Σε διπλωματική απομόνωση το Ισραήλ (Επίκαιρα, 4-10/3/2010)

Την αυξανόμενη ανάγκη αναθέρμανσης των διπλωματικών σχέσεων της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο και αποστασιοποίησης της ελληνικής διπλωματίας από το Ισραήλ επιβεβαιώνει το φιάσκο που υπέστη το εβραϊκό κράτος με αφορμή την δολοφονία του Μαχμούντ αλ Μαμπχούχ στο Ντουμπάι. Γιατί, η εκτέλεση του στελέχους της Χαμάς στις 19 Ιανουαρίου από 26 πράκτορες της Μοσάντ με τη μέθοδο των ηλεκτροσόκ και του πνιγμού μπορεί επιχειρησιακά να ολοκληρώθηκε με αψεγάδιαστο τρόπο, στην πράξη όμως εξέθεσε ανεπανόρθωτα το Ισραήλ (όπως ακριβώς συνέβη και με την επιχείρηση εναντίον της Γάζας πέρυσι τον Δεκέμβριο) που από φίλους και εχθρούς όλο και συχνότερα πλέον αποκαλείται «κράτος – παρίας», που συνιστά κίνδυνο για την σταθερότητα στην περιοχή.

Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν περίμενε ότι το Ντουμπάι θα έσπαγε τον κανόνα της σιωπής (που τόσο πολύ συνηθίζεται σε ανάλογες περιπτώσεις) και θα έδινε στη δημοσιότητα στιγμιότυπα από τις κάμερες ασφαλείας με τα πρόσωπα των δραστών. Κατά πολλούς η στάση του Ντουμπάι αποτέλεσε την εκδίκησή του για τη χρεοκοπία στην οποία το οδήγησαν πέρυσι το Νοέμβριο τα δυτικά κερδοσκοπικά κεφάλαια, που κατά μία ερμηνεία ήταν το τίμημα που πλήρωσε για τις στενές σχέσεις του με το Ιράν και την προθυμία με την οποία συνεργαζόταν οικονομικά με το Ιράν αρνούμενο να εφαρμόσει το εμπάργκο των Δυτικών. Έτσι, οι αρχές ασφαλείας του Ιράν αποδείχθηκαν καταπέλτης. Καθώς όχι μόνο έδωσαν στη δημοσιότητα τα βίντεο και τα πλαστογραφημένα διαβατήρια των εκτελεστών, δηλώνοντας πως κατά 99% πρόκειται για πράκτορες της Μοσάντ, αλλά επίσης ζήτησαν από την Ίντερπολ να εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης για τον Μέιρ Ντεγκάν, επικεφαλής της ισραηλινής μυστικής υπηρεσίας, Μοσάντ, για την οποία το τελευταίο τεύχος του βρετανικού περιοδικού Economist αναρωτιέται στον τίτλο του, κατά πόσο πράγματι κάνει το Ισραήλ ασφαλέστερο…

Η οργή εναντίον του Ισραήλ όμως αυτή τη φορά ξεπέρασε τα όρια του αραβικού κόσμου. Η έντονη και χωρίς προηγούμενο καταδίκη από τους υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ της κλοπής και παραποίησης διαβατηρίων ευρωπαίων πολιτών και οι σκληρές αποδοκιμαστικές δηλώσεις των υπουργείων Εξωτερικών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιρλανδίας (που έγινε μάλιστα από την πολιορκημένη Γάζα) υποδηλώνουν πως καθησυχαστικές δηλώσεις όπως αυτή του υπουργού Βιομηχανίας του Ισραήλ, Μπινιαμίν Μπεν Ελιέζερ, ότι σε έξι μήνες κανείς δεν θα θυμάται το γεγονός, απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτ’ απ’ όλα επειδή οι εξωδικαστικές εκτελέσεις, όπως επισήμως αποκαλούνται ανάλογες μαφιόζικες πρακτικές (που πριν νομιμοποιηθούν από την CIA στον βρόμικο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, εγκαινιάστηκαν από την αστυνομία του Χίτλερ και του Πινοτσέτ) συνιστούν τη ναρκοθέτηση κάθε έννοιας δικαίου. Η επιφόρτιση των μυστικών υπηρεσιών με τα καθήκοντα του δικαστή, του εισαγγελέα και του εκτελεστή της ποινής μετατρέπει τον κόσμο σε μία ζούγκλα αυτοδικίας, όπου νόμος είναι το δίκιο του εκτελεστή και τα συμβόλαια θανάτου αποκαθιστούν την θεσμοθετημένη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης. Τι θα συνέβαινε αν κάθε κράτος εξασφάλιζε τα εθνικά του συμφέροντα με την εκτέλεση των εχθρών του; Κι έχοντας πλήρη επίγνωση των διαφορετικών μέτρων και σταθμών που κυριαρχούν στην «διεθνή κοινότητα», δεν μπορούμε να μην μεταφέρουμε το ερώτημα συντάκτη του βρετανικού Guardian για το τι θα είχε συμβεί αν τυχόν και μια ανάλογη δολοφονία την είχε φέρει σε πέρας η μυστική αστυνομία του Ιράν, σε μεγάλο ξενοδοχείο δυτικής πρωτεύουσας, χρησιμοποιώντας πλαστογραφημένα διαβατήρια ευρωπαίων πολιτών… Πόσες φορές θα είχε ισοπεδωθεί μέχρι τώρα η Τεχεράνη;

Κατά δεύτερο, η οργή εναντίον του Ισραήλ δεν πρόκειται να κοπάσει εύκολα, επειδή οι εξωδικαστικές εκτελέσεις σε τρίτες χώρες καταστρατηγούν την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Όταν η κάθε Μοσάντ ή η CIA, όπως συνέβη κατ’ επανάληψη επί Μπους με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την απαγωγή του αιγύπτιου ιμάμη από το Μιλάνο της Ιταλίας, δολοφονεί και απαγάγει, τότε παραβιάζει το αυτονόητο μονοπώλιο που έχει κάθε κράτος στην απονομή δικαιοσύνης στο εσωτερικό του και αυτόματα μετατρέπεται σε προτεκτοράτο ή αποικία, που κρίνεται αναρμόδιο να εφαρμόσει το δίκαιο εντός των εθνικών του συνόρων. Η πόλη – κράτος του Ντουμπάι, προς τιμή του, απέσεισε από πάνω του αυτό τον ταπεινωτικό χαρακτηρισμό.

Κατά τρίτο, το Ισραήλ αυτή τη φορά μάλλον παραβίασε μια λεπτή γραμμή, καθώς χρησιμοποιώντας διαβατήρια Εβραίων από την Ευρώπη δεν έθεσε μόνο σε κίνδυνο τη ζωή κάθε άλλου Εβραίου (που γιατί να μη χαρακτηρίζεται στο εξής ύποπτος για πράκτορας της Μοσάντ;) αλλά και την αξιοπιστία των ίδιων αυτών ευρωπαϊκών κρατών που χρειάστηκε να αποδείξουν ότι τα (υψηλής ασφάλειας να θυμίσουμε) διαβατήρια πλαστογραφήθηκαν και δεν δόθηκαν στο ίδιο το Ισραήλ προς διευκόλυνσή του!

Τέλος, το σημαντικότερο είναι πως οι μαφιόζικες εκτελέσεις έχουν κατ’ επανάληψη αποδείξει την αναποτελεσματικότητά τους. Ας θυμηθούμε την δολοφονία με πύραυλο από ελικόπτερο Απάτσι του παραπληγικού ηγέτη της Χαμάς, Σεϊχη Γιασίν, στο αναπηρικό του καροτσάκι, την ανεξιχνίαστη μεν, αδιαμφισβήτητη ωστόσο δολοφονία του ιστορικού ηγέτη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Γιασέρ Αραφάτ, την αποτυχημένη επιχείρηση δολοφονίας του σημερινού ηγέτη της Χαμάς, Χαλίντ Μεσάλ, στο Αμάν της Ιορδανίας τον Σεπτέμβριο του 1997 που κατέληξε στην ταπείνωση του (και τότε) πρωθυπουργού του Ισραήλ, σιωνιστή Νετανιάχου, και τόσες, δεκάδες άλλες περιπτώσεις. Καμία δεν σηματοδότησε την αναδίπλωση των Παλαιστινίων, ούτε έφερε την ειρήνη στην Παλαιστίνη.

Αυτή τη φορά όμως κάτι αλλάζει στις σχέσεις της Δύσης με το Ισραήλ, ενδεχομένως λόγω και της εξάντλησης της υπομονής των Αμερικανών όπως φάνηκε από την αίτηση που υπέγραψαν 54 μέλη της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων προς τον Ομπάμα, ζητώντας την άρση του αποκλεισμού της Γάζας. Η αλλαγή του κλίματος είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού στον Τύπο με αφορμή την δολοφονία του στελέχους της Χαμάς, που όπως αποκάλυψαν οι βρετανικοί Sunday Times είχε την έγκριση του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, που επισκέφθηκε ο ίδιος τα γραφεία της Μοσάντ για να δώσει την έγκρισή του στη δολοφονία. Έγραφε χαρακτηριστικά το πάντα προσεκτικό (λόγω του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι που δρα στην Ουάσιγκτον) αμερικανικό περιοδικό Time: «Οι σχέσεις του Ισραήλ με τους δυτικούς του συμμάχους αλλάζουν. Οι μονομερείς στρατιωτικές δράσεις και δράσεις ασφάλειας του Ισραήλ – όσο δικαιολογημένες και αποτελεσματικές μπορεί να είναι – στρέφουν την παγκόσμια κοινή γνώμη ενάντια στο εβραϊκό κράτος. Ο ρόλος του Ισραήλ στον Δυτικό Τύπο είναι όλο και λιγότερο εκείνος του μαχόμενου Δαβίδ κι όλο και περισσότερο του απερίσκεπτου Γολιάθ: από την εξελισσόμενη πολιορκία της Γάζας στη σκόπιμα δυσανάλογη απάντηση κατά τη διάρκεια τόσο του πολέμου στο Λίβανο ενάντια στη Χεζμπολάχ το 2006 όσο κι ενάντια στην Χαμάς το 2009. Αυτές οι απόψεις είναι ισχυρότερες στην Ευρώπη παρά στις ΗΠΑ», παρατηρεί το περιοδικό Time.  

Ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν κι οι Financial Times. Σε ανάλυση που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου, με τίτλο «Το Ισραήλ πλήττει την υπόθεσή του όταν αντιμετωπίζεται σαν κράτος – παρίας» αναφέρεται: «Δεν κάνει καθόλου καλό στην υπόθεση του Ισραήλ να ενθαρρύνει την αντίληψη ότι είναι κράτος – παρίας, ειδικά μετά τις κατηγορίες που δέχτηκε για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα από την έκθεση Γκολντστόουν, που παραγγέλθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη… Οι ηγέτες του Ισραήλ έχουν την τάση να πιστεύουν πως το διεθνές δίκαιο στην πράξη δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, απλώς δεν ισχύει για τους ίδιους. Το έχουν αγνοήσει γιατί μπορούσαν να στηρίζονται στο αμερικανικό βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, που προβλήθηκε 29 φορές για να διασφαλιστεί η συμπεριφορά του Ισραήλ στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη και 11 φορές για να διαφυλαχθούν οι ενέργειες του στο Λίβανο»!

Το ερώτημα αυτή τη φορά είναι κατά πόσο η ελληνική διπλωματία θα λάβει υπ’ όψη της τα παραπάνω σαφή και αδιάψευστα μηνύματα αλλαγής της στάσης της διεθνούς κοινότητας απέναντι στο Ισραήλ, και θα βελτιώσει ουσιαστικά τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο…

Συνέδριο διχασμού και κρίσης της Φατάχ (Μετροπόλιταν, 14/8/2009)

Πολύ μακριά από τον αρχικό του στόχο που ήταν να ενισχύσει τη συνοχή της Φατάχ και να ισχυροποιήσει τη θέση της εντός κι εκτός παλαιστινιακών εδαφών βρέθηκε ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, μετά την ολοκλήρωση του έκτου συνεδρίου της οργάνωσης που ξεκίνησε στη Βηθλεέμ της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης στις 4 Αυγούστου.

 Στον αέρα τίναξε το συνέδριο της Φατάχ, που πραγματοποιήθηκε 20 ολόκληρα χρόνια μετά το προηγούμενο, ο γενικός γραμματέας της οργάνωσης, Φαρούκ Καντούμι, με τη συνέντευξη τύπου που έδωσε στην πρωτεύουσα της Ιορδανίας, Αμάν, στις 12 Ιούλη. Τα όσα δήλωσε στα μέσα ενημέρωσης ο ισχυρός άνδρας της Φατάχ, προκάλεσαν σοκ ακόμη και στους καλά ενημερωμένους δυτικούς αναλυτές, ενώ έφεραν στην επιφάνεια το βαθύ χάσμα που έχει διαμορφωθεί μεταξύ της ενδοτικής και της αγωνιστικής πτέρυγας της ιστορικής οργάνωσης που ίδρυσε ο Γιασέρ Αραφάτ.

Η είδηση της συνέντευξης που αποτέλεσε βόμβα μεγατόνων ήταν ότι ο σημερινός πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής (η θητεία του οποίου έχει λήξει επίσημα, ωστόσο αρνείται να προκηρύξει εκλογές), Μαχμούντ Αμπάς, μαζί με τον ισχυρό άνδρα της Φατάχ στη Γάζα, «σκοτεινό», Μοχάμεντ Νταχλάν, ευθύνονται για τη δολοφονία του Γιασέρ Αραφάτ!!! Να θυμίσουμε ότι ο ιδρυτής της Φατάχ και ιστορικός ηγέτης του παλαιστινιακού αγώνα εξέπνευσε στις 11 Νοέμβρη 2004 σε νοσοκομείο του Παρισιού όπου είχε μεταφερθεί για να αντιμετωπισθεί μια σπάνια αρρώστια που τον είχε προσβάλλει, εκδηλώνοντας συμπτώματα παρόμοια με του AIDS. Να σημειωθεί πως οι Ισραηλινοί πολλούς μήνες πριν τον θάνατο του Αραφάτ, δεν έκρυβαν την επιθυμία τους να μπει τέλος στη ζωή του παλαιστίνιου ηγέτη έτσι ώστε οι δυνάμεις της αντίστασης να πάψουν να εκπροσωπούνται από μια διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα και το δαχτυλίδι της διαδοχής να δοθεί σε έναν ελέγξιμο και χειρίσιμο παλαιστίνιο πολιτικό που δεν θα είναι επιρρεπής στην αγωνία για ελευθερία των απλών Παλαιστινίων ενώ ταυτόχρονα οι δυνάμεις της αντίστασης θα απομονωθούν με την κατηγορία της τρομοκρατίας. Προς επίρρωση να αναφέρουμε ότι ο τότε πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν σε συνέντευξη που είχε δώσει την 1η Φεβρουαρίου 2002 στην ισραηλινή εφημερίδα Μααρίβ είχε δηλώσει ότι μετάνιωσε που δεν σκότωσε τον Αραφάτ στον Λίβανο το 1982 (όταν ο Σαρόν είχε διευθύνει τη σφαγή άοπλων γυναικόπαιδων στα παλαιστινιακά στρατόπεδα της Σάμπρα και της Σατίλα της Βηρυτού). Επίσης την ημέρα του θανάτου του Αραφάτ, όταν όλη η Μέση Ανατολή βυθιζόταν στο πένθος, το βρετανικό δίκτυο BBC μετέφερε τις ακόλουθες δηλώσεις του αρχηγού της αντιπολίτευσης, Σιμόν Πέρες: «Είναι καλό που ο κόσμος τον ξεφορτώνεται. Ο ήλιος λάμπει στη Μέση Ανατολή».

Αυτό που δεν ήταν ωστόσο γνωστό μέχρι που έδωσε τη συνέντευξη Τύπου ο γενικός γραμματέας της Φατάχ, ήταν ότι στη δολοφονία του Αραφάτ εμπλέκονταν και πρωτοκλασάτα στελέχη της δικής τους οργάνωσης. Ο δεύτερος ισχυρός άνδρας της Φατάχ δήλωσε ότι ο ίδιος ο Αραφάτ του είχε παραδώσει πρακτικά από μία μυστική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε το 2004 που είχε ως θέμα την εκτέλεση μιας σειράς ηγετών της αντίστασης απ’ όλο το φάσμα των μαχητικών οργανώσεων: Από τη Φατάχ, μέχρι τη Χαμάς και την Ισλαμική Τζιχάντ. Στη συνάντηση συμμετείχαν ο τότε ισραηλινός πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Γουίλιαμ Μπερνς, αξιωματούχοι της CIA κι από την παλαιστινιακή πλευρά ο μετέπειτα πρόεδρος, Μαχμούντ Αμπάς, κι ο υπεύθυνος ασφαλείας της Φατάχ στη Γάζα, Μοχάμεντ Νταχλάν που έχει αλλεπάλληλες φορές κατηγορηθεί για σχέσεις με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, ενώ λίγο πριν πεθάνει ο Αραφάτ και σε μια απαράμιλλη επίδειξη γενναιότητας ήταν περικυκλωμένος στο προεδρικό γραφείο στη Μακούμπα από τα ισραηλινά τανκς, είχε επιχειρήσει να οργανώσει «παλατιανό» πραξικόπημα για την ανατροπή του. Το γεγονός ότι πολλοί από όσους ονομάτισε ο Καντούμι πράγματι δολοφονήθηκαν στη συνέχεια (όπως ο ηγέτης της Χαμάς, Αμπντέλ Αλ Ραντίσι, στις 17 Απρίλη 2004), ενώ άλλοι συνεχίζουν να ζουν μόνο και μόνο επειδή κατάφεραν να γλιτώσουν την τελευταία στιγμή από τις δολοφονικές επιθέσεις των σιωνιστών (όπως ο σημερινός πρωθυπουργός της Χαμάς στη Γάζα, Ισμαΐλ Χανίγια) βεβαιώνει το αληθές των λόγων του Φαρούκ Καντούμι.

Ο γενικός γραμματέας της παλαιστινιακής οργάνωσης επιτέθηκε επίσης εναντίον του Μαχμούντ Αμπάς, με βαρύτατες κατηγορίες. «Δεν επιθυμώ να κάτσω δίπλα του ή να συμφιλιωθώ μαζί του καθώς κινείται στην ίδια γραμμή – σε συγχρονισμό – με τους ηγέτες του ισραηλινού καθεστώτος», ήταν τα λόγια του. Επίσης, κατηγορώντας τη σημερινή ηγεσία της Φατάχ για απεμπόληση των ιδρυτικών της στόχων και συνεργασία με τους Ισραηλινούς με τη δικαιολογία των ειρηνευτικών συνομιλιών τόνισε με δραματικούς τόνους: «Δεν σας ανήκει η Φατάχ, έχετε κάνει πειρατεία στη Φατάχ, με απώτερο στόχο να συγκεντρώσετε πλούτο και να κλέψετε χρήματα. Έχετε παρεκκλίνει από τον πραγματικό δρόμο της Φατάχ, το δρόμο της αντίστασης και της απελευθέρωσης κι έχετε επιλέξει να γίνετε πιόνι στα χέρια των εχθρών μας»! Οι συγκλονιστικές αυτές δηλώσεις του Καντούμι, όπως μεταφέρθηκαν μεταξύ πολλών άλλων μέσων ενημέρωσης από την ευρείας κυκλοφορίας αγγλόφωνη αιγυπτιακή εφημερίδα Al Ahram Weekly βεβαιώνουν ότι στο εσωτερικό της Φατάχ υφίσταται κι επίσημα πλέον ένα χάσμα εξ ίσου βαθύ με το χάσμα που χωρίζει την ηγεσία της Φατάχ με τη Χαμάς. Οι παραπάνω αποκαλύψεις του Καντούμι που χαίρει μεγάλου σεβασμού μεταξύ των Παλαιστινίων, προκάλεσαν τόσο μεγάλη οργή στην Παλαιστινιακή Αρχή, ώστε προέβη σε μια πρωτοφανή πράξη λογοκρισίας διατάσσοντας το κλείσιμο του τηλεοπτικού σταθμού Αλ Τζαζίρα, που μετέδωσε πρώτο την επίμαχη συνέντευξη Τύπου!

Σε αυτό το κλίμα δεν ήταν καθόλου παράξενο που το συνέδριο της Φατάχ, ανεξαρτήτως μάλιστα του πως το αξιοποίησε η ηγεσία της Αρχής για δημόσιες σχέσεις και τη διεθνή της προβολή, χαρακτηρίστηκε ως αποτυχία. Κατ’ αρχήν και μόνο η διεξαγωγή του στα κατεχόμενα, που συνέβη για πρώτη φορά, έδινε στις ισραηλινές αρχές κατοχής το δικαίωμα να έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο για το ποιοι θα παραστούν στις εργασίες του. Δεν χρειαζόταν επομένως να έχει κανείς μαντικές ικανότητες για να προβλέψει πως το μεγαλύτερο κενό εκπροσώπησης θα προερχόταν από τις τάξεις των πιο μαχητικών τμημάτων, των αγωνιστών δηλαδή της Φατάχ που συνεχίζουν τον δρόμο της αντίστασης του Αραφάτ και του Καντούμι και καταζητούνται από τις ισραηλινές αρχές κατοχής. Γι αυτό ακριβώς το λόγο ο Καντούμι διαφώνησε με την απόφαση του Αμπάς να διεξαχθεί το συνέδριο στη Βηθλεέμ, υπό το άγρυπνο βλέμμα του ισραηλινού στρατού. Ακόμη όμως κι από τους 2.270 σύνεδροι που συμμετείχαν στο συνέδριο, η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είχε εκλεγεί με δημοκρατικές διαδικασίες από τις οργανώσεις του κόμματος, αλλά είχε οριστεί από μια επιτροπή που τελούσε υπό τον ασφυκτικό έλεγχο του ίδιου του Αμπάς. Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου δεν έλειψαν ηχηρές φωνές διαμαρτυρίας για την έλλειψη διαφάνειας και δημοκρατίας. Ρεπορτάζ του Associated Press που δημοσιεύτηκε στις 6 Αυγούστου παρέθετε τη λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ ενός συνέδρου που ζητούσε οικονομικό απολογισμό για τον πακτωλό χρημάτων που έχει διαχειριστεί η Παλαιστινιακή Αρχή όλα αυτά τα χρόνια και του προέδρου Μαχμούντ Αμπάς που του απάντησε «σταμάτα ή φύγε»!!!

Το χειρότερο ωστόσο για τους εκφραστές της ενδοτικής γραμμής, που πιστεύουν ότι με τη συνδιαλλαγή και τις υποχωρήσεις θα καταφέρουν ότι δεν πέτυχαν οι Παλαιστίνιοι με τον ηρωικό αγώνα τους, είναι ότι οι προσπάθειές τους στέφονται με μεγαλύτερη αποτυχία από τις προσπάθειες του Αραφάτ και τα αποτελέσματα της ιντιφάντα. Διαφορετικά ειπωμένο, η αδιάλλακτη κι ανυποχώρητη γραμμή αποδείχθηκε πιο αποτελεσματική στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός ανεξάρτητου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους σε σχέση με όσα έχει πετύχει η σημερινή ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής. Προς επίρρωση, η απόφαση του Ισραήλ να επεκτείνει τον εβραϊκό εποικισμό της ανατολικής Ιερουσαλήμ, που με βάση τις διεθνείς συμφωνίες θα γίνει η πρωτεύουσα του νέου κράτους, κι η προκλητική κίνηση του σιωνιστικού κράτους να το ανακοινώσει τις μέρες διεξαγωγής του συνεδρίου της Φατάχ…