Υπερχρέωση και λιτότητα η ανταμοιβή στον καλό μαθητή Τσίπρα

 

 

359Σανό περιελάμβανε το μενού στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Σανό για πρωινό, σανό για μεσημεριανό, σανό και για βραδινό, σανό και την ώρα του καφέ αντί για βουτήματα. Σανό έτρωγαν οι σύνεδροι από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στο χώρο του Τάε Κβο Ντο, σανό τους τάισε και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με την ομιλία του που κήρυξε την έναρξη των εργασιών του 2ου συνεδρίου του κόμματος.  Κι αυτοί το απολάμβαναν, ζητώντας κι άλλο σανό… Μα επιτέλους, πόσο σανό μπορεί να φάει ένας ΣΥΡΙΖΑίος;

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

«Και η δεύτερη αξιολόγηση θα κλείσει στην ώρα της και θα είναι λιγότερο δύσκολη από την πρώτη, ταυτόχρονα θα κλείσουν και τα μέτρα απομείωσης του χρέους. Ταυτόχρονα θα μπούμε και στην ποσοτική χαλάρωση», ήταν τα λόγια του Τσίπρα.

Και οι τέσσερις διαβεβαιώσεις που περιλαμβάνονται στην παραπάνω δήλωση είναι ψέματα. Είναι κούφια λόγια που ήθελαν να ακούσουν οι σανοφάγοι σύνεδροι του ΣΥΡΙΖΑ και τους τα πρόσφερε χωρίς καμία ντροπή ο αρχηγός τους κι ας ήξερε ότι δεν χρειάζεται καν το πλήρωμα του χρόνου για να αποδειχθούν κατάφωρα ψεύδη.

Η δεύτερη αξιολόγηση που ξεκινάει στις 18 Οκτωβρίου θα ήταν ευχής έργο για την κυβέρνηση να τελειώσει στις 7 Νοεμβρίου 2016 που είναι η προγραμματισμένη συνεδρίαση της Ευρωομάδας. Ποτέ ωστόσο στο παρελθόν μια διαπραγμάτευση δεν έχει κλείσει τόσο γρήγορα. Γιατί τώρα να κλείσει στην ώρα της;

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι πως κανείς εκτός από την κυβέρνηση και τους δανειστές δεν έχει όφελος από το έγκαιρο κλείσιμο της διαπραγμάτευσης λόγω των καυτών θεμάτων που περιλαμβάνει η ατζέντα της. Συγκεκριμένα, 33 προαπαιτούμενα περιέχονται στη νέα αξιολόγηση που η υλοποίησή τους θα σηματοδοτήσει την επιδείνωση της κοινωνικής θέσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας, την κατάργηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, το ταχύτερο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και νέο πλήγμα στην εθνική ανεξαρτησία.

Μεταξύ άλλων περιλαμβάνει: την αναθεώρηση των εργασιακών σχέσεων (με διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων, κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, νέο συνδικαλιστικό νόμο που θα ευνοεί τον εργοδοτικό αυταρχισμό, κ.α.), ορισμό Διοικητικού Συμβουλίου στο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων, την κατάθεση Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος όπου θα ενταχθεί κι η αναδιάρθρωση των ειδικών μισθολογίων, «απελευθέρωση» επαγγελμάτων όπως του μηχανικού στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης αντίληψης ότι η ανάπτυξη της οικονομίας προϋποθέτει την απορρύθμιση της αγοράς προϊόντων και εργασίας, χωρίς βέβαια κανείς εκ των εισηγητών αυτής της άποψης είτε προέρχεται από τη ΝΔ είτε από το ΣΥΡΙΖΑ να εξηγήσει πόσο βοήθησαν την ανάπτυξη της οικονομίας από το 2010 μέχρι σήμερα οι αλλεπάλληλες «απελευθερώσεις» των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων…

Μπορεί δηλαδή, μέχρι στιγμής πάντα, η επικείμενη αξιολόγηση να μην περιέχει φορολογικά μέτρα αλλά είναι μια ακόμη αξιολόγηση που θα εδραιώσει περαιτέρω το καθεστώς της χρεοκρατίας στην Ελλάδα. Υπ’ αυτό το πρίσμα ο Τσίπρας και οι δανειστές δικαίως εύχονται να τελειώσει όσο το δυνατό γρηγορότερα η αξιολόγηση, για να πληρώσουν το ελάχιστο δυνατό πολιτικό κόστος. Απλώς τα συμφέροντα τους δεν συμπίπτουν με τα συμφέροντα της κοινωνίας που εξυπηρετούνται καλύτερα, ακόμη και τώρα, από ένα ναυάγιο στις διαπραγματεύσεις.

Κατάφωρο ψέμα ήταν και η τρίτη διαβεβαίωση του πρωθυπουργού ότι «ταυτόχρονα θα κλείσουν και τα μέτρα απομείωσης του χρέους». Το τι και πότε ακριβώς θα γίνει για την απομείωση του χρέους έχει συμφωνηθεί και υπογραφεί στις 26 Μαΐου 2016, στο πλαίσιο της ευρωομάδας, όπου προβλέπεται μία διευθέτηση σε τρεις χρονικούς ορίζοντες: Βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Συμφωνήθηκε λοιπόν κατά λέξη και …κατ’ Αλέξη: «Βραχυπρόθεσμα, η Ευρωομάδα συμφωνεί σε ένα πρώτο σύνολο μέτρων τα οποία θα εφαρμοστούν μετά το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης και ως το τέλος του προγράμματος και τα οποία περιλαμβάνουν: εξομάλυνση του προφίλ αποπληρωμών στο ΕΤΧΣ υπό την τρέχουσα σταθμισμένη μέση ωρίμανση, χρήση των διαφοροποιημένων στρατηγικών χρηματοδότησης του ΕΤΧΣ/ΕΜΣ για την μείωση του κινδύνου από τα επιτόκια χωρίς τη δημιουργία οποιουδήποτε επιπλέον κόστους για τις χώρες του πρώτου προγράμματος, κ.α.».

Ορίζεται λοιπόν ρητά και κατηγορηματικά (και σε αυτό το κείμενο υπέγραψαν οι ΣΥΡΙΖΑίοι) ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα θα ληφθούν μέχρι το τέλος του προγράμματος. Το τρίτο χρηματοδοτικό πρόγραμμα που επίσημα ξεκίνησε στις 19 Αυγούστου 2015, τυπικά τελειώνει στις 20 Αυγούστου 2018.

Δεν είναι ωστόσο μόνο πώς οι πιστωτές δεν έχουν κανένα λόγο να βιαστούν για να υλοποιήσουν μια δέσμευσή τους που έχει χρονικό ορίζοντα ως τις 20 Αυγούστου 2018.

Βαραίνει επίσης και το γεγονός ότι Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία επ’ ουδενί δε θέλουν να συζητήσουν στα κοινοβούλιά τους μια αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ακόμη κι αν δε συνοδεύεται από κόστη, εξ αιτίας των εκλογών που έχουν το 2017 και της στενής πίεσης που ασκούν τα ακροδεξιά κόμματα. Σε αυτό το πλαίσιο είχε δίκιο ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης όταν είχε τονίσει πρόσφατα στη Βουλή πως δεν αναμένεται απόφαση για το χρέος πριν το 2018, όσο κι αν το είπε για να εκθέσει το Μαξίμου με το οποίο οι σχέσεις του είναι διαταραγμένες.

Ωστόσο, και αντίθετα με το κλίμα προσδοκιών που καλλιεργεί η κυβέρνηση, οι αξιώσεις του ΔΝΤ περιπλέκουν τις εξελίξεις. Ειδικότερα, η απαίτησή του για μέτρα μείωσης του χρέους ακόμη και κούρεμα της ονομαστικής του αξίας (ενδεχόμενο που έχει αποκλειστεί κατηγορηματικά απ’ όλες τις αποφάσεις που έχουν λάβει οι Ευρωπαίοι σε συνόδους κορυφής, ευρωομάδες, κ.α.) ως όρο για τη συμμετοχή του στο τρίτο πρόγραμμα δεν επιτρέπει εύκολες αποφάσεις. Το χειρότερο για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα είναι ότι καθιστά πιο ασφυκτικές τις πιέσεις για τη λήψη εναλλακτικών μέτρων που θα καταστήσουν περιττό το κούρεμα του χρέους. Δηλαδή, νέα ακόμη πιο άγρια μέτρα λιτότητας!

Αξίζει να εξετάσουμε επί της ουσίας το σκεπτικό του ΔΝΤ, που πολλοί στην κυβέρνηση πιστεύουν μες στην αφέλειά τους ότι ευνοεί τα ελληνικά αιτήματα. Το ΔΝΤ χαρακτηρίζει ανεδαφικές τις προβλέψεις για πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ και ισχυρίζεται ότι τέθηκαν μόνο και μόνο για να βγούν οι αριθμοί. Το ΔΝΤ, έχοντας από το 2010 δοκιμάσει όλα τα συμβατικά μέτρα για την τιθάσευση του χρέους τα οποία έχουν αποτύχει, τώρα στρέφεται εναντίον των Ευρωπαίων, ζητώντας τους να παραιτηθούν από μελλοντικές τους απαιτήσεις ώστε επιτέλους το χρέος να γίνει βιώσιμο – κατά τον ορισμό του πάντα, καθώς είναι δεδομένο ότι το χρέος της Ελλάδας απέναντι στο ίδιο το ΔΝΤ δεν κουρεύεται κατά κανένα τρόπο. Σε αυτό το πλαίσιο, που ζητούμενο είναι η πραγματική επίτευξη των πλεονασμάτων κι όχι η ανατροπή της λιτότητας ή το κούρεμα του χρέους, η συμμετοχή του Ταμείου στο πρόγραμμα θα εξασφαλιστεί αν το πλεόνασμα επιτευχθεί πραγματικά κι όχι μόνο στα χαρτιά.

Άμεση λύση υπόσχεται ο ΣΥΡΙΖΑ για να χρυσώσει το χάπι των νέων μέτρων που φέρνει η δεύτερη αξιολόγηση

Τούτων δοθέντων ένα τέταρτο μνημόνιο που θα δέσμευε τις ελληνικές κυβερνήσεις για 5-10 χρόνια ακόμη για περαιτέρω περικοπές, έναντι παγώματος των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα, μιας περαιτέρω επιμήκυνσης των αποπληρωμών πιθανά στα 40 έτη με την εφαρμογή της οροφής του 15% των μικτών χρηματοδοτικών αναγκών επί του ΑΕΠ, θα εμφανιζόταν ως η χρυσή τομή και προϊόν αμοιβαίων υποχωρήσεων, τόσο της «ευαίσθητης» κυβέρνησης όσο και του «άτεγκτου» Ταμείου. Ακρογωνιαίοι λίθοι αυτού του νέου μνημονίου θα είναι νέες μειώσεις σε συντάξεις με ορισμό οροφής πχ στα 1.200 ευρώ, περαιτέρω μείωση του αφορολόγητου στα 5.000 ευρώ που θα απογειώσει τα δημόσια έσοδα και θα οδηγήσει τη φτώχεια στα ύψη, η πλήρης ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, κ.α.

Πέραν αυτών, μια νέα ριζική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους που θα συνοδεύεται από μνημόνιο, φαίνεται επιβεβλημένη για έναν όχι και τόσο προφανή λόγο, τον οποίο ευφυώς υπενθύμισε ο οικονομολόγος του Ινστιτούτου Μπρέγκελ Ζολτ Ντάρβας, μιλώντας στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η βιωσιμότητα του χρέους θα επιδεινωθεί αν η Ελλάδα επιστρέψει στις αγορές στο τέλος του προγράμματος, δηλαδή το καλοκαίρι του 2018. Εκτιμάει επομένως, και πολύ σωστά, ότι οι όροι υπό τους οποίους θα δανεισθεί η Ελλάδα, ακόμη και μετά από δύο χρόνια, θα είναι ασύμφοροι σε σχέση με τα επιτόκια του μηχανισμού, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Η κυβέρνηση βέβαια δηλώνει έτοιμη να βγει στις αγορές ακόμη και την άνοιξη του 2017, υποτιμώντας τους όρους υπό τους οποίους θα δανειστεί, ενώ είναι βέβαιο ότι θα δανειστεί με όρους χειρότερους ακόμη κι από αυτούς που είχε δανειστεί ο Σαμαράς το 2014 (που ήταν χειρότεροι κι από τους όρους που δανείστηκε τελευταία φορά το ελληνικό δημόσιο το 2010). Θα το εμφανίσει ως μια ακόμη επιτυχία ενώ θα κάνει ακόμη λιγότερο βιώσιμο το χρέος, φέρνοντας πιο κοντά το τέταρτο μνημόνιο.

Στο τέταρτο μνημόνιο οδηγεί και η υπόσχεση ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ το οποίο λήγει τον Μάρτιο του 2017 και στη συνέχεια πιθανότατα θα παραταθεί. Η Φρανκφούρτη ωστόσο έχει θέσει ως προϋπόθεση για την ένταξη στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων να βγει πρώτα η Ελλάδα στις αγορές, ενδεχόμενο απευκταίο με βάση τα προαναφερθέντα. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο αποκλείεται να συμβεί το 2016. Κι εδώ είπε ψέματα, επομένως ο Τσίπρας, για να χρυσώσει το χάπι του πακέτου των νέων προαπαιτούμενων που θα ψηφίσει…

Συμπερασματικά, η απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να υποταχθεί στους δανειστές και να εφαρμόζει την πολιτική τους συνεχίζει να βυθίζει την Ελλάδα στο φαύλο κύκλο της λιτότητας και της υπερχρέωσης, που άνοιξαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν την Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Οι αλλαγές στα εργασιακά ιστορική πρόκληση για το εργατικό κίνημα

erΣτην απόκρυψη της σκληρής πραγματικότητας στοχεύει η προσπάθεια της κυβέρνησης να δημιουργήσει ένα κλίμα εφησυχασμού, προπαγανδίζοντας ότι μετά την εκταμίευση της πρώτης δόσης ύψους 7,5 δισ. ευρώ (επί συνόλου 10,3 δις. ευρώ) τελειώνουν οι δοκιμασίες και μπροστά μας είναι μια περίοδος οικονομικής ανάπτυξης. Παραμύθια για μικρά παιδιά…

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η ίδια η ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας με την οποία γνωστοποιήθηκε η εκταμίευση της πρώτης υποδόσης (που κατά το μεγαλύτερο μέρος, 5,7 δις. για την ακρίβεια, θα επιστραφεί στους πιστωτές καθώς θα αφορά αποπληρωμές δανείων και μόνο τα 1,8 δις. θα χρησιμοποιηθούν για αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του δημοσίου) αποσαφηνίζει πως τίποτε δεν τελείωσε:  «Τα 2,8 δισ. ευρώ της δεύτερης δόσης που απομένουν μετά την πρώτη εκταμίευση θα είναι διαθέσιμα στην Ελλάδα μετά την εκπλήρωση μιας ομάδας από ορόσημα» αναφέρει η ανακοίνωση ανοίγοντας έτσι και τη συζήτηση για την επόμενη αξιολόγηση, του φθινοπώρου. Η μόνη διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες αξιολογήσεις είναι πως η επόμενη θα είναι μονοθεματική. Ξεχάστε τα δαιδαλώδη πολυνομοσχέδια χάρη στα οποία άναψε το πράσινο φως για τα 7,5 δις. ευρώ. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ για να πάρουν 2,8 δις. ευρώ, που κι αυτά κατά το μεγαλύτερο μέρος θα ξεπληρώσουν άλλα χρέη, τούτη τη φορά θα ανοίξουν ένα και μοναδικό θέμα: τα εργασιακά δικαιώματα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα.

Το ίδιο το θέμα πείθει ότι αυτή τη φορά, πολύ περισσότερο από κάθε άλλη, δεν είναι οι «ξένοι» που επιτίθενται κι οι «Έλληνες» που αντιστέκονται. Αυτοί που πρώτοι απ’ όλους θα ωφεληθούν από την εκ βάθρων αναμόρφωση της εργασιακής νομοθεσίας – γιατί περί αυτού πρόκειται – είναι Έλληνες βιομήχανοι κι επιχειρηματίες που εκμεταλλεύονται κατά προτεραιότητα το εργατικό δυναμικό της χώρας και μαζί τους φυσικά κι οι πολυεθνικές που ηγούνται του παγκόσμιου αγώνα δρόμου για ακύρωση των εργατικών κατακτήσεων και μείωση των μισθών, στα όρια της πείνας. Επομένως η δήλωση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, ο οποίος παρακολούθησε τις εργασίες της συνέλευσης του ΣΕΒ, ότι οι Ευρωπαίοι θα στηρίξουν όποια συμφωνία υπογράψουν οι κοινωνικοί εταίροι στην Ελλάδα, μόνο εφησυχασμό δεν προκαλεί.

Η ατζέντα των θεμάτων που έχουν ήδη αρχίσει και συζητιούνται στο πλαίσιο των διερευνητικών επαφών που πραγματοποιεί η ομάδα εμπειρογνωμόνων από το εξωτερικό που έχει αναλάβει την ευθύνη (για να μη μείνει καμιά αμφιβολία για την μετατροπή της Ελλάδας σε μεταμοντέρνα αποικία χρέους) προϊδεάζει για ένα νόμο που θα σαρώσει όλες τις εργατικές κατακτήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η ατζέντα συμπληρώνεται κι από τις δηλώσεις επιφανών εκπροσώπων της αστικής τάξης όπως ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Θ. Φέσσας, ο οποίος μόλις πρόσφατα αφού πρώτα έδειξε δημόσια την εμπιστοσύνη του στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, μέσω της αποκήρυξης των σεναρίων πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, δεν έκρυψε το θαυμασμό του για την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού (Δώρο Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας) στο δημόσιο. Ειδικότερα, οι οπισθοδρομικές ανατροπές θα αφορούν τα εξής θέματα:

Πρώτο, κατάργηση 13ου και 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα που μπορεί να συνοδεύεται από εφησυχαστικές διαβεβαιώσεις για την ενσωμάτωση των δύο αυτών μισθών στους άλλους 12, αλλά είναι βέβαιο, τουλάχιστον για την συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων ότι θα επιφέρει νέες μειώσεις στις ετήσιες αποδοχές των εργαζομένων.

Δεύτερο, κατάργηση όλων των επιδομάτων στους μισθούς (από-επιδοματοποίηση των μισθών, όπως το περιγράφουν) που θα δώσει τη χαριστική βολή στους μισθούς και τα ημερομίσθια. Ήδη κάθε χρόνο που περνάει καταγράφεται συρρίκνωση των μισθών. Με βάση στοιχεία του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας το 2015 το 63,17% των μισθωτών λάβαινε λιγότερα από 1.000 ευρώ το μήνα, όταν ένα χρόνο πριν, το 2014, με λιγότερα από 1.000 ευρώ αμειβόταν το 61,56% των μισθωτών.

Τρίτο, διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων. Το αίτημα είναι παραγγελία των τραπεζιτών που διαπιστώνουν ότι παρά τις συνταξιοδοτήσεις και τα προγράμματα εθελούσιας εξόδου η μείωση του προσωπικού είναι πολύ αργή. Με βάση στοιχεία της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών  από το τέλος του 2008 μέχρι το τέλος του 2015 το προσωπικό των τραπεζών έχει μειωθεί μόνο κατά ένα τρίτο (από 67.798 σε 44.402 εργαζόμενους). Σε αυτή την περίοδο ωστόσο οι τράπεζες έχουν χρεοκοπήσει και σωθεί αλλεπάλληλες φορές – πάντα με χρήματα των φορολογουμένων. Η συρρίκνωση πάντως του τζίρου τους αποτελεί πρώτης τάξης ευκαιρία για την δραστική μείωση του προσωπικού.

Τέταρτο, συρρίκνωση έως και κατάργηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών (συνδικαλιστικές άδειες, αργομισθίες, κ.α.) και εγγυήσεων όπως η προστασία των συνδικαλιστών από μεταθέσεις και απολύσεις οι οποίες είχαν ενσωματωθεί στον 1264/1982 από τη μια, και από την άλλη, νομοθετική κατοχύρωση της ασυδοσίας του κεφαλαίου να τιμωρεί τους απεργούς ακόμη και με ανταπεργίες (λοκ άουτ) όπως είχε κάνει ο Μάνεσης της Χαλυβουργίας. Στο ίδιο πλαίσιο παραμένει στο τραπέζι το αίτημα των επιχειρηματιών να αλλάξουν επί τα χείρω οι προϋποθέσεις προκήρυξης απεργίας. Για παράδειγμα, να απαιτείται η ψήφος της πλειοψηφίας των εργαζομένων, ούτε καν των μελών του σωματείου!

Πέμπτο, δικαίωμα στην εργοδοσία να υπεκφεύγει των συλλογικών συμβάσεων, μέσω συμφωνιών που υποτίθεται ότι θα υπογράφονται ελεύθερα με το προσωπικό και πάντα θα προβλέπουν μικρότερο μισθό. Στην ίδια κατεύθυνση μείωσης των μισθών και επιβολής μεγαλύτερης ευελιξίας θα λειτουργήσουν νέες μορφές εργασιακών σχέσεων, αντίγραφα των «μικρο-εργασιών» που έχουν θεσμοθετηθεί στη Γερμανία και των «συμβάσεων μηδενικών ωρών» που ανθούν στη Δυτική Ευρώπη. Δεν αποκλείεται μάλιστα η αναγνώρισή τους να γίνει με αντάλλαγμα την άμεση επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχουν αποδεχθεί να συζητήσουν και να εφαρμόσουν τα παραπάνω μέτρα. Στο Μνημόνιο Τσίπρα υπάρχει σαφής αναφορά: «μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επανεξέτασης, οι αρχές θα ευθυγραμμίσουν τα πλαίσια για τις ομαδικές απολύσεις, τη συλλογική δράση και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις», αναφέρεται στο νόμο 4336/2015. Επομένως, οι καταγγελίες του Τσίπρα από το βήμα της ετήσιας συνέλευσης του ΣΕΒ στα νεοφιλελεύθερα μοντέλα εργασιακών σχέσεων αποτελεί υποκρισία και κοροϊδία, εφ’ όσον τα έχει ήδη αποδεχθεί!

Η πρόκληση που αντιμετωπίζει το εργατικό κίνημα είναι ιστορικών διαστάσεων – ανάλογης της τομής που θα επιχειρηθεί. Μπροστά σε αυτή την πρόκληση κάθε οργανωμένη δύναμη του εργατικού κινήματος – κι εδώ δεν συμπεριλαμβάνεται η συνδικαλιστική γραφειοκρατία – θα κριθεί όχι από τις μεγαλοστομίες αλλά από τη συμβολή της στην ανάπτυξη ενωτικών, μαζικών και αποτελεσματικών αγώνων ενάντια στα σχέδια κυβέρνησης, Τρόικας και κεφαλαίου.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 117 του θεωρητικού περιοδικού Ουτοπία

Αξιολόγηση: Με δύο ήττες ξεκινά η κυβέρνηση

tsakalwtos03Ομολογία παραμονής ΔΝΤ στο πρόγραμμα, άγνωστη η διάρκεια των διαπραγματεύσεων

Σε πλήρη υποχώρηση οδηγήθηκε η κυβέρνηση στο θέμα της συμμετοχής του ΔΝΤ στο αποκαλούμενο πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, από το καλοκαίρι ακόμη όταν υπέγραφε το νέο μνημόνιο, έθρεφε την κρυφή ελπίδα να συνεχιστεί μεν το πρόγραμμα χωρίς όμως τη συμμετοχή του ΔΝΤ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το ζητούμενο από αυτή την εξέλιξη ήταν αποκλειστικά και μόνο συμβολικό. Δεδομένου ότι είναι ο πλέον κακόφημος οργανισμός (σε σύγκριση με την ΕΚΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που απαρτίζουν την τρόικα) η διακοπή της συμμετοχής του ΔΝΤ θα επέτρεπε στην Αθήνα να εκμεταλλευτεί πολιτικά την αποχώρησή του. Δηλαδή να την εμφανίσει ως επιτυχία της διαπραγματευτικής της τακτικής, ως τερματισμό του εξευτελιστικού καθεστώτος κηδεμονίας, ως ανάκτηση μέρους της εθνικής κυριαρχίας, ως αρχή του τέλους της περιόδου των Μνημονίων, κι άλλα τέτοια ευφάνταστα. Ακόμη κι ως τη δίκαιη ανταμοιβή για τα αντιλαϊκά μέτρα που ετοιμάζεται να περάσει τώρα, με σημαντικότερο όλων το αντιασφαλιστικό. Το ίδιο σχέδιο άλλωστε είχε και ο Σαμαράς, στο δεύτερο εξάμηνο του 2014, για να συναντήσει την κατηγορηματική διαφωνία των Ευρωπαίων.

Η «αλληλεγγύη» τους απέναντι στο ΔΝΤ πηγάζει από τις εγγυήσεις αδιαλλαξίας και επιμονής που προσφέρει στην παρακολούθηση και την αξιολόγηση του προγράμματος. Με άλλα λόγια, το ΔΝΤ αποτελεί τον τριτεγγυητή της λιτότητας που διασφαλίζει πως ακόμη και σε εκείνη την απίθανη περίπτωση που η ΕΕ θα αναγκαστεί να υποχωρήσει (πχ λόγω εσωτερικών πολιτικών πιέσεων και ισορροπιών) αποδεχόμενη μια ελαστική ερμηνεία των όρων του Μνημονίου, θα υπάρχει ένας οργανισμός, με εδραιωμένα και υλικά συμφέροντα όπως είναι η συμμετοχή του στο χρηματοδοτικό σχήμα (και σε αντίθεση με τον ΟΟΣΑ ή την Παγκόσμια Τράπεζα), που θα απαιτεί την πλήρη εφαρμογή των συμφωνηθέντων.

Η στάση αυτή των Ευρωπαίων δεν είναι καινούργια. Εκφράστηκε πρώτη φορά το 2010, όταν οι πιο ακραιφνείς «Ευρωπαϊστές» εκλιπαρούσαν να μείνει εκτός Ευρώπης το ΔΝΤ, μέχρι που η Μέρκελ έκλεισε τη συζήτηση, καλώντας επίσημα τον οργανισμό, κι ας λειτουργεί αποδεδειγμένα ως το μακρύ χέρι της Ουάσινγκτον… Εκφράστηκε επίσης απέναντι στο Σαμαρά και τον Τσίπρα, το 2014 και το 2015, αντίστοιχα.

Έτσι, η δημόσια παραδοχή μέσω μάλιστα συνέντευξης σε γερμανική εφημερίδα της συμμετοχής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, εκ μέρους του ίδιου του υπουργού Οικονομικών, Ευκλ. Τσακαλώτου, κλείνει τη συζήτηση. Τα λόγια δε του γερμανού υπουργού Οικονομικών, Β. Σόιμπλε, την Παρασκευή το βράδυ μετά το τέλος του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ (Ecofin) επιβεβαιώνουν την πρώτη ήττα που δέχτηκε η κυβέρνηση πριν καν ξεκινήσει επίσημα η πρώτη αξιολόγηση: «Είναι καλό ότι η ελληνική κυβέρνηση επιβεβαίωσε προφανώς εκ νέου αυτό που είχε ήδη αποδεχθεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, ότι δηλαδή το ΔΝΤ βεβαίως πρέπει να συνεχίσει να συμμετάσχει στο πρόγραμμα – αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση»! Άντε να πει κάποιος ότι δεν κατάλαβε τι εννοούσε ο γερμανός υπουργός…

Η δεύτερη ήττα που δέχτηκε η κυβέρνηση, πριν αρχίσει η διαπραγμάτευση, αφορούσε τη διάρκεια της αξιολόγησης. Κι όταν λέμε διάρκεια εννοούμε ατζέντα, γιατί ότι κρατάει λίγο περιλαμβάνει τα …βασικά. Όταν, αντίθετα, μεγαλώνει η διάρκεια τότε εύκολα συνάγεται πως στην ημερήσια διάταξη οι πιστωτές έχουν βάλει τη …μάνα και τον πατέρα τους! Δηλαδή, ασφαλιστικό, υπερταμείο ιδιωτικοποιήσεων και νέα μέτρα για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό! Η κόντρα για τη διάρκεια, με την κυβέρνηση να ήθελε την αξιολόγηση να κρατά το πολύ έναν μήνα, αποτυπώθηκε σε δήλωση του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Κλάους Ρέγκλινγκ, που παρέπεμψε στο Φεβρουάριο και σε συνέντευξη της Λαγκάρντ σε γερμανική εφημερίδα που προέβλεψε την ολοκλήρωσή της το δεύτερο τρίμηνο (καλό Ιούνη δηλαδή!). Πιο ανησυχητική ωστόσο ήταν η απόσταση που κράτησαν από το ασφαλιστικό της κυβέρνησης Σόιμπλε και Λαγκάρντ, αφήνοντας με σαφήνεια να εννοηθεί πως είναι ανεπαρκές. Ζητούν, δηλαδή, ακόμη μεγαλύτερες περικοπές στις συντάξεις!

Για να πάρουν ό,τι θέλουν το πιθανότερο είναι οι ίδιοι οι πιστωτές να τραβήξουν σε μάκρος τις διαπραγματεύσεις για να εκβιάζουν με τις δόσεις για τις πληρωμές που έχει να κάνει η κυβέρνηση μέχρι και το δεύτερο τρίμηνο. Συγκεκριμένα στις 7/3 (304,62 εκ. σε ΔΝΤ), στις 16/3 (571,17 εκ. σε ΔΝΤ), στις 11/4 (52 εκ. σε ΕΚΤ), στις 13/4 (456,93 εκ. σε ΔΝΤ) και στις 7/6 (304,62 εκ. ευρώ).

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Πριν, την Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Η αξιολόγηση θα διαλύσει τις αυταπάτες

tsakalotosΤο σχέδιο της κυβέρνησης είναι σχεδόν …ειδυλλιακό. Ολοκληρώνεται στο επόμενο τρίμηνο η αξιολόγηση, με την αποδοχή του ασφαλιστικού τερατουργήματος από τους εκπροσώπους των πιστωτών, κι από τον Απρίλη όταν θα μπει η Άνοιξη τα δύσκολα θα είναι πίσω.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ολίγον το ΕΣΠΑ, ολίγον το κουτσουρεμένο παράλληλο πρόγραμμα που θα αρχίσει να εξαγγέλλεται (γιατί από την εφαρμογή του κανείς δεν περιμένει απτά αποτελέσματα), η κυβέρνηση θα μπορεί να αναθερμάνει τις σχέσεις της με τον κόσμο της Αριστεράς. Το κλείσιμο μάλιστα των μεγάλων εκκρεμοτήτων, με την ψήφιση του αναπτυξιακού νόμου και την αδειοδότηση των τηελοπτικών καναλιών, θα επιτρέψει να ανθίσουν οι δικές της σχέσεις με την εγχώρια διαπλοκή, γυρίζοντας έτσι οριστικά σελίδα από την περίοδο των συγκρούσεων και της αβεβαιότητας του 2015… Η αλήθεια είναι πως η μοναδική αξία του παραπάνω σεναρίου το οποίο διακινεί προς κάθε κατεύθυνση το Μαξίμου είναι για να το αποκλείσουμε. Τα πάντα μπορεί να συμβούν, με εξαίρεση τα παραπάνω, τα οποία δεν είναι κι η πρώτη φορά που τα ακούμε. Από το 2010 δεκάδες φορές επιχειρήθηκε το μαστίγιο της αξιολόγησης να γλυκαθεί με το καρότο της επόμενης μέρας.

Πρώτα και κύρια: Η τρέχουσα αξιολόγηση, πρώτη στο πλαίσιο του νέου προγράμματος που συνόδευσε το αντιλαϊκό Μνημόνιο Τσίπρα του 2015, ας μην εκπλαγεί κανείς αν φτάσει και καλοκαίρι. Οι πιστωτές έχουν κάθε λόγο να τα ζητήσουν …όλα κάνοντας τον εξευτελισμό της υποτιθέμενης αριστερής κυβέρνησης να γίνει τέλειος. Το γεγονός δε ότι η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να μην προβάλει καμία αντίσταση στις απαιτήσεις τους δεν προμηνύει τη σύντομη ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Το Μαξίμου ξέρει καλά πως οι υποχωρήσεις του έχουν ένα όριο, πέραν του οποίου ακόμη κι αυτή η κοινοβουλευτική ομάδα των εξωνημένων ναινέκων, που ο ένας συναγωνίζεται τον άλλο σε κωλοτούμπες, μπορεί να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Και στο βάθος καραδοκούν οι πολιτικοί …ογκόλιθοι Λεβέντης και Θεοδωράκης, που θα ζητήσουν ανταλλάγματα για να στηρίξουν τον Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός επομένως δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος κι αυτό μάλιστα λόγω των προσωπικών πολιτικών του σχεδίων, όχι λόγω του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Τα αντιλαϊκά μέτρα που θα απαιτήσουν οι πιστωτές και θα ψηφίσει η Βουλή αργά ή γρήγορα περιλαμβάνονται αυτούσια στο Μνημόνιο Τσίπρα που αντικατέστησε το πρόγραμμα του κόμματος, με τις πρόωρες εκλογές του Σεπτεμβρίου. Ζήτημα συνείδησης ή συνέπειας, επομένως δεν τίθεται εκ μέρους της κυβέρνησης.

Δεύτερο, ο Τσίπρας, όπως ακριβώς έκαναν στο παρελθόν Παπανδρέου και Σαμαράς, παρότι υφάρπαξε τη λαϊκή ψήφο πιστεύει ότι διαθέτει λευκή επιταγή. Το αντι-ασφαλιστικό ωστόσο, πολύ πριν οδηγήσει στο σύμφωνο συμβίωσης με τις …υγιείς επιχειρηματικές δυνάμεις του ΣΕΒ που ως γνωστόν εκπροσωπούνται από τον πρόεδρό του Θ. Φέσσα, προκάλεσαν αναβρασμό στην κοινωνία. Τις επόμενες εβδομάδες η κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά από κοινωνικές αντιδράσεις που ούτε καν διανοούταν, ενώ πολύ σύντομα θα ψηφίσει νέα αντιλαϊκά μέτρα. Ειδικότερα, στο μεσοπρόθεσμο θα συμπεριλαμβάνονται για τα έτη 2016 και 2017 νέα μέτρα ύψους 1,7 δισ. ευρώ, ώστε να βγει το πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018, χωρίς να αποκλείονται νέα μέτρα και για φέτος. Ήδη ξεκίνησαν οι διαρροές για νέα μέτρα ύψους 900 εκ. ευρώ, ενώ ανοιχτό είναι ακόμη το θέμα με την επιπλέον φορολόγηση των αγροτών που θα σημάνει την προλεταριοποίηση χιλιάδων εργατο-αγροτών. Κι αυτή η ωμή πραγματικότητα που αντιμετωπίζει τους αγρότες ως επιχειρηματίες και μάλιστα επιτυχημένους δεν καλλωπίζεται με τα σχέδια ενοικίασης γης σε νέους αγρότες που διαδίδει η κυβέρνηση και υποτίθεται πως θα περιορίσουν το πρόβλημα της ανεργίας.

Η επίσκεψη των εκπροσώπων των δανειστών στα μέσα Ιανουαρίου στην Αθήνα θα δείξει σύντομα τις προθέσεις των θεσμών, διαλύοντας τις αυταπάτες. Και στο πιο ήπιο σενάριο ωστόσο ας μην περιμένει η κυβέρνηση συναίνεση από τα κάτω, όπως κάνει αναπολώντας μέρες του ’80. Γιατί και τότε δόθηκε έναντι αδρού οικονομικού ανταλλάγματος. Συναίνεση, έναντι περικοπών στους μισθούς και μειώσεων στις συντάξεις γαρνιρισμένης με άφθονη υποκρισία όπως αυτή του Τσακαλώτου που καταγγέλλει στην Ευρώπη τη λιτότητα την οποία εφαρμόζει στην Ελλάδα, ποτέ δεν προσφέρθηκε. Το πολύ – πολύ κανένα γιούχα…

Σε αυτό το εκρηκτικό τοπίο τα όνειρα του ΣΥΡΙΖΑ σύντομα θα αποδειχθούν θερινής νυκτός…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε την Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016 στην εφημερίδα Πριν

Αξιολόγηση στο δημόσιο ή The hunger games αλά ελληνικά (Επίκαιρα 10-16/7/2013)

hunger_games_catching_fire_reddish_posterΣτην κινηματογραφική ταινία The hunger games, που φέτος κυκλοφόρησε το τρίτο σίκουελ, ένα καθεστώς που διαιωνίζεται μέσω του τρόμου και της καταστολής επιβάλλει κάθε χρόνο έναν αγώνα εξόντωσης, παιχνίδι πείνας, μεταξύ 12 αγοριών και 12 κοριτσιών με έπαθλο την επιβίωση. Ζωντανοί μέχρι το τέλος θα μείνουν 2. Η ελληνική του εκδοχή δεν εξελίσσεται σε κάποιο απόμακρο μέλλον όπως η τριλογία που έγραψε η Σούζαν Κόλινς κι έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία διδάσκοντας με τον μεγαλύτερο ρεαλισμό τι σημαίνει ανταγωνισμός μέχρι τελικής πτώσης, αλλά στο δυστοπικό μας παρών. Εδώ, η αξιολόγηση που επιβάλλει ο νόμος 4250/2014 δίνει το έναυσμα για έναν «αγώνα πείνας» μέχρι εξοντώσεως μεταξύ εκατοντάδων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων. Η Ελλάδα πειραματόζωο, με εκατοντάδες χιλιάδες συμμετέχοντες, ξεπέρασε και την πιο αρρωστημένη φαντασία του Χόλιγουντ…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η αλήθεια είναι ότι ο όρος αξιολόγηση δεν γεννάει αρνητικούς συνειρμούς, με το πρώτο τουλάχιστον άκουσμα, αντίθετα πχ με ό,τι ισχύει για τον όρο απόλυση ή κλείσιμο σχολείου. Τι συμβαίνει όμως όταν η αξιολόγηση δεν αποτελεί μηχανισμό διάγνωσης των αδυναμιών και υστερήσεων ή βελτίωσης της αποτελεσματικότητας ενός οργανισμού, αλλά την άλλη όψη των απολύσεων και του λουκέτου σε σχολεία; Ό,τι ακριβώς δηλαδή συμβαίνει και σήμερα…

Ο νόμος 4250 του Κ. Μητσοτάκη, με τον οποίο προωθείται η αξιολόγηση στο δημόσιο, δεν μπορεί να …αξιολογηθεί ανεξάρτητα από τα σχέδια κυβέρνησης και δανειστών για τον δημόσιο τομέα και τις αλλαγές που δρομολογούν με βασικό χαρακτηριστικό τις μαζικές απολύσεις. Σε ένα δημόσιο τομέα μάλιστα που απασχολεί σημαντικά λιγότερο προσωπικό σε σχέση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Όπως αναφέρεται σε πρόσφατη έκθεση του οργανισμού (Government at a glance, 2013) στον στενό δημόσιο τομέα στην Ελλάδα απασχολείται το 7,9% του εργατικού δυναμικού, όταν ο μέσος όρος για τα κράτη μέλη του είναι  σχεδόν διπλάσιος: 14,07%. Στόχος των απολύσεων είναι η μείωση των δημοσίων δαπανών, έτσι ώστε να μην διαταραχθεί η έγκαιρη αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων στους πιστωτές. Σε αυτό τον βωμό το 2013 έγιναν 3.600 απολύσεις και για το 2014 και 2015 είχαν αρχικά προγραμματιστεί 15.000, ενώ τώρα η Τρόικα πιέζει για 6.500 απολύσεις επιπλέον. Σε μία εβδομάδα δε, πολύ πιθανά, όταν οι φορολογικές αρχές θα έρθουν αντιμέτωπες με την απροθυμία χιλιάδων πολιτών να υποβάλουν φορολογική δήλωση λόγω οικονομικής αδυναμίας, να αποφασίσουν μερικές ακόμη χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων.

Δεξαμενή απολύσεων

Η προσπάθεια κυβέρνησης και Τρόικας να χρησιμοποιήσουν την αξιολόγηση για να διευκολύνουν τις απολύσεις αποκαλύπτεται με τις διαβαθμίσεις που επιβάλλει ο επίμαχος νόμος στο άρθρο 20. Αναφέρεται λοιπόν ότι την ανώτερη βαθμολογία 9-10 μπορεί να την κερδίσει ένα ποσοστό που δεν θα υπερβαίνει το 25%, την επόμενη 7-8 ένα ποσοστό έως και 60% και την χειρότερη, 1-6, ένα ποσοστό 15%. Προφανώς, ο συγκεκριμένος διαχωρισμός είναι βασίλειο της αυθαιρεσίας, της προχειρότητας και της κουτοπονηριάς. Γιατί πχ. να συγκαταλέγεται ο 1 στους 4 στους «άριστους» κι όχι ο 1 στους 10 ή γιατί οι «ανίκανοι» κατά τον Μητσοτάκη να είναι 15% κι όχι 10% ή 30%; Το μεγαλύτερο σκάνδαλο ωστόσο δεν είναι το ποσοστό των υπαλλήλων που περιλαμβάνονται σε κάθε διαβάθμιση, αλλά οι ίδιες οι διαβαθμίσεις. Το σκάνδαλο έγκειται στην «συγκριτική αξιολόγηση» των δημοσίων υπαλλήλων, που στο υπόβαθρό της έχει ως δεδομένο ότι «οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα είναι πολλοί» και άλλες τέτοιες νεοφιλελεύθερες κοινοτοπίες που διαψεύδονται συστηματικά από οργανισμούς στους οποίους πίνουν νερό όταν οι έρευνές τους χρησιμοποιούνται για να προσδώσουν εγκυρότητα στην αντιλαϊκή πολιτική.

Το ζητούμενο επομένως από την αξιολόγηση είναι να δημιουργήσει μια σταθερή δεξαμενή δημοσίων υπαλλήλων προς απόλυση. Επίσης η αποφυγή του πολιτικού κόστους των μαζικών απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ επειδή δεν θέλουν να αποκαλυφθεί η σκοτεινή όψη του πρωτογενούς πλεονάσματος και του «success story», το γεγονός δηλαδή ότι ακόμη κι αυτή η νόθα βελτίωση στην εικόνα των δημόσιων οικονομικών οφείλεται στην διάλυση του δημόσιου τομέα και δη των κοινωνικών του υπηρεσιών, δημιουργούν έναν μηχανισμό εκ πρώτης όψεως αντικειμενικό, που θα σηκώσει το βάρος των απολύσεων. Έτσι η πολιτική τους απόφαση να συρρικνωθεί ο δημόσιος τομέας σε επίπεδα που συναντώνται μόνο στην Αφρική θα κρυφθεί πίσω από το επιχείρημα πως οι απολυόμενοι είναι ανίκανοι. Άρα δικαίως απολύονται, θα είναι ο αυτόματος συνειρμός.

Σκυλίσιος ανταγωνισμός

Με την αξιολόγηση η κυβέρνηση επίσης χαϊδεύει τα αφτιά της κοινωνίας, ερεθίζοντας τα πιο ποταπά αντανακλαστικά της. Έτσι συγκαλύπτει και δημιουργεί συμμάχους στην καταστρεπτική πολιτική της. Με την αξιολόγηση των δασκάλων και των καθηγητών για παράδειγμα, πολύ εύκολα η πέτρα του αναθέματος για τα χάλια της παιδείας δεν ρίχνεται στην κάθετη πτώση των δαπανών, που από το 2009 ως το 2013 μειώθηκαν κατά 33%, ενώ μέχρι το 2016 προβλέπεται να έχουν μειωθεί κατά 47%, ούτε στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας των καθηγητών που ψηφίστηκε το 2013, σε νόμο που αφορούσε την επικαιροποίηση του Μεσοπρόθεσμου 2013-2016 κι ως ζητούμενο είχε την εξοικονόμηση 41,2 εκ. ευρώ το 2013 και 61,8 εκ. ευρώ το 2014, μέσω της αποφυγής πρόσληψης αναπληρωτών. Για τα χάλια της παιδείας με την αξιολόγηση θα φταίνε οι «οκνηροί καθηγητές», που δεν θα έχουν μόνο να διαχειριστούν την έλλειψη κονδυλίων που σημαίνει πολυπληθή τμήματα και χειρότερες συνθήκες εκπαίδευσης και εργασίας, ούτε την δική τους εξαθλίωση, λόγω της συνεχούς μείωσης των μισθών τους. Θα μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους μιας πολιτικής που δεν δημιουργεί διχόνοια μόνο μεταξύ των εργαζομένων, τροφοδοτώντας έναν αγώνα δρόμου για να ενταχθεί ο διπλανός στο 15% κι όχι ο ίδιος, αλλά επίσης καλλιεργεί τον σκυλίσιο ανταγωνισμό μεταξύ της κοινωνίας και των δημοσίων υπαλλήλων, στον βαθμό που οι γονείς των μαθητών στα σχολεία και οι ασθενείς στα νοσοκομεία θα επιδίδονται σε κυνήγι μαγισσών για να εντοπίσουν τον φταίχτη στο 15% των υπαλλήλων που κρίνονται ως ανεπαρκείς στο πλαίσιο της δρομολογούμενης αξιολόγησης. Έτσι οι μειώσεις των δαπανών για την υγεία και την παιδεία θα μπορούν να συνεχίζονται επ’ άπειρο…

Η αξιολόγηση δεν εξυπηρετεί μόνο τις απολύσεις μέσω της δημιουργίας λίστας ανεπιθυμήτων και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων. Αποτελεί επίσης πλήγμα στον συνδικαλισμό και μέσο εδραίωσης της διευθυντικής αυθαιρεσίας. Ποιος εργαζόμενος θα απεργήσει ή θα ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στον προϊστάμενό του αν ξέρει πως από την δική του άποψη εξαρτάται η δουλειά του; Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιολόγηση, σε μια πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας, θα ενισχύσει την ευνοιοκρατία, την αναξιοκρατία, το γλείψιμο των προϊσταμένων και την αναζήτηση «πολιτικών μέσων». Από τη στιγμή που λείπει μια αξιολόγηση ως προς κοινά αποδεκτούς στόχους στο πλαίσιο μιας οργανωτικής μονάδας κι η ουσία περιορίζεται στην προσπάθεια να αποφευχθεί η ένταξη στο 15%, το ζητούμενο δεν θα είναι η προσωπική βελτίωση ή ο εντοπισμός των αδυναμιών, αλλά ο ένας δημόσιος υπάλληλος να φαίνεται καλύτερος απ’ τον άλλον για να αποφύγει την πείνα…

Κλείσιμο σχολείων

Ξεχωριστή σημασία έχουν κι οι οργανωτικές αλλαγές στο δημόσιο που θα προκριθούν με βάση την αξιολόγηση, αν φυσικά υλοποιηθεί, κάτι που με τα μέχρι σήμερα δεδομένα ευτυχώς δεν φαίνεται και πολύ πιθανό. Κυβέρνηση και Τρόικα μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης για να κλείσουν υπηρεσίες του δημοσίου ή να επιβάλλουν συγχωνεύσεις, όπως άλλωστε προβλέπεται και στο σχετικό νόμο, επικαλούμενες τα απογοητευτικά αποτελέσματα της αξιολόγησης. Για παράδειγμα, κακά αποτελέσματα σε ένα σχολείο μπορούν να οδηγήσουν στην συγχώνευσή του με ένα άλλο κι όχι φυσικά στην ανάγκη στοχοπροσηλωμένων σεμιναρίων ή άλλων παρεμβάσεων για την άνοδο του επιπέδου.

Το ευχάριστο μέχρι στιγμής είναι πως το βαθιά οπισθοδρομικό σχέδιο της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ έχει προκαλέσει ένα ανέλπιστο κύμα αντιδράσεων. Ξεχωρίζουμε: Την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής που από την πρώτη στιγμή διατύπωσε σοβαρές ενστάσεις για την συνταγματικότητα του νόμου. Την Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων που, μετά την άρνηση δεκάδων δήμων, ανακοίνωσε και την δική της άρνηση να υλοποιήσει την αξιολόγηση στους δήμους. Την μαζική άρνηση διευθυντών σχολικών μονάδων να παρακολουθήσουν σεμινάρια αξιολόγησης που οργάνωσε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, με αποτέλεσμα να μείνει στον αέρα η διαδικασία συμπλήρωσης του σχετικού ερωτηματολογίου. Το υπόμνημα που κατέθεσε στο υπουργείο το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης τονίζοντας ότι η αξιολόγηση μπορεί να οδηγήσει «σε απορρύθμιση την λειτουργία της δημόσιας διοίκησης». Τέλος, την αντίδραση ομοσπονδιών εργαζομένων του δημόσιου τομέα που είναι όχι μόνο μαζικές αλλά επιπλέον χαίρουν κι εκτίμησης στην κοινωνία, λόγω της προτεραιότητας που έχουν δώσει στην πάλη κατά των μνημονίων και της λιτότητας τα τελευταία χρόνια: ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, ΠΟΕ-ΟΤΑ, κ.λπ.