Τραμπ εναντίον Ευρώπης

Στον εύκολο στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έστρεψε τα πυρά του ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοινώνοντας τη Δευτέρα 1 Ιουλίου την πρόθεσή του να επιβάλει εμπορικούς δασμούς ύψους 4 δισ. δολ. σε μια μεγάλη γκάμα ευρωπαϊκών ειδών διατροφής που ξεκινούν από ιταλικά και γερμανικά τυριά (παρμεζάνα, προβολόνε, ρετζιάνο, ένταμ, γκούντα, κ.α.), μακαρόνια και ελιές και φτάνουν σε ουίσκι από τη Σκοτία και την Ιρλανδία. Η νέα λίστα με τα 89 προϊόντα προστίθεται σε μια προηγούμενη λίστα που ανακοινώθηκε στις 12 Απριλίου και αφορούσε ευρωπαϊκά προϊόντα αξίας 21 δισ. δολ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το πρόβλημα ωστόσο δεν είναι ούτε τα τυριά ούτε τα ουίσκια. Στο επίκεντρο της νέας αντεπίθεσης στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου που έχουν κηρύξει οι ΗΠΑ εναντίον της ΕΕ βρίσκεται η αεροπορική βιομηχανία Airbus, που κατηγορείται από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ότι επιβιώνει από κρατικές επιδοτήσεις – κάτι που όλοι ξέρουν ότι είναι πολύ κακό να γίνεται όταν δεν αφορά χρεοκοπημένες τράπεζες και ανεμογεννήτριες που φυτεύονται στις βουνοκορφές κι αδυνατούν να παράξουν ακόμη και το ρεύμα που καταναλώθηκε για την παραγωγή τους. Κατά τ’ άλλα οι κρατικές επιδοτήσεις αμφισβητούν τα ιερά και τα όσια του νεοφιλελευθερισμού που στηρίζεται στον αγνό, άδολο και ανόθευτο ανταγωνισμό και δεν πρέπει ποτέ να παραβιάζεται ακόμη κι όταν πρόκειται να κατασκευαστούν ασφαλή αεροσκάφη. Τόσο αγνό, άδολο και ανόθευτο που ακόμη και οι ΗΠΑ δεν κρύβουν ότι επιδοτούν την Boeing, που εσχάτως διέρχεται μια άνευ προηγουμένου κρίση όταν τα 737 MAX  αποδείχτηκε πώς είναι φέρετρα πτερόεντα.

Η διαμάχη γύρω από την Airbus και την Boeing έχει χαρακτηριστεί ως η πλέον περίπλοκη και χρονοβόρα αντιπαράθεση στο δικαστήριο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου όπου την μια οι ΗΠΑ και την άλλη η ΕΕ προστρέχουν κατηγορώντας η μια την άλλη για κρατικές επιδοτήσεις, τις οποίες και οι δύο χορηγούν αφειδώλευτα, πλην …συγκαλυμμένα. Η τελευταία δικαστική απόφαση που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2012 χαρακτήρισε παράνομες τις χρηματοδοτήσεις προς την Boeing και κάλεσε την αμερικανική κυβέρνηση να τις διακόψει. Κανονισμός που εκδόθηκε επίσης τον Ιούνιο του 2017 από την μια αναγνώριζε ότι η Ουάσιγκτον είχε συμμορφωθεί με 28 από τις 29 οδηγίες, από την άλλη όμως δεν είχε λάβει κανένα μέτρο αντιστροφής των αρνητικών αποτελεσμάτων των προηγούμενων επιδοτήσεων όπως είχε συμφωνηθεί να πράξει. Και τώρα οι ΗΠΑ επανέρχονται κατηγορώντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι παρανόμως στηρίζουν την κοινοπραξία.

Η αμερικανική ρεβάνς δεν προέρχεται μόνο από την κρίση που διέρχεται η Boeing. Τροφοδοτείται εξ ίσου και από την αδυναμία της Airbus να επιβιώσει, αφήνοντας στους Αμερικάνους την ελπίδα να οδηγήσουν την ευρωπαϊκή κοινοπραξία στη χρεοκοπία. Η θέση της Airbus είναι τόσο επισφαλής ώστε τον Ιανουάριο του 2018 ανακοίνωσε ότι θα διακόψει την παραγωγή των σούπερ-τζάμπο Α380. Η απόφαση ανακλήθηκε από μια «αγορά του αιώνα» που ανακοίνωσε η Emirates με έδρα το Ντουμπάι λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση της διακοπής για 36 αεροσκαφών Α380 ύψους 13 δισ. δολ. Ήταν κι αυτή μια απόφαση που στηριζόταν όπως όλοι μπορούν να υποθέσουν  σε κριτήρια αγοράς…

Ο δεύτερος στόχος της αμερικανικής κυβέρνησης είναι κοινή αγροτική πολιτική που κι αυτή παραβιάζει τα ιερά και τα όσια του νεοφιλελευθερισμού μιας και στηρίζεται σε επιδοτήσεις. Το αίτημα των ΗΠΑ περιστρέφεται γύρω από τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας – πακέτο που περιλαμβάνει δύο ακανθώδη θέματα: την άδεια εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά των χλωριωμένων κοτόπουλων που κάνουν όλο το σπίτι να βρομάει χλωρίνη και απειλούν όλους να μας κάνουν χορτοφάγους, όπως και γενετικά τροποποιημένων τροφίμων που ούτε μετά θάνατον δεν διαλύονται στο ανθρώπινο στομάχι. Τις ισχυρότερες αντιστάσεις στα αμερικανικά τρόφιμα – Φρανκεστάιν μέχρις στιγμής προβάλλει η Γαλλία λόγω του ισχυρού αγροτοδιατροφικού τομέα που διαθέτει.

Απέναντι όμως στον εμπορικό πόλεμο του Τραμπ υπάρχουν και απρόβλεπτες αντιδράσεις λόγω των παράπλευρων απωλειών στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση του Τραμπ ότι θα επιβάλει νέους δασμούς σε κινέζικες εισαγωγές αξίας 300 δισ.  δολ., πέραν των προηγούμενων γύρων αξίας 250 δισ. προκάλεσε μια θύελλα διαμαρτυριών επειδή, αντίθετα με τους προηγούμενους δασμούς που αφορούσαν βιομηχανικά είδη, τα νέα μέτρα θα αφορούν είδη ευρείας κατανάλωσης όπως ρουχισμό, παπούτσια και παιδικά παιχνίδια. Ανακοίνωση όμως της Εθνικής Ομοσπονδίας Λιανικού Εμπορίου υπενθύμισε στην κυβέρνηση Τραμπ ότι το 42% των ειδών ρουχισμού, το 37% των οικιακών συσκευών και το 88% των παιχνιδιών που πουλιούνται στις ΗΠΑ προέρχονται από τον ασιατικό γίγαντα. Ο νέος μάλιστα γύρος εμπορικών δασμών απειλεί κάτι πολύ ανώτερο: ένα επιχειρηματικό και καταναλωτικό μοντέλο που στηρίχθηκε σε μαζικές εισαγωγές πάμφθηνων προϊόντων, με τα οποία γεμίζουν αδιάκοπα τα ράφια των Walmart και των Costco. Απέναντι στο πολεμικό ντελίριο των ΗΠΑ αντιτάχθηκαν και 170 επιχειρήσεις ειδών υπόδησης καλώντας τον αμερικανό πρόεδρο να σταματήσει τον εμπορικό πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι το 70% των παπουτσιών που πουλιούνται στις ΗΠΑ είναι «made in China», εξ ολοκλήρου ή τμήματά τους.

Οι ποικίλες αντιδράσεις ακόμη κι εντός των ΗΠΑ δείχνουν ότι το σύνθημα «πρώτα η Αμερική» που εφαρμόζει ο Λευκός Οίκος δεν αποσκοπεί να υποστηρίξει την ευημερία των Αμερικανών, όπως ισχυρίζεται ο Τραμπ, επιδιώκοντας να χτίσει κοινωνικές συμμαχίες με τα πιο φτωχά στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας. Πρόκειται για ένα σχέδιο που πλήττει το ίδιο Ευρωπαίους, Κινέζους και Αμερικάνους κι ως πραγματικό στόχο έχει την εξόντωση των ανταγωνιστών των ΗΠΑ και την επιβολή της αμερικανικής παντοκρατορίας.

 Πηγή: Νέα Σελίδα

Τρεκλίζει η τουρκική οικονομία

Στην κόψη του ξυραφιού βαδίζει η τουρκική οικονομία, αδυνατώντας εδώ κι ένα χρόνο να βρει σταθερό ρυθμό κι αφήνοντας μετέωρο το ερώτημα σε ποιο βαθμό η ύφεση είναι αποτέλεσμα μιας γενικευμένης αναστροφής του οικονομικού κλίματος και σε ποιο βαθμό αποτέλεσμα της υπονόμευσης εκ μέρους του Τραμπ, στο πλαίσιο της ανοιχτής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η ύφεση την οποία διέρχεται η τουρκική οικονομία πιστοποιήθηκε με τα επίσημα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, βάσει των οποίων για δύο συνεχόμενα τρίμηνα, το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 2018, η οικονομία συρρικνώθηκε: κατά 1,6% και 2,4%, αντίστοιχα. Η συνέχεια παραμένει άγνωστη, καθώς ναι μεν για το πρώτο τρίμηνο αναμένεται μια οριακή άνοδο του προϊόντος που θα κινηθεί σε θετικά επίπεδα ενώ η βιομηχανική παραγωγή τον Μάρτιο αυξήθηκε (κατά 2,1%) για τρίτο συνεχή μήνα, η πτώση όμως έπειτα της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, συνεχίζοντας την καθίζηση που σημειώθηκε το 2018 κατά 28%, απειλεί να οδηγήσει την τουρκική οικονομία σε νέα ύφεση, καταγράφοντας μια διπλή βουτιά. Ο ιμάντας μεταβίβασης και μαζί αδύναμος κρίκος της τουρκικής οικονομίας είναι το ιλιγγιώδες ποσό των 315 δισ. δολ. (σε ένα σύνολο ΑΕΠ 851 δισ.) που οφείλουν οι τουρκικές επιχειρήσεις σε ξένο συνάλλαγμα. Ως αποτέλεσμα, όσο μειώνεται η αξία της τουρκικής λίρας έναντι των ξένων νομισμάτων, τόσο αυξάνεται το πραγματικό κόστος αποπληρωμής των δανείων τους, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους. Για όσες δε τουρκικές επιχειρήσεις βρίσκονταν στο όριο της επιβίωσης η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης θα αποτελέσει τη χαριστική βολή, με αρνητικές συνέπειες τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση.

Οι σημαντικότερες όμως επιπτώσεις θα αφορούν τους εργαζόμενους της Τουρκίας, που ήδη βλέπουν τις τιμές των βασικότερων προϊόντων να αυξάνονται σχεδόν καθημερινά, λόγω του πληθωρισμού που τρέχει με 20%. Η άνοδος των τιμών εξανέμισε ταχύτατα τις μισθολογικές αυξήσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις αρχές του 2019, ύψους 26%. Με τη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων να αμείβεται με 2.200 λίρες, που είναι ο κατώτατος μισθός, είναι απορίας άξιο πώς κατάφερναν και αντεπεξέρχονταν ακόμη και πριν την κρίση…

Η αντίδραση της κυβέρνησης απέναντι στις ανατιμήσεις των προϊόντων ήταν επίσης να ανακοινώσει μέτρα αστυνόμευσης της αγοράς, με το διορισμό εποπτών που ελέγχουν για φαινόμενα αισχροκέρδειας σε 81 επαρχίες της χώρας. Επιπλέον, να δημιουργήσει παράλληλες αγορές και κανάλια διακίνησης βασικών προϊόντων, κυρίως αγροτικών, πέριξ των δημαρχείων όπου οι τιμές θα είναι ελεγχόμενες και κυρίως …χαμηλές. Η αλήθεια πάντως είναι ότι μεγάλο μέρος της ανόδου των τιμών στα αγροτικά προϊόντα οφείλεται στην απότομη συρρίκνωση της καλλιεργήσιμης γης. Υπολογίζεται ότι όσο βρίσκεται ο Ερντογάν στην εξουσία, μια έκταση συγκρίσιμη με το Βέλγιο (7,4 εκτάρια γης) έπαψε να καλλιεργείται είτε επειδή οικοδομήθηκε χάριν της εξάπλωσης των αστικών κέντρων, είτε επειδή χρησιμοποιήθηκε για έργα υποδομής και κυρίως δρόμους, ενώ μόνο τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των αγροτών μειώθηκε από 2,8 εκ. σε 2,1 εκ. άτομα. Ταυτόχρονα, η εκμηχάνιση της γεωργικής παραγωγής δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε η αυξημένη παραγωγικότητα να αναπληρώσει τη μείωση σε γη και ανθρώπινα χέρια.

Διενεργώντας πάντως μια ακτινογραφία της τουρκικής οικονομίας αξίζει να παρατηρήσουμε ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις δεν επηρεάστηκαν αρνητικά από την στροφή στον αυταρχισμό του καθεστώτος Ερντογάν. Προς διάψευση όσων υποστηρίζουν ότι οι ξένοι επενδυτές έλκονται από φιλελεύθερα και ανοιχτά καθεστώτα και προς επιβεβαίωση όσων διατείνονται ότι οι επενδυτές έλκονται από τα αυταρχικά καθεστώτα επειδή εξασφαλίζουν σταθερότητα μέσω της καταστολής, χωρίς να λογαριάζουν το πολιτικό κόστος, η εισροή ξένων επενδύσεων το 2018 κινήθηκε στα ίδια ή και ανώτερα επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια: 13,2 δισ. δολ., όταν το 2017 ήταν 10,9 δισ. δολ., το 2016 ήταν 12,3 δισ., το 2015 χρονιά – έκπληξη και καθόλου αντιπροσωπευτική έφτασαν τα 16,8 δισ. δολ., και τα τρία προηγούμενα χρόνια, 2014, 2013 και 2012 ήταν 12,75 δισ., 12,46 δισ. και 13,28 δισ. δολ. αντίστοιχα.

Η τουρκική οικονομία είναι σημαντικά εκτεθειμένη ωστόσο στη διεθνή ύφεση και συγκεκριμένα σε ένα δηλητηριώδες μίγμα ανόδου των επιτοκίων, κυρίως από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, που προκαλεί φυγή κεφαλαίων από τις αναδυόμενες χώρες, και μείωσης της ζήτησης που πλήττει τις εξαγωγικές βιομηχανίες της Τουρκίας. Με την ιταλική οικονομία να βρίσκεται επίσημα σε ύφεση και τη γερμανική στα πρόθυρα, η μετάσταση στην Τουρκία είναι αποκλειστικά και μόνο θέμα χρόνου. Ανοιχτό δηλαδή παραμένει το πότε κι όχι το αν…

Πλάι σε αυτές τις αιτίες προστίθενται και τα μέτωπα που άνοιξε η επιθετική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Εν αρχή είναι ο εμπορικός πόλεμος, που μπορεί με Ευρώπη, Μεξικό και Καναδά να έληξε με την παράδοσή τους, στον υπόλοιπο κόσμο ωστόσο συνεχίζεται. Οι δασμοί που επέβαλε ο Λευκός Οίκος στα προϊόντα χάλυβα από την Τουρκία προς στήριξη της αμερικανικής εγχώριας παραγωγής, η οποία προφανώς είναι μη ανταγωνιστική, ανήλθαν στο 50% κι ήταν διπλάσιοι των δασμών που επιβλήθηκαν σε άλλες χώρες. Προφανώς για λόγους πολιτικούς. Η Ουάσιγκτον άλλωστε ποτέ δεν έκρυψε ότι χρησιμοποιεί το όπλο της οικονομίας για να πετύχει πολιτικούς σκοπούς.

Μόλις τον Ιανουάριο του 2019, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εξαγγελία απόσυρσης του αμερικανικού στρατού από τη Συρία, ο Τραμπ με μήνυμά του στον αγαπημένο του τόπο κοινωνικής δικτύωσης απείλησε ότι θα καταστρέψει οικονομικά την Τουρκία αν αναλάβει δράση εναντίον του YPG που για τις ΗΠΑ αποδείχθηκε στρατηγικός της σύμμαχος στη Συρία. Για την Τουρκία ωστόσο αποτελεί το στόχο της επόμενης μέρας και συγκοινωνούν δοχείο με το ΡΚΚ, που είναι ενταγμένο στην αμερικανική λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Την επομένη του προεδρικού …τιτιβίσματος η τουρκική λίρα έχασε 1,6% της αξίας της έναντι του δολαρίου, που το ανέκτησε μετά από μια τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν. Για να το χάσει φυσικά στη συνέχεια…

Η απόφαση του Ανωτάτου Εκλογικού Συμβουλίου, κατ’ εντολήν προφανώς του Ερντογάν, να ακυρώσει το εκλογικό αποτέλεσμα στην Κωνσταντινούπολη, που χάρισε στον Εκρέμ Ιμάμογλου το αρνητικό ρεκόρ του δημάρχου για 17 μόλις μέρες, θα επιτείνει την οικονομική αστάθεια στην Τουρκία. Ακόμη κι αν στις επαναληπτικές εκλογές της 23ης Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη κερδίσει ο εκλεκτός του Ερντογάν, Μπιναλί Γιλντρίμ και συνεχίσει έτσι το ταμείο του δήμου να είναι στα χέρια του κόμματος του Ερντογάν, οι επιτυχίες των υποψηφίων της αντιπολίτευσης στις άλλες μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, και οι επακόλουθες κοινωνικές εντάσεις θα δημιουργήσουν τριγμούς που μοιραία θα μεταδοθούν και στο οικονομικό επίπεδο. Προς επίρρωση πιθανά μιας ρήσης του Ερντογάν από το 2017 ότι «η τύχη της Τουρκίας έχει γίνει ένα με την τύχη του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης».