπική μου εμπειρία σε δύο ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γαλλία, το ΚΚ μάζευε την άνοιξη υπογραφές για ένα κείμενο συμπαράστασης στον ελληνικό λαό με το εξής αίτημα: τη μείωση του επιτοκίου του δανείου που προβλέπει ο ονομαζόμενος «μηχανισμός στήριξης» και την ευθυγράμμισή του με το επιτόκιο με το οποίο δανειοδοτούνται οι ιδιωτικές τράπεζες. Δηλαδή με χαμηλότερο επιτόκιο, και ίσως το «κούρεμα» ενός μέρους του, η αφαίμαξη του ελληνικού λαού προς χάρην της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, δηλαδή των γαλλογερμανικών τραπεζών που είναι οι κύριοι κάτοχοι των τίτλων αυτού του χρέους, μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές με τη σύμφωνη γνώμη του ΚΚ Γαλλίας! 

Στην Πορτογαλία τώρα, οι βουλευτές του Μπλόκου της Αριστεράς, που θυμίζω ότι δημιουργήθηκε από τη σύγκλιση δύο βασικών συνιστωσών της άκρας αριστεράς (τροτσκιστές και, κυρίως, μαοϊκοί) και εκπροσωπεί πάνω από 10% του εκλογικού σώματος, ψήφισαν στο κοινοβούλιο υπέρ του Μνημονίου. Είχα πάει τον Μάιο στη Λισαβώνα και μίλησα με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του κόμματος, που είναι από τη μαοϊκή συνιστώσα, και με τον υποψήφιό στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, Φρανσίσκο Λούσα, που είναι μέλος της 4ης Διεθνούς. Οταν τους είπα ότι σε διάφορους χώρους της Αριστεράς στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου τμήματος του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, συζητούνται προτάσεις του τύπου στάση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ, πραγματικά σοκαρίστηκαν. «Αυτά είναι καθαρή τρέλλα» μου είπαν επί λέξει.

Το περίεργο εδώ είναι ότι αυτά που φαίνονται «καθαρή τρέλλα» σε έναν πορτογάλο μαοϊκό και έναν τροτσκιστή αποτελούν πολύ σοβαρές προτάσεις για μετριοπαθείς κεϋνσιανούς άλλων χωρών, ιδιαίτερα στον αγγλόφωνο κόσμο. Θα αναφέρω εδώ τα ονόματα των Στίγκλιτς και Κρούγκμαν. Όχι πως συμφωνούν αλλά ξέρουν ότι κάτι αντίστοιχο μπορεί να εξαναγκασθούν να κάνουν ακόμη και αστικές κυβερνήσεις, όπως αυτή του Κίρχνερ στην Αργεντινή, όταν είναι αντιμέτωπες με την πραγματικότητα μιας διαλυμένης οικονομίας και την εξέγερση μιας κοινωνίας σε απόγνωση. Πως εξηγείται αυτό; Πολύ απλά από το γεγονός ότι αυτοί οι κεϋνσιανοί δεν είναι τυφλωμένοι από τα ιδεολογήματα του ευρωπαϊσμού στα οποία φοβάμαι ότι έχει παραδοθεί η πλειοψηφία της Αριστεράς στην Ευρώπη, ακόμη και οι πιο ριζοσπαστικές της τάσεις.

«Προέχει ο αγώνας σε εθνικό επίπεδο»

–         Αυτά που λες είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Θεωρείς ότι υπάρχει κίνδυνος απομόνωσης του αγώνα του ελληνικού λαού ενάντια στο Μνημόνιο;

–         Όπως είπα και προηγουμένως υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στον διεθνή απήχηση του λαϊκών αντιστάσεων όπως εκδηλώνονται στην Ελλάδα και στην τοποθέτηση των κομμάτων, και κυρίως των ηγεσιών τους. Πρέπει να στηριχθούμε στο πρώτο για να αλλάξουμε το δεύτερο. Για να το πω διαφορετικά, πιστεύω πως ο αντίκτυπος μελλοντικής κοινωνικής αναταραχής στην Ελλάδα μπορεί να ταρακουνήσει την προοδευτική κοινή γνώμη διεθνώς και να βγάλει κόμματα και οργανώσεις από το σημερινό τους λήθαργο. Χρειάζεται βέβαια και να σπρώξουν κάπως τα πολιτικά υποκείμενα, οι συνιστώσες της ελληνικής Αριστεράς και τα συνδικάτα. Η αναθέρμανση κοινωνικών αγώνων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ενάντια σε παρόμοιες πολιτικές, έστω και σε λιγότερο επιθετική εκδοχή, μπορεί επίσης να συμβάλλει σημαντικά.

Υπάρχει εδώ ένα πρόβλημα καθοριστικής σημασίας, και πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ένα βασικό σημείο: ο αγώνας δίνεται πρώτα στο εθνικό πλαίσιο, γιατί εκεί είναι που θα κριθεί η ικανότητα του κινήματος να ανατρέψει τις επιλογές της κυβέρνησης με τις πλάτες του ΔΝΤ και της ΕΕ. Δίνεται όμως και στο διεθνές πεδίο, της ΕΕ και ευρύτερα. Οι συμμαχίες με τα κινήματα, τις αριστερές κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών είναι πρωτίστης σημασίας για την έκβαση αυτής της μάχης, σε όλες τις φάσεις της διαμόρφωσης του συσχετισμού δύναμης. Αποτελεί συστατικό στοιχείο του της πάλης για την ανατροπή του Μνημονίου στην Ελλάδα, η κατανόηση της φύσης του από την κοινή γνώμη των χωρών της ΕΕ.

Ο ρόλος των συμμαχιών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο γίνεται βέβαια απόλυτα καθοριστικός στην προοπτική ανόδου στην εξουσία ενός διαφορετικού πολιτικού και κοινωνικού μπλοκ, μιας λαϊκής κυβέρνησης που θα υλοποιήσει τις προτάσεις που αναφέραμε: στάση πληρωμών, έξοδος από το ευρώ, εθνικοποίηση των τραπεζών κλπ. Εδώ χρειάζονται ευθύς εξ’αρχής διεθνή στηρίγματα. Ας κοιτάξουμε την πρόσφατη σχετική εμπειρία: ο Τσάβες, ο Μοράλες, ο Κορέα στο Εκουαδόρ, ακόμη και ο Κίρχνερ όταν έκαναν μερική στάση πληρωμών, ήξεραν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν στο εσωτερικό τους μέτωπο χωρίς στηρίγματα πρώτα απ’ όλα στο φυσικό τους χώρο, τη Λατινική Αμερική, και κατόπιν στον υπόλοιπο κόσμο. Γι αυτό και αναπτύσσουν αυτή την πολυσχιδή εξωτερική πολιτική που καλύπτει όλα τα πεδία, από τα Κοινωνικά Φόρουμ, τις σχέσεις μεταξύ κομμάτων, π.χ. η πρόταση του Τσάβες για νέα Διεθνή, την οικονομία και τον πολιτισμό (με τη δημιουργία κοινής τράπεζας και τηλεόρασης σε πέντε χώρες της Λατινικής Αμερικής), έως τις διακρατικές συμφωνίες και ενώσεις.

Κάτι αντίστοιχο χρειάζεται και για τη Γηραιά Ηπειρό μας: τα βασικά προβλήματα είναι κοινά, το σύστημα εκμετάλλευσης και καταπίεσης το ίδιο. Σε αντίθεση με μας όμως οι αντίπαλοί μας είναι γερά συντονισμένοι μεταξύ και ξέρουν να παραμερίζουν τις διαφορές τους όταν αισθάνονται να απειλούνται. Αυτή είναι η αντικειμενική βάση ενός νέου διεθνισμού, που δεν έχει βέβαια καμμιά σχέση με την αποδοχή του πλαισίωου της ΕΕ. Είναι ακριβώς το αντίθετο μάλιστα: σε αντίθεση με τα ατέλειωτα ευχολόγια και την πολιτική ανημπόρια του «αριστερού ευρωπαϊσμού», ο νέος διεθνισμός θα διαμορφωθεί μέσα στους αγώνες για την αποσύνδεση απ’ αυτό το πλαίσιο, με στόχο τη διάλυσή του. Αυτός είναι και ο όρος για τη δημιουργία μιας πραγματικά διαφορετικής Ευρώπης.

Είναι άμεση ανάγκη όσες δυνάμεις στρατεύονται σε μια τέτοια προοπτική να αναλάβουν σχετικές πρωτοβουλίες. Πιστεύω πως το συνέδριο που θα οργανώσει τον Οκτώβρη στην Αθήνα το Βήμα Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς μαζί με την Πρωτοβουλία Καλλιτεχνών και Διανοουμένων ενάντια στο ΔΝΤ, με πλούσιες διεθνείς συμμετοχές, θα είναι ένα πρώτο βήμα σ’αυτήν την κατεύθυνση. Θα αναφέρω επίσης την ιστοσελίδα που φτιάξαμε, μια μικρή ομάδα πανεπιστημιακών και φοιτητών με έδρα το Λονδίνο, το Greek Left Review, που προβάλλει υλικό σε αγγλική γλώσσα για την Ελλάδα γραμμένο από αριστερή σκοπιά. Φανταστείτε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε αν είχαμε τις πλάτες ενός οργανωμένου φορέα!

Σε σταυροδρόμι η Αριστερά στη Γερμανία (Επίκαιρα, 4/2-10/2/2010)

Ενώπιον κρίσιμων επιλογών βρίσκεται το Αριστερό Κόμμα στη Γερμανία που με την ορμητική είσοδό του στην πολιτική ζωή της χώρας την τελευταία τριετία επανακαθόρισε τους όρους της αντιπαράθεσης. Αιτία είναι η δήλωση του 66χρονου Όσκαρ Λαφοντέν ότι αποχωρεί από την ηγεσία του κόμματος. Η πρόσφατη ανακοίνωσή του αναμενόταν από τις 18 Νοέμβρη του 2009, όταν έκανε για πρώτη φορά γνωστό ότι πάσχει από καρκίνο του προστάτη. Ο ίδιος ο Λαφοντέν από τότε είχε προαναγγείλει πως θα ανακοινώσει στις αρχές του νέου έτους αν θα συνεχίσει να ηγείται του Αριστερού Κόμματος, σε συνάρτηση φυσικά με την πορεία της υγείας του…

Η αποχώρησή του ωστόσο αναμένεται να έχει καταλυτικές συνέπειες. Όπως άλλωστε είχε μέχρι τώρα κι η προσωπική του συμμετοχή στις εξελίξεις στην γερμανική σοσιαλδημοκρατία. Ο Όσκαρ Λαφοντέν κέρδισε την αναγνώριση και το σεβασμό της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, τουλάχιστον των πιο αριστερών της εκδοχών, το 1999, όταν στο απόγειο της πολιτικής του καριέρας, ως πρόεδρος του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και υπουργός Οικονομίας της νεοσύστατης κυβέρνησης του Γκέρχαρντ Σρέντερ, παραιτείται κι από τα δύο κορυφαία αξιώματα διαφωνώντας από τα αριστερά με την πολιτική του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου. Να θυμίσουμε πως ήταν η εποχή που η απομάκρυνση του χριστιανοδημοκράτη Χέλμουτ Κολ από την κυβέρνηση (όπως είχε συμβεί άλλωστε και στην Αγγλία με την άνοδο του Τόνι Μπλερ) ενθάρρυνε τις πιο υψιπετείς φιλοδοξίες για μια αριστερή στροφή και επαναφορά των εργατικών κατακτήσεων και των κοινωνικών παροχών στα αξιοζήλευτα επίπεδα της δεκαετίας του ’70. Φιλοδοξίες που γρήγορα αποδείχθηκαν μάταιες. Ο Λαφοντέν αντιλαμβανόμενος έγκαιρα την αμετάκλητη δεξιά στροφή της σοσιαλδημοκρατίας αποχώρησε από το κόμμα που τον ανέδειξε. Η επιλογή του δικαιώθηκε πολύ γρήγορα όταν η δυσφορία των γερμανών εργαζομένων έφθασε στο αποκορύφωμά της με την περίφημη «Ατζέντα 2010», ένα πρόγραμμα αντεργατικών μεταρρυθμίσεων του Σρέντερ, με το οποίο κατεδαφίστηκαν παροχές που συνιστούσαν ακρογωνιαίους λίθους του γερμανικού κράτους πρόνοιας και δεν είχε τολμήσει να θίξει ούτε ο Κολ.

Ο Λαφοντέν, «κόκκινος Όσκαρ» εν τω μεταξύ ή «ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στην Ευρώπη» κατά τον βρετανικό Economist, επανέρχεται στην πολιτική με την ίδρυση της Αριστεράς. Η σοβαρή εκλογική άνοδος της Αριστεράς (από 8,7% το 2005 στο 11,9% το 2009) εξελίσσεται ταυτόχρονα, σαν διελκυστίνδα, με την παρακμή και την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας όπως εκφράζεται με την εκλογική της καταβαράθρωση (από 34,2% το 2005 στο 23% το 2009) και τις συνεχείς αλλαγές στην ηγεσία της, ως αποτέλεσμα πραξικοπημάτων της πιο δεξιάς της πτέρυγας με στόχο την αποτροπή μιας αριστερής στροφής. Η Αριστερά ωστόσο πέτυχε χάρη στο αριστερό της πρόγραμμα. Μόλις τον Μάιο του 2009 ο Όσκαρ Λαφοντέν δεν δίστασε να δηλώσει στο δημοσιογράφο του Der Spiegel ότι «θέλουμε να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό». Ταυτόχρονα κατέθεσε πέντε αιτήματα που αποτελούσαν προμετωπίδα του κόμματός του, τα οποία θεωρούσε κι αδιαπραγμάτευτο όρο για την συμμετοχή του σε οποιαδήποτε κυβέρνηση: Επαναφορά των 65 ετών ως ανώτατο ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης (από τα 67 που το ανέβασε ο Σρέντερ), αποχώρηση του γερμανικού στρατού από το Αφγανιστάν, καθορισμός κατώτατου ωρομισθίου στο ύψος των 10 ευρώ, γενναίο πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων ύψους 100 δισ. ευρώ ετησίως και άνοδος του φορολογικού συντελεστή για τους πλουσίους στο 80%! Το πρόγραμμα αυτό επιδοκιμάστηκε στη Γερμανία κι η Αριστερά βγήκε τέταρτο κόμμα προσπερνώντας τους Πράσινους και συγκεντρώνοντας τους μισούς ψήφους από τους σοσιαλδημοκράτες (SPD).

Αυτή η δυναμική ωστόσο τίθεται υπό αίρεση με την αποχώρηση του Λαφοντέν, που μεταξύ πολλών άλλων αποκαλούσε τον Μπους δημόσια, τρομοκράτη. Το Αριστερό Κόμμα από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε με την συγχώνευση του Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού από την ανατολική Γερμανία (μετεξέλιξη του κυβερνώντος μέχρι το 1989 Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας) και του WASG από τη δυτική, ποτέ στην πραγματικότητα δεν έγινε ένα κόμμα. Ποτέ δεν επήλθε πλήρη και ουσιαστική ενοποίηση ανάμεσα στις δύο πτέρυγες που το συγκρότησαν. Ο καταμερισμός μεταξύ των δυτικών και ανατολικών είναι άνισος μεν, σαφής δε. Οι ανατολικοί βάζουν τις ψήφους κι οι δυτικοί βάζουν την αριστερή γραμμή!

«Το Αριστερό Κόμμα είναι δύο – ή καλύτερα δυόμισι – κόμματα. Υπάρχει το πραγματιστικό, κυρίαρχο κόμμα που είναι στην εξουσία στην ανατολή. Αυτό είναι το κόμμα νούμερο ένα. Έπειτα υπάρχει το κόμμα νούμερο δύο, που αποσχίστηκε και βρίθει διαφωνούντων από άλλα κόμματα, που συναντιέται περισσότερο στη Δύση. Κι έπειτα υπάρχει το κόμμα του Λαφοντέν, στο κρατίδιο του Σάαρλαντ», έγραφε το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 25 Σεπτέμβρη 2009. Και συνέχιζε περιγράφοντας τις αντιθέσεις εντός της Αριστεράς: «Τα κόμματα ένα και δύο καυγαδίζουν για το ποιο απ’ αυτά είναι στην πραγματικότητα το Αριστερό Κόμμα. Οι δυτικοί αριστεροί πιστεύουν ότι οι ανατολικοί είναι πολύ προσεχτικοί, φοβισμένοι και κακομαθημένοι από την συμμετοχή τους στις κυβερνήσεις των ανατολικών κρατιδίων ή από την επιθυμία τους για συμμετοχή. Οι ανατολικοί αριστεροί, από την άλλη πλευρά, πιστεύουν ότι οι δυτικοί έχουν εμμονή με την ιδεολογία κι ακόμη ότι είναι εχθροί του συντάγματος σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις». Στην ανατολική Γερμανία ωστόσο βρισκόταν η μεγαλύτερη δεξαμενή ψήφων της Αριστεράς, όπως φάνηκε κι από ορισμένα περυσινά αποτελέσματα: 20% στη Σαξονία, 30% στη Θουριγγία, κ.λπ. όταν στη δυτικογερμανική Χέσση η Αριστερά κέρδισε την ίδια περίοδο 5,4%.

Στο εξής με την απουσία του Όσκαρ Λαφοντέν που αποδεδειγμένα διέθετε το πολιτικό εκτόπισμα και την εκλογική επιρροή, όπως φάνηκε από το 21% που κέρδισε η Αριστερά στο κρατίδιο του, τη Σάαρλαντ, για να επιβάλλει την πιο αριστερή γραμμή, θα τεθεί υπό αίρεση αυτό το πετυχημένο, προωθητικό μίγμα. Ήδη στο SPD ανοίγουν σαμπάνιες. Με το βλέμμα στις γενικές εκλογές του 2013 ευελπιστούν ότι το κενό που αφήνει η απομάκρυνση του Λαφοντέν από την ηγεσία της Αριστεράς θα καλυφθεί από περισσότερο μετριοπαθή στελέχη της, που μπροστά στο δέλεαρ της εξουσίας δεν θα διστάσουν να βάλουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ακόμη και τις πιο αδιαπραγμάτευτες αρχές τους, όπως έκαναν κι οι Πράσινοι, πριν μια δεκαετία, ανοίγοντας οι ίδιοι το δρόμο για την εκλογική τους ήττα και τον πολιτικό τους παροπλισμό. Οι εξελίξεις στο ίδιο το κόμμα, που το 2010 θα αποφάσιζε το πρόγραμμά του, και οι εκλογές στα κρατίδια το επόμενο διάστημα θα δείξουν την πορεία που θα ακολουθήσει η γερμανική Αριστερά…

Ευρωεκλογές δεξιάς κυριαρχίας και κρίσης (Μετροπόλιταν, 14/6/2009)

Σταθεροποίηση των δεξιών κυβερνήσεων, ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς και ήττα των σοσιαλιστικών κομμάτων και της κεντροαριστεράς σε ένα περιβάλλον αδιαφορίας των ευρωπαίων πολιτών για τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν το μήνυμα των ευρωεκλογών της προηγούμενης Κυριακής.

Ιδανικότερες συνθήκες για τα σοσιαλιστικά κόμματα και την πάσης φύσης Αριστερά στην Ευρώπη δεν μπορούσαν να υπάρχουν για τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών: παταγώδης και ομολογημένη αποτυχία των νεοφιλελεύθερων δοξασιών και αναγνώριση της σημασίας που έχει το κράτος και ο δημόσιος τομέας στην ανεμπόδιστη λειτουργία της οικονομίας συνθέτουν ένα πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων που εκθέτουν στη δημόσια χλεύη όσους επικαλούνται το αόρατο χέρι των αγορών, νομιμοποιούν την κριτική από τα αριστερά και δίνουν το απαραίτητο επίχρισμα ρεαλισμού στα αιτήματα για κοινωνική προστασία, άνοδο των λαϊκών εισοδημάτων και μείωση των ταξικών αντιθέσεων. Σ’ αυτό ακριβώς όμως το περιβάλλον, όπως θεμελιωδώς διαμορφώθηκε από την βαθύτερη κρίση που έχει γνωρίσει η παγκόσμια οικονομία από τη δεκαετία του ’30, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών σήμανε μια βαθιά στροφή του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά. Επίσης, την απονομιμοποίηση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως αποτέλεσμα του νέου ρεκόρ αποχής.

Ας δούμε όμως πως διαμορφώθηκαν τα αποτελέσματα. Την πρώτη εντύπωση δημιουργεί αναμφισβήτητα η ήττα που κατέγραψαν τα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα στις χώρες που βρίσκονται στην κυβέρνηση. Πρώτ’ απ’ όλα στην Αγγλία όπου το Εργατικό Κόμμα εκλέχτηκε στην τρίτη θέση, παίρνοντας 16% που είναι το χαμηλότερο ποσοστό στην μεταπολεμική ιστορία του. Οι κάλπες άνοιξαν στην Αγγλία με τον πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν, που συμπλήρωσε δύο χρόνια στη Ντάουνιγκ Στριτ, να έχει μόλις ολοκληρώσει έναν μίνι ανασχηματισμό μετά την αποχώρηση 6 υπουργών του που επέλεξαν την παραίτησή ως μέσο πίεσης για να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί. Έκλεισαν δε με ένα αποτέλεσμα που φέρνει πιο κοντά τις πρόωρες βουλευτικές κάλπες. Εξ’ ίσου αρνητικό ήταν το αποτέλεσμα και για το κυβερνών ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα που βρέθηκε στη δεύτερη θέση κερδίζοντας το 39% των ψήφων έναντι 42% που κέρδισε το δεξιό Λαϊκό Κόμμα του οποίου ηγείται ο Μαριάνο Ραχόι. Ήττα και μάλιστα ταπεινωτική κατέγραψαν οι κάλπες για τους σοσιαλδημοκράτες και στην Πορτογαλία όπου το κόμμα του πρωθυπουργού Ζοζέ Σόκρατες έχασε 18% της δύναμης του κερδίζοντας το 27% των ψήφων. Το δεξιό – παρά την ονομασία του – Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κέρδισε το 32% των ψήφων εξασφαλίζοντας έτσι περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει την εκλογική μάχη του Σεπτεμβρίου.

Παρά ωστόσο την ήττα των κεντροαριστερών κυβερνήσεων στην Αγγλία, τη Γαλλία, και την Πορτογαλία το μήνυμα των εκλογών της 7ης Ιουνίου δεν ήταν «μαύρισμα» των κυβερνητικών κομμάτων. Σαφής απάντηση δηλαδή στο ερώτημα αν οι εκλογείς αποδοκίμασαν τα κυβερνητικά κόμματα ψηφίζοντας μαζικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν υπάρχει. Αυτό φαίνεται στις χώρες εκείνες που βρίσκεται στην κυβέρνηση η Δεξιά, όπου ναι μεν μειώθηκαν τα ποσοστά τους όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να περάσουν στη δεύτερη θέση. Στη Γαλλία για παράδειγμα το κεντροδεξιό κόμμα του προέδρου Νικολά Σαρκοζύ, UMP, κέρδισε το 28% των ψήφων, ένα ποσοστό χαμηλότερο από το 31% που είχε πάρει στον πρώτο γύρο των προεδρικών του 2007, σχεδόν διπλάσιο όμως από το 16% που είχε κερδίσει στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Ο Νικολά Σαρκοζύ επομένως, που είχε δώσει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην μάχη των ευρωεκλογών και γίνεται ο πρώτος πρόεδρος το κόμμα του οποίου κερδίζει ευρωεκλογές από το 1979, βγαίνει ενισχυμένος από την δοκιμασία της προηγούμενης Κυριακής. Πολύ περισσότερο αν δούμε την ήττα του κεντροδεξιού αντιπάλου του, Φρανσουά Μπαϊρού, που κέρδισε 8,5% των ψήφων, και πολύ περισσότερο την συντριβή των σοσιαλιστών που κέρδισαν 16% (από 29% που είχαν πάρει στις προηγούμενες ευρωεκλογές) καταφέρνοντας μόλις και μετά βία να παραμείνουν στη δεύτερη θέση, η οποία διεκδικήθηκε και χάθηκε για κάποια εκατοστά της μονάδας από το νέο κόμμα Ευρώπη – Οικολογία που συγκρότησε ο απόμαχος του Μάη του ’68 Ντανιέλ Κον Μπετίτ με τον πολέμιο της παγκοσμιοποίησης, Ζοζέ Μποβέ.

Εξ ίσου δραματικές ήταν και οι επιδόσεις των γερμανών σοσιαλδημοκρατών οι οποίοι κερδίζοντας το 21% πήραν το χαμηλότερο ποσοστό τους σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Τα δύο κόμματα της γερμανικής Δεξιάς (CSU – CSU) είδαν τον ποσοστό τους να μειώνεται από 44% που είχαν πάρει στις εκλογές του 2004 σε 38%. Ωστόσο οι προοπτικές τους για τον Σεπτέμβρη οπότε θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές διαγράφονται ελπιδοφόρες επειδή το νεοφιλελεύθερο κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών, που συχνά χαρακτηρίζεται κι ως φιλο-επιχειρηματικό λόμπι, κατάφερε να διπλασιάσει τις δυνάμεις του, φθάνοντας στο 12%. Είναι πολύ πιθανό επομένως η γερμανική Δεξιά να πετάξει στο περιθώριο τους σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους συγκυβερνά την τελευταία πενταετία και να σχηματίσει μια «καθαρόαιμη» δεξιά κυβέρνηση με το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών.

Ανάλογη τάση εδραίωσης παρατηρήθηκε και στην Ιταλία, όπου το κόμμα του μεγιστάνα πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι (παρότι ο ίδιος κολυμπάει στα κάθε είδους σκάνδαλα – ερωτικά, οικονομικά) αναδείχθηκε πρώτο κερδίζοντας το 35% των ψήφων. Η δε κεντροαριστερή αντιπολίτευση του Δημοκρατικού Κόμματος κέρδισε το 28% και μια νέα αφορμή εσωτερικών αντιπαραθέσεων. Πιο ισχυρή από την μάχη των ευρωεκλογών βγήκε κι η δεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ ο οποίος κερδίζοντας το 45% των ψήφων το χαρακτήρισε ως νέα ψήφο εμπιστοσύνης.

Το περίγραμμα του νέου πολιτικού χάρτη του Ευρωκοινοβουλίου συμπληρώνεται από την άνοδο των ακροδεξιών, αντιμεταναστευτικών και ξενοφοβικών κομμάτων. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται: Η ιταλική Λίγκα του Βορρά που συμμετέχει στην κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι κι είδε το ποσοστό της να αυξάνει στο 11% από 8,3% που είχε στις περυσινές βουλευτικές εκλογές. Το ακροδεξιό Βρετανικό Εθνικό Κόμμα που για πρώτη φορά κέρδισε στις Βρυξέλλες δύο έδρες και μαζί με το Κόμμα Ανεξαρτησίας (UKIP) το οποίο ήρθε δεύτερο κερδίζοντας το 17% των ψήφων συγκροτούν μια ισχυρή ομάδα πίεσης ενάντια στην ΕΕ. Σε ένα ακροδεξιό κι ένα «ευρωσκεπτικιστικό» κόμμα πήγαν 5 επίσης από τις 17 έδρες της Αυστρίας. Στη Ρουμανία ποσοστό 9% κέρδισε το υπερεθνικιστικό Κόμμα Μεγαλύτερης Ρουμανίας που επιτίθεται συνεχώς στην ουγγρική μειονότητα της Τρανσιλβανίας. Στη γειτονική Ουγγαρία το ακροδεξιό κόμμα Jobbik («Για μια καλύτερη Ουγγαρία») που κατηγορεί συνεχώς τους Ρόμα κέρδισε το 15% των ψήφων περνώντας στη δεύτερη θέση! Στη δεύτερη θέση βρέθηκε και το ολλανδικό ακροδεξιό Κόμμα για τις Ελευθερίες συγκεντρώνοντας το 17% των ψήφων. Στη Δανία το Δανικό Λαϊκό Κόμμα κέρδισε το 15% και στην Φινλανδία το κόμμα «Γνήσιοι Φιλανδοί» το 10%. 

Η μουντή εικόνα ολοκληρώνεται από την μεγάλη αποχή, καθώς τον «κόπο» να πάει μέχρι τις κάλπες έκανε μόνο το 43% των ψηφοφόρων, παρά την εκτεταμένη διαφημιστική εκστρατεία. Το γεγονός μάλιστα ότι από το 1979, οπότε ξεκίνησαν οι ευρωβουλευτές να εκλέγονται απ’ ευθείας, η συμμετοχή μειώνεται σταθερά βεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ή συγκυριακό γεγονός. Οι αιτίες του μειωμένου ενδιαφέροντος των ευρωπαίων ψηφοφόρων δεν μπορούν να αναζητούνται στο διηνεκές στην ελλιπή πληροφόρηση ή την άγνοια του γεγονότος ότι 3 στις 4 νόμους του εθνικού κοινοβουλίου αποτελούν ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο αποφάσεων της ΕΕ – επιχείρημα που κατά κόρον ακούστηκε αυτές τις μέρες. Η βαθύτερη αιτία – κατά τη γνώμη μας – πρέπει να αναζητηθεί στο δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ, το οποίο πρόσφατα είχε επισημάνει κι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κ. Παπούλιας. Η αιτία επομένως έγκειται στο ότι οι ευρωπαίοι πολίτες ξέρουν ότι δεν μπορούν να παρέμβουν σε εκείνα τα κέντρα αποφάσεων όπου πράγματι κρίνονται οι τύχες όλων μας. Η ταύτιση άλλωστε των Βρυξελλών με ότι πιο κακόφημο κυκλοφορεί στο χώρο της πολιτικής – φορομπηχτικά μέτρα, περιορισμός ασφαλιστικών δικαιωμάτων, οδηγία Μπολκεστάιν, παραχώρηση στο Ισραήλ ειδικής σχέσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενάντια μάλιστα στην απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου – δεν μπορεί να μην έχει κι ένα αντίτιμο. Το ίδιο ισχύει και για την σοσιαλδημοκρατία που καλείται να καταβάλλει το κόστος των συντηρητικών πολιτικών επιλογών της, όπως φάνηκαν περίτρανα από την πρόταση για υπερψήφιση του Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Επιτροπής. Όταν Μπράουν, Θαπατέρο και Σόκρατες στηρίζουν τον δηλωμένο φιλοαμερικανό και υπέρμαχο της λιτότητας Μπαρόζο, όταν στις χώρες τους η ανεργία φθάνει το 18% και τα πολιτικά – οικονομικά σκάνδαλα μονοπωλούν το ενδιαφέρον δικαιούνται να παραπονούνται ότι δεν καταλαβαίνει ο κόσμος τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς;

Συμμετοχή στις ευρωεκλογές: 1979:   62%, 1984 : 59%, 1989 : 58%, 1994:   57%, 1999:   50%, 2004:  45%, 2009:  43%

Αρέσει σε %d bloggers: