Δημιούργημα των ΗΠΑ το Ισλαμικό Κράτος (Επίκαιρα 28/5-3/4/2015)

isis_ciaΜε ξεμπρόστιασμα των Αμερικάνων ισοδυναμεί το έγγραφο της αμερικάνικης μυστικής υπηρεσίας DIA που είδε το φως της δημοσιότητας από την οργάνωση Judicial Watch, και στο οποίο περιγράφονται οι σχέσεις …πάθους μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισλαμικού Κράτους. (Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό έγγραφο). Το αποχαρακτηρισμένο έγγραφο, που φέρει ημερομηνία Αύγουστο του 2012, αποκαλύπτει πόσο υποκριτικά είναι τα δάκρυα της Δύσης για τις σφαγές αμάχων και αιχμαλώτων ή τις καταστροφές ιστορικών μνημείων που πραγματοποιεί το Ισλαμικό Κράτος στα εδάφη της Συρίας και του Ιράκ, καθώς η Ουάσινγκτον στήριξε τους αδίστακτους δολοφόνους φονταμενταλιστές με κάθε δυνατό τρόπο για να ανατρέψουν τον Άσαντ στη Συρία και να αποτρέψουν την εξάπλωση της επιρροής του Ιράν στην Μέση Ανατολή.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Στο κείμενο έκτασης 7 σελίδων της DIA αναφέρεται ότι η οργάνωση Αλ Κάιντα στο Ιράκ (AQI) που ήταν ο πρόδρομος του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ (ISI) και που αργότερα μετεξελίχθηκε σε Ισλαμικό Κράτος στη Συρία και το Ιράκ (ISIS) «υποστήριξε την αντιπολίτευση στη Συρία από την αρχή, τόσο ιδεολογικά όσο και με την βοήθεια των Μίντια». Η ανάλυση των υπηρεσιών πληροφοριών αναγνωρίζει ότι «η άνοδος της εξέγερσης στη Συρία» προσλαμβάνει ολοένα και περισσότερο «θρησκευτική κατεύθυνση» συγκεντρώνοντας υποστήριξη από Σουνίτικες «θρησκευτικές και φυλετικές εξουσίες» της γύρω περιοχής. Σε κεφάλαιο με τίτλο «Μελλοντικές υποθέσεις για την κρίση» η έκθεση της DIA προβλέπει ότι με την επιβίωση του καθεστώτος του Άσαντ, καθώς θα επανακτά τον έλεγχο των Συριακών εδαφών, η κρίση θα μεταλλαχθεί σε «πόλεμο δι’ αντιπροσώπων». Προτείνεται μάλιστα στη συνέχεια η δημιουργία «ασφαλών θυλάκων, υπό διεθνή προστασία, όμοιους με αυτούς που δημιουργήθηκαν στην Λιβύη, όταν επιλέγηκε η Βεγγάζη ως κέντρο επιχειρήσεων για την προσωρινή κυβέρνηση».

Μια ιδανική ατμόσφαιρα…

Το έγγραφο των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών, που διαβάστηκε από το υπουργείο Εξωτερικών, το Πεντάγωνο, το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, την CIA, το FBI κ.α. προέβλεπε ακόμη και τη δημιουργία του Χαλιφάτου και παρόλα αυτά οι ΗΠΑ συνέχιζαν να υποστηρίζουν το Ισλαμικό Κράτος! «Αν η κατάσταση ξεδιπλωθεί υπάρχει η πιθανότητα δημιουργίας με έμμεσο ή άμεσο τρόπο μιας Σαλαφίστικης Αρχής στην ανατολική Συρία κι αυτό ακριβώς είναι που θέλουν οι δυνάμεις που υποστηρίζουν την αντιπολίτευση, προκειμένου να απομονώσουν το συριακό καθεστώς που θεωρείται το στρατηγικό βάθος της Σιιτικής επέκτασης». Και λίγο παρακάτω αναφέρεται: «Η επιδείνωση της κατάστασης δημιουργεί την ιδανική ατμόσφαιρα για να επιστρέψει η Αλ Κάιντα του Ιράκ στους παραδοσιακούς της θύλακες στη Μοσούλη και το Ραμαντί».

Όλα τα παραπάνω αποκαλύπτουν ότι η Ουάσινγκτον κάθε άλλο παρά από τα …σύννεφα έπεφτε όταν έβλεπε την μαύρη σημαία του χαλιφάτου να υψώνεται στις πόλεις που κατακτούσε. Πρόβλεψαν με μαθηματική ακρίβεια την δυναμική του τέρατος που εξέθρεψαν και δεν έκαναν το παραμικρό για να την ανατρέψουν.

Το έγγραφο της DIA δεν είναι και το μοναδικό στοιχείο που βεβαιώνει τις ευθύνες των ΗΠΑ, και των συμμάχων τους φυσικά, στην εξάπλωση του Ισλαμικού Κράτους. Πλήθος στοιχείων δείχνει ότι οι νίκες του Ισλαμικού Κράτους ουδέποτε θα είχαν συμβεί αν δεν υπήρχε η ανοχή ή και η δραστήρια στήριξη των ΗΠΑ και των συμμαχικών τους κρατών στον Περσικό Κόλπο.

Με αφορμή την κατάληψη της πόλης Ραμαντί από το Ισλαμικό Κράτος, που την είχε προβλέψει η έκθεση της DIA(!), στα μέσα Μαΐου ο επικεφαλής της Επιτροπής άμυνας και Ασφάλειας της Ιρακινής Βουλής κατηγόρησε ευθέως τους Αμερικάνους! «Οι ΗΠΑ απέτυχαν να προμηθεύσουν τον κατάλληλο εξοπλισμό, όπλα και αεροπορική υποστήριξη» δήλωσε στο διεθνές πρακτορείο Associated Press.

Η Σαουδική Αραβία μέγας χρηματοδότης

Η βρετανική εφημερίδα The Guardian απέδωσε στα τέλη Απριλίου σε μία λέξη με 3 μόνο γράμματα την σαρωτική επικράτηση του Ισλαμικού Κράτους έναντι του συριακού στρατού στην πόλη Τζισρ αλ-Σουγκούρ, όπου πριν 4 χρόνια, τον Ιούνιο του 2011, η νίκη του συριακού στρατού είχε συμβολίσει την ανάκτηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων στο πεδίο των μαχών από τον Άσαντ. Τώρα η ήττα του κυβερνητικού στρατού στην ίδια πόλη υπογραμμίζει την συνεχή του υποχώρηση. Η μαγική λέξη είναι …Tow, όπως λέγονται οι κατευθυνόμενοι πύραυλοι αμερικάνικης κατασκευής που χρησιμοποιεί κατά κόρον το Ισλαμικό Κράτος. «Οι Tow που παρέχονται από την Σαουδική Αραβία έχουν προκαλέσει σοβαρές απώλειες στον συριακό στρατό κι έχουν χρησιμοποιηθεί ευρύτατα τους προηγούμενους μήνες, στη βόρεια και νότια Συρία». Η βρετανική εφημερίδα είναι αποκαλυπτική και στο τι άλλαξε στην περίοδο αυτών των 4 ετών, επιτρέποντας στο Ισλαμικό Κράτος να επιστρέψει δριμύτερο: «Η τύχη της αντιπολίτευσης άλλαξε μετά την επαναπροσέγγιση της Τουρκίας, που ήταν ο κύριος υποστηρικτής των Ισλαμιστών αντι-Ασαντικών ανταρτών και της Σαουδικής Αραβίας, που υποστήριζε πιο μετριοπαθείς ομάδες εξεγερμένων». Η Τουρκία κι οι χώρες του Περσικού Κόλπου περιγράφονται ως οι κύριοι υποστηρικτές της αντιπολίτευσης και στο αποχαρακτηρισμένο έγγραφο της DIA… Στο συγκεκριμένο ντοκουμέντο βέβαια παραλείπεται να αναφερθεί ότι χώρες όπως το Κατάρ κι η Σαουδική Αραβία είναι το μακρύ χέρι των Αμερικάνων στο εμπόριο όπλων. Ούτε σφαίρα κι ούτε δολάριο δεν θα έφευγε από το Ριάντ και τα Εμιράτα αν δεν είχαν ενημερωθεί εγκαίρως και δεν είχαν συναινέσει οι ΗΠΑ. Με το πιθανότερο σενάριο ωστόσο να θέλει τις ΗΠΑ να διατάσσουν τις πετρομοναρχίες να εξοπλίζουν την κάθε εξτρεμιστική ομάδα, για να αποφύγει η Ουάσινγκτον να εκτεθεί πολιτικά η ίδια…

Ενώ, οι βρετανικοί Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 16 Μαΐου 2013 είχαν περιγράψει πολύ χαρακτηριστικά τον χορό εκατομμυρίων που έχουν στήσει οι πετρομοναρχίες με μοναδικό στόχο την ανατροπή του Άσαντ. «Το πλούσιο σε φυσικό αέριο κράτος του Κατάρ δαπάνησε 3 δις. δολ. τα προηγούμενα δύο χρόνια για να υποστηρίξει την εξέγερση στη Συρία, ξεπερνώντας οποιαδήποτε άλλη χώρα. Τώρα όμως απειλείται από τη Σαουδική Αραβία που αναδεικνύεται σε κύρια πηγή όπλων για τους αντάρτες. Το μικρό κράτος με τις τεράστιες φιλοδοξίες είναι ο μεγαλύτερος χορηγός της πολιτικής αντιπολίτευσης προσφέροντας γενναιόδωρα πακέτα μετανάστευσης στους λιποτάκτες (κατά μία εκτίμηση ανέρχεται σε 50.000 δολ. το χρόνο για έναν λιποτάκτη και την οικογένειά του), ενώ έχει προσφέρει και τεράστια ποσά σε ανθρωπιστική βοήθεια. Τον Σεπτέμβρη οι αντάρτες στην πόλη Αλέπο της Συρίας έλαβαν ένα εφ’ άπαξ ποσό ύψους 150 δολαρίων, με την ευγενική χορηγία του Κατάρ».

Οι εγκληματικές ευθύνες των μοναρχιών του Κόλπου στις «επιτυχίες» των δολοφόνων του Ισλαμικού Κράτους κι άλλων αντίστοιχων οργανώσεων είχαν περιγραφεί με σημαντικές λεπτομέρειες και σε έκθεση του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς, με ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 2013 και τίτλο «Παίζοντας με τη φωτιά». (Εδώ η σχετική έκθεση) Η εισαγωγή του δε, ξεκινάει με τα εξής: «Τα τελευταία 2,5 χρόνια το Κουβέιτ έχει αναδυθεί σε οικονομικό και οργανωτικό κόμβο για δωρεές και μεμονωμένη υποστήριξη των δεκάδων αντάρτικων οργανώσεων στη Συρία. Αυτοί οι χρηματοδότες εκμεταλλεύονται την μοναδική ελευθερία συνεργιών και τους σχετικά αδύνατους χρηματοοικονομικούς κανόνες για να διοχετεύουν χρήματα στις εκτιμώμενες σε 1.000 αντάρτικες ομάδες που μάχονται ενάντια στον Σύρο πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ…»

Ανοιχτό το Γκουαντάναμο με εντολή του Ομπάμα (Επίκαιρα, 17.3.2011)

Επιστροφή στη πολιτική Μπους  

Την απόλυτη απογοήτευση στους ψηφοφόρους του και όσους πίστεψαν στις προεκλογικές του εξαγγελίες, εντός και εκτός ΗΠΑ, προκάλεσε ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, με την απόφαση που έλαβε την προηγούμενη Δευτέρα 7 Μαρτίου να ξεκινήσουν πάλι τα έκτακτα στρατοδικεία του Μπους στο κολαστήριο του Γκουαντάναμο. Με την απόφασή του βάζει με οριστικό τρόπο ταφόπλακα στις δικές του εξαγγελίες ότι θα κλείσει το Γκουαντάναμο, σύμβολο της καταπάτησης των πολιτικών ελευθεριών η οποία συνόδευσε τον διαβόητο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» του προκατόχου του, προέδρου Τζορτζ Μπους.

Να θυμίσουμε ότι η κατακραυγή εναντίον του Νταχάου του 21ου αιώνα, στο οποίο οι πρώτοι φυλακισμένοι από το Αφγανιστάν έφθασαν στις 11 Ιανουαρίου του 2002, ήταν τόσο γενικευμένη ώστε το κλείσιμο του απαιτήθηκε ακόμη και από τον ΟΗΕ, με ειδική έκθεση που εκδόθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Εκφράζοντας την παγκόσμια αποδοκιμασία τέσσερις μήνες αργότερα, στις 29 Ιουνίου 2006, ακόμη και το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ έφθασε να αποφασίσει πως τα έκτακτα στρατοδικεία του Γκουαντάναμο παραβιάζουν το αμερικανικό και διεθνές δίκαιο. Έκρινε επίσης ότι στους κρατούμενους με την κατηγορία της συμμετοχής σε τρομοκρατικές ενέργειες θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι συνθήκες της Γενεύης, την ισχύ των οποίων (στα επίμαχα θέματα) είχε αναστείλει ο Μπους. Σε αυτό το κλίμα αποδοκιμασίας και αποστροφής της παγκόσμιας κοινής γνώμης προς τις ΗΠΑ, όταν δηλαδή πλέον είχε γίνει συνείδηση ακόμη και στις αμερικανικές ελίτ πως η επίδειξη δύναμης φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα για το κύρος των ΗΠΑ και στους ίδιους τους συμμάχους τους, γίνεται «σημαία» του Ομπάμα το κλείσιμο του Γκουαντάναμο. Τα ακόλουθα λόγια του είναι πολύ χαρακτηριστικά: «Πιστεύω μετά βεβαιότητας πως το αμερικανικό σύστημα δικαιοσύνης έχει κεντρικό ρόλο στο οπλοστάσιό μας στον πόλεμο εναντίον της Αλ Κάιντα και των συνεργατών της. Θα συνεχίσουμε να επιμένουμε σε όλες τις πλευρές της δικαιοσύνης μας, περιλαμβανομένων των πολιτικών δικαστηρίων, για να διασφαλίσουμε πως ενδυναμώνονται η ασφάλεια και οι αξίες μας».

Και για να μην φανεί πως είναι μόνο …λόγια, την πρώτη μέρα του στο Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2009, ο Μπαράκ Ομπάμα με διάταγμα το οποίο υπέγραψε ανέστειλε τα στρατοδικεία που εκκρεμούσαν και υποσχέθηκε ότι σε έναν χρόνο το Γκουαντάναμο, σύμβολο της ανελευθερίας στη σύγχρονη εποχή, θα έχει κλείσει οριστικά και αμετάκλητα… Η τελευταία του απόφαση βεβαιώνει ότι όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν ένα μικρό διάλλειμμα κι ότι το Γκουαντάναμο και μαζί το καθεστώς έκτακτης ανάγκης ήρθε για να μείνει.

«Ρεπουμπλικανοποίηση» της πολιτικής Ομπάμα

Το δυσάρεστο είναι ότι το πράσινο φως που έδωσε ο Ομπάμα στα έκτακτα στρατοδικεία, που για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θεσμοθέτησε ο Μπους, συνδυάζεται με μια συνολικότερη υποχώρηση από τις προεκλογικές εξαγγελίες του και μια επιστροφή στο κλίμα των ημερών Μπους. Αρκεί να δούμε ορισμένα παραδείγματα.

Το πρώτο και σημαντικότερο έρχεται από το Αφγανιστάν. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Καμπούλ ο αμερικανός υπουργός Άμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, (ο οποίος να θυμίσουμε ότι ανέλαβε τα καθήκοντά του επί κυβερνήσεως Τζορτζ Μπους, χωρίς ο διάδοχός του στον Λευκό Οίκο, Μπαράκ Ομπάμα, να τολμήσει να τον αντικαταστήσει) δήλωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο στους Αφγανούς να μην περιμένουν μια ταχεία αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων που ως αιχμή του δόρατος έχουν τους 100.000 αμερικανούς στρατιώτες. «Όπως έχω πει ξανά και ξανά δεν αποχωρούμε από το Αφγανιστάν αυτό το καλοκαίρι», ήταν τα λόγια του σε συνέντευξη Τύπου, ενώπιον μάλιστα του αφγανού προέδρου, Χαμίντ Καρζαΐ. Ο αμερικανός υπουργός Άμυνας δήλωσε μάλιστα ότι αναζητείται φόρμουλα από κοινού με την αφγανική κυβέρνηση ώστε ακόμη και μετά το 2014, οπότε θα έχει ολοκληρωθεί η εξαγγελθείσα αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, να παραμείνει στην χώρα μια πολυάριθμη αμερικανική στρατιωτική δύναμη. Έχει τη δική του μάλιστα σημασία το γεγονός ότι (και) αυτές οι δηλώσεις έγιναν την προηγούμενη Δευτέρα 7 Μαρτίου, τη μέρα δηλαδή που ο Ομπάμα αποφάσιζε να εγκαταλείψει τον σκεπτικισμό του για το Γκουαντάναμο και να συνεχίσει την πολιτική του προκατόχου του…

Η συνέχιση της λειτουργίας του Γκουαντάναμο αποτελεί επομένως ουσιώδες συστατικό, συμπλήρωμα, μιας εξωτερικής πολιτικής που προκρίνει τη χρήση βίας και καταφεύγει στη δύναμη των όπλων. Μια τέτοια πολιτική είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να νοιάζεται για τα διεθνώς και μέσα από συνθήκες αναγνωρισμένα δημοκρατικά δικαιώματα όσων αντιστέκονται, υπερασπίζοντας την πατρίδα τους. Το συμπέρασμα αυτό υπογραμμίζεται αν λάβουμε υπ’ όψη μας και την αυξημένη πιθανότητα αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής στις εξελίξεις της Βόρειας Αφρικής. Η βιασύνη που δείχνουν οι Αμερικάνοι να επέμβουν στη Λιβύη έτσι ώστε να ελέγξουν τις εξελίξεις, προς όφελος των δικών τους πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται και από ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης που να ολοκληρώνει με τον δέοντα, εξ ίσου δηλαδή αυθαίρετο και βάρβαρο, τρόπο ότι ξεκινάει η δύναμη των όπλων.

Η ολοκληρωτική υπαναχώρηση της κυβέρνησης Ομπάμα σε σχέση με τις προεκλογικές της εξαγγελίες φαίνεται επίσης αν δούμε την απροθυμία της να ψηφίσει νόμο που να εγγυάται την καθολική υγειονομική και ασφαλιστική κάλυψη – με αποτέλεσμα να διαρρηχθούν οι σχέσεις της με την φιλελεύθερη,  δηλαδή την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος και, μεταξύ πολλών άλλων παραδειγμάτων, με αφορμή την πρόσφατη ανακοίνωση δημοσίων ακροάσεων επώνυμων μουσουλμάνων για να εξακριβωθεί τυχόν σχέση τους με την Αλ Κάιντα. Το τελευταίο μέτρο έχει προκαλέσει την οργή της μουσουλμανικής κοινότητας που ζει στις ΗΠΑ καθώς έτσι, με μια διαδικασία που θυμίζει τις μαύρες μέρες των φρονηματικών διώξεων επί Μακαρθισμού, στιγματίζεται ολόκληρη θρησκευτική μειονότητα. Δεν έλειψαν μάλιστα και διαδηλώσεις στο κέντρο της Νέας Υόρκης, την πλατεία Τάιμς, που κατήγγειλαν το ρατσισμό.

Η «ρεπουμπλικανοποίηση» της πολιτικής του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα έχει πολύ πιο μακροχρόνιες και διαβρωτικές συνέπειες από την απογοήτευση των εκατομμυρίων ψηφοφόρων που τον στήριξαν και τον ψήφισαν με πάθος για να απαλλαγούν από τον Μπους. Όπως κατ’ αντιστοιχία συμβαίνει και σε άλλες χώρες (από την Ελλάδα που οι ψηφοφόροι επέλεξαν ΠΑΣΟΚ για να απαλλαγούν από τη ΝΔ και τελικά φορτώθηκαν το ΔΝΤ, μέχρι την Ιρλανδία που καταψήφισαν το κόμμα του ΔΝΤ για να οδηγηθούν μετά από δύο εβδομάδες σε νέες εξαγγελίες λιτότητας) η τόσο προκλητική αθέτηση των φιλολαϊκών προεκλογικών εξαγγελιών, η αναγτωγή της κοροϊδίας σε επάγγελμα δηλαδή, υποσκάπτει την αξιοπιστία και την ελκτική δύναμη των κομμάτων εξουσίας και ναρκοθετεί τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος.

Σε καμπή το Αφγανιστάν (Διπλωματία, Απρίλιος 2009)

ΝΕΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΦΕΡΝΕΙ Η ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΗΤΤΑ 

Έτος σταθμός θα είναι το 2009 για τις κατοχικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν καθώς αυτή τη στιγμή, οκτώ χρόνια μετά την εισβολή, τα αποτελέσματα κρίνονται απογοητευτικά. Η επέκταση δε του πολέμου στο Πακιστάν το μόνο που έχει καταφέρει είναι να εξάγει την αστάθεια οδηγώντας και τη γειτονική χώρα στο χείλος της αβύσσου.

Απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα ή αποδοχή ήττας, αποτέλεσε η μονολεκτική αρνητική απάντηση που έδωσε ο νέος αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, στους συντάκτες των New York Times, όταν τον ρώτησαν κατά πόσο οι ΗΠΑ κερδίζουν αυτή τη στιγμή τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Το νέο ωστόσο που κόμιζε η απάντησή του δεν ήταν μια πραγματικότητα που έχει γίνει αντιληπτή εδώ και καιρό ακόμη και στους μη ειδήμονες. Αλλά η απόφαση των ΗΠΑ να έρθουν αντιμέτωπες με αυτή την πραγματικότητα και να προσπαθήσουν φυσικά να την ανατρέψουν – καθήκον που έχει τεράστια πολιτική σημασία ακόμη και για το πολιτικό μέλλον του νέου αμερικανού προέδρου, από τη στιγμή που αναγόρευσε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν σε «δικό του πόλεμο» και στο κατ’ εξοχήν μέτωπο κατά της τρομοκρατίας. Υπό αυτό το πρίσμα το 2009 ενδέχεται να αποβεί έτος σταθμός για το Αφγανιστάν και τα σχέδια των κατοχικών δυνάμεων.

Αξίζει αρχικά να δούμε πως βεβαιώνεται μέχρι στιγμής η ήττα των ΗΠΑ. «Οι Ταλιμπάν ήδη ελέγχουν το νότο, τα ανατολικά και τα δυτικά της χώρας, αλλά τώρα έχουν αποκτήσει βάση για μια ακόμη φορά στο κεντρικό Αφγανιστάν και τις επαρχίες Βαρντάκ, Λογκάρ και Πακτία, νότια και δυτικά της Καμπούλ, όχι μακριά από την Καμπούλ», περιέγραφε ο ανταποκριτής του γερμανικού περιοδικού Spiegel στα μέσα του Μαρτίου από το Αφγανιστάν. Με βάση στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες από τις 34 επαρχίες του Αφγανιστάν, οι 26 κρίνονται επισήμως μη ασφαλείς. Χαρακτηριστικά επίσης είναι και τα στοιχεία από την αύξηση των βομβιστικών επιθέσεων. Από 1.931 επεισόδια που καταγράφηκαν το 2006, το 2007 έφθασαν τα 2.615 και το 2008 τα 3.295.

Σε αυτό το πλαίσιο η αναθεώρηση της αμερικανικής τακτικής κρίθηκε επιβεβλημένη. Συνίσταται δε στα ακόλουθα έξι μέτρα:

Πρώτον, αναθεώρηση των φιλόδοξων και θολών (μη μετρήσιμων) στόχων που είχαν τεθεί από τον Τζορτζ Μπους οι οποίοι επέτρεπαν μεν να παρατείνεται στο διηνεκές η παραμονή του αμερικανικού στρατού στο Αφγανιστάν, καθιστούσαν όμως κι ανέφικτη τη δυνατότητα εξόδου καθώς την έκαναν να ισοδυναμεί με ταπείνωση. Στη θέση λοιπόν των στόχων του Μπους για ένα «ελεύθερο και ειρηνικό Αφγανιστάν» όπου «οι μεταρρυθμίσεις κι η δημοκρατία» θα λειτουργούν ως «εναλλακτικές δυνατότητες στον φανατισμό, την μνησικακία και τον τρόμο» (όπως μας τους θύμισε η Wall Street Journal στις 31 Μαρτίου 2009), ο Ομπάμα έθεσε «έναν σαφή και επικεντρωμένο στόχο: να εξαλείψει, να καταστρέψει και να νικήσει την Αλ Κάιντα στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν και να τις αποτρέψει από το να επιστρέψουν σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες στο μέλλον».

Ο δεύτερος στόχος περιλαμβάνει την σημαντική αύξηση του αριθμού των αμερικανών στρατιωτών. Επιχειρώντας να επαναλάβουν το παράδειγμα του Ιράκ όπου στην ήττα της αντίστασης συνέβαλε καθοριστικά η αύξηση του αριθμού των αμερικανών στρατιωτών, μέσα στους επόμενους μήνες αναμένεται να προστεθούν στους 35.000 Αμερικανούς (από τους 52.000 στρατιώτες που υπηρετούν στο πλαίσιο της ΝΑΤΟϊκής αποστολής) 17.000 επιπλέον. Στέλνοντάς τους μάλιστα στα νότια και ανατολικά όπου κυριαρχούν οι Ταλιμπάν, αναμένεται απότομη αύξηση των απωλειών που το 2008 έφθασαν τους 155 και τους πρώτους δύο μήνες του τρέχοντος έτους τους 30 στρατιώτες.

Τρίτον, χωρίς να αμφισβητείται η προτεραιότητα και η πρωτοκαθεδρία της στρατιωτικής επιτυχίας, η αμερικανική πολιτική στο Αφγανιστάν εμπλουτίζεται με επιπλέον μέσα αστυνομικής και οικονομικής φύσης. Στο πλαίσιο μιας «συνολικής στρατηγικής» (comprehensive strategy) η οποία επίσημα υιοθετήθηκε στη διεθνή διάσκεψη που έγινε για το Αφγανιστάν στη Χάγη την τελευταία μέρα του Μαρτίου με τη συμμετοχή 73 χωρών, ανεπίσημα όμως είχε εξαγγελθεί εβδομάδες πριν, αναμένεται η αποστολή στο Αφγανιστάν 4.000 Αμερικανών που θα αναλάβουν την εκπαίδευση των αφγανών αστυνομικών. Στο ίδιο πλαίσιο κι όπως είχε αποκαλύψει η Washington Post ο Λευκός Οίκος θα αυξήσει τις χρηματοδοτήσεις προς την κεντροασιατική χώρα κατά 60%. 

Η ένταξη στο αμερικανικό οπλοστάσιο κι άλλων μέσων, πέραν των αμιγώς στρατιωτικών, που διασκεδάζουν τις εντυπώσεις για το βάρβαρο καθεστώς κατοχής, αποτέλεσε κίνηση ανάγκης για την Ουάσινγκτον από τη στιγμή που τα υπόλοιπα 25 μέλη του ΝΑΤΟ αρνήθηκαν – πλην εξαιρέσεων – να στείλουν επιπλέον στρατό, όπως μετ’ επιτάσεως ζητούσαν οι Αμερικάνοι. Καθόλου τυχαία έτσι δεν ήταν η θετική ανταπόκριση που βρήκε στην από δω μεριά του Ατλαντικού η νέα αμερικανική στρατηγική, όπως φάνηκε από τη δήλωση του γερμανού υπουργού Εξωτερικών, Φρανκ Βάλτερ Στάιμαγιερ, ο οποίος τόνισε ότι βρίσκεται «πολύ εγγύτερα προς την ευρωπαϊκή αντίληψη για την παρουσία μας στο Αφγανιστάν».

Το τέταρτο στοιχείο της νέας αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει την ανάμειξη κι άλλων χωρών της περιοχής στον πόλεμο εναντίον των Ταλιμπάν, όπως είναι η Ρωσία και πολύ περισσότερο το Ιράν. Το Αφγανιστάν έτσι ενδέχεται να αποτελέσει πειραματικό σωλήνα για την βελτίωση της σχέσης των ΗΠΑ με αυτές τις χώρες. Ο στόχος παρόλα αυτά της συνεργασίας για να αντιμετωπιστούν οι Ταλιμπάν δεν αποτελεί διπλωματική επινόηση. Αντίθετα με τις χονδροειδείς αναλύσεις που κυκλοφορούσαν την προηγούμενη οκταετία όταν Ταλιμπάν και Ιράν εμφανίζονταν να αποτελούν σχεδόν αρραγές μέτωπο έχοντας κοινό σημείο αναφοράς τον αντιαμερικανισμό, η πραγματικότητα είναι πως το καθεστώς του Ιράν και η κυβέρνηση του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ εχθρεύονται το ίδιο βαθιά με τις ΗΠΑ τους Ταλιμπάν. Προς επίρρωση η περιορισμένης έκτασης συνεργασία που αναπτύχθηκε μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης τους πρώτους μήνες της επέμβασης στο Αφγανιστάν. Η συμπερίληψη στη συνέχεια του Ιράν στον αλήστου μνήμης Άξονα του Κακού κατέστρεψε μονομιάς κάθε επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, ακόμη και για την αντιμετώπιση των Ταλιμπάν. Η έχθρα του Ιράν απέναντι τους έχει στη βάση της τόσο δογματικούς λόγους, όσο και πιο …πεζές αιτίες όπως είναι τα τελευταία χρόνια η πλημμυρίδα ναρκωτικών που διοχετεύουν στο Ιράν φύλαρχοι και Ταλιμπάν από το Αφγανιστάν, εκμεταλλευόμενοι την αχανή συνοριακή γραμμή μήκους 600 μιλίων αλλά κυρίως την ανομία που κυριαρχεί, με αποτέλεσμα ο εθισμός της ιρανικής νεολαίας να έχει εξελιχθεί σε πέμπτη φάλαγγα, σε μια ανεξέλεγκτη μάστιγα που υπονομεύει τη συνοχή της ιρανικής κοινωνίας. Οι Αμερικανοί από την άλλη προσβλέπουν στην ιρανική συνεργασία ώστε να πάψουν να είναι εγκλωβισμένοι στους πύρινους δρόμους των κακοτράχαλων βουνών του Πακιστάν για την τροφοδοσία του στρατού τους στο Αφγανιστάν. Άμεσα δηλαδή επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν το Ιράν για την τροφοδοσία της αποστολής στο Αφγανιστάν εγκαταλείποντας το πέρασμα του Κάιμπερ Πας στο Πακιστάν το οποίο ούτως ή άλλως μόνο μερικές ώρες την ημέρα καταφέρνουν να κρατούν ανοιχτό!

Οι Αμερικάνοι έκαναν γνωστή την πρόθεση τους να συνεργαστούν με το Ιράν για το Αφγανιστάν και στις 27 Μαρτίου όταν έστειλαν διπλωματικό τους εκπρόσωπο στη Μόσχα να παρακολουθήσει τη συνεδρίαση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης που στους κόλπους του περιλαμβάνει τη Ρωσία, την Κίνα και άλλα κράτη της Κεντρικής Ασίας και ιδρύθηκε το 2001, την επομένη της επέμβασης στο Αφγανιστάν, από τη Μόσχα και το Πεκίνο για να αντιμετωπιστεί η αμερικανική επέκταση στην Ασία. Τώρα λοιπόν όλοι μαζί συζήτησαν για την αντιμετώπιση του κινδύνου που εκπροσωπούν οι Ταλιμπάν, ενώ στην πρώτη σειρά της ατζέντας βρισκόταν η ανάγκη συνεργασίας Ιράν – ΗΠΑ. «Το Ιράν δέχεται έντονη πίεση από τους εξτρεμιστές και τη μαφία των ναρκωτικών του Αφγανιστάν. Το Ιράν χάνει εκατοντάδες άτομα σε μάχες στα σύνορα με αφγανούς λαθρέμπορους ηρωίνης», τόνιζε στη Wall Street Journal του σαββατοκύριακου 20-22 Μαρτίου ο πρέσβης της Μόσχας στο ΝΑΤΟ, Ντμίτρι Ρογκοζίν.

Διευρύνοντας οι ΗΠΑ τον αριθμό των κρατών με τα οποία συνεργάζονται για να αντιμετωπίσουν τους Ταλιμπάν και την Αλ Κάιντα ευελπιστούν πως θα σφίξει η τανάλια γύρω από το Αφγανιστάν καθιστώντας πιο δύσκολη την οικονομική στήριξη των Ταλιμπάν. Παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη πως η καλλιέργεια και το εμπόριο ναρκωτικών είναι η αστείρευτη πηγή που γεμίζει τα ταμεία των Ταλιμπάν, επιτρέποντάς τους να στρατολογούν και να εξοπλίζονται αφειδώς, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα, μεμονωμένοι άραβες κροίσοι προσφέρουν στους Ταλιμπάν, υπό τη μορφή οικονομικής βοήθειας, πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα τους αφήνουν οι ακμάζουσες καλλιέργειες οπίου στο Αφγανιστάν που έφθασαν να αποτελούν το 92% της παγκόσμιας παραγωγής! Μάλιστα ο ειδικός απεσταλμένος του Μπαράκ Ομπάμα στην περιοχή, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, που προέβη σε αυτήν την αποκάλυψη προς τους πρεσβευτές του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times στις 26 Μαρτίου, επεσήμανε ότι δεν πρόκειται για κράτη, αλλά επιφανείς οικονομικούς παράγοντες από τον Περσικό Κόλπο.

Η πέμπτη πλευρά της νέας αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει την αμφισβήτηση της κεντρικής διοίκησης της Καμπούλ και την παροχή οικονομικών πόρων κατ’ ευθείαν στους διοικητές των επαρχιών. Αμερικάνοι αλλά και Ευρωπαίοι αποφάσισαν να παρακάμψουν τον πρόεδρο, Χαμίντ Καρζαΐ, από τη στιγμή που οι επανειλημμένες καταγγελίες του για σφαγές αθώων αφγανών από τα αμερικανικά βομβαρδιστικά εξόργισαν την Ουάσινγκτον και οδήγησαν τις σχέσεις τους σε κρίση. Το ένα τεταμένο επεισόδιο διαδεχόταν το άλλο με τελευταίο την σύγκρουση για την ημερομηνία των εκλογών καθώς ο Καρζαΐ επικαλούμενος το σύνταγμα ζητούσε τη διεξαγωγή τους πριν το καλοκαίρι – δεδομένου ότι η θητεία του λήγει στις 21 Μαΐου, ενώ οι Αμερικανοί τον Αύγουστο, όταν θα έχουν εγκατασταθεί στην πολύπαθη χώρα οι νέες ενισχύσεις και πολύ πιθανό όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι υπόγειες διεργασίες για την εύρεση του διαδόχου του Καρζαΐ, που τώρα θυμήθηκαν ότι κολυμπάει στη διαφθορά. Ανεξαρτήτως όμως από τις μάχες για την εξουσία, πρέπει να τονίσουμε ότι Αμερικάνοι κι Ευρωπαίοι επιλέγοντας να αποδυναμώσουν την κεντρική εξουσία υπονομεύουν την ενότητα του ίδιου του Αφγανιστάν, που σήμερα είναι περισσότερο από εύθραυστη!

Τέλος, το έκτο στοιχείο της νέας αμερικανικής θεώρησης εξετάζει μαζί με το Αφγανιστάν από κοινού και το Πακιστάν εφαρμόζοντας μια ενιαία στρατηγική. Στο πλαίσιό της μάλιστα πολλές φορές το Πακιστάν αποκτά προτεραιότητα οπότε η γραμμή… PakAfg δεσπόζει επί της AfgPak. Η αλήθεια είναι ότι η ένταση των αμερικανικών επιθέσεων κατήργησε πολύ γρήγορα τα σύνορα μεταξύ των δύο αυτών χωρών που στην πράξη ποτέ δεν υπήρχαν για τους Ταλιμπάν. Από κει και πέρα οι επιδρομές αμερικανικών βομβαρδιστικών στο εσωτερικό του Πακιστάν και η βία με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι Ισλαμιστές από τον στρατό του δικτάτορα Περβέζ Μουσάραφ, όπως συνέβη τον Ιούλιο του 2007 με τη σφαγή στο Κόκκινο Τζαμί, οδήγησαν την εισβολή στο γειτονικό Αφγανιστάν να κάνει μετάσταση σε εμφύλιο στο Πακιστάν.

Τα πράγματα ωστόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύουν για δύο λόγους: Αρχικά γιατί δεν υφίσταται μια αξιόπιστη πολιτική ηγεσία στο Πακιστάν. Αντίθετα ο σύζυγος της δολοφονημένης Μπεναζίρ Μπούτο, πρόεδρος Ασίφ Αλί Ζαρνταρί που ουδέποτε έχαιρε ιδιαίτερου πολιτικού κύρους (όπως μαρτυρεί και το γεγονός ότι είναι γνωστός ως 10% λόγω των προμηθειών που έπαιρνε από τις κρατικές δουλειές) βλέπει ακόμη κι αυτό το κύρος του να εξανεμίζεται. Κερδισμένος είναι ο αιώνιος πολιτικός του αντίπαλος, Ναουάζ Σαρίφ, που έχει διατελέσει δύο φορές κατά το παρελθόν πρωθυπουργός κι ο οποίος μετά την μάχη που έδωσε για να αποκατασταθεί στη θέση του κορυφαίος δικαστικός που είχε διωχθεί από τον Μουσάραφ, βλέπει τις πολιτικές μετοχές του να απογειώνονται. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το Πακιστάν δεν είναι και τόσο πρόθυμος σύμμαχος των ΗΠΑ στη μάχη εναντίον των φονταμενταλιστών έγκειται στο γεγονός ότι οι Ταλιμπάν αποτελούν το πιο αποτελεσματικό ανάχωμα στην επέκταση της επιρροής της Ινδίας στο Αφγανιστάν. Γι αυτό το λόγο οι προσβάσεις των Ταλιμπάν στην Ισλαμαμπάντ και τις μυστικές της υπηρεσίες αποδεικνύονται τόσο ανθεκτικές ξεπερνώντας κατά πολύ τον κύκλο των Ισλαμιστών…

Πεδίο βολής η Υεμένη (περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

  • ΟΙ ΗΠΑ ΕΠΟΦΘΑΛΜΙΟΥΝ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ
  • ΣΙΙΤΕΣ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ 

Μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται πια ο χαρακτηρισμός Ευδαίμονα Αραβία που χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους χρόνους για να περιγραφεί η Υεμένη, σε αντίθεση με την βορειότερη χέρσα Αραβία τη σημερινή σαουδαραβική, λόγω των συνεχών εμφύλιων πολέμων και των ξένων επεμβάσεων.

Σημείο τομής αποτελούν πλέον για την πολιτική ζωή στην Υεμένη τα Χριστούγεννα του 2009 όταν η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση του 23χρονου Νιγηριανού στο αεροπλάνο της Delta την έφερε στο προσκήνιο, ως «νέο και απειλητικό θύλακα της διεθνούς τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίστηκε από την Ουάσινγκτον. Τις αμέσως επόμενες μέρες δεν έλειψαν και φωνές που προανήγγειλαν μια νέα στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα ζητούσε το σημείωμα της σύνταξης των New York Times (που εκφράζει μάλιστα το προοδευτικό, παραδοσιακά λιγότερο πολεμοχαρές κατεστημένο της ανατολικής ακτής) στις 2-3 Ιανουαρίου με τίτλο, «Τώρα η Υεμένη»! Παρότι δεν άργησαν να κυριαρχήσουν πιο μετριοπαθείς στάσεις όπως έδειξε η διαβεβαίωση του αμερικανού προέδρου ότι δεν επίκειται στρατιωτική επέμβαση, το σίγουρο είναι ότι πως η Υεμένη με επίσημο τρόπο αποτελεί το πέμπτο μέτωπο των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ξεκίνησε ο Μπους και συνεχίζει ο Ομπάμα χωρίς διακοπή (και με την ώθηση μάλιστα του βραβείου Νομπέλ Ειρήνης) μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία.

Το ζητούμενο ωστόσο για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην περιοχή δεν είναι η αντιμετώπιση της Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου που έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη της αποτυχημένης βομβιστικής επίθεσης. Τουλάχιστον δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως αυτή. Το σημαντικότερο ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να εξασφαλίσει τον έλεγχο σε μια στρατηγικής σημασίας, λόγω της θέσης της, χώρα κι επίσης να αποτρέψει την επέκταση της επιρροής του Ιράν.

Όσοι παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις τους τελευταίους μήνες στην Υεμένη ξαφνιάστηκαν από τα γεγονότα των Χριστουγέννων για έναν και μοναδικό λόγο. Επειδή η εστία της έντασης όλο το 2009 δεν ήταν η Αλ Κάιντα αλλά οι σιίτες. Ειδικότερα, από την άνοιξη του προηγούμενου χρόνου μέχρι τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη στα βόρεια της χώρας μια εξέγερση της σιίτικης φυλής Χούθι, που καταγγέλλει την σουνιτική κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εξαφανίσει τις ιδιαίτερες πολιτιστικές, θρησκευτικές και γλωσσικές παραδόσεις της. Οι σιίτες Χούθι αποτελούν το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της Υεμένης και ξεσηκώθηκαν εναντίον της κυβέρνησης πρώτη φορά το 2004. Οι συγκρούσεις τους με την κυβέρνηση κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο όταν η πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας παραβίασε τα σύνορα της Υεμένης και βοηθώντας τα στρατεύματα της χώρας επιτέθηκε με ασυνήθιστη σφοδρότητα στους σιίτες αντάρτες. Να αναφερθεί πως στα πορώδη σύνορα των δύο χωρών μήκους 1.800 χιλιομέτρων η Σαουδική Αραβία κατασκευάζει έναν υψηλής τεχνολογίας μηχανισμό ελέγχου για να ελέγξει την μετανάστευση που τις περιόδους αιχμής φθάνει ακόμη και τα 2.000 με 3.000 άτομα την ημέρα.

Τον Νοέμβρη λοιπόν, για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων που διεξάγεται στην κακότυχη, λόγω της σπάνιας θέσης της κι όχι ευδαίμονος Αραβίας. Το Ριάντ επικαλέστηκε δολοφονική επίθεση των ανταρτών Χούθι εντός των συνόρων του με θύμα σαουδάραβα στρατιώτη για να δικαιολογήσει την επίθεσή του, που πολύ σύντομα προκάλεσε ανθρωπιστική κρίση, καθώς χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να γλιτώσουν. Η βαρβαρότητα των σαουδαραβικών βομβαρδισμών οδήγησε την Τεχεράνη που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας όλων των σιιτών της Μέσης Ανατολής πολύ γρήγορα να στραφεί εναντίον του Ριάντ. Για «κρατική τρομοκρατία» κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιράν. «Αυτοί που ρίχνουν λάδι στη φωτιά πρέπει να ξέρουν ότι δεν θα γλιτώσουν από τους καπνούς που απλώνονται» ανάφερε η δήλωση του ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Μανουσέρ Μοτάκι, ο οποίος απευθυνόμενος στην κυβέρνηση της Υεμένης προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Πρόταση που φυσικά έπεσε στο κενό.

Η πραγματικότητα επομένως είναι πως η ανάμιξη της Σαουδαραβίας έδωσε νέα και ανώτερη, περιφερειακή διάσταση στη σύγκρουση μεταξύ σιιτών και σουνιτών στην Υεμένη, βγάζοντάς την έξω από τα σύνορα της χώρας. Το Ριάντ επιτέθηκε με τόση μεγάλη βιαιότητα κατά των Χούθι, γιατί αντιμετώπισε τους σιίτες της Υεμένης σαν το μακρύ χέρι της Τεχεράνης. Επεδίωξε λοιπόν να το κόψει για να αποτρέψει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός σιιτικού θύλακα που θα θέσει σε αμφισβήτηση την εθνική ακεραιότητα της Υεμένης (ενδεχόμενο όχι και τόσο ακραίο) όπως ακριβώς έχει συμβεί στον Λίβανο με την εδραίωση της Χεζμπολάχ στο νότιο τμήμα της χώρας, απ’ όπου μπορεί να ασκεί τη δική της αμυντική και κατ’ επέκταση εξωτερική πολιτική.

Στην Υεμένη επομένως μεταφέρθηκε ο διπλωματικός ανταγωνισμός Ριάντ – Τεχεράνης για την άσκηση επιρροής στον αραβικό κόσμο, δεδομένου ότι η κάθε μια χώρα διεξάγει μια μάχη ζωής. Η οικογένεια των Σαούντ γιατί ξέρει πως η διπλωματική γραμμή της στην πράξη έχει συντριβεί. Πρεσβεύοντας τη τακτική των ειρηνικών διαπραγματεύσεων και της συνδιαλλαγής με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ χρεώνεται την αποτυχία επίλυσης του παλαιστινιακού και την ταπείνωση των Αράβων, που συνεχίζεται κι επί Ομπάμα, παρά τις περί του αντιθέτου ελπίδες που αρχικά δημιουργήθηκαν. Η ισλαμική δημοκρατία από την άλλη μπορεί να νιώθει δικαιωμένη εκφράζοντας την ανυποχώρητη γραμμή της σύγκρουσης, για να ξεπεράσει όμως τις αρνητικές συνέπειες του εμπάργκο επιδίδεται σε έναν συνεχή αγώνα διεύρυνσης της επιρροής της που φθάνει μέχρι και τη Λατινική Αμερική, την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα ο Αχμαντινετζάντ όπου συναντήθηκε με τους προέδρους της Βραζιλίας, της Βολιβίας και της Βενεζουέλας, Λούλα, Μοράλες και Τσάβες. Η γειτονική Υεμένη θα έμενε απ’ έξω; Περιττό δε να πούμε πως η επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη έγινε με την έγκριση αν όχι με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ καθώς μοιράζονται τα ίδια εχθρικά συναισθήματα απέναντι στο Ιράν.

Οι ΗΠΑ άλλωστε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν έκρυψαν τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στην Υεμένη εναντίον της Αλ Κάιντα. Πιο πρόσφατα ήταν οι βομβαρδισμοί με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις 17 και 24 Δεκέμβρη, που προκάλεσαν το θάνατο δεκάδων ατόμων. Κι οι ΗΠΑ άλλωστε μετρούν πολλά θύματα στην Υεμένη. Από τον Οκτώβριο του 2000 όταν χτυπήθηκε στον Κόλπο του Άντεν το USS Cole με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 Αμερικανοί, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008 που στόχος έγινε η ίδια τους η πρεσβεία στην πρωτεύουσα της Υεμένης Σάνα, όπου έχασαν τη ζωή τους 16 άτομα, οι Αμερικανοί αποτελούν κόκκινο πανί στην Υεμένη που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του Μπιν Λάντεν. Η απροθυμία του αμερικανικού Πενταγώνου παρόλα αυτά να διατάξει χερσαία στρατιωτική επίθεση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι στην Υεμένη ζουν περισσότεροι από 20.000 βετεράνοι του πολέμου στο Αφγανιστάν (κατά της Ρωσίας), στη Βοσνία και την Τσετσενία. Επίσης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι έχουν όπλα. Θα υφίσταντο επομένως τρομακτικές απώλειες, ενώ όλη η Υεμένη θα στρατολογούταν στην Αλ Κάιντα. Φαίνεται όμως έτσι πως οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία έρχονται μέσω της Υεμένης αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δικής τους βρόμικης, υπονομευτικής πολιτικής, όταν η Υεμένη αποτελούσε πηγή στρατολόγησης γενίτσαρων στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, της Σερβίας και της Ρωσίας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

«Η Σαουδική Αραβία πολέμησε κάθε –ισμό που επιδίωξε να επικρατήσει στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένου του παναραβισμού του Νάσερ, του κομμουνισμού και του σύγχρονου Ισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και της Χαμάς. Τα εργαλεία στα οποία στηρίχθηκε ήταν το χρήμα από το πετρέλαιο και το ουαχαμπίτικο Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 1980 η Σαουδική Αραβία δαπάνησε περισσότερα από 75 δισ. δολ. για να προπαγανδίζει το ουχαμπίτικο δόγμα, να ιδρύει σχολεία και τεμένη σε όλο τον ισλαμικό κόσμο. Μεγάλο μέρος αυτών των πόρων κρατήθηκαν για την πίσω αυλή της, την Υεμένη. Η Σαουδική Αραβία διατήρησε στην Υεμένη ένα ισχυρό ουαχαμπίτικο ρεύμα που ήταν ιδεολογικά και πολιτικά πιστό στη βασιλική οικογένεια των Σαούντ. Επιπλέον ο πρόεδρος της Υεμένης, Αλί Αμντουλάχ Σαλέχ, χρησιμοποίησε τον εισαγόμενο ουαχαμπισμό για να νικήσει τους εγχώριους αντιπάλους του – πρώτα τους κομμουνιστές κι έπειτα τους Χούθι – παρότι κι ο ίδιος ήταν σιίτης», έγραφε η βρετανική εφημερίδα Guardian Weekly στις 27 Νοέμβρη. Οι ανηλεείς επιθέσεις επομένως που δέχονται από την Αλ Κάιντα η οποία δρα στο εσωτερικό της Υεμένης οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία είναι αποτέλεσμα της δικής τους πολιτικής! Παρόλα αυτά αξιοποιούνται έτσι ώστε οι ΗΠΑ να πατήσουν για τα καλά πόδι στη χώρα και να μπορέσουν να δρέψουν όλα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η σπάνια στρατηγική της θέση: πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ, στον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό, στη Σομαλία και το Κέρας της Αφρικής. Πλεονεκτήματα που όλο το προηγούμενο διάστημα δεν γεύονταν πλήρως όπως φάνηκε και το 1991 με τον πρώτο Πόλεμο στον Κόλπο όταν η Υεμένη τάχθηκε με τον Σαντάμ Χουσεΐν κι αρνήθηκε να πολεμήσει υπό την αστερόεσσα όπως έκαναν οι Σαουδάραβες, οι Αιγύπτιοι και πολλά ακόμη αραβικά κράτη. Την στάση της τότε η Υεμένη την πλήρωσε ακριβά καθώς κόπηκε απότομα η οικονομική βοήθεια που λάβαινε και 1 εκ. πολίτες της Υεμένης απελάθηκαν από τα κράτη του Περσικού Κόλπου.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η Υεμένη προσαρμόστηκε στη Νέα Τάξη. Κι ανταμείφθηκε γενναία γι αυτό. Από 4,3 εκ. δολ. που ήταν η αμερικανική βοήθεια το 2006, ένα χρόνο μετά το 2007 εκτινάχθηκε σε 26 εκ. και το 2009 έφθασε τα 67 εκ. δολάρια. Τον επόμενο ενάμισι χρόνο επίσης η κυβέρνηση της Υεμένης θα εισπράξει 70 εκ. δολ. Το κράτος της όμως συνέχισε να χαρακτηρίζεται εύθραυστο, στην καλύτερη, και αποτυχημένο, στην χειρότερη περίπτωση. Οι νέες επιθέσεις που θα δεχτεί η Υεμένη από τις ΗΠΑ με απώτερο στόχο να ξεριζώσουν τους θύλακες της Αλ Κάιντα ενδέχεται να οξύνουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η κυβέρνηση της Υεμένης, με πρόεδρο τα τελευταία 31 χρόνια τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, δεν ασκεί καμιά εξουσία έξω από την πρωτεύουσα όπου η διοίκηση έχει ανατεθεί στους τοπικούς φύλαρχους, όπου συνεχίζεται αδιατάρακτη μια παράδοση αιώνων. Ο εύθραυστος χαρακτήρας της εθνικής συνοχής επιβεβαιώνεται επίσης κι από το πρόσφατο, ταραχώδες παρελθόν της Υεμένης: Η χώρα έπαψε να είναι διαιρεμένη σε Βόρεια και Νότια μόλις το 1990. Έκτοτε οι εμφύλιοι πόλεμοι, ο πρώτος εκ των οποίων ξεκίνησε το 1994, αποδείχθηκαν ενδημικό φαινόμενο. Και πριν από την ενοποίηση, τη δεκαετία του ’70, δύο φορές πολέμησαν μεταξύ τους η Βόρεια κι η Νότια Υεμένη. Κατά συνέπεια δεν υφίσταται ούτε το ελάχιστο αίσθημα εθνικής ενότητας. Κάτι που εξηγεί το φόβο Αμερικανών και Σαουδαράβων για τη δημιουργία ενός σιίτικου κρατιδίου στα βόρεια τη Υεμένης όπου κατοικούν οι Σιίτες. Το οποίο μάλιστα στη συνέχεια θα ενθάρρυνε τους σιίτες που ζουν και στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας να διεκδικήσουν την απόσχισή τους!

Τα χειρότερα για την Υεμένη ωστόσο είναι μπροστά της λόγω του ότι το κοινωνικό ζήτημα με το πέρασμα του χρόνου αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Ήδη με το 45% από τα 23 εκ. του πληθυσμού της να ζει με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα και τα μισά παιδιά της να υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής. Το πρόβλημα οξύνεται λόγω της συνεχούς συρρίκνωσης των εσόδων από το πετρέλαιο τα οποία το 2017 θα εκμηδενιστούν, της παρατεταμένης λειψυδρίας που πλήττει τη χώρα, των πολύ υψηλών ποσοστών γεννήσεων που μέχρι το 2035 αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθυσμό της σε διπλασιασμό (σήμερα οι μισοί της κάτοικοι είναι κάτω των 15 χρόνων) και του εθισμού πολλών εκατομμυρίων κατοίκων της (λέγεται πως είναι ακόμη κι οι μισοί) στο εγχώριο ναρκωτικό κατ!

Το τελευταίο λοιπόν που έλειπε στην Υεμένη ήταν να μετατραπεί σε πεδίο βολής των Αμερικανών και της Σαουδικής Αραβίας.

Το παιχνίδι των ΗΠΑ στην Υεμένη (Επίκαιρα 07/01-13/01/2010)

Ο Γκορ Βιντάλ, εμβληματική μορφή των αμερικανικών γραμμάτων, εισήγαγε τη θεωρία του «ωφελίμου βλακός», για να ερμηνεύσει μια σειρά εγκληματικών ενεργειών που αποτέλεσαν μάννα εξ ουρανού για τον Λευκό Οίκο, διευκολύνοντας τον για παράδειγμα να σκληρύνει την αντιτρομοκρατική νομοθεσία, όπως συνέβη με την ανατίναξη του κτιρίου του FBI στην Οκλαχόμα. Πλέον, εγχειριδιακή μορφή αυτής της νέας πολιτικής κατηγορίας που έκανε το ντεμπούτο της στις ΗΠΑ επί Μπιλ Κλίντον, μεσουράνησε επί Τζορτζ Μπους για να συνεχίσει την λαμπρή πορεία του επί Μπαράκ Ομπάμα του «ειρηνοποιού», αποτελεί ο 23χρονος Νιγηριανός που ανήμερα των Χριστουγέννων επιχείρησε να ανατινάξει το αεροπλάνο της αμερικανικής αεροπορικής εταιρείας Δέλτα 20 λεπτά πριν προσγειωθεί στο Ντιτρόιτ για να κάψει τελικά τα πόδια του και να συλληφθεί.

Η σπάνια «ωφελιμότητά» του αποδεικνύεται από το ότι με μια μόνο κίνηση κατάφερε τέσσερις στόχους τεράστιας σημασίας, που επιδιώκονταν από τις ΗΠΑ εδώ και καιρό. Πρώτο, να νομιμοποιήσει το νέο μέτωπο πολέμου των Αμερικάνων στην Υεμένη. Δεύτερο, να διευκολύνει πλήγματα σε οργανώσεις που θεωρούνται μακρύ χέρι του Ιράν. Τρίτο, να εμφανίσει ως αναγκαία την εγκατάσταση καμερών στα αεροδρόμια που θα εμφανίζουν γυμνούς τους επιβάτες και τέλος να δικαιολογήσει την υπαναχώρηση του Ομπάμα για το Γκουαντάναμο, παρουσιάζοντας ως πράξη υψηλού κινδύνου το κλείσιμό του όπως είχε δεσμευθεί ότι θα πράξει μέχρι τις 20 Ιανουαρίου, του τρέχοντος έτους.

Από τα ελάχιστα που δήλωσε μετά τη σύλληψή του ο 23χρονος Νιγηριανός ήταν ότι τα εκρηκτικά που είχε δεμένα στο σώμα του τα παρέλαβε από την Υεμένη όπου κι εκπαιδεύτηκε κι ότι ενεργούσε εκ μέρους της Αλ Κάιντα. Τις σκόρπιες σκέψεις και τους συνειρμούς τούς έβαλε σε τάξη ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος λίγες μέρες αργότερα, την Κυριακή, όταν στοχοποίησε ευθέως την Υεμένη, αναγορεύοντας την μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία στο πέμπτο μέτωπο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» τον οποίο κατά τ’ άλλα αποκήρυξε. Με μεγαλύτερη σαφήνεια όρισαν την αμερικανική στρατηγική οι New York Times στο άρθρο της σύνταξής τους την Πρωτοχρονιά που είχε τον εύγλωττο τίτλο «Τώρα η Υεμένη»!  Τελείωνε δε με τα εξής: «Οι Αμερικάνοι έχουν δίκιο να νιώθουν κουρασμένοι. Αλλά αυτό που έγινε τη μέρα των Χριστουγέννων αποτελεί προειδοποίηση για τη σημασία που έχει να αποτραπεί ένα συνολικό χάος στην Υεμένη. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται ο κόσμος είναι ένα ακόμη ασφαλές καταφύγιο για την Αλ Κάιντα». Η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση δεν έδωσε το έναυσμα για την αμερικανική επέμβαση στην Υεμένη καθώς όλο το προηγούμενο διάστημα ήταν σχεδόν καθημερινή. Γινόταν δε εμφανής με τους πιο διαφορετικούς τρόπους: Από τους βομβαρδισμούς θέσεων των ανταρτών μέσω μη επανδρωμένων αμερικανικών αεροσκαφών, μέχρι την αφειδώλευτη οικονομική βοήθεια, που ανέκαθεν αποτελούσε την πιο εύσχημη αφορμή για να αποκτήσει ο Λευκός Οίκος απ’ ευθείας παρέμβαση στα πιο νευραλγικά κέντρα της εξουσίας, όπως το Πεντάγωνο, το υπουργείο Οικονομιών, κ.λπ. Εντελώς ενδεικτικά, η αμερικανική βοήθεια από 4,3 εκ. δολ. το 2006, έφθασε τα 26 εκ. το 2007, εκτινάχθηκε στα 67 εκ. το 2009, με αποτέλεσμα να βρίσκεται στη δεύτερη θέση των πιο αδρά χρηματοδοτούμενων κρατών μετά το Πακιστάν που έλαβε 112 εκ. δολ., και για φέτος ο αμερικανός στρατιωτικός διοικητής Ντέιβιντ Πετρέους που επισκέφθηκε «σαν έτοιμος από καιρό» την πρωτεύουσα της Υεμένης, μόλις το προηγούμενο Σαββατοκύριακο υποσχέθηκε ότι θα διπλασιαστεί! Η Ουάσινγκτον επομένως εκμεταλλεύθηκε το γεγονός για να επισημοποιήσει την επέμβασή της στην Υεμένη, ανοίγοντας ένα νέο αιματηρό μέτωπο. Η πραγματική αιτία πίσω από αυτή την ιεράρχηση γίνεται φανερή αν ρίξουμε ακόμη και μια φευγαλέα ματιά σε ένα χάρτη της περιοχής. Στη νοτιοδυτική απόληξη της αραβικής χερσονήσου ο έλεγχος της Υεμένης εξασφαλίζει τον έλεγχο της σπαρασσόμενης Σομαλίας και του Αφρικανικού Κέρατος, του κόλπου του Άντεν και της Διώρυγας του Σουέζ. Δύσκολα βρίσκεται πιο στρατηγικό σημείο!

Πολύ περισσότερο αν πάρουμε υπ’ όψη μας και τις απειλές για τη δική της ακεραιότητα που δέχεται η Σαουδική Αραβία από τους Σιίτες της Υεμένης, τους Χούθι, εξ αιτίας των δεσμών που διατηρούν με τους Σιίτες της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν ξεσηκωθεί ζητώντας την απόσχισή τους. Οι επιχειρήσεις των Χούθι στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας είχαν οδηγήσει το Ριάντ να στείλει τα δικά του βομβαρδιστικά να επιτεθούν στους Χούθι στις αρχές του Δεκέμβρη, οδηγώντας στο θάνατο δεκάδες άμαχους και στην προσφυγιά χιλιάδες αθώους. Μεταξύ όσων αντέδρασαν τότε, πέρα από τον ΟΗΕ που επικαλέστηκε ανθρωπιστικούς λόγους, ήταν και το Ιράν που λειτουργώντας ως ομπρέλα προστασίας για τους Σιίτες όλης της Μέσης Ανατολής κατήγγειλε τη γενοκτονία τους. Ο πιο μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος συνεπώς στην Υεμένη είναι μεταξύ της σιίτικης μειοψηφίας που διατηρεί δεσμούς με την Τεχεράνη και της σουνίτικης κυβέρνησης, που στο παρελθόν όπλισε την Αλ Κάιντα για να αντιμετωπίσει τους Σιίτες. Ο νέος πόλεμος που ξεκινούν επομένως οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τις σουνίτικες πετρομοναρχίες της περιοχής μπορεί να έχει ονομαστικό στόχο την Αλ Κάιντα ως πραγματικό στόχο όμως έχει την Σιιτική μειοψηφία και μέσω αυτής της Τεχεράνη!

Δραματικές ωστόσο θα είναι οι συνέπειες και στα δημοκρατικά δικαιώματα. Ήδη οι αμερικανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι σε μια σειρά χώρες (Νιγηρία, Πακιστάν, Συρία, Ιράν, Σουδάν, Υεμένη και Κούβα) θα εγκατασταθούν υποχρεωτικά κάμερες που θα εμφανίζουν γυμνούς όσους επιθυμούν να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ. Η Ολλανδία δε, απ’ όπου αναχώρησε η πτήση, και η Νιγηρία, απ’ όπου καταγόταν ο επίδοξος βομβιστής, ανακοίνωσαν ότι θα επιβάλλουν από μόνες τους το «ηλεκτρονικό στριπτίζ» για όσους ταξιδεύουν προς ΗΠΑ. Το μέτρο έχει συναντήσει την σφοδρή αντίδραση κορυφαίων οργανώσεων υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων όπως η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών – UCLA και των ευρωβουλευτών της γηραιάς ηπείρου με αποτέλεσμα πέρυσι να απορριφθεί σχετική πρόταση της Κομισιόν από το ευρωκοινοβούλιο. Ωστόσο το νέο μέτρο θα κάνει πλούσιες τις δύο αμερικανικές επιχειρήσεις που παράγουν τις σχετικές κάμερες, καθώς η κάθε μία στοιχίζει 150.000 δολ., όλους εμάς ελάχιστα ασφαλείς καθώς κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως εντοπίζουν όλα τα εκρηκτικά υλικά και τις ΗΠΑ ένα απωθητικό και φοβικό κλειστό φρούριο.

Τέλος η αποτυχημένη επίθεση δικαιολόγησε την υπαναχώρηση του Ομπάμα για κλείσιμο του κολαστηρίου του Γκουαντάναμο, καθώς οι μισοί σχεδόν απ’ όσους παραμένουν έγκλειστοι προέρχονται από την Υεμένη, με βάση της αμερικανικές πάντα πηγές!

Κατόπιν τούτων ας μην απορούμε πως είναι δυνατόν ένας 23χρονος νιγηριανός να επιβιβάστηκε σε αεροπλάνο της Δέλτα παρότι ο μεγαλοτραπεζίτης πατέρας του τον είχε κατήγγειλε στη CIA μόλις στις 19 Νοέμβρη δηλώνοντας ότι κάτι ύποπτο ετοιμάζει, παρότι οι βρετανικές υπηρεσίες τον είχαν από χρόνια εντάξει σε λίστα σοβαρών υπόπτων απαγορεύοντας του την είσοδο στη χώρα, παρότι πλήρωσε το (χωρίς επιστροφή) εισιτήριο του με μετρητά, παρότι δεν είχε καμιά βαλίτσα, και άλλα πολλά…