ΟΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Λίγα, απελπιστικά λίγα, είναι τα καλά νέα για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση για τις ΜΜΕ και τα οποία παρουσιάστηκαν στη γενική συνέλευση των Μικρομεσαίων, που διοργανώθηκε στο Τάλιν της Εσθονίας μεταξύ 22 και 24 Νοεμβρίου 2017.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αφορούν, συγκεκριμένα, την αύξηση της απασχόλησης κατά 2,4% τη διετία 2015-2016. Η αύξηση μάλιστα, πρέπει να τονιστεί προς αποφυγή πολιτικών εντυπώσεων, ξεκίνησε το 2013. Εντοπίζεται δε στις μικρές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ανακάμψει από την κρίση καλύτερα σε σχέση με τις μεγαλύτερες. Συνολικά την περίοδο 2013-2016 η απασχόληση στις μικρές εταιρείες έχει αυξηθεί κατά 18,5%.

Κατά τ’ άλλα, η ευρύτερη εικόνα είναι εξόχως απογοητευτική, καθώς οι ελληνικές ΜΜΕ ακόμη δεν έχουν ανακάμψει από την κρίση, όπως δείχνει το γεγονός ότι η προστιθέμενη αξία και η απασχόληση κατά το 2016 παρέμεναν υποδεέστερες κατά 34% και 18,4% των επιπέδων του 2008. Η σημασία δε των επιδόσεων των ΜΜΕ για το σύνολο της οικονομίας υπογραμμίζεται από τη βαρύτητά τους στην ελληνική οικονομία καθώς αντιπροσωπεύουν το 87% της συνολικής απασχόλησης (ενώ στην ΕΕ το 67%) ενώ παράγουν τα τρία τέταρτα της προστιθέμενης αξίας, όταν στην ΕΕ παράγουν σχεδόν το 57%.

Το σπουδαιότερο εύρημα όμως της ετήσιας έρευνας για τις ΜΜΕ σχετίζεται με τη διαμόρφωση μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, με κριτήριο τις επιδόσεις των μικρομεσαίων. (Πολύ καιρό δηλαδή πριν η γερμανίδα καγκελάριος ζητήσει την μετεξέλιξη της ΕΕ σε μια Ένωση πολλών ταχυτήτων σε θεσμικό – πολιτικό επίπεδο, όπως έκανε τον Μάρτιο από την ιταλική πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τα 60 χρόνια από την υπογραφή της συνθήκης τη Ρώμης, είχε επέλθει ο κατακερματισμός της ΕΕ στο οικονομικό επίπεδο…) Σε αδρές γραμμές αυτό που με την πρώτη ματιά διακρίνεται είναι η διαμόρφωση ενός σχετικά ευημερούντα Βορρά και ενός απόλυτα χειμαζόμενου Νότου – κι εδώ τα προβλήματα δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα, που μόνιμα παρουσιάζεται ως ο «ευρωπαίος ασθενής». Η εντύπωση δηλαδή που οικοδομείται ότι μόνο η Ελλάδα ξέμεινε στον μνημονιακό θάλαμο των βασανιστηρίων, ενώ οι άλλες πληγείσες χώρες, όπως  Κύπρος και η Πορτογαλία, έχουν εξέλθει προ πολλού και δρέπουν τους καρπούς των μόχθων τους, δεν επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα.

Στην κορυφή των επιδόσεων βρίσκεται, κατά το αναμενόμενο, ο ευρωπαϊκός Βορράς (Γερμανία, Αυστρία, Λουξεμβούργο, Αγγλία, Βέλγιο, Σουηδία, Φινλανδία και Πολωνία) όπου και η προστιθέμενη αξία και η απασχόληση αυξήθηκαν το 2016 σε σχέση με το 2008. Σε μια ενδιάμεση κατάσταση βρίσκονται δύο κατηγορίες κρατών. Στην πρώτη κατηγορία (όπου περιλαμβάνονται Ολλανδία, Δανία, Εσθονία, Λιθουανία, Τσεχία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία και Βουλγαρία) η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε για την προαναφερόμενη περίοδο αλλά η απασχόληση μειώθηκε. Ή, ανάπτυξη χωρίς τη δημιουργία θέσεων εργασίας, όπως πολύ συχνά περιγράφεται αυτή η κατάσταση με τη μεγέθυνση να προέρχεται από επενδύσεις έντασης κεφαλαίου και ελαστικής εργασίας, χωρίς να δημιουργεί κοινωνικό μέρισμα. Στη δεύτερη κατηγορία, όπου βρίσκεται μόνη της η Γαλλία, σημειώθηκε αύξηση μεν της απασχόλησης, αλλά η προστιθέμενη αξία μειώθηκε. Μάλλον αυτή την ανορθογραφία έχει βαλθεί να διορθώσει ο πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν που έχει θέσει ως προτεραιότητά του την αναθεώρηση του εργατικού νόμου, με διευκόλυνση των απολύσεων και κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Και τέλος υπάρχει η τελευταία ταχύτητα της Ευρώπης όπου όλα πήγαν και πηγαίνουν άσχημα: και η απασχόληση που μειώθηκε και η προστιθέμενη αξία που επίσης μειώθηκε. Στις τάξεις της συμπεριλαμβάνει τον ευρωπαϊκό Νότο, δηλαδή Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Κύπρο (η οποία αποχαιρετά μία – μία τις προ-μνημονιακές της αξιοθαύμαστες επιδόσεις), όπως επίσης την Κροατία και τη Λετονία.

Η διαμόρφωση αυτής της τελευταίας ταχύτητας πέραν του προφανούς, ότι η υπέρβαση της κρίσης την οποία υποδηλώνουν τα συνολικά μεγέθη (όπως για παράδειγμα η αύξηση της προστιθέμενης αξίας κατά 10,9% του αριθμού των επιχειρήσεων κατά 10,8% και της απασχόλησης κατά 0,6% από το 2008 ως το 2016) δεν είναι συμμετρικά κατανεμημένη, δηλαδή δεν αφορά όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της Ευρώπης, υποδεικνύει την ανάγκη εφαρμογής νέων, πέραν δηλαδή των υπαρχόντων, μέτρων ενίσχυσης προς όφελος αυτών των επιχειρήσεων. Η ανάγκη υιοθέτησης τέτοιων μέτρων υπογραμμίζεται καθώς το κλείσιμο του προηγούμενου καθοδικού κύκλου φέρνει στην επιφάνεια τον δομικό μετασχηματισμό που συντελέστηκε όσο διαρκούσε η κρίση. Κι αν το κενό που αφήνουν πίσω τους η βιομηχανία και οι κατασκευές μπορούν να καλυφθούν, τουλάχιστον κατά ένα βαθμό από τον τομέα των υπηρεσιών, το κενό που αφήνει πίσω της η υστέρηση των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου δεν μπορεί να καλυφθεί χωρίς μια άνωθεν βοήθεια που θα επιστρέφει μέρος των κερδών που αποκομίζουν οι χώρες της πρώτης ταχύτητας από την επέλασή τους στις χώρες της περιφέρειας. Γιατί, η αποθέωση των εξαγωγών κι η ανάδειξή τους σε βασιλική οδό για την επιχειρηματική επέκταση, δεδομένων μάλιστα των περιοριστικών πολιτικών στο εσωτερικό που δεν επιτρέπουν την αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης, τι άλλο μπορεί να σημαίνει πέρα από διάβρωση των εμπορικών ισοζυγίων των πιο αδύναμων χωρών και αλλεπάλληλα πλήγματα στις πιο ευάλωτες  επιχειρήσεις τους, που είναι οι μικρομεσαίες;

Διαφορετικά, η αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ που πράγματι παρατηρείται στις χώρες του Νότου θα συμβαδίζει στο διηνεκές με συρρίκνωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διψήφια ποσοστά ανεργίας και εργασιακή ανασφάλεια… Μια κατ’ επίφαση ανάπτυξη!

Πηγή: περιοδικό Επίκαιρα

ΘΥΣΙΑ ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Από το 2010 μέχρι σήμερα κάθε συμφωνία με τους δανειστές εμφανίζεται σαν ο από μηχανής θεός που θα φέρει την ανάπτυξη της οικονομίας για να αποδειχθεί κάθε φορά το αντίθετο: ότι οι περικοπές δαπανών και οι νέοι φόροι οδηγούν σε βαθύτερη ύφεση.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Καμία πρωτοτυπία δεν διεκδικούσαν τα επιχειρήματα πίσω από τις πιέσεις προς την κυβέρνηση να κλείσει το συντομότερο δυνατόν τη δεύτερη αξιολόγηση: «Όσο καθυστερεί η συμφωνία τόσο επιδεινώνεται η κατάσταση της οικονομίας», ήταν το επιχείρημα που μονότονα επαναλαμβανόταν. Αξίζει παρ’ όλα αυτά να υπενθυμίσουμε ορισμένα απ’ όσα ειπώθηκαν μέχρι να φθάσουμε στην 18η Μαΐου 2017, οπότε το 4ο Μνημόνιο ψηφίστηκε από τη Βουλή με ισχνή πλειοψηφία μόλις 153 βουλευτών. Και αν επιμένουμε να χαρακτηρίζουμε το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα μέτρα ως Μνημόνιο, συμβαίνει για τον πολύ απλό λόγο ότι η χρονική ισχύς των μέτρων, που εκτείνεται ακόμη κι έως το 2021, ξεπερνάει κατά πολύ την ισχύ της τρέχουσας, τρίτης, δανειακής συμφωνίας και του συνοδευτικού τρίτου Μνημονίου που ψηφίστηκαν τον Αύγουστο του 2015 και θεωρητικά έληγαν τον Αύγουστο του 2018.

Μένοντας μόνο στα δημόσια πρόσωπα κι όχι σε όσα γράφτηκαν στις στήλες του Τύπου ή ειπώθηκαν στα μικρόφωνα από δημοσιογράφους, σταχυολογούμε τρεις δηλώσεις που δεν αξίζει να τις σκεπάσει η σκόνη του χρόνου. Η πρώτη δήλωση ανήκει στον ιδρυτή του Ποταμιού, Σταύρο Θεοδωράκη: «Αν δεν κλείσει άμεσα η αξιολόγηση, ναι, θα γυρίσουμε σε χειρότερες μέρες. 2,2 έως 3,1 δισεκ. θα χάσει η ελληνική οικονομία», τόνιζε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ειδήσεις στις 24 Φεβρουαρίου. Σχεδόν έναν μήνα μετά, στις 27 Μαρτίου, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, που έχει πάψει προ πολλού να είναι κόκκινο πανί για το κυβερνών κόμμα, σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα capital.gr δήλωνε, στο ίδιο κλίμα, για τη συμφωνία: «Πρέπει να κλείσει. Έχει καθυστερήσει αρκετά. Έχουμε ήδη τα πρώτα αρνητικά αποτελέσματα στην οικονομία. Νομίζω, αν θέλουμε να πιάσουμε τους στόχους φέτος, θα πρέπει η συμφωνία να κλείσει το συντομότερο δυνατό». Στη συνέχεια μάλιστα προχωρούσε και στην αποτίμηση του κόστους της καθυστέρησης στην πραγματική οικονομία που το ανέβαζε (άγνωστο πώς…) στο 0,6% του ΑΕΠ! Τελευταίος, μεταξύ πολλών άλλων, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Λετονός Βάλντις Ντομπρόβσκις, που μεταπήδησε στις Βρυξέλλες μετά από μια ταπεινωτική παραίτησή του από το αξίωμα του πρωθυπουργού στη χώρα του. Μιλώντας σε συνέδριο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Επιχειρηματικότητας στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε, στις 21 Απριλίου, ο Λετονός αντιπρόεδρος συνέδεσε και αυτός την ολοκλήρωση της αξιολόγησης με την πορεία της οικονομίας: «Είναι σημαντικό να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος το συντομότερο δυνατό, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας θα συνεχιστεί και ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές το 2018». Παρεμπιπτόντως να αναφερθεί πως, στο πρώτο Μνημόνιο του 2010, ο στόχος για την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές είχε τεθεί το 2012. Έξι χρόνια νωρίτερα από τη νέα ημερομηνία-στόχο…

Δεν περνάει απαρατήρητο το συνεχές των εγκωμίων στις συμφωνίες που υπογράφει κάθε ελληνική κυβέρνηση, από το 2010 ακόμη, με τους πιστωτές. Αυτό το συνεχές στη μια του πλευρά, που προηγείται χρονικά της συμφωνίας κι έχει ως σημείο εκκίνησης την έναρξη των διαπραγματεύσεων και σημείο λήξης την ψήφιση στη Βουλή, κοσμείται από εκπροσώπους των δανειστών, της αντιπολίτευσης και του Τύπου, οι οποίοι πιέζουν για κλείσιμο των διαπραγματεύσεων με κάθε κόστος. «Συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι», επαναλαμβάνεται σταθερά χωρίς ίχνος ντροπής από τραπεζίτες, τηλεοράσεις και σύσσωμο το νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, που στα αιτήματα των Θεσμών διακρίνει τις χρόνιες διεκδικήσεις εργοδοτικών οργανώσεων, εν προκειμένω, για χαλάρωση της εργασιακής νομοθεσίας. Στην άλλη άκρη του το συνεχές έχει την κυβέρνηση, που με εκπληκτική ακρίβεια επτά χρόνια τώρα, ανεξαρτήτως αν στον άχαρο ρόλο του εκπροσώπου βρίσκεται ο Γ. Πεταλωτής, ο Γ. Μουρούτης ή ο Δ. Τζανακόπουλος παίρνει τη σκυτάλη την ημέρα της ψήφισης των προαπαιτουμένων και βγαίνει στα κανάλια να προπαγανδίζει, ως γενόμενα, όσα υπόσχονταν πως θα συμβούν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι καναλάρχες. Το αποτέλεσμα είναι πριν και μετά την υπογραφή κάθε συμφωνίας ο τρόμος για το ενδεχόμενο μη υπογραφής να διαδέχεται τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις για την ανάπτυξη.

…Τόσο το χειρότερο για την αλήθεια

Ωστόσο, αυτή η εκπληκτικού συγχρονισμού επικοινωνιακή παράσταση, που ανεβαίνει απαράλλακτη εδώ και επτά χρόνια (παρότι τηλεοπτικοί σταθμοί-οικονομικά μεγαθήρια οι οποίοι έκαναν σλόγκαν τους το δίλλημα «μνημόνιο ή χρεοκοπία» χρεοκόπησαν και κραταιά κόμματα-στυλοβάτες του πολιτικού συστήματος επί δεκαετίες καταποντίστηκαν εκλογικά) έχει μια μικρή αδυναμία: δεν επιβεβαιώνεται από την οικονομική πραγματικότητα! Όλα δηλαδή τα στοιχεία, αν κάτι δείχνουν, είναι ότι η εξίσωση δεν βγαίνει. Δηλαδή, οικονομική ανάπτυξη (χωρίς μάλιστα να εξετάζουμε έννοιες όπως κοινωνική ευημερία που κοντεύουν να ισοδυναμούν με τρομοκρατία) και συμφωνίες με τους δανειστές έχουν καταστεί έννοιες αλληλοαποκλειόμενες, προς επιβεβαίωση μιας δραματικής διεθνούς εμπειρίας που θέλει κάθε χώρα η οποία πιάστηκε στη μέγγενη των δανειστών να ψυχορραγεί οικονομικά. Διαφορετικά ειπωμένο, ή συμφωνίες με τους δανειστές ή οικονομική ανάπτυξη, είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τη μνημονιακή επταετία που ζήσαμε και δεν φαίνεται να τελειώνει σύντομα.

Το συμπέρασμα ότι η υποταγή στους πιστωτές φέρνει ύφεση υπογραμμίζει η άνευ όρων παράδοση των ελληνικών κυβερνήσεων στους δανειστές. Όπως πολύ παραστατικά είπε ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος από το βήμα της Βουλής την ημέρα της ψήφισης του 4ου Μνημονίου, από το 2010 έχουν υπογραφεί 3 Μνημόνια, με το 1ο να περιλαμβάνει 5 επικαιροποιήσεις, το 2ο να συνοδεύεται από 4 επικαιροποιήσεις και το υπάρχον 3ο μέχρι στιγμής από 2 επικαιροποιήσεις. Το επιχείρημά του παρόλα αυτά – ότι δηλαδή το πολυνομοσχέδιο που υπέγραψε η κυβέρνηση δεν αποτελεί Μνημόνιο, γιατί τότε θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε Μνημόνια και τις 14 προηγούμενες συμφωνίες (Μνημόνια και επικαιροποιήσεις) και να μετράμε έτσι στην πλάτη μας 14 Μνημόνια – πάσχει από μια μικρή αδυναμία: παραγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε άλλη επικαιροποίηση κινούνταν στον χρονικό ορίζοντα της χρηματοδοτικής συμφωνίας. Μπορεί μάλιστα η εφαρμογή να προβλεπόταν για το διηνεκές, χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη επιστροφής στο προηγούμενο-προμνημονιακό καθεστώς κατά τη λήξη του «προγράμματος διάσωσης», εν τούτοις ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχαμε συμφωνία που να προβλέπει νέες περικοπές, επιπλέον των συμφωνηθέντων, 1, 2 και 3 χρόνια μετά το πέρας της συμφωνίας ως όρο για να εκταμιευθούν δόσεις της υπάρχουσας συμφωνίας, όπως αυτές που ψήφισαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στη μείωση των συντάξεων που θα υποστούν περίπου 900.000 άτομα μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς στις κύριες και τις επικουρικές και θα ξεκινήσει να ισχύει από το 2019 και στη μείωση του αφορολόγητου ορίου που θα ισχύσει από το 2020, χρεώνοντας κατά μέσο όρο 600 ευρώ κάθε φορολογούμενο.

Μιλούμε επομένως για 4ο Μνημόνιο (μετά το 3ο που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2015 και λήγει τον Αύγουστο του 2018), το οποίο εκτείνεται μέχρι και το 2021. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι δεν συνοδεύεται από χρήματα, ακόμη κι αυτά που ουδέποτε έφθαναν σε πραγματική μορφή στην Αθήνα για να καλύψουν δημόσιες δαπάνες, αλλά μόνο για να επιστραφούν στους πιστωτές. Μας δάνειζαν για να τους πληρώνουμε, κοινώς. Τυπικότατη περίπτωση οι χρεωπιστώσεις που συνόδευσαν την τελευταία αξιολόγηση, με τα χρήματα της δόσης ύψους 7 περίπου δισεκ. να έχουν από καιρό «κρατηθεί» για να πληρωθούν στις 20 Ιουλίου ομόλογα που διατηρούσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνολικής αξίας 3.868 δισεκ. ευρώ, ιδιώτες πιστωτές αξίας 2.089 δισεκ. και δόσεις στο ΔΝΤ ύψους 290 εκατομμυρίων. Ούτε καν λοιπόν τέτοιο «πέτσινο» χρήμα δεν συνόδευε το 4ο Μνημόνιο, που ψηφίστηκε στις 18 Μαΐου.

Πληρώσαμε …μόνο 78 δισεκατομμύρια

Το κόστος της συμμόρφωσης με τους όρους των πιστωτών, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών του Αλ. Τσίπρα που διεκδίκησε μάλιστα την ηγεσία της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο των 53 μέχρι να διαπιστώσει ότι σε μια μνημονιακή κυβέρνηση είναι πιο εύκολο να παριστάνει ο πρωθυπουργός την εσωτερική αντιπολίτευση παρά ο υπουργός Οικονομικών, ανέρχεται συνολικά σε 78 δισεκ. ευρώ. Εξ αυτών μάλιστα τα 63 δισεκ. αφορούσαν τα δύο πρώτα Μνημόνια (2010-2015) και τα 14 δισεκ. τα δύο επόμενα (2015-2021), του ΣΥΡΙΖΑ. Καμάρωνε μάλιστα επειδή τα Μνημόνια ΠΑΣΟΚ και ΝΔ επιμεριζόμενα κατά έτος στοίχιζαν περισσότερα απ’ όσο στοιχίζουν τα Μνημόνια του ΣΥΡΙΖΑ!

Μπροστά σε έναν τέτοιον καταιγισμό δισεκατομμυρίων ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν σεβάστηκε τις υποχρεώσεις της και δεν τίμησε την υπογραφή της, όπως λένε όσοι προσπαθούν να ρίξουν στην από δω μεριά του γηπέδου την πέτρα του αναθέματος; Πολιτικοί και εκπρόσωποι των πιστωτών, κατά κανόνα, που προσπαθούν να συγκαλύψουν μια απλή αλήθεια: ότι όσο η Ελλάδα εφάρμοζε τη μια περικοπή μετά την άλλη τόσο βυθιζόταν στην ύφεση! Έτσι, φθάσαμε από το 2010 μέχρι το 2017 η Ελλάδα να έχει καταγράψει ένα ανυπέρβλητο παγκόσμιο ρεκόρ, χάνοντας το ένα τέταρτο του προϊόντος της! Επομένως είναι πολλά τα δισεκατομμύρια που χωρίζουν τα 231 δισεκ. του ΑΕΠ του 2009 μέχρι τα 176 του 2016, ώστε να συνεχίζουν οι οπαδοί της γραμμής «συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι» να υποστηρίζουν πως το κλείσιμο της αξιολόγησης φέρνει ανάπτυξη κι η παράταση των διαπραγματεύσεων φέρνει ύφεση…

Η θετική σχέση που συνδέει την ύφεση με την υποταγή στους πιστωτές, αντίθετα με τους δικούς τους ισχυρισμούς που συμπυκνώνονται στη διαχρονική ρήση «όσο πιο γρήγορα πιούμε το πικρό χάπι τόσο πιο γρήγορα θα αναρρώσουμε», επιβεβαιώνεται κι από ποιοτικά στοιχεία που επικεντρώνονται στις περίφημες μεταρρυθμίσεις οι οποίες υποτίθεται θα έφερναν τη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Μόλις τον Απρίλιο του 2017, για παράδειγμα, ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της ΕΕ σε ανάρτηση στο προσωπικό του ιστολόγιο υμνούσε τον Αλ. Τσίπρα επειδή έχει εφαρμόσει περισσότερα από 200 μνημονιακά μέτρα από το καλοκαίρι του 2015. «Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί;», αναρωτιόταν όλος ικανοποίηση, ενθυμούμενος προφανώς την πύρινη αντιμνημονιακή ρητορεία που χάρισε στο ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία το 2015. Επομένως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μέμφεται το ΣΥΡΙΖΑ για επίδειξη ολιγωρίας ή ότι «ροκάνιζε το χρόνο» για να μην αναλάβει το πολιτικό κόστος της στρατηγικής επιλογής του να μετατραπεί στο κατ’ εξοχήν κόμμα των πιστωτών στην Ελλάδα.

Θα αδικούσαμε ωστόσο τις άοκνες προσπάθειες που κατέβαλαν τα «παλαιομνημονιακά κόμματα», αν παραβλέπαμε τις δικές τους επιδόσεις στην υλοποίηση των περίφημων αιρεσιμοτήτων που συνόδευσαν την πρώτη (2010) και τη δεύτερη (2012) δανειακή σύμβαση: από την απελευθέρωση των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων, όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλείται ο εμπεδωμένος νεοφιλελευθερισμός, και τη μείωση μισθών και ημερομισθίων, μέχρι την κάθετη μείωση του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης που συνέβαλε στην εκτόξευση της ανεργίας. Οι αναδιαρθρώσεις που συντελέστηκαν στην ελληνική οικονομία ήταν τόσο ριζικές, ώστε το 2013 ο ΟΟΣΑ αναγνώρισε πως «από το 2009-2010, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό προσαρμοστικότητας στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ»! Επομένως η Ελλάδα κατάπιε το πικρό χάπι, ξανά και ξανά, υπογράφοντας επί της ουσίας εν λευκώ αλλεπάλληλα μνημόνια και επικαιροποιήσεις (που μόνο επικαιροποιήσεις δεν ήταν, καθώς πρόσθεταν κάθε φορά νέα μέτρα), χωρίς όμως η υποταγή να οδηγήσει σε ανάπτυξη της οικονομίας! Κι ας το υπόσχονταν κατ’ επανάληψη όσοι εμφάνιζαν την υποταγή ως σωτηρία…

Λαγούς με πετραχήλια έταζε το ΙΟΒΕ

Από το χρονικό των ματαιωμένων υποσχέσεων δεν θα μπορούσαν να λείπουν και επιστημονικές, υποτίθεται, έρευνες οι οποίες προέβλεπαν ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας θα έτρεχε σαν αφιονισμένο άλογο κούρσας, αν εφάρμοζε τις μεταρρυθμίσεις. Το 2010, συγκεκριμένα, σε έκθεσή του, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, με επικεφαλής τότε τον σημερινό διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, είχε εκτιμήσει ότι η απελευθέρωση των οδικών εμπορευματικών μεταφορών θα έδινε μπόνους στην ανάπτυξη ύψους 13,2% για 5 ολόκληρα χρόνια! Επιπλέον, θα μείωνε τα κόμιστρα από 1,5% έως 2,5% ετησίως, τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή ακόμη και κατά 0,3% ετησίως, ενώ θα αύξανε τον αριθμό των επιχειρήσεων στον κλάδο ακόμη και κατά 2% ετησίως, την απασχόληση έως 4% κάθε χρόνο και την παραγωγικότητα έως 2,5%! Όλα αυτά που αποδείχθηκαν στην πιο αθώα εκδοχή πομφόλυγες (και στην πιο καχύποπτη, προσπάθεια ωραιοποίησης μιας ζοφερής κατάστασης) τα υποστήριζε δημόσια το ΙΟΒΕ πριν επτά χρόνια! Τη συνέχεια την ξέρουμε, με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και την επώδυνη υλοποίηση των πιο άγριων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που έχουν εφαρμοστεί επί ευρωπαϊκού εδάφους, όπως για παράδειγμα η οριζόντια μείωση μισθών και ημερομισθίων που επιβλήθηκε με το δεύτερο Μνημόνιο τον Φεβρουάριο του 2012 και οι αλλεπάλληλες μειώσεις συντάξεων, που έφεραν ύφεση κι όχι ανάπτυξη της οικονομίας!

Επομένως οι υποσχέσεις ανάπτυξης, ως ανταμοιβή της υπογραφής των συμφωνιών με τους δανειστές, είναι αυθαίρετες και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, γιατί η εμπειρία έχει δείξει ακριβώς το αντίθετο!

Παρεμπιπτόντως, αν δεν απολογήθηκαν ποτέ γι’ αυτήν τους την κορυφαία ασυνέπεια πολιτικοί και Μέσα ενημέρωσης, που συνεχίζουν να υπόσχονται ανάπτυξη ως την επιβράβευση της υποταγής στους πιστωτές, ας αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που πάει τόσο στραβά στον χώρο της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, ώστε κανείς να μη νιώθει την υποχρέωση να ελέγχεται για όσα υπόσχεται. Αλλά και κανείς να μην ελέγχει!

Παρόλα αυτά, το 2017 η οικονομία θα αναπτυχθεί. Για πρώτη φορά μάλιστα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Κατά 2,7% προέβλεπε ο κρατικός προϋπολογισμός του τρέχοντος έτους και κατά 1,8% προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 που ψηφίστηκε μαζί με το 4ο Μνημόνιο. Μικρή σημασία, ωστόσο, έχει η διαφορά που παρατηρείται στις εκτιμήσεις. Ας κρατήσουμε ότι για πρώτη φορά το ΑΕΠ θα αρχίσει να διευρύνεται. Άραγε, δικαιώνει αυτή η πρόβλεψη την επιλογή της κυβέρνησης να υπογράψει μια ακόμη επονείδιστη συμφωνία με τους δανειστές; Μπορούμε, με άλλα λόγια, να θεωρήσουμε ότι ακόμη κι αν πράγματι τα εμπειρικά έως τώρα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν τη θετική σχέση μεταξύ της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης και της μεγέθυνσης της οικονομίας, η σχέση αυτή αλλάζει πρόσημο από δω και στο εξής, δικαιώνοντας τη συμμόρφωση στους πιστωτές;

Τα φαινόμενα απατούν

Τέσσερα γεγονότα, κατά την άποψή μου, υπογραμμίζουν ότι κι εδώ τα φαινόμενα δεν προσφέρονται για όρκους αιώνιας πίστης και αφοσίωσης…

Πρώτο, ας λάβουμε υπ’ όψη μας ότι οι προβλέψεις την τελευταία επταετία έχουν αποδεχθεί πολύ πιο άπιστες από τα φαινόμενα. Όσα χρόνια διαρκεί η εφαρμογή των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής στην Ελλάδα, οι αποτυχημένες προβλέψεις είναι πολύ πιθανό να ξεπερνούν τις εύστοχες. Να θυμίσουμε για παράδειγμα ότι το 1ο Μνημόνιο του 2010 προέβλεπε πως ο ρυθμός μεγέθυνσης το 2012 θα ήταν θετικός, κατά 1,1%, όπως επίσης και τα δύο επόμενα χρόνια: κατά 2,1% και το 2013 και το 2014. Ανάπτυξη στο ύψος του 2,5% για το 2014 προέβλεπε και το 2ο Μνημόνιο του 2012. Τι συνέβη; Μείωση κατά 7,3% το 2012, 3,2% το 2013 και μηδενικοί ρυθμοί το 2014. Για την ανεργία, πιστωτές και ελληνικές κυβερνήσεις ήταν πολύ πιο γενναιόδωροι στις προβλέψεις τους. Μείωση από το ανώτερο επίπεδο του 2012 (15,3%) το 2013 στο 14,9% και το 2014 στο 14,6% προέβλεπε το 1ο Μνημόνιο. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή με την ανεργία να φθάνει σε σχεδόν διπλάσια ποσοστά, στο 27%…

Την ενδημική νόσο των (μονίμως επί τα χείρω) αναθεωρήσεων των ελληνικών στατιστικών σχολίασε πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ (IMF Country report No. 17/40), η οποία αναζητούσε τις πραγματικές αιτίες: «παρότι τα στατιστικά στοιχεία έχουν βελτιωθεί από το 2010, μεγάλες και απότομες δημοσιονομικές προσαρμογές έχουν περιπλέξει τις δημοσιονομικές προβολές. Αρνητικές αναθεωρήσεις της αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν πιο συχνές και μεγάλες στην Ελλάδα, απ’ οπουδήποτε αλλού στη ευρωζώνη. Καθοδικές αναθεωρήσεις στην ετήσια μεγέθυνση παρατηρήθηκαν σε περισσότερες από μία στις τρεις δημοσιεύσεις στοιχείων, σε σύγκριση με λιγότερες από μία στις τέσσερις στην υπόλοιπη ευρωζώνη κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001-2014».

Κατά συνέπεια, παρότι ακούγεται βαρύ, δεν πρέπει να παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά τις προβλέψεις τους. Τις περισσότερες φορές είναι «γονατογραφήματα» και υπηρετούν κοντόφθαλμες μάχες εντυπώσεων.

Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 
2014 2015 2016 2017 2018 2019 2020 2021
ΑΕΠ 0,4 -0,2 0 1,8 2,4 2,6 2,3 2,2
Ποσοστό ανεργίας Έρ. Εργ. Δυναμικού 26,5 24,9 23,5 22,8 21,6 20,1 18,9 18,1

 

Δεύτερο, οι προβλέψεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας, όπως εμφανίζονται στον συνοδευτικό πίνακα, δεν θα επιδέχονταν καμιά αμφιβολία αν τα δισεκατομμύρια, αντί να πέσουν στην μαύρη τρύπα των πλεονασμάτων, διοχετεύονταν στην πραγματική οικονομία. Αν, για παράδειγμα, αυξανόταν το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που μένει παγωμένο, στα 6,75 δισεκ. ευρώ για το 2017 και το 2018 και στα 7,3 δισ. για την επόμενη 3ετία: 2019 έως 2021. Μάλιστα τα χρήματα αυτά να δίνονταν, όχι στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων με την ΕΕ προγραμμάτων, όπου η κατεύθυνσή τους εξυπηρετεί στρατηγικές αμφίβολης αποτελεσματικότητας, αλλά σε δραστηριότητες που θα αύξαναν τα πολλαπλασιαστικά οφέλη εντός της χώρας. Να στόχευαν, ενδεικτικά, στην αναζωογόνηση των ναυπηγείων. Τότε θα αποκτούσε νόημα η πολυσυζητημένη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και η προβλεπόμενη μείωση της ανεργίας το 2021 στο 18,1% (που και πάλι παραμένει διπλάσια από τα προ κρίσης επίπεδα) δεν θα ήταν όνειρο θερινής νυκτός, αλλά μια πάρα πολύ πιθανή εξέλιξη.

Επομένως, όσο η προτεραιότητα θα βρίσκεται στα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή στην εξυπηρέτηση των δανειστών, τόσο η διαφαινόμενη μεγέθυνση της οικονομίας και η βελτίωση των συναφών μεγεθών (επενδύσεις, βιομηχανική παραγωγή, απασχόληση, κ.ά.) θα είναι ασταθής και οριακή.

Τρίτο, η κυκλική κίνηση αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό κάθε οικονομίας. Κατ’ επέκταση ήταν θέμα χρόνου να σημειωθεί μια ανοδική στροφή όπως αυτή που είναι ήδη σε εξέλιξη, αργά και βασανιστικά, από το τέλος του 2016. Μάλιστα, αν το ζητούμενο ήταν μια ποσοτική μεταβολή των αριθμών, πρέπει να ομολογήσουμε ότι για πρώτη φορά αυτή σημειώθηκε στα τέλη του 2014, για να διακοπεί το 2015.

Να γίνουμε Μεξικό!

Τέταρτο και τελευταίο: πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πράγματι οι νεοφιλελεύθερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις διατηρούν θετική σχέση με την ανάπτυξη της οικονομίας, κατά έναν τρόπο ωστόσο που ελάχιστες φορές ομολογείται δημόσια από τους διαπρύσιους υποστηρικτές τους. Υπάρχουν, συγκεκριμένα, διεθνή κεφάλαια που, ως προϋπόθεση για να επενδύσουν, θέτουν την επιστροφή στον Μεσαίωνα: Μεσαίωνα εργασιακό, Μεσαίωνα ασφαλιστικό, Μεσαίωνα περιβαλλοντικό, Μεσαίωνα συνδικαλιστικό, ακόμη και Μεσαίωνα δημοκρατικό. Οι μακιλαδόρας στο Μεξικό, όπως αποκαλούνται οι ζώνες ελεύθερου εμπορίου στα βόρεια σύνορα της χώρας, αποτελούν ένα απτό παράδειγμα της σχέσης μεταξύ διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Μέρι και απειλές για αυξημένη φορολογία επιστράτευσε ο Τραμπ για να ανακόψει το αδιάλειπτο ρεύμα των επενδύσεων της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας νότια του Ρίο Γκράντε. Η ανυπαρξία συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ώστε κάθε εργαζόμενος να είναι υποχείριο της εργοδοσίας, η δυνατότητα ομαδικών απολύσεων, ώστε όποια στιγμή επιλέγει κάθε επιχείρηση να κλείνει χωρίς κόστος και να εξαφανίζεται, και η δυνατότητα εν λευκώ μπαζώματος αρχαιοτήτων και προστατευόμενων περιοχών φυσικής ομορφιάς χωρίς αμφιβολία θα μετέτρεπαν την Ελλάδα σε μαγνήτη για επενδύσεις. Κι αν όχι όλων, σίγουρα των πιο ρυπογόνων και εντάσεως εργασίας βιομηχανικών μονάδων.

Μόνο που ακόμη κι αν συμβούν όλα αυτά, αν δηλαδή το πείραμα αποδώσει, τότε ούτε αυτές οι μονάδες θα είναι τόσες πολλές ώστε να κάνουν τη διαφορά, να επιστρέψουν για παράδειγμα την ανεργία στα επίπεδα του 2007, ούτε – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – μια τέτοια ανάπτυξη θα μπορούσε να φέρει την κοινωνική ευημερία. Με μισθούς στο επίπεδο των 250 ευρώ, στο οποίο είχε κρίνει ο επικεφαλής του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν, μιλώντας στο ευρωκοινοβούλιο, ότι πρέπει να φθάσουν οι αποδοχές στην Ελλάδα για να είναι συγκρίσιμες με των άλλων βαλκανικών χωρών, ακόμη και μια κοινωνία πλήρους απασχόλησης, θα ήταν ταυτοχρόνως μια κοινωνία πλήρους εξαθλίωσης. Όχι κοινωνία ευημερίας.

Προς επίρρωση του συμπεράσματος – ότι ο εξευτελισμός των μισθών σε επίπεδα Κίνας μπορεί να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις, αλλά δεν εγγυάται την ανάπτυξη –είναι πολύτιμα τα στοιχεία που συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση European Attractiveness Survey, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 24 Μαΐου και εξετάζει τις Ξένες Άμεσες Επενδύσεις. Το πρώτο συμπέρασμα είναι πως η Ελλάδα βρίσκεται στα τελευταία σκαλοπάτια της διεθνούς κατάταξης: στην 34η θέση μεταξύ 44 χωρών. Το δεύτερο συμπέρασμα διαψεύδει όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να μειώσουμε το κόστος εργασίας για να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις, καθώς οι τρεις χώρες που συγκέντρωσαν τις περισσότερες μόνο για το φθηνό κόστος εργασίας δεν φημίζονται: Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία και Γαλλία έχουν αμοιβές πολλαπλάσιες των ελληνικών. Παρόλα αυτά συγκέντρωσαν πάνω από το ήμισυ των συναφών εισροών, καταγράφοντας 1.144, 1.063 και 779 νέες επενδύσεις. Πλήγμα στο επιχείρημα όσων υπερασπίζονται την πτώση των μισθών (των άλλων) αποτελεί και το ρεκόρ της Σουηδίας στην αύξηση των ξένων επενδύσεων από χρόνο σε χρόνο, καθώς το 2016 η χώρα κατέγραψε αύξηση κατά 76%. Το τρίτο συμπέρασμα που συνάγεται από τη μελέτη της έκθεσης είναι κι αυτό αποδομητικό των νεοφιλελεύθερων εξαγγελιών. Συγκεκριμένα, από τις 13 ξένες άμεσες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν, οι 8 αφορούσαν τον χρηματοοικονομικό κλάδο (ούτε προστιθέμενη αξία αφήνει στον τόπο, ούτε φημίζεται και για τα πολλαπλασιαστικά του αποτελέσματα…), ενώ όλες μαζί δημιούργησαν 111 νέες θέσεις εργασίας! Μήπως επομένως γίνεται πολλή φασαρία για το τίποτε; Μήπως δηλαδή οι ξένες επενδύσεις δεν είναι η πολύφερνη νύφη, όπως τις παρουσιάζουν;

Στη βάση των παραπάνω φαίνεται ότι η προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να αποδείξει ότι αυτοί μπορούν να φέρουν την ανάπτυξη εκεί όπου οι άλλοι αποτυγχάνουν, περισσότερο ευσεβή πόθο αποτελεί. Η επιχείρηση καλλωπισμού μιας εκτρωματικής πολιτικής περικοπών και φορομπηξίας, έτσι ώστε η κοινωνία να μάθει να ζει με τα συσσίτια, είναι καταδικασμένη να πέσει στο κενό…

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία τεύχος 14, καλοκαίρι 2017.

Ανάπτυξη ευχολογίων και λιτότητας

8Στη συστηματική καλλιέργεια προσδοκιών για την ανάπτυξη της οικονομίας επιδίδονται εν χορώ τα σημαντικότερα στελέχη της κυβέρνησης. Ο αντιπρόεδρος Γ. Δραγασάκης κατά τη συνάντηση του με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, Βασ. Κορκίδη, δήλωσε πώς για πρώτη φορά συντρέχουν οι προϋποθέσεις πραγματικής ανάκαμψης, ενώ ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας χαρακτήρισε τους επόμενους πέντε μήνες κρίσιμους γιατί θα σηματοδοτήσουν τη στροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Πρόκειται για ευχολόγια που έρχονται να χρυσώσουν το χάπι της υπερφορολόγησης και των νέων μειώσεων στις επικουρικές συντάξεις που για 150.000 συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα θα φτάσουν ακόμη και το 40%. «Ξεχάστε τα 30 δις. φόρων που έχετε να πληρώσετε το δεύτερο εξάμηνο του 2016, έρχεται η ανάπτυξη…», λέει η κυβέρνηση. Λες και η αύξηση του ΑΕΠ πρόκειται να επαναφέρει μισθούς, συντάξεις και ανεργία στα επίπεδα του 2008.

Ύφεση δίνει η ΕΛΣΤΑΤ

Αξίζει όμως να δούμε που βρισκόμαστε τώρα. Με βάση πρόσφατες ανακοινώσεις της ελληνικής στατιστικής αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ο ετήσιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης το δεύτερο τρίμηνο του 2016 διαμορφώθηκε στο -0,39% (από -0,93% το πρώτο τρίμηνο του 2016). Καλύτερα λοιπόν για την κυβέρνηση αντί να υπόσχεται ανέξοδα για το μέλλον, θα ήταν να απολογηθεί για το παρόν, δηλαδή τη συνέχιση της ύφεσης, που είναι αποτέλεσμα της δικής της πολιτικής. Οι βασικότερες αιτίες της καταγεγραμμένης ύφεσης ήταν η συρρίκνωση των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η θετική μεταβολή των επενδύσεων προήλθε κατά κύριο λόγο από την αύξηση των αποθεμάτων (που δεν υποδηλώνει αύξηση του παραγωγικού δυναμικού) κι όχι του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου.

Αν λοιπόν «συνέτρεχαν για πρώτη φορά προϋποθέσεις πραγματικής ανάκαμψης» όπως δήλωσε απόλυτα βέβαιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αυτές θα όφειλαν πχ να αντιστρέψουν στο άμεσο μέλλον την καθοδική πορεία των δύο παραπάνω μεγεθών: εξαγωγών και ιδιωτικής κατανάλωσης. Ωστόσο, αν κάτι προμηνύονται οι δρομολογημένες εξελίξεις είναι το αντίθετο: περαιτέρω πτώση των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Άνοδο των εξαγωγών θα είχαμε αν προβλεπόταν άνοδος του ρυθμού μεγέθυνσης στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας, όπου κατά πλειοψηφία κατευθύνονται οι ελληνικές εξαγωγές και μπορούμε να υποθέσουμε, παραμένοντας όλα τα άλλα κριτήρια σταθερά και παραβλέποντας πλήθος άλλων ουσιαστικών όρων, ότι μια γενική άνοδος του ΑΕΠ θα συμπαρέσυρε  τη ζήτηση και τις εισαγωγές κι έτσι θα ευνοούνταν οι έλληνες εξαγωγείς. Οι σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας σχηματίζουν 3 ομόκεντρους κύκλους. Στο κέντρο είναι η ευρωζώνη που απορρόφησε το πρώτο τετράμηνο του 2016 το 41,7% των εξαγωγών (από 38% το 2015), μετά είναι ο ΟΟΣΑ που απορρόφησε το 57,7% (από 56,3%) και τέλος η ΕΕ των (πάλαι ποτέ) 28 που απορρόφησε το 58,6% (από 53,7%) των ελληνικών εξαγωγών.

Οι προοπτικές και για τα τρία αυτά οικονομικά κέντρα είναι απογοητευτικές. Στην ευρωζώνη ο ρυθμός μεγέθυνσης προβλεπόταν να αυξηθεί από 1,6% το 2015 σε 1,7% το 2016 και 1,9% το 2017. Στην ΕΕ των 28 ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το 2015 και 2016 θα παραμείνει σταθερός στο 1,9% και το 2017 θα αυξηθεί (σχήμα λόγου το τελευταίο) στο 2%. Εξ ίσου αναιμική προβλέπεται η ανάκαμψη και στις 34 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ με τις προβλέψεις (που πάντα αναθεωρούνται επί το δυσμενέστερο) να δίνουν 1,8% για το 2016 και 2,1% για το 2017. Μάλιστα, παρουσιάζοντας ο ΟΟΣΑ τα στοιχεία για την παγκόσμια ανάπτυξη την 1η Ιουνίου τόνισε ότι η διεθνής οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια «παγίδα χαμηλής ανάπτυξης» (από την οποία προφανώς εξαιρείται η ελληνική υπερδύναμη, με βάση ις δηλώσεις των ΣΥΡΙΖΑίων…) ενώ παρότρυνε τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες. Πίσω από την έκκλησή του στο δημόσιο τομέα εύκολα ανιχνεύεται η απογοήτευση από την αλληλοτροφοδοτούμενη αποχή του ιδιωτικού τομέα από επενδύσεις και των καταναλωτών από ζήτηση…

Έξω …δεν πάμε καλά

Επομένως μια γενική άνοδος της ζήτησης στους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας που θα ωθούσε και τις ελληνικές εξαγωγές σε υψηλότερα επίπεδα, όπως συμβαίνει με μια παλίρροια που ανεβάζει κάθε μεγέθους σκάφος που πλέει, δεν αναμένεται!

Ας δούμε όμως τι προβλέπεται και με την ιδιωτική κατανάλωση που εξελίσσεται σε αχίλλεια πτέρνα. Κι εδώ δεν απαιτούνται μαγικές ικανότητες. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω της αυξημένης άμεσης και έμμεσης φορολογίας, καθώς και των ασφαλιστικών κρατήσεων, μειώνει σταθερά την καταναλωτική ζήτηση. Με άλλα λόγια η «αριστερή» λιτότητα που επέβαλε το Μνημόνιο Τσίπρα τον Αύγουστο του 2015 αποκλείει εξ ορισμού το ενδεχόμενο να λειτουργήσει η ιδιωτική κατανάλωση ως ατμομηχανή της μεγέθυνσης. Θα συμβεί το αντίθετο: οι φόροι που ψηφίστηκαν και θα υιοθετηθούν με χρονοκαθυστέρηση υπόσχονται διαιώνιση των αιτιών της ύφεσης.

Το χειρότερο τουλάχιστον για τα μακροοικονομικά μεγέθη είναι πώς πλέον έχουν απενεργοποιηθεί κι οι μηχανισμοί που υποκατέστησαν επάξια την προηγούμενη 20ετία ακόμη κι αυτή την υποτυπώδη πολιτική αναδιανομής. Δηλαδή ο πιστωτικός κεϋνσιανισμός.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας για τα έργα και τις ημέρες των τραπεζών ισοδυναμούν με ηλεκτροσόκ, καθώς, από την μια, η χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα μειώνεται σταθερά! Τον Ιούλιο του 2016 το υπόλοιπο της χρηματοδότησης ανήλθε σε 200,55 δισ. ευρώ μειωμένο κατά 1,6% σε ετήσια βάση. Ανάλογη μείωση (ύψους 2%) παρατηρήθηκε και τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Από την άλλη κι αυτή η χρηματοδότηση που απελευθερώνεται, δίνεται με όρους τοκογλυφικούς, αποθαρρύνοντας την πρόσβαση στα γκισέ των τραπεζών. Συγκεκριμένα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων δανείων από 4,41% τον Μάιο του 2016 αυξήθηκε σε 4,59% τον Ιούλιο του 2016 (με τα καταναλωτικά να φθάνουν το 14,47%), την ίδια ώρα που το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων καταθέσεων ανήλθε σε 0,42% τον Ιούλιο (μειωμένο οριακά από τον Μάιο που ήταν στο 0,43%).

Τροχοπέδη οι τράπεζες

Η διαφορά του επιτοκίου είναι ένα πρώτης τάξεως μέτρο για την αδηφαγία των τραπεζών. Ναι, των τραπεζών που κεφαλαιοποιήθηκαν ξανά και ξανά και ξανά, από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ και τώρα, προς ηχηρή διάψευση των υπερφίαλων υποσχέσεων για αθρόα χρηματοδότηση της οικονομίας εάν κι εφόσον χρηματοδοτούνταν από τον δημόσιο κορβανά, τώρα, μετατρέπονται σε θηλιά στο λαιμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών που σιγά – σιγά σφίγγει απειλώντας με πνιγμό ακόμη κι όσους γλίτωσαν τα χρόνια της κρίσης. Οι ζημιές τους μάλιστα παραμένουν σε τόσο υψηλά επίπεδα (σε 8,97 δισ. ζημιές το 2015, από 3,46 δισ. ευρώ ζημιές αναφέρεται η έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδας 2015-2016, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να φτάνουν το 2015 τα 7,28 δισ. ευρώ!) ώστε είναι σίγουρο πώς όσο θα υπάρχουν οι τράπεζες με τη σημερινή τους μορφή θα λειτουργούν σαν βδέλλες στο σώμα της οικονομίας.

Συμπερασματικά, η πολιτική του Μνημονίου που εφαρμόζουν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει επιφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα σε νευραλγικά κέντρα της οικονομίας όπως η ιδιωτική κατανάλωση (που συνθλίβεται από τη λιτότητα και τη φορολογία) και το χρηματοπιστωτικό σύστημα (από τη στιγμή που επιλέγηκε να παραμείνει στους αποτυχημένους ιδιώτες), χωρίς να εξετάζουμε τις δημόσιες δαπάνες που έχουν πεταχτεί στο πυρ το εξώτερον ως αιτία του κακού. Τούτων δοθέντων, ακόμη κι αν έρθει η μεγέθυνση το 2017, πράγμα καθόλου δύσκολο μετά την πρωτοφανή ύφεση διάρκειας 8 ετών, δεν θα έρθει από …καλούς λόγους. Θα έρθει επειδή απλώς δεν πάει παρακάτω κι επίσης λόγω των χαμηλών μισθών και ημερομισθίων που θα προσελκύσουν διεθνείς επενδύσεις. Για ποιο λόγο τότε να χαρούν οι εργαζόμενοι κι οι άνεργοι;

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα kommon.gr στις 2 Σεπτεμβρίου 2016

Επί του παρόντος, άδικη ύφεση! Η «δίκαιη ανάπτυξη» ευχολόγιο!

tsipΚαι το όνομα αυτού… «δίκαιη ανάπτυξη»! Εμφανίζεται ως το αντίβαρο στα αλλεπάλληλα μνημονιακά πολυνομοσχέδια που ψήφισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και τη λαίλαπα των νέων και παλιών μέτρων. Το διαβάσαμε στη συνέντευξη του Αλ. Τσίπρα στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 4 Ιουνίου 2016, στην ομιλία του στο Μουσείο της Ακρόπολης στις 16 Ιουνίου και στη συνέντευξη του Ν. Παππά στην Αυγή στις 18 Ιουνίου.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Είναι ο διάδοχος του «παράλληλου προγράμματος», που διαδέχθηκε το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», που κι αυτό με τη σειρά του είχε διαδεχθεί το «αριστερό πρόγραμμα», κοκ. Η απόσταση που χωρίζει τη «δίκαιη ανάπτυξη» από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι τόσο μεγάλη ώστε τον ίδιο όρο, «δίκαιη ανάπτυξη», είχε χρησιμοποιήσει και ο Α. Σαμαράς προ διετίας για να προσδώσει ένα θετικό πρόσημο στην πολιτική του και να εξωραΐσει το περιεχόμενό της. Το αποτέλεσμα το ξέρουμε. Το ίδιο θα συμβεί και με τη «δίκαιη ανάπτυξη» του ΣΥΡΙΖΑ, που σύντομα θα αποδειχθεί μια ακόμη κενολογία… Για την ακύρωση ωστόσο της «δίκαιης ανάπτυξης» έχει φροντίσει ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, με την πολιτική που εφαρμόζει.

Ποια ανάπτυξη;

Το 2015 η οικονομία συρρικνώθηκε, για όγδοη συνεχή χρονιά, κατά 0,2%, ενώ συρρίκνωση αναμένεται και για φέτος, κατά 0,3%, με βάση τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, που περιλαμβάνονται στην έκθεση για τη νομισματική πολιτική 2015-2016, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα στις 15 Ιουνίου. Μιλώντας επομένως για ανάπτυξη η κυβέρνηση μετατρέπει την επιθυμία της σε πραγματικότητα καθώς το μόνο που έχει καταφέρει, αποδεδειγμένα, είναι η συνέχιση της υφεσιακής πολιτικής. Και για να κρύψει αυτή την καταστροφική πολιτική που υλοποιείται εδώ και τώρα, σε πραγματικό χρόνο, επικαλείται την ανάπτυξη που στο μέλλον θα έρθει… Όπως ακριβώς έκαναν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Ακόμη όμως κι αν πάψει να συρρικνώνεται το εθνικό προϊόν, το μερίδιο της εργασίας ποτέ δεν πρόκειται να επιστρέψει στα επίπεδα που βρισκόταν πριν την κρίση. Και γι’ αυτό φρόντισε πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ. Προς επίρρωση μια σειρά από μέτρα που έχει ψηφίσει τον τελευταίο χρόνο, κι ειδικότερα μετά την ατιμωτική συμφωνία που υπέγραψε στις 12 Ιουλίου 2015, τα οποία διασφαλίζουν ότι η υπέρβαση της κρίσης θα συντελείται σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων και των δυνάμεων της εργασίας. Ενδεικτικά και μόνον:

Συνέχιση της φορολογικής λεηλασίας. Η αύξηση του ΦΠΑ από το 23% στο 24% (αφού πρώτα μια σειρά προϊόντων πρώτης ανάγκης μετατάχθηκαν από την κλίματα του 13% στην ανώτερη τότε κλίμακα του 23%) και η παγιοποίηση του ΕΝΦΙΑ και του φόρου κοινωνικής αλληλεγγύης καθιστούν τη φορολογία άδικη και μεροληπτική, καθώς μεταφέρουν το κόστος της προσαρμογής στις πλάτες της κοινωνικής πλειοψηφίας και των εισοδηματικά αδυνάτων. Η αύξηση δε της φορολογίας των επιχειρήσεων (από το 26% στο 29% για τα κέρδη, από το 10% στο 15% για το μέρισμα και από 80% στο 100% της προκαταβολής), στο σημερινό περιβάλλον παρατεταμένης ύφεσης και αποεπένδυσης, δεν αποτελούν αντικαπιταλιστική πολιτική, αλλά τη συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ στην συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του ελληνικού κεφαλαίου, καθώς θα οδηγήσει στο κλείσιμο χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Υφαρπαγή του δημόσιου πλούτου. Η ιδιωτικοποίηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων, του ΟΛΠ και του ΟΛΘ, το σκανδαλώδες χάρισμα του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού στον Λάτση καθ’ υπόδειξη των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, που λειτούργησαν σαν εμπορικοί αντιπρόσωποι του Λάτση, και το υπερ-ταμείο ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας με διάρκεια ζωής 99 χρόνια στερούν από τον πολίτη δημόσιο χώρο, φαλκιδεύουν κυριαρχικά δικαιώματα και υπόσχονται ανατιμήσεις σε εισιτήρια και κάθε είδους χρεώσεις. Από την άλλη, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί πεδία δόξης λαμπρά και κυρίως δωρεάν για το ιδιωτικό κεφάλαιο που θα επιχειρηματικοποιεί φυσικό πλούτο και δημόσιες εγκαταστάσεις.

Διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ μπορούν να καυχώνται πώς με το νομοσχέδιο του Κατρούγκαλου έβαλαν το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του ασφαλιστικού συστήματος. Το σπάσιμο της σύνταξης σε εθνική και ανταποδοτική, η κατάργηση του ΕΚΑΣ για 370.000 μικροσυνταξιούχους και η μείωση των κύριων συντάξεων κατά 20% – 30% για όσους συνταξιοδοτούνται μετά την ψήφιση του αντι-ασφαλιστικού νόμου εγγυώνται την μετατροπή της σύνταξης σε επίδομα. Η άλλη όψη της φτωχοποίησης της τρίτης ηλικίας είναι η ώθηση που δίνεται στον κλάδο ιδιωτικής ασφάλισης. Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές ήδη ζουν με τον ΣΥΡΙΖΑ τα καλύτερα τους χρόνια λόγω της διάλυσης της δημόσιας πρωτοβάθμιας υγείας.

Περικοπές δημοσίων δαπανών. Ο κόφτης δημοσίων δαπανών, με βάση τον οποίο θα επιβάλλονται αυτόματες περικοπές δαπανών έως 3,6 δις. ευρώ ή 2% του ΑΕΠ σε περίπτωση αποκλίσεων από το στόχο δημιουργίας δημοσιονομικού πλεονάσματος θα προκαλέσει μεγαλύτερη εξαθλίωση στην κοινωνία, καθώς παρά τις υποσχέσεις του υπουργού Οικονομικών Ευκλ. Τσακαλώτου δεν εξαιρέθηκαν μισθοί και συντάξεις. Έτσι, το κόστος των αποκλίσεων από τους πάντα υψιπετείς στόχους (όπως για παράδειγμα συνέβη το πρώτο τετράμηνο του έτους που τα έσοδα ΦΠΑ από νησιά όπως η Μύκονος παρουσίασαν υστέρηση έναντι του στόχου κατά 62%!) θα μεταφέρεται στους συνταξιούχους και τους μισθωτούς! Τι διαφορετικό θα έκανε ο Σαμαράς;

Δικαιοσύνη για τους φοροκλέπτες

Βαθύτερη εκμετάλλευση. Με ευθύνη ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ στις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις (πχ ΟΛΠ) αλλάζουν εκ βάθρων οι εργασιακές σχέσεις με τις σταθερές αμοιβές να δίνουν τη θέση τους στη σύγχρονη δουλοπαροικία (εκ περιτροπής εργασία μέσω ενδιάμεσων ατζέντηδων, κλπ.). Το τοπίο θα αλλάξει περαιτέρω με την ζητούμενη από το ΣΕΒ (μέσω του προέδρου του, Θόδωρου Φέσσα – ναι… αυτού που φιγούραρε και στις λίστες των Panama Papers) κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων και άλλα τέτοια μέτρα που θα αποφασιστούν το φθινόπωρο, όταν θα ανοίξει η συζήτηση για τα εργασιακά.

Στρατιές αστέγων. Η δυνατότητα μεταπώλησης όχι μόνο μη εξυπηρετούμενων (κόκκινων), αλλά και κανονικά εξυπηρετούμενων (πράσινων) δανείων από τις τράπεζες, με στόχο τη δημιουργία μιας νέας, δευτερογενούς αγοράς δανείων θα δημιουργήσει χιλιάδες αστέγους. Αργά ή γρήγορα θα γίνουμε και στην Ελλάδα μάρτυρες δραματικών σκηνών με την αστυνομία να πετάει βίαια έξω από τα σπίτια τους οικογένειες ανέργων (γιατί αυτοί είναι που δεν θα μπορούν να φανούν συνεπείς ακόμη και στις πιο δελεαστικές προσφορές των «κορακιών») που θα ζητούν προσωρινή στέγη σε συγγενείς και φίλους, πριν εγκατασταθούν κάτω από γέφυρες. Κι αυτό θα είναι δημιούργημα του ΣΥΡΙΖΑ και των ψεκασμένων των ΑΝΕΛ. Το ξεφόρτωμα δε, των κόκκινων δανείων (που από 39,9% το Δεκέμβριο του 2014, έφτασαν το 44,2% το Δεκέμβριο του 2015 και το 45,2% τον Μάρτιο του 2016 στο σύνολο του χαρτοφυλακίου) δεν πρόκειται να σώσει καν τις τράπεζες, αλλά θα αποτελέσει την πρώτη ύλη για ένα νέο πεδίο κερδοσκοπίας της μαφίας του χρήματος.

Τα παραπάνω μέτρα, που είναι λίγα μόνο απ’ όσα ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ κι ΑΝΕΛ, έχουν εξαλείψει κάθε περιθώριο άσκησης πολιτικής που θα εμπεριέχει ψήγματα έστω κοινωνικής δικαιοσύνης. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ καταργεί το ΕΚΑΣ, ο Σημίτης μοιάζει με τον Αλιέντε, συγκρινόμενος με τον Τσίπρα. Εν κατακλείδι, το μνημόνιο Τσίπρα (Αύγουστος 2015) και το συμπληρωματικό μνημόνιο που ψηφίσαν τον Μάιο του 2016 είναι κομμένα και ραμμένα στα μέτρα του κάθε Φέσσα κι όσων ακόμη και τώρα εξακολουθούν να στέλνουν τα κέρδη τους στους φορολογικούς παραδείσους, χωρίς συνέπειες. Σε αυτό το πλαίσιο η δικαιοσύνη περνάει μέσα από την ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και των κυβερνήσεων που της εφαρμόζουν.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην ιστοσελίδα kommon.gr 

Ξεπερνιέται η κρίση; (Kommon.gr)

1101Πληθαίνουν οι αναφορές πολιτικών και οι οικονομικές ενδείξεις ότι η καπιταλιστική κρίση οδεύει στο τέλος της. Αφήνοντας εκτός συζήτησης στοιχεία που αποτελούν προϊόντα λαθροχειριών (π.χ. πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού ή η …ανακοπή του ρυθμού αύξησης της ανεργίας) μεταξύ άλλων ξεχωρίζουμε: Πρώτο, τις προβλέψεις για επίτευξη το 2014 θετικών ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ (0,1% κατά την Τράπεζα Ελλάδας και 0,6% για την Κομισιόν) έπειτα από μια 6ετία μείωσης. Δεύτερο, την άνοδο της καταναλωτικής ζήτησης τον Απρίλιο του 2014, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια συνεχούς μείωσης, όπως απεικονίζεται στην αύξηση του δείκτη όγκου στο λιανικό εμπόριο τον Απρίλιο κατά 7,3% σε ετήσια βάση.

Λεωνίδας Βατικιώτης

Πριν εξετάσουμε κατά πόσο αυτές οι εξελίξεις σηματοδοτούν το τέλος της κρίσης και πολύ περισσότερο το τέλος της λιτότητας και την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και της μεγάλης πλειοψηφίας, όπως διακηρύσσουν και πολύ συχνότερα υπαινίσσονται όσοι επαγγέλλονται το τέλος της κρίσης είναι απαραίτητη μια εννοιολογική αναφορά, θεωρητική προσέγγιση και ιστορική αναδρομή στο φαινόμενο.

Η κρίση, αναπόσπαστο στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ισοδυναμεί με την βίαιη ανακοπή των ρυθμών συσσώρευσης του κεφαλαίου. Επομένως δεν μπορεί να διαρκεί επ’ άπειρον.

Η τρέχουσα κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, που στη διεθνή της διάσταση αποτελεί την τέταρτη μεγαλύτερη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, είναι συνέχεια αλλά κυρίως τομή της κρίσης που έπληξε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν στην θέση του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού αναδύθηκε το νέο στάδιο ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού: ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός. Απώτερη αιτία της κρίσης είναι η πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους, όπως εμφανίστηκε στο έδαφος των κοσμοϊστορικών τεχνολογικών ανακαλύψεων και της ραγδαίας ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας, την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Η μειούμενη χρήση ζωντανής εργασίας ανά μονάδα προϊόντος εξ αιτίας της αυξημένης οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου οδήγησε στην κρίση των αρχών του ’70.

Όσο ακριβές είναι ότι από τότε μέχρι σήμερα ποτέ δεν επανήλθαν οι ρυθμοί κερδοφορίας της λεγόμενης χρυσής περιόδου, άλλο τόσο αληθές είναι ότι κι εκείνη η περίοδος δεν μπορεί να ιδωθεί στην ιστορία ανάπτυξης του καπιταλισμού ως μια ενιαία και αδιατάρακτη περίοδο, χωρίς κυκλικές διακυμάνσεις, απαλλαγμένη από κρίσεις.

Η πτώση του ποσοστού κέρδους που οδήγησε στην κρίση του ’70 αποτελεί  αντανάκλαση της βαθύτερης αντίθεσης που διαπερνάει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: της σύγκρουσης μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Μια αντίθεση που υπογραμμίζει όχι μόνο τα ιστορικά όρια και τον αντιδραστικό, οπισθοδρομικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, αλλά επίσης προδιαγράφει τον καταστροφικό, αντιλαϊκό χαρακτήρα των λύσεων που προκρίνονται από το κεφάλαιο για την υπέρβαση της κρίσης. Ειδικότερα, μένοντας αμετάβλητο στην ουσία του (παρά τις τομές) το ασφυκτικό πλαίσιο των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, οι παραγωγικές δυνάμεις (δηλαδή τα μέσα παραγωγής κι ο εργαζόμενος άνθρωπος – παραγωγός του κοινωνικού πλούτου) ακρωτηριάζονται, διαστρέφονται κι εν τέλει θυσιάζονται. Ως αποτέλεσμα οι επαναστατικές δυνατότητες της εποχής μας (που θα μπορούσαν να εξαλείψουν την φτώχεια, την αποξένωση, τα εξαντλητικά ωράρια, κλπ.) παραμένουν μια οιωνεί δυνατότητα που ενώ είναι αδύνατο να ξεδιπλωθούν πλήρως στον καπιταλισμό, εν τούτοις ορίζουν, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, την απελευθερωτική δυναμική της εποχής μας.

Προς επίρρωση του αντιδραστικού κι επίσης αλυσιτελούς χαρακτήρα των μορφών εξόδου από την κρίση εντός του καπιταλισμού αρκεί μια αναδρομή στις λύσεις που προκρίθηκαν από τις αρχές του ’70 μέχρι σήμερα. Πρόκειται για λύσεις που απέτρεψαν μεν να λάβει η κρίση απειλητικές διαστάσεις, δηλαδή λειτούργησαν, απέτυχαν ωστόσο να σηματοδοτήσουν μια ουσιαστική ανάταξη του ποσοστού κέρδους, στα μεταπολεμικά επίπεδα. Εν συντομία: Λιτότητα, μείωση μισθών, αλλαγή εργασιακών σχέσεων, κατάργηση κράτους πρόνοιας, ιδιωτικοποιήσεις, συγκέντρωση/συγκεντροποίηση του κεφαλαίου,  πιστωτική επέκταση (χρηματιστικοποίηση), ολοκληρώσεις, παγκοσμιοποίηση/διεθνοποίηση δράσης του κεφαλαίου και στρατιωτικοποίηση.

Η κρίση που ξέσπασε το 2008 ανέδειξε τα όρια των παραπάνω μορφών, δηλαδή την αδυναμία τους να πυροδοτήσουν ένα νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα οι λύσεις που προκρίνονται σε όλο τον κόσμο και με καταιγιστικό ρυθμό στην Ελλάδα περιέχουν σε μεγαλύτερη πυκνότητα το ίδιο ακριβώς μείγμα πολιτικών (ο πιο καθαρόαιμος Ρηγκανισμός και Θατσερισμός χωρίς όρους και όρια) προοικονομώντας τον βαθύτερα αντιδραστικό χαρακτήρα του νέου κύκλου συσσώρευσης που ξεκινάει.

Το νέο πλαίσιο καπιταλιστικής ανάπτυξης

Στην Ελλάδα, ειδικότερα, ο νέος κύκλος συσσώρευσης του κεφαλαίου που ξεδιπλώνεται στο έδαφος της πρωτοφανούς βιαιότητας οικονομικής κρίσης που προηγήθηκε, κι ως άμεσο αποτέλεσμα των αντιλαϊκών μέτρων που επέβαλαν τα Μνημόνια, ορίζεται από τις εξής παραμέτρους:

  1. Εκτόξευση της ανεργίας: Τον Μάρτιο του 2014 η Ελλάδα με μια ανεργία στο επίπεδο του 26,8% συνέχισε να διατηρεί το πανευρωπαϊκό ρεκόρ όταν ο μ.ο. στην ΕΖ18 ήταν 11,6% (Eurostat, 1/7/2014). Σε ένα δεύτερο επίπεδο εξέτασης η ανεργία πλήττει περισσότερο με βάση το φύλλο τις γυναίκες, με βάση την ηλικία την ομάδα 15-24, με βάση την μόρφωση όσους δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο ή έχουν βγάλει μερικές τάξεις του Δημοτικού και με βάση την γεωγραφική  θέση την Δυτική Μακεδονία και το νότιο Αιγαίο.
  2. Κάθετη πτώση των μισθών: Ο δείκτης μισθών το πρώτο τρίμηνο του 2014 ανέρχονταν στο 73,3% του 2008, ακολουθώντας μια πτωτική πορεία που ξεκίνησε το 2010. (Στοιχεία Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, 27/6/2014). Οι σημαντικότερες μειώσεις μισθών παρατηρήθηκαν στους εργαζόμενους των πρώην ΔΕΚΟ και στον δημόσιο τομέα.
  3. Συρρίκνωση των επενδύσεων: Ο τριμηνιαίος ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου το πρώτο τρίμηνο του 2014 (σε τιμές έτους αναφοράς 2005) μειώθηκε στα πρωτοφανή για την τελευταία 15ετία επίπεδα των 4,7 δισ. ευρώ. Αξία που αντιστοιχεί στο ήμισυ των επενδύσεων του 2009 (α’ τριμ. 10,1 δισ.) και σχεδόν στο ένα τρίτο του 2007 (14,4 δισ.). Η σοβαρότερη μείωση παρατηρείται στις κατασκευές.
  4. Ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων: Την 3ετία 2009-2012 αυξήθηκε κάθε μορφή ελαστικής εργασίας που από 21% το 2009 έφτασαν το 45% στο σύνολο του 2012. Οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης μειώθηκαν από 79% σε 55%. Ταυτόχρονα, η αδήλωτη εργασία από 25% το 2010 και 30% το 2011 έφτασε το 36%. (Έκθεση Επιθεωρητών Σώματος Εργασίας, 2013).
  5. Επιταχυνόμενη αποβιομηχάνιση: Η ήδη αδύναμη βιομηχανική βάση της Ελλάδας (9% στο ΑΕΠ έναντι μ.ο. 15% στην Ευρώπη) το πρώτο τρίμηνο του 2014 ακολουθώντας μια συνεχή πτώση ως αποτέλεσμα της συρρικνούμενης καταναλωτικής ζήτησης, της αύξησης των φόρων και του αυξημένου ενεργειακού κόστους μειώθηκε παραπέρα φτάνοντας στο 67% του 2005.
  6. Βαθύτερη χρηματιστικοποίηση: Η αναγκαία αναδιάρθρωση κλάδων και επιχειρήσεων εξ αιτίας της κρίσης μετατρέπει τις τράπεζες σε ρυθμιστή των διαδικασιών εξυγίανσης τους, με βασική μέθοδο την συμβολαιακή παραγωγή. Έτσι, παρότι η υπερχρέωση της ιδιωτικής οικονομίας περιορίζεται (214,35 δις. υπόλοιπο χρηματοδότησης ιδιωτικής οικονομίας τον Μάιος του 2014, έναντι 224,16 δις. τον Μάιο του 2013 και 253,19 τον Μάιο του 2011) η διείσδυση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στην πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή βαθαίνει και γίνεται πιο οργανική, αφορώντας στο εξής σχέσεις ιδιοκτησίας.
  7. Μείωση τραπεζικών καταθέσεων. Στις 31 Δεκεμβρίου 2013 οι τραπεζικές καταθέσεις έφτασαν τα 163,2 δις. ευρώ από 237,5 δισ. που ήταν τον Ιούνιο του 2009, όταν είχαν φτάσει στο υψηλότερο σημείο τους. Η πτώση οφείλεται τόσο στην φυγή κεφαλαίων από τμήματα της αστικής τάξης προς φορολογικούς παραδείσους, όσο και σε αναλήψεις μικρομεσαίων και φτωχών για να αντιμετωπιστούν φορολογικές υποχρεώσεις και καθημερινές ανάγκες.
  8. Μόνιμη υπερχρέωση των δημόσιων οικονομικών: Παρά την  θεραπεία σοκ που εφαρμόστηκε με τα Μνημόνια με ζητούμενο την αντιμετώπιση του εκτροχιασμού των δημόσιων οικονομικών το δημόσιο χρέος ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια μια θεαματικά αυξητική πορεία: από 299 δισ. ευρώ (129% του ΑΕΠ) το 2009, σε 320 δις. ευρώ (175% του ΑΕΠ) τον Μάρτιο του 2014.
  9. Αυξανόμενη διεθνοποίηση: Η συμμετοχή των ξένων στο χρηματιστήριο ξεπέρασε το 60%, ανατρέποντας μια τάση που ήθελε την συμμετοχή της όλα τα προηγούμενα χρόνια γύρω στο 50%. Η αυξημένη παρουσία του διεθνούς κεφαλαίου αποτυπώνεται επίσης στις ιδιωτικοποιήσεις (COSCO, κ.α.) και τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις. Άμεσο αποτέλεσμα της κρίσης είναι όλο και λιγότερο η Ελλάδα να αποτελεί χώρα εξαγωγής κεφαλαίων (Βαλκάνια, κ.α.)
  10. Εντεινόμενη συγκέντρωση/συγκεντροποίηση του κεφαλαίου: Το κλείσιμο περισσότερων από 250.000 κυρίως μικρομεσαίων επιχειρήσεων από το 2009 (εξ αιτίας της μείωσης της καταναλωτικής ζήτησης και της αύξησης της φορολογίας) έχει αλλάξει εκ βάθρων το πρότυπο της ελληνικής κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Η τάση πλέον είναι πόλωση προς τα άκρα, με δραματική συρρίκνωση των πολυπληθών μεσαίων στρωμάτων.
  11. Νέοι τομείς δράσης του κεφαλαίου: Κυρίως μέσω των ιδιωτικοποιήσεων κι επίσης με την εμπορευματοποίηση τομέων κοινής ωφέλειας, το ίδιο το κράτος ανοίγει νέα πεδία κερδοφορίας για το κεφάλαιο (υγεία, τουρισμός, εφοδιαστικές αλυσίδες συγκοινωνίες, υποδομές όπως λιμάνια και αυτοκινητόδρομοι), σε μια προσπάθεια να απεγκλωβιστεί από κορεσμένους τομείς χαμηλών αποδόσεων. Ζητούμενο παραμένει η στήριξη του ιδιωτικού κεφαλαίου με τον στόχο αύξησης των εσόδων (3,56 δις. για το 2014) να αποτελεί την εύσχημο αφορμή για την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Αντί συμπερασμάτων

Εν κατακλείδι ακόμη κι αν το 2014 σημάνει την έξοδο από την κρίση, θα συμβεί υπό την βαριά σκιά των παραπάνω αναδιαρθρώσεων. Ως άμεση συνέπεια, πρώτο, η έξοδος από την κρίση και οι θετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ, δεν θα σημάνουν την επιστροφή της οικονομίας στα επίπεδα πριν την κρίση. Οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι αναιμικοί, παλινδρομώντας διαρκώς στη στασιμότητα. Ο ελληνικός καπιταλισμός δηλαδή, στο νέο κύκλο ανάπτυξής του, ισορροπεί σε ένα χαμηλότερο επίπεδο (21,48% είναι οι απώλειες στο ΑΕΠ μεταξύ 2008 και 2014, από 233,2 δισ. σε 183,1 δισ. ευρώ), με υποβαθμισμένη την θέση του στο διεθνή καταμερισμό.

Δεύτερο, και πιο σημαντικό, η έξοδος από την κρίση δεν θα σημάνει την βελτίωση της θέσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας, της νεολαίας και των συνταξιούχων, καθώς η έξοδος από την ύφεση συντελέστηκε χάρη στην κατακρεούργηση των δικαιωμάτων τους, η οποία θα συνεχίζεται επ’ άπειρο όσο δεν ανατρέπεται η επίθεση του κεφαλαίου. Ο νέος κύκλος συσσώρευσης του ελληνικού κεφαλαίου θα είναι βαθιά αντιδραστικός προς όφελος αποκλειστικά και μόνο της κορυφής της πυραμίδας του κεφαλαίου.