Τυνησία: Οργισμένη επέτειος μιας χαμένης Άνοιξης

 

Το 2011, ήταν ο δικτάτορας Μπεν Αλί, που συγκέντρωσε επάνω του όλη την οργή των κατοίκων της Τυνησίας, με αφορμή την απόφαση ενός πλανόδιου πωλητή – απόφοιτου διδασκαλικής ακαδημίας στις 8 Ιανουαρίου να καεί ζωντανός όταν ξυλοκοπήθηκε και ταπεινώθηκε από αστυνομικούς δίνοντας έτσι τα έναυσμα για να ξεσπάσει η Αραβική Άνοιξη που τάχιστα μεταδόθηκε από τη Λιβύη μέχρι το Μπαχρέιν.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αυτό, ωστόσο που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πριν επτά χρόνια είναι ότι παρά τις ελπίδες που δημιουργήθηκαν και τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν, η μοναδική χώρα στην οποία η Αραβική Άνοιξη άφησε το δημοκρατικό της αποτύπωμα (τερματίζοντας μια δικτατορία που διήρκεσε 25 ολόκληρα χρόνια) ήταν η χώρα από την οποία ξεκίνησε. Προβλέψιμο από μια άποψη, λόγω της μακράς δημοκρατικής παράδοσης της Τυνησίας καθώς, αν κι είναι ελάχιστα γνωστό, συγκαταλέγεται στις χώρες που πρώτες απαγόρευσαν τη δουλεία (20 χρόνια πριν από τις ΗΠΑ), ενώ είναι η πρώτη χώρα του αραβικού κόσμου που υιοθέτησε σύνταγμα. Ποτέ ωστόσο η Αραβική Άνοιξη, ακόμη και στην Τυνησία που διένυσε την μεγαλύτερη απόσταση δεν έφτασε μέχρι τέλους ικανοποιώντας και τα οικονομικά αιτήματα που πυροδότησαν την έκρηξή της. Έτσι φθάνουμε επτά χρόνια μετά με όλη τη χώρα να συγκλονίζεται από διαδηλώσεις, που ξέσπασαν την 1η Ιανουαρίου. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν ο Μπεν Αλί, αλλά το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα που προκάλεσαν την οργή των κατοίκων της Τυνησίας.

Αφορμή για τις διαδηλώσεις στάθηκαν οι ανατιμήσεις που επιβλήθηκαν, λόγω αυξημένης φορολογίας,  σε μια σειρά από είδη ευρείας κατανάλωσης όπως καύσιμα, κάρτες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, ίντερνετ, τιμές ξενοδοχείων, κ.α. Στόχος των νέων φόρων είναι να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα και να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα. Έγιναν απαιτητά δε από την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που το 2016 δάνεισε την Τυνησία με 2,9 δισ. δολ. βρίσκοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πάτημα για να παρεμβαίνει διαρκώς στην οικονομική πολιτική της χώρας. Κι όσο για  την κατεύθυνση, κανείς δε θα χάσει τα λεφτά του στοιχηματίζοντας ότι τα γκρίζα κουστούμια του διεθνούς οργανισμού αν κάτι ζητούσαν επιμόνως ήταν συρρίκνωση του μεγέθους του δημόσιου τομέα… Συνταγές εξ ίσου προβλέψιμες με τα αποτελέσματά τους: τη δυστυχία που προκαλούν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης… Προς επίρρωση το ύψος του ελάχιστου μισθού που ανέρχεται σε 160 δολ. μηνιαίως, όταν για να ζήσει στοιχειωδώς μια οικογένεια απαιτούνται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, 240 δολ., και για να ζήσει αξιοπρεπώς πολλαπλάσια. Πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας τη συνεχή ώθηση προς τα πάνω που δίνει στις τιμές ο τουρισμός και την επιλογή χιλιάδων Γάλλων, Ισπανών και Ιταλών (η απόσταση από τη Σικελία είναι μικρότερη της απόστασης Πειραιάς – Χανιά) να χτίσουν τις παραθεριστικές τους κατοικίες στις ατελείωτες παραλίες της Τυνησίας, δημιουργώντας μία οικονομία δύο ταχυτήτων.

Οι Τυνήσιοι διαδηλωτές, ωστόσο δεν κάμφθηκαν από το μπαράζ συλλήψεων οι οποίες όσο γράφονται αυτές οι γραμμές έχουν ξεπεράσει τις 850. Ούτε από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης που ανακοίνωσε αύξηση της αποζημίωσης που λαβαίνουν οι αναξιοπαθούσες οικογένειες από τα 61 στα 86 δολάρια και διεύρυνση των κριτηρίων χορήγησης του επιδόματος ώστε να αυξηθεί ο αριθμός όσων ευνοούνται κατά 120.000, αύξηση όσων δικαιούνται υγειονομική κάλυψη ώστε να μη μένει ανασφάλιστο το 15% που είναι επίσημα άνεργοι, κοκ. Συνεχίζουν τις διαμαρτυρίες τους επί σχεδόν δύο εβδομάδες φέρνοντας στην επιφάνεια μια πραγματικότητα ελάχιστα ή καθόλου ορατή στους τουρίστες που άρχισαν πάλι να κατακλύζουν τη χώρα μετά την επίθεση του 2015 στο Εθνικό Μουσείο στην Τύνιδα, η οποία οδήγησε τις αφίξεις του 2016 στο επίπεδο – ναδίρ των 4,5 εκ. για να αυξηθούν το 2017 ξανά στα 6,7 εκ.

Οι κινητοποιήσεις ανέδειξαν αρχικά ότι η μετάβαση στη δημοκρατία ήταν κατ’ ευφημισμό βελούδινη. Η αλήθεια είναι πώς ήταν ελαφρώς …πέτσινη! Την ημέρα που συμπληρωνόταν ένας χρόνος από την επανάσταση του 2011 το σύνθημα που κυριάρχησε ήταν να γίνουν επιτέλους γνωστοί επίσημα οι νεκροί της Άνοιξης. Παρότι έχουν συμπληρωθεί επτά ολόκληρα χρόνια κι έχουν περάσει από την εξουσία εννιά διαφορετικές κυβερνήσεις ο «φάκελος της Άνοιξης» παραμένει επτασφράγιστο μυστικό και καμιά κυβέρνηση δε θέλει να ανοίξει το κουτί της Πανδόρας με τα εγκλήματα του Μπεν Αλί. Ως αποτέλεσμα μητέρες, συγγενείς και συναγωνιστές όσων τότε δολοφονήθηκαν, όπως επίσης η αριστερή αντιπολίτευση του Λαϊκού Μετώπου και το ισλαμικό κόμμα Ενάιντα, εξακολουθούν να ζητούν δικαιοσύνη. Δεν έχει κλείσει συνεπώς το κεφάλαιο που άνοιξε ο άνεργος δάσκαλος επιλέγοντας να αυτοπυρποληθεί.

Επιπλέον, μια πιο προσεκτική ματιά στα αιτήματα των διαδηλωτών δείχνει κι έναν ακόμη διχασμό: μεταξύ των σχετικά ευημερούντων μεσογειακών παραλίων της Τυνησίας, όπου περιλαμβάνεται κι η πρωτεύουσα Τύνιδα από τη μια, και από την άλλη της ενδοχώρας που ζει υπό πολύ χειρότερες οικονομικές συνθήκες. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι στις διαδηλώσεις της Τύνιδας πρυτάνευαν πολιτικής φύσης αιτήματα, ενάντια στην αστυνομική αυθαιρεσία και καταστολή για παράδειγμα, ενώ στις διαδηλώσεις της ενδοχώρας πρυτάνευαν αιτήματα ενάντια στην ανεργία και τις συνεχείς αυξήσεις τιμών εξ αιτίας του πληθωρισμού.

Πολλές οι πληγές, επτά χρόνια μετά την Άνοιξη…

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα

Ισορροπία του τρόμου στη Συρία (Επίκαιρα, 23 Ιούνη 2011))

Με αμείωτους ρυθμούς συνεχίζεται από το καθεστώς του Μπασάρ ελ Άσαντ η άγρια καταστολή των λαϊκών διαμαρτυριών που έχουν ήδη εισέλθει στον τέταρτο μήνα τους. Ο απολογισμός μέχρι στιγμής προκαλεί σοκ: Περισσότεροι από 1.400 νεκροί, 10.000 φυλακισμένοι και άλλοι τόσοι εκτοπισμένοι για να γλιτώσουν τις πράξεις αντεκδίκησης των επίλεκτων δυνάμεων και του στρατού. Από την Κυριακή το βράδυ οι καθεστωτικές δυνάμεις απέκοψαν τις οδούς διαφυγής προς την Τουρκία όπου κατέφευγαν μαζικά οι Σύροι, αναγκάζοντας μεταξύ άλλων την κυβέρνηση του Ερντογάν να λάβει θέση επί των εξελίξεων, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τον αρνητικό διεθνή αντίχτυπο από την εσωτερική καταστολή.

Ωστόσο, παρότι οι αφορμές περισσεύουν, οι δυτικές δυνάμεις και ειδικότερα ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία, οι συνήθεις ύποπτοι δηλαδή των διεθνών επεμβάσεων, που ουδέποτε άλλοτε θα άφηναν τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη  για να διευρύνουν τη γεωπολιτική τους επιρροή, δεν έχουν αναλάβει τις πρωτοβουλίες που είδαμε να ενεργοποιούν στην περίπτωση της Λιβύης. Τα «ανθρωπιστικά» τους αντανακλαστικά αποδείχθηκαν για άλλη μια φορά πολύ επιλεκτικά. Επιδεικνύουν με άλλα λόγια μια ασυνήθιστη ανοχή απέναντι στο καθεστώς του Άσαντ καίτοι δεν συγκαταλέγεται στα φιλικά τους καθεστώτα, ούτε έχουν λείψει στο παρελθόν οι εστίες έντασης στις μεταξύ τους σχέσεις. Αρκεί να θυμηθούμε τις κατηγορίες των Αμερικανών για την ανοχή που επιδείκνυε η Δαμασκός στους Άραβες που εισέρχονταν από τα σύνορά του στο Ιράκ να πολεμήσουν εναντίον των κατοχικών δυνάμεων και πολλά άλλα περιστατικά. Μέχρι τώρα οι κυρώσεις του ΟΗΕ αφορούσαν την απαγόρευση εισόδου αξιωματούχων του καθεστώτος σε δυτικές χώρες, ενώ τα μοναδικά σχέδια που καταστρώνονται, ως απάντηση στο νέο κύμα βίας, αφορούν την επέκταση των κυρώσεων και σε επιχειρηματίες που διάκεινται φιλικά προς το καθεστώς και επίσης την διακοπή αγοράς πετρελαίου από τη Συρία χωρών όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ολλανδία.

Η απροθυμία των Δυτικών να βάλουν μπροστά την πολεμική τους μηχανή με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ εξηγείται στη βάση των διεθνών εμποδίων που συναντά ένα τέτοιο σχέδιο και των απρόβλεπτων εσωτερικών εξελίξεων που θα απελευθέρωνε από την επόμενη κιόλας μέρα.

Μέχρι στιγμής οι προσπάθειες καταδίκης των ενεργειών του καθεστώτος στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ συνάντησαν δύο λογιών αντιδράσεις, εξ ίσου μάλιστα σοβαρές. Να σημειωθεί επιπλέον πως καμιά απ’ αυτές τις προσπάθειες δεν εμπεριείχε ούτε καν έμμεση απειλή στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία ή έρευνας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για υποτιθέμενα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας από τον Άσαντ. Στην πρώτη ομάδα χωρών που απείλησε με βέτο κάθε προσπάθεια διεθνούς απομόνωσης της Συρίας περιλαμβανόταν η Ρωσία και η Κίνα. Η απροθυμία τους να συναινέσουν δεν εξηγείται μόνο λόγω των πληγμάτων που θα δέχονταν από την ήττα ενός καθεστώτος που έχει μάθει επί δεκαετίες να ισορροπεί στο τεντωμένο σχοινί των διεθνών ανταγωνισμών επιλέγοντας το ίδιο πότε να συνεργάζεται με τους Αμερικανούς (όταν για παράδειγμα παρέδωσε ουκ ολίγους υπόπτους για σχέσεις με τρομοκρατία στη CIAεπ’ αφορμή την 11η Σεπτέμβρη) και πότε όχι (προσφέροντας για παράδειγμα ασφάλεια και φιλοξενία σε ριζοσπαστικές παλαιστινιακές οργανώσεις, όπως η Χαμάς). Η αρνητική στάση της Ρωσίας εξηγείται επίσης και λόγω της αμυντικής συμφωνίας που έχει υπογράψει η Μόσχα με την Δαμασκό στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η χρησιμοποίηση από τον ρωσικό στόλο του λιμανιού του Τάρτους. Η αμυντική συνεργασία των δύο χωρών ανανεώθηκε τον Μάη του 2010 κατά την επίσκεψη του ρώσου προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεβ στη Δαμασκό με την υπογραφή σημαντικών συμφωνιών.

Κατηγορηματικά αντίθετες απέναντι στο ενδεχόμενο αυστηρών κυρώσεων από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στάθηκαν και μια σειρά άλλες περιφερειακές χώρες, όπως η Βραζιλία, η Νότια Αφρική και η Ινδία, που είναι εξ ορισμού εχθρικές απέναντι σε νεο-αποικιακά σχέδια επεμβάσεων. Αρνητικά τοποθετήθηκε κι ο Λίβανος (που είναι η μοναδική αραβική χώρα η οποία διατηρεί θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ) λόγω των ιστορικών δεσμών που συνδέει τις δύο χώρες. Κι αυτό πριν αναλάβει η νέα κυβέρνηση  στην Βηρυτό που επηρεάζεται σημαντικά από την μαχητική αντιστασιακή οργάνωση Χεζμπολάχ η οποία διατηρεί σοβαρούς δεσμούς με το καθεστώς του Άσαντ…

Η απροθυμία όλων αυτών των παραγόντων να κινήσουν τις διαδικασίες ανατροπής της κυβέρνησης εξηγείται πρώτα και κύρια στη βάση των συσχετισμών που υπάρχουν στο εσωτερικό της Συρίας. Με λίγα λόγια, ο φόβος είναι πως μια ανατροπή του σημερινού καθεστώτος θα βύθιζε τη Συρία σε έναν εμφύλιο πόλεμο δίχως τέλος. Παρότι δηλαδή όλες οι δυτικές πρωτεύουσες ακόμη και το Ριάντ αυξάνουν τους τόνους της κριτικής τους προς τον Άσαντ, δηλώνοντας για παράδειγμα πως στερείται νομιμοποίησης, συμφωνούν ότι ο Άσαντ αποτελεί το μικρότερο… κακό και μετά απ’ αυτόν υπάρχει ο κίνδυνος να ακολουθήσει το… χάος, ότι για παράδειγμα συνέβη στο Ιράκ μετά την ανατροπή του Μπααθικού καθεστώτος.

Η εύθραυστη ισορροπία της Συρίας ερμηνεύεται λόγω του εθνικού και θρησκευτικού της κατακερματισμού. Αντίθετα για παράδειγμα με την Αίγυπτο όπου το 93% του πληθυσμού είναι σουνίτες μουσουλμάνοι, στη Συρία οι σουνίτες αποτελούν το 68% του πληθυσμού, οι αλεβίτες (απ’ όπου προέρχεται και η οικογένεια των Άσαντ) το 13%, οι Δρούζοι το 6%, οι Ισμαηλίτες το 2% και οι χριστιανοί και μη-μουσουλμάνοι το 9%. Φαίνεται έτσι πως το σύστημα εξουσίας έχει οικοδομηθεί με πυρήνα μια θρησκευτική μειονότητα καθόλου μάλιστα αναίμακτα. Για παράδειγμα το 1982 ο Χαφέζ αλ Άσαντ, πατέρας του σημερινού προέδρου, δε δίστασε να σκοτώσει 10.000 Σύρους στην πόλη Χάμα για να καταστείλει μια απειλητική εξέγερση. Τα τελευταία ωστόσο χρόνια το καθεστώς των Άσαντ κατάφερε να επιβάλει μια ισορροπία στο εσωτερικό της χώρας ασκώντας άγρια καταστολή σε βάρος των Αδελφών Μουσουλμάνων που κινούν τα νήματα εντός των διαφωνούντων. Αυτή η κατάσταση τώρα κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως το καθεστώς οπλίζει συστηματικά τις τελευταίες εβδομάδες τους κατοίκους των αλεβίτικων χωριών γύρω από το λιμάνι της Λατάκιας έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά επιθέσεις αντεκδίκησης από τους σουνίτες. Οι κίνδυνοι εμφυλίου ακόμη και διάσπασης της χώρας που εγκυμονούνται σε περίπτωση ανατροπής της κυβέρνησης Άσαντ, είναι που ωθούν και τα ανώτερα οικονομικά στρώματα της Δαμασκού και του Αλέπο να στέκονται αδιάφορα απέναντι στο κίνημα διαμαρτυρίας, παρά τον μαζικό χαρακτήρα που διαθέτει. Τα ωστικά δε κύματα που μπορεί να απελευθερώσει ένας εμφύλιος πόλεμος στη Συρία έγιναν εμφανή ακόμη και στην πόλη του βόρειου Λιβάνου, την Τρίπολη, επ’ αφορμή εχθροπραξίες που ξέσπασαν μεταξύ σουνιτών και αλεβιτών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης εναντίον του Άσαντ.

Το ερώτημα πια είναι κατά πόσο το καθεστώς μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, ακόμη κι αν δεν γίνει εξωτερική επέμβαση, όσο ακολουθεί αυτή την πολιτική βάρβαρης καταστολής. Τα μέχρι τώρα μηνύματα δεν εμπνέουν μεγάλη αισιοδοξία…

Με νέα αυτοπεποίθηση οι Παλαιστίνιοι (Επίκαιρα 2/6/2011)

Από πρώτη ματιά η κινητικότητα που παρατηρήθηκε στο Παλαιστινιακό το προηγούμενο δεκαήμερο, με αφορμή τις ομιλίες του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα και του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρά τα πρωτοσέλιδα που τροφοδότησε, τίποτε το καινούργιο δεν έφερε. Ενδεχομένως να σήμανε και οπισθοδρόμηση. Κατά βάθος όμως έφερε στην επιφάνεια την αυτοπεποίθηση που έχει στρατοπεδεύσει για τα καλά από την μεριά των Παλαιστινίων, ως άμεσο αποτέλεσμα της παρατεταμένης αραβικής άνοιξης.

Η κατηγορηματική θέση του αμερικανού προέδρου στη διάρκεια ομιλίας του στις 19 Μαΐου ότι «τα σύνορα του Ισραήλ και της Παλαιστίνης πρέπει να στηριχθούν στα όρια του 1967 με αμοιβαία συμφωνηθείσες ανταλλαγές» γαιών προκάλεσε θετική έκπληξη. Στην πραγματικότητα δεν ήταν η πρώτη φορά που η αμερικανική διαμεσολάβηση ξεκινούσε από αυτό το σημείο, των συνόρων του 1967. Το 2000 για παράδειγμα οι «παράμετροι» του Μπιλ Κλίντον όπως συζητήθηκαν στο Καμπ Ντέιβιντ μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης υπέθεταν πως το μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος θα ενσωμάτωνε το 94% – 96% της Δυτικής Όχθης ενώ θα υπήρχαν και ανταλλαγές γαιών για το υπόλοιπο μέρος. Παρόλα αυτά ποτέ άλλοτε δεν έχει δηλωθεί επισήμως από την Ουάσινγκτον ότι η επιστροφή στα σύνορα που υπήρχαν στις 4 Απρίλη του 1967 αποτελεί βάση των διαπραγματεύσεων. Η ενόχληση του ισραηλινού πρωθυπουργού που δήλωσε κατά τη διάρκεια ομιλίας του στις 24 Μάη στα δύο αμερικανικά κοινοβουλευτικά σώματα ότι η επιστροφή σε εκείνα τα σύνορα είναι «αβάσιμη», απορρίπτοντας έτσι την πρόταση, αποτέλεσε αδιάψευστο μάρτυρα για την στροφή του αμερικανού προέδρου.

Ήταν όμως μια στροφή που δεν κράτησε παρά λίγα 24ωρα και ακυρώθηκε ακαριαία, από τον ίδιο τον Μπαράκ Ομπάμα, μιλώντας από το πιο κατάλληλο σημείο: Το βήμα του μεγαλύτερου εβραϊκού λόμπι που δρα στις ΗΠΑ, του AIPAC, κατά τη διάρκεια του ετήσιου συνεδρίου του. Εκεί ο Ομπάμα έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη να ληφθούν υπ’ όψη οι «δημογραφικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία 40 χρόνια»! Τι εννοούσε; Τον παράνομο εποικισμό της Δυτικής Όχθης από Εβραίους της διασποράς που υποκινήθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν για να εγκατασταθούν στην κατεχόμενη παλαιστινιακή γη, παρά και ενάντια στις επανειλημμένες αποφάσεις του ΟΗΕ, μόνο και μόνο για να αλλοιώσουν την πληθυσμιακή σύνθεση της διαφιλονικούμενης περιοχής και να μπορεί τώρα όχι μόνο το Ισραήλ αλλά και οι ΗΠΑ να επικαλούνται τα «τετελεσμένα». Όπως κατ’ αναλογία συμβαίνει και με την κατεχόμενη Κύπρο από τη μεριά της Άγκυρας…

Η σιωπή του Ομπάμα

Δεν είναι όμως μόνο η (διορθωτική στο περιεχόμενό της) δήλωση του αμερικανού προέδρου που μετέτρεψε σε κενό γράμμα την αναφορά στα σύνορα του 1967. Είναι και οι παραλείψεις, οι εκκωφαντικές σιωπές του απέναντι σε όσα δήλωσε ο ισραηλινός πρωθυπουργός επί αμερικανικού εδάφους, που ήρθαν να επιβεβαιώσουν την βούληση της Ουάσινγκτον να συνεχίσει να ταυτίζεται με το σιωνιστικό καθεστώς, υπονομεύοντας το κύρος και την απήχησή της στην ευρύτερη περιοχή. Ο Μπαράκ Ομπάμα λοιπόν άφησε ασχολίαστες τις ακόλουθες δηλώσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου: Πρώτο, την απαίτησή του να αποδεχθούν οι Παλαιστίνιοι ένα εβραϊκό κράτος. Αίτημα που ισοδυναμεί με την δημιουργία ενός «εθνικά καθαρού» δηλαδή ρατσιστικού κράτους που θα νομιμοποιήσει νέα ρατσιστικά πογκρόμ κατά των Αράβων που ζουν στο Ισραήλ, ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, παρότι ξεπερνούν το 20%. Δεύτερο, ο Ομπάμα αποδέχτηκε την έμμεση αλλά σαφή απόρριψη του αιτήματος των Παλαιστινίων για επιστροφή των προσφύγων που διώχθηκαν το 1948 και τα επόμενα χρόνια από τη γη τους και την ανακήρυξη ως πρωτεύουσας του νέου κράτους τους της ανατολικής Ιερουσαλήμ, την οποία οι σιωνιστές χαρακτηρίζουν αδιαίρετη και συστατικό στοιχείο του κράτους τους. Πρόκειται για δύο αιτήματα που σε συνδυασμό με το στόχο δημιουργίας κράτους στα σύνορα του 1967 αποτελούν σταθερό πλαίσιο αλλεπάλληλων ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Ο Μπαράκ Ομπάμα ωστόσο κώφευσε απέναντι σε αυτά! Τρίτο, ο ισραηλινός πρωθυπουργός έθεσε ως προϋπόθεση για διαπραγματεύσεις την ακύρωση της συμφωνίας που υπογράφτηκε στις 4 Μαΐου μεταξύ της Φατάχ, που ελέγχει τη Δυτική Όχθη και της Χαμάς (την οποία ταύτισε με την Αλ Κάιντα) που ελέγχει τη Γάζα. Η Χαμάς όμως είναι νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση. Επίσης, αν αυτή η συμφωνία αποτελεί εμπόδιο για τις διαπραγματεύσεις γιατί τόσα χρόνια που οι δύο αυτές οργανώσεις βρίσκονταν σε πολεμική αναμέτρηση μεταξύ τους το Ισραήλ δεν προχωρούσε σε συμφωνία επίλυσης του Παλαιστινιακού με τη Φατάχ, που είναι πιο μετριοπαθής; Αξίζει μάλιστα να θυμίσουμε πως κι όσο ζούσε ο Γιασέρ Αραφάτ, πριν δηλαδή πεθάνει κάτω από εντελώς αδιευκρίνιστες συνθήκες, το Ισραήλ αρνούταν να συζητήσει με τους Παλαιστίνιους θέτοντας ως προϋπόθεση και τότε την αντικατάσταση του Αραφάτ. Ο Αραφάτ απομακρύνθηκε χωρίς ωστόσο να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Και τώρα επανέρχεται η ίδια δικαιολογία… Τέλος αν η Χαμάς δεν χωράει στο «δημοκρατικό πλαίσιο» του Νετανιάχου, πως χωράει ο ακροδεξιός εξτρεμιστής υπουργός Εξωτερικών του, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, που μεταξύ πολλών άλλων έχει απειλήσει τους Άραβες του Ισραήλ με ομαδική απέλαση και φυλάκιση εάν χρησιμοποιούν τον όρο «Νάκμπα» όπως χαρακτηρίζεται η καταστροφή του 1948 με την βίαιη εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους;

Τρέχουν να προλάβουν

Παρόλα αυτά, δεδομένου δηλαδή ότι τίποτε νεώτερο δεν κόμισε στη συζήτηση ο αμερικανός πρόεδρος έτσι ώστε να ξεκολλήσουν οι συνομιλίες, η πρωτοβουλία του δεν ήταν τυχαία, ούτε υπόθεση δημοσίων σχέσεων. Τρεις πολύ συγκεκριμένοι λόγοι επέβαλαν την ανακίνηση του Παλαιστινιακού από την μεριά του Λευκού Οίκου.

Ο πρώτος είναι εσωτερικής κατανάλωσης και σχετίζεται με τις λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές, που θα διεξαχθούν το Νοέμβρη. Εδώ ο Μπαράκ Ομπάμα ακολούθησε την πεπατημένη όλων των προηγούμενων προέδρων που, εν είδει πρωτοκόλλου, ξεκινούν την προεκλογική εκστρατεία με μια υπόσχεση επίλυσης του Παλαιστινιακού. Ο Μπιλ Κλίντον το έκανε με το Καμπ Ντέιβιντ, ο Τζορτζ Μπους με τις συνομιλίες της Ανάπολις, κοκ.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με την πρωτοβουλία της Παλαιστινιακής Αρχής να αναζητήσει την αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους από μια σειρά χώρες, όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία, με θετικά μέχρι στιγμής αποτελέσματα. Η προοπτική να θέσει το θέμα η Αρχή στην ετήσια Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβρη προκαλεί ήδη ανατριχίλα σε Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ δεδομένου ότι τουλάχιστον 170 από τις 192 χώρες (όλες σχεδόν δηλαδή οι αραβικές, μουσουλμανικές και αναπτυσσόμενες) είναι σίγουρο, με βάση ανάλυση των Financial Times την Παρασκευή 27 Μαΐου, ότι θα ψηφίσουν υπέρ της αναγνώρισης του παλαιστινιακού κράτους. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία της Παλαιστινιακής Αρχής συνιστά μια τομή με το παρελθόν της καθώς παύει να πιστεύει πως υπάρχει περίπτωση να λυθεί το θέμα με τη συμβολή των Αμερικάνων και επιλέγει να το διεθνοποιήσει, «ακουμπώντας» στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Παρότι κανείς δεν έχει αυταπάτες για το ρόλο των Ηνωμένων Εθνών, την επιρροή που ασκούν δηλαδή οι ΗΠΑ στην πολιτική τους, η πρωτοβουλία της Αρχής συνιστά πλήγμα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική καθώς χάνει πλέον το μονοπώλιο των διαπραγματεύσεων. Η πρωτοβουλία του Ομπάμα επομένως έρχεται να ανακόψει αυτή την ταχύτητα πριν λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Τους «έπιασε» η άνοιξη

Ο τρίτος και σημαντικότερος λόγος που ανάγκασε τον Λευκό Οίκο να παρέμβει στο Παλαιστινιακό σχετίζεται με την αυξημένη αυτοπεποίθηση των Παλαιστινίων. Η αραβική άνοιξη μέχρι στιγμής έχει φέρει σε άσχημη θέση το Ισραήλ. Το άνοιγμα του περάσματος της Ράφας στα σύνορα της Γάζας με την Αίγυπτο, με πρωτοβουλία της Αιγύπτου, η ελπιδοφόρα συμφωνία μεταξύ Φατάχ και Χαμάς που τερμάτισε τον εμφύλιο μεταξύ των Παλαιστινίων, που κι αυτή ολοκληρώθηκε χάρη στην παρέμβαση της Αιγύπτου, και η πίεση που δέχονται όλα τα νέα και παλιά αραβικά καθεστώτα να στηρίξουν τον αγώνα των Παλαιστινίων δίνουν ώθηση στους Παλαιστίνιους να απαιτήσουν τα δικαιώματά τους κι αναγκάζουν την Ουάσινγκτον να δείξει ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες τους. Έστω κι αν η παρέμβασή της δεν στοχεύει πουθενά αλλού παρά στην διαιώνιση του σημερινού νεο-αποικιακού στάτους κβο…