Ζοφερό το μέλλον για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Δε δικαιολογούν το κλίμα ευφορίας και υψηλών προσδοκιών που δημιουργεί η κυβέρνηση για την πολιτική της τα συμπεράσματα της ετήσιας έρευνας «εισοδήματος και δαπανών νοικοκυριών» του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα. (εδώ η πλήρης έκθεση)

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η έρευνα της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την εταιρεία Marc, σε ένα πανελλαδικό δείγμα 1.006 νοικοκυριών το Νοέμβριο του 2017, και διακρίνεται για την αξιοπιστία των ευρημάτων της. Τα δε συμπεράσματα που συνοδεύουν τη δημοσίευσή της, κάθε φορά, αποτελούν μια εύστοχη και εμβριθή επισκόπηση των κυρίαρχων τάσεων που διέπουν την οικονομική συγκυρία. Κανείς επομένως δε δικαιούται να τα προσπερνά χωρίς να δίνει τη δέουσα προσοχή.

«Τα ευρήματα της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ ενισχύουν την υπόθεση της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας, της ενίσχυσης της απασχόλησης και συνακόλουθα της εγχώριας κατανάλωσης, χωρίς όμως αυτό να συνδέεται με βελτίωση του επιπέδου ευημερίας για την πλειονότητα των νοικοκυριών», τονίζει εισαγωγικά κιόλας η έρευνα. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν πλήρως αυτή τη διαπίστωση. Σύμφωνα με την έρευνα (που όσες φορές «τεσταρίστηκε» με τα επίσημα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών η σύμπτωση ήταν εντυπωσιακή) το 62% των νοικοκυριών παρουσίασε μείωση των εισοδημάτων το 2017 σε σχέση με το 2016. Η παρατηρούμενη κάμψη αντανακλάται στα ετήσια στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος Εργάνη, καθώς ο μέσος ετήσιος μικτός μισθός το 2017 ανήλθε στα 1.021,13 ευρώ. Ήταν δηλαδή χαμηλότερος από το επίπεδο του 2016, που ανήλθε σε 1.057,21 ευρώ.

Η εντεινόμενη οικονομική στενότητα δηλώνεται από πολλά ακόμη ευρήματα, όπως για παράδειγμα ότι:

  • 3,1% του πληθυσμού μόνο καταφέρνει να αποταμιεύει.
  • 14,6% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει ούτε τις βασικές του ανάγκες.
  • 16,3% δήλωσε ότι αδυνατεί να καλύψει μια έκτακτη ανάγκη πληρωμής 500 ευρώ, ενώ το 52,2% θα την κάλυπτε με μεγάλη δυσκολία.
  • 61,1% των νοικοκυριών αναγκάζονται να κάνουν περικοπές για να εξασφαλίσουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους.
  • 21,5% των νοικοκυριών έχουν 1 μέλος στην οικογένεια που εργάζεται για λιγότερα χρήματα από τον επίσημα καθορισμένο μισθό των 586 ευρώ (490 καθαρή αμοιβή).

Συνέπεια της γενικότερης δυσπραγίας είναι η αναμενόμενη διεύρυνση του αριθμού των πολιτών με ληξιπρόθεσμες οφειλές. Ήδη, στο τέλος του 2017, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των νοικοκυριών προς το δημόσιο ξεπέρασαν τα 100 δισ. (από 89 δις. ευρώ το 2016, σύμφωνα με στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημόσιων Εσόδων) δείχνοντας ότι η μείωση της ανεργίας που σημειώθηκε δεν βελτίωσε την κοινωνική ευημερία. Σε ό,τι αφορά την απασχόληση η κατάσταση παραμένει απογοητευτική καθώς το 30% των νοικοκυριών, περίπου 1 εκ. νοικοκυριά, έχουν στην οικογένειά τους 1 τουλάχιστον άνεργο, ενώ το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων ανέρχεται στο 83% του συνόλου. Τα πράγματα δε, γίνονται ακόμη χειρότερα αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι επίδομα ανεργίας λαβαίνει μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 7,3% των ανέργων, που σημαίνει ότι η ανεργία ταυτίζεται με τη φτώχεια και τη δυστυχία και η κοινωνική πολιτική με το απόλυτο κενό, όταν δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε ένα πιάτο φαΐ σε εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους!

Κοινωνική οπισθοδρόμηση

Επιστρέφοντας στα στοιχεία που σχετίζονται με την υπερχρέωση, η έρευνα τονίζει πώς «το 19,6% των νοικοκυριών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία, ενώ το 55,6% αυτών των οφειλετών έχει υπαχθεί σε κάποιου είδους ρύθμιση, ένδειξη ότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλετών βρίσκεται σε μια πάγια αδυναμία εξυπηρέτησης οφειλών και αναζητά λύσεις παρατείνοντας τους χρόνους αποπληρωμής». Στη συνέχεια τονίζεται ότι «αναμένεται να διευρυνθεί ο κύκλος των πολιτών που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές». Να σημειωθεί ότι με βάση στοιχεία της κεντρικής τράπεζας, το συνολικό ύψος των δανείων των νοικοκυριών ανέρχεται σε 89,7 δις. ευρώ, εκ των οποίων τα 64,1 δις. αφορούν στεγαστικά δάνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των νοικοκυριών ανέρχονται στο 46,1%, σχεδόν 1 στα 2!

Το αποτέλεσμα της παραπάνω κατάστασης είναι κοινωνική οπισθοδρόμηση, σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής: από την καθημερινότητα (με 1 στα 3 νοικοκυριά να δηλώνει ότι έχει καθυστερήσει να επισκευάσει οικιακή ηλεκτρική συσκευή και να κάνει σέρβις στο αυτοκίνητο και 1 στα 4 να καθυστερεί την εξόφληση των κοινοχρήστων), μέχρι την υγεία! Το 48% σχεδόν των νοικοκυριών δήλωσε στην έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ πώς ανέβαλλε ή καθυστέρησε να λάβει ιατρικές συμβουλές και θεραπείες λόγω οικονομικής αδυναμίας. Πρόκειται για ένα εύρημα που δηλώνει πώς κάτι …σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της «δημόσιας υγείας», καθώς αν οι υγειονομικές υπηρεσίες ήταν ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους τους πολίτες η ιατρική φροντίδα δεν θα συναρτούταν από την υγεία της …τσέπης. Προς επίρρωση κι ένα επιπλέον εύρημα που δείχνει ότι αυξήθηκε ο αριθμός των νοικοκυριών που δήλωσε ότι ανήλθε, για τέταρτη μάλιστα συνεχή χρονιά, η ιδιωτική δαπάνη για υγειονομική και φαρμακευτική περίθαλψη. Τι άλλο από ιδιωτικοποίηση της υγείας, έμμεση έστω και καλυμμένη, δείχνουν αυτές οι απαντήσεις;

Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα συμπεράσματα σχετικά με την οικονομική μετανάστευση, καθώς το φαινόμενο όπως διαπιστώνει η έρευνα δε φαίνεται να υποχωρεί και τείνει να λάβει χαρακτηριστικά παγίωσης. Χαρακτηριστικά, το 9% των νοικοκυριών δήλωσε ότι έχει ένα τουλάχιστον μέλος στο εξωτερικό, το 40% δήλωσε ότι θα εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο να μεταναστεύσει στο εξωτερικό αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εύρεσης εργασίας, ενώ στις νεότερες ηλικίες 18-34 ετών το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 72,3%! Οι 3 στους 4 επομένως δεν ενθουσιάζονται με την προοπτική του τέλους των Μνημονίων σε λιγότερο από έξι μήνες…

Ώριμα αιτήματα

Στη βάση των  στέρεων συμπερασμάτων κι εκτιμήσεων της τακτικής έρευνάς της, η ΓΣΕΒΕΕ διατυπώνει μια σειρά αιτημάτων ιδιαίτερα ρεαλιστικών που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον κοινωνικό ιστό και να αμβλύνουν τις οικονομικές ανισότητες, όπως αναφέρει. Ορισμένα εξ αυτών είναι:

Πρώτο, άρση των αυστηρών όρων καταβολής του επιδόματος ανεργίας για τους επαγγελματίες που έχουν βρεθεί εκτός αγοράς, με την παράλληλη διαμόρφωση ενός πλαισίου πρόνοιας και επανένταξης για τους μακροχρόνια ανέργους και επανεκκίνησης για όσους απέτυχαν επιχειρηματικά.

Δεύτερο, προστασία της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης από τους πλειστηριασμούς και τις νέες διαδικασίες κατασχέσεων. Στην έρευνα ένα ποσοστό νοικοκυριών της τάξης του 18,6%, πρακτικά το 1 στα 5, εξέφρασε φόβο για απώλεια της κατοικίας του εξ αιτίας των συσσωρευμένων υποχρεώσεων που ήδη έχουν και επιπρόσθετων επιβαρύνσεων που προκύπτουν (δανειακές, φορολογικές και άλλες).

Τρίτο, απαλοιφή των στρεβλώσεων που υφίστανται στο τραπεζικό σύστημα σχετικά με τις καταχρηστικές χρεώσεις και τις υπέρογκες συνδρομές, δεδομένου ότι δεν πρέπει να υπάρχει στην Ευρώπη άλλο τραπεζικό σύστημα πέραν του ελληνικού που να έχει κάνει πελάτη του κάθε πολίτη, θέλοντας και μη! Χαρακτηριστικά, το 77% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί πλαστικό χρήμα και e-banking για αγορά αγαθών και πληρωμή λογαριασμών. Με μετρητά προτιμά να πληρώνει μόνο το 22,8% όταν ένα χρόνο πριν υπέρ των μετρητών δήλωνε ένα ποσοστό της τάξης του 46%!

Άλλα αιτήματα που διατυπώνονται αφορούν τη διευθέτηση του ζητήματος των συσσωρευμένων οφειλών, την ενεργοποίηση και ολοκλήρωση του πλαισίου πρωτοβάθμιας υγείας, την έμφαση στην καθολική εκπαίδευση και ανάπτυξη ουσιαστικών περιγραμμάτων σπουδών και κατάρτισης και τη συγκράτηση της οικονομικής μετανάστευσης.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η έρευνα τοποθετεί τις εξελίξεις στην Ελλάδα στο ευρύτερο διεθνές οικονομικό τοπίο που διακρίνεται από την ένταση των οικονομικών ανισοτήτων. «Θα ήταν δομικό σφάλμα να αξιολογηθεί η ελληνική περίπτωση σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από αυτό που διαμορφώθηκε σε διεθνές επίπεδο την τελευταία δεκαετία», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Μνεία γίνεται στην πρόβλεψη που διατυπώνει το World Inequality Report για το 2050, στην περίπτωση που συνεχιστεί το σημερινό μοντέλο συσσώρευσης πλούτου, ότι το 50% των φτωχότερων νοικοκυριών θα κατέχει λιγότερο από 10% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το 1% των πλουσιότερων περίπου το 25% του παγκόσμιου πλούτου!

Στην περίπτωση της Ελλάδας, λάδι στη φωτιά των εισοδηματικών και κοινωνικών ανισοτήτων θα ρίξει ο αέναος στόχος των «λεόντειων» όπως χαρακτηρίζονται πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% που προβλέπονται από το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής. Στο βαθμό που το ποσοστό των πλεονασμάτων θα υπερβαίνει την οικονομική μεγέθυνση πολύ εύστοχα παρατηρεί η έρευνα ότι «οδηγεί σε απόσπαση πόρων από την πραγματική οικονομία λειτουργώντας ως τροχοπέδη στην προώθηση ενός βιώσιμου αναπτυξιακού προγράμματος, με έμφαση την κοινωνική ευημερία και τη μείωση των ανισοτήτων».

Με άλλα λόγια, κενό γράμμα η περίφημη έξοδος, ακόμη κι αν είναι …καθαρή!

Πηγή:Περιοδικό Επίκαιρα

Κερδίζοντας χρόνο, επίμετρο στο βιβλίο του Β. Στρεκ

cover-front-strek_webΕπίµετρο στο βιβλίο Κερδίζοντας χρόνο, η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού του Βόλφγκανγκ Στρεκ (Εκδόσεις Τόπος, 2016)

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Καλύτερη συγκυρία δεν θα µπορούσε να βρεθεί για να εκδοθεί στα ελληνικά το ανά χείρας βιβλίο του Γερµανού µαρξιστή Βόλφγκανγκ Στρεκ. Από τη µία η κατάσταση κατατονίας και απογοήτευσης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική Αριστερά µετά την υπογραφή, τον Αύγουστο του 2015, του τρίτου Μνηµονίου, και από την άλλη η αναµονή των αλυσιδωτών αντιδράσεων τις οποίες προκαλεί η κατάρρευση του πολιτικού συστήµατος των ΗΠΑ και είναι θέµα χρόνου να µεταφερθούν στο πολιτικό σύστηµα της Ευρώπης, προκαλώντας κλυδωνισµούς εφάµιλλους της κατάρρευσης της Λίµαν Μπράδερς, ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για την κρίση του πολιτικού συστήµατος και θέτουν επί τάπητος το πρόγραµµα της Αριστεράς. Επιβάλλουν την επανεξέταση των πιο θεµελιωδών της θέσεων: για τη δυναµική ισορροπία πολιτικής-οικονοµίας, την εκπροσώπηση και τη συµµετοχή των λαϊκών στρωµάτων στην πολιτική ζωή και, τέλος, για τη σχέση εθνικού και διεθνούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση του Στρεκ, γερά εδραιωµένη στην ευρωπαϊκή διανοητική παράδοση, σε γόνιµη επαφή µε ποικίλα ρεύµατα και –το σηµαντικότερο– χωρίς αγκυλώσεις και απαγορευµένες ζώνες στην κριτική, είναι πολύτιµη.

Η επικέντρωση στα «οικεία κακά», σε ένα βιβλίο το οποίο ασχολείται µε την τρέχουσα οικονοµική κρίση (παρέχοντας µάλιστα αναντικατάστατα εργαλεία για την κατανόηση της εξέλιξής της, όπως η θέση του Στρεκ ότι κάθε εφήµερη λύση δεν χρειάστηκε παρά µία δεκαετία για να µεταµορφωθεί σε πρόβληµα), δεν είναι αυθαίρετη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, καθηγητής Κοινωνιολογίας µε βασικές σπουδές στο Πανεπιστήµιο της Φρανκφούρτης, σε όλη την έκταση του βιβλίου κινείται µε µια θαυµαστή άνεση µεταξύ της µορφής της δηµοκρατίας και του σύγχρονου καπιταλισµού, ανατέµνοντας τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και διαπερνώντας έτσι τα τείχη που τις διαχωρίζουν στις φορµαλιστικές αναλύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, και ειδικά σε συγκυρίες όπως η σηµερινή, που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόµενα, το πολιτικό διεκδικεί τη δική του θέση…

Από τον πλούτο των ιδεών που παρατίθενται στις σελίδες του βιβλίου σε τρεις, κατά τον γράφοντα, θέσεις, όπως αναπτύσσονται αντίστοιχα στα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, αξίζει µια ξεχωριστή αναφορά στον δηµόσιο διάλογο: η άποψή του Στρεκ για την κυριαρχία του κεφαλαίου επί της πολιτικής, η εκτίµησή του για την ανταγωνιστική σχέση δηµοκρατίας-καπιταλισµού και η ανάλυσή του για την ΕΕ ως όχηµα για τη φιλελευθεροποίηση του ευρωπαϊκού καπιταλισµού.

Το κεφάλαιο επιστρέφει

Κατά τον συγγραφέα, ο οποίος πριν από τη συνταξιοδότησή του το 2014 διετέλεσε διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για τη Μελέτη των Κοινωνιών (1995-2014) και καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήµιο της Κολονίας, η Σχολή της Φρανκφούρτης αλλά και ένα ευρύτερο τµήµα της µαρξιστικής διανόησης της εποχής βρέθηκαν ανέτοιµοι να ερµηνεύσουν τη δοµική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970, γιατί προ πολλού είχαν δώσει τα πρωτεία στο πλαίσιο της ανάλυσής τους στην πολιτική επιστήµη, τη δηµοκρατική θεωρία, τη θεωρία της επικοινωνίας κ.ά., υποτιµώντας την πολιτική οικονοµία! Το πολιτικό σύστηµα και όχι το κεφάλαιο θεωρούνταν το κέντρο βάρους και η ατµοµηχανή της εξέλιξης.

∆εν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι αιτίες της πλάνης τους. Η απρόσκοπτη ανάπτυξη του µεταπολεµικού καπιταλισµού, που οδήγησε διανοούµενους και διεθνείς οργανισµούς να ανακοινώσουν το τέλος των κρίσεων, δεν µπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη τη µαρξιστική διανόηση, η οποία είχε από καιρό µάλιστα µεταφέρει την έδρα της στα πανεπιστήµια, µακριά από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και τους συλλογικούς φορείς της κοινωνίας. Τότε, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η ανοδική φορά των οικονοµικών δεικτών δηµιουργούσε τις αυταπάτες µιας απρόσκοπτης ανόδου της κοινωνικής ευηµερίας, αποτελώντας το κόκκινο χαλί για την κατίσχυση των αυταπατών.

Σχεδόν µισό αιώνα αργότερα, η εγγενής δυναµική του κεφαλαίου θεω­ρήθηκε ξανά δευτερεύον θέµα. Η τάση του προς την αντίδραση (όπως συµπυκνώνεται στην απαίτηση µείωσης των µισθών ή την καταστροφή του περιβάλλοντος στις Σκουριές και το πρώην αεροδρόµιο του Ελληνικού) υποτιµήθηκε για µία ακόµη φορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας την ψήφο του ελληνικού λαού από το 2012 µέχρι και το 2015, καλλιεργούσε τη βεβαιό­τητα στους εργαζόµενους και τον κόσµο της Αριστεράς, πως ήταν απλώς και µόνο θέµα κυβερνητικής απόφασης και ευνοϊκής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας η ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας ή η ακύρωση των µέτρων απορρύθµισης της αγοράς εργασίας. Απέκρυβε έτσι το σηµαντικότερο: ότι η περικοπή των δαπανών για την υγεία και την παιδεία, η µείωση των µισθών και η κατάργηση των συλλογικών συµβάσεων αποτελούσαν απαραίτητο όρο για την ανάταξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Στο έδαφος της πτώσης των κερδών και της εξάντλησης της δυναµικής που είχαν τροφοδοτήσει οι αθρόες χρηµατοδοτήσεις των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, οι Ολυµπιακοί Αγώνες κ.ά., ένας νέος γύρος ταξικού πολέµου, απροκάλυπτου και όχι δι’ αντιπροσώπων, ήταν µονόδροµος για τον ΣΕΒ και τους τραπεζίτες, όπως αποκάλυπταν οι εκθέσεις τους πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η κρίση. Οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαµαρά τούτη τη βαθύτερη και ζωτική ανάγκη για έναν νέο γύρο διευρυµένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξέφραζαν όταν υπέγραφαν το ένα µνηµόνιο µετά το άλλο – πέραν της άµεσης ανάγκης διαχείρισης της εν εξελίξει κρίσης χρέους, ακυρώνοντας τις προγραµµατικές δεσµεύσεις τους κι επιλέγοντας να περάσουν στην πολιτική ανυποληψία, εφαρµόζοντας πολιτικές πρωτοφανούς για τα ευρωπαϊκά δεδοµένα και δρακόντειας λιτότητας.

Στον αντίποδα της κριτικής της πολιτικής της λιτότητας ως µιας ανόη­της ιδέας ανιστόρητων πολιτικών και δογµατικών καθηγητών, που αν κάτι χρειάζεται είναι να αντικρουστεί ως αναποτελεσµατική, ο συγγραφέας Mark Blyth στο εξαιρετικό βιβλίο του Λιτότητα, η ιστορία µιας επικίνδυνης ιδέας (Αθήνα: Pandora books, 2014) δεν παραλείπει να τη συνδέσει µε υλικά συµφέροντα, αφού πρώτα έχει αποδείξει πως η συµβολή της στην προώθηση της µείωσης του δηµόσιου χρέους µπορεί να συγκριθεί µε τη συµβολή της Χρυσής Ορδής των Μογγόλων στην προώθηση της ιππικής δεξιοτεχνίας στους Ολυµπιακούς Αγώνες: «Η εµµονή για την εφαρµογή της λιτότητας δεν είναι απλώς ιδεολογική, παρόλο που υπάρχει και αυτό το στοιχείο. Υπάρχουν και υλικοί λόγοι για τη συνεχιζόµενη εφαρµογή της λιτότητας, ιδίως στην Ευρώπη: η δηµιουργία χώρου στους ισολογισµούς των χωρών, σε περίπτωση που µια τράπεζα που είναι πολύ µεγάλη για να διασωθεί, καταρρεύσει» (σ. 324-325). Η λιτότητα, εποµένως, δεν είναι παρά η κυρίαρχη µορφή αντιµετώπισης της κρίσης, η συνταγή που επιλέγεται για να ξεπεραστεί η δοµική κρίση που κλυδωνίζει τις δυτικές κοινωνίες από το 1970, δηµιουργώντας σε πολύ αδρές γραµµές αλλεπάλληλες µεταστάσεις: από τη σφαίρα της παραγωγής υλικών και άυλων αγαθών, στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα και από εκεί στα δηµόσια οικονοµικά, όπου το έγκληµα έγινε τέλειο µε τον λογαριασµό να µετακυλίεται στους εργαζόµενους και τους φορολογούµενους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή ακόµη που διεκδικούσε την ψήφο των αριστερών και όχι µόνο (ήταν δηλωτικές, για παράδειγµα, της µετέπειτα πορείας του οι εκκλήσεις σχηµατισµού κυβέρνησης εθνικής ενότητας από το 2013 και το 2014), περιόρισε και αφυδάτωσε µέχρι να διαστρέψει τελικά τον αγώνα κατά της λιτότητας, σε µια κοινοβουλευτική αντιπαράθεση κατά του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας τα σκήπτρα στον παραδοσιακό χώρο της σοσιαλ­δηµοκρατίας, της Ν∆ και εναντίον της Μέρκελ. Το αποτέλεσµα αυτής της µάχης είχε κριθεί εποµένως πολύ πριν από τις 14 Αυγούστου 2015, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπέγραφε την τρίτη δανειακή σύµβαση µε τους πιστωτές (ύψους έως 86 δισ. ευρώ) και το τρίτο Μνηµόνιο, που αποδείχθηκε πιο επιβλαβές για τα κοινωνικά συµφέροντα από όλα τα προη­γούµενα. Προς επίρρωση, η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ (από την κινεζική Κόσκο) των 14 περιφερειακών αεροδροµίων (από την κοινοπραξία της γερµανικής Φραπόρτ µε τον Όµιλο Κοπελούζου), του πρώην αεροδροµίου του Ελληνικού (από τον όµιλο Λάτση) και κορωνίδα όλων η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τον ∆εκέµβρη του 2015, που σηµατοδότησε την οριστική απώλεια ελέγχου στο µετοχικό τους κεφάλαιο εκ µέρους του ∆ηµοσίου, µεταξύ πολλών άλλων που φέρνουν στην επιφάνεια τις κοινωνικές δυνάµεις που επέβαλαν την πολιτική της λιτότητας, τοποθετώντας εκ νέου τον χώρο της κυρίαρχης πολιτικής στην πραγµατική του θέση ως υπηρέτη των αστικών συµφερόντων. Η λαϊκή βούληση και ο ενθουσιασµός που συνόδευσαν τη νίκη του «Όχι» στο δηµοψήφισµα της 5ης Ιουλίου 2015, µε 61,3%, θεωρήθηκαν για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια βαρίδια.

Βλάπτει η δηµοκρατία

Η συνέχιση της πολιτικής της λιτότητας, όπως συνοψίζεται στην επιδίωξη πρωτογενών πλεονασµάτων του κρατικού προϋπολογισµού µέσω της αύξησης των φόρων και της µείωσης των συντάξεων, που επιφέρει νέους φόρους και περικοπές, δεν θα µπορούσε να υλοποιηθεί σε ένα πολιτικό περιβάλλον άνθησης της δηµοκρατίας και της λαϊκής συµµετοχής. «Ο νεο­φιλελευθερισµός είναι ασύµβατος µε ένα δηµοκρατικό κράτος», τονίζει ο συγγραφέας ανατρέποντας µε έναν πλούτο επιχειρηµάτων την κυρίαρχη θεωρία ότι η δηµοσιονοµική κρίση είναι αποτέλεσµα της υπερβολικής δηµοκρατίας, η οποία εκφράζεται µέσα από την υλοποίηση λαϊκών αιτηµάτων που οδηγούν στη δηµοσιονοµική υπερεπέκταση.

Αυτή η ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη, που µπορεί να συνοψιστεί στη ρήση «η δηµοκρατία βλάπτει», ουκ ολίγες φορές αποτέλεσε οδηγό δράσης και αιτιολογική βάση το δεύτερο εξάµηνο του 2015 και το πρώτο εξάµηνο του 2016. Από τη µακρά αλυσίδα κοινοβουλευτικών πραξικοπηµάτων και συνταγµατικών παραβιάσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεχωρίζουν: Πρώτο, η ψήφιση τόσο του Μνηµονίου Τσίπρα στις 14 Αυγούστου 2015 όσο και των πολυνοµοσχεδίων µε τα οποία απελευθερώθηκε µέρος της δεύτερης δόσης τον Μάιο του 2015 µε τη διαδικασία του κατεπείγοντος στη Βουλή και πάντα την τελευταία στιγµή, χωρίς καν οι βουλευτές να έχουν τον χρόνο να διαβάσουν τι ψηφίζουν. «Η ιδιόρρυθµη αυτή κατάσταση ανάγκης καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί ως διαρ­κής κατάσταση contra constitutionem εξαίρεσης», έγραφε ο Γ. Κατρούγκαλος όταν το δίληµµα «Μνηµόνιο ή χρεοκοπία» το έθεταν ΠΑΣΟΚ και Ν∆ (Η κρίση και η έξοδος, Αθήνα: Α. Α. Λιβάνη, 2012). Και συµπλήρωνε αµέσως µετά: «Αποτελεί όρο υπεράσπισης του νοµικού και πολιτικού µας πολιτισµού η απόρριψη των θέσεων αυτών». Θέσεις τις οποίες στη συνέχεια εφάρµοσε µε µαχητικό τρόπο ο ίδιος από τη θέση του κορυ­φαίου υπουργού της κυβέρνησης Τσίπρα, πασχίζοντας να γίνει ο καλύτερος µνηµονιακός µαθητής και ας είχε καταγγείλει και στηλιτεύσει µόλις πριν από λίγους µήνες τις ίδιες αντιδηµοκρατικές µεθόδους, κάνοντας λόγο για «µνηµονια­κό παρακράτος».

Κορυφαία, ωστόσο, στιγµή του αντιδηµοκρατικού κατήφορου που συνόδευσε την αριστερή θεραπεία του σοκ ήταν ο «δηµοσιονοµικός κόφτης», ο οποίος ψηφίστηκε τον Μάιο του 2016. Η αλήθεια είναι πως η υιοθέτηση αυτόµατου µηχανισµού περικοπών, ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περίπτωση αποκλίσεων από τους δηµοσιονοµικούς στόχους, προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο ∆ηµοσιονοµικό Σύµφωνο που ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2012. Επιβλήθηκε από την ΕΕ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανέλαβε ωστόσο το πολιτικό κόστος να ψηφίσει νόµο βάσει του οποίου σε περίπτωση που δεν υλοποιείται ο στόχος του δηµοσιονοµικού πλεονάσµατος, θα εκδίδεται προε­δρικό διάταγµα που θα ανακοινώνει τις δηµοσιονοµικές περικοπές, χωρίς καν να ερωτηθεί η Βουλή ή να έχει άποψη για το τι θα κοπεί. Ο «δηµοσιο­νοµικός κόφτης» εγγυάται στους πιστωτές τη δυνατότητα της Ελλάδας να αποπληρώνει τις δανειακές της υποχρεώσεις στο διηνεκές. Η εγγύηση αυτή ωστόσο παρέχεται µε αντάλλαγµα την υποβάθµιση, για πολλοστή φορά, της νοµοθετικής εξουσίας, η οποία παρακάµπτεται και οδηγείται στην αχρηστία, γιατί πιθανά κρίνεται ως ευάλωτη και ευεπίφορη στις σειρήνες των λαϊκών ή «λαϊκίστικων» πιέσεων, προς επιβεβαίωση της θέσης του Jacques Ranciere, ότι «το σούσουρο για τους θανάσιµους κινδύνους του λαϊκισµού αποσκοπεί στη θεωρητική θεµελίωση της ιδέας ότι δεν έχουµε άλλη επιλογή» (Τι είναι λαός; Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. Συµµετοχή στις εθνικές εκλογές
 1
 

Η διάψευση των προσδοκιών που δηµιούργησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ µετά τη συµφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015, για πρώτη φορά, και η στροφή 180 µοιρών της κυβέρνησης µετά το θεαµατικό αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος οδήγησαν και στην Ελλάδα στο φαινόµενο που αναδεικνύει στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Βόλφγκανγκ Στρεκ: την εκλογική αποχή ως µια µορφή προφανώς παθητικής πολιτικής διαµαρτυρίας. Έτσι, στις εκλογές του Σεπτεµβρίου του 2015, η συµµετοχή έφτασε στο χαµηλό ποσοστό του 56,16%, καταγράφοντας αρνητικό ρεκόρ για τις τελευταίες δεκαετίες. Η σταθερή δε µείωση της συµµετοχής στις εθνικές εκλογές τα τελευταία 20 χρόνια, όπως φαίνεται στο διάγραµµα που παραθέτουµε, ακολουθεί πιστά τη σκλήρυνση της επίσηµης πολιτικής (µε κορυφή του παγόβουνου όλους τους πολιτικούς να καταδικάζουν τον… επάρατο πολιτικό κύκλο ως αιτία οικονοµικού πισωγυρίσµατος) προς επίρρωση της αρνητικής συσχέτισης της πολιτικής της λιτότητας µε τη δηµοκρατία. Φάνηκε έτσι ότι όπως η αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας και η µείωση των µισθών (µε τον Νοέµβριο του 2015 να αποτελεί σηµείο τοµής, καθώς για πρώτη φορά ο µέσος µεικτός µισθός του ιδιωτικού τοµέα υποχώρησε κάτω από τα 1.000 ευρώ για να διαµορφωθεί στα 974 ευρώ ή 792 καθαρά) δεν στρέφει τους εργαζόµενους στην επιλογή του αγώνα, έτσι και η κοινοβουλευτική διάψευση δεν οδηγεί στην απόρριψη του κοινοβουλευτισµού από τη σκοπιά της άµεσης έστω και όχι κατ’ ανάγκην της εργατικής δηµοκρατίας, αλλά στην παθητικοποίηση, την απόσυρση και την εγκατάλειψη κάθε ελπίδας αλλαγής µέσω της ίδιας λαϊκής συµµετοχής, ακόµη και της πιο τυπικής και επετειακής, όπως είναι η ψήφος στις εκλογές.

Συστατικό στοιχείο των συµµαχιών της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί και η ταξικά µεροληπτική φορολογική πολιτική. Στην Ελλάδα, όµως, παρατηρείται ένα παράδοξο, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Πράγµατι, το ποσοστό της φορολογίας στο σύνολο του ΑΕΠ, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, είναι από τα χαµηλότερα στην Ευρώπη. Μπορούµε λοιπόν αδροµερώς να υποστηρίξουµε ότι «οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους»; Μάλλον όχι, γιατί όσο περισσότερο αναλύουµε τη σύνθεση των φορολογικών εσόδων, τόσο πιο εµφανές γίνεται ότι το παραπάνω συµπέρασµα ταιριάζει σε µια µικρή µειοψηφία που απολαµβάνει υποδείγµατα φορολόγησης εξωτικού παραδείσου, ενώ η πλειονότητα εντάσσεται στο φορολογικό σύστηµα ακολουθώντας πρότυπα Σκανδιναβίας. Αξίζει να δούµε τρία παραδείγµατα.

Το πρώτο αφορά τους εταιρικούς φόρους. Η διαχρονική εξέλιξη της συµµετοχής των ανώνυµων εταιρειών στα φορολογικά έσοδα δεν απέχει καθόλου από το ευρωπαϊκό «κεκτηµένο». Εν ολίγοις, σταδιακή απόσυρση! Μάρτυρας η σταθερή µείωση των πραγµατικών φορολογικών συντελεστών από το 2010 έως το 2014 κατά 6,3% στην ΕΕ των 28 και 5,7% στην Ευρωζώνη των 19 κρατών-µελών. Ορίστε ποιος είναι ο φυσικός αυτουργός της τρέχουσας δηµοσιονοµικής κρίσης: οι ανώνυµες εταιρείες που µεταφέρουν στο κράτος την κρίση, πληρώνοντας όλο και λιγότερους φόρους. Ο ελληνικός ιδιωτικός τοµέας ωστόσο πλειοδοτεί σε «ευρωπαϊσµό». Κατά 20 (!) ποσοστιαίες µονάδες, στο ήµισυ, µειώθηκε ο φορολογικός συντελεστής των ανωνύµων εταιρειών στην Ελλάδα από το 2010 ως το 2012, όπως φαίνεται παραστατικά και στο διάγραµµα που παραθέτουµε. Η µειωµένη συµβολή των ΑΕ στη φορολογία στην Ελλάδα, σε σχέση µε την υπόλοιπη Ευρώπη, αντανακλάται επίσης και στο ποσοστό των εταιρικών φόρων στο ακαθάριστο προϊόν: 1,3% του ΑΕΠ ήταν οι εταιρικοί φόροι στην Ελλάδα το 2013, 2,5% στην ΕΕ και τη Γερµανία! (Πηγή: Taxation trends in the European Union, Eurostat Statistical Book, 2015 edition). Κυµαινόταν δηλαδή σε διπλάσια ποσοστά, προς διάψευση των κοινοτοπιών περί κρατικών εµποδίων που δυσχεραίνουν την τέχνη του επιχειρείν στην Ελλάδα. Στην Ευρώπη τα φορολογικά «εµπόδια» είναι µεγαλύτερα.

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 2.  Φορολογικός συντελεστής Ανώνυµων Εταιρειών
 2
Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων του υπουργείου Εσωτερικών.

Το δεύτερο παράδειγµα αφορά τους έµµεσους φόρους, οι οποίοι ανέκαθεν αποτελούσαν τον πιο ευαίσθητο δείκτη της προοδευτικότητας ενός φορολογικού συστήµατος. Έτσι, η υψηλή έµµεση φορολογία πρόδιδε δυσανάλογα σοβαρή επιβάρυνση των λαϊκών στρωµάτων προς όφελος της ελίτ, ακυρώνοντας την αρχή της αναλογικότητας του φόρου, ενώ αντιθέτως η χαµηλή έµµεση φορολογία δήλωνε την προστασία των χαµηλότερων εισοδηµατικών στρωµάτων από ένα είδος ισοπεδωτικού φόρου που επιβάλλεται ανεξάρτητα του ύψους του µισθού, της σύνταξης ή της περιουσίας. Στην Ελλάδα, το µερίδιο των έµµεσων φόρων στο ακαθάριστο προϊόν ανερχόταν το 2013 στο 13,4%, όταν στη Γερµανία έφτανε το 11%. Η έµµεση φορολογία των πολλών, εποµένως, έρχεται να καλύψει το κενό που δηµιουργεί η µειούµενη φορολογία των ανωνύµων εταιρειών. Μάλιστα, το βασικό χαρακτηριστικό των φόρων που πληρώνουν οι πολλοί (ότι δεν µπορούν να κρύψουν τα εισοδήµατά τους) ώθησε την ελληνική κυβέρνηση και τους πιστωτές να αυξήσουν την έµµεση φορολογία µε το Μνηµόνιο Τσίπρα. Ως αποτέλεσµα, τον Ιούνιο του 2016, και µε βάση στοιχεία της Γενικής Γραµµατείας ∆ηµόσιων Εσόδων, το 61% των φορολογικών εσόδων προήλθε από έµµεσους φόρους (και το 39% από άµεσους), όταν ένα χρόνο πριν, τον Ιούνιο του 2015, η συµµετοχή των έµµεσων φόρων ήταν 56% και των άµεσων 44%! Να σηµειωθεί δε πως, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισµού για το 2016, καµία µα καµία χρονιά από το 2010 δεν έφτασαν οι έµµεσοι φόροι σε τόσο υψηλά επίπεδα, της τάξης του 61%.

Το τρίτο, ακόµη πιο αποκρουστικό και προκλητικό παράδειγµα φορολογίας δύο ταχυτήτων αφορά τα προνόµια που απολαµβάνει ο σκληρός πυρήνας του βαθέος ελληνικού κράτους, που επιδεικνύει τροµερή αντοχή απέναντι σε κρίσεις και υφέσεις, µε την ανοχή µάλιστα της Τρόικας, η οποία φαίνεται ότι έµαθε πολύ γρήγορα τα «βρόµικα µυστικά» της ελληνικής ολιγαρχίας. Εν συντοµία: Τι απέγινε η δέσµευση του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στις προγραµµατικές που ακολούθησαν την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 για πάταξη του λαθρεµπο­ρίου καυσίµων, όταν αποκάλυψε ότι το δηµόσιο χάνει σχεδόν 2 δισ. ευρώ ετησίως από το λαθρεµπόριο καυσίµων και τσιγάρων; Κι ενώ η συγκάλυψη του λαθρεµπορίου συνεχίζεται, στην Ελλάδα, µε βάση στοιχεία της Γιούροστατ, πληρώνουµε την τέταρτη ακριβότερη αµόλυβδη βενζίνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, µε τα δύο τρίτα της τιµής της να αντιπροσωπεύουν φόρους. Ποια ήταν η τύχη των (αστικοδηµοκρατικού, ούτε καν αριστερού χαρακτήρα) δεσµεύσεων για τον διαχωρισµό Εκκλησίας-κράτους, που θα εξορθόλογιζε και το φεουδαλικό καθεστώς απαράµιλλης και θεσµοθετηµένης φοροαποφυγής της; Προφανώς πρυτάνευσε η δέσµευση για συνέχεια του κράτους, µε αποτέλεσµα στη …χριστιανική δηµοκρατία της Ελλάδας, εν µέσω δηµοσιονοµική κρίσης, ως φορολογούµενοι να πληρώνουµε περισσότερους ιερείς παρά γιατρούς. ∆εν είναι υπερβολή! Με βάση τα στοιχεία που δηµοσιεύονται στο Μητρώο Ανθρώπινου ∆υναµικού Ελληνικού ∆ηµοσίου, το 2015 οι ιερείς που πληρώναµε ανέρχονταν σε 9.298 και οι γιατροί του Εθνικού Συστήµατος Υγείας σε 7.271. Η επί της γης βασιλεία των ρασοφόρων παραµένει ακλόνητη ακόµη και αν στους γιατρούς του ΕΣΥ προσθέσουµε και τους µόλις 800 γιατρούς των Κέντρων Υγείας. Και σε ό,τι αφορά τη φορολογική ασυλία των εφοπλιστών; Στο απυρόβλητο παραµένουν τα προνόµια τους, καθώς η συνταγµατική ισχύς των σχετικών νόµων (2687/53, 89/67, 378/68, 27/75, 814/78 κ.ά.) και κυρίως η απροθυµία των κυβερνήσεων να εντάξουν την κατάργηση των επίµαχων νόµων σε κάποια συνταγµατική αναθεώρηση διαιωνίζουν το µόνιµο καθεστώς φορολογικής εξαίρεσης το οποίο ενθαρρύνει τις συνεχείς απαιτήσεις τους για µείωση των οργανικών συνθέσεων στα πλοία, η οποία τροφοδοτεί την ανεργία και αυξάνει την ανασφάλεια. Ειλικρινά δύσκολο να εξηγήσει κάποιος ότι τα οφέλη από τη φοροαποφυγή των εφοπλιστών µετατρέπονται σε νέες θέσεις εργασίας των ναυτικών.

Εν κατακλείδι, η εκτίµηση ότι οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους δεν είναι καν η µισή αλήθεια, που ενίοτε αποτελεί πλάνη…

Η ελληνική περίπτωση κατά τα άλλα επιβεβαιώνει ότι η δηµοσιονοµική κρίση δεν είναι αποτέλεσµα της «πολλής δηµοκρατίας». Είναι σύµπτωµα της έλλειψης δηµοκρατίας. Ενώ η συνταγή που µε τόση ευκολία και άλλη τόση επιµονή χορηγεί η ΕΕ, µέσω της Τρόικας, οξύνει και την κρίση της δηµοκρατίας, µε την υφαρπαγή ψήφου και την εξαπάτηση των ψηφοφόρων να αναδεικνύονται σε µετεκλογική σταθερά του ελληνικού κοινοβουλευτισµού ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, αλλά και την κρίση χρέους που συνεχίζεται αµείωτη. Μάρτυρας η εκτίναξη του δηµόσιου χρέους στα 328,3 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2016 (από 272,3 δισ. το 2009 και 321 το 2015), εξαιτίας της εκταµίευσης της δόσης ύψους 7,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, η οποία κυρίως κατευθύνθηκε στην αποπληρωµή των οµολόγων του ελληνικού δηµοσίου που κατέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Για πολλοστή φορά µας δάνεισαν για να τους ξεπληρώσουµε το χρέος µε το κόστος να µεταφέρεται στις επόµενες γενιές και το όφελος να το καρπώνονται οι θεσµικοί πιστωτές, που αυθαίρετα εξαιρέθηκαν από το «κούρεµα» του 2012, όπως η ΕΚΤ.

ΕΕ, το ιδεώδες του Χάγιεκ

Η σπουδαιότερη συµβολή, ωστόσο, του Βόλφγκανγκ Στρεκ στο ανά χείρας βιβλίο αφορά την ιδεολογική απονοµιµοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Σταµατήστε να αναζητάτε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού την υλοποίη­ση του οράµατος του θεµελιωτή του νεοφιλελευθερισµού, Φρίντριχ φον Χάγιεκ, µη συνεχίζετε να αναπαράγετε µύθους που σκόρπισε αφειδώλευτα ο ελληνικός αστισµός περί ΕΕ – κοιτίδας και θεµατοφύλακα της δηµοκρατίας, συνεπικουρούµενος από µια παροιµιώδους ρηχότητας αριστερή σκέψη, ευρωκοµµουνιστικών καταβολών, που στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου υπό την ηγεµονία της Γερµανίας βόλεψε και τις δικές του διεθνιστικές κατ’ όνοµα κοσµοπολίτικες στην πράξη επαγγελίες», είναι το µήνυµα και η αναντικατάστατη συνεισφορά του Στρεκ, στη συζήτηση που εκ των πραγµάτων ανοίγει.

Αποδεικνύοντας ο Στρεκ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί την υλοποίη­ση του πιο πρωτόγονου φιλελεύθερου οράµατος για έναν κόσµο χωρίς «ενοχλητικές» πολιτικές παρεµβάσεις και άλλα «παρωχηµένα» εµπόδια στη δράση των αγορών, φέρνει στην επιφάνεια ένα φιλόδοξο ιδεολογικό ρεύµα στον µαρξισµό, το οποίο επιλέγει να συγκρουστεί µε τα «ιερά και τα όσια» της κυρίαρχης ιδεολογίας. ∆είχνει ότι ο συνεπής αντι-νεοφιλελευθερισµός (που δεν χρησιµοποιείται ως ιδεολογική και πολιτική φυγοδικία µπροστά στους σηµερινούς συσχετισµούς) δεν µπορεί παρά να στρέφεται κατά της ΕΕ, αµφισβητώντας τον γενετικό της κώδικα, και να θεωρεί ακόµη και αναφαίρετο δικαίωµα ενός κυρίαρχου κράτους τη νοµισµατική υποτίµηση, όπως τεκµηριώνει ο Στρεκ στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του. Είναι µια προβληµατική που τίθεται εξίσου καθαρά και από τον Γάλλο οικονοµολόγο Φρεντερίκ Λορντόν, ο οποίος χαρακτηρίζει το εγχείρηµα µετασχηµατισµού του ευρώ και την υπόθεση ενός «άλλου εφικτού ευρώ» ως «χίµαιρες που αφού διαδοχικά διαψεύδονται, δεν οδηγούν παρά σε αδιέξοδο και πολιτική αποκαρδίωση» (Φρεντερίκ Λορντόν, Σκοτώνουν τους Έλληνες, Αθήνα: Εκδ. Τόπος, 2016).

Στον αντίποδα αυτής της θέσης, απόψεις που άφηναν ανοιχτό στην πολιτική παρέµβαση τον προσανατολισµό της ΕΕ, διακηρύσσοντας ότι είναι απλώς θέµα εκλογικών αποτελεσµάτων και άσκησης πιέσεων, πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της στροφής του ΣΥΡΙΖΑ. ∆εδοµένου δε ότι οι πιέσεις που µπορεί να ασκήσει η Ελλάδα, ακόµη κι αν υποθέσουµε ότι ήταν ανοιχτό το ενδεχόµενο της ρήξης, κάθε άλλο παρά συγκρίσιµες είναι µε αυτές που µπορεί να ασκήσει η Γερµανία… Ενδεικτικό της ευρω-σκλήρυνσης της ελληνικής διανόησης είναι το ακόλουθο απόσπασµα: «Οι όροι ένταξης και συµβίωσης είναι αντικείµενο διεκδίκησης και αποτέλεσµα διαπραγµάτευσης. Αυτό πολύ περισσότερο ισχύει στο πλαίσιο της ΕΕ και της Ευρωζώνης» (Γ. ∆ραγασάκης, «Από τα Μνηµόνια στην ανασυγκρότηση και τον ριζικό µετασχηµατισµό της ελληνικής κοινωνίας». Στο: Κυβέρνηση της Αριστεράς: ∆ρόµος για το µέλλον ή παρένθεση; Αθήνα: Τόπος, 2013). Η εξέλιξη των πραγµάτων το δραµατικό καλοκαίρι του 2015, όταν ο Γιουνκέρ δήλωσε δηµοσίως ότι «δεν υπάρχουν δηµοκρατικές επιλογές ενάντια στις ευρωπαϊκές συνθήκες» έδειξε όχι µόνο την ορθότητα της ανάλυσης του Στρεκ (που γράφτηκε το 2013), αλλά και τον προσχηµατικό χαρακτήρα της προεκλογικής αοριστολογίας του Γ. ∆ραγασάκη (που γράφτηκε τον ίδιο χρόνο…).

Το µεγάλο παράδοξο των ηµερών µας είναι ότι η προώθηση των σχεδίων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και η αδιαµαρτύρητη αποδοχή των όρων που θέτουν οι πιστωτές στην Ελλάδα (για τα δηµοσιονοµικά, τις εργασιακές σχέσεις, τα κυριαρχικά δικαιώµατα κ.ά.) δεν αποµακρύνει την κρίση αλλά τη φέρνει πιο κοντά, πιθανότατα αλλάζοντας µορφή, προς επίρρωση της κεντρικής θέσης του Στρεκ, ότι κάθε υποτιθέµενη λύση που έως τώρα προκρίθηκε δεν άργησε να µετασχηµατιστεί σε πρόβληµα. Και δεν αναφερόµαστε στην πολυε­πίπεδη κοινωνική κρίση όπως βεβαιώνεται από την αύξηση της ανεργίας (από 9,6% το 2009 σε 24,9% το 2015), την επέκταση της φτώχειας (αύξηση του ποσοστού των ατόµων που ζουν µε υλικές στερήσεις από 23% το 2009 σε 39,9% το 2015), την επιδείνωση της κατάστασης υγείας του πληθυσµού (44,3% του πληθυσµού να δηλώνει καλή κατάσταση υγείας το 2015, από 51,3% το 2009) και την ανατροπή του ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων (από πλεονασµατικό κατά 9.617 το 2009 σε ελλειµµατικό κατά 28.801 το 2015).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.  Πρόβλεψη αύξησης του ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ και σε χώρες µη µέλη του ΟΟΣΑ

 3
Πηγή: OECD, Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper

Αλλά στην αδυναµία του καπιταλισµού να εξασφαλίσει συνθήκες διευ­ρυµένης αναπαραγωγής, µε όλες τις προβλέψεις να προδικάζουν ότι η µεγέθυνση του µέλλοντος θα είναι σαθρή, αναιµική και κυρίως κοινωνικά αντιδραστική, χωρίς δηλαδή να παράγει «κοινωνικό µέρισµα», όπως συνέβαινε µε τη µεταπολεµική ανάπτυξη που αύξανε το βιοτικό επίπεδο τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Εκ των πλέον έγκυρων µαρτύρων ο ΟΟΣΑ, που σε πρόσφατη έκθεσή του (Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper) πρόβλεψε ότι η µεγέθυνση τα επόµενα πενήντα χρόνια, όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραµµα, θα είναι ασθενική και θα βαίνει διαρκώς µειούµενη…

Αύγουστος 2016

Για πάντα στο δωμάτιο ο ελέφαντας της παγκοσμιοποίησης

elephΝα δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα επιχείρησε η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, στις 13 Σεπτεμβρίου 2016 μιλώντας στο Τορόντο του Καναδά. Τίτλος της ομιλίας, που έγινε προς τιμήν της καναδής οικονομολόγου Σίλβια Όστρι, ήταν «κάνοντας την παγκοσμιοποίηση να δουλέψει για όλους».

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αφορμή για την ανάλυσή της, όσο κι αν δεν ειπώθηκε, στάθηκαν οι αυξανόμενες φωνές διαμαρτυρίες για τις ανισότητες που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση. Οι συζητήσεις κορυφώθηκαν τους τελευταίους μήνες με αφορμή τη νίκη των οπαδών της εξόδου στο δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην ΕΕ και τα υψηλά ποσοστά που δίνουν οι δημοσκοπήσεις εν όψει των αμερικανικών εκλογών στον υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών, Ντόναλντ Τραμπ. Το κοινό στοιχείο πίσω από τα δύο αυτά αποτελέσματα βρίσκεται στη δυσφορία του εκλογικού σώματος για τις επιπτώσεις στους μισθούς, την ανεργία και τις συνθήκες απασχόλησης από το άνοιγμα των οικονομιών. Με άλλα λόγια πώς η περιβόητη παγκοσμιοποίηση μείωσε τους μισθούς, αύξησε την ανεργία και οδήγησε σε επέκταση της προσωρινής, ελαστικής και ανασφάλιστης εργασίας. Αποκλείεται να βρεθεί κοινός θνητός που να μην έχει να διηγηθεί τουλάχιστον ένα σχετικό περιστατικό.

Το ευχάριστο είναι πώς η σχετική συζήτηση πυροδοτήθηκε πολύ πρόσφατα, το 2012, με αφορμή την μελέτη του οικονομολόγου Μπράνκο Μιλάνοβιτς που δημοσιεύτηκε υπό μορφή κειμένου εργασίας της Παγκόσμιας Τράπεζας το οποίο «ονομάτιζε» τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης. Εν ολίγοις απώλεια στα εισοδήματά τους είδαν όσοι συμπεριλαμβάνονται στο 55% έως 80% της εισοδηματικής κατανομής. Πρόκειται για τα μεσαία στρώματα, που κατοικούν κυρίως στις ανεπτυγμένες χώρες του ΟΟΣΑ. Στο διάγραμμα που παραθέτουμε και χαρακτηρίστηκε ως το πιο ισχυρό διάγραμμα της τελευταίας δεκαετίας και σύντομα μάλιστα χαρακτηρίστηκε ως «διάγραμμα του ελέφαντα» λόγω του σχήματος του, προκαλούν εντύπωση τα τρομερά κέρδη που καταγράφει το ανώτερο εισοδηματικό στρώμα, το περίφημο 1%, που εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο μεγάλος κερδισμένος της παγκοσμιοποίησης. Η βελτίωση της θέσης του αναπαρίσταται γραφικά  με μια σχεδόν κάθετη ανοδική ευθεία!

Δεν είναι το 1% που …νομίζετε

Η Λαγκάρντ λοιπόν, ξέροντας τη σχετική συζήτηση, καταθέτει τη δική της άποψη για το πώς η παγκοσμιοποίηση θα δουλέψει για όλους, κι όχι μόνο για το 1% όπως συμβαίνει σήμερα με βάση το διάγραμμα του …ελέφαντα, που απέκτησε τέτοια δημοσιότητα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ώστε το αμερικανικό πρακτορείο Μπλούμπεργκ έγραφε τον Ιούνιο ότι «κάνει το γύρο της Γουόλ Στριτ»…

Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ κάνει στην αρχή μια αλχημεία. Εμφανίζει όλα τα επιτεύγματα της αύξησης της παραγωγικότητας της ανθρώπινης εργασίας ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Το εμπόριο βοήθησε να μειωθεί στο μισό το ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που ζει σε ακραία φτώχεια (1990-2010). Η κίνα για παράδειγμα είδε μια εμφανή πτώση στο ποσοστό της ακραίας φτώχειας, από 36% στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε 6% το 2011. Αλλά ακόμη και στις προηγμένες χώρες η οικονομική ολοκλήρωση έχει ανεβάσει το επίπεδο ζωής λόγω μιας πιο αποτελεσματικής κατανομής του κεφαλαίου, της αύξησης της παραγωγικότητας και των χαμηλότερων τιμών για τους καταναλωτές. Έρευνα για τα καταναλωτικά οφέλη υποστηρίζει ότι το εμπόριο έχει σχεδόν διπλασιάσει τα πραγματικά εισοδήματα για ένα μέσο νοικοκυριό. Στα φτωχότερα δε νοικοκυριά το εμπόριο έχει αυξήσει τα πραγματικά εισοδήματα περισσότερο από 150%».

Η μαγική εικόνα που παρουσιάζει η διευθύντρια του ΔΝΤ, του πιο μισητού οργανισμού που υπάρχει στον κόσμο υπεύθυνο για την εφαρμογή δρακόντειων προγραμμάτων λιτότητας και ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, ελάχιστα κατ’ αρχήν συνάδει με την επιδείνωση των όρων ζωής και εργασίας που κάθε άνθρωπος παρατηρεί τα τελευταία χρόνια. Ο διπλασιασμός του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού μετά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 1990 και η αύξηση των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου κατά 25 φορές μεταξύ 1980 και 2007 μπορεί να βοήθησε να αφήσουν πίσω την εξαθλίωση εκατομμύρια κάτοικοι του Νότου που ζούσαν στην ύπαιθρο, ωστόσο εγκαινίασε μια ιστορικών διαστάσεων πτώση των μισθών και ημερομισθίων στο Βορρά. Η γραφική απεικόνιση αυτών των τάσεων θα μπορούσε να ήταν μια τάση σύγκλισης προς το κέντρο, που έχει όμως κερδισμένο το κεφάλαιο. Γιατί είναι αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι ο διπλασιασμός του κινέζικου μισθού από τα 100 στα 200 ευρώ συμψηφίζεται πλήρως και παράγει ένα αποτέλεσμα μηδενικού αθροίσματος με την πτώση των μισθών στην Ελλάδα από τα 1.200 ευρώ στα 600. Εδώ τα ποσοστά (διπλασιασμός των μισθών στο Νότο και μείωση κατά το ήμισυ στο Βορρά) ξεγελούν…

Η μεγαλύτερη αυθαιρεσία όμως του ΔΝΤ είναι να εμφανίζει τα επιτεύγματα του ανθρώπινου μόχθου ως αποτελέσματα της υπέρβασης των συνόρων και της διεθνοποίησης. Τόσο στη σύγχρονη εποχή όσο και στο παρελθόν η ανθρώπινη προσπάθεια και γνώση όπως μεταφέρεται από την εκπαίδευση (σε ολοένα και αυξανόμενο βαθμό μάλιστα με έξοδα του ίδιου του εργαζόμενου ανθρώπου λόγω της ιδιωτικοποίησης της παιδείας) αλλά και μέσα στους χώρους εργασίας είναι ο μοναδικός δημιουργός του πλούτου. Μικρή λεπτομέρεια που φαίνεται να την ξεχνά ο Λαγκάρντ, όπως κι άλλα …ασήμαντα προφανώς συμβάντα του παγκόσμιου χωριού όπως είναι η κρίση στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης, που αποτέλεσε κορυφαία στιγμή και άμεσο αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της ιστορίας του κοινού νομίσματος.

Στα δύο το «παγκόσμιο χωριό»;

Θυμάται αντίθετα να ζητήσει περισσότερη παγκοσμιοποίηση. Ο Λαγκαρντικός διθύραμβος στην παγκοσμιοποίηση δεν στόχευε μόνο να σώσει ό,τι σώζεται από το κύρος της, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίξει ότι το ΔΝΤ έχει ζητήσει από τα κράτη μέλη του την άμεση υποστήριξη των εργατών με χαμηλή ειδίκευση – αυτών που στην Ελλάδα μείωσε τους μισθούς κατά 20% με το δεύτερο μνημόνιο το 2012 κι ετοιμάζεται πάλι τώρα να ζητήσει νέα μείωση στο πλαίσιο των συζητήσεων για τις αλλαγές στα εργασιακά. Στόχευε επίσης να δώσει νέα ώθηση στις διαπραγματεύσεις που είναι σε εξέλιξη. «Υπάρχουν ήδη νέα θέματα προς εξερεύνηση τον 21ο αιώνα όπως το εμπόριο στις υπηρεσίες. Αυτό το εμπόριο έχει ήδη αξία 5 τρις. δολ. ετησίως ή τα δύο τρίτα του παγκόσμιου ΑΕΠ. Τα εμπόδια ωστόσο στο εμπόριο υπηρεσιών είναι  εξαιρετικά υψηλά, ισοδύναμα σε δασμούς περίπου 30% ως 50%». Τέλειωσε μάλιστα την ομιλία της αφήνοντας ανοιχτό το θέμα της συνέχισης των διαπραγματεύσεων για την διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου μεταξύ εκείνων μόνο των κρατών που συμμερίζονται την ανάγκη (plurilateral), κι όχι στο πολυμερές πλαίσιο (multilateral) του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα. Πρόκειται για εξέλιξη που θα σηματοδοτήσει ένα εμφανές σημείο τομής ή και ρήγμα στην τάση παγκοσμιοποίησης, όπως απρόσκοπτα εξελισσόταν τα τελευταία χρόνια, παρά τις καθυστερήσεις.

Σε κάθε περίπτωση το μήνυμα που στέλνει το 1% των ωφελημένων είναι πως θα συνεχίσει να έχει τον ελέφαντα της παγκοσμιοποίησης στο δωμάτιο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο εβδομαδιαίο περιοδικό Επίκαιρα στις 16 Σεπτεμβρίου 2016

Ζήτω η κρίση! (Επίκαιρα 23-29/10/2014)

enjoy-money-300x300Ακόμη κι αν δεν υπήρχε έπρεπε να δημιουργηθεί! Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 πλήττοντας άλλες χώρες λιγότερο (ΗΠΑ) κι άλλες περισσότερο (Ευρωπαϊκές) αποδείχθηκε η πιο αποτελεσματική μηχανή αύξησης των εισοδηματικών ανισοτήτων κάνοντας τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Τα στοιχεία που έδωσε και φέτος στην δημοσιότητα η τράπεζα Credit Suisse (εδώ η σχετική έκθεση) είναι εντυπωσιακά. Ο παγκόσμιος πλούτος μέσα σε μόλις έναν χρόνο, από τα μέσα του 2013 ως τα μέσα του 2014, αυξήθηκε κατά 8,3%, όταν η αύξηση του ΑΕΠ το 2013 ήταν 3% και για φέτος προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3,7%, σύμφωνα με το ΔΝΤ. Επομένως, επ’ ουδενί η αύξηση του παραγόμενου προϊόντος δεν δικαιολογεί την αύξηση του παγκόσμιου πλούτου σε ετήσια βάση κατά 21 τρις. δολ., με αποτέλεσμα να φτάσει στα 263 τρισ. δολ., υπερδιπλάσιος από τον πλούτο που είχε καταγραφεί το 2000 κι ανερχόταν στα 117 τρις. δολ. Εντύπωση επίσης προκαλεί πως η αύξηση του πλούτου το έτος 2013, κατά 21,9 τρισ. δολ., ξεπερνάει τις απώλειες που καταγράφηκαν στη διάρκεια της κρίσης, κι ανέρχονται σε 21,5 τρις.! Παρελθόν αποτελεί λοιπόν η κρίση, τουλάχιστον για τους πλούσιους.

Εξετάζοντας την συμμετοχή κάθε γεωγραφικής ηπείρου στην αύξηση, τα πρωτεία κρατούν οι ΗΠΑ όπου ο πλούτος σε ετήσια βάση αυξήθηκε κατά 11,4% (αντιπροσωπεύοντας ένα μερίδιο της τάξης του 34,7% ή 91 τρισ. δολ. στον παγκόσμιο πλούτο), ενώ στην δεύτερη θέση έρχεται η Ευρώπη όπου ο πλούτος αυξήθηκε κατά 10,6%, φτάνοντας τα 85,2 τρις. δολ (32,4% του συνόλου). Η αύξηση που καταγράφεται στην συγκέντρωση πλούτου σε ΗΠΑ και Ευρώπη δικαιολογείται καθώς στα υπό εξέταση μεγέθη, μαζί με τις τιμές των ακινήτων, συμπεριλαμβάνονται και οι τιμές των μετοχών που έχουν εκτοξευτεί στην στρατόσφαιρα τα τελευταία χρόνια δημιουργώντας μια πρωτοφανή φούσκα. Έτσι όμως έχουμε και το προφίλ των κερδισμένων: είναι η ολιγαρχία του χρήματος, που μπορεί τα όρια της με την κλασική ολιγαρχία της μεταποίησης και του εμπορίου να είναι όλο και πιο πορώδη στο πέρασμα του χρόνου, τα οφέλη ωστόσο που δρέπει από την σύγχρονη οικονομία είναι σημαντικά μεγαλύτερα όχι μόνο χρόνο με τον χρόνο, αλλά κι έναντι των άλλων τομέων οικονομικής δραστηριότητας.

56.000 δολ. σε κάθε ενήλικα ετησίως!

Αν επιμερίζαμε τον παγκόσμιο πλούτο στον πληθυσμό της γης θα έβγαινε ότι στον κάθε ενήλικα αναλογούν 56.000 δολ. ετησίως. Ένα ποσό αρκετό για να εξαλειφόταν οριστικά η στέρηση και η πείνα. Ένα ποσό που επίσης βεβαιώνει ότι το πρόβλημα της ανθρωπότητας σήμερα δεν είναι η ανεπάρκεια τροφίμων, ούτε καν οι αναιμικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ. «Λεφτά υπάρχουν», δείχνει πεντακάθαρα η έκθεση της Credit Suisse! Το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο που κατανέμονται…

Στο επίκεντρο της έκθεσης βρίσκονται οι ανισότητες, με τους μελετητές του ελβετικού κολοσσού να συμμετέχουν ενεργά στην συζήτηση που πυροδότησε το βιβλίο του Τομά Πικετύ, Capital in the Twenty-First Century (Harvard University Press), το οποίο θέτει στο επίκεντρο της ανάλυσής του την έξαρση των παγκόσμιων ανισοτήτων. «Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα» λένε με τον τρόπο τους οι ερευνητές της ελβετικής τράπεζας. Στις ΗΠΑ, ο λόγος του πλούτου προς το εισόδημα από το 2010 ως το 2014 ακολουθεί σταθερά αυξητική πορεία, φτάνοντας το 6,5, όταν για έναν ολόκληρο αιώνα, από το 1900 ως το 2000, κινούταν μεταξύ 4 και 5, με μοναδική εξαίρεση την κρίση του 1930. Στην μεταπολεμική περίοδο πρώτη φορά «σπάει» αυτό το όριο, αγγίζοντας το 6, κατά τη διάρκεια της κρίσης των ιντερνετικών μετοχών το 1999, όταν όλοι κέρδιζαν αλλά απ’ ότι φαίνεται μερικοί κέρδιζαν κάτι …παραπάνω.

Με βάση τα μερίδια που έχει στον πλούτο κάθε πληθυσμιακή ομάδα φαίνεται πως το «κάτω» 50% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει λιγότερο από το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Στο άλλο άκρο το πλουσιότερο 10% έχει υπό την κατοχή του το 87% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το πλουσιότερο 1% ελέγχει το 48,2%, δηλαδή σχεδόν τον μισό πλούτο!

Το 0,7% ελέγχει το 44% του πλούτου!

Δέος προκαλεί η ανισοκατανομή του πλούτου όπως αποτυπώνεται στην γνωστή πυραμίδα που χρησιμοποιείται για να απεικονίσει την κατανομή του πλούτου. Στην βάση της βρίσκεται το 69,8% του παγκόσμιου πληθυσμού (3,28 δισ. ενήλικες), που κερδίζει λιγότερα από 10.000 δολ. κι ελέγχει το 2,9% του παγκόσμιου πλούτου (7,6 τρις. δολ.). Στον επάνω «όροφο», εν είδει μεσαίας τάξης, κατοικεί το 21,5% του παγκόσμιου πληθυσμού (1,01 δισ.) που κερδίζει μεταξύ 10.000 και 100.000 δολ., κι ελέγχει το 11,8% του πλούτου (31,1 τρις.). Στον πιο πάνω όροφο βρίσκεται το 7,9% του πληθυσμού (373 εκ.) που κερδίζει μεταξύ 100.000 και 1 εκ. δολ. κι ελέγχει το 41,3% του πλούτου (108,6 τρις.). Η «ανάβαση» σταματάει στην επόμενη εισοδηματική κατηγορία που είναι η κορυφή της πυραμίδας. Εκεί κατοικούν οι υπερ-πλούσιοι: το 0,7% του πληθυσμού (35 εκ. άτομα) με εισόδημα άνω του 1 εκ. ευρώ, οι οποίοι ελέγχουν το 44% του πλούτου (115,9 τρις. δολ.) κι είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι των σαρωτικών αλλαγών στην διεθνή οικονομία τα τελευταία χρόνια που συμβατικά αποδίδονται με τον όρο παγκοσμιοποίηση. Ωστόσο, είναι κι οι υπαίτιοι της εξαθλίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων. Ας μην ξεχνούμε ότι επί δεκαετίες νεοφιλελεύθεροι επιστήμονες και σχολιαστές υπό το σλόγκαν «μην ενοχοποιείτε τον πλούτο» ζητούσαν την μείωση έως και την κατάργηση της προοδευτικής φορολογίας με το επιχείρημα ότι έτσι ο πλούτος μπορεί να επενδυθεί και να δημιουργήσει γενικευμένη ευημερία. Ο πλούτος έπαψε να φορολογείται κι αυτό που τον διαδέχθηκε δεν είναι μόνο τα άδεια κρατικά ταμεία που οδήγησαν στην διαρκή δημοσιονομική κρίση από την δεκαετία του ’70 και μετά. Οδήγησε επίσης στην εξαθλίωση, την διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής και την οικονομική αστάθεια με τις καταρρεύσεις να προκαλούν αλυσιδωτές κρίσεις…

Μερίδιο στον πλούτο του κορυφαίου 10%

                        2000   2007       2014

Αγγλία           51,5%      52%       54,1%

Ισπανία         54,1%      52%       55,6%

Ελλάδα          54,8%     48,6%     56,1%

Πορτογαλία 57,8%      56%      58,3%

Ιρλανδία        58,2%     57,8%    58,5%

Πολύ πιο προκλητική είναι η αύξηση των ανισοτήτων που παρατηρείται στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που επλήγησαν από την κρίση, μεταξύ των οποίων είναι και η Ελλάδα. Παρότι, η επίσημη αφήγηση θέλει όλα τα κοινωνικά στρώματα λίγο-πολύ να υπέστησαν ανάλογες μειώσεις στα εισοδήματά τους, οι υφιστάμενες μετρήσεις, και μάλιστα από μια πηγή που μόνο για μεροληψία δεν μπορεί να κατηγορηθεί, δείχνει ότι η οικονομική ελίτ, το «άνω» 10% του πληθυσμού αύξησε τον πλούτο που κατέχει. Βελτίωσε δηλαδή την θέση του. Επομένως, η εκρηκτική ανεργία, η μείωση των μισθών και η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων δεν είχαν μόνο χαμένους. Τα χρήματα που στερήθηκαν χιλιάδες λαϊκές οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς της ΔΕΗ και δεν έχουν να φάνε, γέμισαν τους λογαριασμούς, εντός κι εκτός Ελλάδας, μιας ισχνής μειοψηφίας που φέτος περνάει πολύ καλύτερα ακόμη κι από το 2000, την λεγόμενη εποχή των παχιών αγελάδων. Γι’ αυτούς «λεφτά υπάρχουν» και μάλιστα περισσότερα απ’ ότι στο παρελθόν, χάρη στους νόμους που ψηφίζουν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ με την καθοδήγηση της Τρόικας, κι έχουν κάθε λόγο να αναφωνήσουν «ζήτω η κρίση»!

Θερίζουν φτώχεια και ανισότητες στην Ελλάδα (Επίκαιρα 5-11/6/2014)

peinaΗ Ελλάδα είναι η τελευταία Σοβιετική Δημοκρατία; Η χώρα των βολεμένων εργαζομένων και συνταξιούχων που με τα προνόμια τους προκάλεσαν την δημοσιονομική κρίση; Μήπως τα τελευταία χρόνια τα μέτρα του Μνημονίου ήρθαν να «ισιώσουν την βέργα», περιορίζοντας τις υπερβολές; Ή, μήπως, τα βάρη της λιτότητας κατανεμήθηκαν ισότιμα μεταξύ όλων των εισοδηματικών κατηγοριών αφήνοντας στο απυρόβλητο τα πιο φτωχά στρώματα, όπως υποσχόταν το πρώτο Μνημόνιο πριν από τέσσερα χρόνια;

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Μια ματιά σε ορισμένα στατιστικά στοιχεία που εκδόθηκαν πρόσφατα αρκεί για να αποδειχθεί ότι όλες αυτές οι χιλιοεπαναλαμβανόμενες κοινοτοπίες που λέγονταν χωρίς ποτέ να αποδειχθούν, μόνο και μόνο για να δώσουν υπόσταση και σοβαρότητα στη ρήση του Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε», ήταν το προπέτασμα καπνού για να καλλιεργηθεί η συλλογική ενοχή. Ήταν ο ψυχολογικός πόλεμος που προηγείται κάθε καλά οργανωμένης επίθεσης, είτε διεξάγεται στα πεδία των μαχών είτε στο κοινωνικό μέτωπο όπως συμβαίνει στην Ελλάδα από το 2010, χωρίς διάλλειμα.

Διάκριση της ντροπής

Η Ελλάδα έχει το θλιβερό προνόμιο να περιλαμβάνεται στην λίστα των δέκα χωρών του ανεπτυγμένου κόσμου με την πιο άνιση κατανομή εισοδήματος. Τα νούμερα μάλιστα (προερχόμενα από τον ΟΟΣΑ όπως τα επεξεργάστηκε ο διαδικτυακός τόπος 247wallst.com) αφορούν στο 2010, στην υποτιθέμενη εποχή της ευημερίας. Το μέγεθος είναι ο λεγόμενος δείκτης Gini που περιγράφει πόσο αποκλίνει μια οικονομία από την πλήρη ισότητα. Οι τιμές που λαμβάνει αυτή η μεταβλητή ξεκινούν από 0, που είναι η τέλεια ισότητα, και φτάνουν μέχρι 1, που είναι η απόλυτη ανισότητα, το ιδεώδες κάθε νεοφιλελεύθερου. Η χώρα με την καλύτερη βαθμολογία, που πλησίαζε όσο καμία άλλη στην τέλεια ισότητα είναι η Ισλανδία! Η μικρή νησιώτικη χώρα που κήρυξε παύση πληρωμών, ανέτρεψε τις κυβερνήσεις των υποτελών, ψήφισε νέο σύνταγμα, εθνικοποίησε το χρεοκοπημένο πιστωτικό της σύστημα και εδώ και χρόνια απολαμβάνει δημοσιονομικό πλεόνασμα, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, χαμηλή ανεργία και, το …σημαντικότερο, διεθνούς σεβασμού! Η Ισλανδία λοιπόν είναι η χώρα με τις λιγότερες ανισότητες.

Στην άλλη άκρη της κλίμακας, των κρατών με τις μεγαλύτερες ανισότητες, βρίσκονται τρεις ομάδες χωρών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι 8 από τις 10 χώρες με τις μεγαλύτερες ανισότητες: Πρώτη είναι η ομάδα που εφαρμόστηκε μέχρι τέλους ο πιο κτηνώδης νεοφιλελευθερισμός (Χιλή, ΗΠΑ, Αγγλία). Δεύτερη είναι η ομάδα των χωρών που πέρασαν από κρίση χρέους και το καμίνι του ΔΝΤ (Μεξικό, Τουρκία) και τρίτη είναι η ομάδα του ευρωπαϊκού Νότου, που ήταν ανέκαθεν η δεύτερη ταχύτητα της ευρωζώνης και στη συνέχεια εξελίχθηκε στο πειραματόζωα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής (Πορτογαλία, Ισπανία και Ελλάδα).

Συγκεκριμένα, ο δείκτης Gini στη Χιλή το 2010, κι αφού μάλιστα πέρασαν 20 χρόνια από την πτώση της νεοφιλελεύθερης χούντας του στρατηγού Πινοτσέτ κατά τη διάρκεια των οποίων χρόνων κατά βάση κυβερνούσαν κεντροαριστερές κυβερνήσεις, ήταν 0,501. Η Χιλή πειραματόζωο της Σχολής του Σικάγου κρατάει τα σκήπτρα παγκοσμίως στις εισοδηματικές ανισότητες. Στη δεύτερη θέση της λίστας με τις ανισότητες είναι το Μεξικό (0,466), όπου ξέσπασε η πρώτη κρίση χρέους τη δεκαετία του 1980 κι εφαρμόστηκε ένα από τα πιο σκληρά και παρατεταμένα χρονικά διαρθρωτικά προγράμματα του ΔΝΤ. Ακολουθούν η Τουρκία (0,411) τακτικός πελάτης κι αυτή του ΔΝΤ, οι ΗΠΑ (0,38) κοιτίδα της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον όπως αποκαλείται ο νεοφιλελευθερισμός στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, το στρατιωτικοποιημένο Ισραήλ (0,376), η Πορτογαλία (0,344) που ανέκαθεν βρισκόταν στο ναδίρ όλων των κοινωνικών δεικτών στην ΕΕ, η Αγγλία (0,341) παρότι μάλιστα με το ξέσπασμα της κρίσης, το 2008, αύξησε τις κοινωνικές δαπάνες και η Ισπανία (0,338) που είχε από τότε το ρεκόρ πανευρωπαϊκής ανεργίας. Τέλος στην 9η θέση των ανισοτήτων ήταν η «Ελλάδα της ευημερίας» και των «πλουσιοπάροχων κοινωνικών πολιτικών», που επικρίνεται πρώτα και κύρια από τη σημερινή ΝΔ, με τους αλλεπάλληλους μύδρους του Βορίδη εναντίον της οικονομικής πολιτικής του Κ. Καραμανλή να μην αποτελούν μόνο την εκδίκηση της ακροδεξιάς πτέρυγας, αλλά και ασύστολα ψεύδη. Πολιτική απάτη!

Στο δρόμο για τη Χιλή και το Μεξικό

Η ζοφερή συνέχεια μετά το 2010 (όπως απεικονίζεται στους δείκτες) μπορεί εύκολα να προβλεφθεί αν συγκρίνουμε τις κοινωνικές δαπάνες από χώρα σε χώρα. Στις χώρες πρότυπα του νεοφιλελευθερισμού, Χιλή και Μεξικό, ανέρχονταν στο 10,2% και 7,4% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα αντίθετα ήταν 27,4%. Σχετικά υψηλές, με βάση τη διεθνή σύγκριση, ήταν επίσης στην Πορτογαλία και την Ισπανία: 26,4% και 23,8%. Φυσικά το αν οι κοινωνικές δαπάνες είναι επί της ουσίας υψηλές ή μη αποδεικνύεται από την φτώχεια και τις ανισότητες. Αν υπάρχουν ανισότητες όπως βεβαιωμένα πλέον υπάρχουν στην Ελλάδα, τότε οι κοινωνικές δαπάνες χρήζουν αύξησης. Είναι χαμηλές. Η συζήτηση για την δυνατότητα βελτίωσης της αποτελεσματικότητας τους είναι αστεία (κι επίσης προσχηματική, καθώς στοχεύει να τις στιγματίσει ως κυψέλη διαφθοράς ή ανορθολογικής κατανομής πόρων) αν σκεφτούμε σε τι πραγματικά αντιστοιχεί: μετακίνηση κονδυλίων από νοσοκομεία σε συντάξεις ή από επιδόματα ανεργίας σε επιδόματα μητρότητας… Δεδομένης ωστόσο της σημασίας που έχει αποδώσει η κυβέρνηση Σαμαρά στην μείωση των δαπανών και δη των κοινωνικών, ώστε να επιτευχθεί ακόμη κι αυτό το ψευδεπίγραφο πλεόνασμα, η εξέλιξη του δείκτη ανισοτήτων, από το 2010 μέχρι σήμερα, δεν παρουσιάζει καμιά έκπληξη. Θα αυξάνεται όσο θα μειώνονται οι κοινωνικές δαπάνες.

Αυτή ακριβώς η εύκολα προβλέψιμη δυναμική αποτυπώνεται στην τελευταία έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το έτος 2013, που αφορά τα εισοδήματα του 2011. Αναφέρει κατά λέξη: «Σε όρους ανισότητας η Ελλάδα βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ (συντελεστής Gini, Ελλάδα: 34,3, ΕΕ-28: 30,4) με εξαίρεση την Ισπανία (35,0), την Λετονία (35,9) και την Πορτογαλία (34,5). Επιπλέον το πλουσιότερο 20% των νοικοκυριών στη χώρα μας κατέχει 6,6 φορές μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος απ’ ό,τι το φτωχότερο 20% (δείκτης S80/20), ενώ ο αντίστοιχος λόγος λαμβάνει τιμή 5,1 για το σύνολο των χωρών της ΕΕ-28. Πάντως τα τρία πρώτα έτη της τρέχουσας κρίσης για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, οι ανωτέρω δείκτες ανισότητας (συντελεστής Gini και S80/20) διατηρήθηκαν σχεδόν σταθεροί το πρώτο έτος (εισοδήματα 2009), ενώ αυξήθηκαν συγκρατημένα το επόμενο έτος (2010 κατά 1,8% και 7,1% αντίστοιχα) και πιο σημαντικά το τελευταίο διαθέσιμο έτος (2011, κατά 2,4% και 10% αντίστοιχα)». Στη συνέχεια η έκθεση του διοικητή, που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για λαϊκισμό, επιχειρεί μια καταγραφή των ομάδων που αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο φτώχειας: «Τα τελευταία έτη στην Ελλάδα η φτώχεια φαίνεται να μετατοπίζεται ταχύτατα από την ομάδα των ηλικιωμένων προς την ομάδα των νεότερων ζευγαριών με παιδιά, αλλά και προς τους νέους εργαζόμενους και κυρίως τους ανέργους». Καταλήγει δε στα εξής συμπεράσματα, τα οποία μάλιστα υπογραμμίζει: Το πρόβλημα της προστασίας των παιδιών και των ανέργων από τις χειρότερες συνέπειες της οικονομικής κρίσης θα πρέπει πλέον να αντιμετωπιστεί ως ένα από τα πιο επείγοντα ζητήματα δημόσιας πολιτικής στην Ελλάδα»!!!

Η μεγάλη ληστεία των Μνημονίων

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι τα βάρη της κρίσης (αύξηση φορολογίας, μείωση μισθών, επιδομάτων και συντάξεων, απολύσεις, αύξηση του κόστους περίθαλψης, κ.α.) δεν κατανεμήθηκαν ομοιόμορφα. Εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, που ήταν ήδη σε δεινή θέση πριν το ξέσπασμα της κρίσης, κλήθηκαν από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά να αναλάβουν σχεδόν αποκλειστικά το κόστος εξόδου, με αποτέλεσμα η κοινωνική συνοχή να έχει τιναχτεί στον αέρα κι ο κοινωνικός χάρτης πλέον να παραπέμπει σε αντιθέσεις που θυμίζουν τριτοκοσμική χώρα. Σε αυτό το εκρηκτικό έδαφος παροχές όπως το πρόσφατο μέρισμα δεν είναι παρά σταγόνα στον ωκεανό κι αδυνατούν ακόμη και να επουλώσουν τις βαθιές πληγές που άνοιξαν τα Μνημόνια, ενώ οι κυβερνητικές θριαμβολογίες για την έξοδο στις αγορές ή την ανάκαμψη στερούνται περιεχομένου για την πλειονότητα. Ανέξοδες μεγαλοστομίες που στόχο έχουν να κρύψουν την μεγάλη ληστεία που συντελέστηκε, με ευθύνη όλης της πολιτικής ελίτ της Ελλάδας!