Λογιστικός έλεγχος για την διαγραφή του χρέους (Εφημερίδα των Συντακτών, 27.1.2014)

frΗ Πρωτοβουλία για Συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 2011, με σκοπό να διεκδικήσει τον λογιστικό έλεγχο του δημόσιου χρέους, μέσα από την συγκρότηση μιας αντίστοιχης επιτροπής, που θα διευκολύνει, θωρακίζοντας νομικά, την διαγραφή όλου ή του μεγαλύτερου μέρους του. Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτελέσει τον σκοπό της είναι η σχετική επιτροπή να έχει εξοπλιστεί με τις απαραίτητες αρμοδιότητες από την κυβέρνηση, ώστε να μπορεί να έχει πρόσβαση σε δημόσια αρχεία για να ελέγξει ομολογιακές εκδόσεις, κρατικές προμήθειες, συμβάσεις, κ.λπ. Αναγκαίο να τονιστεί ότι κρίσιμο στοιχείο είναι η ανεξαρτησία της από το κράτος και τους μηχανισμούς του και η λογοδοσία της στην κοινωνία, για να μην καταντήσει κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Κάτι τέτοιο δεν έγινε μέχρι στιγμής για πολιτικούς λόγους, όπως ξέρουμε.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Υποσχεθήκαμε αρχικά να προχωρήσουμε σε δικές μας επεξεργασίες αξιοποιώντας δευτερογενείς πηγές (πχ δημοσιεύματα Τύπου). Έγινε σε ένα περιορισμένο βαθμό. Ενδεικτικά, σε εκδήλωση τον Δεκέμβριο του 2011, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ παρουσιάστηκαν δύο πορίσματα που αφορούσαν την σχέση γερμανικών επανορθώσεων και χρέους κι επίσης τον τρόπο που η ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ επηρέασε το δημόσιο χρέος. Σε εξέλιξη είναι κι άλλες έρευνες, όπως για παράδειγμα ο τρόπος που οι ιδιωτικοποιήσεις συνέβαλλαν στην αύξηση του δημόσιου χρέους, αντίθετα με ό,τι επικαλείται ο νεοφιλελευθερισμός.

Εν τω μεταξύ η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους μέσω του PSI+ τον Μάρτιο του 2012 που άλλαξε άρδην το προφίλ με αποτέλεσμα το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του πλέον να οφείλεται στον Μηχανισμό Στήριξης, όταν παλιά ήταν ομολογιακό, διευκόλυνε την αποκάλυψη του απεχθούς χαρακτήρα του χρέους. Η μη κύρωση από τη βουλή των δύο δανειακών συμβάσεων, κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, και άλλα επιχειρήματα που αναφέρουμε σε σχετικά πρόσφατες ανακοινώσεις μας και υπάρχουν στην ιστοσελίδα (elegr.gr) τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό μας ότι τα δάνεια της Τρόικας μπορούν να χαρακτηριστούν απεχθή, από μια Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, εξουσιοδοτημένη φυσικά με σχετικές αρμοδιότητες. Η δουλειά του λογιστικού ελέγχου υπό το πρίσμα της θεμελιώδους αλλαγής της σύνθεσης του χρέους έγινε, επομένως, πιο απλή. (Προς επίρρωση, ακόμη, οι δηλώσεις και η αρθρογραφία κορυφαίων καθηγητών δημοσίου δικαίου για τον αντισυνταγματικό χαρακτήρα των δανειακών συμβάσεων, η σύγκρουσή τους με το διεθνές δίκαιο, κ.λπ.). Αναγκαίο ωστόσο να ειπωθεί ότι κι αυτό το έργο για να έχει νόημα πρέπει να αποκρυσταλλωθεί στο πλαίσιο μιας επιτροπής επιφορτισμένης με αυτό το ρόλο. Κι όχι από μια πρωτοβουλία πολιτών ή στο πλαίσιο αρθρογραφίας και ανακοινώσεων, όπως έχει ήδη γίνει, προφανώς ανολοκλήρωτα.

Επιπλέον, τα προηγούμενα χρόνια η Πρωτοβουλία για τη Συγκρότηση Επιτροπής Ελέγχου προχώρησε σε πολλές δημόσιες εκδηλώσεις που στόχο είχαν να στηριχθούν οι κοινωνικοί αγώνες ενάντια στα Μνημόνια και το χρέος. Αναφέρω ενδεικτικά τον κύκλο εκδηλώσεων Κοινωνία υπό Κατασκευή Ι και ΙΙ (χειμώνας – άνοιξη 2012 και 2013) και Κοινωνία υπό κατασκευή ΙΙΙ που ήδη έχει ξεκινήσει, με την Εφημερίδα των Συντακτών να περιλαμβάνεται στους χορηγούς επικοινωνίας, όπως και πέρυσι.

Παρόλα αυτά, γνωρίζουμε ότι τα όσα κάναμε είναι αναντίστοιχα της πρόκλησης που δεχθήκαμε ως κοινωνία και λίγα για να αποκαλυφθεί ο απεχθής χαρακτήρας του δημόσιου χρέους, έτσι ώστε να μην πληρωθεί. Τουλάχιστον όμως συμβάλαμε στην απονομιμοποίησή του, κάνοντας γνωστό στην κοινωνία και κάθε άλλον ενδιαφερόμενο τον πιο εύκολο τρόπο για να διαγραφεί το χρέος και να μην ζήσουμε σαν δούλοι!

Παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους! (Επίκαιρα, 19-23 Δεκεμβρίου 2013)

hitΤο μόνο που απαιτείται είναι πολιτική βούληση!

Σε εφιάλτη χωρίς τέλος έχει εξελιχθεί η διαχείριση του δημόσιου χρέους από το 2010, όταν η τύχη του εναποτέθηκε στα χέρια των πιστωτών. Ακόμη και τώρα, 3,5 ολόκληρα χρόνια μετά την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου που συνόδευσε το πρώτο δάνειο, το ελληνικό πολιτικό σύστημα κρέμεται για πολλοστή φορά από τα γερμανικά χείλη για να μάθει τι ακριβώς θα αποφασίσει το Βερολίνο για το χρέος, με την «ώρα της κρίσης» εσχάτως (αφού όλοι αναμέναμε το φθινόπωρο του 2013 μετά τις γερμανικές εκλογές) να έχει μετατεθεί για το καλοκαίρι του 2014, αφού θα έχουν ολοκληρωθεί κι οι ευρωεκλογές. Έστω κι έτσι όμως αυτό που ομολογείται από κάθε πλευρά, από το Βερολίνο που αποφασίζει για την ΕΕ, την Ουάσινγκτον όπου έχει την έδρα του το ΔΝΤ και την ελληνική κυβέρνηση που απλά περιμένει να της ανακοινωθούν οι αποφάσεις, είναι ότι το δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο. Τα μεγέθη είναι εξόχως αποκαλυπτικά, όσο κι αν τα καλύπτει ένα πέπλο σιωπής, σε εμφανή αντίθεση με ό,τι συνέβαινε για παράδειγμα το 2010 όταν έπρεπε να δημιουργηθεί η αναγκαία συναίνεση για να γίνουν δεκτά τα Μνημόνια από την ελληνική κοινωνία, σαν να επρόκειτο για την μία και μοναδική θεραπεία απέναντι στον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε. Με βάση λοιπόν την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού που ψηφίστηκε από την Βουλή το Σάββατο 7 Νοεμβρίου, το δημόσιο χρέος φέτος θα φτάσει τα 321 εκ. ευρώ (175,5% του ΑΕΠ), ενώ τον επόμενο χρόνο, το 2014, αν δεν γίνει καμία άλλη παρέμβαση αναμένεται να φτάσει τα 320 εκ. (174,8%). Η Ελλάδα δηλαδή θα συνεχίσει να έχει ένα δημόσιο χρέος πολύ πάνω (κατά 50% μεγαλύτερο σχεδόν) του ορίου του 120% που διασφαλίζει την βιωσιμότητα του. Είναι προφανές επομένως ότι επιβάλλεται μια σημαντική του μείωση.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το ερώτημα ωστόσο είναι υπό ποιούς όρους θα γίνει αυτή η μείωση. Γιατί κι η διαγραφή χρέους, ύψους 105 δισ. ευρώ, που συνόδευσε την αναδιάρθρωση του Μαρτίου του 2012 δεν ήταν καθόλου αμελητέα. Ήταν για παράδειγμα σημαντικά μεγαλύτερης αξίας από την αναδιάρθρωση στο αργεντίνικο χρέος το 2001, που αφορούσε το 93% σε ένα χρέος ύψους 100 δισ. δολ., κι η οποία τότε είχε χαρακτηριστεί ως η μεγαλύτερη στην ιστορία. Η αναδιάρθρωση του 2013 υπό άλλους όρους, αν δηλαδή δεν συνοδευόταν από τους τιμωρητικούς όρους του δευτέρου Μνημονίου (έτσι ώστε καμία άλλη χώρα στο εξής να μην ζητήσει ανάλογη διευκόλυνση) και επίσης από ένα επιπλέον δάνειο ύψους 109,1 δισ. ευρώ, θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί επωφελής για τα δημόσια οικονομικά, ελαφρύνοντας κατ’ επέκταση τους φορολογούμενους και δημιουργώντας εκείνο το αναγκαίο περιθώριο για την άσκηση αναδιανεμητικής, επεκτατικής πολιτικής.

Επικίνδυνοι Τρόικα και δανειστές

Το σημαντικότερο συμπέρασμα επομένως που εξάγεται για την επικείμενη αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους είναι ότι στον βαθμό που θα αποφασιστεί από τους πιστωτές, δηλαδή την Τρόικα που αποτελεί πιστό τους όργανο, θα σημάνει νέα δεινά για τους φορολογούμενους. Υπό το βάρος λοιπόν της δραματικής εμπειρίας που έχει αποκομίσει μέχρι σήμερα ο ελληνικός λαός από τις προηγούμενες «διασώσεις» του, το αβίαστο και λογικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η τύχη του δημόσιου χρέους δεν πρέπει να εναποτεθεί ξανά στους πιστωτές. Αυτό αντίθετα που πρέπει να γίνει είναι με όρους κυρίαρχου κράτους η Ελλάδα να προχωρήσει σε άμεση παύση πληρωμών, χωρίς καμία συνεννόηση με τους δανειστές, μέσα δηλαδή από μονομερείς ενέργειες.

Καμία χώρα που το έπραξε στο πολύ πρόσφατο παρελθόν δεν μετάνοιωσε. Η Ρωσία το 1999, η Αργεντινή το 2001, ο Ισημερινός το 2008 και πιο πρόσφατα, το 2010, η Ισλανδία είδαν πολύ σύντομα το δημόσιο χρέος τους να μειώνεται, την οικονομία τους να αναπτύσσεται, την ανεργία να πέφτει και να αποχαιρετούν οριστικά το καθεστώς του κράτους-παρία που τους είχε καταδικάσει η υπερχρέωση και η υποτέλεια στους ξένους δανειστές. Οι «καλοί μαθητές» αντίθετα συνεχίζουν να περιδινίζονται στην ίδια κρίση.

Μια ελληνική κυβέρνηση που θα θέτει σε προτεραιότητα τα συμφέροντα του ελληνικού λαού και της ίδιας της χώρας μπορεί να επικαλεστεί ένα πλήθος εύλογων και διεθνώς αποδεκτών οικονομικο-πολιτικών και νομικών επιχειρημάτων για να δικαιολογήσει μια απόφαση παύσης πληρωμών. Διαδικασία αναγκαία καθώς πρόκειται για διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας κι όχι για διαδικασίες που αφορούν το εσωτερικό της, οπότε ένας νόμος θα ήταν αρκετός. Κάτι για παράδειγμα που μπορεί να συμβεί με τα μνημόνια κι όλο το εφιαλτικό οικοδόμημα που δημιούργησαν, τα οποία μπορούν να καταργηθούν με ένα νόμο της ελληνικής βουλής με απλή πλειοψηφία δηλαδή. Αρκεί να υπάρχει η ανάλογη πολιτική βούληση…

 Ευθύνη των πιστωτών

Το πρώτο βήμα στην τεκμηρίωση της απόφασης μονομερούς παύσης πληρωμών δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τις τεράστιες ευθύνες των πιστωτών για την τραγική κατάσταση που έχει φθάσει η Ελλάδα σε ό,τι αφορά το επίμαχο θέμα: το δημόσιο χρέος! Η ακαταλληλότητα των μέχρι σήμερα αρμόδιων να αποφασίζουν για το χρέος (ΕΕ, ΔΝΤ) τεκμαίρεται από την αποκλειστική ευθύνη που τους βαραίνει για τον εκτροχιασμό του. Όταν έπρεπε να αποσπαστεί η σιωπηρή έστω συναίνεση του ελληνικού λαού για τα Μνημόνια τότε ήταν στη μόδα η ρήση του Πάγκαλου «όλοι μαζί τα φάγαμε». Έτσι επιχειρήθηκε να εξηγηθεί γιατί το δημόσιο χρέος έφτασε στο 129% του ΑΕΠ ή τα 300 δισ. ευρώ, που ήταν τον Οκτώβριο του 2009, αφήνοντας προς το παρόν ασχολίαστα τα μαγειρέματα που έκανε η ελληνική στατιστική υπηρεσία μαζί με την Γιουροστάτ για να αυξηθεί το δημόσιο χρέος από το 115% που ήταν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2009. (Ένας πονοκέφαλος δεν δικαιολογεί χημειοθεραπεία, αντίθετα η διάγνωση καρκίνου, ακόμη κι αν είναι πλαστή, την εμφανίζει επιβεβλημένη…)Τώρα όμως που το δημόσιο χρέος έχει καταγράψει την μεγαλύτερη αύξηση που έχει παρατηρηθεί ποτέ μέσα σε μια τόσο σύντομη χρονική περίοδο ποιός φταίει; Η απόδοση της ευθύνης στον λαό που έχει ματώσει θα ήταν θράσος, ύβρις. Αποκλειστικός υπεύθυνος επομένως είναι η Τρόικα. Μόνη της σχεδίαζε και ανακοίνωνε τα Μνημόνια, με τους έλληνες υπουργούς από την πρώτη κυβέρνηση του Παπανδρέου (των …αντιεξουσιαστών) μέχρι τώρα να αρκούνται στην απόφαση για το πότε θα ψηφισθούν από την Βουλή οι όροι τους, χωρίς να είναι κι αυτό πάντοτε αναγκαίο. Μια πράξη νομοθετικού περιεχομένου ή μια υπουργική απόφαση πολλές φορές αρκούσε…

Η δημόσια παραδοχή του ΔΝΤ, τον Ιούνιο του 2013, για το «λάθος» του στο ελληνικό πρόγραμμα αποτελεί πρώτης τάξης επιχείρημα ακόμη και για εκείνους που δεν είχαν χρόνο να διαβάσουν το πρώτο μνημόνιο (Μάιος 2010) ώστε να γνωρίζουν την απόσταση που χωρίζει την πραγματικότητα από τις προβλέψεις του ή δεν θυμούνται τι πρόβλεπε: η ανεργία θα έφθανε στο υψηλότερο της σημείο, 15%, το 2012 και μετά θα μειωνόταν, το ΑΕΠ φέτος θα αυξανόταν κατά 2,8% (σελ. 9), το δημόσιο χρέος φέτος θα ήταν 149% του ΑΕΠ (σελ. 13), κ.α. Στο πλαίσιο μίας τέτοιας παταγώδους αποτυχίας στις προβλέψεις γιατί η Ελλάδα να συνεχίσει να δεσμεύεται από τους υπόλοιπους όρους που περιλαμβάνονται στο πρώτο Μνημόνιο και αφορούν την αποπληρωμή των δόσεων;

Τα πράγματα είναι ακόμη πιο ευνοϊκά για την Ελλάδα λόγω του ότι όλο το πρόγραμμα εξ αρχής δεν σχεδιάστηκε για να σώσει τον ελληνικό λαό, αλλά τις τράπεζες και τους πιστωτές. Η σκοπιμότητα και ο δόλος που υπήρχε πίσω από τον σχεδιασμό του προγράμματος διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε το ελληνικό δημόσιο να μπορεί να το καταγγείλει και αρνηθεί να σεβαστεί τις υποχρεώσεις που προκύπτουν, φαίνεται πεντακάθαρα στις τρεις κορυφαίες στιγμές του: Κατά την εκκίνησή του, όταν βεβαιωμένα πια ευνοούσε τις ξένες τράπεζες που είχαν επενδύσει σε ελληνικά ομόλογα, κατά την αναδιάρθρωση του Μαρτίου του 2012 και σήμερα όταν είναι γνωστό που έχουν πάει τα χρήματα των δόσεων.

Με βάση απάντηση που έλαβε σε ερώτησή του τον Σεπτέμβριο του 2012 ο βουλευτής της ΝΔ, Προκόπης Παυλόπουλος, βεβαιώνεται ότι οι ξένες τράπεζες ήταν ο μεγάλος κερδισμένος του ελληνικού προγράμματος διάσωσης καθώς πρόλαβαν και ξεφορτώθηκαν τα ομόλογα που κατείχαν έτσι ώστε όταν θα ερχόταν το αναπότρεπτο κούρεμα να μην υποστούν οι ίδιες την ζημιά. Η ζημιά αυτή μεταβιβάστηκε στις ελληνικές τράπεζες και τους έλληνες και ευρωπαίους φορολογούμενους. Τι άλλο δείχνει το γεγονός ότι οι ξένες τράπεζες (κατ’ αρχήν γαλλο-γερμανικές) ενώ κατείχαν στις 31 Δεκεμβρίου 2009 ελληνικά ομόλογα αξίας 141,5 δισ. ευρώ, τα μείωσαν ένα χρόνο αργότερα, στις 31 Δεκεμβρίου 2010 στα 45,9 δισ. και τον επόμενο χρόνο στις 31 Δεκεμβρίου 2011 στα 35 δισ. ευρώ; Μέσω του Μνημονίου σώθηκαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες που πρόλαβαν και ξεφορτώθηκαν ελληνικά ομόλογα αξίας 100 σχεδόν δισ. ευρώ σε ένα χρόνο, οδηγώντας το ελληνικό κράτος να χρωστάει στα ευρωπαϊκά κράτη και το ΔΝΤ. Δεν καταλάβαιναν οι πιστωτές τι έκαναν;

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με το δεύτερο Μνημόνιο που συνόδευσε το PSI τον Μάρτιο του 2012, όταν η αύξηση του ελληνικού δημόσιου χρέους, μέσω της διαγραφής ενός υπέρογκου μέρους του, πραγματοποιείται με αποκλειστική και πάλι δική τους ευθύνη οι οποίοι «κρατικοποιούν» επί της ουσίας το ελληνικό δημόσιο χρέος, επιβάλλοντας στο ελληνικό δημόσιο να χρωστάει στο εξής στα ίδια τα κράτη που δίνουν ζεστό χρήμα στις τράπεζες και τους άλλους πιστωτές αλλάζοντας εκ βάθρων το «προφίλ» του ελληνικού δημόσιου χρέους. Έτσι φτάνουμε στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, με βάση την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού, το 66,4% του χρέους της κεντρικής διοίκησης να αποτελείται από δάνεια του μηχανισμού στήριξης κι ο ομολογιακός δανεισμός να αντιπροσωπεύει μόνο το 23%, όταν πριν 3 χρόνια σχεδόν ολόκληρο το δημόσιο χρέος ήταν ομολογιακό. Στο ενδιάμεσο τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν 14 δισ. ευρώ και πολλά ακόμη δισ. κάθε λογής ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ (από πανεπιστήμια και ΤΕΙ μέχρι νοσοκομεία και μουσεία) που τηρούσαν υποχρεωτικούς λογαριασμούς στην Τράπεζα της Ελλάδας κι είδαν τις καταθέσεις τους να εξαϋλώνονται, χάνοντας ακόμη και το 90%! Το γεγονός πάντως ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους οφείλεται σε κυβερνήσεις της ΕΕ παρέχει τεράστια περιθώρια πολιτικής διαπραγμάτευσης…

Μόνο το 22% των χρημάτων στον προϋπολογισμό

Το οικονομικό έγκλημα που διέπραξαν οι πιστωτές χρεώνοντας την Ελλάδα στο διηνεκές αποκαλύπτεται σε όλο του το μεγαλείο αν δούμε ότι περισσότερα από τρία τέταρτα των χρημάτων που έχουν δοθεί κατέληξαν και πάλι στους ίδιους: τους δανειστές! Συγκεκριμένα, όπως απέδειξε η διεθνής οργάνωση Attac σε πρόσφατη μελέτη της, από τα 206,9 δισ. ευρώ που εγκρίθηκαν για την Ελλάδα σε 23 δόσεις από τον Μάιο του 2010 μέχρι και τον Ιούνιο του 2013 (εκ των οποίων τα 180,91 προήλθαν από την ευρωζώνη και και τα 26,7 από το ΔΝΤ) το 77% των χρημάτων (160,1 δισ.) κατευθύνθηκε πάλι σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ειδικότερα το 49% (101,3 δισ.) για την εξυπηρέτηση του χρέους και το 28% (58,2 δισ.) για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Στον κρατικό προϋπολογισμό κατευθύνθηκε μόνο το 22,5% (46,5 δισ.) των χρημάτων των δόσεων. Εν ολίγοις, δανειστές κερνούν, δανειστές πίνουν…

Η Γερμανία δεν ωφελήθηκε μόνο διασώζοντας τις γερμανικές τράπεζες σε βάρος του ελληνικού λαού που θα πληρώνει μέχρι το 2048. Επωφελήθηκε από την κρίση χρέους της ευρωπαϊκής περιφέρειας τουλάχιστον με δύο ακόμη τρόπους: Με βάση απάντηση που έδωσε το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών σε ερώτηση βουλευτή των σοσιαλδημοκρατών κι η οποία παρουσιάστηκε στο περιοδικό Σπίγκελ τον Αύγουστο του 2013, τα κέρδη της Γερμανίας από το 2010 ως το 2014 λόγω της πτώσης των επιτοκίων δανεισμού και της μεγάλης ζήτησης που προκλήθηκε στα ομόλογά του εξ αιτίας του κύματος φυγής κεφαλαίων από τα ομόλογα των περιφερειακών κρατών εκτιμάται σε 40,9 δισ. ευρώ. Αξιοσημείωτα είναι επίσης και τα κέρδη που κατέγραψε η Γερμανία από τους τόκους που συνόδευαν ειδικά το πρώτο δάνειο και κυμαίνονταν μεταξύ 3,4% και 4,5%. Δημοσίευμα του ειδησεογραφικού πρακτορείου Ρόιτερς τον Μάρτιο του 2012 εκτιμούσε τα κέρδη που είχε αποκομίσει το Τέταρτο Ράιχ από τον δανεισμό της Ελλάδας μέχρι το τέλος του 2011 σε 380 εκ. ευρώ. Επικερδής δουλειά η διάσωση…

Την παραπάνω ωμή πραγματικότητα, πως η διάσωση της Ελλάδας ήταν ένα συγκαλυμμένο σχέδιο διάσωσης των πιστωτών από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή, δεν μπορεί να την αναγνωρίσει κανένας άλλος πέρα από ένα κυρίαρχο ελληνικό κράτος. Επ’ ουδενί δεν πρόκειται η Γερμανία να αποδεχθεί πως έστειλε στους γερμανούς φορολογούμενους τον λογαριασμό των γερμανικών τραπεζών κι ότι θησαύριζε στην πλάτη των ελλήνων φορολογουμένων. Συνειδητά έτσι επιλέγει η Μέρκελ να ενοχοποιεί τον ελληνικό λαό, κατηγορώντάς τον για τεμπέλη, ώστε με την καλλιέργεια του ρατσισμού να κρύβει τις δικές της ευθύνες για την αφειδώλευτη και σκανδαλώδη στήριξη που προσέφερε στις γερμανικές τράπεζες. Στην βάση όλων των παραπάνω, μονομερείς ενέργειες από την μεριά της Ελλάδας όπως η παύση πληρωμών που θα ανοίξει τον δρόμο για την διαγραφή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν έρχονται να ακυρώσουν ένα πνεύμα ή μια πρακτική αλληλεγγύης και ανιδιοτελούς στήριξης μεταξύ ισότιμων εταίρων. Ποτέ δεν υπήρξε κάτι τέτοιο, κι όποιος το επικαλείται στην καλύτερη περίπτωση εθελοτυφλεί. Είναι η φυσική αντίδραση απέναντι σε ένα εν εξελίξει βίαιο οικονομικό έγκλημα.

Πράσινο φως από το διεθνές δίκαιο

Η μονομερής παύση πληρωμών που θα ανοίξει τον δρόμο για μια σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους χωρίς επιζήμιους όρους, δεν είναι μόνο φυσική αλλά και νόμιμη αντίδραση. Πλήθος διατάξεων του διεθνούς δικαίου μπορεί να επικαλεστεί η ελληνική κυβέρνηση για να θωρακίσει την στάση της, καθιστώντας μη αντιστρεπτή την απόφασή της.

Η αρχή κατά την οποία οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται (pacta sunt servanda) που ενσωματώνεται στο άρθρο 26 της της Συνθήκης της Βιέννης (1969) δεν στερείται όρων. Ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι «τα χρέη συνάπτονται για το γενικό συμφέρον της κοινότητας». Σε έκθεση επιτροπής του ΟΗΕ, της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), με ημερομηνία Ιούλιος 2007 τονίζεται ότι η υποχρέωση ενός κράτους να σέβεται τις δεσμεύσεις του έναντι δανειστών ποτέ δεν ήταν άνευ προϋποθέσεων. Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε άρθρα του διεθνούς δικαίου και διεθνών συνθηκών που έχει υπογράψει η Ελλάδα και οφείλει να τα τηρεί καθώς και νομολογία, που μπορεί να επικαλεστεί για να παραβιάσει τις δεσμεύσεις της έναντι των πιστωτών, κηρύσσοντας εν προκειμένω παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους.

Πρώτο, το άρθρο 103 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, όπου αναφέρεται ότι: «Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των υποχρεώσεων των μελών των Ηνωμένων Εθνών… και των υποχρεώσεών τους κάτω από οποιαδήποτε άλλη διεθνή συμφωνία, θα υπερισχύουν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον τρέχον Καταστατικό Χάρτη». Ποιές είναι αυτές; Αναφέρεται στο άρθρο 55: «υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, πλήρης απασχόληση, συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής προόδου και ανάπτυξης», κ.α. Δεύτερο, αν επικαλεστεί την έννοια της «ανωτέρας βίας», όπως έχει οριστεί από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (1978): «η αδυναμία να λειτουργήσεις νόμιμα,.. είναι η κατάσταση που ανακύπτει όταν απρόβλεπτες περιστάσεις πέρα από τον έλεγχο του ατόμου ή των ατόμων που τους αφορούν τους αποτρέπουν κατ’ απόλυτο τρόπο τον σεβασμό των διεθνών τους υποχρεώσεων». Τρίτο, η παύση πληρωμών μπορεί να δικαιολογηθεί στη βάση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όταν τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξη του κράτους και της πολιτικής και οικονομικής του επιβίωσης. Σε σχετική νομολογία μάλιστα του 1980, που μοιάζει να έχει γραφτεί για την μνημονιακή Ελλάδα αναφέρεται κατά λέξη: «Δεν μπορεί να αναμένεται από ένα κράτος να κλείσει τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα δικαστήρια του, να διαλύσει την αστυνομία του και να παραμελήσει τις δημόσιες υπηρεσίες του σε τέτοιο βαθμό ώστε να εκθέσει την κοινότητα στο χάος και την αναρχία μόνο και μόνο για να παράσχει τα χρήματα για να ικανοποιηθούν οι δανειστές. Υπάρχουν όρια στο τι μπορεί λογικά να αναμένεται από ένα κράτος, όπως κι από έναν ιδιώτη». Το τέταρτο επιχείρημα, μεταξύ πολλών άλλων, που μπορεί να επικαλεστεί ένα κυρίαρχο κράτος για να προχωρήσει στην αθέτηση των υποχρεώσεών του έναντι των δανειστών σχετίζεται με την θεμελιώδη μεταβολή των συνθηκών κατά τις οποίες ανέλαβε τις υποχρεώσεις του. Κι εδώ υπάρχει επαρκής νομολογία για αξιοποίηση η οποία προέρχεται μάλιστα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κι ειδικότερα την διαμάχη της με την Ισλανδία.

Και τα τέσσερα παραπάνω επιχειρήματα μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν από την Ελλάδα αν υπάρξει πολιτική βούληση να προχωρήσει σε παύση πληρωμών και μονομερής διαγραφή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους. Αρκεί μαι ματιά στην κοινωνική γενοκτονία που έχει επέλθει την τελευταία 3ετία: Η ανεργία τριπλασιάστηκε φτάνοντας το 28% και διατηρώντας μάλιστα ανοδική τάση. Οι αυτοκτονίες καταγράφουν αύξηση ρεκόρ, με ιδιαίτερη προτίμηση σε 50άρηδες πνιγμένους από χρέη. Η μετανάστευση θερίζει στερώντας από την Ελλάδα μια ολόκληρη γενιά επιστημόνων. Σχολεία κλείνουν κατά εκατοντάδες στο όνομα της μείωσης του κόστους και μάλιστα κυρίως στην περιφερειακή και δυσπρόσιτη Ελλάδα απειλώντας την εθνική συνοχή, ενώ κι αυτά που συνεχίζουν να έχουν δασκάλους τον χειμώνα κλείνουν λόγω έλλειψης θέρμανσης, όπως συνέβη στη Νάουσα, πριν λίγες εβδομάδας. Τέλος, μόνο μέχρι τώρα, πριν δηλαδή δοθεί το πράσινο φως στις τράπεζες για τους πλειστηριασμούς στην πρώτη κατοικία, η εφορία έβγαζε στο σφυρί 56 σπίτια την ημέρα. Όλα τα παραπάνω συνιστούν επαρκέστατους λόγους ώστε το ελληνικό κράτος να επικαλεστεί και τα τέσσερα επιχειρήματα που προαναφέραμε (δεσμεύσεις έναντι του ΟΗΕ, ανωτέρα βία, κατάσταση έκτακτης ανάγκης, μεταβολή συνθηκών) σταματώντας μονομερώς να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος.

Απεχθές χρέος

Υπάρχει όμως κι ένα επιπλέον προηγούμενο που μπορεί να αξιοποιήσει μια ελληνική κυβέρνηση για να απαιτήσει να γίνει σεβαστή η απόφασή της για μονομερή παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους: Χαρακτηρίζοντας το δημόσιο χρέος ως απεχθές (odious) με βάση τον ορισμό του νομικού Αλεξάντερ Σακ (1927), όπως περιέχεται στην έκθεση της επιτροπής του ΟΗΕ (7.2007) που προαναφέραμε. Ειδικότερα ένα δημόσιο χρέος χαρακτηρίζεται ως απεχθές και δεν πληρώνεται στην περίπτωση που «ένα δεσποτικό καθεστώς αναλαμβάνει ένα χρέος όχι για τις ανάγκες ή προς το συμφέρον του κράτους, αλλά για να ισχυροποιήσει το δεσποτικό καθεστώς, να καταπιέσει τον λαό που μάχεται εναντίον του, κ.α.». Ο ορισμός του Σακ περιλαμβάνει 3 όρους για να χαρακτηριστεί ένα χρέος ως απεχθές: Να μην εξυπηρέτησε τα συμφέροντα του λαού, να μην υπήρχε η σχετική νομιμοποίηση από τον λαό απέναντι στην κυβέρνηση για να προχωρήσει στη σύναψη του δανείου κι ο τρίτος όρος να ήταν ενήμεροι οι δανειστές. Πρόκειται για προϋποθέσεις που ισχύουν στην περίπτωση της Ελλάδας. Η έκθεση μάλιστα του ΟΗΕ αναφέρει πλήθος παραδειγμάτων που χρησιμοποιήθηκε ο ορισμός του Σακ από τις ΗΠΑ μέχρι την Ευρώπη. Γιατί όχι και στην Ελλάδα, όταν πλέον είναι ηλίου φαεινότερο πως τα δυο δάνεια δεν εξυπηρέτησαν καμία ανάγκη του ελληνικού λαού, συνήφθηκαν χωρίς την θέλησή του, ενώ οι πιστωτές ήταν πλήρως ενήμεροι για το που θα πάνε τα λεφτά τους;

Τέλος, υπάρχει ένα επιπλέον επιχείρημα που μπορεί να θωρακίσει μια πολιτική απόφαση καταγγελίας δανειακών συμβάσεων και μνημονίων και αθέτησης πληρωμών. Σχετίζεται με τις κατάφωρες παραβιάσεις του Συντάγματος και της νομοθεσίας. Η πρώτη δανειακή σύμβαση (Μάιος 2010) δεν έχει καν κυρωθεί από την Ελληνική Βουλή, ενώ με αφορμή την δεύτερη δανειακή σύμβαση (Μάρτιος 2012) οι σημαντικότεροι καθηγητές δημόσιου δικαίου επεσήμαναν ότι πολλά άρθρα της έρχονται σε σύγκρουση όχι μόνο με το ελληνικό σύνταγμα (προστασία της απασχόλησης, δικαίωμα στην υγεία, την παιδεία, κ.α.) αλλά και με ουσιώδη άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Ο σεβασμός στη νομιμότητα επομένως, εθνική και διεθνή, επιτάσσει την παύση πληρωμών μέσα από μονομερείς ενέργειες. Ο λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους, που θα χαρακτηρίσει κι επισήμως απεχθές ή παράνομο το χρέος, μέσω μιας θεσμοθετημένης και με αρμοδιότητες επιτροπή όπως αυτή που συγκρότησε ο Ραφαέλ Κορέα στον Ισημερινό προ 5ετίας, αποτελούμενη από οικονομολόγους, συνταγματολόγους και άλλους επιστήμονες και ειδικούς, μπορεί να προσφέρει την απαραίτητη νομιμοποίηση σε μια τέτοια απόφαση. Το μόνο που απαιτείται είναι πολιτική βούληση για σύγκρουση. Επιλογή που συνιστά πλέον μονόδρομο όταν κάθε διάθεση συνεννόησης και κοινά αποδεκτής λύσης από τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις μέχρι τώρα μας έχει οδηγήσει στην δεινή θέση που είμαστε.

Γερμανία, ο μεγαλύτερος τζαμπατζής!

Ουδέποτε η Γερμανία θα είχε φτάσει στη θέση της οικονομικής ατμομηχανής της ευρωπαϊκής ηπείρου αν αλλεπάλληλες φορές δεν είχε σβήσει τα χρέη της προς άλλες χώρες της Ευρώπης. Αθέτησε τις υποχρεώσεις της είτε κοινή συναινέση, όπως συνέβη για παράδειγμα με την συμφωνία το Λονδίνου που υπογράφτηκε το 1953, ή μονομερώς γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων της διεθνείς αποφάσεις, όπως συνέβη με τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα που είναι η μοναδική χώρα στην οποία δεν κατέβαλε τις αποζημιώσεις από τις καταστροφές που πραγματοποίησαν οι Ναζί. Έτσι η Γερμανία που τώρα αρνείται ακόμη και να συζητήσει οποιοδήποτε σχέδιο κουρέματος του ελληνικού δημόσιου χρέους, επικαλούμενη το συμφέρον των γερμανών φορολογουμένων, οφείλει στην Ελλάδα ένα ποσό που σύμφωνα με αρθρογραφία του οικονομολόγου και συμβούλου της γαλλικής κυβέρνησης, Ζακ Ντελπλά, ανέρχεται σε σημερινούς όρους στα 575 δισ. ευρώ! Χρήματα που είναι σχεδόν διπλάσια του ύψους του ελληνικού δημόσιου χρέους και το Τέταρτο Ράιχ μονομερώς αρνείται να καταβάλει κατά παράβαση αλλεπάλληλων δικαστικών αποφάσεων.

Φως στο ιρλανδικό χρέος έριξε ο λογιστικός έλεγχος (Επίκαιρα, 22/9/2011)

Μια σημαντική στιγμή στην πάλη των λαών ενάντια στην πληρωμή του δημόσιου χρέους ήταν η Πέμπτη 15 Σεπτέμβρη, όταν δόθηκε στη δημοσιότητα το πόρισμα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που συστάθηκε στην Ιρλανδία. Η επιτροπή αποτελούταν από τρεις ανεξάρτητους καθηγητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που διδάσκουν στο πανεπιστήμιο του Λίμερικ. Το έργο τους δε, υποστηρίχθηκε από το βρετανικό συνδικάτο UNITE, που αποτελεί την μεγαλύτερη συνδικαλιστική ένωση της Μεγάλης Βρετανίας, και τις οργανώσεις Afri (Action from Ireland) και επίσης Debt and Development Coalition. Και με τις δύο αυτές οργανώσεις συνεργάζεται στενά η Πρωτοβουλία για τη Συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που έχει συγκροτηθεί στην Ελλάδα από τον Μάρτιο.

«Η Ιρλανδία λειτουργεί σαν ρουλέτα για τους μεγαλύτερους χαρτοπαίχτες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος λόγω της απότομης αύξησης του όγκου συναλλαγών του δημόσιου χρέους στη δευτερογενή αγορά», ανέφερε ανακοίνωση του βρετανικού συνδικάτου, που εκδόθηκε με αφορμή το πόρισμα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, η οποία συστάθηκε με πρωτοβουλία των «κάτω», χωρίς δηλαδή εξουσιοδότηση από τις ιρλανδικές αρχές ή πρόσβαση σε επίσημα στοιχεία. Και συνέχιζε με τα εξής: «Το ιρλανδικό δημόσιο χρέος ανέβηκε από λιγότερα από 20 δις. ευρώ στα τέλη του ’80 σε λιγότερα από 40 δις. ευρώ το 2007. Από τότε ξεπέρασε τα 91 δις. ευρώ. Το πρόγραμμα λιτότητας της κυβέρνησης που έχει οδηγήσει σε εκρηκτική ανεργία, στην επιστροφή στην μετανάστευση και στην απελπισία τη χώρα έχει απλώς αποτύχει να σταματήσει την ανεξέλεγκτη πορεία που ξεκίνησε τον Σεπτέμβρη του 2008 όταν η
τότε κυβέρνηση ξέγραψε το μέλλον μιας γενιάς για να διαφυλάξει τα συμφέροντα του διεθνούς πλούτου», καταλήγει η ανακοίνωση του βρετανικού συνδικάτου.

Το πόρισμα για το χρέος

Το πόρισμα της ιρλανδικής Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, που αποκαλύπτοντας την σύνθεση του δημόσιου χρέους ξεσκεπάζει τις τράπεζες ως βασικό υπαίτιο για την εκτόξευσή του, αποτελεί μέχρι στιγμής την πιο πειστική και αδιαμφισβήτητη απάντηση στις κατηγορίες της ιρλανδικής κυβέρνησης που δια στόματος του πρώην υπουργού Οικονομικών δήλωσε κι αυτή …«μαζί τα φάγαμε» («We all partied» στα ιρλανδικά).

Αξίζει να μεταφέρουμε ένα εκτενές απόσπασμα από το τελευταίο κεφάλαιο του πορίσματος, που περιλαμβάνει την περίληψη και τα συμπεράσματα του. Ξεχωρίζει η διαπίστωση για την εκθετική αύξηση της κερδοσκοπίας που συνοδεύει την αύξηση του χρέους. Αναφέρεται κατά λέξη: «Το προφίλ των επενδυτών στο ιρλανδικό δημόσιο χρέος έχει αλλάξει σημαντικά από το 2008, όταν τέθηκαν σε εφαρμογή οι ιρλανδικές εγγυήσεις προς τις τράπεζες. Πριν την κρίση, το ιρλανδικό χρέος θεωρούταν από τις αγορές ως στοιχείο χαμηλής απόδοσης και χαμηλού κινδύνου κι έβρισκε συνήθως θέση στις
καταχωρήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών, των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων. Η κρίση έχει αλλάξει το χαρακτήρα του ιρλανδικού δημόσιου χρέους κι έχει οδηγήσει στη δημιουργία μιας σειράς πιστωτικών εργαλείων που επηρεάζουν τον πιστωτικό κίνδυνο του ιρλανδικού δημοσίου. Τα τρία προηγούμενα χρόνια το μέγεθος των συναλλαγών στο ιρλανδικό δημόσιο χρέος και τα σχετικά εργαλεία ήταν χωρίς προηγούμενο τόσο σε όρους όγκου όσο και σε σχέση με το είδος των συναλλαγών.

»Σε όλη τη διάρκεια του 2009 υπήρχε αυξημένη κατοχή του ιρλανδικού δημόσιου χρέους από θεσμικούς καθώς οι πρωτοβουλίες μείωσης του ελλείμματος και “ποσοτικής χαλάρωσης” αναμένονταν να επηρεάσουν θετικά την ικανότητα του ιρλανδικού δημοσίου να αποπληρώσει το χρέος. Από τα μέσα του 2010 οι παραπάνω θεσμικοί άρχισαν να μειώνουν τις θέσεις τους στο ιρλανδικό δημόσιο χρέος καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε την αγορά ιρλανδικού χρέους, ανεξαρτήτως ημερομηνίας λήξης.

»Το δεύτερο τρίμηνο του 2010 ήταν μια περίοδος κατά την οποία οι συναλλαγές επί του ιρλανδικού δημόσιου χρέους άλλαξαν. Σημειώθηκε μια αύξηση στις κερδοσκοπικές συναλλαγές από αντισταθμιστικά κεφάλαια όπως Groveland Capital, Matrick Group και Corriente Advisors LLC, με βάση δημοσιεύματα του Τύπου… Πολλές από αυτές τις συναλλαγές σε CDS (Credit Default Swaps – συμβόλαια πιστωτικού κινδύνου) στοιχημάτιζαν πως η Ιρλανδία και άλλες περιφερειακές χώρες θα χρεοκοπήσουν ή θα προβούν σε αναδιάρθρωση του χρέους τους. Η μεταστροφή στην άποψη για το ιρλανδικό χρέος φαίνεται από την δραστηριότητα των πωλητών CDS που ξεκίνησαν να δανείζονται ιρλανδικό δημόσιο χρέος εν είδει αντιστάθμισης την οποία θα έπρεπε να αποπληρώσουν
αν συνέβαινε η χρεοκοπία».

Πρόβλημα της ευρωζώνης 

Στα συμπεράσματα του πορίσματος της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου τονίζεται επίσης ότι το δημόσιο χρέος δεν αποτελεί ένα ιδιαίτερο ιρλανδικό πρόβλημα, καθώς σε όλη την ευρωζώνη την τελευταία τριετία, όσο δηλαδή διαρκεί η κρίση, το χρέος εκτινάχθηκε. Από σχεδόν 66% του ΑΕΠ το 2008, ξεπερνάει πλέον το 86% του ΑΕΠ.

Στο ίδιο κεφάλαιο επικρίνεται και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε σχέση με την στάση σιωπής που έχει επιλέξει να κρατά, συσκοτίζοντας συχνά την πραγματικότητα. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Ο όρος “δημιουργική ασάφεια” εισήχθηκε στο κοινό λεξιλόγιο από τον Χένρι Κίσιντζερ για να περιγράψει την σκόπιμη χρήση μιας ασαφούς γλώσσας κατά τη διαπραγμάτευση ενός ευαίσθητου θέματος. Χρησιμοποιείται επίσης για να περιγραφεί η πολιτική της ΕΚΤ σε ό,τι αφορά την δημόσια πληροφόρηση για τις επιχειρήσεις διάσωσης των τραπεζών… Η ιδέα είναι πως όταν δεν γίνεται σαφές σε ποιόν ακριβώς βαθμό θα υποστηριχθούν οι τράπεζες, τότε μειώνεται ο ηθικός κίνδυνος για το σύστημα. Έχοντας δεχθεί κριτική ως συνώνυμο της παραποίησης, η δημιουργική ασάφεια μετά βεβαιότητας απάδει της διαφάνειας. Μόλις το 2010, η ΕΚΤ επανέλαβε την ανάγκη μυστικότητας. Σε ένα κείμενο γνώμης που δημοσιεύτηκε
τον Ιανουάριο του 2011 επί μιας προτεινόμενης οδηγίας αναφέρεται: “πληροφορίες για τον δανεισμό των κεντρικών τραπεζών ή άλλες διευκολύνσεις ρευστότητας που παρέχονται σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης της παροχής έκτακτης ρευστότητας (του γνωστού μας ELA)
πρέπει να παραμένουν εμπιστευτικές για να υπάρχει σταθερότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ως σύνολο και να διατηρείται σε περίοδο κρίσης η
δημόσια εμπιστοσύνη”».

Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα έχει το καμπανάκι κινδύνου που χτυπάει η ιρλανδική ΕΛΕ σε ό,τι αφορά τις χρηματοδοτήσεις προς τις εμπορικές τράπεζες από την κεντρική τράπεζα μέσω του ELA. Ο κίνδυνος έγκειται στην μη αποπληρωμή των ποσών που παρέχει το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα, ώστε να μη ξεμείνουν από ρευστό οι εμπορικές τράπεζες. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι ζημιές θα περάσουν στον ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας, καθιστώντας άμεση ανάγκη την αναπλήρωση του κεφαλαίου της, ενδεχομένως από το δημόσιο με αποτέλεσμα να αυξηθεί το δημόσιο χρέος. Τουλάχιστον στην Ιρλανδία
αυτό συνέβη. Γιατί άραγε να μην συμβεί το ίδιο και στην Ελλάδα, δεδομένου ότι τις τελευταίες εβδομάδες οι στρόφιγγες του ELA έχουν ανοίξει για τα καλά,
παραμένοντας ωστόσο το όνομα των παραληπτών επτασφράγιστο μυστικό;

Το απεχθές χρέος

Τα πορίσματα του λογιστικού ελέγχου στην Ιρλανδία, παρότι ολοκληρώθηκε χωρίς τις αναγκαίες εκείνες πληροφορίες που θα μπορούσε να δώσει ο κρατικός μηχανισμός και οι  δικαστικές αρχές, δίνουν επιπλέον επιχειρήματα σε όσους πιστεύουν ότι τουλάχιστον μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους είναι παράνομο και απεχθές και δεν πρέπει να πληρωθεί. Το εύρημά τους μάλιστα, ότι μεγάλο μέρος του χρέους βρίσκεται στα χέρια επαγγελματιών κερδοσκόπων, διευρύνει τα όρια της κριτικής απέναντι στη νομιμότητα του δημόσιου χρέους οπλίζοντας όσους αντιπαλεύουν την πληρωμή του με νέα επιχειρήματα. Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων του πορίσματος αποτελεί, χώρια των άλλων, και ένα μάθημα δημοκρατίας καθώς θέτει στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου την σύνθεση και την προέλευση του χρέους, με τρόπο μάλιστα ιδιαίτερα φιλικό ακόμη και στους μη ειδικούς. Ο χώρος που αφιέρωσαν οι συγγραφείς του κειμένου για να εξηγούν στους πολίτες πως λειτουργεί η αγορά ομολόγων αποτελεί μάθημα για όλους όσους ασχολούνται με τα κοινά. Πρώτα και κύρια προς όσους επιδιώκουν θέματα όπως το δημόσιο χρέος να παραμένουν εγκλωβισμένα στους χειρισμούς ειδικών, συχνά ανεξέλεγκτων, που λειτουργούν χωρίς καμιά νομιμοποίηση. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα.

Τα όργια δε που αποκαλύφθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα στην στατιστική υπηρεσία, όπου μεγέθη όπως το δημοσιονομικό έλλειμμα παραποιούνταν καθ’ υπόδειξη των Βρυξελλών ώστε να φανεί δικαιολογημένη η πολιτική των άγριων περικοπών, καθιστούν ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη το αίτημα να ανοίξουν τα βιβλία του δημόσιου χρέους και των δημόσιων οικονομικών στην κοινωνία.

Η πληρωμή του χρέους ως πεδίο αντιπαράθεσης (Πριν, 30/4/2011)

  • «Το ζήτημα του χρέους δεν αποτελεί απλά κάποιο οικονομικό – διαχειριστικό ζήτημα, αλλά ένα πολύ σύνθετο και πάνω απ’ όλα πολιτικό πρόβλημα που αγγίζει όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής», υποστηρίζει στο νέο του βιβλίο ο Γιάννης Τόλιος, με τίτλο Κρίση, απεχθές χρέος και αθέτηση πληρωμών, το ελληνικό δίλημμα (εκδόσεις Τόπος, 2011).

Στην τρέχουσα οικονομική κρίση και ειδικότερα την κρίση δημόσιου χρέους που περιδινίζεται η Ελλάδα και στις στρατηγικές για την αντιμετώπισή της είναι αφιερωμένο το νέο βιβλίο του Γιάννη Τόλιου, με τίτλο Κρίση, απεχθές χρέος και αθέτηση πληρωμών, το ελληνικό δίλημμα! (εκδόσεις Τόπος) που κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγες μέρες. Το βιβλίο χαρακτηρίζεται αρχικά για την επικαιρότητά του καθώς παρεμβαίνει σε μια συζήτηση που βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης εδώ και έναν τουλάχιστον χρόνο. Αυτή δε η παρέμβασή του γίνεται από θέσεις της Αριστεράς, σε αντιπαράθεση με τις θέσεις της κυβέρνησης και του μαύρου μνημονιακού μετώπου: ΔΝΤ και ΕΕ. Χαρακτηριστικά, παρουσιάζονται με τα πιο μελανά χρώματα οι δραματικές κοινωνικές συνέπειες από την μέχρι σήμερα εφαρμογή του Μνημονίου, καθώς και η έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων, η άλλη πλευρά δηλαδή, η λιγότερο… σκοτεινή του φεγγαριού: «Σε αντίθεση με το υψηλό ποσοστό φτώχειας, υπήρξε από την άλλη σταθερή αύξηση του στρώματος των εκατομμυριούχων», τονίζει ο Γιάννης Τόλιος. Μια θέση που την υποστηρίζει με στοιχεία και τις απαραίτητες παραπομπές σε πρωτογενές υλικό.

Η τρέχουσα οικονομική κρίση χαρακτηρίζεται αφετηριακά ως «προϊόν των αντιφάσεων του καπιταλισμού και των συνακόλουθων πολιτικών του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισής του». Κατά τη διερεύνηση των συγκεκριμένων αιτιών που οδήγησαν στην έκρηξη του δημόσιου χρέους ο συγγραφέας υπογραμμίζει τις έκτακτες, χρόνιες και ειδικές αιτίες που στο σύνολό τους καταδεικνύουν  ότι  …δεν «τα φάγαμε μαζί». Ότι δηλαδή η αύξηση του δημόσιου χρέους από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά ήταν αποτέλεσμα συνειδητών ταξικών επιλογών των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Με τα δικά του λόγια οι αιτίες των διπλών ελλειμμάτων (στα δημόσια οικονομικά και το ισοζύγιο πληρωμών) έχουν τις εξής αφετηρίες: «Αν η κρίση και τα ελλείμματα τη δημόσιας διαχείρισης συμπυκνώνουν τις ταξικές επιλογές της οικονομικής πολιτικής, τα ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών συμπυκνώνουν τα ελλείμματα ανάπτυξης και αναταγωνιστικότητας, καθώς και την ποιότητα των σχέσεων μιας χώρας στο διεθνές σύστημα οικονομικών σχέσεων».

Ο Γιάννης Τόλιος παρουσιάζει επίσης με λεπτομέρειες τις ευθύνες της ΕΕ για την ελληνική κρίση, όχι μάλιστα μόνο σε ότι αφορά το από δω και πέρα στη βάση των πρόσφατων αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής στις 24 και 25 Μάρτη, αλλά και σε ότι αφορά το πώς φτάσαμε ως εδώ. Αναλύοντας, για παράδειγμα, τον τρόπο που η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη προετοίμασε την σημερινή κρίση, μέσω της συναλλαγματικής ισοτιμίας με την οποία κλείδωσε η δραχμή στο ευρώ. Καταλήγει δε πως «το τελικό αποτέλεσμα λειτουργίας της ευρωζώνης είναι η περιθωριοποίηση των περιφερειακών οικονομιών, σε βάρος του επιπέδου ζωής των εργαζομένων και των λαών και προς όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου και των ισχυρών οικονομιών, κυρίως της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας», τονίζει.

Άμεσα προκρίνει την δυνατότητα λογιστικού ελέγχου του δημοσίου χρέους, που θα επιτρέψει την διαγραφή μέρους ή όλου του χρέους, καθώς και ο ίδιος πρωταγωνιστεί στις σχετικές προσπάθειες που γίνονται για τη συγκρότηση επιτροπής το τελευταίο διάστημα. Αναφέρει μάλιστα στο βιβλίο του: «Ο δισταγμός υιοθέτησης της ιδέας άρνησης πληρωμής του “απεχθούς χρέους” και επαναδιαπραγμάτευση του υπόλοιπου από θέσεις ισχύος, καθώς και η αντίληψη μετάθεσης της λύσης του ζητήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βρίσκεται σε απόσταση από τις αντικειμενικές απαιτήσεις της ελληνικής κοινωνίας, δείχνοντας έλλειμμα εμπιστοσύνης στις λαϊκές δυνάμεις. Στην ουσία, επικαλούμενος τις δυσκολίες και τους κινδύνους ο ΣΥΝ μεταθέτει την επίλυση του προβλήματος από το εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο, στερώντας προοπτική στο κίνημα κατά του Μνημονίου, του Συμφώνου για το Ευρώ και της ελεγχόμενης πτώχευσης στο οποίο ο ίδιος πρωτοστατεί. Πρόκειται για καθαρά αμυντική και ταυτόχρονα αντιφατική στάση, που κυριαρχείται από τη λογική ότι είναι προτιμότερη η “πάση θυσία” παραμονή στην ευρωζώνη και ότι οι αναγκαίες ριζοσπαστικές αλλαγές είναι εφικτές μόνο στο σύνολο των χωρών και από όλους τους λαούς μαζί, παραγνωρίζοντας την ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη, τόσο γενικά μεταξύ καπιταλιστικών χωρών, όσο και ειδικά μεταξύ χωρών του “κέντρου” και της “περιφέρειας” της ΕΕ».

Η στρατηγική πρόταση του συγγραφέα, με την οποία ολοκληρώνει και την ανάλυσή του, συμπυκνώνεται στο ότι βασικός στόχος της περιόδου που διανύουμε είναι «η αλλαγή του συσχετισμού δύναμης και η ανάδειξη μιας προοδευτικής – αριστερής κυβέρνησης που θα εφαρμόσει ένα ανοικτό στη σοσιαλιστική προοπτική πρόγραμμα ριζοσπαστικών αλλαγών». Κατά την άποψή μου, το πρωτοφανές βάθος και ο μη αντιστρεπτός χαρακτήρας των αντιδραστικών αλλαγών που έχουν συντελεστεί στο πολιτικό σύστημα τα τελευταία χρόνια έχουν αφαιρέσει οριστικά και αμετάκλητα το έδαφος για να τελεσφορήσουν ακόμη και τα πιο γνήσια αριστερά κυβερνητικά πειράματα και να μπορέσουν να ικανοποιήσουν ακόμη και ώριμα εργατικά αιτήματα μέσω μεταρρυθμίσεων.  Η επίδειξη πυγμής από τον Νικολά Σαρκοζύ το 2010, όταν αρνήθηκε να πάρει πίσω την αντι-ασφαλιστική μεταρρύθμιση παρά τις 7 γενικές απεργίες που έγιναν όλο το χρόνο, κι όταν μάλιστα στο παρελθόν μία γενική απεργία αρκούσε για να καρατομηθεί συχνά και πρωθυπουργός κι όχι μόνο να ακυρωθούν κρίσιμα νομοσχέδια (βλέπε Σύμφωνο Προσωρινής Απασχόλησης), δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την σκλήρυνση της αστικής εξουσίας και την αναγκαιότητα των επαναστατικών, αντικαπιταλιστικών τομών.

Συνολικά πρόκειται για ένα βιβλίο που εξοπλίζει τον κόσμο του αγώνα και της Αριστεράς για την αναγκαία πάλη ενάντια στο Μνημόνιο, την κυβέρνηση, το ΔΝΤ και την ΕΕ καθώς βαθαίνει την ιδεολογική αντιπαράθεση.

Παύσεις πληρωμών και απεχθές χρέος: Κανόνας και όχι εξαίρεση (Ουτοπία, Μάρτης Απρίλης 2011)

Χωρίς πρόσφατο προηγούμενο σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο είναι η κρίση χρέους που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη, όπως εμφανίστηκε με τα ασυνήθιστα υψηλά επιτόκια που έπρεπε να πληρώσουν χώρες όπως η Ελλάδα αρχικά και στη συνέχεια η Ιρλανδία, η Πορτογαλία κ.α. για να αντιμετωπίσουν τις δανειακές τους ανάγκες. Παρά τη σφοδρότητα της ωστόσο η τρέχουσα κρίση δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία.

Οι απαρχές της εντοπίζονται στην κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70 όταν η πτώση του ποσοστού κέρδους σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου ταχύρυθμης ανάπτυξης. Έκτοτε όλες οι προσπάθειες που έγιναν για να ξεπερασθεί η κρίση (νεοφιλελευθερισμός τη δεκαετία του ’80, καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και «Νέα οικονομία» τη δεκαετία ’90 και πιστωτική επέκταση στη συνέχεια) ως αναγκαίο συνοδευτικό μαζί με την αφαίρεση εργατικών δικαιωμάτων και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους είχαν τον περιορισμό της φορολογίας του κεφαλαίου[1]. Η πιο οφθαλμοφανής αιτία επομένως της τρέχουσας δημοσιονομικής κρίσης έγκειται στην μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους, μέσω της μείωσης των συντελεστών, που με αυτό τον τρόπο υποστηρίζει την καπιταλιστική κερδοφορία. Περαιτέρω, η κρίση χρέους ήρθε ως αποτέλεσμα δύο επιπλέον αιτιών: Πρώτο, της εντεινόμενης ύφεσης που επέφερε μια φυσιολογική μείωση στα κρατικά έσοδα λόγω της συρρίκνωσης του κύκλου εργασιών και του ΑΕΠ. Δεύτερο, της χρόνιας απίσχνασης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού στο πλαίσιο της ΕΟΚ αρχικά και της ευρωζώνης στη συνέχεια, που σε κάθε κλάδο κατέληγε προς όφελος των γερμανικών μονοπωλίων. Προς διάψευση μάλιστα θεωριών του διεθνούς εμπορίου που υποστηρίζουν την ύπαρξη αμοιβαίων ωφελειών. Η ταχύτητα με την οποία μεταδόθηκε η κρίση σε όλες τις χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, δημιουργώντας σε λίγους μήνες μια δεύτερη ταχύτητα αποτελούμενη από την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία και το Βέλγιο, έφερε στην επιφάνεια τις ανταγωνιστικές σχέσεις που εξ αρχής διαπερνούσαν την δημιουργία της, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση ότι η νομισματική ενοποίηση θα λειτουργούσε εις βάρος των κεφαλαίων με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα στον βαθμό που έχαναν το μέσο τη ανταγωνιστικής υποτίμησης που διέθεταν.

Η μορφή που προσέλαβε η τρέχουσα κρίση έθεσε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα του δημόσιου χρέους με έναν τρόπο που ποτέ άλλοτε δεν είχε τεθεί τον τελευταίο μισό αιώνα στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. 

Λερναία ύδρα το δημόσιο χρέος 

Η έκρηξη του δημόσιου χρέους και οι συνακόλουθες αθετήσεις πληρωμών (default) υπερχρεωμένων χωρών τελευταία φορά που εμφανίστηκαν ήταν την δεκαετία του ’80, σε ένα ολότελα διαφορετικό από το σημερινό πλαίσιο όμως καθώς δεν αφορούσαν χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Οι χώρες που επλήγησαν ήταν αυτές της Λατινικής Αμερικής. Ρόλο θρυαλλίδας στην έκρηξη έπαιξε η απόφαση του διοικητή της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, Πολ Βόλκερ, το 1981, στο πλαίσιο της αντιπληθωριστικής πολιτικής της κυβέρνησης Ρόναλντ Ρέιγκαν, να αυξήσει τα αμερικανικά επιτόκια στο επίπεδο του 21%! Ως αποτέλεσμα τα χρέη που είχαν συνάψει με ονομαστικό επιτόκιο οι περισσότερες λατινοαμερικανικές χώρες (απορροφώντας τα πλεονάζοντα κέρδη των πετρελαιοπαραγωγικών χωρών της δεκαετία του ’70) σύντομα έγιναν απλώς …μη εξυπηρετήσιμα. Τα δε κράτη που τα ανέλαβαν  βυθίστηκαν σε μια υπερεικοσαετή δίνη φτώχειας και ερήμωσης, η οποία επιδεινώθηκε από την λύση που επέβαλλαν οι ΗΠΑ προς τις λατινοαμερικανικές χώρες με την έκδοση των «ομολόγων Μπρέιντι», που πήραν το όνομά τους από τον αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Νίκολας Μπρέιντι. Το σχέδιο του, που αποδείχθηκε δηλητηριασμένο φρούτο για τις λατινοαμερικανικές χώρες καθώς δεν τις έβγαλε από τη δίνη της υπερχρέωσης, προέβλεπε την μείωση του χρέους κατά ένα ποσοστό της τάξης του 20%.

Τα δάνεια που δίνονταν αφειδώς προς τις αναπτυσσόμενες τότε χώρες επενδύονταν ιδεολογικά από ένα περίβλημα που τόνιζε πως το μόνο που στερούνταν οι εν λόγω χώρες για να υπερβούν οριστικά την υπανάπτυξη ήταν τα χρηματικά κεφάλαια, δοθέντος ότι εργατικά χέρια και πρώτες ύλες ήταν σε αφθονία. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο το εξωτερικό χρέος, από οδό διαφυγής, να μετατραπεί στη συνέχεια σε ένα ασήκωτο βαρίδι για τις αναπτυσσόμενες χώρες και αιτία εδραίωσης της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στο εσωτερικό τους. Υπολογίζεται, ενδεικτικά, πως το χρέος των αναπτυσσομένων χωρών από 70 δισ. δολ. το 1970 αυξήθηκε σε 540 δισ. δολ. το 1980 και το 2006 είχε ανέλθει σε 2,8 τρισ. δολ. έχοντας αυξηθεί 40 φορές σε 35 χρόνια. Εκτιμάται επίσης ότι ο Νότος από το 1980 μέχρι το 2005 για να αποπληρώσει τα κεφάλαια που είχε αρχικά δανειστεί κατέβαλε 5,8 τρισ. δολ ΗΠΑ, ποσό που είναι 60 φορές μεγαλύτερο από το Σχέδιο Μάρσαλ. Έτσι το χρέος μετατράπηκε από αποικιακό σε νεοαποικιακό εργαλείο κυριαρχίας (AAJ, 2006).

«Νομίζει κανείς ότι επαναλαμβάνεται η ιστορία της Λερναίας Ύδρας. Όσο περισσότερο πληρώναμε, τόσο περισσότερο μεγάλωνε το χρέος μας». Η φράση αυτή δεν ανήκει σε κάποιον πολιτικό ηγέτη της Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής αλλά στον Νίκο Μπελογιάννη! Έτσι σχολιάζει την εκθετική αύξηση των υποχρεώσεων της Ελλάδας προς τους ξένους δανειστές της τον 19ο και 20ο αιώνα. «Το καταπληκτικό όμως συμπέρασμα είναι ότι δανειστήκαμε και στις τρεις περιόδους (1821-1893, 1893-1922 και 1922-1932) 1.997 εκατομμύρια χρυσά φράγκα και για την εξόφλησή τους πληρώσαμε σε τοκοχρεολύσια πολύ περισσότερα, δηλαδή 2.204 εκ. χρυσά φράγκα. Με βάση τους αριθμούς τούτους, ένας αμύητος θα νόμιζε ίσως ότι έπρεπε να ‘χουμε περίπου ξοφλήσει τους λογαριασμούς μας με τους ξένους κεφαλαιούχους, ενώ … τους χρωστάμε ακόμη πάνω από 2 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα, δηλαδή, πιο πολλά απ’ όσα μας έδωσαν» (Μπελογιάννης, 2010).

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στη σύγχρονη Ελλάδα, σήμερα. Όσο μεγαλύτερες θυσίες κάνουν οι εργαζόμενοι, αποχαιρετώντας ασφαλιστικά, εργασιακά και μισθολογικά τους δικαιώματα τους δικαιώματα για να εξυπηρετηθεί το δημόσιο χρέος, χωρίς φυσικά να έχουν συναινέσει, τόσο αυτό αυξάνεται με φρενήρεις ρυθμούς. Τα μεγέθη είναι εντυπωσιακά: Από το 1992 μέχρι και το 2010 οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης (δηλαδή, το σύνολο τόκων, χρεολυσίων και παράλληλων δαπανών) ανήλθε σε 462,49 δισ. ευρώ. Συμπεριλαμβανομένων και των εξοφλήσεων βραχυπρόθεσμων τίτλων που από το 2003 έως το 2010 ανήλθαν σε 132,94 δισ. ευρώ οι φορολογούμενοι στην Ελλάδα κατέλαβαν 595,43 δισ. ευρώ (Υπουργείο Οικονομικών, 2010). Τα χρήματα που έχουν δοθεί επομένως αυτή την εικοσαετία είναι σχεδόν 2 φορές η αξία του χρέους και για την ακρίβεια 1,7. 

 «Απεχθές χρέος» 

Δεδομένου του νομικά δεσμευτικού χαρακτήρα που χαρακτηρίζει τις σχέσεις των πιστωτών (τράπεζες, κράτη, κάτοχοι ομολόγων, θεσμικοί επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία, κ.α.) με τις υπερχρεωμένες χώρες – σχέσεις που σε κάθε περίπτωση διασφαλίζουν και αναπαράγουν ιμπεριαλιστικά και ταξικά συμφέροντα – έγκαιρα αναζητήθηκαν μορφές και τρόποι απαλλαγής από το άχθος του εξωτερικού δανεισμού. Η φόρμουλα που έκανε νωρίς την εμφάνισή της στο διεθνές δίκαιο παρέχοντας μέχρι και σήμερα ένα πολύτιμο εργαλείο στην πάλη κατά των πιστωτών περιγράφεται από τη ρήτρα του «απεχθούς χρέους» (odious debt). Ο όρος εισήχθη πρώτη φορά από τον ρωσικής καταγωγής διακεκριμένο νομικό Αλεξάντερ Ναούμ Σακ. Περιγράφεται δε ως εξής: 

«Αν ένα δεσποτικό καθεστώς συνάπτει ένα χρέος όχι για τις ανάγκες ή προς το συμφέρον του κράτους, αλλά για να ενδυναμώσει το δεσποτικό του καθεστώς, να καταπιέσει τον πληθυσμό που μάχεται εναντίον του, κ.α., αυτό το χρέος είναι απεχθές για τον πληθυσμό όλου του κράτους.

Αυτό το χρέος δεν αποτελεί υποχρέωση του έθνους, είναι χρέος του καθεστώτος, ένα προσωπικό χρέος της εξουσίας που το έχει συνάψει, κατά συνέπεια λύνεται με την πτώση αυτής της εξουσίας.

Ο λόγος για τον οποίο αυτά τα «απεχθή» χρέη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνουν την επικράτεια του κράτους, είναι ότι αυτά τα χρέη δεν πληρούν μία από τις συνθήκες που καθορίζουν τη νομιμότητα των χρεών του κράτους, δηλαδή: τα χρέη του κράτους πρέπει να συνάπτονται και τα κεφάλαια απ’ αυτά να χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες και προς το συμφέρον του κράτους.

“Απεχθή” χρέη συνάπτονται και χρησιμοποιούνται για σκοπούς οι οποίοι, εις γνώση των πιστωτών, αντιβαίνουν στα συμφέροντα του έθνους, δεν συμβιβάζονται με το τελευταίο – στην περίπτωση που ένα έθνος πετύχει να απαλλαγεί από μια κυβέρνηση που τα σύναψε – με εξαίρεση το βαθμό που αποκτήθηκαν πραγματικά προτερήματα από αυτά τα χρέη. Οι πιστωτές έχουν διαπράξει μια εχθρική πράξη προς τον πληθυσμό, δεν μπορούν επομένως να περιμένουν πως ένα έθνος απελευθερωμένο από μια δεσποτική εξουσία αναλαμβάνει τα «απεχθή» χρέη, που είναι προσωπικά χρέη αυτής της εξουσίας.

Ακόμη κι όταν μια δεσποτική εξουσία, αντικαθίσταται από κάποια άλλη, όχι λιγότερο δεσποτική ή καθόλου περισσότερο ευαίσθητη απέναντι στη βούληση του λαού, τα «απεχθή» χρέη της εκλιπούσης εξουσίας δεν είναι καθόλου λιγότερο προσωπικά τους χρέη και δεν αποτελούν υποχρέωση της νέας εξουσίας…

Κάποιος θα μπορούσε επίσης να συμπεριλάβει σε αυτή την κατηγορία τα χρέη που συνάφθηκαν από μέλη της κυβέρνησης ή από άτομα ή ομάδες συνδεδεμένα με την κυβέρνηση για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα πρόδηλα προσωπικά – συμφέροντα που είναι άσχετα με τα συμφέροντα του κράτους» (Sack, 1927). 

Πρακτικά λοιπόν τρεις προϋποθέσεις έθεσε ο Αλεξάντερ Σακ για να χαρακτηρισθεί ένα δημόσιο χρέος ως απεχθές και στη συνέχεια να μην πληρωθεί: Πρώτο, έλλειψη συμφέροντος, δηλαδή να μην εξυπηρετεί τις ανάγκες ή τα συμφέροντα του κράτους, δεύτερο, έλλειψη συναίνεσης, δηλαδή να συνάφθηκε από μια εξουσία που δεν έχαιρε λαϊκής νομιμοποίησης και τρίτο, άγνοια των πιστωτών δηλαδή, οι προηγούμενοι όροι να μην ήταν σε γνώση των πιστωτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει πως στη συνέχεια και άλλοι έγκριτοι θεωρητικοί του δικαίου υποστήριξαν την ιδέα του «απεχθούς χρέους». Σε μια μάλιστα περίπτωση η έννοια του δικτατορικού καθεστώτος διευρύνθηκε συμπεριλαμβάνοντας κι άλλες περιπτώσεις αυταρχικών καθεστώτων που δεν χαίρουν λαϊκής νομιμοποίησης (Feilchenfeld, 1931). Συμβολή ιδιαίτερα χρήσιμη για την Ελλάδα. 

Άρνηση πληρωμής απεχθούς χρέους 

Η συνεισφορά του Σακ στο διεθνές δίκαιο για το απεχθές χρέος και άλλες παρεμφερείς έννοιες (παράνομο, μη νομιμοποιημένο) δεν γεννήθηκε όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Αντίθετα αποτέλεσε την θεωρητική γενίκευση της ετυμηγορίας σημαντικών προγενέστερων διεθνών νομικών αντιδικιών που δοκίμασαν και υπερέβησαν τα ως τότε όρια της ερμηνείας του διεθνούς και πιστωτικού δικαίου. Η θεωρία του Σακ δηλαδή, με έναν θεωρητικά τολμηρό και πρωτότυπο τρόπο, αποτέλεσε τομή για την εποχή της, ενσωματώνοντας στο δίκαιο πρακτικές που επέβαλλε πρώτα ο ανερχόμενος αμερικανικός ιμπεριαλισμός, ανατρέποντας καθιερωμένους θεσμούς και ερμηνείες που εξυπηρετούσαν το προηγούμενο στάτους κβο.

Το πρώτο, με χρονολογική σειρά, περιστατικό σχετίζεται με την 14η Τροποποίηση που ενσωματώθηκε στο αμερικανικό Σύνταγμα, μετά τον εμφύλιο πόλεμο και την ήττα των Νοτίων. Όπως αναφέρεται στην 4η παράγραφο «ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε κάποιο άλλο κράτος θα αναλάβει ή θα πληρώσει οποιοδήποτε χρέος ή υποχρέωση που αναλήφθηκε προς βοήθεια της εξέγερσης ή της επανάστασης εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών … όλα αυτά τα χρέη, οι υποχρεώσεις και οι διεκδικήσεις θα πρέπει να χαρακτηρισθούν παράνομες και άκυρες».

Το δεύτερο περιστατικό συμβαίνει στην αμερικανική ήπειρο, νότια όμως του Ρίο Γκράντε. Αποτελεί δε την πρώτη περίπτωση όπου εφαρμόζεται η ρήτρα του απεχθούς χρέους αφορώντας διεθνή δάνεια. Το 1883 συγκεκριμένα, 16 χρόνια μετά την πτώση του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, η κυβέρνηση του Μεξικού υπό τη ηγεσία του προέδρου Χουάρες ακύρωσε όλα τα χρέη που είχε αναλάβει ο αυτοκράτορας, με το σκεπτικό ότι τα επιτόκια ήταν αδικαιολόγητα υψηλά και επίσης, ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος του λαού. Αξίζει να τονίσουμε ότι ο Σακ το περιγράφει ως απεχθές χρέος, παρότι ο Μαξιμιλιανός είχε τη νόμιμη εξουσία στο Μεξικό.

Στη νότια Αμερική αναφέρεται το τρίτο περιστατικό όπου μια κυβέρνηση κατοχύρωσε το δικαίωμά της να μην πληρώσει διεθνές χρέος προς ξένους πιστωτές. Το 1789 ειδικότερα αφού η Χιλή κατέλαβε την περιοχή Ταραπάκα του Περού δικαιώματα που έχουν κατοχυρώσει στην περιοχή διεθνείς πιστωτές, μεταξύ των οποίων Αμερικάνοι και Βρετανοί, δεν έγιναν σεβαστά και με τη συνθήκη ειρήνης του 1883 η κυβέρνηση της Χιλής αποποιήθηκε κάθε ευθύνης.

Το χαρακτηριστικότερο περιστατικό «απεχθούς χρέους» είχε πρωταγωνιστή και πάλι τις ΗΠΑ. Αυτή τη φορά όμως αφορούσε τους διεθνείς λογαριασμούς της και συγκεκριμένα τα χρέη που είχε αναλάβει η αποικιακή Ισπανική διοίκηση εξ ονόματος της Κούβας. Μετά τον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο του 1898 και την κατάληψη της Κούβας η Ουάσινγκτον αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη της ισπανικής αποικιοκρατίας. Γιατί, όπως υποστήριξε η αμερικανική αντιπροσωπεία στο συνέδριο που οργανώθηκε στο Παρίσι όπου υπογράφηκε στις 10 Δεκέμβρη 1898 και η συνθήκη ειρήνης τα χρέη αυτά «επιβλήθηκαν στον λαό της Κούβας χωρίς τη συναίνεση του και με τη δύναμη των όπλων».

Η στάση των ΗΠΑ ενέπνευσε δύο χρόνια αργότερα και την Μεγάλη Βρετανία. Αφορμή στάθηκε η στρατιωτική της νίκη επί της Δημοκρατίας των Μπόερς. Η Μεγάλη Βρετανία αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη τους υποστηρίζοντας ότι με αυτά χρηματοδοτήθηκε ο πόλεμος εναντίον της.

Η αρχή του «απεχθούς χρέους» βρήκε εφαρμογή και στη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, με την οποία τερματίστηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Αυτό έγινε μέσω της άρνησης της Επιτροπής Επανορθώσεων να επιμερίσει στην Πολωνία χρέη που είχαν αναλάβει οι κυβερνήσεις της Πρωσίας και της Γερμανίας με σκοπό πολίτες γερμανικής εθνικότητας να αγοράσουν εκτάσεις γης όπου κατοικούσαν. Στο άρθρο 254 αναφέρεται συγκεκριμένα πως η Πολωνία εξαιρούταν από τον επιμερισμό αυτών των δανείων «τα οποία κατά τη γνώμη της Επιτροπής Επανορθώσεων οφείλονται στα μέτρα που λήφθηκαν από τις γερμανικές και πρωσικές κυβερνήσεις για τον γερμανικό αποικισμό της Πολωνίας».

Ξεχωριστή σημασία έχει και η περίπτωση της Κόστα Ρίκα εναντίον της τράπεζας Royal Bank of Canada. Δάνειο συγκεκριμένα που είχε χορηγήσει  η εν λόγω τράπεζα στον δικτάτορα της κεντροαμερικάνικης χώρας, Φρεντερίκο Τινόκο, έμεινε απλήρωτο έπειτα από απόφαση που εξέδωσε ο ανώτατος εισαγγελέας των ΗΠΑ, δικαστής Ταφτ. Με βάση την απόφασή του «η συναλλαγή έβριθε προβλημάτων». Πραγματοποιήθηκε δε «σε μια περίοδο κατά την οποία η δημοτικότητα της κυβέρνησης του Τινόκο είχε εξαφανισθεί και όταν το πολιτικό και στρατιωτικό κίνημα που στόχευε στην ανατροπή της κέρδιζε έδαφος».

Το παράδειγμα των ΗΠΑ με την Κούβα και της Μεγάλης Βρετανίας με τη Δημοκρατία των Μπόερς, το επικαλέστηκε το 1938 η χιτλερική Γερμανία, με αφορμή την προσάρτηση της υπερχρεωμένης Αυστρίας. Το Βερολίνο αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη της Αυστρίας υποστηρίζοντας ότι ανάληψή τους έγινε ενάντια στα συμφέροντα του κράτους.

Το άρθρο 254 της Συνθήκης των Βερσαλλιών χρησιμοποιήθηκε και στη συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε το 1947 με την Ιταλία. Πρόκειται για τις «νομικές συνέπειες της ειρήνης», για να παραφράσουμε τον τίτλο του εύστοχου και προνοητικού έργου του Τζον Μέιναρντ Κέινς, Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης, που γράφτηκε το 1919 καυτηριάζοντας τις εξοντωτικές ποινές που επιβλήθηκαν στη Γερμανία. Η Γαλλο-ιταλική επιτροπή συμφιλίωσης συμφώνησε πως «χρέη που συνάφθηκαν από το διάδοχο κράτος για πολεμικούς σκοπούς, ή για το σκοπό της επέκτασης σε εδάφη τα οποία πρώτα προσαρτήθηκαν και στη συνέχεια απελευθερώθηκαν δεν μπορούν να δεσμεύουν το διάδοχο κράτος ή αυτό που αποκαθιστά την κυριαρχία του».

Δύο ακόμη πολύ πρόσφατα περιστατικά όπου έγινε χρήση της ρήτρας περί απεχθούς χρέους βεβαιώνουν την δυνατότητα χρησιμοποίησής της ακόμη και σήμερα στο πλαίσιο των περίπλοκων διεθνών οικονομικών ανταλλαγών. Το πρώτο περιστατικό σχετίζεται με την απόφαση δίωξης που εξέδωσε ο ομοσπονδιακός δικαστής της Αργεντινής Τ. Μπαλεστέρος, έπειτα από προσφυγή του δικηγόρου και δημοσιογράφου Αλεχάνδρο Όλμος το 1982, εναντίον των υπευθύνων για την υπερχρέωση του κράτους την περίοδο της δικτατορίας. Η «απόφαση Όλμος» συνιστά τομή γιατί καταλογίζει συγκεκριμένες ευθύνες σε πολυμερείς πιστωτικούς οργανισμούς, όπως το ΔΝΤ και η Διαμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα και ακόμη σε ιδιώτες πιστωτές του Βορρά.

Το δεύτερο περιστατικό αφορά την απόφαση της κυβέρνησης της Νορβηγίας στις 2 Μαρτίου 2007 να ακυρώσει χρέη που είχαν αναλάβει αναπτυσσόμενες χώρες την περίοδο 1976 – 1980 έναντι της σκανδιναβικής χώρας, στο πλαίσιο εξαγωγικών πιστώσεων. Ειδικότερα η Νορβηγία εφαρμόζοντας ένα επιθετικό πρόγραμμα στήριξης της ναυπηγικής της βιομηχανίας στο εξωτερικό επιβάρυνε μια σειρά από κράτη, κυρίως, του Νότου με δάνεια τα οποία αναγνώρισε στη συνέχεια ότι δεν είχαν καμία θετική επίδραση στην οικονομική τους ανάπτυξη. Η παραγραφή αυτών των χρεών παρότι έγινε με την ρητή επισήμανση ότι δεν πρόκειται για «μη νομιμοποιημένα» δάνεια, έτσι ώστε να μην δημιουργηθεί νομικό προηγούμενο που θα δώσει νέα ερείσματα στον αγώνα των λαών για παραγραφή του εξωτερικού τους χρέους, δημιουργεί προηγούμενο καθώς απονομιμοποιείται το χρέος και εξετάζεται το όφελος του δανειολήπτη. Παρά μάλιστα το γεγονός ότι οι συμβάσεις δεν είχαν νομικά τίποτε το μεμπτό.

Και στις ένδεκα παραπάνω περιπτώσεις τα κρατικά χρέη προς διεθνείς πιστωτές αμφισβητήθηκαν ή παραγράφηκαν με επίσημο τρόπο κάτω από την επίκληση της έννοιας του «απεχθούς χρέους» ή χρησιμοποιώντας μόνο το περιεχόμενό της για να μην δημιουργηθεί νομικό προηγούμενο. Όλα αυτά τα χρόνια ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που η ρήτρα του Σακ επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί σε περιόδους μετάβασης και ανατροπής καθεστώτων, μέχρι που επικράτησαν «ωριμότερες» σκέψεις. Ξεχωρίζουν δύο περιπτώσεις: Στην Αιθιοπία και το Ιράκ.

Στην Αιθιοπία το φιλοαμερικανικό καθεστώς που ανέλαβε την εξουσία μετά την ανατροπή του φιλοσοβιετικού επιδίωξε να μην πληρώσει τα χρέη του προς την Μόσχα υποστηρίζοντας ότι «αυτά ήταν χρήματα που δόθηκαν στο παλιό καθεστώς για να μας σκοτώνει». Το νόμο και την τάξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος ανέλαβε να επιβάλλει το ίδιο το ΔΝΤ απαιτώντας από την Αιθιοπία να ξεπληρώσει τα χρέη της, διαφορετικά απειλήθηκε ότι θα αποκοβόταν, με ευθύνη του ίδιου του ιμπεριαλιστικού οργανισμού, από κάθε μελλοντική δανειοδότηση[2].

Η μεγάλη ανατριχίλα που προκαλεί στο διεθνές πιστωτικό σύστημα η έννοια του «απεχθούς χρέους» δεδομένου ότι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της παραγραφής χρεών και δημιουργεί νομικά προηγούμενα και παραδείγματα προς μίμηση φάνηκε πεντακάθαρα με την περίπτωση του Ιράκ (Adams, 2004). Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους μετά την στρατιωτική τους επιτυχία με την κατάληψη του Ιράκ την άνοιξη του 20043 θέλησαν να ολοκληρώσουν την επιτυχία τους τιμωρώντας και σε οικονομικό επίπεδο τους ανταγωνιστές τους που στήριζαν επί χρόνια το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Έτσι άρχιζαν να ωριμάζουν σκέψεις να μην πληρωθεί το χρέος του προηγούμενου καθεστώτος, το οποίο στη συντριπτική του πλειοψηφία προερχόταν από διμερή δάνεια που είχε υπογράψει με την Ιαπωνία, τη Ρωσία, τη Γαλλία και την Γερμανία. Όλη η επιχειρηματολογία όμως ρητά ή άρρητα παρέπεμπε στα «απεχθή χρέη». Η συζήτηση κόπηκε απότομα από αυτούς που την ξεκίνησαν για να μην ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και ακολουθήσει ένα ντόμινο ανάλογων διεκδικήσεων. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μαρκ Μέντις αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ στους New York Times σε άρθρο με τίτλο Make Baghdad pay στις 4 Νοέμβρη 2003 για το ενδεχόμενο χαρακτηρισμού μέρους του χρέους του Ιράκ ως απεχθούς ότι «θα ήταν κακό για το Ιράκ και θα δημιουργούσε ένα καταστροφικό προηγούμενο για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Για να ομαλοποιήσει τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές του σχέσεις το Ιράκ θα πρέπει να σεβαστεί μια από τις βασικές αρχές του δικαίου: οι συμφωνίες πρέπει να πληρούνται. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση οι αγορές δεν μπορούν να λειτουργήσουν». Η λύση τελικά που δόθηκε περιελάμβανε τη σοβαρή μείωση του εξωτερικού χρέους του Ιράκ (υπό τον όρο της υλοποίησης μιας σειράς πολιτικών προϋποθέσεων) μέσω όμως των διεθνώς …αποδεκτών διαδικασιών: Της έγκρισης του Κλαμπ του Παρισιού όπου διευθετούνται διαφορές που σχετίζονται με διακρατικά δάνεια και του Κλαμπ του Λονδίνου, που έχει την ευθύνη για την επίλυση των διαφορών σχετικά με εμπορικά δάνεια μεταξύ ιδιωτών.

Αντίθετα με την κατοχική κυβέρνηση του Ιράκ, που ανέθεσε στον ιμπεριαλισμό την παραγραφή μέρους του δημόσιου χρέους της, η κυβέρνηση της Παραγουάης προχώρησε στην αθέτηση πληρωμών μονομερώς και ερχόμενη σε σύγκρουση με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, με προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 26 Αυγούστου 2005 (υπ. αρ. 2695) η κυβέρνηση της Παραγουάης χαρακτήρισε τα χρέη που είχε αναλάβει η δικτατορία του Αλφρέντο Στρέσνερ παράνομα και κοινοποίησε έτσι προς τους διεθνείς πιστωτές και ειδικότερα τους ελβετούς τραπεζίτες την πρόθεσή της να μην τα εξυπηρετήσει. Αυτή μάλιστα την απόφαση την παρουσίασε ο πρόεδρος της Παραγουάης και ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 3 Οκτώβρη 2005. 

Ορισμένες γενικές παρατηρήσεις  

Με βάση τα παραπάνω συγκεκριμένα παραδείγματα φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετά περιστατικά παύσης πληρωμών και μη εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους από την πρόσφατη ιστορία.

Δεν είναι όμως μόνο τα προηγούμενα παραδείγματα. Στην ιστορία του καπιταλισμού, με βάση μια εξαντλητική μελέτη της οικονομικής ιστορίας στην οποία προχώρησαν δύο εξέχοντες οικονομολόγοι (Reinhart, C. & Rogoff, K., 2009) οι οποίοι όχι μόνο εκφράζουν το κυρίαρχο ρεύμα αλλά ο δεύτερος ήταν επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ[3], διαπιστώνεται ότι «η τρέχουσα περίοδος κατά την οποία γίνονται σεβαστές οι δανειακές υποχρεώσεις απέχει πολύ από το να αποτελεί κανόνα»! Οι συγγραφείς, μελετώντας την περίοδο 1800-2009, κατέγραψαν περισσότερα από 250 περιστατικά αθέτησης πληρωμών στο εξωτερικό και 68 στο εσωτερικό των υπό μελέτη χωρών. Στην έρευνά τους υπάρχει ένα ακόμη πιο πολύτιμο συμπέρασμα. Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι κεντρική σημασία έχει «η βούληση και όχι η ικανότητα πληρωμής» μελετώντας την ιστορία. Κατά συνέπεια παύση πληρωμών δεν γίνεται μόνο λόγω ανάγκης, όταν ένα κράτος συνειδητοποιεί ότι αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα χρέη του, αλλά τις περισσότερες φορές συνέβη επειδή απλώς επέλεγε για πολιτικούς ή άλλους λόγους να μην τα εξυπηρετήσει. Ακόμη κι έτσι όμως τονίζουν οι συγγραφείς «και οι πιο φημισμένες περιπτώσεις πλήρους αθέτησης πληρωμών κατέληξαν σε μερική αποπληρωμή, αν και συχνά αντιπροσώπευε ένα μικρό μέρος και πολλές δεκαετίες αργότερα. Η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία αρνήθηκε να αποπληρώσει τα τσαρικά δάνεια το 1918 αλλά όταν η Ρωσία τελικά επανήλθε στις αγορές κεφαλαίου 69 χρόνια αργότερα όφειλε να διαπραγματευτεί μια συμβολική τιμή για το χρέος που είχε αθετήσει» (όπ.π).

Οι συγγραφείς μάλιστα ανοίγουν εκ νέου μια παλιά αντιπαράθεση που αφορά τις συνέπειες από την αθέτηση πληρωμών. Μέχρις στιγμής τα παραδείγματα βοούν πως περίπτωση αποκλεισμού από τις αγορές δεν υφίσταται, μετά από μονομερή παύση πληρωμών και επαναδιαπραγμάτευση του χρέους μέσω της έκδοσης νέων ομολόγων σημαντικά υποτιμημένων με τα οποία ανταλλάσσονται τα παλιά (Λαπαβίτσας, 2010). Τόσο το παράδειγμα της Ρωσίας το 1999 όσο και της Αργεντινής το 2001 βεβαιώνουν πως οι αγορές κεφαλαίου έχουν μνήμη χρυσόψαρου, χώρια που δεν αποτελούν μονόδρομο για την άντληση κεφαλαίων εάν και εφ όσον ο δανεισμός είναι αναγκαίος. Μια, και τις περισσότερες φορές τα ποσά που εξοικονομούνται από την παύση της εξυπηρέτησης των πιστωτών αποδεικνύεται ότι αρκούν για να χρηματοδοτηθούν οι πραγματικές ανάγκες της χώρας. Ακόμη όμως και αν δεν αρκούν παραμένει ως εναλλακτική λύση η δυνατότητα των διμερών δανείων με ευνοϊκούς όρους από φιλικά καθεστώτα.

Παρότι ωστόσο η πραγματικότητα βεβαιώνει για το αντίθετο, το επιχείρημα των αρνητικών συνεπειών και του ενδεχόμενου αποκλεισμού από τις αγορές και η σχετική κινδυνολογία έρχεται ξανά και ξανά σε θεωρητικό επίπεδο (Eaton 1981, Μελάς 2010, κ.α.). Η απάντηση που προέρχεται μάλιστα από το ορθόδοξο ρεύμα υποστηρίζει με λίγα λόγια ότι οι εθνικές οικονομίες δεν αποτελούν …πυραμίδες. Μια οικονομία δεν αποπληρώνει τα δάνειά της για να συνάψει νέα (Reinhart, C. & Rogoff, K., 2009). Επιπλέον ξεφεύγοντας από συναισθηματικές αξιολογήσεις και αντιδράσεις (που δεν επιβεβαιώνονται μάλιστα από την πραγματικότητα) τι πιο ορθολογικό από μια ψυχρή ανάλυση της συνάρτησης κόστους – της παύσης πληρωμών – και ωφέλειας – της εξυπηρέτησης του χρέους (Krugman, P. & Obstfeld, M. 1995). Αναφέρουν συγκεκριμένα οι δύο τελευταίοι αμερικάνοι οικονομολόγοι: 

«Το όφελος που προκύπτει από τη διακοπή των πληρωμών συνίσταται στο ότι ο οφειλέτης δεν καταβάλει τους τόκους και τα χρεολύσια για το χρέος του. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσό που οφείλει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο είναι το όφελός του από την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του έναντι των πιστωτών. Εκτός όμως από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που αυξάνουν το όφελος από την άρνηση της εξόφλησης του χρέους. Ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι το επίπεδο εισοδήματος της χώρας. Αν το εισόδημα της χώρας είναι υψηλό, τότε μπορεί να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος χωρίς επώδυνες περικοπές στην εγχώρια κατανάλωση και τις επενδύσεις. Όταν, όμως, η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, η συνέχιση της εξυπηρέτησης του χρέους μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στον πληθυσμό και συνεπώς αναταραχές…

Ο οφειλέτης θεωρεί ότι κερδίζει διακόπτοντας την εξυπηρέτηση του χρέους του όταν το όφελος που προκύπτει από αυτή του την ενέργεια υπερβαίνει το κόστος που θεωρεί ότι έχει από την παραβίαση της συμφωνίας του δανείου» (Krugman, P. & Obstfeld, M. 1995). 

Με βάση τα παραπάνω, είναι εμφανές ότι η Ελλάδα έχει κάθε όφελος από την παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αποτελεί και τόσο μακρινό ενδεχόμενο μετά την επίμονη άρνηση του δημοσίου να πληρώσει τους προμηθευτές του, έτσι ώστε να μειώσει στις δαπάνες και να συρρικνώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα. Πριν δούμε τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να υλοποιηθεί η παύση πληρωμών αξίζει να σχολιάσουμε τη δεινή θέση που βρίσκονται τα κυρίαρχα κράτη σε σχέση με τις ιδιωτικές εταιρείες. Ειδικότερα, η δήλωση αδυναμίας πληρωμής των υποχρεώσεων μιας εταιρείας, είναι θέμα απλών υπολογισμών. Αν τα έσοδά της, τωρινά και μελλοντικά, υπολείπονται σημαντικά των υποχρεώσεών της, τότε όλα τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει το πτωχευτικό δίκαιο, το οποίο μάλιστα τα τελευταία χρόνια σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα τείνει να γίνεται όλο και λιγότερο «εκδικητικό» απέναντι στον επιχειρηματία. Η λαμπρή καριέρα δε που έκαναν στη συνέχεια στελέχη χρεοκοπημένων επιχειρήσεων σε άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα[4] δείχνει ότι το κεφάλαιο επ’ ουδενί δεν υιοθετεί ούτε απαγγέλλει ηθικές κατηγορίες σε αντίστοιχες περιπτώσεις για διασυρμό ή αμαύρωση της φήμης… Ένα ακόμη παράδειγμα που δείχνει την καλύτερη θέση στην οποία βρίσκεται ο ιδιωτικός τομέας έναντι των κρατών αφορά την ευκολία με την οποία μια επιχείρηση απαλλάσσεται υποχρεώσεων ή δανείων στην περίπτωση που αυτά αναλήφθηκαν για προσωπικό όφελος του διευθυντή της ή των στελεχών τους (Kremer, 2002). Το χρέος στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι εμπίπτει στην κατηγορία του «απεχθούς» δεδομένου ότι δεν συνάφθηκε προς το συμφέρον της επιχείρησης. Όρος μάλιστα που θεωρείται επαρκής ασχέτως του γεγονότος ότι μπορεί να μην συντρέχουν οι άλλοι δύο όροι που έθεσε ο Σακ (ελλιπής νομιμοποίηση, γνώση των πιστωτών). 

Λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους 

Η διαδικασία που αποδείχθηκε κατά πολλαπλούς τρόπους πολύτιμη όλες τις προηγούμενες δεκαετίες για την σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους και την παύση πληρωμών, ήταν ο σχηματισμός Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, με έργο το άνοιγμα των βιβλίων του δημόσιου χρέους. Είναι μια διαδικασία πλήρως συμβατή με την διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1948  που ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να μετέχει στη διεύθυνση των δημοσίων υποθέσεων της χώρας του, είτε άμεσα, είτε μέσω αντιπροσώπων» (άρθρο 21).

Η τεράστια συμβολή της έγκειται στο γεγονός ότι θέτοντας πρωταρχικά το δημοκρατικό αίτημα της διαφάνειας μπορεί να αποτελέσει πόλο συσπείρωσης και όχημα δραστηριοποίησης πολύ ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων σε σχέση με όσους συνειδητοποιούν την ανάγκη παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους. Ο διττός της επίσης χαρακτήρας, το γεγονός δηλαδή ότι απαρτίζεται από εξουσιοδοτημένους τεχνικούς (που με άνωθεν άδεια και μόνο θα αποκτήσουν πρόσβαση) ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και μέσο δραστηριοποίησης κοινωνικών οργανώσεων δίνει τη δυνατότητα πίεσης του κινήματος στο έργο και τον προσανατολισμό της Επιτροπής η οποία με θεσμικό τρόπο θα έρχεται σε επαφή με το κίνημα, συναρτήσει πάντα της δικής του δυναμικής.

Η ανταγωνιστική σχέση που έχει η διαδικασία του λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους καθώς και όσοι την επικαλούνται απέναντι στον ιμπεριαλισμό, το καρτέλ των πιστωτών και τις ενδοτικές κυβερνήσεις αποτυπώνεται με σαφήνεια στην διακήρυξη που εκδόθηκε με αφορμή την δεύτερη συνέλευσή του Jubilee South στις 28 Σεπτέμβρη 2005 στην Αβάνα. Αναφέρεται εκεί: «Θα συνεχίσουμε επίσης να καταγγέλλουμε σθεναρά τη συμμετοχή των κυβερνήσεων του Νότου στη διαιώνιση του προβλήματος του χρέους, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο και φτάνοντας στο σημείο να ξεπουλάνε τα αγαθά των λαών μας. Δεσμευόμαστε να εργαστούμε με όρεξη για να αλλάξουμε τις πολιτικές των κυβερνήσεων του Νότου που θα έπρεπε να καταγγείλουν όλα τα χρέη που απαιτούνται από τις χώρες μας. Και για αυτό θεωρούμε τη εφαρμογή του λογιστικού ελέγχου στο χρέος σαν ένα αποφασιστικό βήμα» (AAJ, 2006).

Ζητούμενο του λογιστικού ελέγχου είναι να απαντηθούν τρία βασικά ερωτήματα: «πόσα χρωστάμε», «σε ποιόν χρωστάμε» και «γιατί χρωστάμε». Μερικές φορές δε και το ερώτημα «χρωστάμε στ’ αλήθεια;» (όπ.π.) Η τεράστια συμβολή του λογιστικού ελέγχου και του χαρακτηρισμού όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του χρέους ως απεχθούς, παράνομου ή μη νομιμοποιημένου δίνει τα απαραίτητα νομικά ερείσματα σε μια κινηματική διαδικασία.

Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα δημιουργίας και επιτυχούς λειτουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (επιτυχούς, υπό την έννοια ότι κατάφερε να μειώσει σημαντικά το δημόσιο χρέος) είναι στον Ισημερινό[5]. Εκεί, η Επιτροπή δημιουργήθηκε από τον πρόεδρο της χώρας Ραφαέλ Κορέα (ο οποίος εκλέχτηκε με βασικό του σύνθημα την παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους) με προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 9 Ιουλίου 2007. Έχει σημασία να γίνουν τέσσερις παρατηρήσεις.

Πρώτο, οι διεθνείς  προσωπικότητες που συμμετείχαν στην Επιτροπή δεν αποτελούσαν κάποια δύναμη επιβολής επάνω στα συμφέροντα της χώρας. Επιλέγηκαν μόνο και μόνο χάρη στην εμπειρία που είχαν όλα τα προηγούμενα χρόνια αντιπαλεύοντας το δημόσιο χρέος. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μεταξύ άλλων συμμετείχαν ο αργεντινός Αλεχάνδρο Όλμος, που είχε στραφεί κατά του χρέους της χούντας της Αργεντινής όπως προαναφέραμε, η βραζιλιάνα Μαρία Λουθία Φατορέλι, επικεφαλής της αντίστοιχης επιτροπής στη χώρα της και ο βέλγος καθηγητής Ερίκ Τουσέν, που έχει πρωτοστατήσει στην πάλη για την παραγραφή του χρέους του Τρίτου Κόσμου. Παρόλα αυτά η Επιτροπή υπαγόταν στην αρμοδιότητα του κράτους. Όλες δε οι τελικές αποφάσεις ελήφθησαν από την κυβέρνηση του Ισημερινού.

Δεύτερο, το πόρισμά της δεν αποτελεί ένα τεχνοκρατικό, πολιτικά ουδέτερο κείμενο (Internal auditing commission for public credit of Ecuador). Αντίθετα όλες οι οικονομικές αποφάσεις αξιολογούνται με πολιτικά κριτήρια και υπό την δραματική εμπειρία του κοινωνικού ολοκαυτώματος του ΔΝΤ. Αντιγράφουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα: 

(Μετά από την παράθεση στοιχείων που δείχνουν τον πολλαπλασιασμό του χρέους προς τις τράπεζες) «αποδεικνείεται ότι το ομολογιακό χρέος δεν ήταν μια πηγή χρηματοδότησης της ανάπτυξης της χώρας, αλλά ένας διεστραμμένος μηχανισμός πλιατσικολογήματος των περιορισμένων πόρων της» (σελ. 15).

«Οι ορθόδοξες πολιτικές περιορισμού στα δημοσιονομικά, τον προϋπολογισμό, τη νομισματική πολιτική και την πιστωτική επέκταση και οι συνεχείς αυξήσεις των επιτοκίων όξυναν τα χρηματοδοτικά προβλήματα των κρατών – οφειλετών. Τα μέτρα και οι όροι που επιβλήθηκαν από το ΔΝΤ, τις υπηρεσίες της Παγκόσμιας Τράπεζας, πολυμερείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα, το Κλαμπ του Παρισιού και άλλους πιστωτές του Εκουαδόρ παραβίασαν βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου όπως την κρατική κυριαρχία, το δικαίωμα στον ελεύθερο αυτο-προσδιορισμό των λαών, την μη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών, το δικαίωμα στην ανάπτυξη και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (Internal auditing commission for public credit of Ecuador, σελ. 24).  

Το τρίτο σημείο, σχετίζεται με την σημασία που έχει το παράδειγμα του Ισημερινού για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης. Το μεγάλο κατόρθωμα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του Ισημερινού ήταν ότι με το πόρισμά της άναψε το πράσινο φως για να σταματήσει η εξυπηρέτηση του 70% του ομολογιακού δημόσιου χρέους και όχι δημόσιου χρέους που είχε αναληφθεί με διμερείς δανειακές συμβάσεις ή κοινοπρακτικά δάνεια. Επομένως οι δυσκολίες που φαίνεται να υπάρχουν από πρώτη ματιά στην διερεύνηση της αγοράς ομολόγων, δεδομένου ότι τέτοιας κατηγορίας είναι το χρέος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, δεν είναι ανυπέρβλητες. Υφίστανται τεχνικές, συσσωρευμένη γνώση και μέσα που μπορούν να ρίξουν φως στην αγορά ομολόγων, αν υπάρχει η αναγκαία πολιτική βούληση.

Το τέταρτο σημείο αφορά τον ιστορικό χαρακτήρα της μεταρρύθμισης που πραγματοποιήθηκε στον Ισημερινό με αφορμή την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, όπως φάνηκε από το δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 ενσωματώνοντας στο σύνταγμα δύο νέα άρθρα, τα υπ. αρ. 290 και 291 που καθορίζουν με ακρίβεια τους όρους υπό τους οποίους οι αρχές στο μέλλον μπορούν να προβούν σε δανεισμό (Toussaint, E. & Millet, D., 2010). Με βάση αυτά τα άρθρα του συντάγματος απαγορεύεται η σύναψη νέων δανείων για να ξεπληρωθούν παλιά. Απορρίπτεται την κεφαλαιοποίηση τόκων και άλλες μορφές ανατοκισμού, που αποτελούν μια συνήθη πρακτική του Κλαμπ του Παρισιού. Προειδοποιεί τους δανειστές πως αν χορηγήσουν δάνεια υπό αμφιλεγόμενους όρους θα αμφισβητηθεί η νομιμότητά τους, κ.α.[6] Κατά συνέπεια δεν επρόκειτο για μια μάχη εντυπώσεων. Επίσης ο λογιστικός έλεγχος και η αποπληρωμή μέρους του χρέους δεν σήμανε μια μικρή παρένθεση στην πολυετή ιστορία υποταγής στις τράπεζες, αλλά μια στρατηγική νίκη του λαού του Ισημερινού έναντι των πιστωτών. 

Απεχθές χρέος α λα ελληνικά, 12 παραδείγματα 

Στην Ελλάδα η παροιμιώδης και χρόνια διαφθορά του αστικού πολιτικού συστήματος (που δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση των όσων συμβαίνουν στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο) διευκολύνει τα μέγιστα για να ξεκινήσει η διαδικασία λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους προς δύο κατευθύνσεις. Ζητούμενο θα είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του να κηρυχθεί απεχθές, παράνομο ή μη νομιμοποιημένο.

Η πρώτη κατεύθυνση θα αφορά το ίδιο το δημόσιο χρέος και τα συστατικά του στοιχεία. Μέχρι σήμερα ελάχιστα είναι γνωστά που κι αυτά αφορούν συνολικά, «εξωτερικά» του γνωρίσματα. Για παράδειγμα σε ότι αφορά την σύνθεσή του, στις 31 Οκτώβρη 2010 το 79,1% απαρτιζόταν από ομόλογα, το 8,2% από κοινοπρακτικά δάνεια, το 8% προερχόταν από τον λεγόμενο Μηχανισμό Στήριξης, το 2,8% από έντοκα γραμμάτια και το 1,9% από δάνεια της Τράπεζας Ελλάδας (υπουργείο Οικονομικών, 2010). Σε ό,τι αφορά τη φυσική του διάρκεια το 45% είναι μακροπρόθεσμο (άνω των 5 ετών), το 44,5% μεσοπρόθεσμο (1 έως 5 έτη) και το 10,5% βραχυπρόθεσμο (μέχρι 1 έτος). Από κει και πέρα τίθενται μια σειρά από ερωτήματα:

Πρώτο, υπό ποιους όρους έγινε η έκδοση κάθε ομολογιακού δανείου, ποια ήταν η αμοιβή των τραπεζών που συμμετείχαν, με ποια κριτήρια επιλέγηκαν αυτές και οι αγορές στις οποίες απευθύνθηκαν.

Δεύτερο, κατά πόσο το επιτόκιο διάθεσης ήταν συμβατό με τους όρους της αγοράς και τα επίπεδα της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Κραυγαλέα περίπτωση παρανομίας και όχι απλώς απεχθούς χρέους συνιστά το επιτόκιο με το οποίο δανειστήκαμε από ΔΝΤ – ΕΕ, άνω του 5%, τη στιγμή που η Γερμανία και άλλες χώρες που συμμετέχουν στον μηχανισμό προμηθεύονται χρήμα με 2%!

Τρίτο, η άξια δικαστικής διερεύνησης υπόθεση με τα swaps του 2001 στα οποία συμμετείχε η Goldman Sachs μετατρέποντας δάνεια του ελληνικού δημοσίου από γιεν σε ευρώ έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη – και μάλιστα σε γνώση της ΕΚΤ, όπως αποκαλύφθηκε από την επίμονη άρνησή της να ρίξει φως στην υπόθεση, μετά την μήνυση του πρακτορείου Bloomberg – βεβαιώνει τις σκοτεινές και ύποπτες διαδρομές του χρήματος πίσω από τους γενικούς πίνακες.

Τέταρτο, εγγυημένα δάνεια των ΔΕΚΟ και άλλων φορέων που κατέπεσαν και αναλήφθηκαν από το δημόσιο κατά πόσο εξυπηρετούσαν πραγματικές ανάγκες και συνάφθηκαν με διαφανείς όρους.

Πέμπτο, οι όροι διαπραγμάτευσης και εκκαθάρισης στην δευτερογενή αγορά καθώς προσδιορίζουν αυτόματα τον όγκο αγορών και πωλήσεων, επιδρούν άμεσα στην τιμή των ομολόγων. Έτσι, η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδας, του θεματοφύλακα της πιο σκληρής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, τον Οκτώβρη του 2010 να αυξήσει το χρονικό περιθώριο εκκαθαρίσεων από 3 μέρες σε 10, ανεξαρτήτως των προθέσεων της, διευκόλυνε την υποτιμητική κερδοσκοπία σε βάρος των ομολόγων, οδηγώντας σε παροξυσμό την κρίση χρέους.

Έκτο, πλήθος άλλων τεχνικών λεπτομερειών όπως ο ανατοκισμός και οι όροι που αυτός επιβλήθηκε ή η αναγνώριση παλιών δανείων του ελληνικού δημοσίου μπορούν να αποτελέσουν πεδία διερεύνησης για τον λογιστικό έλεγχο.

Η δεύτερη κατεύθυνση στην οποία θα πρέπει να στραφεί ο λογιστικός έλεγχος θα αφορά τα πεπραγμένα του ελληνικού δημοσίου, κάθε είδους δοσοληψίες του.

Πρώτα, απ’ όλα τις ιδιωτικοποιήσεις. Από τις πιο «ήπιες» της δεκαετίας του ‘90 μέχρι τις πιο βάρβαρες και σκανδαλώδεις των τελευταίων ετών, όλες πρέπει να διερευνηθούν για να τεκμηριωθεί με στοιχεία το έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος της δημόσιας περιουσίας και των χρημάτων των φορολογουμένων.

Δεύτερο, τις προμήθειες πολεμικού υλικού. Στο επίκεντρο δεν θα βρεθούν μόνο περιπτώσεις όπως του υποβρυχίου Παπανικολής αλλά και η σκοπιμότητα τους. Ενδεικτικά, το ελληνικό δημόσιο δεν πρέπει να επιβαρυνθεί ούτε ένα ευρώ από δαπάνες που έγιναν προς όφελος των ιμπεριαλιστικών, επεκτατικών σχεδίων. Να τα πληρώσουν Αμερικανοί και Γερμανοί.

Τρίτο, τους Ολυμπιακούς Αγώνες και όλο το πλέγμα των δραστηριοτήτων που άνθισε στη σκιά του. Για παράδειγμα δεν είναι μόνο το χαφιεδοσύστημα C4I ή οι γέφυρες του Καλιατράβα που αποτελούν ακραίο παράδειγμα διακομματικής διαφθοράς. Είναι, μεταξύ άλλων, κι οι χορηγίες των ΔΕΚΟ που θέλοντας και μη επιβαρύνθηκαν για να μειωθεί το κόστος εκτέλεσης των αγώνων.

Τέταρτο, να εξετασθούν ξανά οι παραγραφές χρεών της εφορίας, των ασφαλιστικών ταμείων και άλλων δημόσιων υπηρεσιών προς ιδιώτες. Η απροθυμία του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, να αποκαλύψει στη Βουλή τα ονόματα των φορολογουμένων που θα ευνοούνταν από την παραγραφή των 24 δισ. ευρώ την οποία επιχείρησε να επιβάλλει στις 14 Δεκέμβρη με τροπολογία (ποσό που ισούται με το 50% σχεδόν των φορολογικών εσόδων του 2011), δείχνει τις τεράστιες δυνατότητες της κυβέρνησης να διαγράφει χρέη του κεφαλαίου, ευνοώντας διαπλεκόμενους επιχειρηματίες.

Πέμπτο, να ελεγχθεί κάθε λογής προμήθεια και ανάθεση έργου μεγάλης αξίας από δημόσιες υπηρεσίες. Νοσοκομεία, δήμοι, νομαρχίες και κρίσιμα υπουργεία όπως το πρώην Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και νυν Υποδομών ή το Οικονομίας να ανοίξουν τα βιβλία τους στον δημόσιο έλεγχο αποδεικνύοντας ότι κάθε ευρώ του ελληνικού λαού αξιοποιήθηκε με τρόπο διαφανή[7].

Έκτο, η διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων που σύμφωνα με διασταυρωμένες επιστημονικές μελέτες ξεπερνούν τα 162 δισ. ευρώ. Σκάνδαλο τεραστίου μεγέθους αποτελεί η απροθυμία της γερμανικών κυβερνήσεων να πληρώσουν και η αδιαφορία των ελληνικών να διεκδικήσουν δάνειο της Γερμανίας που ανέρχεται σε 3,5 δισ. δολ. αγοραστικής αξίας του 1938 και σημερινής αξίας άνευ τόκων 54 δισ. δολ. το οποίο το εγγράφει κανονικά κάθε χρόνο η Τράπεζα της Ελλάδας και είναι μάλιστα διεθνώς αναγνωρισμένο.

Συμπερασματικά, το τελευταίο αυτό σκέλος που θα λειτουργεί συμπληρωματικά στην πάλη των εργαζομένων σε κρίσιμα μέτωπα π.χ. ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και για την αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου θα προσδώσει στην διαδικασία του λογιστικού ελέγχου την απαραίτητη κοινωνική διάσταση και αγωνιστικό βάθος. Έτσι, ο λογιστικός έλεγχος θα έχει τη δική του συμβολή στην πάλη για την απόκρουση και την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου που υλοποιείται με το Μνημόνιο ΔΝΤ – ΕΕ και με πρωταγωνιστές την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, την πιο αντιλαϊκή κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα.

Βιβλιογραφία

Λαπαβίτσας Κ. κ.α. (2010), Η ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη.

Μελάς, Κ. Μπινιάρης Ν. (2010) Δημόσιο χρέος: αθέτηση πληρωμών, αναδιάρθρωση ή τι άλλο; http://www.monthlyreview.gr/antilogos/greek/periodiko/arxeio/article_fullstory_html?obj_path=docrep/docs/arthra/MR69_Melas_MpiniarisFS/gr/html/index

Μπελογιάννης, Ν. (2010) Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, Αθήνα: Άγρα.

Υπουργείο Οικονομικών (2010), Εισηγητική έκθεση προϋπολογισμού οικονομικού έτους 2011, σελ. 165-166.

AAJ, AT  TA, CADTM κ.α. (2006) Let’s launch an enquiry into the debt. A manual on how to organize audits on third world debts.

Adams, P. (2004),Iraq’s odious debt, Cato Institute: Policy Analysis.

Eaton, J. Gersovitz, M. (1981) Debt with potential repudiation: theoretical and empirical analysis, Review of Economic studies.

Feilchenfeld, E. (1931), Public debts and state succession,New York: MacMillan.

Internal auditing commission for public credit ofEcuador, attached to the Ministry of Economy and Finances. (2008) Final report of the integral auditing of the Ecuadorian debt, executive summary. http://www.jubileeusa.org/fileadmin/user_upload/Ecuador/Internal_Auditing_Commission_for_Public_Credit_of_Ecuador_Commission.pdf

Kremer M. & Jayachandran (2002) Odious debt.

Krugman, P. & Obstfeld, M. (1995), Διεθνής οικονομική, θεωρία και πολιτική (τόμος α’ και β’), Αθήνα: Κριτική.

Monbiot, G. (2010),UK’s odious debt,  http://www.monbiot.com/archives/2010/11/22/the-uks-odious-debts/

Reinhart, C. Rogoff, K. (2009), This time is different, eight centuries of financial folly,New Jersey:Princeton university Press.

Sack, N. A. (1927) Les effets de transformations de etats sur leurs dettes publiques et autres obligations financiers.

Toussaint, E. & Millet, D. (2010) Debt, the IMF, and the World Bank, sixty questions, sixty answers,New York: Monthly Review Press.


[1] Η σημασία της μείωσης των φορολογικών συντελεστών στη στρατηγικής του κράτους για τη στήριξη του κεφαλαίου επιβεβαιώθηκε και με αφορμή την υπαγωγή της Ιρλανδίας στον μηχανισμό ΕΕ – ΔΝΤ, όταν επιβλήθηκαν τα πιο αυστηρά μέτρα για την αύξηση των δημοσίων εσόδων, αλλά κανένα πολιτικό κέντρο (ούτε οι Βρυξέλλες, ούτε το Βερολίνο, παρά τις κριτικές που διατυπώθηκαν) δεν τόλμησε να αυξήσει τον συντελεστή φορολόγησης των ΑΕ που βρίσκεται στο 12,5% κι είναι ο χαμηλότερος της ευρωζώνης.

[2] «Είπαμε στους Αιθίοπες ότι πρέπει να διαπραγματευτείτε με τη Ρωσία» δήλωνε στέλεχος του ΔΝΤ σε άρθρο της εφημερίδας Wall Street Journal στις 14 Απρίλη 2003 με τίτλο «U.S. invites coalition partners into Iraq talks».

[3] Ο Κένεθ Ρογκόφ πολύ συχνά τοποθετείται για την κρίση χρέους της ευρωζώνης δηλώνοντας κάθε φορά ότι η αναδιάρθρωση του χρέους για χώρες όπως η Ελλάδα είναι θέμα χρόνου. Ανέφερε για παράδειγμα στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 8 Οκτώβρη: «Μια ελληνική χρεοκοπία είναι αναπόφευκτη. Υπάρχει πιθανότητα 955 να χρεοκοπήσει και η Ισπανία. Η Ουγγαρία είναι στην κόψη του ξυραφιού. Τα πράγματα θα πάνε πολύ χειρότερα στην Ανατολική Ευρώπη».

[4] Ξεχωρίζει μεταξύ των άπειρων περιπτώσεων που ήρθαν στην επιφάνεια την ταραγμένη διετία 2008-2010 η περίπτωση κορυφαίου στελέχους της Λίμαν Μπράδερς που ανέλαβε στη συνέχεια, ως επιβράβευση πιθανά της επιτυχίας του, διευθύνων σύμβουλος στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. Οδηγώντας μάλιστα το θράσος και την υποκρισία σε νέα ύψη δεν δίσταζε από τη νέα του θέση να εξαπολύει μύδρους κατά των γάλλων εργαζομένων ζητώντας να μειωθούν οι παροχές τους για να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα!

[5] Λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους με πρωτοβουλία του κινήματος έχει ξεκινήσει και σε άλλες χώρες όπως οι Φιλιππίνες, το Περού, η Παραγουάη και η Βραζιλία (όπου η τεκμηρίωση των ευρημάτων είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη) χωρίς ωστόσο η προσπάθεια να έχει ευοδωθεί με την παραγραφή μέρους του χρέους.

[6] Σε ανάλογη συνταγματική αναθεώρηση προχώρησε και ο πρόεδρος Έβο Μοράλες της Βολιβίας τον Δεκέμβριο του 2007 ενσωματώνοντας στον καταστατικό χάρτη τέσσερα άρθρα (322, 324, 325, 330) που ορίζουν με αυστηρότητα τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται να δανείζεται το κράτος.

[7] Ενδεικτικό στοιχείο για τη δυναμική που διαθέτει το αίτημα της διαφάνειας στα δημόσια οικονομικά και χαρακτηρισμού του δημόσιου χρέους ως απεχθούς, ώστε να μην πληρωθεί, είναι και πρόσφατο άρθρο του μαχητικού βρετανού δημοσιογράφου που χαρακτήριζε ως απεχθές χρέος τα χρήματα του βρετανικού προϋπολογισμού που κατευθύνονται σε συγχρηματοδούμενα έργα! (George Monbiot, 2010).

Αρέσει σε %d bloggers: