Με νέα αυτοπεποίθηση οι Παλαιστίνιοι (Επίκαιρα 2/6/2011)

Από πρώτη ματιά η κινητικότητα που παρατηρήθηκε στο Παλαιστινιακό το προηγούμενο δεκαήμερο, με αφορμή τις ομιλίες του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα και του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρά τα πρωτοσέλιδα που τροφοδότησε, τίποτε το καινούργιο δεν έφερε. Ενδεχομένως να σήμανε και οπισθοδρόμηση. Κατά βάθος όμως έφερε στην επιφάνεια την αυτοπεποίθηση που έχει στρατοπεδεύσει για τα καλά από την μεριά των Παλαιστινίων, ως άμεσο αποτέλεσμα της παρατεταμένης αραβικής άνοιξης.

Η κατηγορηματική θέση του αμερικανού προέδρου στη διάρκεια ομιλίας του στις 19 Μαΐου ότι «τα σύνορα του Ισραήλ και της Παλαιστίνης πρέπει να στηριχθούν στα όρια του 1967 με αμοιβαία συμφωνηθείσες ανταλλαγές» γαιών προκάλεσε θετική έκπληξη. Στην πραγματικότητα δεν ήταν η πρώτη φορά που η αμερικανική διαμεσολάβηση ξεκινούσε από αυτό το σημείο, των συνόρων του 1967. Το 2000 για παράδειγμα οι «παράμετροι» του Μπιλ Κλίντον όπως συζητήθηκαν στο Καμπ Ντέιβιντ μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης υπέθεταν πως το μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος θα ενσωμάτωνε το 94% – 96% της Δυτικής Όχθης ενώ θα υπήρχαν και ανταλλαγές γαιών για το υπόλοιπο μέρος. Παρόλα αυτά ποτέ άλλοτε δεν έχει δηλωθεί επισήμως από την Ουάσινγκτον ότι η επιστροφή στα σύνορα που υπήρχαν στις 4 Απρίλη του 1967 αποτελεί βάση των διαπραγματεύσεων. Η ενόχληση του ισραηλινού πρωθυπουργού που δήλωσε κατά τη διάρκεια ομιλίας του στις 24 Μάη στα δύο αμερικανικά κοινοβουλευτικά σώματα ότι η επιστροφή σε εκείνα τα σύνορα είναι «αβάσιμη», απορρίπτοντας έτσι την πρόταση, αποτέλεσε αδιάψευστο μάρτυρα για την στροφή του αμερικανού προέδρου.

Ήταν όμως μια στροφή που δεν κράτησε παρά λίγα 24ωρα και ακυρώθηκε ακαριαία, από τον ίδιο τον Μπαράκ Ομπάμα, μιλώντας από το πιο κατάλληλο σημείο: Το βήμα του μεγαλύτερου εβραϊκού λόμπι που δρα στις ΗΠΑ, του AIPAC, κατά τη διάρκεια του ετήσιου συνεδρίου του. Εκεί ο Ομπάμα έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη να ληφθούν υπ’ όψη οι «δημογραφικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία 40 χρόνια»! Τι εννοούσε; Τον παράνομο εποικισμό της Δυτικής Όχθης από Εβραίους της διασποράς που υποκινήθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν για να εγκατασταθούν στην κατεχόμενη παλαιστινιακή γη, παρά και ενάντια στις επανειλημμένες αποφάσεις του ΟΗΕ, μόνο και μόνο για να αλλοιώσουν την πληθυσμιακή σύνθεση της διαφιλονικούμενης περιοχής και να μπορεί τώρα όχι μόνο το Ισραήλ αλλά και οι ΗΠΑ να επικαλούνται τα «τετελεσμένα». Όπως κατ’ αναλογία συμβαίνει και με την κατεχόμενη Κύπρο από τη μεριά της Άγκυρας…

Η σιωπή του Ομπάμα

Δεν είναι όμως μόνο η (διορθωτική στο περιεχόμενό της) δήλωση του αμερικανού προέδρου που μετέτρεψε σε κενό γράμμα την αναφορά στα σύνορα του 1967. Είναι και οι παραλείψεις, οι εκκωφαντικές σιωπές του απέναντι σε όσα δήλωσε ο ισραηλινός πρωθυπουργός επί αμερικανικού εδάφους, που ήρθαν να επιβεβαιώσουν την βούληση της Ουάσινγκτον να συνεχίσει να ταυτίζεται με το σιωνιστικό καθεστώς, υπονομεύοντας το κύρος και την απήχησή της στην ευρύτερη περιοχή. Ο Μπαράκ Ομπάμα λοιπόν άφησε ασχολίαστες τις ακόλουθες δηλώσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου: Πρώτο, την απαίτησή του να αποδεχθούν οι Παλαιστίνιοι ένα εβραϊκό κράτος. Αίτημα που ισοδυναμεί με την δημιουργία ενός «εθνικά καθαρού» δηλαδή ρατσιστικού κράτους που θα νομιμοποιήσει νέα ρατσιστικά πογκρόμ κατά των Αράβων που ζουν στο Ισραήλ, ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, παρότι ξεπερνούν το 20%. Δεύτερο, ο Ομπάμα αποδέχτηκε την έμμεση αλλά σαφή απόρριψη του αιτήματος των Παλαιστινίων για επιστροφή των προσφύγων που διώχθηκαν το 1948 και τα επόμενα χρόνια από τη γη τους και την ανακήρυξη ως πρωτεύουσας του νέου κράτους τους της ανατολικής Ιερουσαλήμ, την οποία οι σιωνιστές χαρακτηρίζουν αδιαίρετη και συστατικό στοιχείο του κράτους τους. Πρόκειται για δύο αιτήματα που σε συνδυασμό με το στόχο δημιουργίας κράτους στα σύνορα του 1967 αποτελούν σταθερό πλαίσιο αλλεπάλληλων ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Ο Μπαράκ Ομπάμα ωστόσο κώφευσε απέναντι σε αυτά! Τρίτο, ο ισραηλινός πρωθυπουργός έθεσε ως προϋπόθεση για διαπραγματεύσεις την ακύρωση της συμφωνίας που υπογράφτηκε στις 4 Μαΐου μεταξύ της Φατάχ, που ελέγχει τη Δυτική Όχθη και της Χαμάς (την οποία ταύτισε με την Αλ Κάιντα) που ελέγχει τη Γάζα. Η Χαμάς όμως είναι νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση. Επίσης, αν αυτή η συμφωνία αποτελεί εμπόδιο για τις διαπραγματεύσεις γιατί τόσα χρόνια που οι δύο αυτές οργανώσεις βρίσκονταν σε πολεμική αναμέτρηση μεταξύ τους το Ισραήλ δεν προχωρούσε σε συμφωνία επίλυσης του Παλαιστινιακού με τη Φατάχ, που είναι πιο μετριοπαθής; Αξίζει μάλιστα να θυμίσουμε πως κι όσο ζούσε ο Γιασέρ Αραφάτ, πριν δηλαδή πεθάνει κάτω από εντελώς αδιευκρίνιστες συνθήκες, το Ισραήλ αρνούταν να συζητήσει με τους Παλαιστίνιους θέτοντας ως προϋπόθεση και τότε την αντικατάσταση του Αραφάτ. Ο Αραφάτ απομακρύνθηκε χωρίς ωστόσο να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Και τώρα επανέρχεται η ίδια δικαιολογία… Τέλος αν η Χαμάς δεν χωράει στο «δημοκρατικό πλαίσιο» του Νετανιάχου, πως χωράει ο ακροδεξιός εξτρεμιστής υπουργός Εξωτερικών του, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, που μεταξύ πολλών άλλων έχει απειλήσει τους Άραβες του Ισραήλ με ομαδική απέλαση και φυλάκιση εάν χρησιμοποιούν τον όρο «Νάκμπα» όπως χαρακτηρίζεται η καταστροφή του 1948 με την βίαιη εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους;

Τρέχουν να προλάβουν

Παρόλα αυτά, δεδομένου δηλαδή ότι τίποτε νεώτερο δεν κόμισε στη συζήτηση ο αμερικανός πρόεδρος έτσι ώστε να ξεκολλήσουν οι συνομιλίες, η πρωτοβουλία του δεν ήταν τυχαία, ούτε υπόθεση δημοσίων σχέσεων. Τρεις πολύ συγκεκριμένοι λόγοι επέβαλαν την ανακίνηση του Παλαιστινιακού από την μεριά του Λευκού Οίκου.

Ο πρώτος είναι εσωτερικής κατανάλωσης και σχετίζεται με τις λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές, που θα διεξαχθούν το Νοέμβρη. Εδώ ο Μπαράκ Ομπάμα ακολούθησε την πεπατημένη όλων των προηγούμενων προέδρων που, εν είδει πρωτοκόλλου, ξεκινούν την προεκλογική εκστρατεία με μια υπόσχεση επίλυσης του Παλαιστινιακού. Ο Μπιλ Κλίντον το έκανε με το Καμπ Ντέιβιντ, ο Τζορτζ Μπους με τις συνομιλίες της Ανάπολις, κοκ.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με την πρωτοβουλία της Παλαιστινιακής Αρχής να αναζητήσει την αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους από μια σειρά χώρες, όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία, με θετικά μέχρι στιγμής αποτελέσματα. Η προοπτική να θέσει το θέμα η Αρχή στην ετήσια Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβρη προκαλεί ήδη ανατριχίλα σε Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ δεδομένου ότι τουλάχιστον 170 από τις 192 χώρες (όλες σχεδόν δηλαδή οι αραβικές, μουσουλμανικές και αναπτυσσόμενες) είναι σίγουρο, με βάση ανάλυση των Financial Times την Παρασκευή 27 Μαΐου, ότι θα ψηφίσουν υπέρ της αναγνώρισης του παλαιστινιακού κράτους. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία της Παλαιστινιακής Αρχής συνιστά μια τομή με το παρελθόν της καθώς παύει να πιστεύει πως υπάρχει περίπτωση να λυθεί το θέμα με τη συμβολή των Αμερικάνων και επιλέγει να το διεθνοποιήσει, «ακουμπώντας» στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Παρότι κανείς δεν έχει αυταπάτες για το ρόλο των Ηνωμένων Εθνών, την επιρροή που ασκούν δηλαδή οι ΗΠΑ στην πολιτική τους, η πρωτοβουλία της Αρχής συνιστά πλήγμα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική καθώς χάνει πλέον το μονοπώλιο των διαπραγματεύσεων. Η πρωτοβουλία του Ομπάμα επομένως έρχεται να ανακόψει αυτή την ταχύτητα πριν λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Τους «έπιασε» η άνοιξη

Ο τρίτος και σημαντικότερος λόγος που ανάγκασε τον Λευκό Οίκο να παρέμβει στο Παλαιστινιακό σχετίζεται με την αυξημένη αυτοπεποίθηση των Παλαιστινίων. Η αραβική άνοιξη μέχρι στιγμής έχει φέρει σε άσχημη θέση το Ισραήλ. Το άνοιγμα του περάσματος της Ράφας στα σύνορα της Γάζας με την Αίγυπτο, με πρωτοβουλία της Αιγύπτου, η ελπιδοφόρα συμφωνία μεταξύ Φατάχ και Χαμάς που τερμάτισε τον εμφύλιο μεταξύ των Παλαιστινίων, που κι αυτή ολοκληρώθηκε χάρη στην παρέμβαση της Αιγύπτου, και η πίεση που δέχονται όλα τα νέα και παλιά αραβικά καθεστώτα να στηρίξουν τον αγώνα των Παλαιστινίων δίνουν ώθηση στους Παλαιστίνιους να απαιτήσουν τα δικαιώματά τους κι αναγκάζουν την Ουάσινγκτον να δείξει ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες τους. Έστω κι αν η παρέμβασή της δεν στοχεύει πουθενά αλλού παρά στην διαιώνιση του σημερινού νεο-αποικιακού στάτους κβο…

Γάζα: χίλιες και μία νύχτες… πόνου κι ελπίδας (Πριν 29 Μαρτίου 2010)

Μόνη της η Γάζα, όπως συμβαίνει όλα τα τελευταία χρόνια, τίμησε στις 14 Μάρτη την συμπλήρωση χιλίων ημερών από την έναρξη του δολοφονικού εμπάργκο που κήρυξε το Ισραήλ για να το υιοθετήσουν στη συνέχεια όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: Από τις ΗΠΑ και την ΕΕ μέχρι τη Ρωσία. Ο αποκλεισμός της Γάζας, που ισοδυναμεί με συλλογική τιμωρία ενός ολόκληρου λαού, επειδή ψήφισε τη Χαμάς στις καθόλα νόμιμες και δημοκρατικές εκλογές, είχε ως αποτέλεσμα 3.500 επιχειρήσεις και μικροβιοτεχνίες να βάλουν λουκέτο, η ανεργία να έχει σκαρφαλώσει στο 80%, το μέσο καθημερινό εισόδημα των Παλαιστινίων να φθάνει τα 2 δολ., το 50% των παιδιών να υποφέρουν από υποσιτισμό και αναιμία και 500 άνθρωποι μέχρι στιγμής, ένας κάθε δεύτερη μέρα, να πεθαίνει λόγω έλλειψης φαρμάκων και παντελούς ανυπαρξίας των πιο απλών υποδομών υγείας – με μοναδική εξαίρεση το έργο ανθρωπιστικών οργανώσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο η διεθνής καμπάνια Ένα καράβι για τη Γάζα που ανοίγει… πανιά στο τέλος Απρίλη με απώτερο στόχο να σπάσει έστω και για μια στιγμή το δολοφονικό αποκλεισμό, δίνοντας μήνυμα ελπίδας στους 1,5 εκ. Παλαιστινίους που ζουν στην μεγαλύτερη ανοιχτή φυλακή του κόσμου, αποκτά τεράστια σημασία. Τα καράβια που θα αποπλεύσουν για τη Γάζα από την Ελλάδα κι άλλες χώρες της περιοχής θα είναι η έμπρακτη μορφή αλληλεγγύης των λαών, το δικό τους μήνυμα αντίστασης στο νεο-φασιστικό κράτος του Ισραήλ και τη διεθνή κοινότητα που υποστηρίζει τα εγκλήματά του. Έστω, κι αν η στήριξη προς το εβραϊκό κράτος γίνεται με όλο και λιγότερη προθυμία, όπως δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις με τη δημόσια αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ισραήλ και τις πρωτοβουλίες εκ νέου ενεργοποίησης του Κουαρτέτου (ΟΗΕ, ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία) στην κατεύθυνση εξεύρεσης λύσης στο Παλαιστινιακό και δημιουργίας κράτους εντός δύο ετών, όπως ρητά ανέφεραν μετά τη συνάντησή τους στη Μόσχα την Παρασκευή 19 Μαρτίου.

Η θετική αυτή εξέλιξη, η αίσια έκβαση της οποίας μένει ν’ αποδειχθεί, είναι αποτέλεσμα τεσσάρων παραγόντων. Αρχικά του απαράμιλλου ηρωισμού των καθημερινών ανθρώπων και των δυνάμεων της αντίστασης στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, που κατάφεραν να καταστήσουν αναποτελεσματική ακόμη κι αυτή την βάρβαρη μέθοδο του αποκλεισμού. Κατά δεύτερο, του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η ενδοτική Παλαιστινιακή Αρχή καθώς η γραμμή συμβιβασμού που ακολούθησε απομάκρυνε και δεν έφερε πιο κοντά το στόχο δημιουργίας Παλαιστινιακού κράτους. Ο τρίτος λόγος που ανάγκασε ΗΠΑ, ΕΕ και Ρωσία να παρέμβουν σχετίζεται με τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει το ίδιο το Ισραήλ καθώς η στρατηγική του έχει κάνει όλο τον κόσμο να το μισεί χαρακτηρίζοντάς το πλέον ως αρχετυπικό δείγμα αποτυχημένου και επικίνδυνου για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια «κράτους – παρία». Τέλος είναι κι οι ίδιες οι αμερικανικές προτεραιότητες που μεταβάλλονται, επιφυλάσσοντας έναν διαφορετικό ρόλο στο μαντρόσκυλό τους στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ, ανεξαρτήτως φυσικά των άμεσων δικών του συμφερόντων.

Καθημερινές είναι σχεδόν οι συγκρούσεις που εξελίσσονται στη Δυτική Όχθη μεταξύ νεαρών Παλαιστινίων με τις δυνάμεις κατοχής του εβραϊκού κράτους. Αφορμή γι’ αυτή την τρίτη ή «λευκή Ιντιφάντα» όπως συχνά χαρακτηρίζεται αποτέλεσαν αλλεπάλληλες προκλήσεις του Ισραήλ που ως κοινό παρανομαστή είχαν την προσβολή των σημαντικότερων θρησκευτικών συμβόλων των μουσουλμάνων που βρίσκονται στην ανατολική Ιερουσαλήμ. Το τελευταίο, για παράδειγμα, κρούσμα συνέβη με αφορμή την δημιουργία μιας συναγωγής κοντά στο Όρος του Ναού που θεωρήθηκε το πρώτο βήμα για την ισραηλινή κατάληψη του Τεμένους του Αλ Ακσά και το μετέπειτα γκρέμισμά του, όπως επιδιώκουν υπερορθόδοξοι Εβραίοι και επιχειρεί το ισραηλινό κράτος με συγκαλυμμένες μεθόδους όπως υπόγειες ανασκαφές, που θα επιτρέψει την ανέγερση του Δεύτερου Ναού όπου θα πραγματοποιηθεί η Δευτέρα Παρουσία… Όλα αυτά φυσικά είναι αφορμές.

Η αιτία της οργής των Παλαιστινίων βρίσκεται στις συνεχείς προσπάθειες του Ισραήλ να εκδιώξει τους Παλαιστινίους από τη γη τους. Το επιδιώκει δε αυτό κυρίως με δύο αλληλοσυμπληρούμενους τρόπους: την επέκταση των εβραϊκών εποικισμών στη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, που ήδη στεγάζουν περισσότερους από 500.000 εβραίους, και την εκδίωξη των αράβων από την Ανατολική Ιερουσαλήμ με την ταυτόχρονη οικειοποίηση των περιουσιών τους, στο πλαίσιο της προσπάθειας αλλαγής του πληθυσμιακού χαρακτήρα και «εβραιοποίησης» της πόλης. Πρόκειται για δύο στόχους, στρατηγικής σημασίας, που σε συνδυασμό επίσης και με άλλα μέτρα όπως την δημιουργία του τείχους, ακυρώνουν για πάντα το στόχο δημιουργίας ανεξάρτητου και βιώσιμου Παλαιστινιακού κράτους ενώ προωθούν τα σιωνιστικά επεκτατικά σχέδια που ως ακρογωνιαίο λίθο έχουν την αναγόρευση ως πρωτεύουσας του Ισραήλ την «ενιαία και αδιαίρετη» κατά τους ίδιους Ιερουσαλήμ.

Η σταδιακή υλοποίηση έστω και με άπειρα εμπόδια αυτού του στόχου έχει φέρει σε πλήρες αδιέξοδο την Παλαιστινιακή Αρχή, καθώς αποδεικνύεται καθημερινά πως το σχέδιο συνεργασίας της με τις Ισραηλινές αρχές δεν έφερε καμιά βελτίωση στους όρους ζωής των Παλαιστινίων ούτε φυσικά συνέβαλε στη δημιουργία κράτους, με βάση τις προβλέψεις του ΟΗΕ: Στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων. Η ίδια η Αρχή για να ξεπεράσει τις κατηγορίες για συνεργασία με τις δυνάμεις κατοχής και αναποτελεσματικότητα έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες της στο στόχο συγκρότησης ενός θεσμικού πλαισίου που θα οδηγήσει στην δημιουργία παλαιστινιακού κράτος εντός δύο ετών, χωρίς ωστόσο να έχει λυθεί η παραμικρή εκκρεμότητα. Θα είναι ένα φαντασιακό κράτος εικονικής πραγματικότητας, όπως αυτό που είχαν αναγνωρίσει πολλές χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 με αποτέλεσμα στις πρωτεύουσές τους ακόμη και σήμερα να μη φιλοξενούνται διπλωματικές αντιπροσωπείες της Παλαιστινιακής Αρχής – όπως στην Αθήνα – αλλά κανονικές πρεσβείες, το οποίο όμως δεν θα μπορεί να εγγυηθεί ή να διαφυλάξει καν την κυριαρχία του ή την ανεξαρτησία του γιατί δεν θα υφίστανται ούτε στα χαρτιά. Θα είναι ένα κράτος – φούσκα που ως κύριο μέλημα θα έχει τη νομή της εξουσίας και την ιδιοποίηση της διεθνούς οικονομικής βοήθειας από τα διεφθαρμένα αργυρώνητα στελέχη της Αρχής.

Ήδη άλλωστε η Παλαιστινιακή Αρχή, λειτουργώντας ως κυβέρνηση κατοχικών ανδρεικέλων τύπου Τσολάκογλου, έχει εκχωρήσει την επιλογή και την εκπαίδευση των δικών της δυνάμεων ασφαλείας στους Αμερικάνους και το Ισραήλ. Δεν είναι υπερβολή. Πρόκειται για «τα παιδιά του Ντέιτον», όπου εδώ Ντέιτον δεν είναι η γνωστή αμερικανική βάση όπου υπογράφτηκε το 1995 η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη Βοσνία, αλλά αμερικανός στρατηγός που έχει αναλάβει την εκπαίδευση των ειδικών δυνάμεων της Παλαιστινιακής Αρχής. Λόγο δε για τη σύνθεση των επιλέκτων δεν είχε μόνο η Αρχή, αλλά οι Αμερικάνοι κι η ισραηλινή μυστική υπηρεσία Σιν Μπετ, που εξέτασε εξωνυχιστικά τα στοιχεία του κάθε υποψηφίου ξεχωριστά αποκλείοντας μάλιστα 20 άτομα, από το πρώτο τάγμα των 620 ανδρών, όπως έγραφε πολύ συγκεκριμένα η ισραηλινή εφημερίδα Χαάρετζ στις 6 Απρίλη 2008. Στην ίδια εφημερίδα αναφέρονταν τα λόγια του υπουργού Εσωτερικών της Αρχής κατά την τελετή αποφοίτησής τους: «Δεν είσαστε εδώ για να πολεμήσετε την Ισραηλινή πλευρά. Η σύγκρουσή μαζί της το μόνο που έχει προκαλέσει μέχρι τώρα είναι δεινά και κανένα θετικό αποτέλεσμα. Πρέπει να αποδείξετε στους Ισραηλινούς ότι είστε σε θέση να έχετε επιδόσεις κι επιτυχίες»!

Η Παλαιστινιακή Αρχή λοιπόν φαίνεται ότι έβγαλε τα συμπεράσματά της από την συντριπτική ήττα που υπέστησαν οι μισθοφόροι του Νταχλάν στη Γάζα τον Ιούνη του 2007 όταν πήγαν να ανατρέψουν τη νόμιμη κυβέρνηση της Χαμάς, και δημιούργησε ένα σώμα καλά εκπαιδευμένων πραιτοριανών, που θα λειτουργεί υπό τις οδηγίες των δυνάμεων κατοχής και στο στόχαστρό του θα έχει αποκλειστικά και μόνο τους Παλαιστίνιους. Ποτέ τους Ισραηλινούς!

Ο εβραϊκός στρατός εν τω μεταξύ θα απολαμβάνει την πλήρη ατιμωρησία για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου στα οποία επιδίδεται (όπως εμπεριστατωμένα περιέγραψε η έκθεση του δικαστή Γκολντστόουν που διεξήχθη κατά παραγγελία του ΟΗΕ) όχι μόνο με αφορμή τις πολεμικές του επιχειρήσεις αλλά και τις καθημερινές επιχειρήσεις τρομοκράτησης και καταστολής των Παλαιστινίων. Στο στόχαστρο του δε, βρίσκονται πριν απ’ όλους τα παιδιά, ακόμη και 12 χρονών. Πριν ακόμη τα επεισόδια στην ανατολική Ιερουσαλήμ πάρουν την έκταση των τελευταίων εβδομάδων, που οδήγησαν τον εβραϊκό στρατό να δολοφονήσει τέσσερις έφηβους διαδηλωτές το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, στις φυλακές του Ισραήλ είχαν οδηγηθεί 343 παιδιά της Παλαιστίνης που συνελήφθησαν ενώ πέταγαν πέτρες στις δυνάμεις κατοχής. Η κόλαση την οποία έζησαν και τα βασανιστήρια που υπέστησαν περιγραφόταν στον βρετανικό Ομπσέρβερ με τα πιο μελανά χρώματα: Ολονύχτια κράτηση σε κελί με δεμένα μάτια ενώ σε απόσταση αναπνοής υπήρχε δεμένο σκυλί που γάβγιζε απειλητικά και ασταμάτητα, στη συνέχεια μεταφορά σε άλλη φυλακή με ενήλικους έγκλειστους και στο τέλος υποχρέωση υπογραφής μιας ομολογίας που είχε συνταχθεί στα εβραϊκά τα οποία δεν γνώριζε, ενώ η υπό όρους αποφυλάκισή του έγινε δυνατή μόνο μετά την καταβολή από τον πατέρα του 2.000 σέκελ (540 δολ.) – ποσού μυθικού για έναν μέσο Παλαιστίνιο της Δυτικής Όχθης. Να αναφερθεί δε ότι τα παιδιά της Παλαιστίνης, σύμφωνα με τους νόμους του Ισραήλ, από τα 16 τους παύουν να είναι ανήλικοι και χαρακτηρίζονται ενήλικες – για να πέφτει πιο βαρύς ο πέλεκυς του νόμου στα κεφάλια τους, ενώ τα παιδιά του Ισραήλ διατηρούν το δικαίωμα να ενηλικιώνονται κανονικά, στα 18 τους…

Οι κτηνώδεις μέθοδοι που χρησιμοποιεί το μισητό εβραϊκό κράτος για να διαιωνίζει το αποικιακό καθεστώς κατοχής απέναντι στους Παλαιστίνιους εδώ και έξι δεκαετίες έχουν ως αποτέλεσμα όλο και συχνότερα το Ισραήλ να χαρακτηρίζεται «κράτος – παρίας»! Τελευταία φορά που ακούστηκε αυτός ο χαρακτηρισμός, ενδεικτικός της πλήρους απονομιμοποίησης του, δεν ήταν σε συγκεντρώσεις αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων! Αφορμή ήταν η συζήτηση που έγινε μετά την απόφαση του βρετανού υπουργού Εξωτερικών, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ, να απελαθεί ισραηλινός διπλωμάτης που σχετιζόταν με την υπόθεση παραχάραξης βρετανικών διαβατηρίων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από την Μοσάντ για την δολοφονία του στελέχους της Χαμάς στο Ντουμπάι.

Το Ισραήλ από την άλλη δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια, αντικρίζοντας τον διεθνή διασυρμό και την απονομιμοποίησή του στα μάτια όλου του κόσμου κι όχι μόνο των προοδευτικών ανθρώπων, όπως με ιδιαίτερη ορμή συντελείται τελευταία με αποκορύφωμα την εκστρατεία μποϋκοτάζ προϊόντων που παράγονται από το Ισραήλ κι εβραϊκές εταιρείες. Μια εκστρατεία που τοποθετεί το Ισραήλ στην ίδια μοίρα με το απάνθρωπο, ρατσιστικό καθεστώς του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Για να αντιμετωπίσει λοιπόν το Ισραήλ αυτή την καθόλου βολική κατάσταση ενεργοποιεί μια σειρά από αντιμέτρα, τα οποία περιγράφονται αναλυτικά σε πρόσφατη έκθεση, με ημερομηνία Μάρτιος 2010, του ιδρύματος Ρεούτ, την οποία έφερε στην επιφάνεια η καναδή αγωνίστρια, δημοσιογράφος και συγγραφέας Νάομι Κλάιν. Τα μέτρα αυτά «ενάντια στην απονομιμοποίηση» περιλαμβάνουν: Από την ενεργοποίηση των εργατικών συνδικάτων του Ισραήλ, φιλικών διανοουμένων στο εξωτερικό, Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που πρόσκεινται φιλικά και φυσικά της εβραϊκής διασποράς για την βελτίωση της δημόσιας εικόνας του Ισραήλ στο εξωτερικό μέχρι την εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ και τη στοχοποίηση συγκεκριμένων ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από κάθε καμπάνια, οι οποίοι θα διασύρονται προσωπικά. «Σήμερα η επίθεση στο Ισραήλ είναι “φθηνή” και βολική, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε μια πιο επικίνδυνη υπόθεση», αναφέρεται χαρακτηριστικά, το ισραηλινό κέντρο μελετών!!!

Διεθνής οργή για τα σχέδια επέκτασης των εβραϊκών εποικισμών

Το χειρότερο όμως για το Ισραήλ είναι ότι πλέον προκαλεί δυσφορία ακόμη και στον ίδιο τον ιμπεριαλισμό που δεν παύει να θεωρεί το ρατσιστικό εβραϊκό κράτος ως τον πλέον προνομιακό και στρατηγικό του σύμμαχο στη Μέση Ανατολή. Σε τακτικό επίπεδο όμως το Ισραήλ δεν διευκολύνει τα άμεσα σχέδια των ΗΠΑ στην τρέχουσα συγκυρία. Κάτι που φάνηκε πεντακάθαρα στις 9 Μάρτη, όταν την ίδια μέρα που ξεκίναγε το ταξίδι του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, στο Ισραήλ, την ίδια αυτή μέρα ανακοίνωνε η κυβέρνηση Νετανιάχου την ανέγερση 1.600 επιπλέον σπιτιών στον εποικισμό Ραμάτ Σλόμο της ανατολικής Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκονται μαζεμένα όλα τα υπερορθόδοξα ακροδεξιά αποβράσματα του διεθνούς Εβραϊσμού. Η ανακοίνωση προκάλεσε το μεγαλύτερο ρήγμα στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ, με τον αμερικανό αντιπρόεδρο να αποδοκιμάζει την ανακοίνωση, τον ειδικό απεσταλμένο του Ομπάμα, Τζορτζ Μίτσελ, να αναβάλει το προγραμματισμένο ταξίδι του στο Τελ Αβίβ και την αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών να επιβάλλει στον Νετανιάχου μετά από μια τηλεφωνική συνομιλία 45 λεπτών (στην οποία κυρίως άκουγε) να προβεί, σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, σε διορθωτικές δηλώσεις χωρίς φυσικά να ανακαλεί το σχέδιο επέκτασης των εποικισμών.

Η ανακοίνωση επέκτασης των εβραϊκών οικισμών ισοδυναμούσε με προσβολή προς τους Αμερικανούς γιατί ναρκοθετούσε την επανέναρξη των έμμεσων – δηλαδή, δι’ αντιπροσώπων – συνομιλιών μεταξύ Παλαιστινιακής Αρχής και Ισραήλ που είχε τροχιοδρομηθεί. Ο τελευταίος γύρος (άμεσων) διαπραγματεύσεων μεταξύ της Αρχής και του εβραϊκού κράτους – παρία τερματίστηκαν, με ευθύνη της Αρχής, λίγο πριν ξεκινήσει η επίθεση στη Γάζα, επ’ αφορμή την ανακοίνωση ενός άλλου τότε σχεδίου επέκτασης των εβραϊκών οικισμών. Η Αρχή μάλιστα τώρα για να αποφύγει το πολιτικό κόστος που επισείει το σύρσιμό της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτε από την τελευταία φορά που αποχώρησε, συνομιλώντας με μια κυβέρνηση του Ισραήλ που σταθερά υπονομεύει τον διάλογο, έβαλε την Αραβική Ένωση των 22 κρατών να αποφασίσει την επανέναρξη των έμμεσων συνομιλιών. Η απόφαση λοιπόν ψηφίσθηκε σηματοδοτώντας μια νέα υποχώρηση των αραβικών κρατών χωρίς κανένα αντάλλαγμα κι εκεί που ήταν έτοιμη η πανηγυρική ανακοίνωση έναρξης των διαπραγματεύσεων, το Ισραήλ τα τίναξε όλα στον αέρα προβαίνοντας στη γνωστή ανακοίνωση, την οποία μάλιστα επιβεβαίωσε ο Νετανιάχου από την Ουάσιγκτον μιλώντας στο βήμα του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι AIPAC και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον αμερικανό πρόεδρο Ομπάμα. Η υποβάθμιση της σημασίας της επίσκεψης του στον Λευκό Οίκο, όπως δηλώθηκε μέσω συμβολισμών (απουσία καλωσορίσματος, φωτογράφων και κοινής συνέντευξης Τύπου) ήταν το – καθόλου βαρύ – τίμημα που πλήρωσε το Ισραήλ.

Η ενόχληση των Αμερικανών από την αδιαλλαξία του Ισραήλ σχετίζεται με τις φιλοδοξίες που θρέφει ο Ομπάμα για μια συνολική επαναδιευθέτηση των σχέσεων στην Μέση Ανατολή. Ρόλο ελκυστήρα των αραβικών ολιγαρχιών σε αυτό το νέο σχέδιο επιθυμούσε να αποτελέσει η επίλυση του Παλαιστινιακού ή μια σχετική έστω επίλυση που από τα τρία αιτήματα (δημιουργία ανεξάρτητου και βιώσιμου κράτους, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ κι επιστροφή των προσφύγων) θα επιλύει άμεσα το πρώτο με ανταλλαγές γαιών, σε μια δεκαετία το δεύτερο και θα θυσιάζει το τρίτο. Σε σχέση με τη ακινησία των τελευταίων δεκαετιών ακόμη κι ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βαθιά τομή – όπως περίπου έγινε και με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση εντός των ΗΠΑ, όπου το πιο άνευρο και υποβαθμισμένο σχέδιο επέκτασης της ασφαλιστικής κάλυψης έγινε δεκτό με διθυράμβους. Το Ισραήλ όμως δεν επιθυμεί ούτε καν αυτό. Πώς να πείσει επομένως ο Ομπάμα τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, ότι η επικείμενη τοποθέτηση αμερικανού πρέσβη στη Δαμασκό, για πρώτη φορά μετά το 2005 όταν η Συρία κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι στο Λίβανο κι οι ΗΠΑ διέκοψαν τις σχέσεις μαζί της, μπορεί να αποτελέσει την αρχή της αναθέρμανσης των σχέσεών τους; Η απροθυμία του κράτους – τρομοκράτη του Ισραήλ (με διεθνές ρεκόρ στις καταδικαστικές αποφάσεις του ΟΗΕ) να συναινέσει στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, προδικάζει και την άρνησή του στην επιστροφή των Υψωμάτων του Γκολάν της Συρίας που παρανόμως κατέχει από το 1967. Επομένως η επαναδιευθέτηση μένει στα χαρτιά.

Στο πλαίσιό της φυσικά, που ορίζεται από την αποτυχία των εμπρηστικών μεθόδων Μπους, ο χαρακτήρας της αμερικανικής παρέμβασης στη Μέση Ανατολή δεν γίνεται λιγότερο απειλητικός για την ειρήνη. Το αντίθετο συμβαίνει, όπως βεβαιώνει κι ο πρόσφατος εξοπλισμός των πετρομοναρχιών του Περσικού Κόλπου με πυραύλους Πάτριοτ. Το ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να αξιοποιήσει τις εκρηκτικές αντιθέσεις του καθεστώτος Άσαντ, ώστε να το αποσπάσει αρχικά από την ιρανική επιρροή που αυτή τη στιγμή αποτελεί μονόδρομο για τη Συρία. Στη συνέχεια να απομονώσει την Τεχεράνη και να επιτρέψει τότε στο Ισραήλ να βομβαρδίσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, για να συνεχίσει το «κράτος – παρίας» να έχει το μονοπώλιο των πυρηνικών όπλων στην Μέση Ανατολή. Επίσης ριζοσπαστικές μαχητικές οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και το Λαϊκό Μέτωπο να χάσουν τα στηρίγματά τους και τους διαύλους τροφοδοσίας σε οπλισμό και πόρους που εξασφάλιζε επί δεκαετίες ο άξονας Ιράν – Συρίας και να συντριβούν από την στρατιωτική μηχανή Ισραήλ – ΗΠΑ.

Το τι θα γίνει στην πράξη απ’ όλα αυτά μένει τελικά να αποδειχθεί…

Ο φαρισαϊσμός του Ισραήλ (περ. Μετροπόλιταν 27-28 Μαρτίου 2010)

Σε ένα ρεσιτάλ προκλήσεων χωρίς τέλος επιδίδεται το Ισραήλ προσβάλλοντας  όχι μόνο τους Παλαιστινίους που ζουν στα κατεχόμενα και τα γειτονικά μουσουλμανικά κράτη, αλλά ακόμη και τις ίδιες τις ΗΠΑ.

Μένοντας μόνο στις τελευταίες τρεις εβδομάδες ξεχωρίζουμε: Πρώτο, την έναρξη λειτουργίας μιας εβραϊκής συναγωγής πολύ κοντά στον ιερότερο τόπο λατρείας των μουσουλμάνων στην ανατολική Ιερουσαλήμ που σε συνδυασμό με τις απαγορεύσεις και τις ταπεινώσεις των Αράβων που επιβλήθηκαν ταυτοχρόνως από τον ισραηλινό στρατό προκάλεσαν την έκρηξη των Παλαιστινίων. Καθημερινές συγκρούσεις νεαρών Παλαιστινίων, οπλισμένων με πέτρες, με πάνοπλους ισραηλινούς στρατιώτες που δε δίστασαν να σκοτώσουν τέσσερις μάλιστα νεαρούς, έδωσαν το έναυσμα στη Χαμάς να καλέσει για νέα τρίτη Ιντιφάντα.

Η δεύτερη πρόκληση ήταν και η μεγαλύτερη κι είχε στόχο τις ίδιες τις ΗΠΑ και τις προσπάθειες ειρήνευσης που διεξάγουν. Εκδηλώθηκε στις 9 Μάρτη κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στο Ισραήλ του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, εκ των θερμότερων οπαδών της αμερικανο-ισραηλινής φιλίας που διαθέτει το εβραϊκό κράτος στους κόλπους της κυβέρνησης Ομπάμα κι αφορούσε την ανακοίνωση της ανέγερσης 1.600 νέων εβραϊκών κατοικιών στην κατεχόμενη ανατολική Ιερουσαλήμ. Ο χρόνος που επέλεξε η εβραϊκή κυβέρνηση για να προβεί στην ανακοίνωση δεν ήταν καθόλου τυχαίος. Προτιμήθηκε μόνο και μόνο για να φέρει τις ΗΠΑ προ τετελεσμένων και να ναρκοθετήσει τις πρωτοβουλίες ειρήνης καθώς οποιαδήποτε επέκταση των εβραϊκών οικισμών αναιρεί τις ελπίδες ειρήνης που στηρίζονται στην αποχώρηση του Ισραήλ από τα εδάφη που κατέλαβε το 1967 – τα οποία θα αποτελέσουν το μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Η επέκταση των εβραϊκών εποικισμών, που ήδη στεγάζουν περισσότερους από 500.000 υπερορθόδοξους Εβραίους εξτρεμιστές στη Δυτική Όχθη και την ανατολική Ιερουσαλήμ – συχνά μάλιστα στα πιο εύφορα, στρατηγικής σημασίας και υδροφόρα εδάφη καθιστά εκ των προτέρων κενό περιεχομένου κάθε διάλογο για επίλυση του Παλαιστινιακού. Το Ισραήλ μάλιστα, ενώ θα χρηματοδοτεί την επέκταση των εποικισμών, μπορεί να ισχυρίζεται ότι επιδιώκει τον διάλογο κι ότι είναι υπέρ της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους κερδίζοντας έτσι τις εντυπώσεις, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργεί τους όρους για να μην δημιουργηθεί ποτέ ένα βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος. Αυτή ακριβώς άλλωστε είναι και η τακτική του όλες τις τελευταίες δεκαετίες: Δημιουργία τετελεσμένων που θα διαιωνίζουν την κατοχή, παράλληλα με την λεκτική, πλήρους υποκρισίας, αποδοχή της ανάγκης διαλόγου. Το Ισραήλ μάλιστα, στο άκρον άωτο του φαρισαϊσμού του, έφθασε στο σημείο να καταγγέλλει την Παλαιστινιακή Αρχή ότι δεν επιθυμεί τον διάλογο, επ’ αφορμή την επιλογή της να αποχωρήσει πριν ενάμισι χρόνο από τις άμεσες διαπραγματεύσεις για να καταγγείλει με αυτό τον τρόπο ένα νέο τότε σχέδιο επέκτασης των εβραϊκών εποικισμών.

Αυτή τη φορά όμως ήταν διαφορετικά, καθώς το χαστούκι δεν έπεσε στο πρόσωπο της Παλαιστινιακής Αρχής, αλλά της ίδιας της Ουάσινγκτον. Γι’ αυτό το λόγο κι η απαίτηση της αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, από τον αντιπρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, να «καταδικάσει» την ανακοίνωση κι όχι απλώς να «εκφράσει την ανησυχία του» σηματοδότησε το σοβαρότερο ρήγμα που έχει δημιουργηθεί στις σχέσεις των δύο χωρών τις τελευταίες δεκαετίες.

Η τρίτη και τελευταία πρόκληση σημειώθηκε την Κυριακή όταν ο ισραηλινός πρωθυπουργός τόνισε στο καθιερωμένο υπουργικό συμβούλιο ότι «η πολιτική μας στην Ιερουσαλήμ είναι η ίδια όπως όλων των προηγούμενων ισραηλινών κυβερνήσεων τα προηγούμενα 42 χρόνια και δεν έχει αλλάξει. Σ’ ότι μας αφορά η ανοικοδόμηση στην Ιερουσαλήμ είναι όπως η ανοικοδόμηση στο Τελ Αβίβ. Το καταστήσαμε σαφές στην αμερικανική κυβέρνηση»! Οι δηλώσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου, που εξισώνουν την κατεχόμενη ανατολική Ιερουσαλήμ με το Τελ Αβίβ, έχουν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος για δύο λόγους. Κατ’ αρχήν επειδή έγιναν μόλις δυο μέρες μετά τη συνάντηση του Κουαρτέτου (ΗΠΑ, ΟΗΕ, ΕΕ, Ρωσία) στην Μόσχα όπου επιβεβαιώθηκε η πρόθεση του να δώσει μια νέα δυναμική στη διαδικασία ειρήνευσης, με ένα σαφές χρονοδιάγραμμα μάλιστα δύο ετών, εντός του οποίου θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί παλαιστινιακό κράτος. Η θέση της διεθνούς κοινότητας έγινε γνωστή μάλιστα την Κυριακή που μας πέρασε από τον ίδιο τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Μπαν Κι Μουν, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην αποκλεισμένη και μαρτυρική Γάζα ο οποίος καταδίκασε απερίφραστα την ισραηλινή κυβέρνηση, με τόνους μάλιστα που δεν συνηθίζονται: «Υπενθυμίζοντας ότι η προσάρτηση της ανατολικής Ιερουσαλήμ δεν είναι αναγνωρισμένη από τη διεθνής κοινότητα, το Κουαρτέτο καταδικάζει την απόφαση της κυβέρνησης του Ισραήλ να προχωρήσει στον σχεδιασμό νέων οικιστικών μονάδων στην ανατολική Ιερουσαλήμ».

Το ξεχωριστό πολιτικό βάρος των δηλώσεων του ισραηλινού πρωθυπουργού υπογραμμίζεται επίσης από το γεγονός ότι έγιναν μόλις μια μέρα πριν αναχωρήσει για την Ουάσιγκτον, καλεσμένος του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι AIPAC, όπου είχε προσκληθεί να μιλήσει. Στην Ουάσινγκτον επίσης αναμενόταν να συναντηθεί και με τον αμερικανό πρόεδρο. Στην πράξη έτσι μετέβη στον Λευκό Οίκο έχοντας εκ των προτέρων ανασκευάσει τις διορθωτικές κινήσεις που έκανε μετά την σύγκρουση με τις ΗΠΑ κι έχοντας επιπλέον απορρίψει τους πιο θεμελιώδεις όρους για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών που αφορούν το πάγωμα της επέκτασης των εβραϊκών εποικισμών. Ο παράνομος χαρακτήρας αναφέρεται επίσης και σε συγκεκριμένη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, την υπ. αρ. 446, που εκδόθηκε στις 22 Μαρτίου 1979, την οποία το Ισραήλ εξακολουθεί να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του…

Παρότι δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Ισραήλ λειτουργούσε σχεδόν πάντα όχι απλώς υπό την ανοχή, αλλά την ανοιχτή ενθάρρυνση της Ουάσιγκτον, τον τελευταίο χρόνο είναι εμφανές ότι οι τακτικοί σχεδιασμοί των ΗΠΑ δεν συνάδουν πλήρως με την εμπρηστική στάση του Ισραήλ στην περιοχή. Η απόκλιση συμφερόντων ήρθε στην επιφάνεια από μια πρόσφατη δήλωση σε επιτροπή της αμερικανικής Γερουσίας του αμερικανού στρατιωτικού διοικητή στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, Ντέιβιντ Πετρέους, ότι ο αντι-αμερικανισμός στην περιοχή υποκινείται από τη σύγκρουση στην Παλαιστίνη. Η σχετική απόκλιση αποκαλύπτεται επίσης αν δούμε τα βήματα προόδου που έχουν συντελεστεί στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Συρίας και ΗΠΑ, με κορυφαίο παράδειγμα την αναμενόμενη αποστολή πρέσβη της Ουάσινγκτον στη Δαμασκό, για πρώτη φορά μετά το 2005 όταν ανακάλεσε τον πρέσβη της επ’ αφορμή την δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι στο Λίβανο. Η επαναλειτουργία των πρεσβειών θα δώσει το έναυσμα για την εκκίνηση εντατικών κι επίσημων πλέον διαπραγματεύσεων που θα αφορούν από την ένταξη της Συρίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου μέχρι την διακοπή των σχέσεών της με τις ριζοσπαστικές, μαχητικές οργανώσεις της Παλαιστίνης και του Λιβάνου (Χαμάς, Λαϊκό Μέτωπο, Ισλαμική Τζιχάντ, Χεζμπολάχ), την αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων με το Ιράκ και την απομάκρυνσή της από το Ιράν – αυτά τουλάχιστον θα είναι τα αιτήματα της Ουάσιγκτον. Πως μπορούν όμως να τεθούν ακόμη και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αν το Ισραήλ δυναμιτίζει οποιαδήποτε ελπίδα εξομάλυνσης;

Υπό το παραπάνω πρίσμα αποτελεί μονόδρομο για τις ΗΠΑ η αναθεώρηση της ειδικής σχέσης που διατηρούν με το Ισραήλ, αν θέλει η κυβέρνηση Ομπάμα να λάβει και πρακτικό περιεχόμενο η δέσμευσή της για κλείσιμο των μετώπων που άνοιξε η οκταετία Μπους στη Μέση Ανατολή και δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Διαθέτουν δε άπειρα μέσα για να την επιβάλλουν, με σημαντικότερο όλων την αθρόα οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη που παρέχουν στο Ισραήλ. Κάλλιστα δηλαδή η συνέχισή της μπορεί στο εξής να είναι συνάρτηση της συμμόρφωσής του εβραϊκού κράτους στις αποφάσεις του Κουαρτέτου. Δεν στερούνται συνεπώς μέσων για να επιβάλλουν την πολιτική τους στη Μέση Ανατολή, ακόμη κι αν δεν καταφύγουν στα στρατιωτικά μέσα όπως έκαναν με το Ιράκ. Από το κατά πόσο θα χρησιμοποιήσουν τις δυνατότητες που έχουν για να επιβάλλουν την πολιτική τους θα φανεί κι η ειλικρίνεια των εξαγγελιών του Μπαράκ Ομπάμα το επόμενο διάστημα. Πολλώ δε μάλλον που ο χρόνος δεν κυλάει υπέρ του…