Η Γερμανία ξαναπαίρνει τα όπλα της (Nexus, Απρίλιος 2014)

bundeswehrΑπό πρώτη ματιά η αλλαγή που έγινε στην σύνθεση του κυβερνητικού συνασπισμού στην Γερμανία, με αφορμή τις πρόσφατες εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2013, έπρεπε να στρέψει το κέντρο βάρος της γερμανικής πολιτικής προς τα αριστερά. Η αντικατάσταση των Φιλελεύθερων (FDP) από τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) ως συμμάχους της Γερμανικής Δεξιάς (CDU/SDU), μπορούσε να υποθέσει κανείς, ότι θα μετρίαζε την γερμανική επιθετικότητα τόσο εντός της Γερμανίας, με την εγκατάλειψη των ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών προς όφελος μέτρων στήριξης του λαϊκού εισοδήματος και του κράτους πρόνοιας, όσο και στο εξωτερικό, ανακόπτοντας την γερμανική επιθετικότητα σε αναζήτηση πιο συναινετικών λύσεων. Η προσδοκία αυτής της στροφής, όσο κι αν «δουλεύτηκε» εκ του πονηρού από τα μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να ανακαλύψουν λίγο φως στην άκρη του τούνελ αποσιωπώντας για παράδειγμα την πλήρη ταύτιση των γερμανών σοσιαλδημοκρατών με την Μέρκελ στο θέμα της Ελλάδας, περιελάμβανε μια ορθολογική προσδοκία. Δεν ήταν δηλαδή αυθαίρετη η αναμονή…

του Λεωνίδα Βατικιώτη

Δυστυχώς όμως, για μια ακόμη φορά, η πραγματικότητα ανέτρεψε τις προσδοκίες προς το …χειρότερο, καθώς στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και ειδικά στο ιδιαίτερα λεπτό θέμα της παρουσίας του γερμανικού στρατού, της Μπούντεσβερ, στο εξωτερικό, πράγματι αυτήν την ακριβώς την περίοδο είναι σε εξέλιξη μιας μείζονος σημασίας αλλαγή. Μόνο που η αλλαγή δεν αφορά την ακύρωση της αυξημένης παρουσίας της Μπούντεσβερ στο εξωτερικό και την επιστροφή στο δόγμα απαγόρευσης εξόδου από τα γερμανικά σύνορα έστω κι ενός στρατιώτη που κυριαρχούσε μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η ανατροπή που συντελείται θέλει την εγκατάλειψη του «δόγματος της συγκράτησης» που με συνέπεια όχι μόνο εξέφραζε αλλά συνεχίζει να υπηρετεί η γερμανίδα καγκελάριος, Άγκελα Μέρκελ, σε όφελος μιας πιο ενεργητικής παρουσίας της Μπούντεσβερ στο εξωτερικό. Η νέα επεκτατική στρατιωτική πολιτική της Γερμανίας εκφράζεται επιθετικά από τρία πρόσωπα που βρίσκονται τους πιο κρίσιμους τομείς χάραξης κι εφαρμογής της γερμανικής πολιτικής: τον πρόεδρο της Γερμανίας, Χοακίμ Γκάουγκ, τη νέα υπουργό Άμυνας που προαλείφεται για διάδοχος της Μέρκελ στην καγκελαρία, Ούρσουλα φον ντερ Λέγιεν, και τον νέο υπουργό Εξωτερικών, Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγιερ, προερχόμενο από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και στενό συνεργάτη του τελευταίου σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο Στάινμαγιερ μάλιστα έχει διατελέσει ξανά υπουργός Εξωτερικών στον προηγούμενο «μεγάλο συνασπισμό» την περίοδο 2005-2009.

Τα αποκαλυπτήρια της νέας πολιτικής της Γερμανίας που εν ολίγοις προβλέπει ενεργότερη εμπλοκή της Μπούντεσβερ στις διεθνείς συγκρούσεις έγιναν από τον πρόεδρο της χώρας, Χοακίμ Γκάουγκ, κατά την ομιλία του στο ετήσιο Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου, που αποτελεί την σημαντικότερη ετήσια συγκέντρωση υπουργών Άμυνας και πολιτικών απ’ όλο τον κόσμο. Παραδοσιακά μάλιστα τα θέματα που εξετάζονταν στην σύνοδο που πραγματοποιείται στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας αφορούσαν το ρόλο του ΝΑΤΟ ή τις εξελίξεις στα καυτά μέτωπα του πλανήτη, πχ στο Αφγανιστάν. Φέτος οι διοργανωτές εκμεταλλεύτηκαν το βήμα του διεθνούς συνεδρίου για να κάνουν γνωστή κι επίσημα την αλλαγή του στρατιωτικού τους δόγματος. «Η Γερμανία δεν μπορεί να συνεχίσει όπως στο παρελθόν» τόνισε στην ομιλία του που κράτησε μισή ώρα κι ήταν επικεντρωμένη στις «δραματικές νέες απειλές» απέναντι στην παγκόσμια τάξη για να καταλήξει με τα εξής: «Όταν η τελευταία επιλογή – η αποστολή της Μπούντεσβερ – έρχεται προς συζήτηση, η Γερμανία δεν θα πρέπει να λέει όχι για λόγους αρχής»!

Βεβαρυμμένο πρόσφατο παρελθόν

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ακόμη και σήμερα γύρω στους 5.000 γερμανούς στρατιώτες υπηρετούν σε διάφορες αποστολές στο εξωτερικό από το Μαλί (99) και τον Λίβανο (148), μέχρι το Αφγανιστάν (3.135) και το Κόσοβο (784). Στην πρώην Γιουγκοσλαβία μάλιστα ήταν η πρώτη φορά που ο γερμανικός στρατός (μετά την ήττα και την παράδοσή του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο) βγήκε εκτός συνόρων. Ο σκοπός της αποστολής του στα σημαντικότερα πολεμικά μέτωπα του κόσμου, μόνο κατ’ ευφημισμό μπορεί να χαρακτηριστεί ειρηνευτικός. Σε επίρρωση οι φρικιαστικές φωτογραφίες γερμανών στρατιωτών από το Αφγανιστάν που έπαιζαν με …νεκροκεφαλές τις οποίες επιδείκνυαν γελώντας. Όταν είδαν αυτές οι φωτογραφίες το φως της δημοσιότητας στα γερμανικά πρωτοσέλιδα τον Δεκέμβριο του 2006 το λιγότερο που προκάλεσαν ήταν σοκ… Δεν ήταν όμως κι η τελευταία φορά που η κοινή γνώμη κι η πολιτική ζωή της Γερμανίας συγκλονίστηκαν από τα κατορθώματα της Μπούντεσβερ. Η επόμενη ήταν τον Σεπτέμβριο του 2009 όταν αποκαλύφθηκε ότι οι οδηγίες που έδωσε για στόχους γερμανός αξιωματικός στα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν οδήγησαν στο θάνατο εκατοντάδες άμαχους. Οι αποκαλύψεις που ακολούθησαν ακύρωσαν την προσπάθεια συγκάλυψης του εγκλήματος και οδήγησαν τον υπουργό Άμυνας, τον επιθεωρητή του στρατού και τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας σε παραίτηση καθώς έγινε σαφές ότι σκόπιμα παραπληροφούσαν την γερμανική κοινωνία υποστηρίζοντας ότι τα θύματα ήταν μόνο Ταλιμπάν.

Το σημαντικότερο όμως και πέρα για πέρα αποκαλυπτικό γεγονός, εξελίχθηκε το 2010 κι είχε ως πρωταγωνιστή τον πρόεδρο της Γερμανίας, Χερστ Κέλερ, μέλος του δεξιού κυβερνώντος κόμματος (CDU) που μόλις έναν χρόνο πριν είχε επανεκλεγεί στο αξίωμά του. Πριν αναδειχθεί στην προεδρία ήταν επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και κατά την διάρκεια της πρώτης τους θητείας τις περισσότερες φορές που απασχολούσε την δημοσιότητα συνέβαινε με αφορμή δηλώσεις του για την ανάγκη εφαρμογής νεοφιλελεύθερων μέτρων στην οικονομία. Μιλώντας σε δημοσιογράφο κατά την διάρκεια ταξιδιού του προς το Αφγανιστάν ο τότε γερμανός πρόεδρος, με την …διπλωματική και όλο …υπαινιγμούς γλώσσα που συνηθίζεται σε αυτούς τους μισητούς οργανισμούς δήλωσε τα ακόλουθα που οδήγησαν στην ακαριαία παραίτησή του: «Μία χώρα του δικού μας μεγέθους, με τη σημασία που δίνει στις εξαγωγές και την εξάρτηση από το διεθνές εμπόριο πρέπει να έχει επίγνωση ότι οι στρατιωτικές αποστολές αποτελούν αναγκαιότητα για να προστατεύσουμε τα συμφέροντά μας, σε ό,τι για παράδειγμα αφορά εμπορικούς δρόμους ή όταν πρόκειται να αποτρέψουμε περιφερειακές αστάθειες που θα επηρεάσουν το εμπόριο, τις δουλειές και τα εισοδήματά μας»! Πιο κυνικά δεν μπορούσε να ειπωθεί! Ούτε φληναφήματα για «ανθρωπιστικούς λόγους», ούτε βερμπαλισμοί για «διεθνές δίκαιο και νομιμότητα», ούτε σπαραξικάρδιες κραυγές για «σφαγές ανηλίκων»… Τίποτε απ’ όλα αυτά. Η Γερμανία στέλνει στρατό στο εξωτερικό για να προασπίσει τα οικονομικά της συμφέροντα!

Πίσω απ’ όλα η οικονομία!

Οι οικονομικές φιλοδοξίες είναι που ωθούν την Γερμανία, οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης και πέμπτη μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη στον κόσμο, να διεκδικήσει έναν αναβαπτισμένο ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις, σύμφωνα με τον πρόεδρο της. Ορίζονται δε από τις εντυπωσιακές εξαγωγικές της επιδόσεις που ξεπερνούν το 43% του ΑΕΠ για το 2012 (1,49 τρισ. δολ. σε ένα σύνολο παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών αξίας 3,43 τρισ. δολ.). (Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης να αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα οι εξαγωγές εμπορευμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2012 και 2013 αντίστοιχα – 27,5 και 27,6 δις. ευρώ – ήταν κάτω του 10% του ΑΕΠ!) Τα εξαγώγιμα προϊόντα της Γερμανίας δε κατά βάση είναι κεφαλαιουχικά αγαθά: εργαλειομηχανές, ηλεκτρολογικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός, οχήματα και μεταφορικά μέσα, φαρμακευτικά και χημικά προϊόντα, κοκ. Εν ολίγοις προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, που σημαίνει ότι η Γερμανία δεν αναγκάζεται να αρκείται σε οριακά κέρδη, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους εξαγωγείς που προσφεύγουν στις διεθνείς, πλήρως ανταγωνιστικές αγορές για να αντισταθμίσουν μέρος των απωλειών από την πτώση της ζήτησης στο εσωτερικό… Για την Γερμανία οι εξαγωγές αποτελούν δύναμη ζωής και όχι λύση ανάγκης. Περιττό δε να πούμε ότι ουδέποτε θα έφθαναν οι εξαγωγές της σε τέτοια επίπεδα αν δεν υπήρχε το ευρώ. Στην περίπτωση που η Γερμανία είχε δικό της εθνικό νόμισμα αυτό θα ήταν 30-40% πιο ανατιμημένο από το ευρώ, με αποτέλεσμα να εξασφάλιζε με πραγματικούς όρους μέρος μόνο από τα κέρδη παραγωγικότητας που έχει πετύχει.

Επομένως όσο μεγαλώνουν οι βλέψεις της Γερμανίας για τις διεθνείς αγορές, όσο περισσότερα συμφέροντα αποκτά στο εξωτερικό, τόσο πιο επίμονα θα ωθεί την Μπούντεσβερ να αναλαμβάνει νέες αποστολές εκτός συνόρων, κι η ίδια θα γίνεται μια ιμπεριαλιστική, μισητή δύναμη. Πίσω από αυτή την επιταγή στοιχίζεται κι η σοσιαλδημοκρατία που έχει αποδειχθεί ότι υπηρετεί πολύ πιο πιστά τις ανάγκες της γερμανικής οικονομικής ελίτ. Ο Σρέντερ άλλωστε με την περίφημη Ατζέντα 2010 ήταν αυτός που σάρωσε τις εργατικές κατακτήσεις της Γερμανίας και οδήγησε σε δραματική συρρίκνωση το κράτος πρόνοιας. Και τώρα ο Σοσιαλδημοκράτης υπουργός Εξωτερικών της Μέρκελ από κοινού με την υπουργό Άμυνας έχουν αναλάβει εργολαβία να νομιμοποιήσουν στην συνείδηση της γερμανικής κοινωνίας και στον υπόλοιπο κόσμο την επιθετική στροφή του Τέταρτου Ράιχ. «Η νέα γερμανική κυβέρνηση» έγραφε το περιοδικό Σπίγκελ στις 27 Ιανουαρίου «σχεδιάζει μια καινούργια κατεύθυνση στην εξωτερική πολιτική. Το κεντρικό ερώτημα από τον προκάτοχο του Στάινμαγιερ, τον Γκουίντο Βεστερβέλε, που προερχόταν από τους Ελεύθερους Δημοκράτες, ήταν: “πώς θα μείνουμε έξω από ένοπλες συγκρούσεις;”. Ο Βεστερβέλε προέκρινε μια πολιτική στρατιωτικής συγκράτησης που σήμαινε να αφήνεις τις δυσάρεστες δουλειές για τους άλλους. Τώρα οι δύο υπουργοί από το νέο συνασπισμό της Μέρκελ έχουν συμφωνήσει να καταργήσουν την κληρονομιά του Βεστερβέλε. Ο Σταινμάγιερ και η Ούρσουλα φον ντερ Λέγιεν πιστεύουν ότι μια οικονομική υπερδύναμη όπως η Γερμανία δεν μπορεί να συνεχίσει να στέκεται στο περιθώριο. Θέλουν να δείξουν στους σύμμαχους της Γερμανίας ότι μπορούν να στηριχθούν επάνω της».

Καχυποψία και χειρισμός της κοινής γνώμης

Η Γερμανία ωστόσο οφείλει να διασκεδάσει τις οξύτατες αντιδράσεις που προκαλεί ο επανεξοπλισμός της, δεδομένου ότι κανείς τουλάχιστον στην Ευρώπη δεν ξεχνάει τόσο εύκολα την φρίκη που προκάλεσε αυτή η χώρα δύο φορές στον 20ο αιώνα, με τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν και πάλι ο άρτια εξοπλισμένος στρατός της μετατράπηκε σε αιχμή του δόρατος μιας ακμάζουσας οικονομίας που ασφυκτιούσε στα εθνικά της σύνορα. Είναι σημάδι αισιοδοξίας υπ’ αυτή την έννοια τα αποτελέσματα δημοσκόπησης που διενεργήθηκε από την εταιρεία YouGovκαι δημοσιεύτηκαν στους Financial Timesτης 31ης Ιανουαρίου, βάσει των οποίων το 45% των Γερμανών που ρωτήθηκαν πιστεύουν ότι η Μπούντεσβερ έχει ήδη μια υπερβολική παρουσία εκτός συνόρων ενώ μόνο το 30% πιστεύει ότι το σημερινό επίπεδο παρέμβασης στη διεθνή σκηνή είναι το κατάλληλο. Πολύ πιθανά όσο η Γερμανία ξαναφοράει τα χακί της και παίρνει τα όπλα της η δυσφορία που υπάρχει στο εσωτερικό να μειώνεται κι ο μέσος Γερμανός να εξοικειώνεται με την ιδέα του μιλιταρισμού.

Ήδη το Βερολίνο καταβάλλει μια τεράστια προσπάθεια να μεταστρέψει την κοινή γνώμη, τόσο εντός όσο κι εκτός της Γερμανίας. Είναι πολύ ενδεικτικό, για παράδειγμα, άρθρο που δημοσιεύτηκε στο γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ τον Αύγουστο του 2013, με τίτλο «γιατί η Γερμανία αποφεύγει τον παγκόσμιο ρόλο της», όπου προετοιμαζόταν το έδαφος για την μετεκλογική φιλοπολεμική στροφή της κυβέρνησης. Ο αναλυτής που το υπογράφει, μεταφέροντας προφανώς την βούληση του «βαθέως» γερμανικού κράτους, εμφανίζει λίγο πολύ ως αίτημα των λαών όλου του κόσμου τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας για να καταλήξει: «Για μια χώρα τόσο σημαντική όπως η Γερμανία η εμπλοκή της είναι υποχρέωση, όχι επιλογή. Ο ρόλος του ενεργού παίκτη πέφτει επάνω μας, είτε το θέλουμε είτε όχι».

Πολύτιμη και αναντικατάστατη βοήθεια προς το Βερολίνο στην προσπάθεια του να διασκεδάσει τις αλγεινές εντυπώσεις που δημιουργεί η φιλοδοξία του για αναβαθμισμένη στρατιωτική παρουσία στο εξωτερικό προσφέρει το Παρίσι. Οι συμβολισμοί είναι προφανείς: Οι κοινές γαλλογερμανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις ακυρώνουν εκ προοιμίου κάθε ανησυχία δεδομένου ότι επί αιώνες η μια χώρα πολεμούσε ενάντια στην άλλη. Τώρα, όμως είναι εμφανής από μακριά ο γάμος συμφέροντος: Η Γερμανία κρύβει τις επιθετικές της φιλοδοξίες πίσω από τις δάφνες της Γαλλίας κατά τη διάρκεια του Πρώτου και Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, όταν αντιστάθηκε στον Άξονα, κι η δε Γαλλία αναβαθμίζει τις δικές της επιθετικές φιλοδοξίες και μειώνει τους πιθανούς κινδύνους (αποφεύγοντας να υποστεί τη ζημιά των Αμερικάνων στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν) προσθέτοντας στο οπλοστάσιο της την τεράστια δύναμη πυρός της Γερμανίας. Δεν αποκλείεται μάλιστα η κάλυψη που παρέχει η Γαλλία στην Γερμανία να περιλαμβάνει ως μέρος του ντιλ και τα στραβά μάτια του Τέταρτου Ράιχ στα …φρενς στατίστικς, δηλαδή την πολύ άσχημη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας που παραμένει ως φημολογία λόγω των στατιστικών αλχημειών.

Γαλλία – Γερμανία συνεργασία

Έτσι, σαν έτοιμες από καιρό Γαλλία και Γερμανία μετέτρεψαν την Αφρική σε πεδίο δοκιμής των επεκτατικών τους σχεδίων. Η επίσκεψη της γερμανίδας γαλαζοαίματης υπουργού στην Σενεγάλη και το Μαλί τον Φεβρουάριο (δύο μόλις εβδομάδες μετά την σύνοδο του Μονάχου) όπου εξήγγειλε την αύξηση της γερμανικής στρατιωτικής παρουσίας έπεισε τους πάντες ότι πίσω από τις εξαγγελίες υπήρχε από καιρό καταστρωμένο σχέδιο, έτοιμο να μπει σε κίνηση. Με βάση μάλιστα όσα δήλωσε από ένα γερμανικό στρατόπεδο στον ποταμό Νίγηρα τα χειρότερα είναι μπροστά μας. «Υπήρχαν περίοδοι που υπηρετούσαν στο εξωτερικό 11.000 άνδρες και γυναίκες στρατιώτες. Τώρα είναι 5.000 επειδή οι επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν οδηγούνται σε κλείσιμο», ήταν τα λόγια της! Στα σχέδια επομένως του Βερολίνου περιλαμβάνεται η σημαντική αύξηση των εκστρατευτικών του σωμάτων.

Το ενδιαφέρον που εκδηλώνουν Παρίσι και Βερολίνο για την Αφρική, με αφορμή την έκρυθμη κατάσταση στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και το Μαλί (που δημιουργήθηκε όταν η χώρα κατακλύστηκε από μισθοφόρους οι οποίοι εγκατέλειπαν την Λιβύη μετά την πτώση του Καντάφι) δεν απορρέει από τις ανθρωπιστικές τους ευαισθησίες. Η Αφρική μετατρέπεται με καταιγιστικούς ρυθμούς σε αποικία της Κίνας, η οποία γρήγορα εκμεταλλεύτηκε το μίσος των Αφρικανών για τις πρώην αποικιακές δυνάμεις, εξάγοντας, επενδύοντας κι αγοράζοντας ό,τι κινούταν. Έτσι εκ των υστέρων Αμερικάνοι κι Ευρωπαίοι σπεύδουν να διασώσουν και να επαυξήσουν ό,τι προσβάσεις ιστορικά διέθεταν. Τα θέλγητρα της μαύρης ηπείρου περιγράφηκαν σύντομα και περιεκτικά από τον εκπρόσωπο Τύπου του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, Μάρτιν Σάφερ, όταν δήλωνε πρόσφατα: «Η Αφρική είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια ήπειρο που παράγει κρίσεις. Υπάρχουν επίσης και πολλές ευκαιρίες. Πολλές αφρικάνικές χώρες επιδεικνύουν ποσοστά μεγέθυνσης που είναι σημαντικά υψηλότερα από αυτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης»! Πέρα από τα ποσοστά, καλύτερα πριν απ’ αυτά, υπάρχει και το υπέδαφος της περιοχής που η Γερμανία το γνωρίζει πάρα πολύ καλά, λόγω του ότι στις αρχές του 20ου αιώνα η περιοχή που σήμερα είναι η Ναμίμπια, η Τανζανία, το Καμερούν και το Τόγκο αποτελούσαν αποικίες της. Η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, που εκτείνεται σε μια διπλάσια έκταση από την Γερμανία, διαθέτει τεράστιες και βεβαιωμένες ποσότητες χρυσού, διαμαντιών, ουρανίου και ξυλείας.

Η κοινή γαλλο-γερμανική στρατιωτική επιχείρηση στην Αφρική που ως στόχο έχει τον έλεγχο των πρώτων υλών (κι όχι την αποτροπή των αιματηρών μαχών μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων) ενδεχομένως να εντάσσεται στην κοινή πολιτική ελέγχου των απαραίτητων για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία πρώτων υλών, όπως περιγράφεται σε ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με ημερομηνία 24 Ιουλίου 2013 (COM (2013) 542 final). Πρόκειται για ένα κείμενο θεμελιώδους σημασίας που περιγράφει τις προτεραιότητες σε ό,τι αφορά την δημιουργία του ευρωστρατού. Ξεχωριστή προσοχή δίνεται στην υλική βάση του υπό δημιουργία στρατού, δηλαδή την αμυντική βιομηχανία που το 2012 κατέγραψε τζίρο ύψους 96 δις. ευρώ (με το 50% ή 47 δις. ευρώ να αφορούν τον τομέα της αεροναυπηγικής) απασχολώντας άμεσα 400.000 εργαζόμενους και έμμεσα 960.000.

Πολεμική βιομηχανία αιχμή του δόρατος

Το εμπόδιο που έχει να ξεπεράσει η ΕΕ είναι ιδιαίτερα σύνθετο. Πρόκειται για δύο συμπληγάδες πέτρες. Η μια αφορά την δημοσιονομική κρίση στην Ευρώπη που έχει οδηγήσει τις αμυντικές δαπάνες στην ΕΕ να έχουν μειωθεί από 251 δις. ευρώ το 2001 στα 194 δις. το 2010. Ως αποτέλεσμα τα κονδύλια που κατευθύνονται στην Έρευνα και Ανάπτυξη μεταξύ 2005 και 2010 μειώθηκαν κατά 14% (στα 9 δις. ευρώ) όταν ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, η αμερικάνικη, δαπανά 7 φορές περισσότερα απ’ όσο και τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ. Στον αντίποδα των προβλέψεων για μείωση κατά 12% των αμυντικών δαπανών από την αρχή της κρίσης μέχρι το 2017, οι παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες μέχρι το 2015 (από το 2011) αναμένεται να αυξηθούν κατά 6,8%. Ακόμη κι έτσι όμως αξίζει να αναφερθεί ότι οι αμυντικές δαπάνες των κρατών μελών της ΕΕ το 2011 ως άθροισμα υπερέβαιναν το άθροισμα των αμυντικών δαπανών της Κίνας, της Ρωσίας και της Ιαπωνίας, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει κάθε χρόνο στην δημοσιότητα το ίδρυμα SIPRI. Να αναφερθεί επίσης ότι την μερίδα του λέοντος στις αμυντικές δαπάνες της ΕΕ (ακόμη και το 80% των προμηθειών) προέρχεται από 6 χώρες: Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Σουηδία και Αγγλία.

Από την άλλη, το κόστος παραγωγής του πολεμικού εξοπλισμού αυξάνει ως αποτέλεσμα όχι μόνο της αυξανόμενης έντασης τεχνολογίας που περιέχεται σε κάθε αμυντικό προϊόν αλλά επίσης και λόγω της μείωσης του όγκου παραγωγής εξ αιτίας της αναδιοργάνωσης και της συρρίκνωσης των ένοπλων δυνάμεων που συνεχίζεται αμείωτη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Έχει υπολογιστεί για παράδειγμα ότι κάθε 7,25 χρόνια διπλασιάζεται το κόστος των εξοπλισμών. Κι αυτό συμβαίνει ενώ οι δαπάνες προσωπικού μειώνονται σταθερά. Μεταξύ 2006 και 2010 μειώθηκαν κατά 17,5% ως αποτέλεσμα της μείωσης του συνολικού προσωπικού από 2,4 εκ. άτομα το 2006 σε 2 εκ. το 2010, εκ των οποίων τα 1,6 εκ. είναι στρατιωτικό προσωπικό (όταν οι ΗΠΑ έχουν 500.000 λιγότερους, δηλαδή 1,1 εκ.).

Η λύση που έχει προκρίνει η ΕΕ για να βγει αλώβητη από αυτές τις συμπληγάδες πέτρες είναι η υπέρβαση του εθνικού κατακερματισμού που συνεχίζει ακόμη να δίνει τον τόνο στην εν λόγω αγορά, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι άνω του 80% των επενδύσεων σε αμυντικό εξοπλισμό δαπανάται εθνικά, προκαλώντας, πάντα με όρους αγοράς, αχρείαστες επικαλύψεις. Ο κατακερματισμός της αγοράς υπογραμμίζεται επίσης αν δούμε πως μεταξύ 2008-2010 μόνο το 3,3% των προκηρύξεων δημοσιεύονταν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η αξία των διασυνοριακών συμβολαίων ανερχόταν σε 4,5 δις. ευρώ ή 1,7% των συνολικών εξοπλιστικών δαπανών. Το ζητούμενο δηλαδή για τις Βρυξέλλες είναι η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς που θα δώσει ώθηση στις οικονομίες κλίμακας και τον ανταγωνισμό. Το σχέδιο της συνδέεται με την δημιουργία διεθνών πρωταθλητών. Πρότυπο είναι οι ΗΠΑ όπου η μέση αμυντική βιομηχανία είναι 1,5 φορά μεγαλύτερη από την μέση ευρωπαϊκή. Σε αυτή την κατεύθυνση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεσμεύεται να προωθήσει τα υβριδικά στάνταρντ που θα κάνουν την στρατιωτική τεχνολογία περισσότερο επωφελή και για την υπόλοιπη βιομηχανία (ηλεκτρονική, αεροπλοΐα, εξερεύνηση των θαλασσών, κ.α.), να δημιουργήσει ένα κοινό σύστημα πιστοποίησης ώστε το πολεμικό υλικό να μπορεί να χρησιμοποιείται κατά ενιαίο τρόπο σε όλες τις χώρες, να καταγράψει κάθε μορφής κρατική βοήθεια ώστε να την καταργήσει ή να την αξιοποιήσει κατά το δοκούν, ακόμη και να υπάρξει μια πιο συγκεντρωτική διαχείριση της γης που κατέχουν οι ένοπλες δυνάμεις, δεδομένου ότι είναι ο μεγαλύτερος κάτοχος γης στην Ευρώπη που αντιστοιχεί στο 1% των εδαφών της και σε 200 εκ. τετ. μ. κτιρίων, ώστε με σχεδιασμένο τρόπο να μειωθούν οι ενεργειακές ανάγκες και μέρος αυτών να καλυφθεί από πηγές χαμηλών εκπομπών.

Ανεργία και οικονομική κατοχή

Ο σχεδιασμός της ΕΕ μπορεί να οδηγεί σε μια αμυντική βιομηχανία διεθνώς υπολογίσιμη και ανταγωνιστική, είναι εμφανές όμως ότι αυτή η διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου περνάει πάνω από την διάλυση και την καταστροφή πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων που διαθέτει η ΕΕ κι η Ελλάδα, εξασφαλίζοντας εδώ και δεκαετίες την επάρκεια της σε αμυντικό υλικό. Η αναζήτηση οικονομιών κλίμακας στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία σημαίνει, με άλλα λόγια, την αποβιομηχάνιση της Ελλάδας. Αναφέρει για παράδειγμα άλλο έγγραφο εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: «Υπάρχουν πέντε βασικά ευρωπαϊκά ναυπηγεία (BAE Systemsστην Αγγλία, DCNS στην Γαλλία, TKMS στην Γερμανία, Φινκαντιέρι στην Ιταλία και Ναβάντια στην Ισπανία) με πολλούς άλλους μικρότερους παραγωγούς και υποστηρικτικές υπηρεσίες σε όλη την ΕΕ. Μια σύγκριση με τις ΗΠΑ υπογραμμίζει ωστόσο πως ο τομέας στην Ευρώπη χαρακτηρίζεται από υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα λειτουργώντας σε σχετικά μικρή κλίμακα. Η ΕΕ έχει 12 μεγάλες ναυπηγικές εταιρείες έναντι 2 στις ΗΠΑ, και οι αμερικάνικες εταιρείες είναι 3,4 φορές μεγαλύτερες απ’ ότι οι ευρωπαϊκές». Σε αυτό το σχέδιο της ΕΕ, όπου το μέγεθος …μετράει,  είναι εμφανές ότι δεν χωρούν ούτε τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, ούτε της Ελευσίνας. Καταλαβαίνουμε μάλιστα καλύτερα ποιοί παράγοντες και προς όφελος τίνος τα οδήγησαν στο κλείσιμο, στέλνοντας τόσους χιλιάδες ειδικευμένους εργάτες στην ανεργία…

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, εξ ίσου σημαντικό: Το σχέδιο του ευρωστρατού, που θα είναι η Μπούντεσβερ με καμουφλάζ, και θα αποτελείται από έναν μικρό κι ευέλικτο στρατό που ως αποστολή του θα έχει να εξασφαλίζει πρώτες ύλες στην ευρωπαϊκή βιομηχανία υποστηριζόμενο από μια αμυντική βιομηχανία που θα είναι προσανατολισμένη στις εξαγωγές δεν έχει καμία σχέση με τις αμυντικές ανάγκες της Ελλάδας. Ο κίνδυνος δηλαδή εδώ είναι πως όσο θα προχωράει η αμυντική ενοποίηση στην ΕΕ, με αποτέλεσμα το Τέταρτο Ράιχ να καταφέρνει να βάζει όλη την υπόλοιπη Ευρώπη να χρηματοδοτεί τα νεοαποικιακά του σχέδια, αμυντικοί σχεδιασμοί που βρίθουν ιδιαιτεροτήτων όπως για παράδειγμα της Ελλάδας και της Κύπρου να καταρρέουν και οι χώρες να γίνονται πιο ευάλωτες σε απειλές. Και τότε να αναδεικνύεται σε μονόδρομο η παράδοση της κυριαρχίας στην Μπούντεσβερ και η μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο. Άλλωστε και με την Frontex κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει;

Εν κατακλείδι ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας αυξάνει την γεωπολιτική αστάθεια, λειτουργώντας σαν λάδι στη φωτιά, ενώ ως απαραίτητο συμπλήρωμά του έχει την στρατιωτική αποδυνάμωση μικρότερων χωρών όπως η Ελλάδα. Η επανεμφάνιση των παλιών φαντασμάτων δημιουργεί μεγαλύτερες ανισορροπίες, περισσότερους κίνδυνους…

ΕΑΣ, ΕΛΒΟ, ΛΑΡΚΟ: Ομαδική εκτέλεση, με συνοπτικές διαδικασίες (Nexus, Οκτώβριος 2013)

?????????«Ήδη από το 1791 ο Αλεξάντερ Χάμιλτον (σ.σ. υπουργός Οικονομικών του Τζορτζ Ουάσινγκτον) προειδοποιούσε ότι κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν ότι οι σύγχρονες βιομηχανίες μπορούν να αναπτυχθούν από μόνες τους, χωρίς την υποστήριξη της κυβέρνησης. Δεν συζητούσε καν αν πρέπει να παρέμβει η κυβέρνηση – το ζήτημα ήταν με ποιόν τρόπο θα παρενέβαινε», γράφει ο Ντάνι Ρόντρικ, κορυφαίος οικονομολόγος και καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας του πανεπιστημίου Χάρβαρντ στο πολύ σημαντικό βιβλίο του «Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης, η δημοκρατία και το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας» (εκδ. Κριτική, 2012), αμφισβητώντας τα ιερά και τα όσια του φιλελευθερισμού που αποκλείουν κάθε κυβερνητική ανάμειξη στην οικονομία κι ειδικότερα στη βιομηχανία. Και συνεχίζει, μιλώντας για το σήμερα: «Το ότι η βιομηχανική πολιτική, με οποιαδήποτε μορφή της, θεωρείται για μια ακόμη φορά θεμιτή ή, για την ακρίβεια, αναγκαία αποκαλύπτει πολλά σχετικά με το πόσο έχουμε υπαναχωρήσει από τον εμπορικό φονταμενταλισμό της δεκαετίας του ‘90».

Διάλυση με την υπογραφή ΕΕ και Βερολίνου

Στην σύγχρονη Ελλάδα των Μνημονίων θέματα όπως ο ρόλος της κυβέρνησης στην οικονομία είναι από καιρό λυμένα, διαψεύδοντας τα νεοφιλελεύθερα δόγματα ή, καλύτερα, όσους τα παίρνουν …στα σοβαρά. Το κράτος είναι εδώ είτε για να μειώσει τον κατώτατο μισθό από τα 751 στα 586 ευρώ, αφαιρώντας τον από την δικαιοδοσία εργοδοτών και εργαζομένων όπως συνέβαινε επί δεκαετίες, είτε για να παρέμβει στην βιομηχανική πολιτική με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο: διαλύοντας την ελληνική βιομηχανία! Βάζοντας το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της ελληνικής μεταποίησης όπως ήκμασε την δεκαετία του ’60 κι άντεξε ακόμη και μέσα από τις θύελλες της δεκαετίας του ’80 κι έπειτα όταν ο ανταγωνισμός από την Ευρώπη δεν άφησε πέτρα πάνω στην πέτρα κλείνοντας δεκάδες αξιοζήλευτες επιχειρήσεις. Αυτό που διαπιστώνουμε πλέον, ιδίοις όμμασι, είναι ότι η συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής (που από 31,1% του ΑΕΠ το 1975 έφτασε το 16,1% του 2012) δεν είναι αποτέλεσμα μόνο μιας γενικής διεθνούς τάσης που προκρίνει την ανάπτυξη των υπηρεσιών σε βάρος της πραγματικής παραγωγής. Στην Ελλάδα, το δικό τους μερίδιο ευθύνης έχουν επίσης εγκληματικές πολιτικές αποφάσεις. Τα Μνημόνια που υπογράφτηκαν από το 2010 και μετά, με ευθύνη τριών διαδοχικών πρωθυπουργών και τεσσάρων κομμάτων, έρχονται να γκρεμίσουν με διαδικασίες μάλιστα fasttrack όποια βιομηχανική υποδομή είχε μείνει όρθια. Προς επίρρωση των παραπάνω οι τελευταίες δραματικές εξελίξεις στην εταιρεία εξόρυξης και κατεργασίας νικελίου ΛΑΡΚΟ και την αμυντική βιομηχανία, δηλαδή την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ) και τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) που προέκυψαν από τη συγχώνευση της ΠΥΡΚΑΛ και της ΕΒΟ, που κάνουν βέβαιο ότι τον δρόμο τους θα ακολουθήσει αργά ή γρήγορα και η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ).

Ρόλο επιταχυντή των εξελίξεων, που έχουν προδιαγραφεί από καιρό με βάση τα όσα γράφτηκαν και υπογράφτηκαν (για να μην ξεχνούμε και τις προσωπικές ευθύνες) στα Μνημόνια, έπαιξε η επίσκεψη της Τρόικας στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2013 κι η απειλή που άρχισε έναν μήνα πριν να κυκλοφορεί στον Τύπο ότι αν δεν δοθεί λύση γι’ αυτές τις επιχειρήσεις κινδυνεύει η δόση του Οκτωβρίου, ύψους 1 δισ. ευρώ. Οι πιέσεις της Τρόικας ωστόσο είναι μόνο η αφορμή. Σε σχέση με την αμυντική βιομηχανία, τα σύννεφα πάνω από τις εγκαταστάσεις τους άρχισαν να συγκεντρώνονται με αφορμή την επιτάχυνση των διαδικασιών συγκρότησης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας. Πρόκειται για ένα υπερβολικά φιλόδοξο σχέδιο ενοποίησης της πολιτικής άμυνας στο πλαίσιο της ΕΕ, που έχει επικριθεί ότι προωθεί την στρατιωτικοποίησή της, κι όσο για τον προσανατολισμό ότι ντύνει με ευρωπαϊκά ενδύματα την γερμανική εξωτερική πολιτική και άμυνα. Ορισμένοι από τους ακρογωνιαίους λίθους της είναι η συγκρότηση δύναμης ταχείας επέμβασης, η δημιουργία μόνιμου στρατηγείου και η ενοποίηση της κατακερματισμένης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, η οποία θα ενδυναμώσει τις γερμανικές βιομηχανίες παραγωγής αμυντικού υλικού σε βάρος των ομοειδών επιχειρήσεων στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρότι μάλιστα οι σχετικές αποφάσεις θα ληφθούν επίσημα στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τον προσεχή Δεκέμβριο, είναι εύκολο να δούμε πίσω από τις πρόσφατες αρνητικές εξελίξεις στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία τα πρώτα πρακτικά βήματα αυτής της διαδικασίας τα οποία συζητιούνται εδώ και χρόνια στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Δεν ήρθαν σαν κεραυνός εν αιθρία… Εν κατακλείδι η υπό εξέλιξη διάλυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας υποκινείται από την Γερμανία κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία (χωρίς να εξαιρούνται οι ΗΠΑ), μέσω της Τρόικας, ώστε δικές τους επιχειρήσεις να πάρουν τα συμβόλαια των ελληνικών επιχειρήσεων και τις παραγγελίες των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Η ΕΛΒΟ στα χνάρια της ΕΡΤ: ξαφνικός θάνατος!

Το περίφημο ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε η Τρόικα στις αρχές Σεπτεμβρίου, μέσω του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ματίας Μορς, δεν άφηνε καμιά ελπίδα για την ΕΛΒΟ. Ως άμεση λύση πρότεινε την πτώχευση που κρίθηκε ως το λιγότερο δαπανηρό σενάριο μιας και θα στοιχίσει μόνο 13,5 εκ. ευρώ (που θα κατευθυνθούν σε αποζημιώσεις προσωπικού και καταβολή δεδουλευμένων) ενώ το εναλλακτικό σενάριο που προέβλεπε την εκκαθάριση εν λειτουργία και το οποίο απορρίφθηκε είχε κόστος 27,5 εκ. ευρώ. Στο πλαίσιο αυτού του σεναρίου που πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων προβλεπόταν ότι θα παρέμεναν στην εταιρεία κι οι 365 εργαζόμενοι της (όταν στο παρελθόν απασχολούνταν πάνω από 1.200), μέχρι τουλάχιστον να ολοκληρωθούν οι παραγγελίες που έχει αναλάβει κι ακόμη δεν έχει προλάβει να εκτελέσει και να παραδώσει. Η ΕΛΒΟ λοιπόν θα εκτελεστεί για 14 εκ. ευρώ…

Το «ενοχοποιητικό στοιχείο» που βάρυνε για την ετυμηγορία της Τρόικας ήταν οι ζημιές της ΕΛΒΟ που ξεπερνούν τα 100 εκ. ευρώ κι η ανάγκη αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον 30 εκ. ευρώ. Γεγονότα αδιαμφισβήτητα που υποτιμούν ωστόσο την ως τώρα συμβολή και τις τεράστιες δυνατότητες της συγκεκριμένης επιχείρησης. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε ότι η ΕΛΒΟ (που ιδρύθηκε το 1972, πέρασε στο δημόσιο το 1986 και το 2010 ο όμιλος Μυτιληναίου που συμμετείχε στο μετοχικό της κεφάλαιο μεταβίβασε στο ελληνικό δημόσιο το σύνολο των μετοχών του έναντι ενός ευρώ) κατάφερε τα τελευταία χρόνια να μειώσει καθαρές ζημιές, λειτουργικά έξοδα και τραπεζικό δανεισμό, εισερχόμενη έτσι σε μια ελπιδοφόρα τροχιά εξυγίανσης που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο πολύ σύντομα να γίνει κερδοφόρα. Προϋπόθεση γι’ αυτό όμως είναι το κράτος να καταβάλλει στη επιχείρηση τα λεφτά που της οφείλει κι ανέρχονται σε 8 εκ. ευρώ. Παραπέρα τα στελέχη της εταιρείας εκτιμούν πως μόνο η διάθεση του 5% των κονδυλίων του υπουργείου Άμυνας είναι αρκετή για να επιβιώσει η επιχείρηση. Τα χρήματα αυτά μάλιστα δεν θα τα λάβει χαριστικά ή εκμεταλλευόμενη το ότι οι αμυντικές βιομηχανίες ακόμη και με βάση την κοινοτική νομοθεσία εξαιρούνται των κανόνων ανταγωνισμού και για ευνόητους λόγους δικαιούνται να λαμβάνουν κρατικές επιδοτήσεις. Η ΕΛΒΟ διεκδικεί δικαιωματικά τις κρατικές παραγγελίες λόγω της υψηλής τεχνογνωσίας που έχει αναπτύξει κι η οποία αποτυπώνεται για παράδειγμα στο γεγονός ότι είναι η μοναδική βιομηχανία παγκοσμίας που έχει άδεια παραγωγής οχημάτων Hummer από την κατασκευάστρια αμερικάνικη εταιρεία ΑΜ General. Αποτέλεσμα της διεθνώς αναγνωρισμένης τεχνογνωσίας της είναι επίσης οι δυνατότητες συμπαραγωγής προηγμένων οπλικών συστημάτων όπως κι η προοπτική υπογραφής συμβολαίων με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η Λιβύη, το Ιράκ, η Μποτσουάνα κ.α.

Το κλείσιμο της ΕΛΒΟ (που σε επιστολή του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης προς τον πρωθυπουργό και την πολιτική ηγεσία τον Αύγουστο του 2013 περιγράφεται ως η μεγαλύτερη παραγωγική βιομηχανία στην Βόρεια Ελλάδα) θα φτωχύνει την Ελλάδα και για έναν επιπλέον λόγο. Γιατί ακόμη και τότε το ελληνικό δημόσιο θα συνεχίσει να παραγγέλνει πολεμικό υλικό ή να συντηρεί τον υπάρχοντα εξοπλισμό. Τα χρήματα αυτά όμως θα πηγαίνουν είτε σε ιδιωτικές εταιρείες είτε σε ξένες που θα γίνουν χαλίφης στη θέση του χαλίφη τιμολογώντας όμως αυθαίρετα το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας όταν μέχρι στιγμής διαμόρφωνε τα κόστη σχεδόν κατά το δοκούν.

Η ΕΛΒΟ όμως πρέπει να μείνει ζωντανή για έναν λόγο ακόμη. Επειδή έχει τη δυνατότητα με την ίδια αξιοπιστία που παράγει στρατιωτικά οχήματα να κατασκευάσει από ασθενοφόρα και πυροσβεστικά μέχρι περιπολικά, λεωφορεία και τρακτέρ. Υπ’ αυτό το πρίσμα η ύπαρξή της προσφέρει μια ανακούφιση σε οποιαδήποτε κυβέρνηση επιλέξει να σεβαστεί τις κοινωνικές ανάγκες και να αναγνωρίσει την προτεραιότητά τους έναντι των πιστωτών καθώς ξέρει ότι η δημιουργία για παράδειγμα ενός αξιόπιστου δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς δεν θα τινάξει τον κρατικό προϋπολογισμό στον αέρα. Αντίθετα μπορεί να γίνει φθηνά κι αξιόπιστα με όρους που θα επιλέξει το ελληνικό δημόσιο. Το ίδιο ισχύει για παράδειγμα και με την προμήθεια ασθενοφόρων ώστε να πάψει το αίσχος των ιδιωτικών ασθενοφόρων που καλύπτουν την έλλειψη των δημόσιων ήτα τρακτέρ στην περίπτωση που μια μελλοντική κυβέρνηση αποφασίσει να προχωρήσει στην επιδοτούμενη κατασκευή τους ώστε να στηριχθεί η εγχώρια παραγωγή στο πλαίσιο ενός θεμιτού σχεδίου εξασφάλισης διατροφικής επάρκειας ή αναβίωσης της ρημαγμένης υπαίθρου. Διακρίνεται επομένως κι ένας επιπλέον, λιγότερο όμως ορατός, σχεδιασμός της Τρόικας και των πιστωτών πίσω από την διάλυση της ΕΛΒΟ, πολύ πιο μακροπρόθεσμος για παράδειγμα ακόμη κι από την αύξηση της ανεργίας σε μια περιοχή που έχει ήδη ξεπεράσει το 35% ή το πλήγμα που θα επέλθει σε μια στεφάνη περισσότερων από 100 επιχειρήσεων που συνεργάζονται με την ΕΛΒΟ: Να στερηθεί η Ελλάδα εκείνων των παραγωγικών υποδομών που εξακολουθούν να υπάρχουν και της δίνουν την δυνατότητα να σταθεί μόνη της στα πόδια της. Αποχαιρετώντας αυτή την υποδομή, η προσφυγή πχ στην Mercedes κι άλλες πολυεθνικές εταιρείες θα είναι μονόδρομος. Κι ένας μονόδρομος απίστευτα δαπανηρός…

ΛΑΡΚΟ: ζημιές λόγω ΔΕΗ

Πολλές και σημαντικές θα είναι κι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενο κλείσιμο της ΛΑΡΚΟ που συζητιέται μεταξύ της κυβέρνησης και της Τρόικας, καθώς δεν πρόκειται για μια τυχαία μονάδα. Η ΛΑΡΚΟ είναι η μοναδική στην Ελλάδα, συγκαταλέγεται στους πέντε μεγαλύτερους παραγωγούς σιδηρονικελίου στον κόσμο κι είναι η μοναδική στην Ευρώπη που χρησιμοποιεί ίδια μεταλλεύματα για την παραγωγή νικελίου, εξάγοντας όλη την παραγωγή της! Στο πελατολόγιο της δε, βρίσκονται επιχειρήσεις – κολοσσοί όπως η γερμανική ThyssenKrupp κι η BritishSteel.

«Η ΛΑΡΚΟ που άμεσα απασχολεί 1.200 μόνιμους εργαζόμενους και έμμεσα πάνω από 4.000 μπορεί να δουλέψει από μόνη της χωρίς να στοιχίζει στο δημόσιο ούτε ένα ευρώ» δήλωσε στο Nexus ο πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων στο Λαύριο, Γιάννης Φουρτάκας. «Φέρνουμε ως επιχείρηση 365 εκ. ευρώ συνάλλαγμα το χρόνο ή 1 εκ. ευρώ την ημέρα. Κάθε χώρα θα ήθελε να έχει μια τέτοια επιχείρηση κι εμείς που την έχουμε τι την κάνουμε; Θέλουμε να την πουλήσουμε παραβλέποντας ότι δραστηριοποιείται σε 6 νομούς διαθέτοντας μεταλλεία, εργοστάσιο επεξεργασίας ακόμη και λιμάνι. Μαζί της 1 εκ. στρέμματα γης και πιστοποιημένα κοιτάσματα νικελίου που βρίσκονται στο υπέδαφος και ξεπερνούν τα 20 δις. ευρώ. Όποιος την αγοράσει είμαστε σίγουροι τι θα κάνει. Θα την εκμεταλλευτεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα και μετά θα την κλείσει».

Η ΛΑΡΚΟ ωστόσο παρουσιάζει ζημιές αντιτείνουμε στον συνομιλητή μας. «Δεν ευθύνεται όμως η επιχείρηση γι’ αυτές τις ζημιές», δηλώνει ο Γιάννης Φουρτάκας. «Αρχικά το δημόσιο οφείλει 66 εκ. ευρώ από ΦΠΑ. Η καθυστέρηση τους να μας ξοφλήσουν μέχρι τώρα δημιουργεί την υποψία μήπως θέλουν αυτό το ποσό να δοθεί μπόνους στον αγοραστή. Η σημαντικότερη ωστόσο αιτία για το υψηλό κόστος παραγωγής μας βρίσκεται στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος που πληρώνουμε και φτάνει τα 68 ευρώ την μεγαβατώρα, όταν οι Γάλλοι ανταγωνιστές μας πληρώνουν 25 ευρώ. Με αυτή την τιμή του ρεύματος είναι αδύνατο να γίνει κερδοφόρα κι εμείς είμαστε σίγουροι ότι αφήνουν αυτά τα τιμολόγια άθικτα για να επιταχύνουν την ιδιωτικοποίηση κι όταν θα την αγοράσει ο νέος ιδιοκτήτης τότε θα του δώσουν και νέα χαμηλότερη τιμή ως κίνητρο. Η εχθρική στάση της πολιτείας απέναντι στην ΛΑΡΚΟ φαίνεται επίσης από την απροθυμία των αρχών να ανανεώσουν την άδεια που έληξε τον Ιούνιο του 2012 (διάρκειας 30 ετών ως τότε) κι έκτοτε το αρμόδιο υπουργείο μας ανανεώνει κάθε φορά την άδεια για μόνο 6 μήνες κι όταν λήξει το εξάμηνο τρέχουμε ξανά και τους κυνηγάμε. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι παράγοντας τον μήνα 1.600 τόνους νικέλιο μας παρακαλάνε να πουλήσουμε. Εμείς έχουμε σχέδια επέκτασης της εταιρείας, με πολύ χαμηλό κόστος, που όμως κανείς από την κυβέρνηση δεν μας ρώτησε, κανείς δεν έκατσε να κουβεντιάσει λες και δεν θέλουν να έρχονται αυτά τα χρήματα στο δημόσιο». Ενδεικτικό στοιχείο για το ενδιαφέρον που θα εκδηλωθεί για την ΛΑΡΚΟ μόλις ξεκινήσουν κι επίσημα οι διαδικασίες ιδιωτικοποίησης της είναι πως όταν το 2009 ξεκίνησε μια προσπάθεια ιδιωτικοποίησης (που δεν ολοκληρώθηκε λόγω των πρόωρων εκλογών) ενδιαφέρον είχαν εκδηλώσει από την Ελλάδα ο Άκτορας, η Χαλυβουργία Ελλάδας κι όμιλος Μυτιληναίου. Ορισμένες δηλαδή από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις…

Αξίζει να αναφερθεί πως η ΔΕΗ την ίδια ώρα που απέναντι στην ΛΑΡΚΟ εξαντλεί την αυστηρότητά της, σε άλλες επίσης ενεργοβόρες επιχειρήσεις όπως για παράδειγμα στην Αλουμίνιον της Ελλάδας (πρώην Πεσινέ) του ομίλου Μυτιληναίου εφαρμόζει μια ευνοϊκή τιμολογιακή πολιτική χρεώνοντας μόνο 42 ευρώ. Προηγούμενο επομένως υπάρχει για να αξιοποιηθεί, αν υπάρχει σχετική βούληση, στην κατεύθυνση υιοθέτησης μιας διακριτικής τιμολογιακής πολιτικής από την μεριά της ΔΕΗ.

Η οικονομική κατάσταση της ΛΑΡΚΟ δεν θα ήταν αυτή που είναι σήμερα αν στο πρόσφατο παρελθόν δεν είχε πετύχει έναν …άθλο που προκάλεσε τεράστιο οικονομικό κόστος. Συγκεκριμένα, είχε προπωλήσει την παραγωγή της (μέσω κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου, όπως συνηθίζεται) σε τιμές πολύ χαμηλότερες σε σχέση με το υψηλό επίπεδο που διαμορφώθηκαν (52.000 δολάρια τον τόνο). Κι όταν «έσπασε» τα συμβόλαια που είχε υπογράψει καταβάλλοντας τις δέουσες ποινικές ρήτρες για να εκμεταλλευτεί τις υψηλές τιμές, τότε αυτές καταποντίστηκαν στα 8.000 δολάρια. Πέτυχε δηλαδή να καταγράψει ζημιές και στην άνοδο και στην πτώση των τιμών, βαρύνοντας σημαντικά και μέχρι τώρα τα αποτελέσματά της.

Τα σχέδια για την ΛΑΡΚΟ που έχουν δημοσιοποιηθεί όσο γράφονται αυτές οι γραμμές προβλέπουν της διάσπαση της σε καλή και κακή στα πρότυπα της Αγροτικής Τράπεζας και την μετέπειτα πώλησή της. Ενδιαφέρον μάλιστα είχε εκδηλώσει εταιρεία με έδρα την ΠΓΔΜ και θυγατρική στο Ισραήλ, στέλεχος της οποίας φέρεται να είναι πρώην διευθυντής της ΛΑΡΚΟ που γνωρίζει καλά τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες της.

ΕΑΣ: θυσία στο βωμό των ανταγωνιστών

Οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων στο Αίγιο, που παραμένουν επί 8 μήνες απλήρωτοι, μόνο και μόνο για να δείξουν τις τεράστιες κι εξ ίσου ανεκμετάλλευτες δυνατότητες του δικού τους εργοστασίου αποφάσισαν να ανοίξουν τις εγκαταστάσεις του στον Τύπο και τους επιστημονικούς κι επαγγελματικούς φορείς για να καταλάβουν τις απώλειες που θα επέλθουν στη δημόσια περιουσία σε περίπτωση που αυτή η προηγμένη μονάδα πουληθεί σε ιδιώτη, όπως προβλέπει το σχέδιο της κυβέρνησης. Έτσι από τις 11 Σεπτέμβρη το εργοστάσιο στο Αίγιο είναι ανοιχτό σε επισκέψεις ενδιαφερομένων. Ειδικότερα η πρόταση που έχει κατατεθεί περιλαμβάνει την διάσπαση της μονάδας σε δύο μέρη. Στο πρώτο (ΕΑΣ 1) θα περιληφθούν οι πολιτικές δραστηριότητες και τα μη στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία. Για παράδειγμα μόνο τα οικόπεδα της εταιρείας εκτιμάται ότι αξίζουν 324 εκ. ευρώ. Αυτή η εταιρεία θα μπει σε διαδικασία εκκαθάρισης, ενώ στο δεύτερο μέρος (ΕΑΣ 2) θα παραχωρούνταν οι δραστηριότητες που σχετίζονται με το υπουργείο Άμυνας. Υπολογίζεται για παράδειγμα ότι οι υφιστάμενες συμβάσεις ανέρχονται στα 100 εκ. ευρώ. Η δεύτερη εταιρεία με βάση το σχέδιο της κυβέρνησης θα υποβαλλόταν σε ένα σχέδιο δραστικής αναδιάρθρωσης. Ουσιώδης παράμετρος κάθε σχεδίου ωστόσο είναι η έξοδος περισσότερων από τους μισούς εργαζομένους που έχει σήμερα η εταιρεία κι ανέρχονται σε 840 άτομα. Προοπτική που σύμφωνα με τους εργαζόμενους αποκλείει μετά βεβαιότητας την εκτέλεση ακόμη κι αυτών των παραγγελιών που υπάρχουν σήμερα. Η μείωση του προσωπικού επομένως χαρακτηρίστηκε ως ένας έμμεσος τρόπος κλεισίματος της εταιρείας.

Ενδεικτικό στοιχείο για την παραγωγική δυνατότητα της εταιρείας και τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό της (μπροστά στον οποίο δεν αντέχουν την σύγκριση ούτε κι οι εγκαταστάσεις της γερμανικής Rheimentall, που είναι βασικός ανταγωνιστής της κι ενδιαφερόμενος αγοραστής) είναι οι πατέντες που έχει αναπτύξει για όλμους 81 χιλιοστών και τα συστήματα ταχείας αλλαγής κάνης (ΤΑΚ) για πυροβόλα. Όλα αυτά είναι έρευνα, ανάπτυξη, πιστοποίηση και κατασκευή ΕΑΣ! Αυτή η τεχνογνωσία κινδυνεύει με εξαφάνιση σε περίπτωση που υλοποιηθούν τα ακραία σχέδια της Τρόικας και κλείσουν ή πουληθούν σε ιδιώτες τα εργοστάσια της ΕΑΣ στον Υμηττό, το Αίγιο, το Λαύριο, την Μάνδρα ή την Ελευσίνα.

Πολλαπλά επιζήμια όμως θα αποδειχθεί ακόμη κι η ιδιωτικοποίηση των δύο θυγατρικών των ΕΑΣ, που δεν παράγουν αμιγώς πολεμικό υλικό: της Ηλεκτρομηχανικής Κύμης που παράγει κράνη, αλεξίσφαιρα γιλέκα και υλικά ραδιοβιοχημικού πολέμου και της Μεταλλουργικής Βιομηχανίας Ηπείρου, η οποία ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από τον Γ. Αβέρωφ με σκοπό να φτιάχνει το πρώτο στάδιο από κάλυκες διάφορων διαμετρημάτων (επονομαζόμενο και κνάθιο). Η Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου όσο ήταν στα χέρια των ιδιωτών παράπαιε (ιστορική λεπτομέρεια που παρά την συχνότητα με την οποία απαντάται σε πολλές κρατικοποιημένες εταιρείες σχεδόν πάντα αγνοείται από τους υπέρμαχους των ιδιωτικοποιήσεων) μέχρι που την αγόρασε το κράτος. Από την συγκεκριμένη εταιρεία μιλήσαμε με τον Κώστα Παπαϊωάννου, εκπρόσωπο των εργαζομένων στη διοίκηση. «Όποιος λέει και πιστεύει ότι θα μας αγοράσει ιδιώτης και δεν θα μας κλείσει σε λίγους μήνες ή σε λίγα χρόνια λέει ψέματα. Η Μεταλλουργική Ηπείρου καταφέρνει και δίνει επί χρόνια δουλειά σε 60 άτομα στην άκρη της Ελλάδας, κοντά στα αλβανικά σύνορα. Η μοναδική συναφής επιχείρηση είναι του Στασινόπουλου, η Βιοχάλκο, η οποία μεταφέρθηκε στην Βουλγαρία. Αν αυτός αγοράσει την Μεταλλουργική γιατί να συνεχίσει να την κρατάει εδώ;», λέει ο Κώστας Παπαϊωάννου που επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια οι μισθοί του προσωπικού έχουν μειωθεί κατά 60-70%, ενώ από το 2010 δεν έχουν πάρει ούτε ένα ευρώ από το κράτος. Και συνεχίζει: «Η φιλολογία που έχει αναπτυχθεί πρόσφατα ότι εμείς δεν υπαγόμαστε στο αμυντικό σκέλος, κι εύκολα επομένως ή χωρίς σοβαρές επιπτώσεις μπορούμε να ιδιωτικοποιηθούμε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Γιατί, μπορεί να παράγουμε συστηματικά τα τελευταία χρόνια δισκία κερμάτων του ευρώ, δεχόμενοι μάλιστα παραγγελίες από νομισματοκοπεία χωρών όπως η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Φινλανδία ακόμη κι η Γερμανία που δείχνουν την ποιότητα της εξειδίκευσής μας, ταυτόχρονα όμως συνεχίζουμε να εκτελούμε παραγγελίες αμυντικού υλικού όπως για παράδειγμα από το Αμερικάνικο Ναυτικό, που αφορά κάλυκες διαμετρήματος 556. Αν δεν εκτελέσουμε εμείς αυτές τις παραγγελίες, θα πάνε έξω. Κάποιος άλλος θα τις πάρει από τους ανταγωνιστές μας, χάνοντας πολύτιμο συνάλλαγμα!»

Ποιος ευνοείται επομένως από μια τέτοια εξέλιξη που θα ερημώσει την επαρχία και θα εξαφανίσει μια τεχνογνωσία που χρειάστηκαν δεκαετίες για να οικοδομηθεί; Το σημαντικότερο ωστόσο είναι το πλήγμα που θα επέλθει στην αμυντική θωράκιση της Ελλάδας στην περίπτωση που οι δημόσιες αμυντικές της βιομηχανίες κλείσουν είτε απ’ ευθείας, με την μέθοδο του ξαφνικού θανάτου, ή αφού πρώτα πουληθούν σε ιδιώτη. Η ύπαρξη αυτών των μονάδων συνέβαλε στην αμυντική θωράκιση της Ελλάδας, προσφέροντας μια σχετική ανεξαρτησία, ετοιμότητα κι όλα αυτά στο χαμηλότερο δυνατό κόστος. Η συγκεκριμένη ωστόσο πλευρά πουθενά δεν αναλύθηκε. Τρόικα και κυβέρνηση δεν είπαν πόσο θα στοίχιζαν οι παραγγελίες των ενόπλων δυνάμεων αν εκτελούνταν από άλλες ιδιωτικές βιομηχανίες ή δίνονταν στο εξωτερικό στην Rheimentall, την KMW, την Mercedes ή την MAN

Τέλος, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι οι ολέθριες συνέπειες από το κλείσιμο της ΕΛΒΟ, των ΕΑΣ και της ΛΑΡΚΟ θα γίνουν αισθητές σε όλη την κλίμακα της οικονομίας, λόγω του ότι επί δεκαετίες σε αυτές τις μονάδες δημιουργούταν τεχνογνωσία που σπάνια συναντιέται σε άλλες επιχειρήσεις και σε άλλους κλάδους. Ειδικά η αμυντική βιομηχανία είναι ευρέως γνωστό ότι αποτελεί πειραματικό εργαστήριο όπου δοκιμάζονται κι εφαρμόζονται τεχνολογίες αιχμής οι οποίες στη συνέχεια κι ενίοτε έπειτα από πολλά χρόνια διαχέονται και στην υπόλοιπη οικονομία. Με άλλα λόγια η ελληνική οικονομία, που πολύ εύκολα απαξιώνεται με επιδερμικούς αφορισμούς ότι δεν παράγει τίποτε, ότι είναι απαρχαιωμένη ή αποκλειστικά και μόνο οικονομία υπηρεσιών, χαμηλής ειδίκευσης κι άλλα τέτοια διέθετε το προνόμιο να φιλοξενεί πρωτοπόρες μονάδες ακόμη και με διεθνή κριτήρια. Αυτές οι μονάδες τώρα κινδυνεύουν να κλείσουν για τον απλό λόγο ότι οι αποικίες δεν χρειάζονται αμυντική βιομηχανία…

Τότε όμως από πού θα επέλθει η περιλάλητη ανάπτυξη της οικονομίας; Αν βιομηχανίες που δεν έχουν ακόμη και προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες κλείνουν η μια μετά την άλλη, πότε θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, πότε θα αφήσουμε πίσω τα σκοτεινά χρόνια της συρρίκνωσης της οικονομίας; Μάλλον ποτέ…