Συζήτηση για την κυβέρνηση της Αριστεράς (περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ.9)

ms9cover350Ο κίνδυνος σήμερα αφορά τη συντριβή των εργατικών κατακτήσεων και επιστροφή σε έναν σύγχρονο Μεσαίωνα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

ΕΡ.: Τον Ιούνιο του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε οριακά να αναδειχτεί πρώτο κόμμα, σήμερα όμως είναι διάχυτη η εντύπωση ότι θα υπερισχύσει στις επόμενες εκλογές και θα κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Για τον απλό κόσμο που πλήττεται από την κρίση αυτό αποτελεί μια ελπίδα και ένα βήμα εμπρός. Ποιοι όμως είναι οι όροι ώστε αυτό το βήμα να μη μείνει μετέωρο και να οδηγήσει σε ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές;

ΑΠ.: Η υλοποίηση ουσιαστικών ριζοσπαστικών αλλαγών θα εξαρτηθεί από τα βήματα που θα επιτευχθούν στον πυρήνα της Πολιτικής που είναι η οργάνωση του λαού σε αυτοτελή όργανα (ανταγωνιστικά με το κράτος και την αστική πολιτική) και η αναγέννηση του εργατικού κινήματος.

Η ιστορική εμπειρία προσφέρει πλούσια εμπειρία. Μετά την μετάλλαξη της αστικής τάξης σε αντιδραστική –στο τέλος της μεγάλης ύφεσης του 1873-95– η Αριστερά, το οργανωμένο εργατικό κίνημα και η απειλή κινήματος απέσπασαν μέτρα που βελτίωσαν αποφασιστικά τις συνθήκες ζωής. Η νίκη τους επισφραγίστηκε με 25%-36% αυξήσεις στους μισθούς σε Γαλλία, Μ. Βρετανία, Γερμανία, μείωση των ωρών εργασίας σε αυτές τις χώρες και στις ΗΠΑ, ψήφιση νόμων (χωρίς προηγούμενο) που διευκόλυναν τη δράση του συνδικαλιστικού κινήματος, μείωναν το χρόνο εργασίας, εξασφάλιζαν σύνταξη, εβδομαδιαία αργία, υγιεινή και ασφάλεια, κ.ά.

Στην εξέλιξη της κρίσης δημιουργήθηκαν επαναστατικά σοσιαλδημοκρατικά –τότε– εργατικά κόμματα και παράλληλα συνδικαλιστικές οργανώσεις, συνεταιρισμοί, σωματεία αλληλεγγύης. Πραγματοποιήθηκαν ιστορικές διαδηλώσεις, ματωβαμένες απεργίες ενώ στους κύκλους των πρωτοποριών επικρατούσε η πεποίθηση πως η επανάσταση ήταν προ των πυλών.

Η Αριστερά, ενωμένη με το σκοπό της, την κοινωνία της εργατικής χειραφέτησης και την επανάσταση, εμπνέει και εμπνέεται από το εργατικό κίνημα, αλληλεπιδρά στην εσωτερική δυναμική του, αλλάζει τους συσχετισμούς δίχως εντούτοις να φτάνει την επανάσταση. Αυτή όμως η εσωτερική δυναμική του κινήματος, ο καινούργιος συσχετισμός δυνάμεων, σε συνδυασμό με τις τολμηρές, καινοτόμες αλλαγές στην πολιτική και θεωρία της Αριστεράς, τους επαναστατικούς εργατικούς, συνδικαλιστικούς αγώνες, αυτές οι τάσεις στην αλληλοδιαπλοκή τους, οδηγούν τις εξελίξεις στο εργατικό κίνημα. Αυτή η δυναμική, με πρωτεύουσα την επαγγελία και πράξη της κοινωνικής απελευθέρωσης, είναι το υπουργείο των υπουργείων, ο εργατικός νομοθέτης που αναγκάζει στην αποτύπωση σε νόμους υπέρ των κολασμένων της γης.

Η δεύτερη ιστορική περίοδος που αποσπώνται ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές συμπίπτει με την έξοδο από την κρίση του 1929, το 1945 και μετά. Η κρίση του 1929 βρίσκει την Αριστερά και το εργατικό κίνημα να σφραγίζονται από την αίγλη της νίκης της Οκτωβριανής Επανάστασης και ταυτόχρονα από τα όρια του πρώιμου εκφυλισμού της και περιθωριοποίησης των προλεταριακών στοιχείων ήδη στη δεκαετία του ’20, καθώς και της ήττας της γερμανικής και ουγγαρέζικης επανάστασης. Η Αριστερά αυτή την περίοδο αντί των τολμηρών και καινοτόμων προσεγγίσεων «κουρνιάζει στο προϋπάρχον», καθηλώνεται και απομονώνεται στη λογική του «σοσιαλφασισμού». Σε συνδυασμό με την ιστορικής σημασίας ήττα της αμερικανικής εργατικής τάξης το 1922-25, το κίνημα, παρά τις ηρωικές του εξάρσεις, αδυνατεί να αναχαιτίσει την επερχόμενη λαίλαπα του φασισμού που τρέφεται από την κρίση και αποτελεί αστική πολιτική εξόδου από αυτήν. Τα κομμουνιστικά κόμματα υποχωρούν και μόνο μετά τη «μισή στροφή» του 1935-37, την πολιτική των αντιφασιστικών μετώπων, ανακτούν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά τη δυναμική τους, η οποία όμως συμπυκνώνεται και περιορίζεται στους πολιτικούς στόχους «αναγέννηση της αστικής δημοκρατίας, περιορισμός των μονοπωλίων, εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή δημοκρατία» που καθορίστηκαν στο ιστορικής σημασίας 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ωστόσο, η δυναμική του αντιφασιστικού κινήματος και το κύρος των αγωνιζόμενων, η ανατροφοδότηση της εσωτερικής «ανεξέλεγκτης» δυναμικής του από την αίγλη της πρόσφατης τότε νικηφόρας Οκτωβριανής Επανάστασης, προσδίδει το δικό της περιεχόμενο στη «λαϊκή δημοκρατία». Ξεπερνά επομένως στην πράξη τους περιορισμένους στόχους των κομμουνιστικών κομμάτων, που έχουν ανεβασμένο κύρος. Και τελικά δημιουργείται ένας τέτοιος μεταπολεμικός πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων, που αναγκάζει την αστική τάξη να διαχειρισθεί πολιτικά το οικονομικό ζήτημα με τη θέσπιση του κράτους πρόνοιας. Οι κοινωνικές παροχές του 1947-85, έγιναν εφικτές στη βάση των αλμάτων που κατέγραψε η παραγωγικότητα της εργασίας, και στην ουσία ήταν κατακτήσεις του κινήματος που υπήρχε και κυρίως του κινήματος που μπορούσε να υπάρξει, της δυναμικής που φώλιαζε εντός του. Αυτές οι κατακτήσεις αρχίζουν να ξηλώνονται από το τέλος της δεκαετίας του ’80.

Με βάση την ιστορική εμπειρία μπορούμε συμπερασματικά να υποστηρίξουμε πως όπου οι εργατικοί αγώνες ξεπερνούν τον επετειακό, θεσμικό τους χαρακτήρα, μόνο τότε η αστική τάξη αναγκάζεται σε μεγαλύτερες ή μικρότερες παραχωρήσεις (διαρκώς διαφιλονικούμενες), οι οποίες όχι μόνο δεν σταματούν την ταξική πάλη, αλλά αντίθετα τη βαθαίνουν και δημιουργούν ρήγματα. Προϊόν αυτών των ρηγμάτων είναι οι ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές που μπορούν να κατακτηθούν σήμερα.

ΕΡ.: Ας επιμείνουμε λίγο στο ζήτημα των όρων. Ένα πρώτο θέμα είναι ότι για να σχηματιστεί η κυβέρνηση της Αριστεράς θα χρειαστεί λογικά τη στήριξη και κάποιων άλλων δυνάμεων εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Ποιες μπορεί να είναι αυτές, με δεδομένη την άρνηση του ΚΚΕ;

ΑΠ.: Η απάντηση έχει δοθεί με καθαρό τρόπο από τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι αλλεπάλληλες αναφορές στην (διαταξική, πανεθνικής αναφοράς) «κυβέρνηση σωτηρίας», οι επίσημες επαφές κορυφής με τους Ανεξάρτητους Έλληνες και η απροθυμία να αποκλειστεί μια κυβέρνηση συνεργασίας με την ΔΗΜΑΡ περιγράφουν από τώρα τη σύνθεση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Κυρίως όμως προδιαγράφουν μια δυναμική συνέχειας κι όχι ρήξης που αποκλείει εκ των προτέρων τις ήττες της αστικής πολιτικής που είναι σήμερα το μεγάλο ζητούμενο, διαψεύδοντας έτσι τις προσδοκίες των ψηφοφόρων και οπαδών του κόμματος. Η εκλογική καθήλωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι το τίμημα αυτών των επιλογών.

ΕΡ.: Υπάρχει βέβαια το καίριο ζήτημα των κοινωνικών όρων επιτυχίας μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι μίνιμουμ αναγκαίοι μετασχηματισμοί ώστε να μην καταλήξει σε απλή κυβερνητική εναλλαγή; Αναφερόμαστε σε όλα τα πεδία, οικονομία, κράτος, νομοθεσία, κοινωνία. Και πάντα με δεδομένο ότι η κοινωνική αποδιάρθρωση επιδεινώνεται δραματικά, επομένως δεν αρκούν κάποιες οριακές αλλαγές…

ΑΠ.: Το πρώτα μέτρα που θα έπρεπε να εφαρμόσει μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αναφέρονται στο κοινωνικό ζήτημα και θα χρειαστεί να στραφούν σε δύο κατευθύνσεις: Πρώτο, την ενίσχυση της δημόσιας σφαίρας με εθνικοποιήσεις στους τομείς της πίστης, παιδείας, υγείας, κοινωνικής ασφάλισης, μέσων μαζικής μεταφοράς, υποδομών (ενέργεια, νερό, λιμάνια, αεροδρόμια κ.ά.) και άλλων στρατηγικής σημασίας κλάδων, και δεύτερο, τη γενναία στήριξη των λαϊκών εισοδημάτων με χορήγηση αυξήσεων σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα ανεργίας κ.ά. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής προέχει η ανάγκη μιας γενναίας φορολογικής μεταρρύθμισης με αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου, δραστική μείωση της έμμεσης φορολογίας κ.λπ. Πρόκειται για μέτρα που βρίσκονται στον αντίποδα της σύγχρονης αστικής στρατηγικής και ακυρώνουν τα Μνημόνια στην πράξη. Η μονομερής καταγγελία τους ωστόσο όπως και των δανειακών συμβάσεων, με μια απλή ψηφοφορία στη Βουλή, οφείλει να αποτελεί την πρώτη πράξη μιας πολιτικής που διατείνεται ότι αμφισβητεί την πολιτική της λιτότητας.

Σε πολιτικό επίπεδο ξεχωρίζουν μέτρα διεύρυνσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων (χωρίς ωστόσο ποτέ να παραβλέπεται ο περιορισμένος χαρακτήρας που έχουν οι σχετικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο της μη αντιστρεπτής αυταρχικής μετάλλαξης της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας), εξόδου της χώρας από το ΝΑΤΟ, κλπ.

ΕΡ.: Η πολιτική των μνημονίων είναι στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, αφού χωρίς την ανατροπή της δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αναδιαπραγμάτευση, παύση πληρωμών, μέσα ή έξω από το ευρώ, μονομερείς ή μη ενέργειες, έχουν γίνει καθημερινές έννοιες. Ωστόσο, η συζήτηση διεξάγεται συχνά από μια στατική αφετηρία. Ας επιχειρήσουμε μια διαφορετική τοποθέτηση: πότε, σε ποιες συνθήκες, με ποιους όρους μπορεί να συμβεί το ένα και πότε θα γίνει απαραίτητο το άλλο;

ΑΠ.: Κανένα από τα παραπάνω μέτρα οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί να υλοποιηθεί αν δεν προηγηθούν δύο άλλοι όροι: Πρώτον, παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους. Η μονομερής διακοπή πληρωμών του δημόσιου χρέους και ο λογιστικός του έλεγχος στη συνέχεια που θα θωρακίσει την άρνηση πληρωμών, θα παράσχει τους αναγκαίους πόρους για την άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής. Ο δεύτερος όρος είναι η ανάκτηση του ελέγχου στη νομισματική πολιτική. Όσο ο έλεγχος της ροής χρήματος βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τόσο θα απειλείται με στραγγαλισμό κάθε προσπάθεια άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής, που θα κινείται στον αντίποδα της σύγχρονης οικονομικής ορθοδοξίας (λιτότητα, ιδιωτικοποιήσεις, εκχώρηση κρατικής κυριαρχίας στο Τέταρτο Ράιχ).

Παραπέρα, όσο θα βαθαίνει η ρήξη με το κεφάλαιο θα προβάλλει ως αναγκαιότητα η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) γιατί στη σημερινή συγκυρία συμπυκνώνει το σύνολο σχεδόν των αντιθέσεων και διαχωρίζει την αστική από την προλεταριακή στρατηγική. Η αποδέσμευση από την ΕΕ θα ξαναδώσει στη χώρα τα αναγκαία εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής (δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ, στο πλαίσιο π.χ. του Δημοσιονομικού Συμφώνου ή της ελεύθερης αγοράς.

ΕΡ.: Σήμερα επίσης γίνεται αρκετή συζήτηση για «Σχέδια Β», παραγωγική ανασυγκρότηση, κ.λπ. Έχει η ως τώρα συζήτηση στην Αριστερά αποσαφηνίσει αυτά τα ζητήματα και ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι πιο σημαντικές εκκρεμότητες;

ΑΠ.: Το κενό στην αναγκαία επιστημονική διερεύνηση και τεκμηρίωση των παραπάνω εννοιών είναι πασιφανές και συνιστά εμπόδιο. Μεγαλύτερο ωστόσο εμπόδιο αποτελεί η ελλιπής επιστημονική διερεύνηση του χαρακτήρα της τρέχουσας κρίσης και του σημερινού σταδίου ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού, η σε βάθος ανάλυση των ομοιοτήτων και διαφορών της σημερινής με τις προηγούμενες κρίσεις.

Εν γένει, οι κρίσεις είναι ίδιες αφού αποτελούν ξέσπασμα των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού. Οι κρίσεις ωστόσο διαφέρουν ουσιαστικά και ποιοτικά μεταξύ τους, καθώς αντανακλούν και επιδρούν στο «δυναμικό ιστορικό τρόπο» ανάπτυξης του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος ως γνωστόν δεν έχει τη μορφή μιας απλής εξελικτικής ποσοτικής διαδικασίας. Εξελίσσεται με βαθμίδες, με τομές και άλματα, με φάσεις και στάδια, με σχέσεις ασυνέχειας, μέσα στην εκμεταλλευτική συνέχειά του, έως τη μεγάλη ασυνέχεια του οριστικού κοινωνικοοικονομικού μετασχηματισμού του.

Η κρίση που είναι σήμερα σε εξέλιξη συνιστά συνέχεια και ποιοτική αναβάθμιση των ιστορικών αδιεξόδων του καπιταλισμού, συνέχεια, τομή και κορύφωση της προηγούμενης κρίσης των αρχών του 1970. Η βάση των διαφορών της σημερινής με τις προηγούμενες κρίσεις είναι η νέα ποιότητα και ένταση στην αντίθεση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις. Γενικά πάλι, αυτή καθαυτή η ποιοτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (π.χ. ηλεκτρισμός, ψηφιακές τεχνολογίες) αλλάζει τον τρόπο και ρυθμό επικοινωνίας και μετακίνησης των ανθρώπων, μεταβάλλει την ταχύτητα μεταφοράς των κεφαλαίων, αλλάζει τη γεωστρατηγική σημασία χωρών, τη ζωή, τη διαχείριση του χρόνου, τους όρους και την οργάνωση της εργασίας.

Ο καπιταλισμός στις προηγούμενες κρίσεις μπόρεσε και αφομοίωσε τις αντίστοιχες παραγωγικές δυνάμεις που η ίδια η αστική τάξη επαναστατικοποιούσε, στη βάση της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας. Κατάφερνε, με λίγα λόγια, και αποκαθιστούσε, με βίαιο τρόπο, την ανισορροπία ανάμεσα στις «επαναστατικοποιημένες» παραγωγικές δυνάμεις και τις περιοριστικές, αντιδραστικές και εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις. Οι ταξικοί συσχετισμοί και η δυναμική τους επέτρεψαν –όπως οι εξελίξεις επαληθεύουν– ώστε οι καπιταλιστές, πρόσκαιρα και σε ένα βαθμό, να μπορούν να εξουδετερώνουν τις αντιθέσεις ανάμεσα στην επιστημονική οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό κάθε επιχείρησης από τη μια, και την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολό της από την άλλη.

Αυτή η πρόσκαιρη και ως ένα βαθμό εξουδετέρωση, συντελέστηκε με την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, με την εξοικονόμηση και την ταχύτερη περιστροφή του σταθερού κεφαλαίου, με τη βίαιη συμπίεση των τιμών των πρώτων υλών και τη λεηλασία των εξαρτημένων χωρών της καπιταλιστικής περιφέρειας, με την εξαγωγή κεφαλαίου και τις επενδύσεις (συνήθως σε βιομηχανίες έντασης εργασίας) για την υπερεκμετάλλευση των φτηνών εργατικών χεριών σε ανάλογες περιοχές του κόσμου (Κίνα, Μεξικό κλπ.). Με την αναγκαστική τελικά προσφυγή σε καταστροφές και πολέμους, την ισοπέδωση ολόκληρων τομέων οικονομίας και χωρών, ώστε οι καπιταλιστές που επιβιώνουν να ξαναρχίζουν κατά το δοκούν τον κύκλο της παραγωγής.

Τα σύγχρονα τεχνολογικά και επιστημονικά άλματα στη δυναμική τους εξέλιξη, σε συνδυασμό με τις ποιοτικές μεταβολές στις παραγωγικές (και πολιτικές) σχέσεις, περιέχουν εντός τους την τάση να προκαλούν νέες βαθύτερες αναστατώσεις και κρίσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, νέους όρους για βαθύτερους κλονισμούς της αστικής κυριαρχίας, να διαμορφώνουν προϋποθέσεις για «νέους γύρους» εργατικής αμφισβήτησης.

Η ουσιαστικότερη διαφορά ανάμεσα στην τωρινή κρίση και τις προηγούμενες έγκειται ακριβώς στο ότι στην ουσία ο καπιταλισμός δεν χωρά στον εαυτό του, δεν μπορεί να εσωτερικεύσει, χωρίς σοβαρές διαταραχές, τις παραγωγικές δυνάμεις που ο ίδιος επαναστατικοποιεί και γι’ αυτό τις διαστρέφει και τις ακρωτηριάζει. Ακόμη π.χ. και από την άποψη της εκμετάλλευσης της εργασίας, η έκρηξη της παραγωγικότητας της εργασίας έχει «παράδοξες» επιδράσεις. Απ’ τη μια αυξάνει την εκμετάλλευση. Απ’ την άλλη διαμορφώνει προϋποθέσεις βαθύτερης διαταραχής της. Απ’ τη μια αυξάνει το ποσοστό της σχετικής υπεραξίας, απ’ την άλλη μακροπρόθεσμα προκαλεί κρίση στη δυναμική της. Το τμήμα της υπεραξίας που επενδύεται κάθε φορά σε νέα μέσα παραγωγής (και αναπτύσσει την παραγωγικότητα της εργασίας) τείνει να είναι όλο και μεγαλύτερο απ’ το τμήμα που επενδύεται σε ζωντανή εργασία, η οποία αποτελεί τη μοναδική πηγή υπεραξίας. Επομένως αυξάνεται το επενδυόμενο σταθερό κεφάλαιο ανά εργάτη. Εντείνεται δηλαδή η τάση παραπέρα μείωσης της ποσότητας της ζωντανής εργασίας σε σχέση με την ποσότητα του σταθερού κεφαλαίου που αυτή βάζει σε κίνηση. Άρα, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας λιγότερο απ’ τους ρυθμούς της δικής της αύξησης. Έτσι, μακροπρόθεσμα, η αύξηση της παραγωγικότητας προκαλεί κρίση στους ρυθμούς αύξησης, στη «δυναμική» της σχετικής υπεραξίας. Κατά προέκταση διαμορφώνει συνθήκες κρίσης στην αύξηση του ποσοστού και τελικά στη μάζα της υπεραξίας και γενικότερα των κερδών.

Ακριβώς γι’ αυτό οι διαχειριστές του καπιταλισμού επιτίθενται μανιωδώς στα εργατικά δικαιώματα (μισθούς κ.λπ.) για να αντιμετωπίσουν αυτή την τάση. Ακριβώς γι’ αυτό η επίθεση που δέχεται σήμερα στην Ελλάδα η εργατική τάξη είναι «ασύμμετρη» και στρατηγικής σημασίας.

ΕΡ.: Από τις εκλογές του 2012 το ΚΚΕ επιμένει ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα διέφερε ουσιαστικά σε τίποτα από μια κυβέρνηση της ΝΔ και θα ήταν εξίσου επικίνδυνη για τους εργαζόμενους, απορρίπτοντας κάθε κοινή δράση με τις άλλες αριστερές δυνάμεις. Πώς κρίνετε τη στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ; Υπάρχουν κάποια πραγματικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ελπίδα πως μπορεί να αλλάξει, και αν όχι πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί;

ΑΠ.: Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση του λαού οδηγεί σε τέτοια απόγνωση ώστε άμεσα και προσωρινά μια κάποια βελτίωση ή ελπίδα για βελτίωση να λειτουργεί ως σανίδα σωτηρίας. Με αποτέλεσμα η διαπάλη –άμεσα και προσωρινά– να κινδυνεύει να περιοριστεί κυρίως ανάμεσα στις πολιτικές για ένα κάπως «μικρο-βελτιωμένο» καπιταλισμό.

Το ΚΚΕ, σύμφωνα με τις θέσεις για το 19ο συνέδριο, αντικαθιστά τη μετωπική του πολιτική με ένα συνδυασμό που συντίθεται από ένα κοινωνικό μέτωπο-κίνημα, τη Λαϊκή Συμμαχία (εργατική τάξη, μισοπρολετάριοι, φτωχοί αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες) και τον πολιτικό εκφραστή αυτής της συμμαχίας που είναι, κατά το ΚΚΕ, αποκλειστικά το ίδιο το ΚΚΕ.

Η πολιτική του αυτή δυσκολεύει το εργατικό κίνημα άμεσα στο να αναπτυχθεί με μια δυναμική νικηφόρας αναμέτρησης με την αστική πολιτική. Η πολιτική του είναι προϊόν άρνησης των διδαγμάτων της ιστορίας. Ωστόσο συσπειρώνει ένα αξιόλογο μάχιμο κομμάτι από τη νεολαία και την εργατική τάξη.

Σήμερα, ευχής έργο θα ήταν το ΚΚΕ να έθετε σε προτεραιότητα την ανάγκη ήττας της αστικής πολιτικής και με αυτήν την ιεράρχηση να επέλεγε γραμμή και συμμαχίες στο κίνημα.

ΕΡ.: Ενώ φυσικά δεν συμφωνούμε ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα ήταν το ίδιο με της ΝΔ, θα υπάρξει ο κίνδυνος να κάνει υπερβολικούς συμβιβασμούς και/ή να έχει παρόμοια τύχη με την κυβέρνηση του Αλιέντε. Πολύ περισσότερο όταν είναι βέβαιο ότι θα ασκηθούν αφόρητες πιέσεις από τη μεριά του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι μας διδάσκει το παρελθόν σχετικά με αυτούς τους κινδύνους;

ΑΠ.: Πως τίποτα δεν μπορεί να ισορροπήσει στη μέση. Η ιδιότυπη σημερινή κυβέρνηση που αποτελείται από μια υπερσυντηρητική δεξιά, μια ξεφτισμένη σοσιαλδημοκρατία και μια ψευδώνυμη Αριστερά φθείρεται. Το πρόβλημα περιπλέκεται καθώς η δημιουργία ενός επιπλέον αστικού κόμματος – πυλώνα που θα κινείται «εντός των μνημονίων και σε μια ηπιότερη έκδοσή τους» δεν μπορεί να περπατήσει εξ αιτίας του βάθους και της έκτασης της πολιτικής φθοράς αυτών των δυνάμεων.

Ανάλογα και με την αντίδραση του λαϊκού παράγοντα η κατάσταση μπορεί σύντομα να βρεθεί εκτός ελέγχου.

Η ρευστή αυτή κατάσταση καλλιεργεί την ταλάντευση των οργανώσεων της Αριστεράς ανάμεσα στον αναγκαίο ποιοτικό διαχωρισμό τους απ’ τις αστικές παραδόσεις και πολιτικές και στον εγκλωβισμό τους, με διάφορες παραλλαγές, στην «ακραία αριστερή» πτέρυγα του παλιού εξαρτημένου κινήματος.

Αυτή η τάση του ποιοτικού διαχωρισμού από την αστική πολιτική, και οι τέτοιου είδους τάσεις αντιστροφής στη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων είχαν εμφανιστεί σ’ όλες τις οριακές στιγμές της ταξικής πάλης, στους αδύνατους κρίκους του καπιταλιστικού συστήματος στα προηγούμενα στάδιά του. Απ’ αυτές τις αντιστροφές, με την πρωτοπόρα συλλογική δράση και προσωπική στράτευση των επαναστατών, ξεπήδησε η συγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος, η Κομμούνα, η θεωρητική και πολιτική νίκη του μαρξισμού, η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση, μια σειρά αντιιμπεριαλιστικές, αντιαποικιακές επαναστάσεις που σημάδεψαν τον προηγούμενο αιώνα. Φαίνεται πως και τώρα διαμορφώνονται μακροπρόθεσμα οι προϋποθέσεις για μια ιστορική περίοδο όπου θα επικρατεί μια γενικευμένη, παρατεταμένη, όσο και αντιφατική-παλινδρομική επαναστατική κατάσταση, που θα συγκλονίζει τα βασικά πεδία των ταξικών σχέσεων παραγωγής. Πρόκειται για την προοπτική μιας ιστορικής αντιστροφής, που θα σημαδεύεται από τα επιτακτικά αιτήματα για «να φάει ψωμί ο εργάτης» αλλά και την αναγκαιότητα για τις ελευθερίες που απαιτεί ο σύγχρονος κοινωνικός πολιτισμός. Αναγκαιότητα που μπορεί να μετασχηματιστεί σε διεκδικούμενο αίτημα της εργατικής τάξης με ανάλογη συλλογική πράξη και προσωπική στράτευση. Αυτή η γενικότερη μακροπρόθεσμη δυναμική της νέας κατάστασης που ωριμάζει αποτελεί βασική πλευρά και για ένα νηφάλιο υπολογισμό του σημερινού συσχετισμού των δυνάμεων και τον καθορισμό των στόχων που βάζουν μπροστά τους τα επαναστατικά εγχειρήματα της εποχής μας. Στο πλαίσιο αυτό η Αριστερά και ειδικά οι επαναστατικές της δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να επανατοποθετήσουν σε νέες αφετηρίες μια διπλή αλληλένδετη προσπάθεια. Η προσπάθεια αυτή απαιτεί μια πιο συγκεκριμένη συλλογική πολιτική αποσαφήνιση του άμεσου προγράμματος από το μεροκάματο, τα δημόσια αγαθά ως τα μεγάλα ζητήματα της ανατροπής και της «άλλης κοινωνίας» στο νέο αιώνα.

ΕΡ.: Στο ίδιο θέμα της κυβέρνησης της Αριστεράς διατυπώνονται κριτικές και από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, βασικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θα σημειώσουμε εδώ μερικές. Μια πρώτη είναι ότι η προοπτική ανόδου στην κυβέρνηση συνοδεύεται από μια διαρκή μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς πιο δεξιές θέσεις και θεσμικές προσαρμογές στα πλαίσια του συστήματος. Αυτό θα αποξενώσει τους εργαζόμενους, οδηγώντας σε ένα συνολικό συμβιβασμό με το κατεστημένο.

ΑΠ.: Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες αντικαπιταλιστικές συλλογικότητες διεκδικεί μια εργατική παρέμβαση για την ανατροπή της επίθεσης στους εργαζόμενους και την προοπτική για αντικαπιταλιστική ανατροπή μέχρι τέλους. Το ρεύμα αυτό εκφράζεται και σε διεθνές επίπεδο με τις ιδιομορφίες φυσικά της κάθε χώρας και έχει να επιδείξει βαθιές ιστορικές ρίζες συμβολής στο επαναστατικό κίνημα. Το πλέον αξιοσημείωτο είναι πως παρά τις αντιφάσεις που εμφανίζει λόγω ανωριμότητας, εμφανίζει μια αντοχή με δυνατότητα ανόδου. Άρα μπορεί να παίξει, υπό προϋποθέσεις, καταλυτικό ρόλο στις επερχόμενες εξελίξεις και προωθητικό ρόλο για τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Αυτά τα συμφέροντα, υποστηρίζει ότι θα υπηρετήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο η συστηματική προσπάθεια που καταβάλλει να πείσει τα κέντρα αποφάσεων του κεφαλαίου δημιουργεί σημαντικά ερωτηματικά για την πρόθεσή του να συγκρουστεί. Ξεχωρίζουν σε αυτή την προσπάθεια: η συνάντηση του Αλ. Τσίπρα με τον Σιμόν Πέρες, πρόεδρο του κράτους τρομοκράτη του Ισραήλ, η επίσκεψη αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ στους γκαουλάιτερ της Task Force –της ομάδας δράσης για την Ελλάδα που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση– και του Αλ. Τσίπρα στον μισητό ιμπεριαλιστικό οργανισμό ΔΝΤ. Πρόκειται για επιλογές που δεν δηλώνουν διάθεση ρήξης με το κατεστημένο, τουλάχιστον…

ΕΡ.: Μια δεύτερη αντίρρηση είναι ότι όπου επιχειρήθηκε να ανατραπεί κοινοβουλευτικά ο καπιταλισμός ή έστω να εμποδιστεί έτσι ο φασισμός, τα σχετικά εγχειρήματα απέτυχαν. Κλασικά παραδείγματα η Χιλή του Αλιέντε και το Λαϊκό Μέτωπο στην Ισπανία. Υπάρχει, βέβαια, και η πρόσφατη εμπειρία της Βενεζουέλας, όπου ριζοσπαστικές αλλαγές στηρίχτηκαν και κοινοβουλευτικά. Πώς μπορεί να δούμε τη σχέση «κοινοβουλευτικού» και «εξωκοινοβουλευτικού», ή πιο γενικά, τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης στην εποχή μας;

ΑΠ.: Ανέκαθεν, αλλά πολύ περισσότερο σήμερα λόγω της «σκλήρυνσης» της αστικής δημοκρατίας, ο εξωκοινοβουλευτικός αγώνας είχε την απόλυτη προτεραιότητα. Το αξιοθαύμαστο παράδειγμα της Βενεζουέλας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τις εξεγέρσεις που προηγήθηκαν της ανάληψης της εξουσίας από τον Τσάβες και την τεράστια λαϊκή κινητοποίηση που ο ίδιος ενθάρρυνε τα 14 χρόνια που έμεινε στην εξουσία για να θωρακίσει την εξουσία του από τις ιμπεριαλιστικές απειλές. Το στοίχημα της Βενεζουέλας ωστόσο παραμένει ανοιχτό τόσο σε μια αντικαπιταλιστική εξέλιξη όσο και σε μια υποχώρηση και αναίρεση των κατακτήσεων που κληροδότησε η εποχή Τσάβες. Το επόμενο διάστημα μένει να δούμε αν τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις –που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού ή με την άνεση του χορτάτου ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα που η πείνα έχει αποκτήσει διαστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης– θα διαδεχθεί το αναγκαίο επαναστατικό άλμα. Όρος εκ των ων ουκ άνευ για να εξασφαλιστούν και να βαθύνουν οι μεταρρυθμίσεις.

ΕΡ.: Μια τρίτη αντίρρηση αφορά την αναγκαιότητα του εργατικού ελέγχου και της έναρξης μιας και προγραμματικά αποτυπωμένης διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό. Υποστηρίζεται ότι χωρίς αυτό, ακόμη και η πιο ριζοσπαστική εκδοχή της αριστερής διακυβέρνησης, με έξοδο από το ευρώ, κ.λπ., θα οδηγηθεί μοιραία σε αδιέξοδο. Πόσο μάλλον η παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ…

ΑΠ.: Οπωσδήποτε η πορεία των ταξικών αναμετρήσεων θα κριθεί στους χώρους εργασίας. Από το κατά πόσο το κεφάλαιο θα καταγράψει ήττες στα εργοστάσια και τους μεγάλους χώρους εργασίας του ιδιωτικού τομέα εκεί όπου σήμερα το κεφάλαιο έχει επιβάλλει τη μεγαλύτερη δικτατορία, απαγορεύοντας το δικαίωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ακόμη και της απεργίας. Για να αποκτήσουν τον έλεγχό τους οι παραγωγοί απαιτείται προγραμματική στόχευση – κάτι που εξακολουθεί να είναι ζητούμενο ακόμη και στην επαναστατική Αριστερά, λόγω κυρίως της ταξικής της σύνθεσης.

ΕΡ.: Είναι σαφές ότι οι δυνατότητες προώθησης ριζικών μετασχηματισμών θα εξαρτηθούν πολύ και από τη διεθνή κατάσταση. Για την ώρα δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, όμως οι συνθήκες αλλάζουν. Μπορεί να γνωρίσουμε σύντομα μια ορμητική άνοδο των κινημάτων, όπως εκείνη στην εποχή των Λαϊκών Μετώπων το 1935; Τι προοπτικές και κίνδυνοι θα υπάρξουν τότε; Πώς βλέπετε γενικότερα το ρόλο των κινημάτων, με βάση τις εμπειρίες των τελευταίων ετών;

ΑΠ.: Η αστική πολιτική παντοδυναμία που σημαδεύει τη σημερινή εποχή των νέων επαναστατικών προκλήσεων αμφισβητείται από ένα πολυδαίδαλο ρεύμα πολιτικής διεκδίκησης που αποτελείται από διαφιλονικούμενες ριζοσπαστικές διαφοροποιήσεις απέναντι στη μέχρι πρότινος συντριπτική αστική πολιτική-πολιτιστική υπεροχή σε βάρος του εργατικού κινήματος.

Το ρεύμα αυτό διαμορφώνεται κυρίως με βάση την επιδείνωση της κατάστασης της εργατικής τάξης, των μεσαίων πληττόμενων στρωμάτων, της εργαζόμενης και σπουδάζουσας νεολαίας, τις γενικότερες πολιτικές εμπειρίες και αντιφάσεις τους. Πρόκειται για ένα εν δυνάμει ανατρεπτικό ρεύμα που αδυνατεί ακόμη να αναχαιτίζει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστική κατεύθυνση. Είναι ένα ρεύμα που τείνει να διαχωρίζεται αλλά και να επανασυνδέεται πολύπλευρα με την κυρίαρχη αστική πολιτική. Πρόκειται για ένα ρεύμα που στο κίνημα εμφανίζεται με συνέχειες και κυρίως ασυνέχειες ακριβώς γιατί λείπει η εργατική επαναστατική πρωτοπορία που θα δίνει συνέχεια, αποφασιστικότητα και βάθος στο εμφανιζόμενο κίνημα.

Εκεί όμως είναι η μήτρα γένεσης της «αυθόρμητης τάσης» συντονισμού σωματείων εντός κάθε κλάδου και γενικότερα. Της θετικής ευήκοης στάσης στην κριτική του καπιταλισμού. Της ευήκοης στάσης απέναντι στη σύγχρονη «ξύλινη» γλώσσα των μαρξιστικών όρων και της σύγχρονης επαναστατικής πολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο ωριμάζει μια ανώτερη αναμέτρηση στην ιστορία των ταξικών αγώνων, ανοιχτή σε πολλαπλές και απρόβλεπτες παραλλαγές, αλλεπάλληλα αγωνιστικά επεισόδια και κοινωνικές εκρήξεις, βίαιες καπιταλιστικές επιθέσεις και ενδιάμεσες ανακωχές, που θα περιστρέφονται αμείλικτα γύρω από δύο βασικά, αντίθετα και ασυμφιλίωτα ενδεχόμενα: Είτε τελικά μια νέα εργατική επανάσταση προς τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα που θα ξεπερνάει και θα ολοκληρώνει όλες τις μέχρι τώρα επαναστάσεις, είτε μια, αδύνατον να υπολογισθεί σήμερα, καταστροφική πορεία της ανθρωπότητας και του κοινωνικού ανθρώπου που θα οδηγεί σε ένα Μεσαίωνα. Με αυτή την προοπτική βρίσκεται αντιμέτωπο το κομμουνιστικό κίνημα, το οποίο είναι υποχρεωμένο να επαναπροσδιορίσει ποια πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης επαναστατικής κομμουνιστικής στρατηγικής, αλλά και το πώς θα συνδεθεί με την αντικαπιταλιστική τακτική.

Αναζητούμε επομένως τις απαντήσεις για το «τι να κάνουμε» της εποχής μας, σε μια «νέα κατάσταση», όπου λόγω της κρίσης, των νέων βαθύτερων κλονισμών που επιφέρει στη νέα εποχή η αντίθεση ανάμεσα στις σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις και παραγωγικές δυνάμεις, του κινήματος που εμφανίζεται στις ΗΠΑ, στον Αραβικό κόσμο και στην Ευρώπη, οι κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί συσχετισμοί της προηγούμενης περιόδου κλονίζονται αντικειμενικά. Το κίνημα εμφανίζεται με τη μορφή της πλημμυρίδας και της άμπωτης και παρόλο που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστική κατεύθυνση, παρόλο που δεν επιφέρει ουσιαστικές νίκες, εντούτοις έχει βελτιώσει σε ένα βαθμό την κατάσταση προς όφελος της εργατικής πολιτικής. Η κατάσταση αυτή εμφανίζει ταυτόχρονα νέες δυσκολίες εξ αιτίας ακριβώς της προωθούμενης κανιβαλικής πολιτικής αλλά και των ανεπαρκών βημάτων που γίνονται στη δημιουργία κομμουνιστικών κομμάτων, αντικαπιταλιστικών μετώπων, στην ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Επιβάλλει και απαιτεί μια ανώτερη συλλογική και προσωπική στράτευση ώστε στους ερχόμενους αναπόφευκτους κοινωνικούς και πολιτικούς σπασμούς της ταξικής πάλης, που θα σφραγίζονται από επαναστατικά γεγονότα, η απάντηση να δοθεί τελικά προς όφελος των εργατικών συμφερόντων. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η σημερινή φάση μπορεί να μετατραπεί στην αυγή μιας νέας περιόδου στην οποία οι πολιτικοί συσχετισμοί θα αλλάζουν προς όφελος της εργατικής πολιτικής του νέου αιώνα. Θα καταφέρει η αστική πολιτική και ιδεολογία να διατηρήσει την κλονιζόμενη καθολική ηγεμονία, θα επιβάλει η αστική τάξη με τη γενικευμένη επίθεση μια «επιστροφή» σε μια νέα, πολύ πιο σκληρή, βάρβαρη και εκμεταλλευτική «κανονικότητα», σε ένα Μεσαίωνα της εποχής της πληροφορικής, ή η εργατική πολιτική τελικά θα αποσπάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και θα επιβάλλει την ηγεμονία της; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια, ίσως και μήνες, από όλους εμάς, από όλες τις αριστερές, επαναστατικές και κομμουνιστικές πρωτοπορίες, από το ευρύτερο αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο και τελικά από την ίδια την αντικειμενικά αντιφατική, αντικαπιταλιστική δράση της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων. Απ’ αυτό που συχνά ονομάζουμε «εργατικό και λαϊκό κίνημα». Σε ανάλογα –όχι ίδια– σταυροδρόμια η Αριστερά και το εργατικό κίνημα βρέθηκαν στην κρίση του 1873-95 και σε εκείνη του 1929–45.

Αν σε αυτή τη διαδρομή θα αναγεννιέται το εργατικό κίνημα και θα αναδύεται στρατηγικά ανασυγκροτημένη η Αριστερά, αν σε αυτήν τη διαδρομή ως μέτρο της κίνησης των κάτω θα είναι κυρίως οι επιμέρους νίκες τότε η μεγάλη επερχόμενη αναμέτρηση θα συνοδευτεί από το αντίστοιχο απελευθερωτικό άλμα της ανθρωπότητας στο νέο αιώνα.

ΕΡ.: Προφανώς, οι οικονομικές εξελίξεις θα βαρύνουν επίσης πολύ στην πορεία των γεγονότων. Πρόσφατα αναλυτές όπως ο Σαμίρ Αμίν, ο Άλεξ Καλίνικος κ.ά. έχουν μιλήσει για επερχόμενη αποσταθεροποίηση στην ευρωζώνη. Τι θα συμβεί σε μια καταστροφική επιδείνωση, όπως π.χ. η κατάρρευση της Ιταλίας και/ή της Ισπανίας; Ποια θα είναι τότε η τύχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πώς μπορούμε να παρέμβουμε στις εξελίξεις και τους μεγάλους διαφαινόμενους κινδύνους, ενόψει και της απειλητικής ανόδου του φασισμού;

ΑΠ.: Ο κίνδυνος σήμερα δεν αφορά μια πιθανή αποσταθεροποίηση στην ευρωζώνη, αλλά τη διαφαινόμενη (και στην Ελλάδα υπαρκτή αλλά όχι ολοκληρωμένη) συντριβή των εργατικών κατακτήσεων και επιστροφή σε έναν σύγχρονο Μεσαίωνα. Αυτό είναι το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υλοποιείται μέσω συντριπτικών πληγμάτων, όπως αυτό που έγινε στην Κύπρο κι όσων πιθανά θα γίνουν σύντομα σε Ιταλία και Ισπανία. Πιθανές μεταμορφώσεις ακόμη και με την έξοδο χωρών δεν αποκλείονται. Η βασικότερη ωστόσο μετάλλαξη αφορά τους ταξικούς συσχετισμούς στο εσωτερικό κάθε κράτους που ανατρέπονται βίαια σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας και κυρίως σε βάρος των τεράστιων δυνατοτήτων που έχει η σύγχρονη, μορφωμένη εργατική τάξη.

Ο φασισμός που υπηρετεί το κεφάλαιο και στηρίζεται έμπρακτα απ’ αυτό έρχεται να ακυρώσει τις απελευθερωτικές δυνατότητες της εποχής. Βρίσκει έδαφος ωστόσο κι αναπτύσσεται λόγω της στρατηγικής υστέρησης και της ήττας των απελευθερωτικών ιδεών. Υπ’ αυτή την έννοια η πιο αποτελεσματική απάντηση στον φασισμό είναι η δημιουργία μιας σύγχρονης επαναστατικής, κομμουνιστικής και οραματικής Αριστεράς.

(Το δικό τους σημαντικό μερίδιο σε αυτή τη συμβολή είχαν οι προβληματισμοί και οι υποδείξεις του Αλέκου Αναγνωστάκη).

Γιώργος Ρούσης: Η τακτική να υποτάσσεται στη στρατηγική (Πριν, 1 Απριλίου 2012)

Πως κρίνεις την πρόταση για κοινή δράση που κατέθεσε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην υπόλοιπη Αριστερά;

– Καταρχήν να ξεκαθαρίσω ότι οι απαντήσεις μου πρέπει να εκληφθούν ως αυτό που είναι, δηλαδή ως απαντήσεις ενός ανένταχτου κομματικά αριστερού-κομμουνιστή, που υποστηρίζει το μετωπικό εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ  και όχι βεβαίως ως απαντήσεις ενός στελέχους της, που δεν είμαι.

Θεωρώ ότι η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμβάλλει σε μια πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της επίθεσης του κεφαλαίου, με δεδομένες  τόσο τις πραγματικές διαφορές ανάμεσα στις συνιστώσες της Αριστεράς, όσο και τη μέχρι τώρα στάση τους στο ζήτημα ενός αντικαπιταλιστικού μετώπου. Τέλος, από άποψη περιεχομένου ανταποκρίνεται στο χαρακτηρισμό της κρίσης ως συστημικής κρίσης του καπιταλισμού και ως εκ τούτου κινείται  στη σωστή κατεύθυνση. Βεβαίως δεν πρόκειται  για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης, ούτε για μια πρόταση σοσιαλιστικής εξουσίας, αλλά για ένα ελάχιστο πρόγραμμα μετωπικής δράσης, πρώτο βήμα  στο πλαίσιο μιας στρατηγικής ενός επαναστατικού πολέμου θέσεων, που για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ  και τις συνιστώσες της,  στόχο έχει το σοσιαλισμό.

– Ο Ριζοσπάστης όμως έγραψε ότι βρίθει αντιφάσεων με πιο χαρακτηριστική την αποκοπή της τακτικής από την στρατηγική.

– Το πιο τραγικό είναι ότι ορισμένοι σύντροφοι τόσο από το ΚΚΕ, όσο και προσκείμενοι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το πρώτο πράγμα που βρήκαν να μου πουν όταν συζητήσαμε την απάντηση του ΚΚΕ μέσω του Ριζοσπάστη, ήταν ότι έβρισκαν θετικό το ότι το ΚΚΕ απάντησε και το ότι η απάντηση αυτή  δεν περιείχε υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Δυστυχώς έχουμε φθάσει στο σημείο να θεωρούμε το αυτονόητο- τον ευπρεπή  διάλογο ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς – ως κατάκτηση.

Τώρα, επί της ουσίας της απάντησης του ΚΚ:. Νομίζω ότι αυτή εντάσσεται σε μια εκ μέρους του, λογική άρνησης κάθε έστω και στοιχειώδους συνεργασίας με άλλες αριστερές δυνάμεις, σε μια λογική “το μοναστήρι νά ‘ναι καλά”, η οποία αντικειμενικά αποδυναμώνει το λαϊκό κίνημα. Έτσι αναζητούνται διαφορές  ακόμη κι εκεί που δεν υπάρχουν, και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, το όλο σκεπτικό που αναπτύσσεται δεν μπορεί παρά να είναι και ανορθολογικό.

Παραθέτω τρία ενδεικτικά παραδείγματα:

Πρώτο, στο ίδιο το απαντητικό άρθρο του Ριζοσπάστη παρατίθεται  το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ  «Εθνικοποίηση κρατικοποίηση όλων των τραπεζών και των μεγάλων στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και λαϊκό έλεγχο». Στην τελευταία παράγραφο της απάντησης αυτό μεταφράζεται : η ΑΝΤΑΡΣΥΑ λέει «έξοδο από την ΕΕ, αλλά με τα μονοπώλια ακλόνητα στην παραγωγή».

Δεύτερο, στο ίδιο κείμενο παρατίθεται  το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή η δυνατότητα για μια πολιτική ή εκλογική ενότητα με τις δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ,[…] Αυτό όμως δεν εμποδίζει την κοινή δράση μέσα στο μαζικό κίνημα για την ανατροπή της επίθεσης με συγκεκριμένους αντικαπιταλιστικούς στόχους πάλης». Παρόλα αυτά λίγο ποιο κάτω κατηγορείται η  ΑΝΤΑΡΣΥΑ ότι αυτό που προτείνει  «δεν είναι ενότητα», όπως η ίδια διατείνεται ότι είναι.

Τέλος, και ίσως αυτό είναι  το κυριότερο, το ΚΚΕ δηλώνει ότι αρνείται την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διότι αυτή «βάζει ζήτημα ανατροπής της κυβέρνησης, πολιτικούς στόχους εντός του συστήματος», λες και το ίδιο το ΚΚΕ όταν πχ ζητά εκλογές, συμμετέχει στη βουλή, ή διεκδικεί άμεσα αιτήματα, ή στηρίζει και ορθότατα την πάλη διαφόρων κλάδων εργαζομένων,  ή ακόμη όταν κάκιστα  συμμετείχε στην κυβέρνηση Τζανετάκη ,κλπ, κλπ, – το πράττει εκτός του συστήματος, ή λες και ανάμεσα στο όλα ή τίποτα, υπάρχει το απόλυτο κενό, και δεν υπάρχει η δυνατότητα αντικαπιταλιστικής γέφυρας προς το σοσιαλισμό, όπως το ίδιο προτείνει στο πρόγραμμα του, αλλά φαίνεται να αναιρεί στα μουλωχτά.

Παρά όμως την άρνηση αυτή του ΚΚΕ, υποστηρίζω ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να επιμείνει σε αυτήν την Μετωπική κατεύθυνση και προς το ΚΚΕ και προς τις άλλες δυνάμεις  της Αριστεράς και βεβαίως ταυτόχρονα να επιδιώκει να υλοποιήσει  από τα κάτω αυτό το αγωνιστικό Μέτωπο.

– Θέτοντας θέμα εξόδου έστω από ευρώ δεν αποκλείονται εξ αρχής δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί είναι απαραίτητο να τεθεί το θέμα της αποχώρησης από την ευρωζώνη για να νικήσουν οι Χαλυβουργοί ή για να ανακληθεί το χαράτσι στα ακίνητα;

– Είναι σαφές νομίζω ότι η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ δεν τίθενται από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως προϋποθέσεις για συμμαχίες σε επί μέρους αγώνες ή αιτήματα, πόσω μάλλον οικονομικού χαρακτήρα, όπως αυτά που αναφέρεις. Ούτε τίθεται ως προϋπόθεση για επί μέρους ζητήματα όπως για παράδειγμα εκείνα της υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, που βεβαίως για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει νόημα ως βήμα στην πορεία  υπέρβασης και ουσιαστικοποίηση τους.

Επίσης πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι από μόνη της, δίχως τα υπόλοιπα στοιχεία της πρότασης, αυτή η έξοδος δεν οδηγεί πουθενά.

Από την άλλη είναι αλήθεια ότι αποκλείονται με αυτήν την πρόταση ορισμένες-όχι πια όλες- δυνάμεις του πολυτασικού  ΣΥΡΙΖΑ, όμως το Μέτωπο   δεν αποτελεί  αυτοσκοπό, αλλά από τη μια στοχεύει να μας απαλλάξει αρχικά από τη θηλιά που μας έχουν κρεμάσει, έτσι ώστε να μπορούμε να κινηθούμε στοιχειωδώς ελεύθερα, από την άλλη δεν μπορεί να μην στρέφεται εναντίον εκείνων οι οποίοι είναι βασικοί υπεύθυνοι της σημερινής μας κατάστασης,  όπως είναι  η ευρωζώνη και ο ιμπεριαλιστικός οργανισμός που είναι  η  ΕΕ.

– Αποκλείοντας η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το θέμα του ενιαίου ψηφοδελτίου στις εκλογές από την επιστολή της δεν υπολείπεται των προσδοκιών της κοινωνίας που θέλει την κοινή κάθοδο της Αριστεράς στις εκλογές;

– Ο ρόλος ενός Αριστερού  κόμματος ή ενός Μετώπου όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν είναι απλώς να εκφράζει ως έχει τις «προσδοκίες της κοινωνίας», ή ακόμη την αυθόρμητη βούληση των αριστερών, αλλά παίρνοντας υπόψη του αυτή τη βούληση και γενικότερα το επίπεδο συνειδητότητας των λαϊκών δυνάμεων, να επιδιώκει να το ανυψώσει και να αναδείξει τη εν δυνάμει επαναστατικότητα που εμπεριέχει.

Επί του προκειμένου θεωρώ ότι  η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανταποκρίνεται στην υπάρχουσα κατάσταση της Αριστεράς και αποτελεί συμβολή στην μετωπική στρατηγική. Με την υπάρχουσα λοιπόν  κατάσταση η  όποια πρόταση εκλογικής συνεργασίας, θα αποτελούσε εμπαιγμό για τον ίδιο τον κόσμο που προσδοκά την κοινή κάθοδο στις εκλογές, διότι εκ των πραγμάτων αυτή είναι  μη υλοποιήσιμη τουλάχιστον στη βάση ενός προγράμματος σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

  • Τα μέσα να μην μετατραπούν ξανά σε σκοπό

– Κυβερνητική Αριστερά: Το τελευταίο χαρτί του κεφαλαίου για να επανασυγκολήσει το πολιτικό σύστημα και ταφόπλακα των επαναστατικών δυνατοτήτων ή προϋπόθεση για την νομοθετική ακύρωση Μνημονίων και δανειακών συμβάσεων κι επίσης μεταβατικό στάδιο για την επαναστατική εξουσία;

– Δεν ξέρω ποιο είναι το τελευταίο χαρτί του κεφαλαίου, διότι δυστυχώς διαθέτει ακόμη αρκετά χαρτιά. Υποστηρίζω πάντως ότι η προσπάθεια ανασύστασης μιας μη αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ή διαφορετικά μιας σοσιαλδημοκρατίας κεϋνσιανού τύπου στην εποχή μας μπορεί να λειτουργήσει ως ένα από τα αναχώματα του κεφαλαίου.

Από την άλλη κυβερνητική Αριστερά, κάθε άλλο παρά σημαίνει μόνον αντιμνημονιακή και στο βαθμό που πρόκειται για μια αντικαπιταλιστική κυβέρνηση, αυτή  μπορεί να αποτελέσει βήμα-όχι στάδιο- προς μια επαναστατική εξουσία.

– Γιατί προκηρύσσουν τώρα εκλογές ενώ έχουν ακόμη ενάμισι χρόνο για να δοκιμάσουν κάθε πιθανό κυβερνητικό συνδυασμό; Τι περιμένουν να αλλάξει;

Μέσω των εκλογών επιδιώκουν να διαμορφώσουν μια όσο το δυνατόν ευρύτερη πολιτική συναίνεση με δόλια αποσπασμένη λαϊκή βούληση, για να εφαρμόσουν τα σχέδια τους. Σε μας εναπόκειται και με την ψήφο μας -όχι μόνον ούτε κυρίως- να τους χαλάσουμε αυτά τα σχέδια.

– Δύο χρόνια σχεδόν μετά την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου κανείς πλέον δεν μπορεί να αποκλείσει να δεχθούμε στην Ελλάδα μια στρατηγική ήττα. Να περάσουν δηλαδή όλα αυτά τα μέτρα, παρά τις ηρωικές αντιστάσεις, όπως πέρασαν στη Χιλή το 1973, και σε ΗΠΑ, Αγγλία το 1980-1981. Ενώ λοιπόν μας καταργούν συλλογικές συμβάσεις, συντάξεις και πάνε τους μισθούς στα 400 ευρώ εσύ γράφεις βιβλίο για τον κομμουνισμό. Τι σημασία μπορεί να έχει και ποιόν ενδιαφέρει σήμερα μια τέτοια συζήτηση μπροστά στο δράμα που ζουν  εκατομμύρια άνθρωποι και η ίδια η Αριστερά;

Επιμένω να υποστηρίζω ότι η εφικτή αντικειμενικά σήμερα απάντηση στην αποπομπή ζωντανής εργασίας που αποτελεί το βασικό παράγοντα της κρίσης (τάση πτώσης μέσου  ποσοστού κέρδους και υπερσυσσώρευση κεφαλαίου) και που αποτελεί κατάρα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, μπορεί να μετατραπεί σε ευλογία για την ανθρώπινη χειραφέτηση, δηλαδή σε κομμουνισμό. Και αυτή η στρατηγική προοπτική πρέπει να αναδεικνύεται συνεχώς και επίμονα  έτσι ώστε η τακτική να υποτάσσεται στη στρατηγική και τα μέσα να μην ξαναμετατραπούν  σε αυτοσκοπό. Αυτό επιδιώκω με το βιβλίο μου Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς.

Βεβαίως όπως συνάγεται από όσα ανέφερα προηγουμένως μακριά από μένα η αντίληψη ή όλα ή τίποτα, που στην ουσία σημαίνει τίποτα, και η οποία στην πραγματικότητα προβάλλεται ως πρόσχημα διατήρησης μιας σεχταριστικής «καθαρότητας».

Παράγοντας όξυνσης των αντιθέσεων η ΕΕ (Πριν, 9/5/2009)

 Σε κλίμα αδιαφορίας και απαξίωσης βαδίζει η ΕΕ προς τις ευρωεκλογές (που σε καθένα από τα 27 κράτη μέλη θα διεξαχθούν από τις 4 έως τις 7 Ιούνη) όπως έδειξε έρευνα του ευρωβαρόμετρου που δημοσιεύτηκε στα μέσα Απριλίου. Βάση των ευρημάτων της μόνο ο 1 στους 3 ψηφοφόρους της ΕΕ αναμένεται να προσέλθει στις κάλπες, με αποτέλεσμα με ασφάλεια να προδικάζεται ένα νέο ρεκόρ αποχής. Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η αποχή δεν είναι αποτέλεσμα της γενικότερης τάσης υποτίμησης της πολιτικής, αλλά είναι το τίμημα που πληρώνει η ΕΕ για την ανταπόκρισή της στην κρίση. Το γεγονός, με άλλα λόγια, πως η μεγαλύτερη αποχή παρατηρείται σε εκείνες ακριβώς τις χώρες που επλήγησαν με τον πιο άγριο τρόπο από την κρίση δείχνει ότι η αποχή είναι η ενστικτώδη τιμωρία που επιβάλλουν οι λαοί στην ΕΕ, τιμωρώντας την για τα μέτρα που έλαβε ή δεν έλαβε ρίχνοντας σε κάθε περίπτωση λάδι στη φωτιά. Αρκεί να θυμηθούμε την αδιαφορία που επέδειξε η Γερμανία απέναντι στο αίτημα των ανατολικών για χρηματοδοτικές διευκολύνσεις ώστε να γίνει με ομαλό τρόπο η αναχρηματοδότηση των δανείων των εμπορικών τους τραπεζών, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να τους παραπέμψει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ή – κάτι πιο κοντινό σε εμάς – τα μέτρα λιτότητας που απαιτεί. Η απροθυμία του Βερολίνου να στηρίξει οικονομικά τις απειλούμενες χώρες συνδέεται με τις φιλοδοξίες που θρέφει η ΕΕ να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Μια διακαή και χρόνια επιθυμία, ουσιώδες κίνητρο για τη δημιουργία της ίδιας της ολοκλήρωσης, που στο έδαφος της κρίσης και του κοντέματος της αμερικανικής κυριαρχίας, κερδίζει πόντους. Θα θυσιαστούν τέτοιες βλέψεις για μια χούφτα χώρες της ανατολικής Ευρώπης; Η παραπάνω τάση – ο καθείς μόνος του – που οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ προς όφελος των περισσότερο ισχυρών κρατών, δεν μπορεί κανείς να μη δει ότι συμβαδίζει με μια άνοδο του κύρους της και των κεντρομόλων δυνάμεων, εκτός των ορίων της. Αυτό μαρτυρεί η εσπευσμένη αίτηση ένταξης στο ευρώ που θέλει να υποβάλει η Ισλανδία, η αλλαγή στάσης παραγόντων της ιρλανδικής ζωής που ζητούν νέο δημοψήφισμα για να υιοθετήσουν την αναθεωρημένη συνταγματική συνθήκη, ακόμη και η άρον – άρον ψήφιση της από τη Γερουσία της Τσεχίας την προηγούμενη εβδομάδα παρακάμπτοντας τις (υποκινούμενες από τον έντονο φιλοαμερικανισμό τους) ενστάσεις. Το επιχείρημα που προβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι ότι η ΕΕ και ειδικότερα το ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, μπορεί να αποτελέσει ομπρέλα για την αποφυγή ή τον μετριασμό των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. «Η ισχύς εν τη ενώσει» λοιπόν;

Η δημιουργία της ενιαίας αγοράς και η νομισματική ενοποίηση που επήλθε με την υιοθέτηση του ευρώ λειτούργησε προς όφελος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών καθώς διευκόλυνε την δράση του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο. Επίσης όξυνε τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων και την πίεση στο μικρό και μεγάλο κεφάλαιο να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν την έσωσε από τους τοκογλύφους

Οφείλουμε κατ’ αρχήν να αναγνωρίσουμε πως σε όλη την προηγούμενη ταραγμένη περίοδο που κορυφώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 υπήρξαν καπιταλιστικοί σχηματισμοί που δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη και άντεξαν στις νομισματικές και οικονομικές αναταράξεις πολύ καλύτερα από τα περισσότερα μέλη της ευρωζώνης. Η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, που έχουν διατηρήσει τη νομισματική τους ανεξαρτησία αν και συμμετέχουν στην ΕΕ των 27 (όχι όμως στην ευρωζώνη των 16) έδειξαν πολύ μεγαλύτερη αντοχή. Μεταφέροντας τις συγκρίσεις στο χρόνο μπορούμε επίσης να δούμε ότι το καθόλου «απελευθερωμένο» αλλά πλήρως ελεγχόμενο από το κράτος ελληνικό τραπεζικό σύστημα της δεκαετίας του ’90 και του ’80 δεν ένιωσε καμία συνέπεια από τις τραπεζικές κρίσεις εκείνης της περιόδου. Το σημερινό αντίθετα, πλήρως ενσωματωμένο στη διεθνή αγορά και «απελευθερωμένο» εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στην κρατική επιδότηση των 28 δισ. ευρώ. Ενώ, η συμμετοχή της Ελλάδας στη νομισματική ενοποίηση καθόλου δεν τη διευκόλυνε να αντιμετωπίσει με ευνοϊκούς όρους τις δυσκολίες εξεύρεσης δανειακών κεφαλαίων, ενώ κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Η δυνατότητα όμως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χρηματοδοτήσει με θετικούς όρους τα κράτη μέλη αν κάποια πρακτική συνέπεια είχε ήταν να κερδοσκοπήσουν οι εμπορικές τράπεζες οι οποίες σε ρόλο μεσάζοντα δανείζονταν από την ΕΚΤ με τα χαμηλά επιτόκια δίνοντας ως εχέγγυο τα κρατικά ομόλογα και στη συνέχεια πούλαγαν το χρήμα στο δημόσιο με τοκογλυφικούς όρους. Αυτή η ήταν η θωράκιση που προσέφερε η ΕΚΤ στο απόγειο της κρίσης. Για να επιστρέψουμε, το πρόβλημα επομένως για την Ισλανδία και τις Βαλτικές χώρες δεν εντοπίζεται στην απουσία νομισματικής θωράκισης αλλά στην παρουσία μιας φούσκας ιστορικών διαστάσεων η οποία ανέδειξε τις αντιφάσεις, έφερε στην επιφάνεια τις βαθύτερες αντινομίες του τρόπου παραγωγής μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης και παρέσυρε την οικονομία στην ύφεση. Από την άλλη οι εγκωμιαστικές αναφορές στο ευρώ, όλη αυτή την περίοδο, δεν είναι μόνο παραπλανητικές όπως δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα αλλά επίσης στερούμενες ιστορικού βάθους. Σαν κάποιος να θέλει να ξεχάσουμε τι προηγήθηκε της εισαγωγής στο ευρώ. Ευρώ δεν θα υπήρχε χωρίς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την βάρβαρη λιτότητα που εισήγαγε, χωρίς την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και την αυτονόμηση της νομισματικής πολιτικής, χωρίς την πρωτοφανή ακρίβεια και τις διψήφιες ανατιμήσεις που συνόδευσαν τη μετάβαση από τη δραχμή στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Ευρώ δεν μπορεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα χωρίς τα αντιλαϊκά και αντιαναπτυξιακά, στο βαθμό που αναγορεύουν ως απόλυτη προτεραιότητα την δημοσιονομική πειθαρχία, Προγράμματα Σταθερότητας. Η νομισματική πολιτική, πολύ πιο έντονα στις μέρες μας απ’ ότι στο παρελθόν που ήταν διαθέσιμη μια μεγαλύτερη γκάμα πολιτικών, έχει ταξικό πρόσημο και συμπυκνώνει πολιτικές ιεραρχήσεις. Ανάγεται δηλαδή σε εργαλείο ρύθμισης των ταξικών συσχετισμών και αναδιανομής. Υπό αυτή την έννοια το ευρώ δεν κυκλοφορεί ποτέ μόνο του. Το ευρώ πάνω απ’ όλα αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας διαδικασίας κατ’ όνομα ενοποίησης που επιτάχυνε την κυκλοφορία το κεφαλαίου και τη δράση των νόμων κίνησής του και όξυνε τις εσωτερικές αντιθέσεις. Πολύ περισσότερο τη δεκαετία του ’90, όταν η μια οδηγία για το άνοιγμα της αγοράς υποδεχόταν την άλλη – από τις τηλεπικοινωνίες μέχρι τις τράπεζες και από την αγορά ενέργειας μέχρι τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες για να φθάσουμε στο σημερινό αρχιπέλαγος της μίζας – αλλά ακόμη και σήμερα οι μεγαλύτερες, οι πιο στρατηγικού χαρακτήρα ιδιωτικοποιήσεις φέρνουν τη σφραγίδα της ΕΕ. Τα κέρδη που έδρεψε το ελληνικό κεφάλαιο και οι ωφέλειες που είχε δεν είναι καθόλου αμελητέες, από μόνο του ωστόσο είναι πολύ αμφίβολο αν θα είχε καταφέρει να τις επιβάλλει, ειδικά σε προγενέστερες πολιτικές συγκυρίες. Το βασικότερο ωστόσο κίνητρο και εσωτερικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης και κάθε ανάλογου εγχειρήματος (από κρατικές συνενώσεις που συντελούνται με την καταφυγή στη βία μέχρι τις νομισματικές που είναι λιγότερο καταναγκαστικές αν και εξ ίσου βίαιες) είναι η διευκόλυνση της δράσης του νόμου της αξίας. Αν ο σημερινό τρόπος παραγωγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μεγάλη παραγωγή (τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση και την επακόλουθη καταστροφή του μικρού κεφαλαίου) είναι γιατί η επέκτασή της αποτελεί την πιο «γραμμική», τη λιγότερο κοπιώδη και συγκρουσιακή μορφή ανάταξης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Τα οφέλη επομένως από το διεθνές εμπόριο είναι αναντικατάστατα. Το βεβαιώνει το γεγονός ότι η Ιαπωνία και η Γερμανία σήμερα, η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία διεθνώς, βουλιάζουν στην κρίση πληρώνοντας ένα υπόδειγμα σχηματισμού κεφαλαίου «προσανατολισμένου στις εξαγωγές», σχεδόν μόνο στις εξαγωγές, με αποτέλεσμα μόλις μετριάστηκε η ζήτησή τους να καταγράφουν ρεκόρ πτώσης βιομηχανικής παραγωγής και ΑΕΠ. Τα οφέλη του διεθνούς εμπορίου προέρχονται από τη δυνατότητα που έχουν τα κεφάλαια ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών να παράγουν χρησιμοποιώντας μικρότερες ποσότητες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, σε σχέση πάντα με την παραγωγή άλλων καπιταλιστικών κρατών που είναι αναγκασμένες να παράγουν το ίδιο ή συγγενές προϊόν χρησιμοποιώντας περισσότερο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους να αποβαίνει υπέρ του προϊόντος της ανεπτυγμένης καπιταλιστικά χώρας στον βαθμό που έχει χαμηλότερη τιμή ή ανώτερη ποιότητα – πιο συχνά δε και τα δύο – σε σχέση με το όμοιο ή παρεμφερές προϊόν της λιγότερο ανεπτυγμένης. Εν είδει παρενθέσεως πρέπει να πούμε ότι σε αντίθεση με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία που πίσω από το διεθνές εμπόριο βρίσκει τη διεθνή εξειδίκευση και καταστάσεις διπλού οφέλους και αμοιβαίου κέρδους, η πραγματικότητα είναι πως το διεθνές εμπόριο οξύνει τις διεθνείς αντιθέσεις και γεννάει νέες, μετατρέποντας το συγκριτικό πλεονέκτημα που απολαμβάνει στο εσωτερικό μιας χώρας ένα σχετικά ανώτερης παραγωγικότητας κεφάλαιο σε απόλυτο πλεονέκτημα όταν εισέρχεται στη διεθνή αγορά. Γι αυτό και η διευκόλυνση της λειτουργίας τους έχει αναχθεί σε άρθρο πίστης παλιού και νέου φιλελευθερισμού, όπως δείχνει η αναβάθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και οι ουρές που σχηματίζονται στις πύλες εισόδου του. Εμπόδιο απέναντι σε αυτή τη διαδικασία εξάπλωσης του διεθνούς εμπορίου στέκονται τα εθνικά σύνορα και ειδικότερα, οι τελωνειακοί δασμοί που τα συνοδεύουν υπηρετώντας δύο σκοπούς: να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και να αποτρέψουν τις εισαγωγές προϊόντων που απειλούν με την παρουσία τους τα εγχώρια. Και ποια άλλα είναι αυτά αν όχι τα προϊόντα εκείνα που παράγονται από χώρες με υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας; Επομένως ο ενιαίος οικονομικός χώρος στην Ευρώπη όπως έγινε πραγματικότητα με την κοινή αγορά του 1992 σήμανε την κατάθεση των όπλων άμυνας κάθε εθνικού κεφαλαίου από τον ανταγωνισμό του με τα άλλα. Η παράδοση των όπλων, η Βάρκιζα του μικρού κεφαλαίου, συντελέστηκε με την νομισματική ενοποίηση όταν τα εθνικά κράτη παραιτούνται κι από το πιο καταστροφικό μέσο που διαθέτουν, την υποτίμηση δηλαδή του εθνικού νομίσματος, η οποία χρησιμοποιεί τις συναλλαγματικές ισοτιμίες ως παραμορφωτικό φακό για να νοθεύσει τα επιβλαβή αποτελέσματα από τη σύγκριση τιμών. Έτσι όμως διαθλάται και παραβιάζεται κι ο νόμος της αξίας καθώς παύει να λειτουργεί ανεμπόδιστα. Αυτό ακριβώς είναι που καταφέρνει η νομισματική ενοποίηση: την απρόσκοπτη δράση του νόμου της αξίας, επιταχύνοντας έτσι την λειτουργία των νόμων της κεφαλαιακής αναπαραγωγής και συσσώρευσης. Η ενοποίηση της αγοράς και η δράση του νόμου της αξίας, με τις μικρότερες δυνατές τριβές, ήταν το τελικό ζητούμενο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, που αποτέλεσε τον προάγγελο της ΕΟΚ, παραμένει και σήμερα ζητούμενο της ευρωζώνης. Για να επιτευχθεί αυτή η δράση οι ιμπεριαλιστικές χώρες που ηγεμονεύουν τη διαδικασία ενοποίησης προχώρησαν (και υπό το κράτος της πίεσης που δημιουργούσε ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός την εποχή της ένταξης) στην εκχώρηση αντισταθμιστικών ωφελειών. Τέτοιας φύσης μέτρα είναι οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ προς τις μεσογειακές χώρες και ειδικά προς την Ελλάδα. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε επίπεδο ταμειακών ροών είναι ωφελημένος από την ΕΕ, όσο ελάχιστοι. Στην τελευταία έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αναφέρεται ότι οι καθαρές εισπράξεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση (απολήψεις μείον αποδόσεις) υπερβαίνουν σταθερά τα 4 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία (2006: 4,56 δισ., 2007: 4,01 δισ., 2008: 4,83 δισ. και 2009: 4,1 δισ. ευρώ).

Οικονομική ζημιά από τις σχέσεις με την ΕΕ

ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ, ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΤΙΜΗΜΑ

Οι ταμειακές εισροές ωστόσο, ακόμη κι όταν είναι τόσο παχυλές, παραπλανούν γιατί αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Στο βάθος υπάρχουν δοσοληψίες και οικονομικές αλλαγές που συντείνουν σε μια καθαρά ανισοβαρή σχέση, εις βάρος φυσικά των εργαζομένων της Ελλάδας και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Πρώτον, σε σημασία, είναι το γεγονός ότι οι αυστηρά οριοθετημένες χρονικά κεφαλαιακές μεταβιβάσεις αποτέλεσαν το υπνωτικό για τον μόνιμο και μη αντιστρεπτό ακρωτηριασμό των παραγωγικών δυνατοτήτων της Ελλάδας, όπως αυτός εκφράζεται από το συνεχώς διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα. Είναι το τίμημα που πλήρωσαν οι ιμπεριαλιστικοί σχηματισμοί εντός ΕΕ και η Γερμανία για να ενσωματώσουν την ελληνική αγορά, όπως δείχνει το γεγονός ότι το 52% των συνολικών εισαγωγών (που η αξία τους είναι σχεδόν τριπλάσια από την αξία των ελληνικών εξαγωγών) προέρχεται από την ΕΕ. Δεύτερο, οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις μπορεί να καταλήγουν σε κοινώς λεχθέντα «δημόσια έργα» κατ’ ουσία όμως αφορούν έργα υποδομής που πρωτευόντως διευκολύνουν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Είναι έργα τα οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει με χρήματα των φορολογουμένων το αστικό κράτος απαλλάσσοντας το κεφάλαιο από ένα σημαντικό κόστος, το οποίο έτσι κοινωνικοποιείται. Τρίτο, στον βαθμό που οι εθνικές χρηματοδοτήσεις είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για τις κοινοτικές δεσμεύουν δημόσιους πόρους που θα μπορούσαν να είχαν δοθεί για έργα ή πληρωμές που θα βελτίωναν το επίπεδο ζωής κοινωνικών ομάδων που βρίσκονται σε πολύ πιο επισφαλή θέση. Στην εισηγητική έκθεση του φετινού κρατικού προϋπολογισμού αναφέρεται ενδεικτικά ότι «το συνολικό ποσό των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το 2009 καθορίσθηκε στο ύψος των 8,8 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό κατανέμεται σε 5,15 δισ. για έργα που συγχρηματοδούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ και σε 3,65 δισ. για έργα που χρηματοδοτούνται αμιγώς από εθνικούς πόρους». Μεθερμηνευόμενο το τελευταίο σημαίνει πως το 58% των πόρων που κατευθύνθηκαν για δημόσιες επενδύσεις χρηματοδότησε εκείνες που είχαν επιλεγεί με τα κριτήρια της ΕΕ. Το τέταρτο στοιχείο που δείχνει τη σημασία που έχει το ταξικό πρόσημο στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ αφορά την πηγή προέλευσης των αποδιδόμενων πόρων καθώς σημαντικό μέρος τους προέρχεται από το ΦΠΑ. Πληρώνεται δηλαδή εξ ίσου απ’ όλους τους κατοίκους και φορολογουμένους (όταν δίκαιος φόρος θεωρείται εκείνος που καταβάλλεται σε όσο το δυνατόν πιο ευθεία συνάρτηση με το εισόδημα ή την περιουσία) αποτελώντας στην πράξη μια αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση προς όφελος της ΕΕ. Πέμπτο και καθόλου τελευταίο σε σημασία στοιχείο που αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των οικονομικών σχέσεων με την ΕΕ, αφορά το γεγονός ότι αυτές οι χρηματοδοτήσεις αποτέλεσαν πηγή πρωτοφανούς διαφθοράς και εξαχρείωσης. Το κακό έτσι δεν είναι απλώς ότι τα χρήματα αυτά πήγαν στην ολιγαρχία, αλλά ακόμη χειρότερα αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία μιας υπερτροφικής γραφειοκρατίας και μιας βιομηχανίας διαφθοράς και εξαγοράς συνειδήσεων, με την σιωπηρή ανοχή των ίδιων των ελεγκτικών μηχανισμών της ΕΕ πολλές φορές, που μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία επιχείρησαν να ευνουχίσουν τις λαϊκές αντιστάσεις που υπήρχαν για παράδειγμα στον αγροτικό κόσμο, αλλά όχι μόνο. Το ίδιο συνέβη και με τμήματα της μισθωτής διανόησης. 

 ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κοσμοπολίτικος αντικομμουνισμός

 ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε σαν πολιορκητικός κριός όχι μόνο για τις ιδιωτικοποιήσεις και τη χρόνια λιτότητα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι και τώρα που επιμένει στην προτεραιότητα της μείωσης των ελλειμμάτων ζητώντας νέα φορολογικά μέτρα για την επομένη των ευρωεκλογών, αλλά επίσης για τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Από τη δεκαετία του ’90 ακόμη με την Λευκή Βίβλο του Ζακ Ντελόρ, μέχρι την οδηγία Μπολκεστάιν και το νεολογισμό της ελαστασφάλειας η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάργηση των σταθερών σχέσεων εργασίας. Ο ρόλος της έγινε εμφανής ακόμη και τώρα μεσούσης της κρίσης με αφορμή τις προτροπές του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, την προηγούμενη εβδομάδα από την Πράγα για μείωση των ημερών εργασίας και αντίστοιχα των αμοιβών των εργαζομένων. Τη σφραγίδα της ΕΕ φέρουν οι αντιασφαλιστικές ανατροπές των τελευταίων δεκαετιών, με πιο κραυγαλέα την ενεργοποίηση ακόμη και του ευρωδικαστηρίου για την κατάργηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ελληνίδων γυναίκων, όπως και οι αντιεκπαιδευτικές μεταρυθμίσεις. Από την Ελλάδα μέχρι την Ισπανία τα πανό των φοιτητών κατήγγειλλαν τις αποφάσεις που λήφθηκαν από τους υπουργούς Παιδείας στη Μπολόνια και τον Κοινό Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδεσυης υποτάσσοντας την ανλώτατη παιδεία στις προτεραιότητες του κεφαλαίου. Καταλυτικός υπήρξε επίσης ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σφαίρα της ιδεολογίας και του πολιτισμού. Οι Βρυξέλλες συμπύκνωσαν τις φιλοδοξίες για κοινωνική αναβάθμιση ολόκληρων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που εκθράφηκαν στο έδαφος των κοινωνικών ανακατατάξεων. Έτσι στο πρώτο στάδιο ενσωματώθηκαν σε μια κοσμοπολίτικη άκρως επιλεκτική ευρωπαϊκή κουλτούρα που ταύτιζε το εθνικό με το παρωχημένο και το ευρωπαϊκό με το πρωτοπόρο και το ποιοτικό. Στη μετεξέλιξή της η αφέλεια έδειξε τα δόντια της όταν ακρογωνιαίος λίθος του “ευρωπαϊκού πνεύματος” έγινε η ταύτιση του φασισμού με τον κομμουνισμό, η αποθέωση των αθεράπευτων οπαδών του Χίτλερ στις Βαλτικές χώρες σαν ηρώων της δημοκρατίας. Μια ιδεολογική στροφή 180 μοιρών σε σχέση με τη δεκαετία του ’80 που αλληλοσυμπληρώνεται με το κλίμα ανελευθερίας που έχει εδραιωθεί και στην ίδια την Ευρώπη από την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001. Ας μην ξεχνάμε ότι τα καύσιμα και το ιπάμενο προσωπικό μπορεί να τα έβαζε όλα η Air CIA για τις απαγωγές υπόπτων αλλά και η ΕΕ, “λίκνο του Διαφωτισμού” κατά τα λεγόμενά τους (κι όχι φυσικά της Ιεράς Εξέτασης, του φασισμού, της αποικοκρατίας και του ιμπεριαλισμού) έβαζε την επίγεια εξυπηρέτηση. Από τα τέλη του 2001 μέχρι τα τέλη του 2005 καταγράφηκαν 1.245 τέτοιες πτήσεις σε αεροδρόμια κρατών μελών της ΕΕ. Τα καταστροφικά αποτελέσματα από την συμπόρευση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ ως προς αυτή τη Ουάσινγκτον φάνηκαν και εντός του Δεκέμβρη του 2008, όταν το πράσινο φως για την επέμβαση στη Γάζα και τη σφαγή που ακολούθησε το έδωσε η ίδια η ΕΕ που δέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων την τότε πρωθυπουργό του Ισραήλ, Τζίπι Λίβνι, αφού πρώτα αναγνώρισε στο Ισραήλ το καθεστώς του πιο ευνοούμενου κράτους. Για τους μετανάστες από την άλλη καραδοκεί η Ευρώπη φρούριο. Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η ΕΕ διαδραματίζει στρατηγικό και οργανικό, όχι απλώς πρωτοπόρο ρόλο στην αντεργατική επίθεση που είναι σε εξέλιξη τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά συνέπεια καμιά αλλαγή της σύνθεσης του (διακοσμητικού εν πολλοίς) Κοινοβουλίου ή ακόμη και των κυβερνήσεων των 27 δεν πρόκειται να σηματοδοτήσει αντίστοιχη στροφή στο πολιτικό περιεχόμενο των αποφάσεών της. Η ΕΕ, όπως ακριβώς και το αστικό κράτος είναι αδιαχώριστα από την ταξική πολιτική που υπηρετούν. Στη βάση των παραπάνω η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ερχόμενες ευρωεκλογές δεν παλεύει για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ και την αλλαγή των συσχετισμών, αλλά για την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης κατά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των κυβερνήσεων που υπηρετούν τις πολιτικές της.

Αρέσει σε %d bloggers: