Νέες επιβαρύνσεις φέρνει ο φόρος στα ακίνητα (Πριν, 15 Δεκεμβρίου 2013)

pleistΚατά 611% αυξήθηκε ο φόρος στην περιουσία σε 7 χρόνια (2007-2014)!

Νέο πλήγμα στα λαϊκά εισοδήματα σηματοδοτεί ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων όπως ανακοινώθηκε την Πέμπτη το βράδυ και με διαδικασίες εξπρές πρόκειται να ψηφισθεί εντός της εβδομάδας. Στις διατάξεις του μάλιστα αναμένεται να ενσωματωθεί και η ρύθμιση που τελικά θα επιλεγεί για το νόμο Κατσέλη, η οποία προστατεύει την πρώτη κατοικία αξίας μέχρι 200.000 ευρώ από πλειστηριασμούς, που λήγει στις 31.12.2013.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Ο ενιαίος φόρος για τα ακίνητα βάζει ακόμη πιο βαθιά το χέρι του κράτους στην τσέπη των φορολογουμένων καθώς τα έσοδα από το νέο φόρο αναμένεται το 2014 να φθάσουν τα 2,65 δισ. ευρώ, όταν φέτος τα έσοδα από τον ΕΕΤΑ και τον ΦΑΠ (τους οποίους αντικαθιστά) εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 2,49 δισ. ευρώ. Η έκταση της ληστείας γίνεται πολύ πιο εμφανής αν ανατρέξουμε στο πρόσφατο παρελθόν, στο 2007, όταν τα έσοδα από την περιουσία, με βάση τον κρατικό προϋπολογισμό, ήταν μόνο 434 εκ. ευρώ! Μέσα σε 7 χρόνια δηλαδή, κι όταν το εισόδημα μειωνόταν σταθερά, η αύξηση στους φόρους επί των ακινήτων έφτασε το 611%!

Ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων είναι βαθιά αντιλαϊκός για τους εξής επιπλέον λόγους: Πρώτο, παγιώνει ένα μέτρο, το λεγόμενο χαράτσι, που είχε χαρακτηρισθεί πρόσκαιρο. Έτσι κυβέρνηση και Τρόικα εκμεταλλεύονται το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης (80% μέχρι πριν λίγα χρόνια και 75% σήμερα) για να αυξήσουν τα δημόσια έσοδα. Δεύτερο, επιβάλλεται με βάση τις αντικειμενικές τιμές του 2007 (που κι εκείνες ήταν κατά βάση οι αντικειμενικές του 2004) όταν σήμερα οι εμπορικές αξίες έχουν καταρρεύσει κι ειδικά σε Αθήνα – Θεσσαλονίκη η μείωση φτάνει ακόμη και το 50%. Τρίτο επεκτείνει την φορολογία σε αγροτεμάχια και μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα διευρύνοντας έτσι την φορολογική βάση στην κατεύθυνση των πιο φτωχών! Αποτέλεσμα θα είναι να προκληθεί ένα νέο κύμα μαζικών πωλήσεων ακινήτων και αγροτικής γης που θα διευκολύνει την συγκέντρωση της γης και της κατοικίας σε όλο και πιο λίγα χέρια. Για να επιταχύνει αυτή την τάση η κυβέρνηση μειώνει και τον φόρο μεταβίβασης επί των ακινήτων στο 3%.

Γύρω στα 120.000-130.000 σπίτια κινδυνεύουν από πλειστηριασμό αν δεν ανανεωθεί ο νόμος Κατσέλη

Η μεγαλύτερη ωστόσο ανατροπή στη σχετικά δημοκρατική κατανομή της ακίνητης ιδιοκτησίας θα επέλθει αν η κυβέρνηση προχωρήσει στην μη ανανέωση της προστασίας που παρέχεται στην πρώτη κατοικία. Οι τράπεζες δε δίνουν στοιχεία για τον ακριβή αριθμό τους. Σύμφωνα με όσα μας δήλωσε ο νομικός εκπρόσωπος της ΕΚ.ΠΟΙ.ΖΩ. Βίκτωρας Τσιαφούτης «με βάση τις διαταγές πληρωμής, όπως έχουν γίνει γνωστές από τον συνήγορο του καταναλωτή, κινδυνεύουν 60.000 σπίτια. Κατά την άποψή μου όμως στην ζώνη του κινδύνου των πλειστηριασμών υπάγονται 120.000-130.000 σπίτια. Αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι τα στεγαστικά δάνεια ανέρχονται σε 1,5 εκ. με ορισμένα εξ αυτών να αφορούν την ίδια κατοικία τότε κατά προσέγγιση μπορούμε να πούμε ότι με στεγαστικά δάνεια επιβαρύνονται 1 εκ. κατοικίες. Ξέροντας ότι το 27% των δανείων δεν εξυπηρετούνται κανονικά συνάγουμε ότι 270.000 νοικοκυριά έχουν πρόβλημα να πληρώσουν τις δόσεις τους. Δεδομένων των ρυθμίσεων που έχουν ήδη κάνει με τις τράπεζες πολλοί δανειολήπτες και των 75.000 αιτήσεων που έχουν ήδη γίνει για ένταξη στο νόμο και αναμένεται να εκδικαστούν στο μέλλον, καταλήγουμε στον παραπάνω αριθμό, ο οποίος μάλιστα δεν συμπεριλαμβάνει τον κίνδυνο που υπάρχει για τα σπίτια από τα καταναλωτικά δάνεια που δεν εξυπηρετούνται κανονικά. Σε αυτή την κατηγορία υπάγεται το 1 στα 2 καταναλωτικά»!

Σε περίπτωση λοιπόν που δεν ανανεωθεί ο νόμος πάνω από 100.000 οικογένειες κινδυνεύουν να βρεθούν στο δρόμο προκαλώντας ένα νέο σοκ στην ελληνική κοινωνία που θα ζήσει σκηνές πολέμου με οικογένειες να γεμίζουν τους δρόμους αναζητώντας στέγη για να περάσουν τη νύχτα!

Η κυβέρνηση φυσικά ισχυρίζεται ότι θα αλλάξει το νόμο, περιορίζοντας αρχικά την ισχύ του, για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης καθώς τον εκμεταλλεύονται και εύποροι δανειολήπτες που έχουν καταθέσεις και δεν πληρώνουν. Ξεχνάει ωστόσο ότι το όριο των 200.000 ευρώ – και μάλιστα για τιμές της προηγούμενης δεκαετίας – αποκλείει να συμπεριλαμβάνονται στους ευεργετηθέντες του νόμου εύποροι. Επίσης, αν η κυβέρνηση του Σαμαρά και του Βενιζέλου θέλει να πατάξει την φοροδιαφυγή των κροίσων από τους φόρους ακίνητης περιουσίας αρκεί να επανδρώσει όπως πρέπει την ΔΟΥ Κρανιδίου, όπου έχουν την έδρα τους εκατοντάδες υπεράκτιες (οφ σορ) εταιρείες. Συνολικά εκτιμάται ότι στην Ελλάδα υπάρχουν 1.500 υπεράκτιες εταιρείες που έχουν στην κατοχή τους τουλάχιστον 1 ακίνητο. Η φοροδιαφυγή του δημοσίου μόνο από αυτές τις κατηγορίες των υπεράκτιων (που ειδικεύονται σε ακίνητα) υπολογίζεται σε 6 δισ. Είναι ένα ποσό σχεδόν δυόμισι φορές μεγαλύτερο απ’ όσα ελπίζει η κυβέρνηση να εισπράξει από το νέο φόρο το 2014! Αποφεύγει όμως να το θίξει έτσι ώστε η αστική τάξη κι οι καναλάρχες που την στηρίζουν (πρωταθλητές της φοροδιαφυγής) να συνεχίσουν να δίνουν το χρίσμα τους!

Οι πλειστηριασμοί, τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι μακροπρόθεσμα ευνοούν τις τράπεζες, ανεξαρτήτως του πρόσκαιρου σοκ που θα δημιουργηθεί στην αγορά ακινήτων αν τόσες δεκάδες χιλιάδες (νεόδμητα μάλιστα τα περισσότερα) σπίτια βγουν στο σφυρί, οδηγώντας τις τιμές ακόμη πιο χαμηλά. Οι τράπεζες αυτή τη στιγμή (ναι, αυτές οι χρεοκοπημένες επιχειρήσεις που έχουν αφαιμάξει τον προϋπολογισμό ρουφώντας πάνω από ένα ΑΕΠ) έχουν αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην διαδικασία αναδιάρθρωσης του ελληνικού καπιταλισμού. Γι’ αυτό τον λόγο θα ξεκινήσουν τις πιέσεις στις υπερδανεισμένες εταιρείες να αυξήσουν τα μετοχικά τους κεφάλαια με την συμμετοχή των μεγαλομετόχων, ώστε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης και βίαιης εκκαθάρισης του κεφαλαίου. Για τους ίδιους λόγους οι τραπεζίτες θα ξεσπιτώσουν περισσότερες από 100.000 οικογένειες που έχουν ήδη πληγεί προνομιακά από την κρίση: για να θέσουν σε μια νέα βάση των αγορά ακινήτων, όπου δεσπόζουσα θέση θα έχουν οι εταιρείες διαχείρισης ακίνητης περιουσίας και για να ξεφορτωθούν φυσικά κι οι ίδιες το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.   

Προμηνύματα νέας οικονομικής κρίσης (Ουτοπία, Φεβρουάριος 2008)

                                                                                                                     Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να περιέλθει η αμερικανική οικονομία σε μια από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου υποδέχθηκαν το νέο χρόνο οι αρχές της χώρας.

Τα μηνύματα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται από το καλοκαίρι του 2007 με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας» που αντιμετώπισαν τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ πρωτευόντως αλλά και της ΕΕ. Οι αρρυθμίες στην αγορά κεφαλαίων εμφανίστηκαν όταν το σκάσιμο της φούσκας των δανείων χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας στην αμερικανική αγορά ακινήτων, ως αποτέλεσμα της προγενέστερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων, έφερε στην επιφάνεια έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό επέκτασης των πιστώσεων που είχαν δημιουργήσει από κοινού τράπεζες και κάθε είδους πιστωτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στη χορήγηση δανείων. Ο μηχανισμός αυτός, με τη μέθοδο της τιτλοποίησης, μετέτρεπε σε εγγυήσεις για νέα δάνεια όσα είχαν ήδη παρασχεθεί με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια φούσκα ιστορικών διαστάσεων η οποία στηριζόταν στα δάνεια που είχαν φτάσει να χορηγούν (έναντι προκαταβολής της τάξης του 5% της αξίας του ακινήτου) ακόμη και σε άπορους! Τι πιο φυσιολογικό επομένως από το να σπάσει κάποια στιγμή αυτή η φούσκα, όταν συγκεκριμένα θα ανακοπτόταν η «πλημμυρίδα καταθέσεων», με την ορολογία του διοικητή της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, που τροφοδοτούσε τη ρευστότητα.

Οι πρώτοι που ένιωσαν τις δραματικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες από την κατάρρευση της αγοράς δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης ήταν οι τράπεζες. Μέχρι την τελευταία μέρα του Ιανουαρίου οι διαγραφές χρεών που αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες ήταν κολοσσιαίες και πρωτοφανείς, αναγκάζοντας πολλές από αυτές να αναζητήσουν «λευκούς ιππότες» σε κρατικά επενδυτικά κεφάλαια αναδυόμενων καπιταλιστικών αγορών (από τη Μέση Ανατολή, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα) που θα τις γλιτώσουν από τη χρεοκοπία. Οι τράπεζες που προέβησαν σε διαγραφές χρεών από τις ΗΠΑ ήταν: Merrill Lynch (24,4 δισ. δολ.), Citigroup (18,1 δισ.), Morgan Stanley (9,4 δισ.), Bank of America (5,3 δισ.), Bear Sterns (1,9 δισ.) και Wachovia (1,5 δισ.). Εξ ίσου σημαντικές ήταν οι διαγραφές χρεών που ανακοίνωσαν και οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Συγκεκριμένα: UBS (18,4 δισ. δολ.), Credit Agricole (3,7 δισ.) HSBC (3,4 δισ.), Deutsche Bank (3,1 δισ.), Societe Generale (3 δισ.) Barclays (2,7 δισ.) και Royal Bank of Scotland (2,5 δισ.). Το τεράστιο ύψος των ποσών που διέγραψαν από τις απαιτήσεις τους μαρτυρά ότι επρόκειτο για ένα σημείο καμπής.

Το μαρτυρά άλλωστε και η ταχύτατη μετάδοση του «ιού των κακών δανείων» και στην πραγματική οικονομία, όπως έδειξε ένα πλήθος ενδείξεων: Η απότομη επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2007 κατά 0,7% (από 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο), η συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς εργασίας τον Ιανουάριο για πρώτη φορά από το 2003 και με επίκεντρο τομείς που δεν άπτονται άμεσα της κρίσης των «φθηνών δανείων» όπως οι τράπεζες, οι κατασκευές και η αγορά ακινήτων, η μείωση των αποδόσεων των μετοχών στα χρηματιστήρια όλου σχεδόν του κόσμου, η δυσμενής αναθεώρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο των προβλέψεων οικονομικής ανόδου για το 2008, που ήταν ήδη χαμηλότερες από το προηγούμενο έτος κ.ο.κ. Τέλος, ο βάσιμος και σοβαρός χαρακτήρας των ανησυχιών επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από τις αμερικανικές αρχές όταν, αφήνοντας για τους αφελείς τους όρκους πίστης στις ικανότητες που έχει το «αόρατο χέρι» της αγοράς να εξασφαλίζει την ισορροπία, προέβησαν σε δύο μέτρα: Αρχικά η κυβέρνηση Μπους, με δικομματική προφανώς συναίνεση, απελευθέρωσε ένα χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 150 δισ. δολ. (που για να αντιληφθούμε τη σοβαρότητά του χρειάζεται να πούμε ότι ανέρχεται στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ!) με τη μορφή κυρίως φοροαπαλλαγών και επενδυτικών κινήτρων προς επιχειρήσεις. Κατά δεύτερο προχώρησαν στην κάθετη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, κατά 1,25% σε 9 ημέρες φθάνοντας τα στο 3%, και διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τα κέρδη των αμερικανικών τραπεζών και φυσικά την άνοδο των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια.

Παρότι ξεφεύγει του παρόντος, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η αμερικανική οικονομία καθώς η παραπάνω (ενδεδειγμένη και προφανής για την αστική τάξη) κίνηση αντιμετώπισης της κρίσης, η μείωση των επιτοκίων, οδηγεί σε παροξυσμό το πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζει με το δολάριο. Ειδικότερα, η πτώση των επιτοκίων καθιστά όλο και λιγότερο ελκυστικό το αμερικανικό νόμισμα με αποτέλεσμα η ισοτιμία του έναντι των ανταγωνιστών του και δη του ευρώ να κατρακυλάει και στη συνέχεια να καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής η κάλυψη των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το πρόβλημα αυτό οξύνεται από την επιμονή που δείχνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κρατάει αμετακίνητα τα επιτόκια στο 4%, επικαλούμενη την αντιμετώπιση των πληθωριστικών φαινομένων με αποτέλεσμα να διευρύνεται η διαφορά μεταξύ των δύο επιτοκίων και η σύγκριση να καθίσταται εντελώς άνιση, εις βάρος του δολαρίου.

Η διαφορετική απάντηση που δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όσο κι αν υπαγορεύεται από τη σχετικά διαφορετική, μέχρι στιγμής, φάση του οικονομικού κύκλου την οποία διατρέχει η γηραιά ήπειρος σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει δώσει μια νέα και σημαντική ώθηση στη συζήτηση που διεξάγεται στα κέντρα αποφάσεων της αστικής τάξης για το ποια είναι εκείνα τα μέτρα που θα αποτρέψουν την εμφάνιση της κρίσης, φέρνοντας στην επιφάνεια τη διχογνωμία που εμφανίζεται. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αλληλοαποκλειόμενες ή ανταγωνιστικές θέσεις. Αυτό φαίνεται με μεγαλύτερη διαύγεια αν εξαλείψουμε το «θόρυβο» που δημιουργούν τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης τα οποία πρωτίστως εκδηλώνονται στη σφαίρα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων των δύο νομισμάτων. Η αμερικανική θέση συνίσταται σε τρία μέτρα: γενναία αύξηση των κρατικών δαπανών (σε μια κοινωνική κατεύθυνση φυσικά διαμετρικά αντίθετη από αυτή του εφαρμοσμένου Κεϋνσιανισμού, καθώς πλέον ωφελημένοι από την αύξηση της ενεργού ζήτησης είναι η αστική τάξη και τα υψηλά εισοδήματα και όχι οι άνεργοι και η φτωχολογιά κατά πως θα υποστήριξαν με αρθρογραφία τους οικονομολόγοι που δε συμμερίζονται την κυρίαρχη ορθοδοξία όπως ο Π. Κρούγκμαν και ο Τζ. Στίγκλιτς), ενεργοποίηση της νομισματικής πολιτικής – όσο ακόμη αυτή προσφέρεται – και επίσης όξυνση του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, με απώτερο στόχο ακόμη και την καταστροφή μη ανταγωνιστικών τμημάτων του και τη διευκόλυνση των τάσεων διεθνοποίησης του αμερικανικού κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι τις μέρες που η FED ανακοίνωνε την μια μείωση επιτοκίων μετά την άλλη και ο Λευκός Οίκος μοίραζε λεφτά στα μεσαία στρώματα και την αστική τάξη, ο Μπους προωθούσε συμφωνία απελευθέρωσης του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ από τη μια και από την άλλη της Κολομβίας, του Παναμά και της Νότιας Κορέας.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, υπό την επίκληση της αντιπληθωριστικής πολιτικής, δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία αναδιάρθρωσης των αγορών εργασίας έτσι ώστε να μειωθεί το άμεσο και έμμεσο εργατικό κόστος (καταργώντας ασφαλιστικά δικαιώματα για παράδειγμα), στις ιδιωτικοποιήσεις και στις πολιτικές βίαιης αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στο έδαφος της ευρωζώνης προς όφελος των κεφαλαίων εκείνων που διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα, με αντίτιμο την επέκταση της ανεργίας. Γι αυτό το λόγο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται βασιλικότερη του βασιλέως απέναντι στην αμερικανική κρατώντας τα επιτόκια ψηλά και εφαρμόζοντας έτσι μια περιοριστική νομισματική πολιτική που δεν ευνοεί την απρόσκοπτη και εκτατική αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Σημασία ωστόσο έχει ότι όσο επώδυνες κοινωνικά λύσεις κι αν υιοθετηθούν με σκοπό να ανακάμψει το ποσοστό κέρδους, η πτώση του οποίου αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, η αντιμετώπιση της στην καλύτερη περίπτωση θα είναι συγκυριακή ή θα αφορά τη μετάθεσή της στο μέλλον, όπως συμβαίνει κατά κόρον από το 1973 και μετά, όταν ξέσπασε για πρώτη φορά η τρέχουσα δομική κρίση. Για το παρόν μένει η αποκάλυψη των εγγενών αντιφάσεων του σημερινού, καταστρεπτικού για τις ανθρώπινες δυνατότητες, τρόπου παραγωγής και μια δυνατότητα που προσφέρεται στην Αριστερά να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, αποκαλύπτοντας τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και τη δυνατότητα του εργαζόμενου ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κεφαλαίου.