Προβλέψεις για πρωτοφανή ύφεση ρεκόρ ύψους 35% στην Ελλάδα το 2020!

Είναι σχεδόν άγραφος νόμος. Κάθε πρόβλεψη που διατυπώνεται στην εκκίνηση μιας μεγάλης κρίσης, ακόμη κι αν είναι σοβαρή και αξιόπιστη διαψεύδεται. Αν δε, μιλάμε για διεθνείς οργανισμούς αυτό συμβαίνει πάντα μιας και οι προβλέψεις αποδεικνύονται υποδεέστερες όσων ακολουθούν. Το φιάσκο στην Ελλάδα το 2010 της τρόικας, δηλαδή ΔΝΤ , ΕΚΤ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής που όλοι μαζί απασχολούν χιλιάδες οικονομολόγους με αμοιβές τις οποίες θα ζήλευαν και τα golden boys, θα έπρεπε να διδασκόταν στα αμφιθέατρα επί δεκαετίες…  

Τι γίνεται όμως όταν αυτοί οι διεθνείς οργανισμοί αντί να λειτουργούν εφησυχαστικά, σημαίνουν συναγερμό;

Αυτό ακριβώς συνέβη με τον ΟΟΣΑ. Σε πολύ πρόσφατη δημοσίευσή του έκανε μια σοβαρή προσπάθεια να αξιολογήσει τις οικονομικές επιπτώσεις από τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας. Πρόκειται για έργο δύσκολο και περίπλοκο εξ αιτίας όχι μόνο του ότι δεν ξέρουμε πότε θα αντιμετωπιστεί  η πανδημία αλλά και του μοναδικού χαρακτήρα της σημερινής οικονομικής αναστάτωσης: Διακοπή της παραγωγής και κλείσιμο των εμπορικών καταστημάτων για να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού, άρα σε χειμερία νάρκη η προσφορά, που προκαλεί καθίζηση της κατανάλωσης, άρα σε κώμα κι η ζήτηση, με εξαίρεση τρόφιμα, φάρμακα και τις συνδρομές στο Netflix. Κι αυτά τα δύο σε ένα περιβάλλον καθοδικής πορείας που για την Ελλάδα είχε ξεκινήσει από το φθινόπωρο του 2019. Προς επίρρωση του γεγονότος ότι η ελληνική οικονομία όδευε για την εντατική πριν μας επισκεφθεί ο κορονοϊός, πρώτο η απώλεια 3.700 θέσεων εργασίας τον Δεκέμβριο του 2019, σύμφωνα με το πληροφοριακό σύστημα Εργάνη (που τον έκανε χειρότερο μήνα της εξαετίας), δεύτερο η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής το Νοέμβριο του 2019 κατά 8,1% (η χειρότερη επίδοση από τον Μάρτιο του 2012), τρίτο η μείωση του ΑΕΠ κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2019 σε όρους όγκου κατά 0,7% κι άλλα πολλά*. Πτώση των ρυθμών μεγέθυνσης παρατηρήθηκε και στο εξωτερικό, οφειλόμενη σε έναν βαθμό στη ρήξη των διεθνών αλυσίδων  αξίας, λόγω του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ Κίνας και σε έναν μεγαλύτερο βαθμό στην εξάντληση του κύκλου ανόδου. Τι μας κάνουν όλα αυτά;

Για την Ελλάδα 35% ύφεση για το 2020! Διαβάσατε πολύ καλά…

Ο διεθνής οργανισμός – στυλοβάτης του νεοφιλελευθερισμού, (ποιός ξεχνάει τις «εργαλειοθήκες φιλελευθεροποίησης» της ελληνικής οικονομίας;) εκτίμησε την επίπτωση που θα έχουν οι τελευταίες εξελίξεις σε όλους τους κλάδους των μεγάλων οικονομιών. Με δεδομένο ότι ο λογαριασμός που θα πληρώσει κάθε οικονομία θα είναι συνάρτηση του ειδικού βάρους εκείνων των κλάδων που επηρεάζονται περισσότερο από την κρίση. Ο πρώτος κρίκος αυτής της αλυσίδας είναι φυσικά ο τουρισμός. Κι ακολουθούν εμπόριο, εστίαση, κ.α. Πρόκειται για κλάδους που κατέχουν περίοπτη θέση στο σύγχρονο οικονομικό μοντέλο της Ελλάδας που αναδύθηκε μετά την πρόσφατη οικονομική κρίση. Στην άλλη άκρη του φάσματος είναι χώρες που διαθέτουν βιομηχανία και μονάδες έντασης κεφαλαίου. Αυτές θα επηρεαστούν λιγότερο από τα (αναγκαία) μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας και συνωστισμού.

Ως αποτέλεσμα αυτών των υπολογισμών ακολουθούν οι εκτιμήσεις για την πτώση του ΑΕΠ το 2020 σε 47 ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες: Στην μια άκρη, με τις μικρότερες απώλειες, στέκεται η Ιρλανδία που το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κατά 15% και στην άλλη άκρη στέκεται η Ελλάδα με μια πτώση του ΑΕΠ που αγγίζει το 35%! Ακολουθεί δε το Μεξικό, με 30%. Πιθανότατα αυτή η πτώση θα μετριαστεί ως αποτέλεσμα των μέτρων ανακούφισης που έχουν ήδη ανακοινωθεί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη τα οποία, όσο κι αν είναι σταγόνα στον ωκεανό, όσο κι αν  δεν καταφέρνουν  να αποτρέψουν την επιδείνωση της θέσης των μισθωτών στην Ελλάδα, αποτρέπουν τα χειρότερα. Ενδέχεται όμως κι η ύφεση να μην κινηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα επειδή η μελέτη του ΟΟΣΑ στέκεται στις αρχικές επιπτώσεις και δεν προσμετρά τις μετέπειτα, το φαινόμενο της χιονοστιβάδας που πάντα ακολουθεί, ειδικά σε οικονομίες στερούμενες αντικυκλικών σταθεροποιητών, όπως η Ελλάδα.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης ώστε να εκτιμήσουμε την λαίλαπα που έρχεται ας αναλογιστούμε ότι απαιτήθηκαν εννέα ολόκληρα χρόνια μνημονιακής λιτότητας (2008-2016) για να μειωθεί το ΑΕΠ κατά 26%. Η δυστυχία που ήρθε στην Ελλάδα επί εννέα χρόνια (με αυτοκτονίες, ανεργία και μετανάστευση, όλα σε έκδοση ρεκόρ) θα έρθει τους επόμενους εννέα μήνες, με βάση τον διεθνή οργανισμό! Ακόμη και 30% να μειωθεί το ΑΕΠ της Ελλάδας (ως αποτέλεσμα των μέτρων) μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου αυτό θα ισοδυναμεί με μια ραγδαία εξαθλίωση των πιο φτωχών στρωμάτων της εργασίας, των αυτοαπασχολουμένων και  των μικρομεσαίων στρωμάτων.

Αν η Κίνα εξήλθε νικήτρια από την κρίση του 2008 αυτό οφείλεται στα μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας της. Το ίδιο ισχύει και στις ΗΠΑ σε ένα μικρότερο βαθμό. Στο άλλο άκρο ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρότι στο εσωτερικό της υπήρχαν τεράστιες αποκλίσεις: Από την μια η Γερμανία και οι δορυφόροι της που εκμεταλλεύτηκαν την κρίση και μπορούν σήμερα να δανείζονται ακόμη και με αρνητικά επιτόκια κι από την άλλη οι χώρες του Νότου που εξήλθαν από την κρίση με ένα δημόσιο χρέος σημαντικά μεγαλύτερο των επιπέδων που βρισκόταν πριν τα μνημόνια. Η Ελλάδα αν και ακραία δεν είναι μοναδική περίπτωση που είδε το δημόσιο χρέος της να αυξάνεται από 115% του ΑΕΠ στο 180%, μετά τη «διάσωση»… Τα μέτρα επομένως που θα ληφθούν σήμερα είναι δυνατό να αποτρέψουν αυτό το εφιαλτικό σενάριο που προβλέπει ο ΟΟΣΑ. Κι αυτά τα μέτρα δεν μπορούν παρά να ξεκινούν από την αποζημίωση στο ακέραιο για κάθε εργαζόμενο, αυτοαπασχολούμενο ή μικρομεσαίο, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, ώστε να μη χάσουν ούτε ένα ευρώ από τα περυσινά εισοδήματά τους!

Μάλιστα, οι οικονομικές ενισχύσεις, υπό την μορφή ρευστού εδώ και τώρα, από το κράτος δεν είναι δυνατό να καταβληθούν μόνο στη βάση των δηλωμένων στη εφορία εισοδημάτων και δραστηριοτήτων. Αυτό αποτελεί υποκρισία, όταν ξέρουμε την έκταση της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας στις πόλεις και την ύπαιθρο. Οι φτωχοί και οι μετανάστες που με ευθύνη της εργοδοσίας αποκλείονταν από την κοινωνική ασφάλιση και δηλωμένη εργασία δεν μπορούν να αφεθούν ανοχύρωτοι στη θύελλα που έρχεται…

*Μια σημαντική αιτία πίσω από την απότομη καθίζηση της ελληνικής οικονομίας το δεύτερο εξάμηνο του 2019 ήταν η (μεγαλύτερη της συνηθισμένης) περικοπή εκ μέρους της νέας κυβέρνησης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που, μεταξύ άλλων, ανέδειξε την ανικανότητα του ιδιωτικού τομέα να ηγηθεί των αναγκαίων επενδύσεων.

Ζοφερό το μέλλον για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Δε δικαιολογούν το κλίμα ευφορίας και υψηλών προσδοκιών που δημιουργεί η κυβέρνηση για την πολιτική της τα συμπεράσματα της ετήσιας έρευνας «εισοδήματος και δαπανών νοικοκυριών» του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα. (εδώ η πλήρης έκθεση)

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η έρευνα της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την εταιρεία Marc, σε ένα πανελλαδικό δείγμα 1.006 νοικοκυριών το Νοέμβριο του 2017, και διακρίνεται για την αξιοπιστία των ευρημάτων της. Τα δε συμπεράσματα που συνοδεύουν τη δημοσίευσή της, κάθε φορά, αποτελούν μια εύστοχη και εμβριθή επισκόπηση των κυρίαρχων τάσεων που διέπουν την οικονομική συγκυρία. Κανείς επομένως δε δικαιούται να τα προσπερνά χωρίς να δίνει τη δέουσα προσοχή.

«Τα ευρήματα της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ ενισχύουν την υπόθεση της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας, της ενίσχυσης της απασχόλησης και συνακόλουθα της εγχώριας κατανάλωσης, χωρίς όμως αυτό να συνδέεται με βελτίωση του επιπέδου ευημερίας για την πλειονότητα των νοικοκυριών», τονίζει εισαγωγικά κιόλας η έρευνα. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν πλήρως αυτή τη διαπίστωση. Σύμφωνα με την έρευνα (που όσες φορές «τεσταρίστηκε» με τα επίσημα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών η σύμπτωση ήταν εντυπωσιακή) το 62% των νοικοκυριών παρουσίασε μείωση των εισοδημάτων το 2017 σε σχέση με το 2016. Η παρατηρούμενη κάμψη αντανακλάται στα ετήσια στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος Εργάνη, καθώς ο μέσος ετήσιος μικτός μισθός το 2017 ανήλθε στα 1.021,13 ευρώ. Ήταν δηλαδή χαμηλότερος από το επίπεδο του 2016, που ανήλθε σε 1.057,21 ευρώ.

Η εντεινόμενη οικονομική στενότητα δηλώνεται από πολλά ακόμη ευρήματα, όπως για παράδειγμα ότι:

  • 3,1% του πληθυσμού μόνο καταφέρνει να αποταμιεύει.
  • 14,6% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει ούτε τις βασικές του ανάγκες.
  • 16,3% δήλωσε ότι αδυνατεί να καλύψει μια έκτακτη ανάγκη πληρωμής 500 ευρώ, ενώ το 52,2% θα την κάλυπτε με μεγάλη δυσκολία.
  • 61,1% των νοικοκυριών αναγκάζονται να κάνουν περικοπές για να εξασφαλίσουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους.
  • 21,5% των νοικοκυριών έχουν 1 μέλος στην οικογένεια που εργάζεται για λιγότερα χρήματα από τον επίσημα καθορισμένο μισθό των 586 ευρώ (490 καθαρή αμοιβή).

Συνέπεια της γενικότερης δυσπραγίας είναι η αναμενόμενη διεύρυνση του αριθμού των πολιτών με ληξιπρόθεσμες οφειλές. Ήδη, στο τέλος του 2017, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των νοικοκυριών προς το δημόσιο ξεπέρασαν τα 100 δισ. (από 89 δις. ευρώ το 2016, σύμφωνα με στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημόσιων Εσόδων) δείχνοντας ότι η μείωση της ανεργίας που σημειώθηκε δεν βελτίωσε την κοινωνική ευημερία. Σε ό,τι αφορά την απασχόληση η κατάσταση παραμένει απογοητευτική καθώς το 30% των νοικοκυριών, περίπου 1 εκ. νοικοκυριά, έχουν στην οικογένειά τους 1 τουλάχιστον άνεργο, ενώ το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων ανέρχεται στο 83% του συνόλου. Τα πράγματα δε, γίνονται ακόμη χειρότερα αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι επίδομα ανεργίας λαβαίνει μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 7,3% των ανέργων, που σημαίνει ότι η ανεργία ταυτίζεται με τη φτώχεια και τη δυστυχία και η κοινωνική πολιτική με το απόλυτο κενό, όταν δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε ένα πιάτο φαΐ σε εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους!

Κοινωνική οπισθοδρόμηση

Επιστρέφοντας στα στοιχεία που σχετίζονται με την υπερχρέωση, η έρευνα τονίζει πώς «το 19,6% των νοικοκυριών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία, ενώ το 55,6% αυτών των οφειλετών έχει υπαχθεί σε κάποιου είδους ρύθμιση, ένδειξη ότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλετών βρίσκεται σε μια πάγια αδυναμία εξυπηρέτησης οφειλών και αναζητά λύσεις παρατείνοντας τους χρόνους αποπληρωμής». Στη συνέχεια τονίζεται ότι «αναμένεται να διευρυνθεί ο κύκλος των πολιτών που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές». Να σημειωθεί ότι με βάση στοιχεία της κεντρικής τράπεζας, το συνολικό ύψος των δανείων των νοικοκυριών ανέρχεται σε 89,7 δις. ευρώ, εκ των οποίων τα 64,1 δις. αφορούν στεγαστικά δάνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των νοικοκυριών ανέρχονται στο 46,1%, σχεδόν 1 στα 2!

Το αποτέλεσμα της παραπάνω κατάστασης είναι κοινωνική οπισθοδρόμηση, σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής: από την καθημερινότητα (με 1 στα 3 νοικοκυριά να δηλώνει ότι έχει καθυστερήσει να επισκευάσει οικιακή ηλεκτρική συσκευή και να κάνει σέρβις στο αυτοκίνητο και 1 στα 4 να καθυστερεί την εξόφληση των κοινοχρήστων), μέχρι την υγεία! Το 48% σχεδόν των νοικοκυριών δήλωσε στην έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ πώς ανέβαλλε ή καθυστέρησε να λάβει ιατρικές συμβουλές και θεραπείες λόγω οικονομικής αδυναμίας. Πρόκειται για ένα εύρημα που δηλώνει πώς κάτι …σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της «δημόσιας υγείας», καθώς αν οι υγειονομικές υπηρεσίες ήταν ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους τους πολίτες η ιατρική φροντίδα δεν θα συναρτούταν από την υγεία της …τσέπης. Προς επίρρωση κι ένα επιπλέον εύρημα που δείχνει ότι αυξήθηκε ο αριθμός των νοικοκυριών που δήλωσε ότι ανήλθε, για τέταρτη μάλιστα συνεχή χρονιά, η ιδιωτική δαπάνη για υγειονομική και φαρμακευτική περίθαλψη. Τι άλλο από ιδιωτικοποίηση της υγείας, έμμεση έστω και καλυμμένη, δείχνουν αυτές οι απαντήσεις;

Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα συμπεράσματα σχετικά με την οικονομική μετανάστευση, καθώς το φαινόμενο όπως διαπιστώνει η έρευνα δε φαίνεται να υποχωρεί και τείνει να λάβει χαρακτηριστικά παγίωσης. Χαρακτηριστικά, το 9% των νοικοκυριών δήλωσε ότι έχει ένα τουλάχιστον μέλος στο εξωτερικό, το 40% δήλωσε ότι θα εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο να μεταναστεύσει στο εξωτερικό αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εύρεσης εργασίας, ενώ στις νεότερες ηλικίες 18-34 ετών το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 72,3%! Οι 3 στους 4 επομένως δεν ενθουσιάζονται με την προοπτική του τέλους των Μνημονίων σε λιγότερο από έξι μήνες…

Ώριμα αιτήματα

Στη βάση των  στέρεων συμπερασμάτων κι εκτιμήσεων της τακτικής έρευνάς της, η ΓΣΕΒΕΕ διατυπώνει μια σειρά αιτημάτων ιδιαίτερα ρεαλιστικών που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον κοινωνικό ιστό και να αμβλύνουν τις οικονομικές ανισότητες, όπως αναφέρει. Ορισμένα εξ αυτών είναι:

Πρώτο, άρση των αυστηρών όρων καταβολής του επιδόματος ανεργίας για τους επαγγελματίες που έχουν βρεθεί εκτός αγοράς, με την παράλληλη διαμόρφωση ενός πλαισίου πρόνοιας και επανένταξης για τους μακροχρόνια ανέργους και επανεκκίνησης για όσους απέτυχαν επιχειρηματικά.

Δεύτερο, προστασία της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης από τους πλειστηριασμούς και τις νέες διαδικασίες κατασχέσεων. Στην έρευνα ένα ποσοστό νοικοκυριών της τάξης του 18,6%, πρακτικά το 1 στα 5, εξέφρασε φόβο για απώλεια της κατοικίας του εξ αιτίας των συσσωρευμένων υποχρεώσεων που ήδη έχουν και επιπρόσθετων επιβαρύνσεων που προκύπτουν (δανειακές, φορολογικές και άλλες).

Τρίτο, απαλοιφή των στρεβλώσεων που υφίστανται στο τραπεζικό σύστημα σχετικά με τις καταχρηστικές χρεώσεις και τις υπέρογκες συνδρομές, δεδομένου ότι δεν πρέπει να υπάρχει στην Ευρώπη άλλο τραπεζικό σύστημα πέραν του ελληνικού που να έχει κάνει πελάτη του κάθε πολίτη, θέλοντας και μη! Χαρακτηριστικά, το 77% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί πλαστικό χρήμα και e-banking για αγορά αγαθών και πληρωμή λογαριασμών. Με μετρητά προτιμά να πληρώνει μόνο το 22,8% όταν ένα χρόνο πριν υπέρ των μετρητών δήλωνε ένα ποσοστό της τάξης του 46%!

Άλλα αιτήματα που διατυπώνονται αφορούν τη διευθέτηση του ζητήματος των συσσωρευμένων οφειλών, την ενεργοποίηση και ολοκλήρωση του πλαισίου πρωτοβάθμιας υγείας, την έμφαση στην καθολική εκπαίδευση και ανάπτυξη ουσιαστικών περιγραμμάτων σπουδών και κατάρτισης και τη συγκράτηση της οικονομικής μετανάστευσης.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η έρευνα τοποθετεί τις εξελίξεις στην Ελλάδα στο ευρύτερο διεθνές οικονομικό τοπίο που διακρίνεται από την ένταση των οικονομικών ανισοτήτων. «Θα ήταν δομικό σφάλμα να αξιολογηθεί η ελληνική περίπτωση σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από αυτό που διαμορφώθηκε σε διεθνές επίπεδο την τελευταία δεκαετία», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Μνεία γίνεται στην πρόβλεψη που διατυπώνει το World Inequality Report για το 2050, στην περίπτωση που συνεχιστεί το σημερινό μοντέλο συσσώρευσης πλούτου, ότι το 50% των φτωχότερων νοικοκυριών θα κατέχει λιγότερο από 10% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το 1% των πλουσιότερων περίπου το 25% του παγκόσμιου πλούτου!

Στην περίπτωση της Ελλάδας, λάδι στη φωτιά των εισοδηματικών και κοινωνικών ανισοτήτων θα ρίξει ο αέναος στόχος των «λεόντειων» όπως χαρακτηρίζονται πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% που προβλέπονται από το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής. Στο βαθμό που το ποσοστό των πλεονασμάτων θα υπερβαίνει την οικονομική μεγέθυνση πολύ εύστοχα παρατηρεί η έρευνα ότι «οδηγεί σε απόσπαση πόρων από την πραγματική οικονομία λειτουργώντας ως τροχοπέδη στην προώθηση ενός βιώσιμου αναπτυξιακού προγράμματος, με έμφαση την κοινωνική ευημερία και τη μείωση των ανισοτήτων».

Με άλλα λόγια, κενό γράμμα η περίφημη έξοδος, ακόμη κι αν είναι …καθαρή!

Πηγή:Περιοδικό Επίκαιρα

ΘΥΣΙΑ ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Από το 2010 μέχρι σήμερα κάθε συμφωνία με τους δανειστές εμφανίζεται σαν ο από μηχανής θεός που θα φέρει την ανάπτυξη της οικονομίας για να αποδειχθεί κάθε φορά το αντίθετο: ότι οι περικοπές δαπανών και οι νέοι φόροι οδηγούν σε βαθύτερη ύφεση.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Καμία πρωτοτυπία δεν διεκδικούσαν τα επιχειρήματα πίσω από τις πιέσεις προς την κυβέρνηση να κλείσει το συντομότερο δυνατόν τη δεύτερη αξιολόγηση: «Όσο καθυστερεί η συμφωνία τόσο επιδεινώνεται η κατάσταση της οικονομίας», ήταν το επιχείρημα που μονότονα επαναλαμβανόταν. Αξίζει παρ’ όλα αυτά να υπενθυμίσουμε ορισμένα απ’ όσα ειπώθηκαν μέχρι να φθάσουμε στην 18η Μαΐου 2017, οπότε το 4ο Μνημόνιο ψηφίστηκε από τη Βουλή με ισχνή πλειοψηφία μόλις 153 βουλευτών. Και αν επιμένουμε να χαρακτηρίζουμε το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα μέτρα ως Μνημόνιο, συμβαίνει για τον πολύ απλό λόγο ότι η χρονική ισχύς των μέτρων, που εκτείνεται ακόμη κι έως το 2021, ξεπερνάει κατά πολύ την ισχύ της τρέχουσας, τρίτης, δανειακής συμφωνίας και του συνοδευτικού τρίτου Μνημονίου που ψηφίστηκαν τον Αύγουστο του 2015 και θεωρητικά έληγαν τον Αύγουστο του 2018.

Μένοντας μόνο στα δημόσια πρόσωπα κι όχι σε όσα γράφτηκαν στις στήλες του Τύπου ή ειπώθηκαν στα μικρόφωνα από δημοσιογράφους, σταχυολογούμε τρεις δηλώσεις που δεν αξίζει να τις σκεπάσει η σκόνη του χρόνου. Η πρώτη δήλωση ανήκει στον ιδρυτή του Ποταμιού, Σταύρο Θεοδωράκη: «Αν δεν κλείσει άμεσα η αξιολόγηση, ναι, θα γυρίσουμε σε χειρότερες μέρες. 2,2 έως 3,1 δισεκ. θα χάσει η ελληνική οικονομία», τόνιζε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ειδήσεις στις 24 Φεβρουαρίου. Σχεδόν έναν μήνα μετά, στις 27 Μαρτίου, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, που έχει πάψει προ πολλού να είναι κόκκινο πανί για το κυβερνών κόμμα, σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα capital.gr δήλωνε, στο ίδιο κλίμα, για τη συμφωνία: «Πρέπει να κλείσει. Έχει καθυστερήσει αρκετά. Έχουμε ήδη τα πρώτα αρνητικά αποτελέσματα στην οικονομία. Νομίζω, αν θέλουμε να πιάσουμε τους στόχους φέτος, θα πρέπει η συμφωνία να κλείσει το συντομότερο δυνατό». Στη συνέχεια μάλιστα προχωρούσε και στην αποτίμηση του κόστους της καθυστέρησης στην πραγματική οικονομία που το ανέβαζε (άγνωστο πώς…) στο 0,6% του ΑΕΠ! Τελευταίος, μεταξύ πολλών άλλων, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Λετονός Βάλντις Ντομπρόβσκις, που μεταπήδησε στις Βρυξέλλες μετά από μια ταπεινωτική παραίτησή του από το αξίωμα του πρωθυπουργού στη χώρα του. Μιλώντας σε συνέδριο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Επιχειρηματικότητας στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε, στις 21 Απριλίου, ο Λετονός αντιπρόεδρος συνέδεσε και αυτός την ολοκλήρωση της αξιολόγησης με την πορεία της οικονομίας: «Είναι σημαντικό να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος το συντομότερο δυνατό, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας θα συνεχιστεί και ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές το 2018». Παρεμπιπτόντως να αναφερθεί πως, στο πρώτο Μνημόνιο του 2010, ο στόχος για την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές είχε τεθεί το 2012. Έξι χρόνια νωρίτερα από τη νέα ημερομηνία-στόχο…

Δεν περνάει απαρατήρητο το συνεχές των εγκωμίων στις συμφωνίες που υπογράφει κάθε ελληνική κυβέρνηση, από το 2010 ακόμη, με τους πιστωτές. Αυτό το συνεχές στη μια του πλευρά, που προηγείται χρονικά της συμφωνίας κι έχει ως σημείο εκκίνησης την έναρξη των διαπραγματεύσεων και σημείο λήξης την ψήφιση στη Βουλή, κοσμείται από εκπροσώπους των δανειστών, της αντιπολίτευσης και του Τύπου, οι οποίοι πιέζουν για κλείσιμο των διαπραγματεύσεων με κάθε κόστος. «Συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι», επαναλαμβάνεται σταθερά χωρίς ίχνος ντροπής από τραπεζίτες, τηλεοράσεις και σύσσωμο το νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, που στα αιτήματα των Θεσμών διακρίνει τις χρόνιες διεκδικήσεις εργοδοτικών οργανώσεων, εν προκειμένω, για χαλάρωση της εργασιακής νομοθεσίας. Στην άλλη άκρη του το συνεχές έχει την κυβέρνηση, που με εκπληκτική ακρίβεια επτά χρόνια τώρα, ανεξαρτήτως αν στον άχαρο ρόλο του εκπροσώπου βρίσκεται ο Γ. Πεταλωτής, ο Γ. Μουρούτης ή ο Δ. Τζανακόπουλος παίρνει τη σκυτάλη την ημέρα της ψήφισης των προαπαιτουμένων και βγαίνει στα κανάλια να προπαγανδίζει, ως γενόμενα, όσα υπόσχονταν πως θα συμβούν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι καναλάρχες. Το αποτέλεσμα είναι πριν και μετά την υπογραφή κάθε συμφωνίας ο τρόμος για το ενδεχόμενο μη υπογραφής να διαδέχεται τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις για την ανάπτυξη.

…Τόσο το χειρότερο για την αλήθεια

Ωστόσο, αυτή η εκπληκτικού συγχρονισμού επικοινωνιακή παράσταση, που ανεβαίνει απαράλλακτη εδώ και επτά χρόνια (παρότι τηλεοπτικοί σταθμοί-οικονομικά μεγαθήρια οι οποίοι έκαναν σλόγκαν τους το δίλλημα «μνημόνιο ή χρεοκοπία» χρεοκόπησαν και κραταιά κόμματα-στυλοβάτες του πολιτικού συστήματος επί δεκαετίες καταποντίστηκαν εκλογικά) έχει μια μικρή αδυναμία: δεν επιβεβαιώνεται από την οικονομική πραγματικότητα! Όλα δηλαδή τα στοιχεία, αν κάτι δείχνουν, είναι ότι η εξίσωση δεν βγαίνει. Δηλαδή, οικονομική ανάπτυξη (χωρίς μάλιστα να εξετάζουμε έννοιες όπως κοινωνική ευημερία που κοντεύουν να ισοδυναμούν με τρομοκρατία) και συμφωνίες με τους δανειστές έχουν καταστεί έννοιες αλληλοαποκλειόμενες, προς επιβεβαίωση μιας δραματικής διεθνούς εμπειρίας που θέλει κάθε χώρα η οποία πιάστηκε στη μέγγενη των δανειστών να ψυχορραγεί οικονομικά. Διαφορετικά ειπωμένο, ή συμφωνίες με τους δανειστές ή οικονομική ανάπτυξη, είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τη μνημονιακή επταετία που ζήσαμε και δεν φαίνεται να τελειώνει σύντομα.

Το συμπέρασμα ότι η υποταγή στους πιστωτές φέρνει ύφεση υπογραμμίζει η άνευ όρων παράδοση των ελληνικών κυβερνήσεων στους δανειστές. Όπως πολύ παραστατικά είπε ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος από το βήμα της Βουλής την ημέρα της ψήφισης του 4ου Μνημονίου, από το 2010 έχουν υπογραφεί 3 Μνημόνια, με το 1ο να περιλαμβάνει 5 επικαιροποιήσεις, το 2ο να συνοδεύεται από 4 επικαιροποιήσεις και το υπάρχον 3ο μέχρι στιγμής από 2 επικαιροποιήσεις. Το επιχείρημά του παρόλα αυτά – ότι δηλαδή το πολυνομοσχέδιο που υπέγραψε η κυβέρνηση δεν αποτελεί Μνημόνιο, γιατί τότε θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε Μνημόνια και τις 14 προηγούμενες συμφωνίες (Μνημόνια και επικαιροποιήσεις) και να μετράμε έτσι στην πλάτη μας 14 Μνημόνια – πάσχει από μια μικρή αδυναμία: παραγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε άλλη επικαιροποίηση κινούνταν στον χρονικό ορίζοντα της χρηματοδοτικής συμφωνίας. Μπορεί μάλιστα η εφαρμογή να προβλεπόταν για το διηνεκές, χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη επιστροφής στο προηγούμενο-προμνημονιακό καθεστώς κατά τη λήξη του «προγράμματος διάσωσης», εν τούτοις ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχαμε συμφωνία που να προβλέπει νέες περικοπές, επιπλέον των συμφωνηθέντων, 1, 2 και 3 χρόνια μετά το πέρας της συμφωνίας ως όρο για να εκταμιευθούν δόσεις της υπάρχουσας συμφωνίας, όπως αυτές που ψήφισαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στη μείωση των συντάξεων που θα υποστούν περίπου 900.000 άτομα μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς στις κύριες και τις επικουρικές και θα ξεκινήσει να ισχύει από το 2019 και στη μείωση του αφορολόγητου ορίου που θα ισχύσει από το 2020, χρεώνοντας κατά μέσο όρο 600 ευρώ κάθε φορολογούμενο.

Μιλούμε επομένως για 4ο Μνημόνιο (μετά το 3ο που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2015 και λήγει τον Αύγουστο του 2018), το οποίο εκτείνεται μέχρι και το 2021. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι δεν συνοδεύεται από χρήματα, ακόμη κι αυτά που ουδέποτε έφθαναν σε πραγματική μορφή στην Αθήνα για να καλύψουν δημόσιες δαπάνες, αλλά μόνο για να επιστραφούν στους πιστωτές. Μας δάνειζαν για να τους πληρώνουμε, κοινώς. Τυπικότατη περίπτωση οι χρεωπιστώσεις που συνόδευσαν την τελευταία αξιολόγηση, με τα χρήματα της δόσης ύψους 7 περίπου δισεκ. να έχουν από καιρό «κρατηθεί» για να πληρωθούν στις 20 Ιουλίου ομόλογα που διατηρούσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνολικής αξίας 3.868 δισεκ. ευρώ, ιδιώτες πιστωτές αξίας 2.089 δισεκ. και δόσεις στο ΔΝΤ ύψους 290 εκατομμυρίων. Ούτε καν λοιπόν τέτοιο «πέτσινο» χρήμα δεν συνόδευε το 4ο Μνημόνιο, που ψηφίστηκε στις 18 Μαΐου.

Πληρώσαμε …μόνο 78 δισεκατομμύρια

Το κόστος της συμμόρφωσης με τους όρους των πιστωτών, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών του Αλ. Τσίπρα που διεκδίκησε μάλιστα την ηγεσία της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο των 53 μέχρι να διαπιστώσει ότι σε μια μνημονιακή κυβέρνηση είναι πιο εύκολο να παριστάνει ο πρωθυπουργός την εσωτερική αντιπολίτευση παρά ο υπουργός Οικονομικών, ανέρχεται συνολικά σε 78 δισεκ. ευρώ. Εξ αυτών μάλιστα τα 63 δισεκ. αφορούσαν τα δύο πρώτα Μνημόνια (2010-2015) και τα 14 δισεκ. τα δύο επόμενα (2015-2021), του ΣΥΡΙΖΑ. Καμάρωνε μάλιστα επειδή τα Μνημόνια ΠΑΣΟΚ και ΝΔ επιμεριζόμενα κατά έτος στοίχιζαν περισσότερα απ’ όσο στοιχίζουν τα Μνημόνια του ΣΥΡΙΖΑ!

Μπροστά σε έναν τέτοιον καταιγισμό δισεκατομμυρίων ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν σεβάστηκε τις υποχρεώσεις της και δεν τίμησε την υπογραφή της, όπως λένε όσοι προσπαθούν να ρίξουν στην από δω μεριά του γηπέδου την πέτρα του αναθέματος; Πολιτικοί και εκπρόσωποι των πιστωτών, κατά κανόνα, που προσπαθούν να συγκαλύψουν μια απλή αλήθεια: ότι όσο η Ελλάδα εφάρμοζε τη μια περικοπή μετά την άλλη τόσο βυθιζόταν στην ύφεση! Έτσι, φθάσαμε από το 2010 μέχρι το 2017 η Ελλάδα να έχει καταγράψει ένα ανυπέρβλητο παγκόσμιο ρεκόρ, χάνοντας το ένα τέταρτο του προϊόντος της! Επομένως είναι πολλά τα δισεκατομμύρια που χωρίζουν τα 231 δισεκ. του ΑΕΠ του 2009 μέχρι τα 176 του 2016, ώστε να συνεχίζουν οι οπαδοί της γραμμής «συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι» να υποστηρίζουν πως το κλείσιμο της αξιολόγησης φέρνει ανάπτυξη κι η παράταση των διαπραγματεύσεων φέρνει ύφεση…

Η θετική σχέση που συνδέει την ύφεση με την υποταγή στους πιστωτές, αντίθετα με τους δικούς τους ισχυρισμούς που συμπυκνώνονται στη διαχρονική ρήση «όσο πιο γρήγορα πιούμε το πικρό χάπι τόσο πιο γρήγορα θα αναρρώσουμε», επιβεβαιώνεται κι από ποιοτικά στοιχεία που επικεντρώνονται στις περίφημες μεταρρυθμίσεις οι οποίες υποτίθεται θα έφερναν τη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Μόλις τον Απρίλιο του 2017, για παράδειγμα, ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της ΕΕ σε ανάρτηση στο προσωπικό του ιστολόγιο υμνούσε τον Αλ. Τσίπρα επειδή έχει εφαρμόσει περισσότερα από 200 μνημονιακά μέτρα από το καλοκαίρι του 2015. «Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί;», αναρωτιόταν όλος ικανοποίηση, ενθυμούμενος προφανώς την πύρινη αντιμνημονιακή ρητορεία που χάρισε στο ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία το 2015. Επομένως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μέμφεται το ΣΥΡΙΖΑ για επίδειξη ολιγωρίας ή ότι «ροκάνιζε το χρόνο» για να μην αναλάβει το πολιτικό κόστος της στρατηγικής επιλογής του να μετατραπεί στο κατ’ εξοχήν κόμμα των πιστωτών στην Ελλάδα.

Θα αδικούσαμε ωστόσο τις άοκνες προσπάθειες που κατέβαλαν τα «παλαιομνημονιακά κόμματα», αν παραβλέπαμε τις δικές τους επιδόσεις στην υλοποίηση των περίφημων αιρεσιμοτήτων που συνόδευσαν την πρώτη (2010) και τη δεύτερη (2012) δανειακή σύμβαση: από την απελευθέρωση των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων, όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλείται ο εμπεδωμένος νεοφιλελευθερισμός, και τη μείωση μισθών και ημερομισθίων, μέχρι την κάθετη μείωση του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης που συνέβαλε στην εκτόξευση της ανεργίας. Οι αναδιαρθρώσεις που συντελέστηκαν στην ελληνική οικονομία ήταν τόσο ριζικές, ώστε το 2013 ο ΟΟΣΑ αναγνώρισε πως «από το 2009-2010, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό προσαρμοστικότητας στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ»! Επομένως η Ελλάδα κατάπιε το πικρό χάπι, ξανά και ξανά, υπογράφοντας επί της ουσίας εν λευκώ αλλεπάλληλα μνημόνια και επικαιροποιήσεις (που μόνο επικαιροποιήσεις δεν ήταν, καθώς πρόσθεταν κάθε φορά νέα μέτρα), χωρίς όμως η υποταγή να οδηγήσει σε ανάπτυξη της οικονομίας! Κι ας το υπόσχονταν κατ’ επανάληψη όσοι εμφάνιζαν την υποταγή ως σωτηρία…

Λαγούς με πετραχήλια έταζε το ΙΟΒΕ

Από το χρονικό των ματαιωμένων υποσχέσεων δεν θα μπορούσαν να λείπουν και επιστημονικές, υποτίθεται, έρευνες οι οποίες προέβλεπαν ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας θα έτρεχε σαν αφιονισμένο άλογο κούρσας, αν εφάρμοζε τις μεταρρυθμίσεις. Το 2010, συγκεκριμένα, σε έκθεσή του, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, με επικεφαλής τότε τον σημερινό διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, είχε εκτιμήσει ότι η απελευθέρωση των οδικών εμπορευματικών μεταφορών θα έδινε μπόνους στην ανάπτυξη ύψους 13,2% για 5 ολόκληρα χρόνια! Επιπλέον, θα μείωνε τα κόμιστρα από 1,5% έως 2,5% ετησίως, τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή ακόμη και κατά 0,3% ετησίως, ενώ θα αύξανε τον αριθμό των επιχειρήσεων στον κλάδο ακόμη και κατά 2% ετησίως, την απασχόληση έως 4% κάθε χρόνο και την παραγωγικότητα έως 2,5%! Όλα αυτά που αποδείχθηκαν στην πιο αθώα εκδοχή πομφόλυγες (και στην πιο καχύποπτη, προσπάθεια ωραιοποίησης μιας ζοφερής κατάστασης) τα υποστήριζε δημόσια το ΙΟΒΕ πριν επτά χρόνια! Τη συνέχεια την ξέρουμε, με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και την επώδυνη υλοποίηση των πιο άγριων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που έχουν εφαρμοστεί επί ευρωπαϊκού εδάφους, όπως για παράδειγμα η οριζόντια μείωση μισθών και ημερομισθίων που επιβλήθηκε με το δεύτερο Μνημόνιο τον Φεβρουάριο του 2012 και οι αλλεπάλληλες μειώσεις συντάξεων, που έφεραν ύφεση κι όχι ανάπτυξη της οικονομίας!

Επομένως οι υποσχέσεις ανάπτυξης, ως ανταμοιβή της υπογραφής των συμφωνιών με τους δανειστές, είναι αυθαίρετες και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, γιατί η εμπειρία έχει δείξει ακριβώς το αντίθετο!

Παρεμπιπτόντως, αν δεν απολογήθηκαν ποτέ γι’ αυτήν τους την κορυφαία ασυνέπεια πολιτικοί και Μέσα ενημέρωσης, που συνεχίζουν να υπόσχονται ανάπτυξη ως την επιβράβευση της υποταγής στους πιστωτές, ας αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που πάει τόσο στραβά στον χώρο της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, ώστε κανείς να μη νιώθει την υποχρέωση να ελέγχεται για όσα υπόσχεται. Αλλά και κανείς να μην ελέγχει!

Παρόλα αυτά, το 2017 η οικονομία θα αναπτυχθεί. Για πρώτη φορά μάλιστα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Κατά 2,7% προέβλεπε ο κρατικός προϋπολογισμός του τρέχοντος έτους και κατά 1,8% προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 που ψηφίστηκε μαζί με το 4ο Μνημόνιο. Μικρή σημασία, ωστόσο, έχει η διαφορά που παρατηρείται στις εκτιμήσεις. Ας κρατήσουμε ότι για πρώτη φορά το ΑΕΠ θα αρχίσει να διευρύνεται. Άραγε, δικαιώνει αυτή η πρόβλεψη την επιλογή της κυβέρνησης να υπογράψει μια ακόμη επονείδιστη συμφωνία με τους δανειστές; Μπορούμε, με άλλα λόγια, να θεωρήσουμε ότι ακόμη κι αν πράγματι τα εμπειρικά έως τώρα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν τη θετική σχέση μεταξύ της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης και της μεγέθυνσης της οικονομίας, η σχέση αυτή αλλάζει πρόσημο από δω και στο εξής, δικαιώνοντας τη συμμόρφωση στους πιστωτές;

Τα φαινόμενα απατούν

Τέσσερα γεγονότα, κατά την άποψή μου, υπογραμμίζουν ότι κι εδώ τα φαινόμενα δεν προσφέρονται για όρκους αιώνιας πίστης και αφοσίωσης…

Πρώτο, ας λάβουμε υπ’ όψη μας ότι οι προβλέψεις την τελευταία επταετία έχουν αποδεχθεί πολύ πιο άπιστες από τα φαινόμενα. Όσα χρόνια διαρκεί η εφαρμογή των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής στην Ελλάδα, οι αποτυχημένες προβλέψεις είναι πολύ πιθανό να ξεπερνούν τις εύστοχες. Να θυμίσουμε για παράδειγμα ότι το 1ο Μνημόνιο του 2010 προέβλεπε πως ο ρυθμός μεγέθυνσης το 2012 θα ήταν θετικός, κατά 1,1%, όπως επίσης και τα δύο επόμενα χρόνια: κατά 2,1% και το 2013 και το 2014. Ανάπτυξη στο ύψος του 2,5% για το 2014 προέβλεπε και το 2ο Μνημόνιο του 2012. Τι συνέβη; Μείωση κατά 7,3% το 2012, 3,2% το 2013 και μηδενικοί ρυθμοί το 2014. Για την ανεργία, πιστωτές και ελληνικές κυβερνήσεις ήταν πολύ πιο γενναιόδωροι στις προβλέψεις τους. Μείωση από το ανώτερο επίπεδο του 2012 (15,3%) το 2013 στο 14,9% και το 2014 στο 14,6% προέβλεπε το 1ο Μνημόνιο. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή με την ανεργία να φθάνει σε σχεδόν διπλάσια ποσοστά, στο 27%…

Την ενδημική νόσο των (μονίμως επί τα χείρω) αναθεωρήσεων των ελληνικών στατιστικών σχολίασε πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ (IMF Country report No. 17/40), η οποία αναζητούσε τις πραγματικές αιτίες: «παρότι τα στατιστικά στοιχεία έχουν βελτιωθεί από το 2010, μεγάλες και απότομες δημοσιονομικές προσαρμογές έχουν περιπλέξει τις δημοσιονομικές προβολές. Αρνητικές αναθεωρήσεις της αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν πιο συχνές και μεγάλες στην Ελλάδα, απ’ οπουδήποτε αλλού στη ευρωζώνη. Καθοδικές αναθεωρήσεις στην ετήσια μεγέθυνση παρατηρήθηκαν σε περισσότερες από μία στις τρεις δημοσιεύσεις στοιχείων, σε σύγκριση με λιγότερες από μία στις τέσσερις στην υπόλοιπη ευρωζώνη κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001-2014».

Κατά συνέπεια, παρότι ακούγεται βαρύ, δεν πρέπει να παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά τις προβλέψεις τους. Τις περισσότερες φορές είναι «γονατογραφήματα» και υπηρετούν κοντόφθαλμες μάχες εντυπώσεων.

Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 
2014 2015 2016 2017 2018 2019 2020 2021
ΑΕΠ 0,4 -0,2 0 1,8 2,4 2,6 2,3 2,2
Ποσοστό ανεργίας Έρ. Εργ. Δυναμικού 26,5 24,9 23,5 22,8 21,6 20,1 18,9 18,1

 

Δεύτερο, οι προβλέψεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας, όπως εμφανίζονται στον συνοδευτικό πίνακα, δεν θα επιδέχονταν καμιά αμφιβολία αν τα δισεκατομμύρια, αντί να πέσουν στην μαύρη τρύπα των πλεονασμάτων, διοχετεύονταν στην πραγματική οικονομία. Αν, για παράδειγμα, αυξανόταν το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που μένει παγωμένο, στα 6,75 δισεκ. ευρώ για το 2017 και το 2018 και στα 7,3 δισ. για την επόμενη 3ετία: 2019 έως 2021. Μάλιστα τα χρήματα αυτά να δίνονταν, όχι στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων με την ΕΕ προγραμμάτων, όπου η κατεύθυνσή τους εξυπηρετεί στρατηγικές αμφίβολης αποτελεσματικότητας, αλλά σε δραστηριότητες που θα αύξαναν τα πολλαπλασιαστικά οφέλη εντός της χώρας. Να στόχευαν, ενδεικτικά, στην αναζωογόνηση των ναυπηγείων. Τότε θα αποκτούσε νόημα η πολυσυζητημένη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και η προβλεπόμενη μείωση της ανεργίας το 2021 στο 18,1% (που και πάλι παραμένει διπλάσια από τα προ κρίσης επίπεδα) δεν θα ήταν όνειρο θερινής νυκτός, αλλά μια πάρα πολύ πιθανή εξέλιξη.

Επομένως, όσο η προτεραιότητα θα βρίσκεται στα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή στην εξυπηρέτηση των δανειστών, τόσο η διαφαινόμενη μεγέθυνση της οικονομίας και η βελτίωση των συναφών μεγεθών (επενδύσεις, βιομηχανική παραγωγή, απασχόληση, κ.ά.) θα είναι ασταθής και οριακή.

Τρίτο, η κυκλική κίνηση αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό κάθε οικονομίας. Κατ’ επέκταση ήταν θέμα χρόνου να σημειωθεί μια ανοδική στροφή όπως αυτή που είναι ήδη σε εξέλιξη, αργά και βασανιστικά, από το τέλος του 2016. Μάλιστα, αν το ζητούμενο ήταν μια ποσοτική μεταβολή των αριθμών, πρέπει να ομολογήσουμε ότι για πρώτη φορά αυτή σημειώθηκε στα τέλη του 2014, για να διακοπεί το 2015.

Να γίνουμε Μεξικό!

Τέταρτο και τελευταίο: πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πράγματι οι νεοφιλελεύθερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις διατηρούν θετική σχέση με την ανάπτυξη της οικονομίας, κατά έναν τρόπο ωστόσο που ελάχιστες φορές ομολογείται δημόσια από τους διαπρύσιους υποστηρικτές τους. Υπάρχουν, συγκεκριμένα, διεθνή κεφάλαια που, ως προϋπόθεση για να επενδύσουν, θέτουν την επιστροφή στον Μεσαίωνα: Μεσαίωνα εργασιακό, Μεσαίωνα ασφαλιστικό, Μεσαίωνα περιβαλλοντικό, Μεσαίωνα συνδικαλιστικό, ακόμη και Μεσαίωνα δημοκρατικό. Οι μακιλαδόρας στο Μεξικό, όπως αποκαλούνται οι ζώνες ελεύθερου εμπορίου στα βόρεια σύνορα της χώρας, αποτελούν ένα απτό παράδειγμα της σχέσης μεταξύ διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Μέρι και απειλές για αυξημένη φορολογία επιστράτευσε ο Τραμπ για να ανακόψει το αδιάλειπτο ρεύμα των επενδύσεων της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας νότια του Ρίο Γκράντε. Η ανυπαρξία συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ώστε κάθε εργαζόμενος να είναι υποχείριο της εργοδοσίας, η δυνατότητα ομαδικών απολύσεων, ώστε όποια στιγμή επιλέγει κάθε επιχείρηση να κλείνει χωρίς κόστος και να εξαφανίζεται, και η δυνατότητα εν λευκώ μπαζώματος αρχαιοτήτων και προστατευόμενων περιοχών φυσικής ομορφιάς χωρίς αμφιβολία θα μετέτρεπαν την Ελλάδα σε μαγνήτη για επενδύσεις. Κι αν όχι όλων, σίγουρα των πιο ρυπογόνων και εντάσεως εργασίας βιομηχανικών μονάδων.

Μόνο που ακόμη κι αν συμβούν όλα αυτά, αν δηλαδή το πείραμα αποδώσει, τότε ούτε αυτές οι μονάδες θα είναι τόσες πολλές ώστε να κάνουν τη διαφορά, να επιστρέψουν για παράδειγμα την ανεργία στα επίπεδα του 2007, ούτε – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – μια τέτοια ανάπτυξη θα μπορούσε να φέρει την κοινωνική ευημερία. Με μισθούς στο επίπεδο των 250 ευρώ, στο οποίο είχε κρίνει ο επικεφαλής του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν, μιλώντας στο ευρωκοινοβούλιο, ότι πρέπει να φθάσουν οι αποδοχές στην Ελλάδα για να είναι συγκρίσιμες με των άλλων βαλκανικών χωρών, ακόμη και μια κοινωνία πλήρους απασχόλησης, θα ήταν ταυτοχρόνως μια κοινωνία πλήρους εξαθλίωσης. Όχι κοινωνία ευημερίας.

Προς επίρρωση του συμπεράσματος – ότι ο εξευτελισμός των μισθών σε επίπεδα Κίνας μπορεί να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις, αλλά δεν εγγυάται την ανάπτυξη –είναι πολύτιμα τα στοιχεία που συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση European Attractiveness Survey, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 24 Μαΐου και εξετάζει τις Ξένες Άμεσες Επενδύσεις. Το πρώτο συμπέρασμα είναι πως η Ελλάδα βρίσκεται στα τελευταία σκαλοπάτια της διεθνούς κατάταξης: στην 34η θέση μεταξύ 44 χωρών. Το δεύτερο συμπέρασμα διαψεύδει όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να μειώσουμε το κόστος εργασίας για να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις, καθώς οι τρεις χώρες που συγκέντρωσαν τις περισσότερες μόνο για το φθηνό κόστος εργασίας δεν φημίζονται: Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία και Γαλλία έχουν αμοιβές πολλαπλάσιες των ελληνικών. Παρόλα αυτά συγκέντρωσαν πάνω από το ήμισυ των συναφών εισροών, καταγράφοντας 1.144, 1.063 και 779 νέες επενδύσεις. Πλήγμα στο επιχείρημα όσων υπερασπίζονται την πτώση των μισθών (των άλλων) αποτελεί και το ρεκόρ της Σουηδίας στην αύξηση των ξένων επενδύσεων από χρόνο σε χρόνο, καθώς το 2016 η χώρα κατέγραψε αύξηση κατά 76%. Το τρίτο συμπέρασμα που συνάγεται από τη μελέτη της έκθεσης είναι κι αυτό αποδομητικό των νεοφιλελεύθερων εξαγγελιών. Συγκεκριμένα, από τις 13 ξένες άμεσες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν, οι 8 αφορούσαν τον χρηματοοικονομικό κλάδο (ούτε προστιθέμενη αξία αφήνει στον τόπο, ούτε φημίζεται και για τα πολλαπλασιαστικά του αποτελέσματα…), ενώ όλες μαζί δημιούργησαν 111 νέες θέσεις εργασίας! Μήπως επομένως γίνεται πολλή φασαρία για το τίποτε; Μήπως δηλαδή οι ξένες επενδύσεις δεν είναι η πολύφερνη νύφη, όπως τις παρουσιάζουν;

Στη βάση των παραπάνω φαίνεται ότι η προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να αποδείξει ότι αυτοί μπορούν να φέρουν την ανάπτυξη εκεί όπου οι άλλοι αποτυγχάνουν, περισσότερο ευσεβή πόθο αποτελεί. Η επιχείρηση καλλωπισμού μιας εκτρωματικής πολιτικής περικοπών και φορομπηξίας, έτσι ώστε η κοινωνία να μάθει να ζει με τα συσσίτια, είναι καταδικασμένη να πέσει στο κενό…

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία τεύχος 14, καλοκαίρι 2017.

Το success story …επανέρχεται!

Το σχέδιο που με ζήλο υπερασπίζονται όπου βρεθούν και σταθούν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θα μπορούσε να ονομαστεί και «η επιστροφή του Αντώνη Σαμαρά» ή η «νεκρανάσταση του success story».

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Για όποιον έχει ξεχάσει, θυμίζουμε πώς ήταν το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας το 2014: επιτέλους(!) στο βάθος του τούνελ έλαμπε φως, η εποχή των Μνημονίων έφθανε στο τέρμα της και η διαφαινόμενη οικονομική ανάπτυξη θα θεράπευε τις πληγές που άνοιξε η υπαγωγή της Ελλάδας στη μέγγενη των δανειστών το 2010. Οι δρακόντειοι όροι που θα συνόδευαν τη συζητούμενη τότε συμφωνία για ένταξη της Ελλάδας σε μια πιστοληπτική γραμμή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή τα νέα μέτρα λιτότητας που προέβλεπε το περίφημο πλέον μέιλ Χαρδούβελη προς τους πιστωτές αποτελούσαν ασήμαντες λεπτομέρειες σε σύγκριση με την επιβράδυνση της πτωτικής πορείας ή την αλλαγή κατεύθυνσης που σημείωναν κρίσιμοι οικονομικοί δείκτες.

Το ουσιαστικό ωστόσο ήταν πως οι ποσοτικές αλλαγές δεν προμήνυαν κλείσιμο του κύκλου της κρίσης, δηλαδή επιστροφή στα προ κρίσης δεδομένα. Το σημαντικότερο επίσης ήταν πως οι ορατές – αν και οριακές – αυτές αλλαγές αφορούσαν την οικονομία και μόνο. Στο κοινωνικό επίπεδο οι απώλειες των μισθωτών συνεχίζονταν και παγιώνονταν και η όποια ανάκαμψη συντελούνταν στη βάση των κατακρεουργημένων δικαιωμάτων τους, τα οποία θα συνέχιζαν να είναι σκιά εκείνων του παρελθόντος.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα, που η χιλιοεπαναλαμβανόμενη αύξηση του ΑΕΠ χρησιμοποιείται άλλοτε σαν βάλσαμο κι άλλοτε σαν πέπλο συγκάλυψης της φτώχειας, της υπερφορολόγησης, της αυξανόμενης εκμετάλλευσης και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας.

Αξίζει να δούμε γιατί χαίρονται και χαμογελούν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ την ίδια ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί το θλιβερό προνόμιο κάθε αρνητικού ρεκόρ στις ευρωπαϊκές στατιστικές. Το πιο πρόσφατο «τρόπαιο» που ύψωσε θριαμβευτικά στον αέρα η κυβέρνηση αφορούσε τη διαβεβαίωση για την αύξηση του ΑΕΠ [και] από τα χείλη του Ευρωπαίου Επιτρόπου Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος εξακολουθεί ακούραστα κι ανυποψίαστα να χειροκροτείται στον ρόλο του «καλού». Οι δηλώσεις του έγιναν μετά το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της 20ής Φεβρουαρίου, όταν η κυβέρνηση αποδέχθηκε τελικά να ψηφίσει οικονομικά μέτρα για μετά το 2019, παρότι διαβεβαίωνε για το αντίθετο. Δεν περνάει μάλιστα καθόλου απαρατήρητο πως οι Ευρωπαίοι σπεύδουν κάθε φορά να υπερθεματίσουν, μεγεθύνοντας κάθε υποψία βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων, μήπως και με αυτό τον τρόπο εμφανίσουν ότι η πολιτική τους δεν γεννάει μόνο… πόνο, αλλά και επιτυχίες.

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 2 Φεβρουαρίου, ήταν ο υπερ-Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Νίκος Παπάς, σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Ε, που τα εμφάνιζε όλα ρόδινα. Με βάση τα δικά του λόγια, ΑΕΠ, βιομηχανική παραγωγή, επενδύσεις, εξαγωγές και κατανάλωση διαρκών αγαθών αυξάνονται, ενώ θετικά είναι τα μηνύματα κι από το μέτωπο της απασχόλησης, καθώς τη διετία 2015-2016 δημιουργήθηκαν 232.000 θέσεις εργασίας. Πάντα με τα δικά του λόγια. Ας εξετάσουμε επομένως τι έχει καταγραφεί με βάση τις επίσημες στατιστικές στα συγκεκριμένα αυτά μέτωπα.

Έχει τεράστια σημασία να περιγράψουμε το πλαίσιο. Να υπενθυμίσουμε με άλλα λόγια το πρωτοφανές βάθος και τη διάρκεια, δηλαδή τον ιστορικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης. Τα περιέγραψε πολύ πρόσφατα και παραστατικά το ΔΝΤ, στην έκθεση που δημοσιοποίησε στις 6 Φεβρουαρίου 2017, συγκρίνοντας την ελληνική κρίση με την Ασιατική (που έπληξε την Ινδονησία, την Κορέα και την Ταϋλάνδη), την κρίση της ευρωζώνης και την μεγάλη ύφεση των ΗΠΑ. Οκτώ χρόνια έχουν περάσει από τις υψηλότερες επιδόσεις που είχαν καταγραφεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα κι η τεθλασμένη γραμμή σέρνεται ακόμη στον «πάτο», όταν οι ΗΠΑ μετά το 1929 χρειάστηκαν μόλις 7 χρόνια για να επιστρέψουν στα προ της κρίσης επίπεδα.

Πηγή: ΔΝΤ

Προϊόν ασθενές και αβέβαιο

Με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (14.2.2017), το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2016 μειώθηκε 0,4% σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2016, ενώ αυξήθηκε κατά 0,3% σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2015. Φαίνεται επομένως πως δεν έχουμε να κάνουμε με μια ρωμαλέα και αδιαμφισβήτητη μεγέθυνση του προϊόντος, όπως θα περίμενε κανείς μετά από μια τόσο μεγάλη και παρατεταμένη βουτιά, αλλά με μια αύξηση ασθενή και ευάλωτη στη συγκυρία.

Επιπλέον, αν έπρεπε να επαινέσουμε μια κυβέρνηση για την αύξηση που καταγράφηκε στην τριμηνιαία άνοδο του ΑΕΠ, τότε θα έπρεπε να συγχαρούμε την προηγούμενη, γιατί επί των ημερών της καταγράφηκε η πρώτη βελτίωση πριν τον καταποντισμό του 2015, που ήταν μάλιστα κι ανώτερη της τωρινής, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε.

Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή

Συγκεκριμένα η «ανωτερότητα» του Σαμαρά έναντι του Τσίπρα, για όποιον θέλει να αναγάγει σε κριτήριο οικονομικής επιτυχίας την εξέλιξη του ΑΕΠ, φαίνεται από την αξία του, καθώς το ΑΕΠ έφθασε στο υψηλότερο σημείο του επί της σημερινής κυβέρνησης το τρίτο τρίμηνο του 2016 (44,371 δις ευρώ). Υπολειπόταν ωστόσο αισθητά της νεοδημοκρατικής επίδοσης κατά το τρίτο τρίμηνο του 2014 (45,013 δις ευρώ). Αν επομένως ο Ν. Παπάς δεν ψάρευε σε θολά νερά, ποντάροντας στην άγνοια των ακροατών του, θα όφειλε να αναγνωρίσει ότι ο Τσίπρας ήρθε δεύτερος∙ προηγήθηκε ο Σαμαράς…

Ωστόσο, πέραν του ποσοτικού υπάρχει και το ποιοτικό στοιχείο: Η αύξηση του μεγέθους της πίτας, δηλαδή του κοινωνικού προϊόντος, δεν συνεπάγεται αυτόματα πως το κάθε κοινωνικό στρώμα κι η κάθε κοινωνική τάξη θα δουν το μερίδιο που τους αναλογεί να αυξάνεται αναλογικά. Κάλλιστα μια κοινωνική μερίδα μπορεί να δει τη θέση της να επιδεινώνεται, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους συνταξιούχους, που έχουν υποστεί πρωτοφανείς απώλειες στις συντάξεις τους. Γιατί από τη μεριά τους να χειροκροτήσουν μια αύξηση του ΑΕΠ;

Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ το 2017 και στο μέλλον, τη δική του σημασία έχει ένα ακόμη ρεκόρ, το οποίο κατέκτησε η Ελλάδα με την αρωγή των δανειστών της: το χρυσό μετάλλιο στις αρνητικές αναθεωρήσεις! Και πάλι με βάση όσα αποκαλυπτικά αναφέρει η έκθεση του ΔΝΤ: «Οι αρνητικές αναθεωρήσεις της πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ ήταν συχνότερες και μεγαλύτερες στην Ελλάδα απ’ οπουδήποτε αλλού στην ευρωζώνη. Πτωτικές αναθεωρήσεις στην ετήσια αύξηση της παραγωγής γίνονταν σε περισσότερες από 1 στις 3 δημοσιεύσεις στοιχείων, έναντι λιγότερων από 1 στις 4 για την υπόλοιπη ευρωζώνη την περίοδο 2001-2014. Οι αναθεωρήσεις ήταν μεγαλύτερες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης και με σταθερό τρόπο μεροληπτικά καθοδικές (-0,6% κατά μέσο όρο, έναντι 0,2% για την ευρωζώνη)».

Ας μην θεωρούμε επομένως ως θέσφατο κάθε δήλωση ή πρόβλεψή τους.

Βιομηχανική παραγωγή: ό,τι απέμεινε

Η βιομηχανική παραγωγή τον Δεκέμβριο του 2016 πράγματι κατέγραψε μια ασυνήθιστη αύξηση έναντι όλων των προηγούμενων μηνών του έτους. Ακόμη κι έτσι όμως, ο δείκτης του ετήσιου κύκλου εργασιών στη βιομηχανία ανήλθε στο 86,72% του επιπέδου του 2010, που κι αυτό ήταν έτος κρίσης. Αν συγκρίναμε με το 2007, που η βιομηχανική παραγωγή ήταν στο υψηλότερο επίπεδο της προ κρίσης εποχής (123,08%), οι επιδόσεις του 2016 είναι σχεδόν 40% χαμηλότερες.

Η ελεύθερη πτώση που παρατηρείται στη βιομηχανική παραγωγή της Ελλάδας προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση αν τη συγκρίνουμε με την αυξανόμενη τάση επιστροφής της βιομηχανίας στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και στην ΕΕ.

Κι από επενδύσεις …αποεπένδυση!

Ανησυχία προκαλεί και η πορεία των επενδύσεων, καθώς η μείωση του κεφαλαιακού αποθέματος, όπως καταγράφεται στον πίνακα που ακολουθεί είναι θεαματική. Η αποεπένδυση σημαίνει γήρανση του κεφαλαιακού εξοπλισμού και λιγότερες θέσεις εργασίας για το μέλλον.

Καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα Ελλάδας, σε τιμές 2010

2010 2011 2012 2013 2014 2015 2016 2017
857,2 851,9 839 825,9 812,3 797,6 784,5 774,9

Πηγή: Ameco

Πηγή: Ameco

Σημασία ωστόσο, για το επιχειρηματικό μοντέλο που αναδεικνύεται από τις στάχτες της κρίσης, έχει και το είδος των επενδύσεων που γίνονται. Με βάση μελέτη της Endeavor Greece, που είδε το φως της δημοσιότητας στις αρχές Φεβρουαρίου, το κυρίαρχο υπόδειγμα θέλει έναρξη επαγγέλματος να κάνουν μαζικά καφετέριες, μπαρ και σουβλατζίδικα κι από την άλλη, σε λήξη εργασιών να προχωρούν εργοστάσια. Η έρευνα στηρίχθηκε σε στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου και έδειξε πως το 84% των νέων επιχειρήσεων από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2016 δραστηριοποιούνταν σε μαζική εστίαση, διασκέδαση, λιανεμπόριο και λογιστικές συμβουλευτικές υπηρεσίες. Η μεγαλύτερη συρρίκνωση, αντίθετα, παρατηρήθηκε στο λιανεμπόριο, τη μεταποίηση και τις κατασκευές.

Εύκολα επομένως αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω πως το μέλλον έχει πολύ αέρα…

Εξαγωγές: ζήτω το 2014!

Σε ό,τι αφορά το διεθνές εμπόριο,  με βάση ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (9.1.2017) για τις εμπορικές συναλλαγές της Ελλάδας τον μήνα Νοέμβριο, πράγματι οι επιδόσεις του 2016 υπερβαίνουν τις επιδόσεις του 2015. Ωστόσο και πάλι υπολείπονται εκείνων του 2014. Είτε εξετάσουμε τις εξαγωγές συμπεριλαμβανομένης της αξίας των πλοίων (2,216 δις) ή εξαιρουμένης αυτής (2,203 δις ευρώ), το επίπεδο του 2014 (2,342 και 2,300 αντίστοιχα) δεν έχει επιτευχθεί.

Κατανάλωση: κάθε χρόνο και χειρότερα!

Το τρίτο τρίμηνο του 2016, η πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε κατά ένα ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό της τάξης του 5,7%.  Όπως πολύ σωστά όμως παρατήρησε ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του στις 2 Φεβρουαρίου 2016, «μια προσεκτική ανάλυση των κύριων προσδιοριστικών παραγόντων της ιδιωτικής κατανάλωσης, δείχνει μείωση του καθαρού (μετά από φόρους και εισφορές) διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά 2,1%, όταν τα δύο αυτά μεγέθη, σε όλα τα προηγούμενα τρίμηνα, κινούνται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση». Επομένως η αυξημένη κατανάλωση δεν προέρχεται από αυξημένα εισοδήματα, μιας κι αυτά αποδεδειγμένα μειώνονται. Γνωρίζοντας ότι μειώνεται επίσης και η τραπεζική χρηματοδότηση, συμπεραίνεται ότι η αυξημένη κατανάλωση προέρχεται είτε από τραπεζικές αναλήψεις ή από χρήματα που υπάρχουν στα… σεντούκια, αν έχει μείνει τίποτε ακόμη. Και οι δύο αυτές πηγές ωστόσο αντιπροσωπεύουν εισοδήματα που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν. Κατ’ επέκταση, οι λόγοι που αυξάνεται η ιδιωτική κατανάλωση έπρεπε να είναι πηγή ανησυχίας κι όχι να εμφανίζονται ως πηγή αισιοδοξίας, όπως τις εμφανίζει ο Ν. Παπάς. Πολύ περισσότερο, όταν δειγματοληπτικές έρευνες φέρνουν στην επιφάνεια την κατάσταση παρατεταμένης οικονομικής ασφυξίας που ζουν τα νοικοκυριά. Από πολλές απόψεις χρήσιμη (και αποδομητική του ισχυρισμού του Ν. Παπά) είναι η έρευνα καταναλωτών που δημοσιεύεται στην τετραμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ (αρ. τεύχους 86, Ιανουάριος 2016). Από τις απαντήσεις των ερωτηθέντων φαίνεται ότι πλέον ένα μονοψήφιο μόνο ποσοστό αποταμιεύει κι αυτό μάλιστα αποταμιεύει μικροποσά, ενώ πολλοί περισσότεροι είναι όσοι πάνε στον γκισέ και τα ΑΤΜ για αναλήψεις!

Απασχόληση: μερική κι εκ περιτροπής!

Όσον αφορά την ανεργία, πράγματι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σε σχέση με το 2014. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα που παραθέτουμε, τον Νοέμβριο του 2016 έφθασε το 23% έναντι 24,5% τον Νοέμβριο του 2015.

 

Το σημαντικότερο ωστόσο εδώ δεν είναι η σύγκριση του ποσοστού ανεργίας με το παρελθόν (δεδομένου ότι εξακολουθεί να παραμένει σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο από το ιστορικό  υψηλό της ανεργίας στην Ελλάδα), αλλά οι σοβαρότατες ποιοτικές μεταβολές που έχουν συντελεστεί στο εργασιακό τοπίο. Βασικό τους γνώρισμα έχουν την έκρηξη της επισφάλειας, που μετατρέπει την ελληνική αγορά εργασίας πιθανώς στην πιο νεοφιλελεύθερη της Ευρώπης κι ας παραμένουν ακόμη σε ισχύ φιλεργατικοί νόμοι που όμως δεν εφαρμόζονται.

Τρία στοιχεία είναι αρκετά για να δείξουν ότι η αξιοπρεπής διαβίωση όλο και λιγότερο θα ταυτίζεται στο εξής με την εργασία. Πρώτο, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των νέων προσλήψεων αφορά ευέλικτες θέσεις εργασίας. Τον Ιούλιο του 2016 για παράδειγμα, με βάση στοιχεία του συστήματος Εργάνη, από τις 201.793 προσλήψεις οι 78.432 (38,87%) αφορούσαν μερική απασχόληση κι οι 30.859 (15,29%) εκ περιτροπής εργασία. Δεύτερο, 125.000 εργαζόμενοι πληρώνονται με μισθό κατώτερο των 100 ευρώ τον μήνα, φέρνοντας στην επιφάνεια τη δημιουργία μιας νέας γενιάς επισφαλώς εργαζομένων που ως βδομαδιάτικο έχουν 25 ευρώ! Ποια ανάγκη να καταφέρουν να καλύψουν με αυτά τα ψιχία; Φαγητό, τσιγάρα, καφέ, εισιτήρια για τα μέσα μεταφοράς; Τρίτο, 400.000 εργαζόμενοι με βάση στοιχεία που αναγράφονται στις φορολογικές τους δηλώσεις δεν αμείβονται καν! Πάνε κι έρχονται στην εργασία τους με την ελπίδα να μην κλείσει, μήπως έτσι καταφέρουν και λάβουν κάποτε τα δεδουλευμένα… Ταυτόχρονα νέες γενιές εργοδοτών εθίζονται στη δωρεάν εργασία, αναβιώνοντας προκαπιταλιστικές μορφές ωμής εκμετάλλευσης…

Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, όπως υλοποιήθηκε με τους μνημονιακούς νόμους και τη σχεδιασμένη αποδυνάμωση και περιθωριοποίηση των Επιθεωρήσεων Εργασίας (ώστε να μην υπάρχουν επιτόπιοι έλεγχοι) προηγείται της επικείμενης ανάκαμψης, βεβαιώνοντας ότι δεν θα συνοδεύεται από κοινωνικό μέρισμα, όπως συνέβαινε εν πολλοίς στο παρελθόν. Στο εξής η μεγέθυνση της πίτας θα τροφοδοτεί μεγαλύτερα κομμάτια αποκλειστικά και μόνο για την ελίτ, που θα δει τη θέση της να βελτιώνεται περαιτέρω. Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη κι αν υλοποιηθεί η πρόβλεψη της κυβέρνησης για μεγέθυνση της τάξης του 2,7% το τρέχον έτος, αυτό δεν θα σημάνει τίποτε το θετικό όσο το καθεστώς απορρύθμισης της εργασίας ισχυροποιείται κι οι μισθοί μειώνονται. Κι έτσι το success story της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, τρία χρόνια μετά το success story της ΝΔ, αποδεικνύεται εξ ίσου κάλπικο…

Μάρτιος 2017

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος 13, Άνοιξη 2017

Μείωση της ανεργίας δια της απαξίωσης της εργασίας

«Για να γίνει κατανοητή η “υστέρηση” σκεφτείτε έναν ελαστικό ιμάντα. Αν ο ελαστικός ιμάντας τεντωθεί από μια ισχυρή δύναμη, θα χάσει οριστικά την αρχική του μορφή. Το σχήμα του ιμάντα έχει αλλοιωθεί για πάντα από το βάρος αυτής της δύναμης».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Και για όποιον δεν κατάλαβε για ποιόν χτυπά η καμπάνα, υπάρχει και η επεξήγηση: «Όταν η ανεργία είναι υψηλή για μια μακρά χρονική περίοδο, τότε το σχήμα της αγοράς εργασίας μεταβάλλεται. Εν δυνάμει εργάτες χάνουν τις ειδικότητές τους ή η τεχνολογία και άλλες οικονομικές δυνάμεις τους καθιστούν απαρχαιωμένους. Όταν έρχεται η ανάκαμψη, δεν είναι σε θέση να ενταχθούν. Μακροχρόνια ή δομικά επίπεδα ανεργίας εδραιώνονται και ο δυναμισμός της οικονομίας φθίνει».

Δεν μπορούσαν να περιγράψουν με πιο παραστατικό τρόπο οι Financial Times τα βαρίδια που κουβαλάει μαζί της η ανάπτυξη στην ευρωζώνη και τον τρόπο που η συρρίκνωση της χρησιμοποιούμενης εργασίας από το κεφάλαιο θέτει αξεπέραστα όρια στους ρυθμούς μεγέθυνσης. Στην πράξη συρρικνώνει την εν δυνάμει μεγέθυνση, με αποτέλεσμα κάθε κύκλος συσσώρευσης, που ακολουθεί κάθε κρίση, να παράγει λιγότερα κέρδη και μικρότερη αύξηση του ΑΕΠ.

Αφετηριακό ωστόσο σημείο στην έρευνα της βρετανικής εφημερίδας είναι ένας νεολογισμός που έρχεται να εκφράσει μια παλιά μεν τάση, η οποία ωστόσο κάθε φορά εμφανίζεται με διαφορετικούς όρους. Το όνομα αυτής τη σήμερον… υστέρηση. «Ο προβληματισμός είναι ότι η κρίση ήταν τόσο βαθιά και παρατεταμένη ώστε η αγορά εργασίας δε θα ανακάμψει πλήρως και περισσότεροι άνθρωποι θα πεταχτούν έξω από τον κόσμο της εργασίας οριστικά. Ο τεχνικός όρος για αυτό είναι “υστέρηση” – μια έννοια που οικονομολόγοι έχουν δανειστεί από τη φυσική».

Το ενδιαφέρον για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη επανήλθε με αφορμή μια σημαντική εξέλιξη που σημάδεψε το πρώτο τρίμηνο του 2017, όταν ο αριθμός των εργαζομένων Ευρωπαίων για πρώτη φορά ξεπέρασε το επίπεδο που βρισκόταν πριν την κρίση. Στην ευρωζώνη συγκεκριμένα το Μάιο η ανεργία μειώθηκε στο 9,3%. Κάπου εδώ όμως σταματούν τα καλά νέα και αρχίζουν οι στατιστικές για την ποιότητα των θέσεων εργασίας… Υπό το βάρος στοιχείων που δείχνουν ότι η υπο-απασχόληση φτάνει το 18%, είναι δηλαδή διπλάσια από την ανεργία, ότι όλο και περισσότεροι μερικά απασχολούμενοι δηλώνουν πώς θα προτιμούσαν να εργάζονται με πλήρες ωράριο (εξ ανάγκης με άλλα λόγια καταλήγουν στα 3ωρα και τα 4ωρα) κι ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος των προσλήψεων αφορά προσωρινές θέσεις εργασίας, ακόμη κι ο Μάριο Ντράγκι έφτασε να παραδεχθεί ότι έχουμε να κάνουμε με «χαμηλής ποιότητας θέσεις εργασίας».

Αυτό που δεν είπε ωστόσο είναι πώς η υποβάθμιση της ανθρώπινης εργασίας δεν είναι κάτι πρόσκαιρο που θα διορθωθεί όπως διορθώθηκε και το ύψος της ανεργίας. Η απαξίωση της ανθρώπινης εργασίας ήταν και συνεχίζει να είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για την έξοδο από την κρίση!

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν