Παύση πληρωμών και λογιστικός έλεγχος (ομιλία σε ημερίδα της Κοσμητείας της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ με θέμα το χρέος)

Αρχικά θα ήθελα να ευχαριστήσω την Κοσμητεία της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για την πρόσκληση που μου απηύθυνε να μιλήσω στη σημερινή ημερίδα με θέμα το χρέος. Η εισήγησή μου περιλαμβάνει μια περιγραφή της σημερινής κατάστασης έναν χρόνο μετά την υιοθέτηση του Μνημονίου, παρουσίαση των ζοφερών προοπτικών που διαγράφονται στο πλαίσιο της συζητούμενης αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους και τέλος ανάλυση της μοναδικής εναλλακτικής λύσης που ευνοεί την κοινωνική πλειοψηφία και το δημόσιο συμφέρον και συνοψίζεται στο αίτημα της παύσης πληρωμών και διαγραφής όλου ή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους.

Ένα χρόνο μετά…

Το δημοσίευμα της προηγούμενης Παρασκευής 6 Μαΐου του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ, που εμφάνιζε την ελληνική κυβέρνηση να συζητά και να επιδιώκει την έξοδο από το ευρώ, έδειξε με τον πιο επίσημο τρόπο την αποτυχία των πολιτικών που έχουν ακολουθηθεί μέχρι τώρα για να επιλύσουν την κρίση χρέους της Ελλάδας.

Ο όρος αποτυχία αφορά τους ονομαστικούς στόχους αυτής της πολιτικής που εστιάζονταν στην σταδιακή επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, απ’ όπου θα μπορούσε να δανειστεί ξανά με ευνοϊκούς όρους. Γίνεται σαφής δε αν εξετάσουμε:

Πρώτο, την τωρινή εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού στη δευτερογενή αγορά σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τα επίπεδα που βρίσκονταν όταν ανακοινώθηκε η προσφυγή το δίμηνο Απριλίου – Μαΐου του 2010.

Δεύτερο, την αύξηση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού επί του ΑΕΠ, με το τέλος της εφαρμογής  του Μνημονίου σε σχέση με τα επίπεδα του 2009 όταν αποφασίστηκε η εφαρμογή της «χημειοθεραπείας», για να χρησιμοποιήσω την ορολογία των Financial Times κάτι που ήταν γνωστό στην κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή που υπέγραφε το αντισυνταγματικό Μνημόνιο.

Τρίτο, την συνεχιζόμενη υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας και μεγάλων επιχειρήσεων, όπως οι τράπεζες, από τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, σε σημείο σήμερα να έχουν βρεθεί ένα σκαλί πριν την κατηγορία των επονομαζόμενων σκουπιδιών.

Κατά συνέπεια η άγρια λιτότητα δεν εξασφάλισε την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, αλλά την απομάκρυνε ακόμη περισσότερο, δεν συνέβαλε στην ανάκτηση της αξιοπιστίας της όπως υποσχόταν ο πρωθυπουργός, αλλά την υπέσκαψε ακόμη  περισσότερο.

Η ευθύνη βαραίνει εξ ολοκλήρου την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που σχεδίασαν και επέβαλαν την πολιτική της αιματηρής λιτότητας, για να αντιμετωπιστεί η κρίση, παραβιάζοντας κατάφωρα την λαϊκή εντολή. Υπογραμμίζω την εκτίμηση ότι η ευθύνη βαραίνει κυβέρνηση – ΔΝΤ – ΕΕ γιατί ακόμη και τώρα, ένα χρόνο μετά την ανεμπόδιστη εφαρμογή των πιο ακραία νεοφιλελεύθερων και οπισθοδρομικών επιλογών που έχουν ποτέ εφαρμοστεί στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, στελέχη του ΣΕΒ και του ΙΟΒΕ ρίχνουν την πέτρα του αναθέματος ξανά στην κοινωνία και τους εργαζόμενους επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο να αποσείσουν τις ευθύνες τους για την αποτυχία του Μνημονίου.

Πρόκειται όμως πράγματι για αποτυχία; Με κριτήριο κατά πόσο αποτράπηκε η χρεοκοπία, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία: Τα μέτρα που επιβλήθηκαν κάτω από τον εκβιασμό «μνημόνιο ή χρεοκοπία» δεν απέτρεψαν τη χρεοκοπία, όσο κι αν συγκαλύπτεται κάτω από τον εύηχο όρο «αναδιάρθρωση» ακόμη και «οικειοθελή αναδιάρθρωση» του δημόσιου χρέους.

Κατά την άποψή μου ωστόσο το ζητούμενο από την υιοθέτηση δεν ήταν η αποτροπή της χρεοκοπίας. Το ζητούμενο ήταν να αναιρεθούν κοινωνικές κατακτήσεις και εργατικά δικαιώματα δεκαετιών, με απώτερο στόχο να βελτιωθεί η ιδιωτική κερδοφορία και να μπορέσει με αυτό τον τρόπο να ανακτήσει το ποσοστό κέρδους στα επίπεδα που ήταν την πρώτη μεταπολεμική εποχή: στα λεγόμενα τριάντα ένδοξα χρόνια, όπως συχνά περιγράφονται, παρότι και τότε υπήρχαν κρίσεις, αν και ήσσονος σημασίας και κοινωνικές αντιθέσεις. Αυτό ήταν το νόημα πίσω από ξεχειλίζουσες υπαινιγμών ρήσεις «να κάνουμε την κρίση ευκαιρία».

Ας επιχειρήσουμε μια σύντομη αναδρομή σε ορισμένα από τα μέτρα που υιοθετήθηκαν. Θα μείνουμε μάλιστα μόνο στην οικονομική πλευρά, αφήνοντας χωρίς σχολιασμό τα πλήγματα που έχει δεχτεί η συνταγματική τάξη και η δημοκρατική νομιμότητα τον τελευταίο χρόνο με την εφαρμογή ενός αντι-συνταγματικού μνημονίου που παραβιάζει κατάφωρα κυριαρχικά δικαιώματα, με την απαγόρευση στην πράξη του δικαιώματος στη διαδήλωση λόγω των προληπτικών συλλήψεων, και άλλα πολλά. Μένοντας λοιπόν μόνο στα οικονομικά μέτρα, ξεχωρίζω:

  • Μειώσεις μισθών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα μέσω της  κατάργησης επιδομάτων και του ψαλιδίσματος του 13ου και 14ου μισθού.
  • Αντιασφαλιστικός νόμος που μειώνει τις συντάξεις.
  • Ραγδαία μείωση κοινωνικών δαπανών με άμεση συνέπεια το κλείσιμο 1056 σχολείων – γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία του ελληνικού κράτους, την διάλυση της δημόσιας υγείας, όπως δείχνει η λειτουργία στο όριο ιστορικών δημόσιων νοσοκομείων και κλινικών και η συρρίκνωση των δημόσιων μεταφορών.
  • Απολύσεις δεκάδων χιλιάδων συμβασιούχων, μέσω της μη ανανέωσης  των συμβάσεων στον ευρύ και στενό δημόσιο τομέα που ικανοποιούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
  • Κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας και μεταφορά του βάρους της διαπραγμάτευσης σε όλο και πιο χαμηλό επίπεδο: από το συλλογικό – γενικό στο κλαδικό, μετά στο επιχειρησιακό και τέλος στο εξατομικευμένο, εκεί όπου βασιλεύει η εργοδοτική και διευθυντική αυθαιρεσία.
  • Κατάργηση του θεσμού της διαιτησίας.
  • Αύξηση ωρών εργασίας στον δημόσιο τομέα.
  • Μείωση των αποζημιώσεων με στόχο να διευκολυνθούν οι απολύσεις.
  • Αύξηση της έμμεσης φορολογίας και ειδικότερα σε ΦΠΑ και ειδικούς φόρους κατανάλωσης, την ίδια ώρα που μειώθηκε ο συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων από το 24% στο 20%.
  • Διευκόλυνση της επιχειρηματικής δράσης των πολυεθνικών και ανωνύμων εταιρειών μέσω της λεγόμενης απελευθέρωσης των κλειστών επαγγελμάτων.
  • Τέλος, γενικό ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας με το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων ύψους 50 δις. ευρώ, το οποίο ανακοινώθηκε από την Τρόικα και την ύπαρξη του αρχικά είχε διαψεύσει η κυβέρνηση με κατηγορηματικό μάλιστα τρόπο.

Άμεσο αποτέλεσμα των μέτρων που εφαρμόστηκαν τον προηγούμενο χρόνο, όπως τονίστηκε από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας στην ετήσια συνέλευση των μετόχων της, είναι η μείωση των μισθών κατά 14% και των συντάξεων κατά 11%. Και μιλάμε μόνο για τον πρώτο χρόνο εφαρμογής αυτής της ολέθριας (για την κοινωνική ευημερία και συνοχή) πολιτικής. Αυτό είναι το πρώτο κρατούμενο. Να σημειώσω δε πως γενικές απεργίες όπως η σημερινή και ανεξάρτητοι, μαχητικοί εργατικοί αγώνες αποτελούν το μοναδικό αντίπαλο δέος που μπορεί να ανακόψει αυτή την καθοδική πορεία και να ανατρέψει αυτή την πολιτική.

Το δεύτερο είναι το γεγονός ότι τελικά γερμανικές και γαλλικές τράπεζες κατάφεραν να ξεφορτωθούν τα ελληνικά ομόλογα, όπως έδειξε πρόσφατη ανακοίνωση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, με έδρα τη Βασιλεία της Ελβετίας. Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δηλαδή που ήταν εκτεθειμένα στην ελληνική αγορά ομολόγων και αφού πρώτα κέρδισαν πολλά εκατομμύρια από τις παχυλές αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, εκμεταλλεύθηκαν τη δυνατότητα αγοράς από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και πλέον δεν κινδυνεύουν από κανένα σχέδιο αναδιάρθρωσης: είτε πρόκειται για «κούρεμα», απομείωση δηλαδή της αξίας των ομολόγων, είτε πρόκειται για επιμήκυνση. Δεν περνάει εδώ απαρατήρητη η δεινή θέση στην οποία βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες, καθώς ένα πιθανό κούρεμα των ελληνικών ομολόγων θα προκαλέσει τη χρεοκοπία και το άμεσο ξεπούλημα στους διεθνείς ανταγωνιστές τους. Είναι εξέλιξη πολύ συνηθισμένη για όλες τις χώρες απ’ όπου έχει περάσει το ΔΝΤ, σε βαθμό να αποτελεί κανόνα (με πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτής του Μεξικού, όπου υπό εθνική ιδιοκτησία δεν έμεινε ούτε μία τράπεζα) αλλά χωρίς προηγούμενο για τον ελληνικό καπιταλισμό. Ουδέποτε άλλοτε το ελληνική αστική τάξη, που ακόμη και πριν ιδρύσει κράτος διέθετε χρηματοπιστωτικό βραχίονα, είχε κινδυνέψει να βρεθεί χωρίς τραπεζικό αιμοδότη.

Στη βάση λοιπόν των δύο παραπάνω εξελίξεων (μείωση των μισθών και διάσωση των ξένων πιστωτών) είναι πολύ αμφίβολο αν μπορούμε να μιλάμε για αποτυχία του Μνημονίου. Η αποτυχία αφορά τις ονομαστικές του επιδιώξεις, τις αφορμές που επικαλέστηκε η κυβέρνηση για να δικαιολογήσει την επιβολή του, κρύβοντας τις απώτερες επιδιώξεις του.

Ζοφερές προοπτικές

Έναν χρόνο λοιπόν μετά την επιβολή του Μνημονίου οι αντιφάσεις του ελληνικού καπιταλισμού έχουν οδηγηθεί σε παροξυσμό. Κοινός παρανομαστής σε όλα τα σενάρια που κυκλοφορούν, επίσημα και ανεπίσημα, είναι η βαθύτερη λιτότητα που θα οδηγήσει σε νέα έκρηξη το κοινωνικό ζήτημα και μια αναδιάρθρωση του χρέους, που μένει να αποδειχθεί με ποιον τρόπο θα γίνει. Μένει δηλαδή να αποδειχθεί ποιές μερίδες του κεφαλαίου θα πλήξει προνομιακά. Θα πλήξει τις ελληνικές τράπεζες που θα προσφερθούν έναντι πινακίου φακής στους ξένους, όπως απεύχονται κορυφαία στελέχη του τραπεζικού συστήματος ή θα πλήξει τις ξένες; Θα πλήξει κατά προτεραιότητα τους ιδιώτες πιστωτές όπως επιθυμεί η Μέρκελ και το επέβαλε με τον όρο της ελεγχόμενης χρεοκοπίας στα συμπεράσματα της τελευταίας συνόδου κορυφής της ΕΕ ή τα κράτη όπως προτιμά ο Σόρος και το Σίτι και γι’ αυτό τον λόγο πιέζουν να γίνει η αναδιάρθρωση πριν το 2013 οπότε θα ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός της ΕΕ; Θα πλήξει τους Γάλους με τους οποίους ήδη συνομιλεί μυστικά η κυβέρνηση, προκαλώντας τον εκνευρισμό του Βερολίνου και δημοσιεύματα σαν και αυτό του Spiegel ή τους Γερμανούς που έχουν ήδη επεξεργαστεί σχέδια χρεοκοπίας κατά δική τους ομολογία; Ο κατακλυσμός σεναρίων, «διαρροών» και προφητικών δημοσιευμάτων τον τελευταίο καιρό αντανακλά αυτόν ακριβώς τον καβγά που γίνεται πάνω στα λεφτά των ελλήνων φορολογουμένων και το μέλλον των ελλήνων εργαζομένων.

Οποιαδήποτε ωστόσο απάντηση δοθεί στην ελληνική δημοσιονομική κρίση (κι αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για την πιο ήπια δηλαδή ενός νέου δανεισμού ύψους 50 ή 60 δις. ευρώ που θα καλύψει το χρηματοδοτικό κενό του 2012) η κρίση χρέους δεν θα λυθεί αλλά θα επιδεινωθεί. Ο συνολικός όγκος χρέους που θα απομείνει μετά το κούρεμα, στον βαθμό που αυτό θα γίνει με πρωτοβουλία των πιστωτών μας, θα είναι μεγαλύτερος του σημερινού. Η αναδιάρθρωση δηλαδή δεν θα επιλύσει, απλώς θα μεταθέσει για λίγα χρόνια αργότερα τα αδιέξοδα της διαχείρισης ενός χρέους που δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξυπηρετηθεί.

Η εναλλακτική λύση

Το ερώτημα είναι τι πρέπει να γίνει; Η μοναδική βιώσιμη λύση για το χρέος είναι η άμεση παύση πληρωμών και η διαγραφή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του. Είναι μια απόφαση που πρέπει να συνοδευτεί από ένα πλέγμα αλληλοσυμπληρούμενων και υποστηρικτικών πολιτικών όπως η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, η εθνικοποίηση τραπεζών και επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας (έτσι ώστε να υπάρξει η κοινωνικά αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση με γνώμονα την αύξηση της απασχόλησης και επίσης την παραγωγή κοινωνικά αναγκαίων αγαθών και υπηρεσιών), η επιβολή φραγμών στην διεθνή κίνηση κεφαλαίων, η σημαντική αύξηση της φορολογίας νομικών προσώπων από τα απαράδεκτα ακόμη και διεθνώς επίπεδα ώστε να χρηματοδοτηθούν αναδιανεμητικές πολιτικές κ.α.

Ήδη το διεθνές δίκαιο προσφέρει αρκετά παραδείγματα που νομιμοποιούν την πολιτική επιλογή της αθέτησης πληρωμών στη βάση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Είναι αυτή ακριβώς η κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα με τα πλήθη των αστέγων που συνωστίζονται στα πάρκα και τις πλατείες, εκτινάσσοντας την εγκληματικότητα, με τον διπλασιασμό των αυτοκτονιών από το 2009 στο 2010, με την αύξηση της ανεργίας κατά 50% σε έναν χρόνο ως αποτέλεσμα των λουκέτων και των απολύσεων κοκ. Η κατάσταση αυτή θα επιδεινωθεί σύντομα λόγω της αύξησης των επιτοκίων του ευρώ. Η αξιοποίηση της δυνατότητας επίκλησης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης από την κυβέρνηση Κίρχνερ της Αργεντινής το 2002 επιβεβαιώνει ότι το μόνο που χρειάζεται για την παύση πληρωμών είναι πολιτική βούληση. Η απόρριψη μάλιστα του αιτήματος κατασχέσεων εθνικής περιουσίας της Αργεντινής από τα συνταγματικά δικαστήρια της Γερμανίας και της Ιταλίας, κατόπιν προσφυγής ομολογιούχων, υπογραμμίζει το πρόσφατο νομικό προηγούμενο και το ευνοϊκό έδαφος για μια τέτοια απόφαση.

Εισέρχομαι κατ’ ευθείαν σε μια σύντομη ανάλυση κόστους και ωφέλειας. Στην Αργεντινή (παρότι όλοι προέβλεπαν ότι την αθέτηση πληρωμών και την αποσύνδεση του εθνικού νομίσματος από το δολάριο θα ακολουθούσε εθνική καταστροφή) τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την ορθότητα της απόφασης. Παρά τις αντιφάσεις και τα λάθη που έγιναν, η οικονομία συρρικνώθηκε για ένα μόνο τρίμηνο μετά τις σχετικές αποφάσεις. Τα επόμενα 6 χρόνια οι σωρευτικοί ρυθμοί μεγέθυνσης έφτασαν το 63% με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι αναγκαίοι όροι για την αντιμετώπιση της εξαθλίωσης και πιο συγκεκριμένα για την έξοδο από την φτώχεια 11 εκατ. ανθρώπων σε μια χώρα 39 εκατομμυρίων. Επίσης μέσα σε 3 χρόνια επανακτήθηκαν τα επίπεδα παραγωγής που υπήρχαν πριν την κρίση. Τα στοιχεία προέρχονται από άρθρο γνώμης του Μαρκ Βάισμπροτ, στελέχους του ΔΝΤ κατά το παρελθόν, που δημοσιεύθηκε μόλις χθες στους New York Times κάνοντας αστραπιαία τον γύρο του κόσμου, με τίτλο Γιατί η Ελλάδα πρέπει να πει όχι στο ευρώ. Συνεχίζοντας μια σύντομη συγκριτική εξέταση των δύο δυνατοτήτων η μέθοδος της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα, που αποδεικνύεται όχι μόνο κοινωνικά ολέθρια αλλά και αναποτελεσματική, θα έχει ως αποτέλεσμα να ανακτηθούν τα επίπεδα παραγωγής που υπήρχαν πριν την κρίση σε 8 χρόνια, με βάση προβλέψεις του ΔΝΤ. Πρόκειται ωστόσο για προβλέψεις που πάντα αναθεωρούνται προς το χειρότερο. Καθόλου τυχαίες δεν είναι δηλώσεις πρώην συμβούλων του πρωθυπουργού για μια χαμένη γενιά, δηλαδή για μια ύφεση που θα κρατήσει 15 και 20 χρόνια.

Πολύτιμη βοήθεια σε αυτή την σύγκρουση με τους ξένους πιστωτές μπορεί να προσφέρει η συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που θα ελέγξει τη νομιμότητα του δημόσιου δανεισμού. Η πρόταση είναι για μια επιτροπή που θα συγκροτηθεί από προσωπικότητες διεθνούς κύρους και εκπροσώπους κοινωνικών οργανώσεων η οποία θα υπόκειται ανά πάσα στιγμή στον δημόσιο έλεγχο και θα υποχρεούται να λογοδοτεί. Το πρόσφατο παράδειγμα του Ισημερινού, όπου με τη βοήθεια μιας τέτοιας επιτροπής έγινε δυνατή η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, και μάλιστα του ομολογιακού που θεωρείται και είναι το πιο δύσκολο να ελεγχθεί, υπογραμμίζει τη δυνατότητα να γίνει κάτι αντίστοιχο και στην Ελλάδα. Βοήθεια σε αυτή τη διαδικασία μπορεί να προσφέρει η έννοια του απεχθούς χρέους, του Αλεξάντερ Σακ.

Συχνά αντιτείνεται πως η παύση πληρωμών θα προκαλέσει τη διεθνή απομόνωση της Ελλάδας και τον αποκλεισμό της από τις αγορές. Η πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνει αυτή την κινδυνολογία, γιατί:

Πρώτο, Τόσο η Αργεντινή, όσο και η Ρωσία που προχώρησαν το 2002 και το 1998 αντίστοιχα σε στάση πληρωμών μέσα σε δύο χρόνια ξαναβγήκαν στις αγορές. Η Ελλάδα αντίθετα που δεν κάνει παύση πληρωμών για να μην δυσαρεστήσει τις αγορές παραμένει αποκλεισμένη από τις αγορές και θα συνεχίσει να είναι για πολλά χρόνια ακόμη, όσο θα εφαρμόζεται αυτή η πολιτική.

Δεύτερο, γιατί να θεωρείται αναγκαία η προσφυγή στις αγορές; Στην Ελλάδα η στάση πληρωμών απαλλάσσει τα δημόσια οικονομικά από ένα δυσβάσταχτο άχθος με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται πλέον δανεισμός για να καλυφθούν οι αναγκαίες δημόσιες δαπάνες.

Τρίτο, ακόμη και να χρειάζεται μια χώρα πρόσκαιρα δανεισμό γιατί να προσφύγει στον διεθνή και μάλιστα τον ομολογιακό; Τόσο η Κορέα στον Ισημερινό όσο και ο Μοράλες στη Βολιβία προχώρησαν σε συνταγματική τροποποίηση για να μην επιτρέψουν στο μέλλον τον διεθνή δανεισμό, ξέροντας ότι αποτελεί ένα φαινόμενο που αργά ή γρήγορα λαβαίνει διαστάσεις χιονοστιβάδας. Η απάντηση λοιπόν είναι πως και να μπορούμε δεν θα πρέπει να καταφύγουμε ξανά στον διεθνή δανεισμό, γιατί είναι θέμα χρόνου να γίνει υπερχρέωση.

Τέλος, γιατί να χρησιμοποιούνται ηθικοί όροι και κατηγορίες όταν ορθώνεται η προοπτική αθέτησης πληρωμών από ένα κράτος όταν πρέπει να διασφαλίσει τα ύψιστα συμφέροντα των πολιτών του, όπως είναι το δικαίωμα στην εργασία, την παιδεία και την υγεία, τη στιγμή που αντίστοιχες πρακτικές από τον ιδιωτικό τομέα θεωρούνται θεμιτές, όταν διασφαλίζουν τα συμφέροντα των μετόχων;

Την πρόταση αυτή την υποστηρίξαμε και δημόσια πρόσφατα με αφορμή το γύρισμα ενός ντοκιμαντέρ, με τίτλο Χρεοκρατία. Ενώ ακόμη ήμασταν στο στάδιο του μοντάζ τέθηκε το εξής ερώτημα: Τι θα λέγαμε αν η κρίση χρέους ξέσπαγε στην Ελλάδα το 2008; Τι θα προτείναμε δηλαδή για την αντιμετώπιση του χρέους πριν υπάρξει το θετικό και ελπιδοφόρο προηγούμενο του Ισημερινού; Απαντήσαμε σε αυτό το ερώτημα με έναν υπαινιγμό που ακούγεται στο ντοκιμαντέρ και σχετίζεται με την εμπειρία του προέδρου του Ισημερινού από τον ιδιωτικό τομέα στον οποίο θήτευσε πριν ξεκινήσει την ταραχώδη πολιτική πορεία του, στο πλαίσιο της οποίας πριν γίνει πρόεδρος παραιτήθηκε από υπουργός Οικονομικών αρνούμενος να λειτουργεί ως υπάλληλος του ΔΝΤ. Θα αντιτείναμε λοιπόν το εξής: Ως γνωστόν με βάση τις θεμελιώδεις ιδεολογικές παραδοχές των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, ο ιδιωτικός τομέας αποτελεί το πιο πρωτότυπο εργαστήριο καινοτομίας και αναξιοκρατίας, παραγωγικότητας και διαφάνειας ενώ από την άλλη ο δημόσιος τομέας αποτελεί φυτώριο οκνηρίας και διαφθοράς, υπόδειγμα απαρχαιωμένων μεθόδων διοίκησης και οργάνωσης. Ας εφαρμόσουμε λοιπόν τις μεθόδους που χρησιμοποιεί ο ιδιωτικός τομέας στα δημόσια οικονομικά και δη το δημόσιο χρέος. Ας προχωρήσουμε σε audit, σε λογιστικό έλεγχο του δημόσιου χρέους. Γιατί λογιστικοελεγκτικές εταιρείες όπως η PriceWaterhouse Coopers κρίνονται επαρκείς για να καταρτίσουν τη σύνταξη των νέων συλλογικών συμβάσεων στις ΔΕΚΟ, γιατί άλλες όπως η Ernst & Young, η KPMG και η Grant Thornton κρίνονται αρμόδιες να καταρτίσουν το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 201 – 2015 και όχι για να μεταφέρουν το κατ’ εξοχήν αντικείμενό τους, που είναι ο λογιστικός έλεγχος, στο δημόσιο χρέος;

Οι παραπάνω προτάσεις για αθέτηση πληρωμών, έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ κ.λπ. δεν συνιστούν μια εύκολη διέξοδο. Συνεπάγονται κοινωνικό κόστος. Αυτό όμως το κόστος είναι απείρως μικρότερο από το κόστος που καταβάλλεται σήμερα με αντάλλαγμα ένα αβέβαιο αν όχι χειρότερο μέλλον, δεν είναι αντιδημοκρατικά κατανεμημένο όπως συμβαίνει σήμερα που το βάρος της εσωτερικής υποτίμησης καταβάλουν οι εργαζόμενοι και το σημαντικότερο, δεν ισοδυναμεί με κοινωνική οπισθοδρόμηση, όπως σηματοδοτούν τα κλεισίματα δημόσιων νοσοκομείων, σχολείων και πανεπιστημιακών σχολών.

Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

Παύσεις πληρωμών και απεχθές χρέος: Κανόνας και όχι εξαίρεση (Ουτοπία, Μάρτης Απρίλης 2011)

Χωρίς πρόσφατο προηγούμενο σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο είναι η κρίση χρέους που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη, όπως εμφανίστηκε με τα ασυνήθιστα υψηλά επιτόκια που έπρεπε να πληρώσουν χώρες όπως η Ελλάδα αρχικά και στη συνέχεια η Ιρλανδία, η Πορτογαλία κ.α. για να αντιμετωπίσουν τις δανειακές τους ανάγκες. Παρά τη σφοδρότητα της ωστόσο η τρέχουσα κρίση δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία.

Οι απαρχές της εντοπίζονται στην κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70 όταν η πτώση του ποσοστού κέρδους σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου ταχύρυθμης ανάπτυξης. Έκτοτε όλες οι προσπάθειες που έγιναν για να ξεπερασθεί η κρίση (νεοφιλελευθερισμός τη δεκαετία του ’80, καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και «Νέα οικονομία» τη δεκαετία ’90 και πιστωτική επέκταση στη συνέχεια) ως αναγκαίο συνοδευτικό μαζί με την αφαίρεση εργατικών δικαιωμάτων και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους είχαν τον περιορισμό της φορολογίας του κεφαλαίου[1]. Η πιο οφθαλμοφανής αιτία επομένως της τρέχουσας δημοσιονομικής κρίσης έγκειται στην μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους, μέσω της μείωσης των συντελεστών, που με αυτό τον τρόπο υποστηρίζει την καπιταλιστική κερδοφορία. Περαιτέρω, η κρίση χρέους ήρθε ως αποτέλεσμα δύο επιπλέον αιτιών: Πρώτο, της εντεινόμενης ύφεσης που επέφερε μια φυσιολογική μείωση στα κρατικά έσοδα λόγω της συρρίκνωσης του κύκλου εργασιών και του ΑΕΠ. Δεύτερο, της χρόνιας απίσχνασης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού στο πλαίσιο της ΕΟΚ αρχικά και της ευρωζώνης στη συνέχεια, που σε κάθε κλάδο κατέληγε προς όφελος των γερμανικών μονοπωλίων. Προς διάψευση μάλιστα θεωριών του διεθνούς εμπορίου που υποστηρίζουν την ύπαρξη αμοιβαίων ωφελειών. Η ταχύτητα με την οποία μεταδόθηκε η κρίση σε όλες τις χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, δημιουργώντας σε λίγους μήνες μια δεύτερη ταχύτητα αποτελούμενη από την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία και το Βέλγιο, έφερε στην επιφάνεια τις ανταγωνιστικές σχέσεις που εξ αρχής διαπερνούσαν την δημιουργία της, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση ότι η νομισματική ενοποίηση θα λειτουργούσε εις βάρος των κεφαλαίων με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα στον βαθμό που έχαναν το μέσο τη ανταγωνιστικής υποτίμησης που διέθεταν.

Η μορφή που προσέλαβε η τρέχουσα κρίση έθεσε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα του δημόσιου χρέους με έναν τρόπο που ποτέ άλλοτε δεν είχε τεθεί τον τελευταίο μισό αιώνα στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. 

Λερναία ύδρα το δημόσιο χρέος 

Η έκρηξη του δημόσιου χρέους και οι συνακόλουθες αθετήσεις πληρωμών (default) υπερχρεωμένων χωρών τελευταία φορά που εμφανίστηκαν ήταν την δεκαετία του ’80, σε ένα ολότελα διαφορετικό από το σημερινό πλαίσιο όμως καθώς δεν αφορούσαν χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Οι χώρες που επλήγησαν ήταν αυτές της Λατινικής Αμερικής. Ρόλο θρυαλλίδας στην έκρηξη έπαιξε η απόφαση του διοικητή της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, Πολ Βόλκερ, το 1981, στο πλαίσιο της αντιπληθωριστικής πολιτικής της κυβέρνησης Ρόναλντ Ρέιγκαν, να αυξήσει τα αμερικανικά επιτόκια στο επίπεδο του 21%! Ως αποτέλεσμα τα χρέη που είχαν συνάψει με ονομαστικό επιτόκιο οι περισσότερες λατινοαμερικανικές χώρες (απορροφώντας τα πλεονάζοντα κέρδη των πετρελαιοπαραγωγικών χωρών της δεκαετία του ’70) σύντομα έγιναν απλώς …μη εξυπηρετήσιμα. Τα δε κράτη που τα ανέλαβαν  βυθίστηκαν σε μια υπερεικοσαετή δίνη φτώχειας και ερήμωσης, η οποία επιδεινώθηκε από την λύση που επέβαλλαν οι ΗΠΑ προς τις λατινοαμερικανικές χώρες με την έκδοση των «ομολόγων Μπρέιντι», που πήραν το όνομά τους από τον αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Νίκολας Μπρέιντι. Το σχέδιο του, που αποδείχθηκε δηλητηριασμένο φρούτο για τις λατινοαμερικανικές χώρες καθώς δεν τις έβγαλε από τη δίνη της υπερχρέωσης, προέβλεπε την μείωση του χρέους κατά ένα ποσοστό της τάξης του 20%.

Τα δάνεια που δίνονταν αφειδώς προς τις αναπτυσσόμενες τότε χώρες επενδύονταν ιδεολογικά από ένα περίβλημα που τόνιζε πως το μόνο που στερούνταν οι εν λόγω χώρες για να υπερβούν οριστικά την υπανάπτυξη ήταν τα χρηματικά κεφάλαια, δοθέντος ότι εργατικά χέρια και πρώτες ύλες ήταν σε αφθονία. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο το εξωτερικό χρέος, από οδό διαφυγής, να μετατραπεί στη συνέχεια σε ένα ασήκωτο βαρίδι για τις αναπτυσσόμενες χώρες και αιτία εδραίωσης της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στο εσωτερικό τους. Υπολογίζεται, ενδεικτικά, πως το χρέος των αναπτυσσομένων χωρών από 70 δισ. δολ. το 1970 αυξήθηκε σε 540 δισ. δολ. το 1980 και το 2006 είχε ανέλθει σε 2,8 τρισ. δολ. έχοντας αυξηθεί 40 φορές σε 35 χρόνια. Εκτιμάται επίσης ότι ο Νότος από το 1980 μέχρι το 2005 για να αποπληρώσει τα κεφάλαια που είχε αρχικά δανειστεί κατέβαλε 5,8 τρισ. δολ ΗΠΑ, ποσό που είναι 60 φορές μεγαλύτερο από το Σχέδιο Μάρσαλ. Έτσι το χρέος μετατράπηκε από αποικιακό σε νεοαποικιακό εργαλείο κυριαρχίας (AAJ, 2006).

«Νομίζει κανείς ότι επαναλαμβάνεται η ιστορία της Λερναίας Ύδρας. Όσο περισσότερο πληρώναμε, τόσο περισσότερο μεγάλωνε το χρέος μας». Η φράση αυτή δεν ανήκει σε κάποιον πολιτικό ηγέτη της Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής αλλά στον Νίκο Μπελογιάννη! Έτσι σχολιάζει την εκθετική αύξηση των υποχρεώσεων της Ελλάδας προς τους ξένους δανειστές της τον 19ο και 20ο αιώνα. «Το καταπληκτικό όμως συμπέρασμα είναι ότι δανειστήκαμε και στις τρεις περιόδους (1821-1893, 1893-1922 και 1922-1932) 1.997 εκατομμύρια χρυσά φράγκα και για την εξόφλησή τους πληρώσαμε σε τοκοχρεολύσια πολύ περισσότερα, δηλαδή 2.204 εκ. χρυσά φράγκα. Με βάση τους αριθμούς τούτους, ένας αμύητος θα νόμιζε ίσως ότι έπρεπε να ‘χουμε περίπου ξοφλήσει τους λογαριασμούς μας με τους ξένους κεφαλαιούχους, ενώ … τους χρωστάμε ακόμη πάνω από 2 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα, δηλαδή, πιο πολλά απ’ όσα μας έδωσαν» (Μπελογιάννης, 2010).

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στη σύγχρονη Ελλάδα, σήμερα. Όσο μεγαλύτερες θυσίες κάνουν οι εργαζόμενοι, αποχαιρετώντας ασφαλιστικά, εργασιακά και μισθολογικά τους δικαιώματα τους δικαιώματα για να εξυπηρετηθεί το δημόσιο χρέος, χωρίς φυσικά να έχουν συναινέσει, τόσο αυτό αυξάνεται με φρενήρεις ρυθμούς. Τα μεγέθη είναι εντυπωσιακά: Από το 1992 μέχρι και το 2010 οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης (δηλαδή, το σύνολο τόκων, χρεολυσίων και παράλληλων δαπανών) ανήλθε σε 462,49 δισ. ευρώ. Συμπεριλαμβανομένων και των εξοφλήσεων βραχυπρόθεσμων τίτλων που από το 2003 έως το 2010 ανήλθαν σε 132,94 δισ. ευρώ οι φορολογούμενοι στην Ελλάδα κατέλαβαν 595,43 δισ. ευρώ (Υπουργείο Οικονομικών, 2010). Τα χρήματα που έχουν δοθεί επομένως αυτή την εικοσαετία είναι σχεδόν 2 φορές η αξία του χρέους και για την ακρίβεια 1,7. 

 «Απεχθές χρέος» 

Δεδομένου του νομικά δεσμευτικού χαρακτήρα που χαρακτηρίζει τις σχέσεις των πιστωτών (τράπεζες, κράτη, κάτοχοι ομολόγων, θεσμικοί επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία, κ.α.) με τις υπερχρεωμένες χώρες – σχέσεις που σε κάθε περίπτωση διασφαλίζουν και αναπαράγουν ιμπεριαλιστικά και ταξικά συμφέροντα – έγκαιρα αναζητήθηκαν μορφές και τρόποι απαλλαγής από το άχθος του εξωτερικού δανεισμού. Η φόρμουλα που έκανε νωρίς την εμφάνισή της στο διεθνές δίκαιο παρέχοντας μέχρι και σήμερα ένα πολύτιμο εργαλείο στην πάλη κατά των πιστωτών περιγράφεται από τη ρήτρα του «απεχθούς χρέους» (odious debt). Ο όρος εισήχθη πρώτη φορά από τον ρωσικής καταγωγής διακεκριμένο νομικό Αλεξάντερ Ναούμ Σακ. Περιγράφεται δε ως εξής: 

«Αν ένα δεσποτικό καθεστώς συνάπτει ένα χρέος όχι για τις ανάγκες ή προς το συμφέρον του κράτους, αλλά για να ενδυναμώσει το δεσποτικό του καθεστώς, να καταπιέσει τον πληθυσμό που μάχεται εναντίον του, κ.α., αυτό το χρέος είναι απεχθές για τον πληθυσμό όλου του κράτους.

Αυτό το χρέος δεν αποτελεί υποχρέωση του έθνους, είναι χρέος του καθεστώτος, ένα προσωπικό χρέος της εξουσίας που το έχει συνάψει, κατά συνέπεια λύνεται με την πτώση αυτής της εξουσίας.

Ο λόγος για τον οποίο αυτά τα «απεχθή» χρέη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνουν την επικράτεια του κράτους, είναι ότι αυτά τα χρέη δεν πληρούν μία από τις συνθήκες που καθορίζουν τη νομιμότητα των χρεών του κράτους, δηλαδή: τα χρέη του κράτους πρέπει να συνάπτονται και τα κεφάλαια απ’ αυτά να χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες και προς το συμφέρον του κράτους.

“Απεχθή” χρέη συνάπτονται και χρησιμοποιούνται για σκοπούς οι οποίοι, εις γνώση των πιστωτών, αντιβαίνουν στα συμφέροντα του έθνους, δεν συμβιβάζονται με το τελευταίο – στην περίπτωση που ένα έθνος πετύχει να απαλλαγεί από μια κυβέρνηση που τα σύναψε – με εξαίρεση το βαθμό που αποκτήθηκαν πραγματικά προτερήματα από αυτά τα χρέη. Οι πιστωτές έχουν διαπράξει μια εχθρική πράξη προς τον πληθυσμό, δεν μπορούν επομένως να περιμένουν πως ένα έθνος απελευθερωμένο από μια δεσποτική εξουσία αναλαμβάνει τα «απεχθή» χρέη, που είναι προσωπικά χρέη αυτής της εξουσίας.

Ακόμη κι όταν μια δεσποτική εξουσία, αντικαθίσταται από κάποια άλλη, όχι λιγότερο δεσποτική ή καθόλου περισσότερο ευαίσθητη απέναντι στη βούληση του λαού, τα «απεχθή» χρέη της εκλιπούσης εξουσίας δεν είναι καθόλου λιγότερο προσωπικά τους χρέη και δεν αποτελούν υποχρέωση της νέας εξουσίας…

Κάποιος θα μπορούσε επίσης να συμπεριλάβει σε αυτή την κατηγορία τα χρέη που συνάφθηκαν από μέλη της κυβέρνησης ή από άτομα ή ομάδες συνδεδεμένα με την κυβέρνηση για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα πρόδηλα προσωπικά – συμφέροντα που είναι άσχετα με τα συμφέροντα του κράτους» (Sack, 1927). 

Πρακτικά λοιπόν τρεις προϋποθέσεις έθεσε ο Αλεξάντερ Σακ για να χαρακτηρισθεί ένα δημόσιο χρέος ως απεχθές και στη συνέχεια να μην πληρωθεί: Πρώτο, έλλειψη συμφέροντος, δηλαδή να μην εξυπηρετεί τις ανάγκες ή τα συμφέροντα του κράτους, δεύτερο, έλλειψη συναίνεσης, δηλαδή να συνάφθηκε από μια εξουσία που δεν έχαιρε λαϊκής νομιμοποίησης και τρίτο, άγνοια των πιστωτών δηλαδή, οι προηγούμενοι όροι να μην ήταν σε γνώση των πιστωτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει πως στη συνέχεια και άλλοι έγκριτοι θεωρητικοί του δικαίου υποστήριξαν την ιδέα του «απεχθούς χρέους». Σε μια μάλιστα περίπτωση η έννοια του δικτατορικού καθεστώτος διευρύνθηκε συμπεριλαμβάνοντας κι άλλες περιπτώσεις αυταρχικών καθεστώτων που δεν χαίρουν λαϊκής νομιμοποίησης (Feilchenfeld, 1931). Συμβολή ιδιαίτερα χρήσιμη για την Ελλάδα. 

Άρνηση πληρωμής απεχθούς χρέους 

Η συνεισφορά του Σακ στο διεθνές δίκαιο για το απεχθές χρέος και άλλες παρεμφερείς έννοιες (παράνομο, μη νομιμοποιημένο) δεν γεννήθηκε όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Αντίθετα αποτέλεσε την θεωρητική γενίκευση της ετυμηγορίας σημαντικών προγενέστερων διεθνών νομικών αντιδικιών που δοκίμασαν και υπερέβησαν τα ως τότε όρια της ερμηνείας του διεθνούς και πιστωτικού δικαίου. Η θεωρία του Σακ δηλαδή, με έναν θεωρητικά τολμηρό και πρωτότυπο τρόπο, αποτέλεσε τομή για την εποχή της, ενσωματώνοντας στο δίκαιο πρακτικές που επέβαλλε πρώτα ο ανερχόμενος αμερικανικός ιμπεριαλισμός, ανατρέποντας καθιερωμένους θεσμούς και ερμηνείες που εξυπηρετούσαν το προηγούμενο στάτους κβο.

Το πρώτο, με χρονολογική σειρά, περιστατικό σχετίζεται με την 14η Τροποποίηση που ενσωματώθηκε στο αμερικανικό Σύνταγμα, μετά τον εμφύλιο πόλεμο και την ήττα των Νοτίων. Όπως αναφέρεται στην 4η παράγραφο «ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε κάποιο άλλο κράτος θα αναλάβει ή θα πληρώσει οποιοδήποτε χρέος ή υποχρέωση που αναλήφθηκε προς βοήθεια της εξέγερσης ή της επανάστασης εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών … όλα αυτά τα χρέη, οι υποχρεώσεις και οι διεκδικήσεις θα πρέπει να χαρακτηρισθούν παράνομες και άκυρες».

Το δεύτερο περιστατικό συμβαίνει στην αμερικανική ήπειρο, νότια όμως του Ρίο Γκράντε. Αποτελεί δε την πρώτη περίπτωση όπου εφαρμόζεται η ρήτρα του απεχθούς χρέους αφορώντας διεθνή δάνεια. Το 1883 συγκεκριμένα, 16 χρόνια μετά την πτώση του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, η κυβέρνηση του Μεξικού υπό τη ηγεσία του προέδρου Χουάρες ακύρωσε όλα τα χρέη που είχε αναλάβει ο αυτοκράτορας, με το σκεπτικό ότι τα επιτόκια ήταν αδικαιολόγητα υψηλά και επίσης, ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος του λαού. Αξίζει να τονίσουμε ότι ο Σακ το περιγράφει ως απεχθές χρέος, παρότι ο Μαξιμιλιανός είχε τη νόμιμη εξουσία στο Μεξικό.

Στη νότια Αμερική αναφέρεται το τρίτο περιστατικό όπου μια κυβέρνηση κατοχύρωσε το δικαίωμά της να μην πληρώσει διεθνές χρέος προς ξένους πιστωτές. Το 1789 ειδικότερα αφού η Χιλή κατέλαβε την περιοχή Ταραπάκα του Περού δικαιώματα που έχουν κατοχυρώσει στην περιοχή διεθνείς πιστωτές, μεταξύ των οποίων Αμερικάνοι και Βρετανοί, δεν έγιναν σεβαστά και με τη συνθήκη ειρήνης του 1883 η κυβέρνηση της Χιλής αποποιήθηκε κάθε ευθύνης.

Το χαρακτηριστικότερο περιστατικό «απεχθούς χρέους» είχε πρωταγωνιστή και πάλι τις ΗΠΑ. Αυτή τη φορά όμως αφορούσε τους διεθνείς λογαριασμούς της και συγκεκριμένα τα χρέη που είχε αναλάβει η αποικιακή Ισπανική διοίκηση εξ ονόματος της Κούβας. Μετά τον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο του 1898 και την κατάληψη της Κούβας η Ουάσινγκτον αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη της ισπανικής αποικιοκρατίας. Γιατί, όπως υποστήριξε η αμερικανική αντιπροσωπεία στο συνέδριο που οργανώθηκε στο Παρίσι όπου υπογράφηκε στις 10 Δεκέμβρη 1898 και η συνθήκη ειρήνης τα χρέη αυτά «επιβλήθηκαν στον λαό της Κούβας χωρίς τη συναίνεση του και με τη δύναμη των όπλων».

Η στάση των ΗΠΑ ενέπνευσε δύο χρόνια αργότερα και την Μεγάλη Βρετανία. Αφορμή στάθηκε η στρατιωτική της νίκη επί της Δημοκρατίας των Μπόερς. Η Μεγάλη Βρετανία αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη τους υποστηρίζοντας ότι με αυτά χρηματοδοτήθηκε ο πόλεμος εναντίον της.

Η αρχή του «απεχθούς χρέους» βρήκε εφαρμογή και στη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, με την οποία τερματίστηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Αυτό έγινε μέσω της άρνησης της Επιτροπής Επανορθώσεων να επιμερίσει στην Πολωνία χρέη που είχαν αναλάβει οι κυβερνήσεις της Πρωσίας και της Γερμανίας με σκοπό πολίτες γερμανικής εθνικότητας να αγοράσουν εκτάσεις γης όπου κατοικούσαν. Στο άρθρο 254 αναφέρεται συγκεκριμένα πως η Πολωνία εξαιρούταν από τον επιμερισμό αυτών των δανείων «τα οποία κατά τη γνώμη της Επιτροπής Επανορθώσεων οφείλονται στα μέτρα που λήφθηκαν από τις γερμανικές και πρωσικές κυβερνήσεις για τον γερμανικό αποικισμό της Πολωνίας».

Ξεχωριστή σημασία έχει και η περίπτωση της Κόστα Ρίκα εναντίον της τράπεζας Royal Bank of Canada. Δάνειο συγκεκριμένα που είχε χορηγήσει  η εν λόγω τράπεζα στον δικτάτορα της κεντροαμερικάνικης χώρας, Φρεντερίκο Τινόκο, έμεινε απλήρωτο έπειτα από απόφαση που εξέδωσε ο ανώτατος εισαγγελέας των ΗΠΑ, δικαστής Ταφτ. Με βάση την απόφασή του «η συναλλαγή έβριθε προβλημάτων». Πραγματοποιήθηκε δε «σε μια περίοδο κατά την οποία η δημοτικότητα της κυβέρνησης του Τινόκο είχε εξαφανισθεί και όταν το πολιτικό και στρατιωτικό κίνημα που στόχευε στην ανατροπή της κέρδιζε έδαφος».

Το παράδειγμα των ΗΠΑ με την Κούβα και της Μεγάλης Βρετανίας με τη Δημοκρατία των Μπόερς, το επικαλέστηκε το 1938 η χιτλερική Γερμανία, με αφορμή την προσάρτηση της υπερχρεωμένης Αυστρίας. Το Βερολίνο αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη της Αυστρίας υποστηρίζοντας ότι ανάληψή τους έγινε ενάντια στα συμφέροντα του κράτους.

Το άρθρο 254 της Συνθήκης των Βερσαλλιών χρησιμοποιήθηκε και στη συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε το 1947 με την Ιταλία. Πρόκειται για τις «νομικές συνέπειες της ειρήνης», για να παραφράσουμε τον τίτλο του εύστοχου και προνοητικού έργου του Τζον Μέιναρντ Κέινς, Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης, που γράφτηκε το 1919 καυτηριάζοντας τις εξοντωτικές ποινές που επιβλήθηκαν στη Γερμανία. Η Γαλλο-ιταλική επιτροπή συμφιλίωσης συμφώνησε πως «χρέη που συνάφθηκαν από το διάδοχο κράτος για πολεμικούς σκοπούς, ή για το σκοπό της επέκτασης σε εδάφη τα οποία πρώτα προσαρτήθηκαν και στη συνέχεια απελευθερώθηκαν δεν μπορούν να δεσμεύουν το διάδοχο κράτος ή αυτό που αποκαθιστά την κυριαρχία του».

Δύο ακόμη πολύ πρόσφατα περιστατικά όπου έγινε χρήση της ρήτρας περί απεχθούς χρέους βεβαιώνουν την δυνατότητα χρησιμοποίησής της ακόμη και σήμερα στο πλαίσιο των περίπλοκων διεθνών οικονομικών ανταλλαγών. Το πρώτο περιστατικό σχετίζεται με την απόφαση δίωξης που εξέδωσε ο ομοσπονδιακός δικαστής της Αργεντινής Τ. Μπαλεστέρος, έπειτα από προσφυγή του δικηγόρου και δημοσιογράφου Αλεχάνδρο Όλμος το 1982, εναντίον των υπευθύνων για την υπερχρέωση του κράτους την περίοδο της δικτατορίας. Η «απόφαση Όλμος» συνιστά τομή γιατί καταλογίζει συγκεκριμένες ευθύνες σε πολυμερείς πιστωτικούς οργανισμούς, όπως το ΔΝΤ και η Διαμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα και ακόμη σε ιδιώτες πιστωτές του Βορρά.

Το δεύτερο περιστατικό αφορά την απόφαση της κυβέρνησης της Νορβηγίας στις 2 Μαρτίου 2007 να ακυρώσει χρέη που είχαν αναλάβει αναπτυσσόμενες χώρες την περίοδο 1976 – 1980 έναντι της σκανδιναβικής χώρας, στο πλαίσιο εξαγωγικών πιστώσεων. Ειδικότερα η Νορβηγία εφαρμόζοντας ένα επιθετικό πρόγραμμα στήριξης της ναυπηγικής της βιομηχανίας στο εξωτερικό επιβάρυνε μια σειρά από κράτη, κυρίως, του Νότου με δάνεια τα οποία αναγνώρισε στη συνέχεια ότι δεν είχαν καμία θετική επίδραση στην οικονομική τους ανάπτυξη. Η παραγραφή αυτών των χρεών παρότι έγινε με την ρητή επισήμανση ότι δεν πρόκειται για «μη νομιμοποιημένα» δάνεια, έτσι ώστε να μην δημιουργηθεί νομικό προηγούμενο που θα δώσει νέα ερείσματα στον αγώνα των λαών για παραγραφή του εξωτερικού τους χρέους, δημιουργεί προηγούμενο καθώς απονομιμοποιείται το χρέος και εξετάζεται το όφελος του δανειολήπτη. Παρά μάλιστα το γεγονός ότι οι συμβάσεις δεν είχαν νομικά τίποτε το μεμπτό.

Και στις ένδεκα παραπάνω περιπτώσεις τα κρατικά χρέη προς διεθνείς πιστωτές αμφισβητήθηκαν ή παραγράφηκαν με επίσημο τρόπο κάτω από την επίκληση της έννοιας του «απεχθούς χρέους» ή χρησιμοποιώντας μόνο το περιεχόμενό της για να μην δημιουργηθεί νομικό προηγούμενο. Όλα αυτά τα χρόνια ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που η ρήτρα του Σακ επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί σε περιόδους μετάβασης και ανατροπής καθεστώτων, μέχρι που επικράτησαν «ωριμότερες» σκέψεις. Ξεχωρίζουν δύο περιπτώσεις: Στην Αιθιοπία και το Ιράκ.

Στην Αιθιοπία το φιλοαμερικανικό καθεστώς που ανέλαβε την εξουσία μετά την ανατροπή του φιλοσοβιετικού επιδίωξε να μην πληρώσει τα χρέη του προς την Μόσχα υποστηρίζοντας ότι «αυτά ήταν χρήματα που δόθηκαν στο παλιό καθεστώς για να μας σκοτώνει». Το νόμο και την τάξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος ανέλαβε να επιβάλλει το ίδιο το ΔΝΤ απαιτώντας από την Αιθιοπία να ξεπληρώσει τα χρέη της, διαφορετικά απειλήθηκε ότι θα αποκοβόταν, με ευθύνη του ίδιου του ιμπεριαλιστικού οργανισμού, από κάθε μελλοντική δανειοδότηση[2].

Η μεγάλη ανατριχίλα που προκαλεί στο διεθνές πιστωτικό σύστημα η έννοια του «απεχθούς χρέους» δεδομένου ότι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της παραγραφής χρεών και δημιουργεί νομικά προηγούμενα και παραδείγματα προς μίμηση φάνηκε πεντακάθαρα με την περίπτωση του Ιράκ (Adams, 2004). Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους μετά την στρατιωτική τους επιτυχία με την κατάληψη του Ιράκ την άνοιξη του 20043 θέλησαν να ολοκληρώσουν την επιτυχία τους τιμωρώντας και σε οικονομικό επίπεδο τους ανταγωνιστές τους που στήριζαν επί χρόνια το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Έτσι άρχιζαν να ωριμάζουν σκέψεις να μην πληρωθεί το χρέος του προηγούμενου καθεστώτος, το οποίο στη συντριπτική του πλειοψηφία προερχόταν από διμερή δάνεια που είχε υπογράψει με την Ιαπωνία, τη Ρωσία, τη Γαλλία και την Γερμανία. Όλη η επιχειρηματολογία όμως ρητά ή άρρητα παρέπεμπε στα «απεχθή χρέη». Η συζήτηση κόπηκε απότομα από αυτούς που την ξεκίνησαν για να μην ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και ακολουθήσει ένα ντόμινο ανάλογων διεκδικήσεων. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μαρκ Μέντις αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ στους New York Times σε άρθρο με τίτλο Make Baghdad pay στις 4 Νοέμβρη 2003 για το ενδεχόμενο χαρακτηρισμού μέρους του χρέους του Ιράκ ως απεχθούς ότι «θα ήταν κακό για το Ιράκ και θα δημιουργούσε ένα καταστροφικό προηγούμενο για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Για να ομαλοποιήσει τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές του σχέσεις το Ιράκ θα πρέπει να σεβαστεί μια από τις βασικές αρχές του δικαίου: οι συμφωνίες πρέπει να πληρούνται. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση οι αγορές δεν μπορούν να λειτουργήσουν». Η λύση τελικά που δόθηκε περιελάμβανε τη σοβαρή μείωση του εξωτερικού χρέους του Ιράκ (υπό τον όρο της υλοποίησης μιας σειράς πολιτικών προϋποθέσεων) μέσω όμως των διεθνώς …αποδεκτών διαδικασιών: Της έγκρισης του Κλαμπ του Παρισιού όπου διευθετούνται διαφορές που σχετίζονται με διακρατικά δάνεια και του Κλαμπ του Λονδίνου, που έχει την ευθύνη για την επίλυση των διαφορών σχετικά με εμπορικά δάνεια μεταξύ ιδιωτών.

Αντίθετα με την κατοχική κυβέρνηση του Ιράκ, που ανέθεσε στον ιμπεριαλισμό την παραγραφή μέρους του δημόσιου χρέους της, η κυβέρνηση της Παραγουάης προχώρησε στην αθέτηση πληρωμών μονομερώς και ερχόμενη σε σύγκρουση με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, με προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 26 Αυγούστου 2005 (υπ. αρ. 2695) η κυβέρνηση της Παραγουάης χαρακτήρισε τα χρέη που είχε αναλάβει η δικτατορία του Αλφρέντο Στρέσνερ παράνομα και κοινοποίησε έτσι προς τους διεθνείς πιστωτές και ειδικότερα τους ελβετούς τραπεζίτες την πρόθεσή της να μην τα εξυπηρετήσει. Αυτή μάλιστα την απόφαση την παρουσίασε ο πρόεδρος της Παραγουάης και ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 3 Οκτώβρη 2005. 

Ορισμένες γενικές παρατηρήσεις  

Με βάση τα παραπάνω συγκεκριμένα παραδείγματα φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετά περιστατικά παύσης πληρωμών και μη εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους από την πρόσφατη ιστορία.

Δεν είναι όμως μόνο τα προηγούμενα παραδείγματα. Στην ιστορία του καπιταλισμού, με βάση μια εξαντλητική μελέτη της οικονομικής ιστορίας στην οποία προχώρησαν δύο εξέχοντες οικονομολόγοι (Reinhart, C. & Rogoff, K., 2009) οι οποίοι όχι μόνο εκφράζουν το κυρίαρχο ρεύμα αλλά ο δεύτερος ήταν επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ[3], διαπιστώνεται ότι «η τρέχουσα περίοδος κατά την οποία γίνονται σεβαστές οι δανειακές υποχρεώσεις απέχει πολύ από το να αποτελεί κανόνα»! Οι συγγραφείς, μελετώντας την περίοδο 1800-2009, κατέγραψαν περισσότερα από 250 περιστατικά αθέτησης πληρωμών στο εξωτερικό και 68 στο εσωτερικό των υπό μελέτη χωρών. Στην έρευνά τους υπάρχει ένα ακόμη πιο πολύτιμο συμπέρασμα. Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι κεντρική σημασία έχει «η βούληση και όχι η ικανότητα πληρωμής» μελετώντας την ιστορία. Κατά συνέπεια παύση πληρωμών δεν γίνεται μόνο λόγω ανάγκης, όταν ένα κράτος συνειδητοποιεί ότι αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα χρέη του, αλλά τις περισσότερες φορές συνέβη επειδή απλώς επέλεγε για πολιτικούς ή άλλους λόγους να μην τα εξυπηρετήσει. Ακόμη κι έτσι όμως τονίζουν οι συγγραφείς «και οι πιο φημισμένες περιπτώσεις πλήρους αθέτησης πληρωμών κατέληξαν σε μερική αποπληρωμή, αν και συχνά αντιπροσώπευε ένα μικρό μέρος και πολλές δεκαετίες αργότερα. Η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία αρνήθηκε να αποπληρώσει τα τσαρικά δάνεια το 1918 αλλά όταν η Ρωσία τελικά επανήλθε στις αγορές κεφαλαίου 69 χρόνια αργότερα όφειλε να διαπραγματευτεί μια συμβολική τιμή για το χρέος που είχε αθετήσει» (όπ.π).

Οι συγγραφείς μάλιστα ανοίγουν εκ νέου μια παλιά αντιπαράθεση που αφορά τις συνέπειες από την αθέτηση πληρωμών. Μέχρις στιγμής τα παραδείγματα βοούν πως περίπτωση αποκλεισμού από τις αγορές δεν υφίσταται, μετά από μονομερή παύση πληρωμών και επαναδιαπραγμάτευση του χρέους μέσω της έκδοσης νέων ομολόγων σημαντικά υποτιμημένων με τα οποία ανταλλάσσονται τα παλιά (Λαπαβίτσας, 2010). Τόσο το παράδειγμα της Ρωσίας το 1999 όσο και της Αργεντινής το 2001 βεβαιώνουν πως οι αγορές κεφαλαίου έχουν μνήμη χρυσόψαρου, χώρια που δεν αποτελούν μονόδρομο για την άντληση κεφαλαίων εάν και εφ όσον ο δανεισμός είναι αναγκαίος. Μια, και τις περισσότερες φορές τα ποσά που εξοικονομούνται από την παύση της εξυπηρέτησης των πιστωτών αποδεικνύεται ότι αρκούν για να χρηματοδοτηθούν οι πραγματικές ανάγκες της χώρας. Ακόμη όμως και αν δεν αρκούν παραμένει ως εναλλακτική λύση η δυνατότητα των διμερών δανείων με ευνοϊκούς όρους από φιλικά καθεστώτα.

Παρότι ωστόσο η πραγματικότητα βεβαιώνει για το αντίθετο, το επιχείρημα των αρνητικών συνεπειών και του ενδεχόμενου αποκλεισμού από τις αγορές και η σχετική κινδυνολογία έρχεται ξανά και ξανά σε θεωρητικό επίπεδο (Eaton 1981, Μελάς 2010, κ.α.). Η απάντηση που προέρχεται μάλιστα από το ορθόδοξο ρεύμα υποστηρίζει με λίγα λόγια ότι οι εθνικές οικονομίες δεν αποτελούν …πυραμίδες. Μια οικονομία δεν αποπληρώνει τα δάνειά της για να συνάψει νέα (Reinhart, C. & Rogoff, K., 2009). Επιπλέον ξεφεύγοντας από συναισθηματικές αξιολογήσεις και αντιδράσεις (που δεν επιβεβαιώνονται μάλιστα από την πραγματικότητα) τι πιο ορθολογικό από μια ψυχρή ανάλυση της συνάρτησης κόστους – της παύσης πληρωμών – και ωφέλειας – της εξυπηρέτησης του χρέους (Krugman, P. & Obstfeld, M. 1995). Αναφέρουν συγκεκριμένα οι δύο τελευταίοι αμερικάνοι οικονομολόγοι: 

«Το όφελος που προκύπτει από τη διακοπή των πληρωμών συνίσταται στο ότι ο οφειλέτης δεν καταβάλει τους τόκους και τα χρεολύσια για το χρέος του. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσό που οφείλει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο είναι το όφελός του από την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του έναντι των πιστωτών. Εκτός όμως από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που αυξάνουν το όφελος από την άρνηση της εξόφλησης του χρέους. Ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι το επίπεδο εισοδήματος της χώρας. Αν το εισόδημα της χώρας είναι υψηλό, τότε μπορεί να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος χωρίς επώδυνες περικοπές στην εγχώρια κατανάλωση και τις επενδύσεις. Όταν, όμως, η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, η συνέχιση της εξυπηρέτησης του χρέους μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στον πληθυσμό και συνεπώς αναταραχές…

Ο οφειλέτης θεωρεί ότι κερδίζει διακόπτοντας την εξυπηρέτηση του χρέους του όταν το όφελος που προκύπτει από αυτή του την ενέργεια υπερβαίνει το κόστος που θεωρεί ότι έχει από την παραβίαση της συμφωνίας του δανείου» (Krugman, P. & Obstfeld, M. 1995). 

Με βάση τα παραπάνω, είναι εμφανές ότι η Ελλάδα έχει κάθε όφελος από την παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αποτελεί και τόσο μακρινό ενδεχόμενο μετά την επίμονη άρνηση του δημοσίου να πληρώσει τους προμηθευτές του, έτσι ώστε να μειώσει στις δαπάνες και να συρρικνώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα. Πριν δούμε τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να υλοποιηθεί η παύση πληρωμών αξίζει να σχολιάσουμε τη δεινή θέση που βρίσκονται τα κυρίαρχα κράτη σε σχέση με τις ιδιωτικές εταιρείες. Ειδικότερα, η δήλωση αδυναμίας πληρωμής των υποχρεώσεων μιας εταιρείας, είναι θέμα απλών υπολογισμών. Αν τα έσοδά της, τωρινά και μελλοντικά, υπολείπονται σημαντικά των υποχρεώσεών της, τότε όλα τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει το πτωχευτικό δίκαιο, το οποίο μάλιστα τα τελευταία χρόνια σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα τείνει να γίνεται όλο και λιγότερο «εκδικητικό» απέναντι στον επιχειρηματία. Η λαμπρή καριέρα δε που έκαναν στη συνέχεια στελέχη χρεοκοπημένων επιχειρήσεων σε άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα[4] δείχνει ότι το κεφάλαιο επ’ ουδενί δεν υιοθετεί ούτε απαγγέλλει ηθικές κατηγορίες σε αντίστοιχες περιπτώσεις για διασυρμό ή αμαύρωση της φήμης… Ένα ακόμη παράδειγμα που δείχνει την καλύτερη θέση στην οποία βρίσκεται ο ιδιωτικός τομέας έναντι των κρατών αφορά την ευκολία με την οποία μια επιχείρηση απαλλάσσεται υποχρεώσεων ή δανείων στην περίπτωση που αυτά αναλήφθηκαν για προσωπικό όφελος του διευθυντή της ή των στελεχών τους (Kremer, 2002). Το χρέος στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι εμπίπτει στην κατηγορία του «απεχθούς» δεδομένου ότι δεν συνάφθηκε προς το συμφέρον της επιχείρησης. Όρος μάλιστα που θεωρείται επαρκής ασχέτως του γεγονότος ότι μπορεί να μην συντρέχουν οι άλλοι δύο όροι που έθεσε ο Σακ (ελλιπής νομιμοποίηση, γνώση των πιστωτών). 

Λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους 

Η διαδικασία που αποδείχθηκε κατά πολλαπλούς τρόπους πολύτιμη όλες τις προηγούμενες δεκαετίες για την σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους και την παύση πληρωμών, ήταν ο σχηματισμός Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, με έργο το άνοιγμα των βιβλίων του δημόσιου χρέους. Είναι μια διαδικασία πλήρως συμβατή με την διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1948  που ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να μετέχει στη διεύθυνση των δημοσίων υποθέσεων της χώρας του, είτε άμεσα, είτε μέσω αντιπροσώπων» (άρθρο 21).

Η τεράστια συμβολή της έγκειται στο γεγονός ότι θέτοντας πρωταρχικά το δημοκρατικό αίτημα της διαφάνειας μπορεί να αποτελέσει πόλο συσπείρωσης και όχημα δραστηριοποίησης πολύ ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων σε σχέση με όσους συνειδητοποιούν την ανάγκη παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους. Ο διττός της επίσης χαρακτήρας, το γεγονός δηλαδή ότι απαρτίζεται από εξουσιοδοτημένους τεχνικούς (που με άνωθεν άδεια και μόνο θα αποκτήσουν πρόσβαση) ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και μέσο δραστηριοποίησης κοινωνικών οργανώσεων δίνει τη δυνατότητα πίεσης του κινήματος στο έργο και τον προσανατολισμό της Επιτροπής η οποία με θεσμικό τρόπο θα έρχεται σε επαφή με το κίνημα, συναρτήσει πάντα της δικής του δυναμικής.

Η ανταγωνιστική σχέση που έχει η διαδικασία του λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους καθώς και όσοι την επικαλούνται απέναντι στον ιμπεριαλισμό, το καρτέλ των πιστωτών και τις ενδοτικές κυβερνήσεις αποτυπώνεται με σαφήνεια στην διακήρυξη που εκδόθηκε με αφορμή την δεύτερη συνέλευσή του Jubilee South στις 28 Σεπτέμβρη 2005 στην Αβάνα. Αναφέρεται εκεί: «Θα συνεχίσουμε επίσης να καταγγέλλουμε σθεναρά τη συμμετοχή των κυβερνήσεων του Νότου στη διαιώνιση του προβλήματος του χρέους, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο και φτάνοντας στο σημείο να ξεπουλάνε τα αγαθά των λαών μας. Δεσμευόμαστε να εργαστούμε με όρεξη για να αλλάξουμε τις πολιτικές των κυβερνήσεων του Νότου που θα έπρεπε να καταγγείλουν όλα τα χρέη που απαιτούνται από τις χώρες μας. Και για αυτό θεωρούμε τη εφαρμογή του λογιστικού ελέγχου στο χρέος σαν ένα αποφασιστικό βήμα» (AAJ, 2006).

Ζητούμενο του λογιστικού ελέγχου είναι να απαντηθούν τρία βασικά ερωτήματα: «πόσα χρωστάμε», «σε ποιόν χρωστάμε» και «γιατί χρωστάμε». Μερικές φορές δε και το ερώτημα «χρωστάμε στ’ αλήθεια;» (όπ.π.) Η τεράστια συμβολή του λογιστικού ελέγχου και του χαρακτηρισμού όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του χρέους ως απεχθούς, παράνομου ή μη νομιμοποιημένου δίνει τα απαραίτητα νομικά ερείσματα σε μια κινηματική διαδικασία.

Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα δημιουργίας και επιτυχούς λειτουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (επιτυχούς, υπό την έννοια ότι κατάφερε να μειώσει σημαντικά το δημόσιο χρέος) είναι στον Ισημερινό[5]. Εκεί, η Επιτροπή δημιουργήθηκε από τον πρόεδρο της χώρας Ραφαέλ Κορέα (ο οποίος εκλέχτηκε με βασικό του σύνθημα την παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους) με προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 9 Ιουλίου 2007. Έχει σημασία να γίνουν τέσσερις παρατηρήσεις.

Πρώτο, οι διεθνείς  προσωπικότητες που συμμετείχαν στην Επιτροπή δεν αποτελούσαν κάποια δύναμη επιβολής επάνω στα συμφέροντα της χώρας. Επιλέγηκαν μόνο και μόνο χάρη στην εμπειρία που είχαν όλα τα προηγούμενα χρόνια αντιπαλεύοντας το δημόσιο χρέος. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μεταξύ άλλων συμμετείχαν ο αργεντινός Αλεχάνδρο Όλμος, που είχε στραφεί κατά του χρέους της χούντας της Αργεντινής όπως προαναφέραμε, η βραζιλιάνα Μαρία Λουθία Φατορέλι, επικεφαλής της αντίστοιχης επιτροπής στη χώρα της και ο βέλγος καθηγητής Ερίκ Τουσέν, που έχει πρωτοστατήσει στην πάλη για την παραγραφή του χρέους του Τρίτου Κόσμου. Παρόλα αυτά η Επιτροπή υπαγόταν στην αρμοδιότητα του κράτους. Όλες δε οι τελικές αποφάσεις ελήφθησαν από την κυβέρνηση του Ισημερινού.

Δεύτερο, το πόρισμά της δεν αποτελεί ένα τεχνοκρατικό, πολιτικά ουδέτερο κείμενο (Internal auditing commission for public credit of Ecuador). Αντίθετα όλες οι οικονομικές αποφάσεις αξιολογούνται με πολιτικά κριτήρια και υπό την δραματική εμπειρία του κοινωνικού ολοκαυτώματος του ΔΝΤ. Αντιγράφουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα: 

(Μετά από την παράθεση στοιχείων που δείχνουν τον πολλαπλασιασμό του χρέους προς τις τράπεζες) «αποδεικνείεται ότι το ομολογιακό χρέος δεν ήταν μια πηγή χρηματοδότησης της ανάπτυξης της χώρας, αλλά ένας διεστραμμένος μηχανισμός πλιατσικολογήματος των περιορισμένων πόρων της» (σελ. 15).

«Οι ορθόδοξες πολιτικές περιορισμού στα δημοσιονομικά, τον προϋπολογισμό, τη νομισματική πολιτική και την πιστωτική επέκταση και οι συνεχείς αυξήσεις των επιτοκίων όξυναν τα χρηματοδοτικά προβλήματα των κρατών – οφειλετών. Τα μέτρα και οι όροι που επιβλήθηκαν από το ΔΝΤ, τις υπηρεσίες της Παγκόσμιας Τράπεζας, πολυμερείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα, το Κλαμπ του Παρισιού και άλλους πιστωτές του Εκουαδόρ παραβίασαν βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου όπως την κρατική κυριαρχία, το δικαίωμα στον ελεύθερο αυτο-προσδιορισμό των λαών, την μη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών, το δικαίωμα στην ανάπτυξη και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (Internal auditing commission for public credit of Ecuador, σελ. 24).  

Το τρίτο σημείο, σχετίζεται με την σημασία που έχει το παράδειγμα του Ισημερινού για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης. Το μεγάλο κατόρθωμα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του Ισημερινού ήταν ότι με το πόρισμά της άναψε το πράσινο φως για να σταματήσει η εξυπηρέτηση του 70% του ομολογιακού δημόσιου χρέους και όχι δημόσιου χρέους που είχε αναληφθεί με διμερείς δανειακές συμβάσεις ή κοινοπρακτικά δάνεια. Επομένως οι δυσκολίες που φαίνεται να υπάρχουν από πρώτη ματιά στην διερεύνηση της αγοράς ομολόγων, δεδομένου ότι τέτοιας κατηγορίας είναι το χρέος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, δεν είναι ανυπέρβλητες. Υφίστανται τεχνικές, συσσωρευμένη γνώση και μέσα που μπορούν να ρίξουν φως στην αγορά ομολόγων, αν υπάρχει η αναγκαία πολιτική βούληση.

Το τέταρτο σημείο αφορά τον ιστορικό χαρακτήρα της μεταρρύθμισης που πραγματοποιήθηκε στον Ισημερινό με αφορμή την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, όπως φάνηκε από το δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 ενσωματώνοντας στο σύνταγμα δύο νέα άρθρα, τα υπ. αρ. 290 και 291 που καθορίζουν με ακρίβεια τους όρους υπό τους οποίους οι αρχές στο μέλλον μπορούν να προβούν σε δανεισμό (Toussaint, E. & Millet, D., 2010). Με βάση αυτά τα άρθρα του συντάγματος απαγορεύεται η σύναψη νέων δανείων για να ξεπληρωθούν παλιά. Απορρίπτεται την κεφαλαιοποίηση τόκων και άλλες μορφές ανατοκισμού, που αποτελούν μια συνήθη πρακτική του Κλαμπ του Παρισιού. Προειδοποιεί τους δανειστές πως αν χορηγήσουν δάνεια υπό αμφιλεγόμενους όρους θα αμφισβητηθεί η νομιμότητά τους, κ.α.[6] Κατά συνέπεια δεν επρόκειτο για μια μάχη εντυπώσεων. Επίσης ο λογιστικός έλεγχος και η αποπληρωμή μέρους του χρέους δεν σήμανε μια μικρή παρένθεση στην πολυετή ιστορία υποταγής στις τράπεζες, αλλά μια στρατηγική νίκη του λαού του Ισημερινού έναντι των πιστωτών. 

Απεχθές χρέος α λα ελληνικά, 12 παραδείγματα 

Στην Ελλάδα η παροιμιώδης και χρόνια διαφθορά του αστικού πολιτικού συστήματος (που δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση των όσων συμβαίνουν στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο) διευκολύνει τα μέγιστα για να ξεκινήσει η διαδικασία λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους προς δύο κατευθύνσεις. Ζητούμενο θα είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του να κηρυχθεί απεχθές, παράνομο ή μη νομιμοποιημένο.

Η πρώτη κατεύθυνση θα αφορά το ίδιο το δημόσιο χρέος και τα συστατικά του στοιχεία. Μέχρι σήμερα ελάχιστα είναι γνωστά που κι αυτά αφορούν συνολικά, «εξωτερικά» του γνωρίσματα. Για παράδειγμα σε ότι αφορά την σύνθεσή του, στις 31 Οκτώβρη 2010 το 79,1% απαρτιζόταν από ομόλογα, το 8,2% από κοινοπρακτικά δάνεια, το 8% προερχόταν από τον λεγόμενο Μηχανισμό Στήριξης, το 2,8% από έντοκα γραμμάτια και το 1,9% από δάνεια της Τράπεζας Ελλάδας (υπουργείο Οικονομικών, 2010). Σε ό,τι αφορά τη φυσική του διάρκεια το 45% είναι μακροπρόθεσμο (άνω των 5 ετών), το 44,5% μεσοπρόθεσμο (1 έως 5 έτη) και το 10,5% βραχυπρόθεσμο (μέχρι 1 έτος). Από κει και πέρα τίθενται μια σειρά από ερωτήματα:

Πρώτο, υπό ποιους όρους έγινε η έκδοση κάθε ομολογιακού δανείου, ποια ήταν η αμοιβή των τραπεζών που συμμετείχαν, με ποια κριτήρια επιλέγηκαν αυτές και οι αγορές στις οποίες απευθύνθηκαν.

Δεύτερο, κατά πόσο το επιτόκιο διάθεσης ήταν συμβατό με τους όρους της αγοράς και τα επίπεδα της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Κραυγαλέα περίπτωση παρανομίας και όχι απλώς απεχθούς χρέους συνιστά το επιτόκιο με το οποίο δανειστήκαμε από ΔΝΤ – ΕΕ, άνω του 5%, τη στιγμή που η Γερμανία και άλλες χώρες που συμμετέχουν στον μηχανισμό προμηθεύονται χρήμα με 2%!

Τρίτο, η άξια δικαστικής διερεύνησης υπόθεση με τα swaps του 2001 στα οποία συμμετείχε η Goldman Sachs μετατρέποντας δάνεια του ελληνικού δημοσίου από γιεν σε ευρώ έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη – και μάλιστα σε γνώση της ΕΚΤ, όπως αποκαλύφθηκε από την επίμονη άρνησή της να ρίξει φως στην υπόθεση, μετά την μήνυση του πρακτορείου Bloomberg – βεβαιώνει τις σκοτεινές και ύποπτες διαδρομές του χρήματος πίσω από τους γενικούς πίνακες.

Τέταρτο, εγγυημένα δάνεια των ΔΕΚΟ και άλλων φορέων που κατέπεσαν και αναλήφθηκαν από το δημόσιο κατά πόσο εξυπηρετούσαν πραγματικές ανάγκες και συνάφθηκαν με διαφανείς όρους.

Πέμπτο, οι όροι διαπραγμάτευσης και εκκαθάρισης στην δευτερογενή αγορά καθώς προσδιορίζουν αυτόματα τον όγκο αγορών και πωλήσεων, επιδρούν άμεσα στην τιμή των ομολόγων. Έτσι, η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδας, του θεματοφύλακα της πιο σκληρής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, τον Οκτώβρη του 2010 να αυξήσει το χρονικό περιθώριο εκκαθαρίσεων από 3 μέρες σε 10, ανεξαρτήτως των προθέσεων της, διευκόλυνε την υποτιμητική κερδοσκοπία σε βάρος των ομολόγων, οδηγώντας σε παροξυσμό την κρίση χρέους.

Έκτο, πλήθος άλλων τεχνικών λεπτομερειών όπως ο ανατοκισμός και οι όροι που αυτός επιβλήθηκε ή η αναγνώριση παλιών δανείων του ελληνικού δημοσίου μπορούν να αποτελέσουν πεδία διερεύνησης για τον λογιστικό έλεγχο.

Η δεύτερη κατεύθυνση στην οποία θα πρέπει να στραφεί ο λογιστικός έλεγχος θα αφορά τα πεπραγμένα του ελληνικού δημοσίου, κάθε είδους δοσοληψίες του.

Πρώτα, απ’ όλα τις ιδιωτικοποιήσεις. Από τις πιο «ήπιες» της δεκαετίας του ‘90 μέχρι τις πιο βάρβαρες και σκανδαλώδεις των τελευταίων ετών, όλες πρέπει να διερευνηθούν για να τεκμηριωθεί με στοιχεία το έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος της δημόσιας περιουσίας και των χρημάτων των φορολογουμένων.

Δεύτερο, τις προμήθειες πολεμικού υλικού. Στο επίκεντρο δεν θα βρεθούν μόνο περιπτώσεις όπως του υποβρυχίου Παπανικολής αλλά και η σκοπιμότητα τους. Ενδεικτικά, το ελληνικό δημόσιο δεν πρέπει να επιβαρυνθεί ούτε ένα ευρώ από δαπάνες που έγιναν προς όφελος των ιμπεριαλιστικών, επεκτατικών σχεδίων. Να τα πληρώσουν Αμερικανοί και Γερμανοί.

Τρίτο, τους Ολυμπιακούς Αγώνες και όλο το πλέγμα των δραστηριοτήτων που άνθισε στη σκιά του. Για παράδειγμα δεν είναι μόνο το χαφιεδοσύστημα C4I ή οι γέφυρες του Καλιατράβα που αποτελούν ακραίο παράδειγμα διακομματικής διαφθοράς. Είναι, μεταξύ άλλων, κι οι χορηγίες των ΔΕΚΟ που θέλοντας και μη επιβαρύνθηκαν για να μειωθεί το κόστος εκτέλεσης των αγώνων.

Τέταρτο, να εξετασθούν ξανά οι παραγραφές χρεών της εφορίας, των ασφαλιστικών ταμείων και άλλων δημόσιων υπηρεσιών προς ιδιώτες. Η απροθυμία του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, να αποκαλύψει στη Βουλή τα ονόματα των φορολογουμένων που θα ευνοούνταν από την παραγραφή των 24 δισ. ευρώ την οποία επιχείρησε να επιβάλλει στις 14 Δεκέμβρη με τροπολογία (ποσό που ισούται με το 50% σχεδόν των φορολογικών εσόδων του 2011), δείχνει τις τεράστιες δυνατότητες της κυβέρνησης να διαγράφει χρέη του κεφαλαίου, ευνοώντας διαπλεκόμενους επιχειρηματίες.

Πέμπτο, να ελεγχθεί κάθε λογής προμήθεια και ανάθεση έργου μεγάλης αξίας από δημόσιες υπηρεσίες. Νοσοκομεία, δήμοι, νομαρχίες και κρίσιμα υπουργεία όπως το πρώην Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και νυν Υποδομών ή το Οικονομίας να ανοίξουν τα βιβλία τους στον δημόσιο έλεγχο αποδεικνύοντας ότι κάθε ευρώ του ελληνικού λαού αξιοποιήθηκε με τρόπο διαφανή[7].

Έκτο, η διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων που σύμφωνα με διασταυρωμένες επιστημονικές μελέτες ξεπερνούν τα 162 δισ. ευρώ. Σκάνδαλο τεραστίου μεγέθους αποτελεί η απροθυμία της γερμανικών κυβερνήσεων να πληρώσουν και η αδιαφορία των ελληνικών να διεκδικήσουν δάνειο της Γερμανίας που ανέρχεται σε 3,5 δισ. δολ. αγοραστικής αξίας του 1938 και σημερινής αξίας άνευ τόκων 54 δισ. δολ. το οποίο το εγγράφει κανονικά κάθε χρόνο η Τράπεζα της Ελλάδας και είναι μάλιστα διεθνώς αναγνωρισμένο.

Συμπερασματικά, το τελευταίο αυτό σκέλος που θα λειτουργεί συμπληρωματικά στην πάλη των εργαζομένων σε κρίσιμα μέτωπα π.χ. ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και για την αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου θα προσδώσει στην διαδικασία του λογιστικού ελέγχου την απαραίτητη κοινωνική διάσταση και αγωνιστικό βάθος. Έτσι, ο λογιστικός έλεγχος θα έχει τη δική του συμβολή στην πάλη για την απόκρουση και την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου που υλοποιείται με το Μνημόνιο ΔΝΤ – ΕΕ και με πρωταγωνιστές την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, την πιο αντιλαϊκή κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα.

Βιβλιογραφία

Λαπαβίτσας Κ. κ.α. (2010), Η ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη.

Μελάς, Κ. Μπινιάρης Ν. (2010) Δημόσιο χρέος: αθέτηση πληρωμών, αναδιάρθρωση ή τι άλλο; http://www.monthlyreview.gr/antilogos/greek/periodiko/arxeio/article_fullstory_html?obj_path=docrep/docs/arthra/MR69_Melas_MpiniarisFS/gr/html/index

Μπελογιάννης, Ν. (2010) Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, Αθήνα: Άγρα.

Υπουργείο Οικονομικών (2010), Εισηγητική έκθεση προϋπολογισμού οικονομικού έτους 2011, σελ. 165-166.

AAJ, AT  TA, CADTM κ.α. (2006) Let’s launch an enquiry into the debt. A manual on how to organize audits on third world debts.

Adams, P. (2004),Iraq’s odious debt, Cato Institute: Policy Analysis.

Eaton, J. Gersovitz, M. (1981) Debt with potential repudiation: theoretical and empirical analysis, Review of Economic studies.

Feilchenfeld, E. (1931), Public debts and state succession,New York: MacMillan.

Internal auditing commission for public credit ofEcuador, attached to the Ministry of Economy and Finances. (2008) Final report of the integral auditing of the Ecuadorian debt, executive summary. http://www.jubileeusa.org/fileadmin/user_upload/Ecuador/Internal_Auditing_Commission_for_Public_Credit_of_Ecuador_Commission.pdf

Kremer M. & Jayachandran (2002) Odious debt.

Krugman, P. & Obstfeld, M. (1995), Διεθνής οικονομική, θεωρία και πολιτική (τόμος α’ και β’), Αθήνα: Κριτική.

Monbiot, G. (2010),UK’s odious debt,  http://www.monbiot.com/archives/2010/11/22/the-uks-odious-debts/

Reinhart, C. Rogoff, K. (2009), This time is different, eight centuries of financial folly,New Jersey:Princeton university Press.

Sack, N. A. (1927) Les effets de transformations de etats sur leurs dettes publiques et autres obligations financiers.

Toussaint, E. & Millet, D. (2010) Debt, the IMF, and the World Bank, sixty questions, sixty answers,New York: Monthly Review Press.


[1] Η σημασία της μείωσης των φορολογικών συντελεστών στη στρατηγικής του κράτους για τη στήριξη του κεφαλαίου επιβεβαιώθηκε και με αφορμή την υπαγωγή της Ιρλανδίας στον μηχανισμό ΕΕ – ΔΝΤ, όταν επιβλήθηκαν τα πιο αυστηρά μέτρα για την αύξηση των δημοσίων εσόδων, αλλά κανένα πολιτικό κέντρο (ούτε οι Βρυξέλλες, ούτε το Βερολίνο, παρά τις κριτικές που διατυπώθηκαν) δεν τόλμησε να αυξήσει τον συντελεστή φορολόγησης των ΑΕ που βρίσκεται στο 12,5% κι είναι ο χαμηλότερος της ευρωζώνης.

[2] «Είπαμε στους Αιθίοπες ότι πρέπει να διαπραγματευτείτε με τη Ρωσία» δήλωνε στέλεχος του ΔΝΤ σε άρθρο της εφημερίδας Wall Street Journal στις 14 Απρίλη 2003 με τίτλο «U.S. invites coalition partners into Iraq talks».

[3] Ο Κένεθ Ρογκόφ πολύ συχνά τοποθετείται για την κρίση χρέους της ευρωζώνης δηλώνοντας κάθε φορά ότι η αναδιάρθρωση του χρέους για χώρες όπως η Ελλάδα είναι θέμα χρόνου. Ανέφερε για παράδειγμα στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 8 Οκτώβρη: «Μια ελληνική χρεοκοπία είναι αναπόφευκτη. Υπάρχει πιθανότητα 955 να χρεοκοπήσει και η Ισπανία. Η Ουγγαρία είναι στην κόψη του ξυραφιού. Τα πράγματα θα πάνε πολύ χειρότερα στην Ανατολική Ευρώπη».

[4] Ξεχωρίζει μεταξύ των άπειρων περιπτώσεων που ήρθαν στην επιφάνεια την ταραγμένη διετία 2008-2010 η περίπτωση κορυφαίου στελέχους της Λίμαν Μπράδερς που ανέλαβε στη συνέχεια, ως επιβράβευση πιθανά της επιτυχίας του, διευθύνων σύμβουλος στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. Οδηγώντας μάλιστα το θράσος και την υποκρισία σε νέα ύψη δεν δίσταζε από τη νέα του θέση να εξαπολύει μύδρους κατά των γάλλων εργαζομένων ζητώντας να μειωθούν οι παροχές τους για να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα!

[5] Λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους με πρωτοβουλία του κινήματος έχει ξεκινήσει και σε άλλες χώρες όπως οι Φιλιππίνες, το Περού, η Παραγουάη και η Βραζιλία (όπου η τεκμηρίωση των ευρημάτων είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη) χωρίς ωστόσο η προσπάθεια να έχει ευοδωθεί με την παραγραφή μέρους του χρέους.

[6] Σε ανάλογη συνταγματική αναθεώρηση προχώρησε και ο πρόεδρος Έβο Μοράλες της Βολιβίας τον Δεκέμβριο του 2007 ενσωματώνοντας στον καταστατικό χάρτη τέσσερα άρθρα (322, 324, 325, 330) που ορίζουν με αυστηρότητα τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται να δανείζεται το κράτος.

[7] Ενδεικτικό στοιχείο για τη δυναμική που διαθέτει το αίτημα της διαφάνειας στα δημόσια οικονομικά και χαρακτηρισμού του δημόσιου χρέους ως απεχθούς, ώστε να μην πληρωθεί, είναι και πρόσφατο άρθρο του μαχητικού βρετανού δημοσιογράφου που χαρακτήριζε ως απεχθές χρέος τα χρήματα του βρετανικού προϋπολογισμού που κατευθύνονται σε συγχρηματοδούμενα έργα! (George Monbiot, 2010).

Μονόδρομος η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους (Δρόμος της Αριστεράς, 1/1/11)

Χωρίς προηγούμενο είναι οι θυσίες που ζητά από τους εργαζόμενους ο προϋπολογισμός του 2011 και μαζί οι δεσμεύσεις που επιβάλλει το νέο, τρίτο κατά σειρά, Μνημόνιο της τρόικας ΠΑΣΟΚ – ΕΕ – ΔΝΤ. Πολύ επιλεκτικά, μόνο και μόνο για να φανεί η έκταση  της οπισθοδρόμησης που μας επιφυλάσσουν, ξεχωρίζουμε: Μείωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων κατά 2,1% (19,8 δις. από 20,2 δις. ευρώ) όταν και το 2010 είχε καταγραφεί μείωση της τάξης του 9,3%. Αύξηση των άμεσων φόρων κατά 2,2% (20,9 δις. από 20,4) που προκύπτει μάλιστα από ένα ταξικά σκανδαλώδη, λεόντειο επιμερισμό αύξησης του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά 6,5% από την μια και της μείωσης του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων κατά 16% από την άλλη! Την ίδια ώρα οι έμμεσοι φόροι που πληρώνονται στο συντριπτικό τους μέρος από τους μισθωτούς, τη νεολαία και τους συνταξιούχους αυξάνονται κατά 1,6% όταν και πέρυσι είχαν αυξηθεί κατά 11,2%, κ.ο.κ. Με λίγα λόγια μια βαθιά αφαίμαξη που οξύνει σε βαθμό πρωτοφανή την λεηλασία της κοινωνικής πλειοψηφίας από το κράτος.

Η λεηλασία που επιβάλει ο κρατικός προϋπολογισμός (και σε αυτό το σκέλος δεν θα αποδειχθεί «αναξιόπιστος», όπως έσπευσε να τον χαρακτηρίσει η Βάσω Παπανδρέου) γίνεται ακόμη πιο προκλητική αν δούμε ότι ως στόχο έχει την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Οι αριθμοί, όσο κι αν κουράζουν, είναι σοκαριστικοί, πολύ περισσότερο στην εξέλιξή τους όπως δείχνει ο πίνακας που παραθέτουμε. Με βάση τις προβλέψεις που διατυπώνονται στην εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2011, την επόμενη χρονιά θα πληρώσουμε για τόκους που αφορούν το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης 15,9 δις. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 7% του ΑΕΠ, της αξίας δηλαδή όλων των αγαθών και υπηρεσιών που θα παραχθούν στη χώρα.

Όσο κι αν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και η Νέα Δημοκρατία που κατά τ’ άλλα διαφοροποιείται από το καθεστώς κατοχής του Μνημονίου, θεωρούν την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους θέσφατο της δημοσιονομικής και ευρύτερης οικονομικής πολιτικής, η διεθνής εμπειρία δείχνει το αντίθετο. Ο ελληνικός λαός δεν είναι υποχρεωμένος να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος, πριν τουλάχιστον ανοίξει τα βιβλία του, πριν μάθει σε ποιόν χρωστάει, πόσα ακριβώς και με τι όρους συνάφθηκε κάθε δανεισμός ή έκδοση ομολόγου του ελληνικού δημοσίου.

Η διεθνής ρήτρα περί απεχθούς χρέους, όπως περιγράφηκε την δεκαετία του ’20 από τον διακεκριμένο νομικό Αλεξάντερ Σακ, ήδη έχει διευκολύνει άλλους λαούς και κυβερνήσεις να ξεφορτωθούν από τους ώμους τους χρέος που δεν εξυπηρέτησε τα πραγματικά συμφέροντά τους. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Σακ: «Αν μια δεσποτική εξουσία συνάπτει ένα χρέος όχι σύμφωνα με τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κράτους, αλλά για να ενισχύσει το δεσποτικό της καθεστώς, για να καταστείλει τον πληθυσμό που την πολεμάει, αυτό το χρέος είναι απεχθές για τον πληθυσμό ολόκληρου του κράτους. Αυτό το χρέος δεν είναι υποχρεωτικό για το έθνος: είναι ένα καθεστωτικό χρέος, προσωπικό χρέος της εξουσίας που το σύναψε. Κατά συνέπεια εκπίπτει μαζί με την πτώση αυτής της εξουσίας». Ο Αλεξάντερ Σακ συγκρότησε τη θεωρία του αξιοποιώντας ιστορικά παραδείγματα με πρώτο απ’ όλα την άρνηση των ΗΠΑ το 1898, μόλις είχαν καταλάβει την Κούβα, να επωμιστούν χρέος που είχε αναλάβει η Ισπανία εξ ονόματος της νησιώτικης χώρας της Καραϊβικής όσο την είχε υπό την κατοχή της. Το συγκεκριμένο παράδειγμα δεν ήταν και το μοναδικό. Πλήθος άλλων παραδειγμάτων, από την άρνηση της Μ. Βρετανίας να αναλάβει τα δάνεια που είχε συνάψει για τις ανάγκες του πολέμου η Ν. Αφρική την οποία κατέλαβε, μέχρι και το πρόσφατο παράδειγμα του Ιράκ όπου μετά την ιμπεριαλιστική εισβολή του 2003 παραγράφηκε το 80% του δημόσιου χρέους, βεβαιώνουν ότι τα ανεξάρτητα κράτη διατηρούν το δικαίωμα ελέγχου του χρέους τους.

Στη βάση όλων αυτών ο πρόεδρος του Ισημερινού, Ραφαέλ Κορέα, συνέστησε το 2007 Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους που απαρτιζόταν από αξιωματούχους της χώρας, εκπροσώπους κοινωνικών οργανώσεων και διεθνείς προσωπικότητες οι οποίοι εγγυώνταν το αδιάβλητο των διαδικασιών. Ο έλεγχος που έγινε επέτρεψε να γίνει ένα «κούρεμα» του χρέους που είχε συναφθεί με έκδοση ομολόγων της τάξης του 70%. Το γεγονός μάλιστα ότι η μείωση αφορούσε ομολογιακό χρέος έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, που το συντριπτικό μέρος του δημόσιου χρέους, το 79,1% συγκεκριμένα είναι αυτής της μορφής (με βάση στοιχεία της 31ης Οκτώβρη 2010 που περιέχονται στον κρατικό προϋπολογισμό). Φαίνεται έτσι ότι οι πέρα για πέρα υπαρκτές δυσκολίες συσχέτισης των ατασθαλιών (από το C4I και το κεκλημένο υποβρύχιο Παπανικολής, μέχρι τα swaps της Goldman Sachs) με συγκεκριμένες ομολογιακές εκδόσεις δεν είναι ανυπέρβλητες. Αν κάτι απαιτείται είναι πολιτική βούληση κι ακόμη περισσότερο μαζικός λαϊκός εκβιασμός που θα πιέσει για την δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου και θα επιβάλλει να ανοίξουν τα βιβλία του δημόσιου χρέους, για να ξεκινήσει η παύση πληρωμών, όρος εκ των ων ούκ άνευ ώστε να μπει ένα τέρμα στη σημερινή βαρβαρότητα και να ξεκινήσει η ριζική αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου.

         Ύψος   δαπανώνγια τόκους χρέους κεντρικής κυβέρνησης

   (σε εκ. ευρώ)

 
           2006  2007        2008*     2009        2010*       2011**
Τόκοι 9.589 9.796 11.207 12.325 13.260 15.920
ως % του ΑΕΠ 4,50% 4,30% 4,70% 5,20% 5,70% 7%
* Εκτιμήσεις, **Προβλέψεις        
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών, Εισηγητική έκθεση κρατικού προϋπολογισμού2011

Ερίκ Τουσέν: «Ανοίξτε τα βιβλία του δημόσιου χρέους»! (Επίκαιρα, 9-15/12/2010)

Στη δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που θα δώσει τα νομικά και ηθικά επιχειρήματα για την παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους καλεί ο διακεκριμένος επιστήμονας και αγωνιστής Ερίκ Τουσαίν στη βαρυσήμαντη συνέντευξη που παραχώρησε στα Επίκαιρα. Ο Ερίκ Τουσαίν δεν μιλάει στη βάση υποθέσεων. Έχοντας ενεργή συμμετοχή στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου που συγκρότησε ο πρόεδρος του Ισημερινού, Ραφαέλ Κορέα, πριν τρία χρόνια μεταφέρει την πολύτιμη εμπειρία του από τις καθόλα νόμιμες μεθόδους που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος του Ισημερινού για να απαλλαγεί από ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους. Μέχρι και την δευτερογενή αγορά χρησιμοποίησε ο Κορέα με τις κατάλληλες κινήσεις για να μειώσει το δημόσιο χρέος. Υπήρχε όμως πολιτική βούληση, όχι άνευ όρων παράδοση στους ξένους πιστωτές και διαπόμπευση της χώρας, όπως στην Ελλάδα!

Ο Ερίκ Τουσαίν είναι ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, ιδρυτής και πρόεδρος της Επιτροπής για την Κατάργηση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου (CADTM, www.cadtm.org). Έχει συγγράψει πολλά βιβλία για συναφή θέματα (Your money or your life! The tyranny of global finance, The World Bank: a never ending coup d’ etat, και άλλα). Το πιο πρόσφατο βιβλίο του που έγραψε μαζί με την Νταμιέν Μιλιέτ κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη του 2010 και καταπιάνεται με το θέμα του παγκόσμιου χρέους και τις ευθύνες του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Τίτλος του: The debt, the IMF and the World Bank, sixty questions sixty answers (εκδόσεις Monthly Review).

–         Ποια είναι τα ειδικά χαρακτηριστικά της κρίσης δημοσίου χρέους που έχει ξεσπάσει εδώ και έναν χρόνο στην ευρωζώνη, διαφοροποιώντας την από άλλες κρίσεις χρέους που έχουν εμφανιστεί στο παρελθόν σε χώρες του Τρίτου Κόσμου;

–         Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της κρίσης είναι ότι αποτελεί δημιούργημα των ιδιωτικών τραπεζών κυρίως της Γερμανίας και της Γαλλίας που πλήττει τις χώρες της περιφέρειας (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, κ.α.) και του πρώην Σοβιετικού μπλοκ που εντάχθηκε στην ΕΕ την προηγούμενη δεκαετία. Πρόκειται λοιπόν για μια κρίση που εξελίχθηκε εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτή η κρίση αποτελεί επίσης δημιούργημα, κι αυτό είναι ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόστηκαν τις δεκαετίες ’80 – ’90 κι ως βασικό τους χαρακτηριστικό είχαν την μείωση των φόρων που πλήρωναν οι επιχειρήσεις και οι πλούσιοι. Το αποτέλεσμα στη συνέχεια ήταν να μειωθούν απότομα τα κρατικά έσοδα και να ανοίξει ο δρόμος για την σημερινή δημοσιονομική κρίση. Ανεξάρτητα δηλαδή από τις επιπλέον συγκυριακές αιτίες, η κρίση προετοιμάστηκε από τις φιλο-επιχειρηματικές πολιτικές των προηγούμενων δύο δεκαετιών.

Η τρίτη αιτία, που αποτέλεσε και τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, ήταν το κόστος για τη διάσωση των ιδιωτικών τραπεζών σε χώρες όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία.

– Όπως συνέβη και στην Ελλάδα. Οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ έχουν θέσει στη διάθεση των τραπεζιτών την τελευταία τριετία, υπό την μορφή ρευστού και εγγυήσεων, 78 δισ. ευρώ!

– Σε αυτή την κατηγορία της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας θα ενταχθεί εντός λίγων εβδομάδων και η δική μου χώρα, το Βέλγιο. Κι αυτό λόγω της διάσωσης από το κράτος των τριών μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών της Fortis, της Dexia και της KBC που είχε εκτεθεί πάρα πολύ στην ανατολική Ευρώπη και επίσης στην Ιρλανδία, κατέχοντας κρατικά ομόλογα ύψους 20 δισ. ευρώ.

– Κι ο λογαριασμός τώρα μεταβιβάζεται στους πολίτες;

– Ακριβώς! Τα ιδιωτικά χρέη μεταβιβάζονται στις δημόσιες αρχές και γι αυτό έχουμε την απογείωση του δημοσίου χρέους. Ως συνέπεια η έκρηξη του δημοσίου χρέους γίνεται μια πολύ καλή αφορμή για ένα νέο κύμα νεοφιλελεύθερων πολιτικών, πρωτοφανούς αγριότητας. Κι εννοώ αυτό που γίνεται στη χώρα σας, το οποίο μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με ότι συνέβη στις χώρες του Τρίτου Κόσμου από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα με τη συμμετοχή του ΔΝΤ το οποίο έχει μια τεράστια εμπειρία σε αυτό τον τομέα. Οι ίδιες καταστροφικές, εγκληματικές πολιτικές εφαρμόζονται και σήμερα στην Ελλάδα, όπου μεταφέρεται αυτούσια όλη αυτή η αρνητική εμπειρία.

– Ο εφιάλτης πάντως του ΔΝΤ και του δημοσίου χρέους δεν αποτελεί μονόδρομο και χώρες όπως ο Ισημερινός απαλλάγηκαν από τα δεσμά τους. Πως έγινε αυτό;

– Στο τέλος του 2006 ο Ραφαέλ Κορέα κέρδισε τις προεδρικές εκλογές με βασική του εξαγγελία να τερματιστεί η απαράδεκτη κατάσταση με το εξωτερικό χρέος που απομυζούσε τους σπουδαιότερους πόρους της οικονομίας. Τον Ιούλιο του 2007 δημιούργησε με προεδρικό διάταγμα μια Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του δημοσίου χρέους – εγχώριου και διεθνούς. Η έρευνα αφορούσε 30 ολόκληρα χρόνια από το 1976 μέχρι το 2006. Ο λογιστικός έλεγχος έγινε επίσης με την ουσιαστική συμμετοχή 12 ατόμων που προέρχονταν από την κοινωνία των πολιτών, από την κοινότητα των ιθαγενών που αποτελούν το 50% του πληθυσμού και αλλού. Επίσης 6 άτομα, ειδικοί για την ακρίβεια, προέρχονταν από το εξωτερικό.

– Ήσασταν ένας εξ αυτών…

– Ναι. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων μας ήταν η μεγάλη εμπειρία που είχαμε από την ανάλυση του διεθνούς χρέους. Τεράστια σημασία είχε επίσης η απόφαση του Ραφαέλ Κορέα να υποστηρίξουν το έργο και τις αποφάσεις της Επιτροπής όλα τα όργανα του κράτους και αναφέρομαι στο υπουργείο Δικαιοσύνης, Οικονομικών, στις ανεξάρτητες αρχές κατά της διαφθοράς, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το Ελεγκτικό Συνέδριο, κ.α. Όλοι αυτοί συμμετείχαν στις συνεδριάσεις μας. Δουλέψαμε εντατικά επί 14 μήνες, από τον Ιούλιο του 2007 μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008. Αναλύσαμε κάθε είδους σύμβαση που είχε υπογραφεί στους τομείς της ασφάλειας, των εμπορικών πιστώσεων, μεταξύ τραπεζών – ακόμη και του ιδιωτικού τομέα, με το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και άλλους πολυμερείς οργανισμούς. Βάλαμε επίσης στο μικροσκόπιο όλα τα διμερή δάνεια που είχε υπογράψει ο Ισημερινός με χώρες όπως η Ισπανία και η Γερμανία, ακόμη και τους όρους υπό τους οποίους συνάφθηκε το εσωτερικό χρέος. Σε αυτή τη δουλειά είχαμε τη βοήθεια 15 νομικών, ορκωτών λογιστών ελεγκτών, ειδικών στα δημόσια οικονομικά. Εξετάσαμε όχι μόνο όλα τα έγγραφα, αλλά και κάθε τι που αφορούσε το δανεισμό. Θέταμε για παράδειγμα το ερώτημα γιατί αυτό το δάνειο να συναφθεί με το συγκεκριμένο επιτόκιο και όχι με κάποιο άλλο, ποιο μέρος του αποπληρώθηκε, είχαμε το δικαίωμα να ανοίγουμε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς αυτών που υπέγραφαν και παραλάμβαναν τα δάνεια. Επίσης ζητήσαμε παραστατικά από όλες τις τράπεζες για τα δάνεια που είχαν δοθεί ή υποτίθεται πως είχαν αποπληρωθεί γιατί έπρεπε να επιβεβαιωθεί κατά πόσο πραγματικά είχαν εξοφληθεί ακόμη και εκείνα τα δάνεια που θεωρητικά είχαν αποπληρωθεί.

– Η συμβολή των νομικών ποια ήταν;

– Ήταν αναντικατάστατη καθώς με τη βοήθειά τους εξετάσαμε τη νομιμότητα κάθε σύμβασης και των επιμέρους όρων της, τη συμβατότητά τους με το σύνταγμα της χώρας, το διεθνές δίκαιο και επίσης με το συμφέρον του έθνους. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε σε συγκεκριμένες οικονομικές συμβάσεις, έργων ασυνήθιστα μεγάλων διαστάσεων για τα μέτρα του Ισημερινού, όπως π.χ. μεγάλα φράγματα. Σε αυτή την περίπτωση μάλιστα δεν αρκεστήκαμε στις τυπικότητες. Με επίσημο τρόπο ρωτήσαμε την γνώμη των ντόπιων για τις επιπτώσεις που είχε στην καθημερινότητά τους η κατασκευή των φραγμάτων. Εξετάσαμε ακόμη και τους όρους που έγινε η χρηματοδότηση της κατασκευής τους κι αν όλα αυτά (κόστος, χρηματοδότηση) ήταν συγκρίσιμα με τις διεθνείς τιμές που επικρατούσαν για αντίστοιχες εργασίες.

Εξετάσαμε ακόμη και τους όρους των εμπορικών πιστώσεων που χορήγησαν στον Ισημερινό χώρες όπως η Γερμανία, με απώτερο στόχο να αγοραστούν γερμανικά προϊόντα για να ενισχυθούν οι γερμανικές εξαγωγές. Είναι δάνεια που δίνονται με σκοπό να υποστηριχθεί η αγορά προϊόντων αιχμής, όπως π.χ. της Ζίμενς. Καθήκον μας εμάς ήταν να ελέγξουμε τις τιμές με τις οποίες αγοράστηκε ο εξοπλισμός της Ζίμενς, κατά πόσο δηλαδή η τιμή ανταποκρινόταν στην ποιότητα. Κι αυτό γιατί σε πλήθος περιπτώσεων που εμπλέκονταν πολυεθνικές εταιρείες βρήκαμε ακραία φαινόμενα διαφθοράς. Αναφέρομαι για παράδειγμα σε κρατικές αγορές που δεν είχαν καμιά σχέση με τις ανάγκες της χώρας, αλλά αποτελούσαν αφορμές για να δοθούν μίζες.

–         Ανακαλύψατε συγκεκριμένες περιπτώσεις που πολυεθνικές επιχειρήσεις έδιναν μίζες;

–         Φυσικά. Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν των αμερικανικών τραπεζών Citibank και JPMorgan. Αυτές οι τράπεζες συστηματικά δωροδοκούσαν κρατικούς υπαλλήλους σε όλη την κλίμακα του δημοσίου – ακόμη και τον υπουργό Οικονομικών – για να πεισθούν να υπογράψουν συμβάσεις που εξόφθαλμα έβλαπταν το δημόσιο συμφέρον και με προκλητικό τρόπο ευνοούσαν τα συμφέροντα των τραπεζών.

–         Γι’ αυτό ο Κορέα ήθελε την ενεργό συμμετοχή και των δημόσιων αρχών στην Επιτροπή σας…

–         Πράγματι. Στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του Ισημερινού συμμετείχε ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης και για κάθε ύποπτη περίπτωση που βρίσκαμε και αφορούσε όχι μόνο υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών αλλά ακόμη και πρώην υπουργούς Οικονομικών εξέδιδε εντολή για δικαστική διερεύνηση. Η Δικαιοσύνη του Ισημερινού προχώρησε σε μηνύσεις ακόμη και εναντίον αμερικανικών τραπεζών γιατί αυτές οργάνωσαν τις επιχειρήσεις, αυτές δωροδοκούσαν.

Υπογραμμίζω πάντως ότι δεν ελέγξαμε μόνο τους όρους χρηματοδότησης αλλά όλη τη σκοπιμότητα κάθε κρατικής οικονομικής δοσοληψίας.

Μετά τα παραπάνω ο ίδιος ο πρόεδρος Ραφαέλ Κορέα δύο μόλις μήνες μετά την ολοκλήρωση των εργασιών μας, στις 14 Νοέμβρη 2008, ανακοίνωσε και επίσημα ότι στη βάση των ευρημάτων μας είναι υποχρεωμένος να προβεί στην παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους ύψους, 3 δισ. δολ. που αντιπροσώπευε το 70% του χρέους υπό τη μορφή ομολόγων. Αιτιολόγησε την απόφασή του λέγοντας πως το χρέος δεν ήταν νόμιμο, αλλά ήταν προϊόν διαφθοράς και δωροδοκιών. Κατά συνέπεια δεν ήταν υποχρεωμένη η κυβέρνησή του να σεβαστεί τις διεθνείς δεσμεύσεις. Τους επόμενους πέντε μήνες ολόκληρους μήνες η κυβέρνηση τήρησε στάση σιωπής, δεν προέβη σε καμιά δημόσια ανακοίνωση για το θέμα, παρά το ενδιαφέρον που υπήρχε.

– Και να υποθέσουμε ότι δεν συνέβη λόγω φόρτου εργασιών…

– Ακριβώς! Ήταν μια τακτική. Οι πιστωτές ήταν ιδιαίτερα ανήσυχοι καθώς δεν ήξεραν τι θα συμβεί από κει και πέρα. Η αντίδρασή τους ήταν να αρχίσουν να ξεπουλούν μανιωδώς στην δευτερογενή αγορά τα ομόλογα του Ισημερινού. Και ξέρετε σε τι τιμή; Στο 20% της ονομαστικής τους αξίας! Τότε ακριβώς η κυβέρνηση του Ισημερινού, τον Απρίλη του 2009 απευθύνθηκε στους πιστωτές με την εξής πρόταση: «Προτιθέμεθα να αγοράσουμε όλα τα ομόλογα με έκπτωση 65%. Πληρώνουμε δηλαδή 35 σεντς το δολάριο. Συμφωνείτε ή όχι;» Οι κάτοχοι του 91% των ομολόγων δέχθηκαν αμέσως την ανταλλαγή. Επρόκειτο για μια τεράστια επιτυχία της κυβέρνησης καθώς επέβαλε κούρεμα της τάξης του 65%.

– Λόγω αυτής της πολύ σπουδαίας και χρήσιμης εμπειρίας σας να υποθέσω έχετε υποστηρίξει ότι η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι να προσφύγει σε στάση πληρωμών του δημοσίου χρέους και δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που θα προσδιορίσει τις ευθύνες των πιστωτών για την εκτίναξή του η οποία θα επιτρέψει την σοβαρή του μείωση;

– Ακριβώς! Αυτή η επιλογή αποτελεί μονόδρομο πλέον για την Ελλάδα!

– Κατά πόσο όμως η Ελλάδα, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της, μπορεί να ακολουθήσει αυτό το παράδειγμα;

– Οι διαφορές που υπάρχουν με τον Ισημερινό δείχνουν ότι για την Ελλάδα τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Αν φυσικά υπάρχει πολιτική βούληση. Πάρτε για παράδειγμα υπ’ όψη σας ότι ο Ισημερινός είναι μια μικρή χώρα, που δεν έχει καν δικό της νόμισμα. Χρησιμοποιεί το δολάριο, αυτό είναι το επίσημο νόμισμά της. Κατά συνέπεια είναι πολύ πιο έντονα εκτεθειμένη σε διεθνείς οικονομικές πιέσεις. (σ.σ.: Το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα του Ισημερινού αντιστοιχεί στο 12% του Ελληνικού και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Ισημερινού στο 10% του Ελληνικού). Το αίτημά της έγινε όμως δεκτό λόγω του ότι είχε πολύ ισχυρά νομικά και ηθικά ερείσματα και γι αυτό άλλωστε δεν συνοδεύτηκε από δικαστικές προσφυγές των πιστωτών κατά της κυβέρνησης.

– Λέγεται ωστόσο μετ’ επιτάσεως ότι οι αγορές θα τιμωρήσουν όποιες χώρες δεν σεβαστούν τις υποχρεώσεις τους…

– Πράγματι, αλλά πουθενά στην πράξη δεν έχει επιβεβαιωθεί αυτή η απειλή. Ο οικονομολόγος Κώστας Λαπαβίτσας στην τελευταία μελέτη του βρετανικού ινστιτούτου Research on Money and Finance (σ.σ. κι η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Λιβάνη τις επόμενες μέρες) δείχνει πως ούτε η Ρωσία το 1998, ούτε η Αργεντινή το 2001 τιμωρήθηκαν από τις αγορές. Αντίθετα, η μετέπειτα πορεία της οικονομίας τους έδειξε πόσο επιτυχημένη και επωφελής ήταν η επιλογή τους, να προβούν δηλαδή σε αθέτηση πληρωμών.

– Τι πρέπει άμεσα να κάνει η Ελλάδα κατά τη γνώμη σας για να δραπετεύσει απ’ αυτό το φαύλο κύκλο;

– Άμεσα πρέπει να συγκροτηθεί Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου με προσωπικότητες αναγνωρισμένου κύρους και εμπειρία. Η συμβουλή μου είναι μία: Ανοίξτε τα βιβλία! Εξετάστε με διαφανείς διαδικασίες και την παρουσία της κοινωνίας όλες τις κρατικές συμβάσεις – από τις πιο μεγάλες όπως για παράδειγμα των πρόσφατων Ολυμπιακών Αγώνων μέχρι τις πιο μικρές – και βρείτε ποιο μέρος του χρέους είναι προϊόν διαφθοράς, επομένως παράνομο και απεχθές κατά τη διεθνή νομική ορολογία και αρνηθείτε το!

Περί απεχθούς χρέους

Η θεωρητική θεμελίωση του όρου «απεχθές χρέος» οφείλεται στον ρώσο καθηγητή Νομικής, Αλεξάντερ Σακ. Η συμβολή του Σακ, ο οποίος την εποχή εκείνη – τη δεκαετία του ’20 – δίδασκε στο Παρίσι και δεν συγκαταλέγεται στους ριζοσπάστες διανοούμενους, έγκειται στις τρεις προϋποθέσεις που έθεσε έτσι ώστε ένα χρέος να χαρακτηρισθεί απεχθές οπότε κατά συνέπεια μια κυβέρνηση παύει να δεσμεύεται να το πληρώσει.

Οι τρεις όροι για να χαρακτηρισθεί απεχθές ένα χρέος ήταν: Πρώτο, να έχει συναφθεί χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους. Δεύτερο, τα ποσά που εισέρευσαν από το δάνειο να σπαταλήθηκαν με τρόπο που αντιβαίνει στα συμφέροντα του έθνους και, τρίτο, ο πιστωτής να ήταν ενήμερος των παραπάνω. Να αναφερθεί πως η συνεισφορά του Σακ δεν έγινε σε κενό αέρα. Αντίθετα, αξιοποίησε πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα όπου η παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους αποφασίσθηκε με την παραπάνω αιτιολογική βάση. Το πρώτο παράδειγμα αφορούσε την άρνηση πληρωμής από τις ΗΠΑ το 1898 των χρεών που είχε αναλάβει η Κούβα όσο ήταν υπό ισπανική κατοχή και τα οποία οι ΗΠΑ στη συνέχεια αρνήθηκαν να επωμιστούν. Το δεύτερο παράδειγμα εξελίχθηκε είκοσι χρόνια αργότερα και πάλι πριν ο ρώσος νομικός δώσει περιεχόμενο στη ρήτρα του «απεχθούς χρέους». Αφορούσε ειδικότερα την απόφαση της κυβέρνησης της Κόστα Ρίκα να μην πληρώσει ένα δάνειο που είχε συνάψει η προηγούμενη δικτατορική εξουσία με την τράπεζα Royal Bank of Canada.

Η τεράστια συμβολή του Σακ έγκειται στην μετατόπιση του κέντρου βάρους της επιχειρηματολογίας υπέρ της παύσης πληρωμών του δημοσίου χρέους, η οποία παύει να επικεντρώνεται στην ηθική διάσταση του προβλήματος και μετατοπίζεται στη νομική. Το ερώτημα δηλαδή δεν είναι αν πλέον μπορεί μια χώρα να πληρώσει το δημόσιο χρέος της, αλλά αν πρέπει. Η συγκεκριμένη δυνατότητα αξιοποιήθηκε κατά κόρον τις τελευταίες δεκαετίες από πολλές κυβερνήσεις και κινήματα πολιτών.

Λ.Β.

Αρέσει σε %d bloggers: