ΕΑΣ, ΕΛΒΟ, ΛΑΡΚΟ: Ομαδική εκτέλεση, με συνοπτικές διαδικασίες (Nexus, Οκτώβριος 2013)

?????????«Ήδη από το 1791 ο Αλεξάντερ Χάμιλτον (σ.σ. υπουργός Οικονομικών του Τζορτζ Ουάσινγκτον) προειδοποιούσε ότι κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν ότι οι σύγχρονες βιομηχανίες μπορούν να αναπτυχθούν από μόνες τους, χωρίς την υποστήριξη της κυβέρνησης. Δεν συζητούσε καν αν πρέπει να παρέμβει η κυβέρνηση – το ζήτημα ήταν με ποιόν τρόπο θα παρενέβαινε», γράφει ο Ντάνι Ρόντρικ, κορυφαίος οικονομολόγος και καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας του πανεπιστημίου Χάρβαρντ στο πολύ σημαντικό βιβλίο του «Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης, η δημοκρατία και το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας» (εκδ. Κριτική, 2012), αμφισβητώντας τα ιερά και τα όσια του φιλελευθερισμού που αποκλείουν κάθε κυβερνητική ανάμειξη στην οικονομία κι ειδικότερα στη βιομηχανία. Και συνεχίζει, μιλώντας για το σήμερα: «Το ότι η βιομηχανική πολιτική, με οποιαδήποτε μορφή της, θεωρείται για μια ακόμη φορά θεμιτή ή, για την ακρίβεια, αναγκαία αποκαλύπτει πολλά σχετικά με το πόσο έχουμε υπαναχωρήσει από τον εμπορικό φονταμενταλισμό της δεκαετίας του ‘90».

Διάλυση με την υπογραφή ΕΕ και Βερολίνου

Στην σύγχρονη Ελλάδα των Μνημονίων θέματα όπως ο ρόλος της κυβέρνησης στην οικονομία είναι από καιρό λυμένα, διαψεύδοντας τα νεοφιλελεύθερα δόγματα ή, καλύτερα, όσους τα παίρνουν …στα σοβαρά. Το κράτος είναι εδώ είτε για να μειώσει τον κατώτατο μισθό από τα 751 στα 586 ευρώ, αφαιρώντας τον από την δικαιοδοσία εργοδοτών και εργαζομένων όπως συνέβαινε επί δεκαετίες, είτε για να παρέμβει στην βιομηχανική πολιτική με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο: διαλύοντας την ελληνική βιομηχανία! Βάζοντας το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της ελληνικής μεταποίησης όπως ήκμασε την δεκαετία του ’60 κι άντεξε ακόμη και μέσα από τις θύελλες της δεκαετίας του ’80 κι έπειτα όταν ο ανταγωνισμός από την Ευρώπη δεν άφησε πέτρα πάνω στην πέτρα κλείνοντας δεκάδες αξιοζήλευτες επιχειρήσεις. Αυτό που διαπιστώνουμε πλέον, ιδίοις όμμασι, είναι ότι η συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής (που από 31,1% του ΑΕΠ το 1975 έφτασε το 16,1% του 2012) δεν είναι αποτέλεσμα μόνο μιας γενικής διεθνούς τάσης που προκρίνει την ανάπτυξη των υπηρεσιών σε βάρος της πραγματικής παραγωγής. Στην Ελλάδα, το δικό τους μερίδιο ευθύνης έχουν επίσης εγκληματικές πολιτικές αποφάσεις. Τα Μνημόνια που υπογράφτηκαν από το 2010 και μετά, με ευθύνη τριών διαδοχικών πρωθυπουργών και τεσσάρων κομμάτων, έρχονται να γκρεμίσουν με διαδικασίες μάλιστα fasttrack όποια βιομηχανική υποδομή είχε μείνει όρθια. Προς επίρρωση των παραπάνω οι τελευταίες δραματικές εξελίξεις στην εταιρεία εξόρυξης και κατεργασίας νικελίου ΛΑΡΚΟ και την αμυντική βιομηχανία, δηλαδή την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ) και τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) που προέκυψαν από τη συγχώνευση της ΠΥΡΚΑΛ και της ΕΒΟ, που κάνουν βέβαιο ότι τον δρόμο τους θα ακολουθήσει αργά ή γρήγορα και η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ).

Ρόλο επιταχυντή των εξελίξεων, που έχουν προδιαγραφεί από καιρό με βάση τα όσα γράφτηκαν και υπογράφτηκαν (για να μην ξεχνούμε και τις προσωπικές ευθύνες) στα Μνημόνια, έπαιξε η επίσκεψη της Τρόικας στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2013 κι η απειλή που άρχισε έναν μήνα πριν να κυκλοφορεί στον Τύπο ότι αν δεν δοθεί λύση γι’ αυτές τις επιχειρήσεις κινδυνεύει η δόση του Οκτωβρίου, ύψους 1 δισ. ευρώ. Οι πιέσεις της Τρόικας ωστόσο είναι μόνο η αφορμή. Σε σχέση με την αμυντική βιομηχανία, τα σύννεφα πάνω από τις εγκαταστάσεις τους άρχισαν να συγκεντρώνονται με αφορμή την επιτάχυνση των διαδικασιών συγκρότησης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας. Πρόκειται για ένα υπερβολικά φιλόδοξο σχέδιο ενοποίησης της πολιτικής άμυνας στο πλαίσιο της ΕΕ, που έχει επικριθεί ότι προωθεί την στρατιωτικοποίησή της, κι όσο για τον προσανατολισμό ότι ντύνει με ευρωπαϊκά ενδύματα την γερμανική εξωτερική πολιτική και άμυνα. Ορισμένοι από τους ακρογωνιαίους λίθους της είναι η συγκρότηση δύναμης ταχείας επέμβασης, η δημιουργία μόνιμου στρατηγείου και η ενοποίηση της κατακερματισμένης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, η οποία θα ενδυναμώσει τις γερμανικές βιομηχανίες παραγωγής αμυντικού υλικού σε βάρος των ομοειδών επιχειρήσεων στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρότι μάλιστα οι σχετικές αποφάσεις θα ληφθούν επίσημα στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τον προσεχή Δεκέμβριο, είναι εύκολο να δούμε πίσω από τις πρόσφατες αρνητικές εξελίξεις στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία τα πρώτα πρακτικά βήματα αυτής της διαδικασίας τα οποία συζητιούνται εδώ και χρόνια στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Δεν ήρθαν σαν κεραυνός εν αιθρία… Εν κατακλείδι η υπό εξέλιξη διάλυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας υποκινείται από την Γερμανία κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία (χωρίς να εξαιρούνται οι ΗΠΑ), μέσω της Τρόικας, ώστε δικές τους επιχειρήσεις να πάρουν τα συμβόλαια των ελληνικών επιχειρήσεων και τις παραγγελίες των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Η ΕΛΒΟ στα χνάρια της ΕΡΤ: ξαφνικός θάνατος!

Το περίφημο ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε η Τρόικα στις αρχές Σεπτεμβρίου, μέσω του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ματίας Μορς, δεν άφηνε καμιά ελπίδα για την ΕΛΒΟ. Ως άμεση λύση πρότεινε την πτώχευση που κρίθηκε ως το λιγότερο δαπανηρό σενάριο μιας και θα στοιχίσει μόνο 13,5 εκ. ευρώ (που θα κατευθυνθούν σε αποζημιώσεις προσωπικού και καταβολή δεδουλευμένων) ενώ το εναλλακτικό σενάριο που προέβλεπε την εκκαθάριση εν λειτουργία και το οποίο απορρίφθηκε είχε κόστος 27,5 εκ. ευρώ. Στο πλαίσιο αυτού του σεναρίου που πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων προβλεπόταν ότι θα παρέμεναν στην εταιρεία κι οι 365 εργαζόμενοι της (όταν στο παρελθόν απασχολούνταν πάνω από 1.200), μέχρι τουλάχιστον να ολοκληρωθούν οι παραγγελίες που έχει αναλάβει κι ακόμη δεν έχει προλάβει να εκτελέσει και να παραδώσει. Η ΕΛΒΟ λοιπόν θα εκτελεστεί για 14 εκ. ευρώ…

Το «ενοχοποιητικό στοιχείο» που βάρυνε για την ετυμηγορία της Τρόικας ήταν οι ζημιές της ΕΛΒΟ που ξεπερνούν τα 100 εκ. ευρώ κι η ανάγκη αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον 30 εκ. ευρώ. Γεγονότα αδιαμφισβήτητα που υποτιμούν ωστόσο την ως τώρα συμβολή και τις τεράστιες δυνατότητες της συγκεκριμένης επιχείρησης. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε ότι η ΕΛΒΟ (που ιδρύθηκε το 1972, πέρασε στο δημόσιο το 1986 και το 2010 ο όμιλος Μυτιληναίου που συμμετείχε στο μετοχικό της κεφάλαιο μεταβίβασε στο ελληνικό δημόσιο το σύνολο των μετοχών του έναντι ενός ευρώ) κατάφερε τα τελευταία χρόνια να μειώσει καθαρές ζημιές, λειτουργικά έξοδα και τραπεζικό δανεισμό, εισερχόμενη έτσι σε μια ελπιδοφόρα τροχιά εξυγίανσης που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο πολύ σύντομα να γίνει κερδοφόρα. Προϋπόθεση γι’ αυτό όμως είναι το κράτος να καταβάλλει στη επιχείρηση τα λεφτά που της οφείλει κι ανέρχονται σε 8 εκ. ευρώ. Παραπέρα τα στελέχη της εταιρείας εκτιμούν πως μόνο η διάθεση του 5% των κονδυλίων του υπουργείου Άμυνας είναι αρκετή για να επιβιώσει η επιχείρηση. Τα χρήματα αυτά μάλιστα δεν θα τα λάβει χαριστικά ή εκμεταλλευόμενη το ότι οι αμυντικές βιομηχανίες ακόμη και με βάση την κοινοτική νομοθεσία εξαιρούνται των κανόνων ανταγωνισμού και για ευνόητους λόγους δικαιούνται να λαμβάνουν κρατικές επιδοτήσεις. Η ΕΛΒΟ διεκδικεί δικαιωματικά τις κρατικές παραγγελίες λόγω της υψηλής τεχνογνωσίας που έχει αναπτύξει κι η οποία αποτυπώνεται για παράδειγμα στο γεγονός ότι είναι η μοναδική βιομηχανία παγκοσμίας που έχει άδεια παραγωγής οχημάτων Hummer από την κατασκευάστρια αμερικάνικη εταιρεία ΑΜ General. Αποτέλεσμα της διεθνώς αναγνωρισμένης τεχνογνωσίας της είναι επίσης οι δυνατότητες συμπαραγωγής προηγμένων οπλικών συστημάτων όπως κι η προοπτική υπογραφής συμβολαίων με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η Λιβύη, το Ιράκ, η Μποτσουάνα κ.α.

Το κλείσιμο της ΕΛΒΟ (που σε επιστολή του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης προς τον πρωθυπουργό και την πολιτική ηγεσία τον Αύγουστο του 2013 περιγράφεται ως η μεγαλύτερη παραγωγική βιομηχανία στην Βόρεια Ελλάδα) θα φτωχύνει την Ελλάδα και για έναν επιπλέον λόγο. Γιατί ακόμη και τότε το ελληνικό δημόσιο θα συνεχίσει να παραγγέλνει πολεμικό υλικό ή να συντηρεί τον υπάρχοντα εξοπλισμό. Τα χρήματα αυτά όμως θα πηγαίνουν είτε σε ιδιωτικές εταιρείες είτε σε ξένες που θα γίνουν χαλίφης στη θέση του χαλίφη τιμολογώντας όμως αυθαίρετα το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας όταν μέχρι στιγμής διαμόρφωνε τα κόστη σχεδόν κατά το δοκούν.

Η ΕΛΒΟ όμως πρέπει να μείνει ζωντανή για έναν λόγο ακόμη. Επειδή έχει τη δυνατότητα με την ίδια αξιοπιστία που παράγει στρατιωτικά οχήματα να κατασκευάσει από ασθενοφόρα και πυροσβεστικά μέχρι περιπολικά, λεωφορεία και τρακτέρ. Υπ’ αυτό το πρίσμα η ύπαρξή της προσφέρει μια ανακούφιση σε οποιαδήποτε κυβέρνηση επιλέξει να σεβαστεί τις κοινωνικές ανάγκες και να αναγνωρίσει την προτεραιότητά τους έναντι των πιστωτών καθώς ξέρει ότι η δημιουργία για παράδειγμα ενός αξιόπιστου δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς δεν θα τινάξει τον κρατικό προϋπολογισμό στον αέρα. Αντίθετα μπορεί να γίνει φθηνά κι αξιόπιστα με όρους που θα επιλέξει το ελληνικό δημόσιο. Το ίδιο ισχύει για παράδειγμα και με την προμήθεια ασθενοφόρων ώστε να πάψει το αίσχος των ιδιωτικών ασθενοφόρων που καλύπτουν την έλλειψη των δημόσιων ήτα τρακτέρ στην περίπτωση που μια μελλοντική κυβέρνηση αποφασίσει να προχωρήσει στην επιδοτούμενη κατασκευή τους ώστε να στηριχθεί η εγχώρια παραγωγή στο πλαίσιο ενός θεμιτού σχεδίου εξασφάλισης διατροφικής επάρκειας ή αναβίωσης της ρημαγμένης υπαίθρου. Διακρίνεται επομένως κι ένας επιπλέον, λιγότερο όμως ορατός, σχεδιασμός της Τρόικας και των πιστωτών πίσω από την διάλυση της ΕΛΒΟ, πολύ πιο μακροπρόθεσμος για παράδειγμα ακόμη κι από την αύξηση της ανεργίας σε μια περιοχή που έχει ήδη ξεπεράσει το 35% ή το πλήγμα που θα επέλθει σε μια στεφάνη περισσότερων από 100 επιχειρήσεων που συνεργάζονται με την ΕΛΒΟ: Να στερηθεί η Ελλάδα εκείνων των παραγωγικών υποδομών που εξακολουθούν να υπάρχουν και της δίνουν την δυνατότητα να σταθεί μόνη της στα πόδια της. Αποχαιρετώντας αυτή την υποδομή, η προσφυγή πχ στην Mercedes κι άλλες πολυεθνικές εταιρείες θα είναι μονόδρομος. Κι ένας μονόδρομος απίστευτα δαπανηρός…

ΛΑΡΚΟ: ζημιές λόγω ΔΕΗ

Πολλές και σημαντικές θα είναι κι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενο κλείσιμο της ΛΑΡΚΟ που συζητιέται μεταξύ της κυβέρνησης και της Τρόικας, καθώς δεν πρόκειται για μια τυχαία μονάδα. Η ΛΑΡΚΟ είναι η μοναδική στην Ελλάδα, συγκαταλέγεται στους πέντε μεγαλύτερους παραγωγούς σιδηρονικελίου στον κόσμο κι είναι η μοναδική στην Ευρώπη που χρησιμοποιεί ίδια μεταλλεύματα για την παραγωγή νικελίου, εξάγοντας όλη την παραγωγή της! Στο πελατολόγιο της δε, βρίσκονται επιχειρήσεις – κολοσσοί όπως η γερμανική ThyssenKrupp κι η BritishSteel.

«Η ΛΑΡΚΟ που άμεσα απασχολεί 1.200 μόνιμους εργαζόμενους και έμμεσα πάνω από 4.000 μπορεί να δουλέψει από μόνη της χωρίς να στοιχίζει στο δημόσιο ούτε ένα ευρώ» δήλωσε στο Nexus ο πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων στο Λαύριο, Γιάννης Φουρτάκας. «Φέρνουμε ως επιχείρηση 365 εκ. ευρώ συνάλλαγμα το χρόνο ή 1 εκ. ευρώ την ημέρα. Κάθε χώρα θα ήθελε να έχει μια τέτοια επιχείρηση κι εμείς που την έχουμε τι την κάνουμε; Θέλουμε να την πουλήσουμε παραβλέποντας ότι δραστηριοποιείται σε 6 νομούς διαθέτοντας μεταλλεία, εργοστάσιο επεξεργασίας ακόμη και λιμάνι. Μαζί της 1 εκ. στρέμματα γης και πιστοποιημένα κοιτάσματα νικελίου που βρίσκονται στο υπέδαφος και ξεπερνούν τα 20 δις. ευρώ. Όποιος την αγοράσει είμαστε σίγουροι τι θα κάνει. Θα την εκμεταλλευτεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα και μετά θα την κλείσει».

Η ΛΑΡΚΟ ωστόσο παρουσιάζει ζημιές αντιτείνουμε στον συνομιλητή μας. «Δεν ευθύνεται όμως η επιχείρηση γι’ αυτές τις ζημιές», δηλώνει ο Γιάννης Φουρτάκας. «Αρχικά το δημόσιο οφείλει 66 εκ. ευρώ από ΦΠΑ. Η καθυστέρηση τους να μας ξοφλήσουν μέχρι τώρα δημιουργεί την υποψία μήπως θέλουν αυτό το ποσό να δοθεί μπόνους στον αγοραστή. Η σημαντικότερη ωστόσο αιτία για το υψηλό κόστος παραγωγής μας βρίσκεται στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος που πληρώνουμε και φτάνει τα 68 ευρώ την μεγαβατώρα, όταν οι Γάλλοι ανταγωνιστές μας πληρώνουν 25 ευρώ. Με αυτή την τιμή του ρεύματος είναι αδύνατο να γίνει κερδοφόρα κι εμείς είμαστε σίγουροι ότι αφήνουν αυτά τα τιμολόγια άθικτα για να επιταχύνουν την ιδιωτικοποίηση κι όταν θα την αγοράσει ο νέος ιδιοκτήτης τότε θα του δώσουν και νέα χαμηλότερη τιμή ως κίνητρο. Η εχθρική στάση της πολιτείας απέναντι στην ΛΑΡΚΟ φαίνεται επίσης από την απροθυμία των αρχών να ανανεώσουν την άδεια που έληξε τον Ιούνιο του 2012 (διάρκειας 30 ετών ως τότε) κι έκτοτε το αρμόδιο υπουργείο μας ανανεώνει κάθε φορά την άδεια για μόνο 6 μήνες κι όταν λήξει το εξάμηνο τρέχουμε ξανά και τους κυνηγάμε. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι παράγοντας τον μήνα 1.600 τόνους νικέλιο μας παρακαλάνε να πουλήσουμε. Εμείς έχουμε σχέδια επέκτασης της εταιρείας, με πολύ χαμηλό κόστος, που όμως κανείς από την κυβέρνηση δεν μας ρώτησε, κανείς δεν έκατσε να κουβεντιάσει λες και δεν θέλουν να έρχονται αυτά τα χρήματα στο δημόσιο». Ενδεικτικό στοιχείο για το ενδιαφέρον που θα εκδηλωθεί για την ΛΑΡΚΟ μόλις ξεκινήσουν κι επίσημα οι διαδικασίες ιδιωτικοποίησης της είναι πως όταν το 2009 ξεκίνησε μια προσπάθεια ιδιωτικοποίησης (που δεν ολοκληρώθηκε λόγω των πρόωρων εκλογών) ενδιαφέρον είχαν εκδηλώσει από την Ελλάδα ο Άκτορας, η Χαλυβουργία Ελλάδας κι όμιλος Μυτιληναίου. Ορισμένες δηλαδή από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις…

Αξίζει να αναφερθεί πως η ΔΕΗ την ίδια ώρα που απέναντι στην ΛΑΡΚΟ εξαντλεί την αυστηρότητά της, σε άλλες επίσης ενεργοβόρες επιχειρήσεις όπως για παράδειγμα στην Αλουμίνιον της Ελλάδας (πρώην Πεσινέ) του ομίλου Μυτιληναίου εφαρμόζει μια ευνοϊκή τιμολογιακή πολιτική χρεώνοντας μόνο 42 ευρώ. Προηγούμενο επομένως υπάρχει για να αξιοποιηθεί, αν υπάρχει σχετική βούληση, στην κατεύθυνση υιοθέτησης μιας διακριτικής τιμολογιακής πολιτικής από την μεριά της ΔΕΗ.

Η οικονομική κατάσταση της ΛΑΡΚΟ δεν θα ήταν αυτή που είναι σήμερα αν στο πρόσφατο παρελθόν δεν είχε πετύχει έναν …άθλο που προκάλεσε τεράστιο οικονομικό κόστος. Συγκεκριμένα, είχε προπωλήσει την παραγωγή της (μέσω κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου, όπως συνηθίζεται) σε τιμές πολύ χαμηλότερες σε σχέση με το υψηλό επίπεδο που διαμορφώθηκαν (52.000 δολάρια τον τόνο). Κι όταν «έσπασε» τα συμβόλαια που είχε υπογράψει καταβάλλοντας τις δέουσες ποινικές ρήτρες για να εκμεταλλευτεί τις υψηλές τιμές, τότε αυτές καταποντίστηκαν στα 8.000 δολάρια. Πέτυχε δηλαδή να καταγράψει ζημιές και στην άνοδο και στην πτώση των τιμών, βαρύνοντας σημαντικά και μέχρι τώρα τα αποτελέσματά της.

Τα σχέδια για την ΛΑΡΚΟ που έχουν δημοσιοποιηθεί όσο γράφονται αυτές οι γραμμές προβλέπουν της διάσπαση της σε καλή και κακή στα πρότυπα της Αγροτικής Τράπεζας και την μετέπειτα πώλησή της. Ενδιαφέρον μάλιστα είχε εκδηλώσει εταιρεία με έδρα την ΠΓΔΜ και θυγατρική στο Ισραήλ, στέλεχος της οποίας φέρεται να είναι πρώην διευθυντής της ΛΑΡΚΟ που γνωρίζει καλά τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες της.

ΕΑΣ: θυσία στο βωμό των ανταγωνιστών

Οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων στο Αίγιο, που παραμένουν επί 8 μήνες απλήρωτοι, μόνο και μόνο για να δείξουν τις τεράστιες κι εξ ίσου ανεκμετάλλευτες δυνατότητες του δικού τους εργοστασίου αποφάσισαν να ανοίξουν τις εγκαταστάσεις του στον Τύπο και τους επιστημονικούς κι επαγγελματικούς φορείς για να καταλάβουν τις απώλειες που θα επέλθουν στη δημόσια περιουσία σε περίπτωση που αυτή η προηγμένη μονάδα πουληθεί σε ιδιώτη, όπως προβλέπει το σχέδιο της κυβέρνησης. Έτσι από τις 11 Σεπτέμβρη το εργοστάσιο στο Αίγιο είναι ανοιχτό σε επισκέψεις ενδιαφερομένων. Ειδικότερα η πρόταση που έχει κατατεθεί περιλαμβάνει την διάσπαση της μονάδας σε δύο μέρη. Στο πρώτο (ΕΑΣ 1) θα περιληφθούν οι πολιτικές δραστηριότητες και τα μη στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία. Για παράδειγμα μόνο τα οικόπεδα της εταιρείας εκτιμάται ότι αξίζουν 324 εκ. ευρώ. Αυτή η εταιρεία θα μπει σε διαδικασία εκκαθάρισης, ενώ στο δεύτερο μέρος (ΕΑΣ 2) θα παραχωρούνταν οι δραστηριότητες που σχετίζονται με το υπουργείο Άμυνας. Υπολογίζεται για παράδειγμα ότι οι υφιστάμενες συμβάσεις ανέρχονται στα 100 εκ. ευρώ. Η δεύτερη εταιρεία με βάση το σχέδιο της κυβέρνησης θα υποβαλλόταν σε ένα σχέδιο δραστικής αναδιάρθρωσης. Ουσιώδης παράμετρος κάθε σχεδίου ωστόσο είναι η έξοδος περισσότερων από τους μισούς εργαζομένους που έχει σήμερα η εταιρεία κι ανέρχονται σε 840 άτομα. Προοπτική που σύμφωνα με τους εργαζόμενους αποκλείει μετά βεβαιότητας την εκτέλεση ακόμη κι αυτών των παραγγελιών που υπάρχουν σήμερα. Η μείωση του προσωπικού επομένως χαρακτηρίστηκε ως ένας έμμεσος τρόπος κλεισίματος της εταιρείας.

Ενδεικτικό στοιχείο για την παραγωγική δυνατότητα της εταιρείας και τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό της (μπροστά στον οποίο δεν αντέχουν την σύγκριση ούτε κι οι εγκαταστάσεις της γερμανικής Rheimentall, που είναι βασικός ανταγωνιστής της κι ενδιαφερόμενος αγοραστής) είναι οι πατέντες που έχει αναπτύξει για όλμους 81 χιλιοστών και τα συστήματα ταχείας αλλαγής κάνης (ΤΑΚ) για πυροβόλα. Όλα αυτά είναι έρευνα, ανάπτυξη, πιστοποίηση και κατασκευή ΕΑΣ! Αυτή η τεχνογνωσία κινδυνεύει με εξαφάνιση σε περίπτωση που υλοποιηθούν τα ακραία σχέδια της Τρόικας και κλείσουν ή πουληθούν σε ιδιώτες τα εργοστάσια της ΕΑΣ στον Υμηττό, το Αίγιο, το Λαύριο, την Μάνδρα ή την Ελευσίνα.

Πολλαπλά επιζήμια όμως θα αποδειχθεί ακόμη κι η ιδιωτικοποίηση των δύο θυγατρικών των ΕΑΣ, που δεν παράγουν αμιγώς πολεμικό υλικό: της Ηλεκτρομηχανικής Κύμης που παράγει κράνη, αλεξίσφαιρα γιλέκα και υλικά ραδιοβιοχημικού πολέμου και της Μεταλλουργικής Βιομηχανίας Ηπείρου, η οποία ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από τον Γ. Αβέρωφ με σκοπό να φτιάχνει το πρώτο στάδιο από κάλυκες διάφορων διαμετρημάτων (επονομαζόμενο και κνάθιο). Η Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου όσο ήταν στα χέρια των ιδιωτών παράπαιε (ιστορική λεπτομέρεια που παρά την συχνότητα με την οποία απαντάται σε πολλές κρατικοποιημένες εταιρείες σχεδόν πάντα αγνοείται από τους υπέρμαχους των ιδιωτικοποιήσεων) μέχρι που την αγόρασε το κράτος. Από την συγκεκριμένη εταιρεία μιλήσαμε με τον Κώστα Παπαϊωάννου, εκπρόσωπο των εργαζομένων στη διοίκηση. «Όποιος λέει και πιστεύει ότι θα μας αγοράσει ιδιώτης και δεν θα μας κλείσει σε λίγους μήνες ή σε λίγα χρόνια λέει ψέματα. Η Μεταλλουργική Ηπείρου καταφέρνει και δίνει επί χρόνια δουλειά σε 60 άτομα στην άκρη της Ελλάδας, κοντά στα αλβανικά σύνορα. Η μοναδική συναφής επιχείρηση είναι του Στασινόπουλου, η Βιοχάλκο, η οποία μεταφέρθηκε στην Βουλγαρία. Αν αυτός αγοράσει την Μεταλλουργική γιατί να συνεχίσει να την κρατάει εδώ;», λέει ο Κώστας Παπαϊωάννου που επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια οι μισθοί του προσωπικού έχουν μειωθεί κατά 60-70%, ενώ από το 2010 δεν έχουν πάρει ούτε ένα ευρώ από το κράτος. Και συνεχίζει: «Η φιλολογία που έχει αναπτυχθεί πρόσφατα ότι εμείς δεν υπαγόμαστε στο αμυντικό σκέλος, κι εύκολα επομένως ή χωρίς σοβαρές επιπτώσεις μπορούμε να ιδιωτικοποιηθούμε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Γιατί, μπορεί να παράγουμε συστηματικά τα τελευταία χρόνια δισκία κερμάτων του ευρώ, δεχόμενοι μάλιστα παραγγελίες από νομισματοκοπεία χωρών όπως η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Φινλανδία ακόμη κι η Γερμανία που δείχνουν την ποιότητα της εξειδίκευσής μας, ταυτόχρονα όμως συνεχίζουμε να εκτελούμε παραγγελίες αμυντικού υλικού όπως για παράδειγμα από το Αμερικάνικο Ναυτικό, που αφορά κάλυκες διαμετρήματος 556. Αν δεν εκτελέσουμε εμείς αυτές τις παραγγελίες, θα πάνε έξω. Κάποιος άλλος θα τις πάρει από τους ανταγωνιστές μας, χάνοντας πολύτιμο συνάλλαγμα!»

Ποιος ευνοείται επομένως από μια τέτοια εξέλιξη που θα ερημώσει την επαρχία και θα εξαφανίσει μια τεχνογνωσία που χρειάστηκαν δεκαετίες για να οικοδομηθεί; Το σημαντικότερο ωστόσο είναι το πλήγμα που θα επέλθει στην αμυντική θωράκιση της Ελλάδας στην περίπτωση που οι δημόσιες αμυντικές της βιομηχανίες κλείσουν είτε απ’ ευθείας, με την μέθοδο του ξαφνικού θανάτου, ή αφού πρώτα πουληθούν σε ιδιώτη. Η ύπαρξη αυτών των μονάδων συνέβαλε στην αμυντική θωράκιση της Ελλάδας, προσφέροντας μια σχετική ανεξαρτησία, ετοιμότητα κι όλα αυτά στο χαμηλότερο δυνατό κόστος. Η συγκεκριμένη ωστόσο πλευρά πουθενά δεν αναλύθηκε. Τρόικα και κυβέρνηση δεν είπαν πόσο θα στοίχιζαν οι παραγγελίες των ενόπλων δυνάμεων αν εκτελούνταν από άλλες ιδιωτικές βιομηχανίες ή δίνονταν στο εξωτερικό στην Rheimentall, την KMW, την Mercedes ή την MAN

Τέλος, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι οι ολέθριες συνέπειες από το κλείσιμο της ΕΛΒΟ, των ΕΑΣ και της ΛΑΡΚΟ θα γίνουν αισθητές σε όλη την κλίμακα της οικονομίας, λόγω του ότι επί δεκαετίες σε αυτές τις μονάδες δημιουργούταν τεχνογνωσία που σπάνια συναντιέται σε άλλες επιχειρήσεις και σε άλλους κλάδους. Ειδικά η αμυντική βιομηχανία είναι ευρέως γνωστό ότι αποτελεί πειραματικό εργαστήριο όπου δοκιμάζονται κι εφαρμόζονται τεχνολογίες αιχμής οι οποίες στη συνέχεια κι ενίοτε έπειτα από πολλά χρόνια διαχέονται και στην υπόλοιπη οικονομία. Με άλλα λόγια η ελληνική οικονομία, που πολύ εύκολα απαξιώνεται με επιδερμικούς αφορισμούς ότι δεν παράγει τίποτε, ότι είναι απαρχαιωμένη ή αποκλειστικά και μόνο οικονομία υπηρεσιών, χαμηλής ειδίκευσης κι άλλα τέτοια διέθετε το προνόμιο να φιλοξενεί πρωτοπόρες μονάδες ακόμη και με διεθνή κριτήρια. Αυτές οι μονάδες τώρα κινδυνεύουν να κλείσουν για τον απλό λόγο ότι οι αποικίες δεν χρειάζονται αμυντική βιομηχανία…

Τότε όμως από πού θα επέλθει η περιλάλητη ανάπτυξη της οικονομίας; Αν βιομηχανίες που δεν έχουν ακόμη και προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες κλείνουν η μια μετά την άλλη, πότε θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, πότε θα αφήσουμε πίσω τα σκοτεινά χρόνια της συρρίκνωσης της οικονομίας; Μάλλον ποτέ… 

Αβεβαιότητα για τη διεθνή οικονομία (Διπλωματία, 1ος/2009)

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ 

Ένα ερώτημα πλανιέται πάνω απ’ όλο τον κόσμο στην αυγή της νέας δεκαετίας: Θα είναι οριστική η έξοδος από την ύφεση που με σαφήνεια καταγράφηκε το 2009 μεταξύ δευτέρου και τρίτου τριμήνου; Ή, αποτελεί μόνο το τέλος του πρώτου μέρους της κρίσης, με τα χειρότερα να ακολουθούν;

Το 2009 η παγκόσμια οικονομία βυθίστηκε στην κόλαση και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ξαναείδε τον παράδεισο. Η είσοδος του 2009 φαινόταν να ισοδυναμεί με κινούμενη άμμο, την ίδια εκείνη κινούμενη άμμο που τον Σεπτέμβριο του 2008 είχε παρασύρει την Lehman Brothers. Το πρώτο τρίμηνο του έτους, η πτώση της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής κατά 20%, των εξαγωγών της Ιαπωνίας κατά 50% και της τιμής του πετρελαίου από τα 147 δολ. το βαρέλι που ήταν το καλοκαίρι του 2008 στα 35 δολ. έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι το 2009 η παγκόσμια οικονομία θα βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση.

Τα πράγματα τελικά εξελίχθηκαν καλύτερα και όλες οι οικονομίες μέχρι το τέλος του 2009 εξήλθαν τυπικά της ύφεσης καταγράφοντας θετικούς – έστω και οριακά – ρυθμούς μεγέθυνσης. Τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά. Η έξοδος από την ύφεση κι η αργή αλλά σταθερή βελτίωση των ρυθμών μεγέθυνσης δεν μπορεί να συγκαλύψει τις πρωτοφανείς μετατοπίσεις που σημειώθηκαν, ως αποτέλεσμα της περιδίνησης της κρίσης, σε τέσσερις  κατευθύνσεις, οι δύο πρώτες εκ των οποίων αμφισβητούν τον οριστικό χαρακτήρα της εξόδου από την κρίση: Αρχικά, στην ανάδυση ενός μοντέλου μεγέθυνσης πολύ πιο άδικου κοινωνικά από το προηγούμενο καθώς θα συνοδεύεται από υψηλή ανεργία. Δεύτερο, στην μετάσταση της κρίσης στα δημόσια οικονομικά, που ανέλαβαν το κόστος της εξόδου από την κρίση. Τρίτο, στην μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας από τη Δύση στην Ανατολή και, τέταρτο, στην αναβάθμιση του κύρους του εθνικού κράτους και την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας των αγορών.

Λίγες ημέρες μετά τις πανηγυρικές εκδηλώσεις στο Βερολίνο για την συμπλήρωση 20 χρόνων από την πτώση του Τείχους η Παγκόσμια Υπηρεσία του βρετανικού δικτύου του BBC διενήργησε μια δημοσκόπηση για να διαπιστώσει το κύρος που χαίρει η ελεύθερη οικονομία. Προς έκπληξη πολλών, το 51% από τους 30.000 ερωτηθέντες απάντησε πως ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς αντιμετώπιζε εγγενή προβλήματα που έπρεπε να λυθούν με ρύθμιση και μεταρρυθμίσεις. Το 23% ζητούσε ένα εντελώς νέο σύστημα, ποσοστό που στη Γαλλία άγγιζε το 47%. Στις περισσότερες δε από τις μισές χώρες η συντριπτική πλειοψηφία ήθελε οι κυβερνήσεις τους να πάρουν οι ίδιες τον έλεγχο των μεγάλων βιομηχανιών, ενώ το 67% του συνόλου ζητούσε από το κράτος να παρέμβει πιο αποφασιστικά στην αναδιανομή του πλούτου.

Είναι εμφανές ότι τα εντελώς απροσδόκητα αυτά αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να είχαν καταγραφεί σε παλιότερες χρονικές περιόδους, όταν άπαντες υποκλίνονταν στην ελεύθερη αγορά και την ιδιωτική οικονομία. Το κράτος αποκατέστησε το χαμένο του κύρος υπό το βάρος δύο εξελίξεων: της παταγώδους, καταστροφικής αποτυχίας των απορρυθμισμένων αγορών και επίσης των σωτήριων παρεμβάσεών του με τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης τα οποία αποκατέστησαν ξανά την ομαλή κυκλοφορία στις αρτηρίες του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Τρία διαφορετικά και πολύ πρόσφατα γεγονότα, που δεν συνδέονται μεταξύ τους, επιβεβαιώνουν το αναβαθμισμένο κύρος του εθνικού κράτους και την επιστροφή της πολιτικής. Το πρώτο συνέβη στην Ισλανδία, όταν την Τρίτη 5 Ιανουαρίου ο πρόεδρος της χώρας άσκησε το δικαίωμα αρνησικυρίας που διέθετε στην απόφαση της κυβέρνησης να φεσώσει τον κάθε κάτοικο της χώρας με 20.000 ευρώ για να αποζημιωθούν οι Άγγλοι κι οι Ολλανδοί που έχασαν τις αποταμιεύσεις τους τον Οκτώβριο του 2008 με την κατάρρευση της Icesave. Η υπερήφανη στάση των Ισλανδών και μέρους του πολιτικού τους κόσμου, που θα επιβεβαιωθεί και με δημοψήφισμα, αμφισβητεί την προτεραιότητα που δίνουν οι περισσότερες κυβερνήσεις στις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας ακόμη κι όταν αυτές λειτουργούν καταστρεπτικά για το μέλλον της, φαλκιδεύοντας την μελλοντική της ανάπτυξη. Το δεύτερο περιστατικό συνέβη στην Αργεντινή με την απόφαση της προέδρου, Κριστίνα Κίρχνερ, να απολύσει τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας, επειδή αρνούταν να εκτελέσει τις πολιτικές της αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας επικαλούμενος την ανεξαρτησία του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος, που έχει εξελιχθεί σε ασυδοσία. Η απόλυση του Μαρτίν Ρεδράδο, που ακυρώθηκε λίγα 24ωρα μετά από το συνταγματικό δικαστήριο της χώρας, είναι βέβαιο ότι θα σκόρπισε χαρά σε πολλά προεδρικά μέγαρα της γηραιάς ηπείρου, που δεν χάνουν ευκαιρία να βάλλουν εναντίον των υπερεξουσιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία λειτουργώντας  με αποκλειστικό κριτήριο την συγκράτηση του πληθωρισμού, υποσκάπτει συστηματικά την ανάπτυξη, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Ο γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζύ, για παράδειγμα έχει επανειλημμένες φορές ζητήσει την πολιτική λογοδοσία της ΕΚΤ. Το έπραξε ξανά και στις 7 Ιανουαρίου σε ένα διεθνές συνέδριο με τίτλο Νέα Τάξη – Νέος Καπιταλισμός, όπου δήλωσε ότι το Παρίσι θα καταστήσει την πολιτική των συναλλαγματικών ισοτιμιών κεντρικό θέμα της γαλλικής προεδρίας στην Ομάδα των 8 και των 20 πλουσιοτέρων κρατών της γης (G8 και G20), ζητώντας να αφαιρεθεί προφανώς αυτή η λειτουργία από τις αγορές και τις κεντρικές τράπεζες.

Ο γάλος πρόεδρος δεν έχασε την ευκαιρία να επιτεθεί εναντίον της διπλής απειλής που συνιστούν για το ευρώ από τη μια το δολάριο («δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας στην Ευρώπη και το δολάριο να χάνει το 50% της αξίας του έναντι του ευρώ», τόνισε) κι από την άλλη το υποτιμημένο κινέζικο νόμισμα που δίνει μια τρομερή ώθηση στις κινέζικες εξαγωγές. Η επίθεσή του κατά της συναλλαγματικής πολιτικής του Πεκίνου εκφράζει την εντεινόμενη ανησυχία της Δύσης από την άνοδο της οικονομικής επιρροής της Κίνας κι ευρύτερα της Ανατολής, όπως πιστοποιείται από πολλά γεγονότα. Σημαντικότερο όλων ήταν η κατάκτηση από το Πεκίνο του πρώτου βάθρου στις παγκόσμιες εξαγωγές το οποίο μέχρι πέρυσι κι επί δεκαετίες κατείχε η Γερμανία. Το 2009 ήταν κακή χρονιά για τον ανταγωνισμό της Γερμανίας με την Κίνα γιατί η ατμομηχανή της Ευρώπης παρέδωσε επίσης στον ασιατικό γίγαντα και το τρίτο βάθρο που κατείχε στην παγκόσμια οικονομική κατάταξη, μετά τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Διατυπώνονται δε βάσιμες προβλέψεις πως φέτος η Κίνα θα κατακτήσει και το δεύτερο βάθρο, εκπαραθυρώνοντας αυτή τη φορά την Ιαπωνία. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης πως η Κίνα έπαιξε το ρόλο που παραδοσιακά ανήκε στις ΗΠΑ, απορροφώντας τις εξαγωγές των ασιατικών χωρών, με αποτέλεσμα να αποκτά βάθος η οικονομική ενοποίηση της Ασίας και αυξημένο πολιτικό κύρος η Κίνα που γίνεται ατμομηχανή εξόδου της ηπείρου από την κρίση. Έτσι, για παράδειγμα, οι εξαγωγές της Νότιας Κορέας τον Δεκέμβρη στην Κίνα σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου χρόνου αυξήθηκαν κατά 94%, της Ταϊβάν κατά 91%, της Μαλαισίας κατά 93%, κοκ, όταν οι εισαγωγές αυτών των χωρών στις ΗΠΑ και την ΕΕ συνέχισαν να μειώνονται ή παρέμειναν στάσιμες. Συνολικά οι εισαγωγές της Κίνας τον Δεκέμβρη αυξήθηκαν κατά 56% και το ΑΕΠ της κατά 8%, ως αποτέλεσμα του δημοσιονομικού πακέτου στήριξης που εκταμίευσε το Πεκίνο για να τονώσει την οικονομία, ύψους 586 δισ. δολ.

Η Κίνα όμως δεν ήταν η μοναδική χώρα που ξόδεψε μυθικά ποσά για να στηρίξει τον ιδιωτικό τομέα, σε ένα πρόγραμμα κρατικής παρέμβασης χωρίς προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες. Η διαφορά της Κίνας με τις υπόλοιπες χώρες ήταν πως εκεί τα χρήματα διοχετεύθηκαν στην οικονομία, τονώνοντας την ενεργό ζήτηση όπως φαίνεται από τα παραπάνω στοιχεία. Στις περισσότερες χώρες αντίθετα του ΟΟΣΑ και σίγουρα στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ είδαμε το εξής παράδοξο: Τα δημόσια ταμεία να αδειάζουν, οι τιμές των μετοχών να απογειώνονται και από την άλλη το διαθέσιμο εισόδημα να βυθίζεται και η ανεργία να εκτοξεύεται.

«Το αποτέλεσμα των χρηματοδοτικών πακέτων σε κάθε σχεδόν χώρα από την ομάδα των 20 μεγαλύτερων χωρών ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε επίπεδα τόσο υψηλά ώστε δεν θα υπάρχουν τα πολεμοφόδια για να διεξαχθεί άλλος οικονομικός πόλεμος και ένας λογαριασμός για να καθαρισθεί αυτή η ακαθαρσία τον οποίο οι φορολογούμενοι θα νιώθουν ακόμη και στην επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα ελλείμματα των προηγμένων κρατών ανέρχονταν στο 1,9% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένεται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να εκτιναχθεί από ένα μέσο όρο της τάξης του 78% το 2007 στο 118% το 2014», ανέφεραν οι Financial Times στις 26 Νοέμβρη 2009. Με τις εκτιμήσεις τους φαίνεται καθαρά ότι τα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν αποτελούν την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Οι αιτίες τους πρέπει να αναζητηθούν στις αποστολές διάσωσης κατεπείγοντος μάλιστα χαρακτήρα που ανέλαβε το κράτος την τελευταία διετία σε Ανατολή και Δύση, για να αποτρέψει μια συστημική κατάρρευση. Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στις ΗΠΑ, με τις περισσότερες πολιτείες (Καλιφόρνια, Μίτσιγκαν, κ.α.) να βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, απολύοντας δημόσιους υπαλλήλους και περικόπτοντας μαζικά κοινωνικές δαπάνες για υγεία και παιδεία.

Τα χρήματα που δαπάνησε όμως το κράτος δεν κατευθύνθηκαν στην παραγωγική οικονομία, αλλά στην πλασματική, σε τράπεζες και χρηματιστήρια που φέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Έτσι, το 2009 στις ΗΠΑ ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones έκλεισε με κέρδη 19% κι ο δείκτης των εταιρειών νέων τεχνολογιών με κέρδη 22%. Το ίδιο και στην Ευρώπη: ο γαλλικός δείκτης CAC 40 έκλεισε με κέρδη 22%, ο γερμανικός DAX με κέρδη 34% κι ο βρετανικός FTSE με κέρδη 22%, που δεν είχε καταγράψει ποτέ άλλοτε από το 1997! Πραγματικό πάρτι την ίδια ώρα που η παραγωγή μειώθηκε τον χρόνο που μας πέρασε στην Αγγλία κατά 5,8% και το βρετανικό δημόσιο το 2009 και το 2010 θα δανειστεί συνολικά περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει δανειστεί η βρετανική κυβέρνηση από το 1692 μέχρι το 1997!

Στην πραγματική οικονομία όμως η μία αρνητική είδηση διαδέχεται την άλλη. Στην ΕΕ η ανεργία το Νοέμβριο έπληττε 15,7 εκ. εργαζόμενους φθάνοντας το 10%. Κι ήταν η πρώτη φορά αφότου εισήχθηκε το ευρώ που η ανεργία στην ευρωζώνη άγγιξε διψήφια ποσοστά. Συνέβη μάλιστα αυτό όταν η παραγωγή είχε αρχίσει να αυξάνεται! Στο ίδιο ακριβώς ποσοστό βρέθηκε η επίσημη ανεργία και στις ΗΠΑ. Υπολογίζεται μάλιστα πως αν συμπεριληφθούν κι όσοι έπαψαν να ψάχνουν για δουλειά λόγω απογοήτευσης η πραγματική ανεργία ξεπερνάει σημαντικά το 10%. Τα χειρότερα ωστόσο έπονται. «Η ανεργία στην ευρωζώνη αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνει μέχρι το μέσο του χρόνου, ενώ η ανεργία στις ΗΠΑ είναι πιθανό να μείνει στο επίπεδο του 10% ή ελαφρώς υψηλότερα από τώρα μέχρι το καλοκαίρι», ανέφεραν οι Financial Times από την πρώτη τους κιόλας σελίδα στο φύλο του Σαββατοκύριακου 9 – 10 Ιανουαρίου 2010. Η δραματική εικόνα συμπληρώνεται από τις εύστοχες παρατηρήσεις του νέου προέδρου της ΕΕ, Χέρμαν Βαν Ρομπέι, στο συνέδριο του Χριστιανοκοινωνικού κόμματος της Γερμανίας στις αρχές Ιανουαρίου, ο οποίος τόνισε πως η μείωση των επενδύσεων κι η άνοδος της ανεργίας αποκτούν ενδημικό χαρακτήρα στην Ευρώπη, ενώ σε ορισμένες χώρες όπως στην Ιταλία, την Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο υπάρχει «ταχεία αποβιομηχάνιση».

Αν συνθέσουμε την παραπάνω άκρως νοσηρή εικόνα, δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα της ευρύτερης κρίσης – απογείωση των τιμών των μετοχών στα χρηματιστήρια ως αποτέλεσμα των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης – και αύξησης της ανεργίας με αποψίλωση της παραγωγικής βάσης, τότε το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει και νέα κρίση, αλλά μόνο το πότε θα ξεσπάσει…