ΘΥΣΙΑ ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Από το 2010 μέχρι σήμερα κάθε συμφωνία με τους δανειστές εμφανίζεται σαν ο από μηχανής θεός που θα φέρει την ανάπτυξη της οικονομίας για να αποδειχθεί κάθε φορά το αντίθετο: ότι οι περικοπές δαπανών και οι νέοι φόροι οδηγούν σε βαθύτερη ύφεση.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Καμία πρωτοτυπία δεν διεκδικούσαν τα επιχειρήματα πίσω από τις πιέσεις προς την κυβέρνηση να κλείσει το συντομότερο δυνατόν τη δεύτερη αξιολόγηση: «Όσο καθυστερεί η συμφωνία τόσο επιδεινώνεται η κατάσταση της οικονομίας», ήταν το επιχείρημα που μονότονα επαναλαμβανόταν. Αξίζει παρ’ όλα αυτά να υπενθυμίσουμε ορισμένα απ’ όσα ειπώθηκαν μέχρι να φθάσουμε στην 18η Μαΐου 2017, οπότε το 4ο Μνημόνιο ψηφίστηκε από τη Βουλή με ισχνή πλειοψηφία μόλις 153 βουλευτών. Και αν επιμένουμε να χαρακτηρίζουμε το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα μέτρα ως Μνημόνιο, συμβαίνει για τον πολύ απλό λόγο ότι η χρονική ισχύς των μέτρων, που εκτείνεται ακόμη κι έως το 2021, ξεπερνάει κατά πολύ την ισχύ της τρέχουσας, τρίτης, δανειακής συμφωνίας και του συνοδευτικού τρίτου Μνημονίου που ψηφίστηκαν τον Αύγουστο του 2015 και θεωρητικά έληγαν τον Αύγουστο του 2018.

Μένοντας μόνο στα δημόσια πρόσωπα κι όχι σε όσα γράφτηκαν στις στήλες του Τύπου ή ειπώθηκαν στα μικρόφωνα από δημοσιογράφους, σταχυολογούμε τρεις δηλώσεις που δεν αξίζει να τις σκεπάσει η σκόνη του χρόνου. Η πρώτη δήλωση ανήκει στον ιδρυτή του Ποταμιού, Σταύρο Θεοδωράκη: «Αν δεν κλείσει άμεσα η αξιολόγηση, ναι, θα γυρίσουμε σε χειρότερες μέρες. 2,2 έως 3,1 δισεκ. θα χάσει η ελληνική οικονομία», τόνιζε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ειδήσεις στις 24 Φεβρουαρίου. Σχεδόν έναν μήνα μετά, στις 27 Μαρτίου, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, που έχει πάψει προ πολλού να είναι κόκκινο πανί για το κυβερνών κόμμα, σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα capital.gr δήλωνε, στο ίδιο κλίμα, για τη συμφωνία: «Πρέπει να κλείσει. Έχει καθυστερήσει αρκετά. Έχουμε ήδη τα πρώτα αρνητικά αποτελέσματα στην οικονομία. Νομίζω, αν θέλουμε να πιάσουμε τους στόχους φέτος, θα πρέπει η συμφωνία να κλείσει το συντομότερο δυνατό». Στη συνέχεια μάλιστα προχωρούσε και στην αποτίμηση του κόστους της καθυστέρησης στην πραγματική οικονομία που το ανέβαζε (άγνωστο πώς…) στο 0,6% του ΑΕΠ! Τελευταίος, μεταξύ πολλών άλλων, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Λετονός Βάλντις Ντομπρόβσκις, που μεταπήδησε στις Βρυξέλλες μετά από μια ταπεινωτική παραίτησή του από το αξίωμα του πρωθυπουργού στη χώρα του. Μιλώντας σε συνέδριο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Επιχειρηματικότητας στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε, στις 21 Απριλίου, ο Λετονός αντιπρόεδρος συνέδεσε και αυτός την ολοκλήρωση της αξιολόγησης με την πορεία της οικονομίας: «Είναι σημαντικό να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος το συντομότερο δυνατό, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας θα συνεχιστεί και ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές το 2018». Παρεμπιπτόντως να αναφερθεί πως, στο πρώτο Μνημόνιο του 2010, ο στόχος για την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές είχε τεθεί το 2012. Έξι χρόνια νωρίτερα από τη νέα ημερομηνία-στόχο…

Δεν περνάει απαρατήρητο το συνεχές των εγκωμίων στις συμφωνίες που υπογράφει κάθε ελληνική κυβέρνηση, από το 2010 ακόμη, με τους πιστωτές. Αυτό το συνεχές στη μια του πλευρά, που προηγείται χρονικά της συμφωνίας κι έχει ως σημείο εκκίνησης την έναρξη των διαπραγματεύσεων και σημείο λήξης την ψήφιση στη Βουλή, κοσμείται από εκπροσώπους των δανειστών, της αντιπολίτευσης και του Τύπου, οι οποίοι πιέζουν για κλείσιμο των διαπραγματεύσεων με κάθε κόστος. «Συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι», επαναλαμβάνεται σταθερά χωρίς ίχνος ντροπής από τραπεζίτες, τηλεοράσεις και σύσσωμο το νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, που στα αιτήματα των Θεσμών διακρίνει τις χρόνιες διεκδικήσεις εργοδοτικών οργανώσεων, εν προκειμένω, για χαλάρωση της εργασιακής νομοθεσίας. Στην άλλη άκρη του το συνεχές έχει την κυβέρνηση, που με εκπληκτική ακρίβεια επτά χρόνια τώρα, ανεξαρτήτως αν στον άχαρο ρόλο του εκπροσώπου βρίσκεται ο Γ. Πεταλωτής, ο Γ. Μουρούτης ή ο Δ. Τζανακόπουλος παίρνει τη σκυτάλη την ημέρα της ψήφισης των προαπαιτουμένων και βγαίνει στα κανάλια να προπαγανδίζει, ως γενόμενα, όσα υπόσχονταν πως θα συμβούν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι καναλάρχες. Το αποτέλεσμα είναι πριν και μετά την υπογραφή κάθε συμφωνίας ο τρόμος για το ενδεχόμενο μη υπογραφής να διαδέχεται τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις για την ανάπτυξη.

…Τόσο το χειρότερο για την αλήθεια

Ωστόσο, αυτή η εκπληκτικού συγχρονισμού επικοινωνιακή παράσταση, που ανεβαίνει απαράλλακτη εδώ και επτά χρόνια (παρότι τηλεοπτικοί σταθμοί-οικονομικά μεγαθήρια οι οποίοι έκαναν σλόγκαν τους το δίλλημα «μνημόνιο ή χρεοκοπία» χρεοκόπησαν και κραταιά κόμματα-στυλοβάτες του πολιτικού συστήματος επί δεκαετίες καταποντίστηκαν εκλογικά) έχει μια μικρή αδυναμία: δεν επιβεβαιώνεται από την οικονομική πραγματικότητα! Όλα δηλαδή τα στοιχεία, αν κάτι δείχνουν, είναι ότι η εξίσωση δεν βγαίνει. Δηλαδή, οικονομική ανάπτυξη (χωρίς μάλιστα να εξετάζουμε έννοιες όπως κοινωνική ευημερία που κοντεύουν να ισοδυναμούν με τρομοκρατία) και συμφωνίες με τους δανειστές έχουν καταστεί έννοιες αλληλοαποκλειόμενες, προς επιβεβαίωση μιας δραματικής διεθνούς εμπειρίας που θέλει κάθε χώρα η οποία πιάστηκε στη μέγγενη των δανειστών να ψυχορραγεί οικονομικά. Διαφορετικά ειπωμένο, ή συμφωνίες με τους δανειστές ή οικονομική ανάπτυξη, είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τη μνημονιακή επταετία που ζήσαμε και δεν φαίνεται να τελειώνει σύντομα.

Το συμπέρασμα ότι η υποταγή στους πιστωτές φέρνει ύφεση υπογραμμίζει η άνευ όρων παράδοση των ελληνικών κυβερνήσεων στους δανειστές. Όπως πολύ παραστατικά είπε ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος από το βήμα της Βουλής την ημέρα της ψήφισης του 4ου Μνημονίου, από το 2010 έχουν υπογραφεί 3 Μνημόνια, με το 1ο να περιλαμβάνει 5 επικαιροποιήσεις, το 2ο να συνοδεύεται από 4 επικαιροποιήσεις και το υπάρχον 3ο μέχρι στιγμής από 2 επικαιροποιήσεις. Το επιχείρημά του παρόλα αυτά – ότι δηλαδή το πολυνομοσχέδιο που υπέγραψε η κυβέρνηση δεν αποτελεί Μνημόνιο, γιατί τότε θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε Μνημόνια και τις 14 προηγούμενες συμφωνίες (Μνημόνια και επικαιροποιήσεις) και να μετράμε έτσι στην πλάτη μας 14 Μνημόνια – πάσχει από μια μικρή αδυναμία: παραγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε άλλη επικαιροποίηση κινούνταν στον χρονικό ορίζοντα της χρηματοδοτικής συμφωνίας. Μπορεί μάλιστα η εφαρμογή να προβλεπόταν για το διηνεκές, χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη επιστροφής στο προηγούμενο-προμνημονιακό καθεστώς κατά τη λήξη του «προγράμματος διάσωσης», εν τούτοις ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχαμε συμφωνία που να προβλέπει νέες περικοπές, επιπλέον των συμφωνηθέντων, 1, 2 και 3 χρόνια μετά το πέρας της συμφωνίας ως όρο για να εκταμιευθούν δόσεις της υπάρχουσας συμφωνίας, όπως αυτές που ψήφισαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στη μείωση των συντάξεων που θα υποστούν περίπου 900.000 άτομα μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς στις κύριες και τις επικουρικές και θα ξεκινήσει να ισχύει από το 2019 και στη μείωση του αφορολόγητου ορίου που θα ισχύσει από το 2020, χρεώνοντας κατά μέσο όρο 600 ευρώ κάθε φορολογούμενο.

Μιλούμε επομένως για 4ο Μνημόνιο (μετά το 3ο που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2015 και λήγει τον Αύγουστο του 2018), το οποίο εκτείνεται μέχρι και το 2021. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι δεν συνοδεύεται από χρήματα, ακόμη κι αυτά που ουδέποτε έφθαναν σε πραγματική μορφή στην Αθήνα για να καλύψουν δημόσιες δαπάνες, αλλά μόνο για να επιστραφούν στους πιστωτές. Μας δάνειζαν για να τους πληρώνουμε, κοινώς. Τυπικότατη περίπτωση οι χρεωπιστώσεις που συνόδευσαν την τελευταία αξιολόγηση, με τα χρήματα της δόσης ύψους 7 περίπου δισεκ. να έχουν από καιρό «κρατηθεί» για να πληρωθούν στις 20 Ιουλίου ομόλογα που διατηρούσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνολικής αξίας 3.868 δισεκ. ευρώ, ιδιώτες πιστωτές αξίας 2.089 δισεκ. και δόσεις στο ΔΝΤ ύψους 290 εκατομμυρίων. Ούτε καν λοιπόν τέτοιο «πέτσινο» χρήμα δεν συνόδευε το 4ο Μνημόνιο, που ψηφίστηκε στις 18 Μαΐου.

Πληρώσαμε …μόνο 78 δισεκατομμύρια

Το κόστος της συμμόρφωσης με τους όρους των πιστωτών, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών του Αλ. Τσίπρα που διεκδίκησε μάλιστα την ηγεσία της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο των 53 μέχρι να διαπιστώσει ότι σε μια μνημονιακή κυβέρνηση είναι πιο εύκολο να παριστάνει ο πρωθυπουργός την εσωτερική αντιπολίτευση παρά ο υπουργός Οικονομικών, ανέρχεται συνολικά σε 78 δισεκ. ευρώ. Εξ αυτών μάλιστα τα 63 δισεκ. αφορούσαν τα δύο πρώτα Μνημόνια (2010-2015) και τα 14 δισεκ. τα δύο επόμενα (2015-2021), του ΣΥΡΙΖΑ. Καμάρωνε μάλιστα επειδή τα Μνημόνια ΠΑΣΟΚ και ΝΔ επιμεριζόμενα κατά έτος στοίχιζαν περισσότερα απ’ όσο στοιχίζουν τα Μνημόνια του ΣΥΡΙΖΑ!

Μπροστά σε έναν τέτοιον καταιγισμό δισεκατομμυρίων ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν σεβάστηκε τις υποχρεώσεις της και δεν τίμησε την υπογραφή της, όπως λένε όσοι προσπαθούν να ρίξουν στην από δω μεριά του γηπέδου την πέτρα του αναθέματος; Πολιτικοί και εκπρόσωποι των πιστωτών, κατά κανόνα, που προσπαθούν να συγκαλύψουν μια απλή αλήθεια: ότι όσο η Ελλάδα εφάρμοζε τη μια περικοπή μετά την άλλη τόσο βυθιζόταν στην ύφεση! Έτσι, φθάσαμε από το 2010 μέχρι το 2017 η Ελλάδα να έχει καταγράψει ένα ανυπέρβλητο παγκόσμιο ρεκόρ, χάνοντας το ένα τέταρτο του προϊόντος της! Επομένως είναι πολλά τα δισεκατομμύρια που χωρίζουν τα 231 δισεκ. του ΑΕΠ του 2009 μέχρι τα 176 του 2016, ώστε να συνεχίζουν οι οπαδοί της γραμμής «συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι» να υποστηρίζουν πως το κλείσιμο της αξιολόγησης φέρνει ανάπτυξη κι η παράταση των διαπραγματεύσεων φέρνει ύφεση…

Η θετική σχέση που συνδέει την ύφεση με την υποταγή στους πιστωτές, αντίθετα με τους δικούς τους ισχυρισμούς που συμπυκνώνονται στη διαχρονική ρήση «όσο πιο γρήγορα πιούμε το πικρό χάπι τόσο πιο γρήγορα θα αναρρώσουμε», επιβεβαιώνεται κι από ποιοτικά στοιχεία που επικεντρώνονται στις περίφημες μεταρρυθμίσεις οι οποίες υποτίθεται θα έφερναν τη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Μόλις τον Απρίλιο του 2017, για παράδειγμα, ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της ΕΕ σε ανάρτηση στο προσωπικό του ιστολόγιο υμνούσε τον Αλ. Τσίπρα επειδή έχει εφαρμόσει περισσότερα από 200 μνημονιακά μέτρα από το καλοκαίρι του 2015. «Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί;», αναρωτιόταν όλος ικανοποίηση, ενθυμούμενος προφανώς την πύρινη αντιμνημονιακή ρητορεία που χάρισε στο ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία το 2015. Επομένως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μέμφεται το ΣΥΡΙΖΑ για επίδειξη ολιγωρίας ή ότι «ροκάνιζε το χρόνο» για να μην αναλάβει το πολιτικό κόστος της στρατηγικής επιλογής του να μετατραπεί στο κατ’ εξοχήν κόμμα των πιστωτών στην Ελλάδα.

Θα αδικούσαμε ωστόσο τις άοκνες προσπάθειες που κατέβαλαν τα «παλαιομνημονιακά κόμματα», αν παραβλέπαμε τις δικές τους επιδόσεις στην υλοποίηση των περίφημων αιρεσιμοτήτων που συνόδευσαν την πρώτη (2010) και τη δεύτερη (2012) δανειακή σύμβαση: από την απελευθέρωση των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων, όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλείται ο εμπεδωμένος νεοφιλελευθερισμός, και τη μείωση μισθών και ημερομισθίων, μέχρι την κάθετη μείωση του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης που συνέβαλε στην εκτόξευση της ανεργίας. Οι αναδιαρθρώσεις που συντελέστηκαν στην ελληνική οικονομία ήταν τόσο ριζικές, ώστε το 2013 ο ΟΟΣΑ αναγνώρισε πως «από το 2009-2010, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό προσαρμοστικότητας στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ»! Επομένως η Ελλάδα κατάπιε το πικρό χάπι, ξανά και ξανά, υπογράφοντας επί της ουσίας εν λευκώ αλλεπάλληλα μνημόνια και επικαιροποιήσεις (που μόνο επικαιροποιήσεις δεν ήταν, καθώς πρόσθεταν κάθε φορά νέα μέτρα), χωρίς όμως η υποταγή να οδηγήσει σε ανάπτυξη της οικονομίας! Κι ας το υπόσχονταν κατ’ επανάληψη όσοι εμφάνιζαν την υποταγή ως σωτηρία…

Λαγούς με πετραχήλια έταζε το ΙΟΒΕ

Από το χρονικό των ματαιωμένων υποσχέσεων δεν θα μπορούσαν να λείπουν και επιστημονικές, υποτίθεται, έρευνες οι οποίες προέβλεπαν ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας θα έτρεχε σαν αφιονισμένο άλογο κούρσας, αν εφάρμοζε τις μεταρρυθμίσεις. Το 2010, συγκεκριμένα, σε έκθεσή του, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, με επικεφαλής τότε τον σημερινό διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, είχε εκτιμήσει ότι η απελευθέρωση των οδικών εμπορευματικών μεταφορών θα έδινε μπόνους στην ανάπτυξη ύψους 13,2% για 5 ολόκληρα χρόνια! Επιπλέον, θα μείωνε τα κόμιστρα από 1,5% έως 2,5% ετησίως, τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή ακόμη και κατά 0,3% ετησίως, ενώ θα αύξανε τον αριθμό των επιχειρήσεων στον κλάδο ακόμη και κατά 2% ετησίως, την απασχόληση έως 4% κάθε χρόνο και την παραγωγικότητα έως 2,5%! Όλα αυτά που αποδείχθηκαν στην πιο αθώα εκδοχή πομφόλυγες (και στην πιο καχύποπτη, προσπάθεια ωραιοποίησης μιας ζοφερής κατάστασης) τα υποστήριζε δημόσια το ΙΟΒΕ πριν επτά χρόνια! Τη συνέχεια την ξέρουμε, με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και την επώδυνη υλοποίηση των πιο άγριων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που έχουν εφαρμοστεί επί ευρωπαϊκού εδάφους, όπως για παράδειγμα η οριζόντια μείωση μισθών και ημερομισθίων που επιβλήθηκε με το δεύτερο Μνημόνιο τον Φεβρουάριο του 2012 και οι αλλεπάλληλες μειώσεις συντάξεων, που έφεραν ύφεση κι όχι ανάπτυξη της οικονομίας!

Επομένως οι υποσχέσεις ανάπτυξης, ως ανταμοιβή της υπογραφής των συμφωνιών με τους δανειστές, είναι αυθαίρετες και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, γιατί η εμπειρία έχει δείξει ακριβώς το αντίθετο!

Παρεμπιπτόντως, αν δεν απολογήθηκαν ποτέ γι’ αυτήν τους την κορυφαία ασυνέπεια πολιτικοί και Μέσα ενημέρωσης, που συνεχίζουν να υπόσχονται ανάπτυξη ως την επιβράβευση της υποταγής στους πιστωτές, ας αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που πάει τόσο στραβά στον χώρο της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, ώστε κανείς να μη νιώθει την υποχρέωση να ελέγχεται για όσα υπόσχεται. Αλλά και κανείς να μην ελέγχει!

Παρόλα αυτά, το 2017 η οικονομία θα αναπτυχθεί. Για πρώτη φορά μάλιστα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Κατά 2,7% προέβλεπε ο κρατικός προϋπολογισμός του τρέχοντος έτους και κατά 1,8% προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 που ψηφίστηκε μαζί με το 4ο Μνημόνιο. Μικρή σημασία, ωστόσο, έχει η διαφορά που παρατηρείται στις εκτιμήσεις. Ας κρατήσουμε ότι για πρώτη φορά το ΑΕΠ θα αρχίσει να διευρύνεται. Άραγε, δικαιώνει αυτή η πρόβλεψη την επιλογή της κυβέρνησης να υπογράψει μια ακόμη επονείδιστη συμφωνία με τους δανειστές; Μπορούμε, με άλλα λόγια, να θεωρήσουμε ότι ακόμη κι αν πράγματι τα εμπειρικά έως τώρα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν τη θετική σχέση μεταξύ της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης και της μεγέθυνσης της οικονομίας, η σχέση αυτή αλλάζει πρόσημο από δω και στο εξής, δικαιώνοντας τη συμμόρφωση στους πιστωτές;

Τα φαινόμενα απατούν

Τέσσερα γεγονότα, κατά την άποψή μου, υπογραμμίζουν ότι κι εδώ τα φαινόμενα δεν προσφέρονται για όρκους αιώνιας πίστης και αφοσίωσης…

Πρώτο, ας λάβουμε υπ’ όψη μας ότι οι προβλέψεις την τελευταία επταετία έχουν αποδεχθεί πολύ πιο άπιστες από τα φαινόμενα. Όσα χρόνια διαρκεί η εφαρμογή των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής στην Ελλάδα, οι αποτυχημένες προβλέψεις είναι πολύ πιθανό να ξεπερνούν τις εύστοχες. Να θυμίσουμε για παράδειγμα ότι το 1ο Μνημόνιο του 2010 προέβλεπε πως ο ρυθμός μεγέθυνσης το 2012 θα ήταν θετικός, κατά 1,1%, όπως επίσης και τα δύο επόμενα χρόνια: κατά 2,1% και το 2013 και το 2014. Ανάπτυξη στο ύψος του 2,5% για το 2014 προέβλεπε και το 2ο Μνημόνιο του 2012. Τι συνέβη; Μείωση κατά 7,3% το 2012, 3,2% το 2013 και μηδενικοί ρυθμοί το 2014. Για την ανεργία, πιστωτές και ελληνικές κυβερνήσεις ήταν πολύ πιο γενναιόδωροι στις προβλέψεις τους. Μείωση από το ανώτερο επίπεδο του 2012 (15,3%) το 2013 στο 14,9% και το 2014 στο 14,6% προέβλεπε το 1ο Μνημόνιο. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή με την ανεργία να φθάνει σε σχεδόν διπλάσια ποσοστά, στο 27%…

Την ενδημική νόσο των (μονίμως επί τα χείρω) αναθεωρήσεων των ελληνικών στατιστικών σχολίασε πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ (IMF Country report No. 17/40), η οποία αναζητούσε τις πραγματικές αιτίες: «παρότι τα στατιστικά στοιχεία έχουν βελτιωθεί από το 2010, μεγάλες και απότομες δημοσιονομικές προσαρμογές έχουν περιπλέξει τις δημοσιονομικές προβολές. Αρνητικές αναθεωρήσεις της αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν πιο συχνές και μεγάλες στην Ελλάδα, απ’ οπουδήποτε αλλού στη ευρωζώνη. Καθοδικές αναθεωρήσεις στην ετήσια μεγέθυνση παρατηρήθηκαν σε περισσότερες από μία στις τρεις δημοσιεύσεις στοιχείων, σε σύγκριση με λιγότερες από μία στις τέσσερις στην υπόλοιπη ευρωζώνη κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001-2014».

Κατά συνέπεια, παρότι ακούγεται βαρύ, δεν πρέπει να παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά τις προβλέψεις τους. Τις περισσότερες φορές είναι «γονατογραφήματα» και υπηρετούν κοντόφθαλμες μάχες εντυπώσεων.

Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 
2014 2015 2016 2017 2018 2019 2020 2021
ΑΕΠ 0,4 -0,2 0 1,8 2,4 2,6 2,3 2,2
Ποσοστό ανεργίας Έρ. Εργ. Δυναμικού 26,5 24,9 23,5 22,8 21,6 20,1 18,9 18,1

 

Δεύτερο, οι προβλέψεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας, όπως εμφανίζονται στον συνοδευτικό πίνακα, δεν θα επιδέχονταν καμιά αμφιβολία αν τα δισεκατομμύρια, αντί να πέσουν στην μαύρη τρύπα των πλεονασμάτων, διοχετεύονταν στην πραγματική οικονομία. Αν, για παράδειγμα, αυξανόταν το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που μένει παγωμένο, στα 6,75 δισεκ. ευρώ για το 2017 και το 2018 και στα 7,3 δισ. για την επόμενη 3ετία: 2019 έως 2021. Μάλιστα τα χρήματα αυτά να δίνονταν, όχι στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων με την ΕΕ προγραμμάτων, όπου η κατεύθυνσή τους εξυπηρετεί στρατηγικές αμφίβολης αποτελεσματικότητας, αλλά σε δραστηριότητες που θα αύξαναν τα πολλαπλασιαστικά οφέλη εντός της χώρας. Να στόχευαν, ενδεικτικά, στην αναζωογόνηση των ναυπηγείων. Τότε θα αποκτούσε νόημα η πολυσυζητημένη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και η προβλεπόμενη μείωση της ανεργίας το 2021 στο 18,1% (που και πάλι παραμένει διπλάσια από τα προ κρίσης επίπεδα) δεν θα ήταν όνειρο θερινής νυκτός, αλλά μια πάρα πολύ πιθανή εξέλιξη.

Επομένως, όσο η προτεραιότητα θα βρίσκεται στα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή στην εξυπηρέτηση των δανειστών, τόσο η διαφαινόμενη μεγέθυνση της οικονομίας και η βελτίωση των συναφών μεγεθών (επενδύσεις, βιομηχανική παραγωγή, απασχόληση, κ.ά.) θα είναι ασταθής και οριακή.

Τρίτο, η κυκλική κίνηση αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό κάθε οικονομίας. Κατ’ επέκταση ήταν θέμα χρόνου να σημειωθεί μια ανοδική στροφή όπως αυτή που είναι ήδη σε εξέλιξη, αργά και βασανιστικά, από το τέλος του 2016. Μάλιστα, αν το ζητούμενο ήταν μια ποσοτική μεταβολή των αριθμών, πρέπει να ομολογήσουμε ότι για πρώτη φορά αυτή σημειώθηκε στα τέλη του 2014, για να διακοπεί το 2015.

Να γίνουμε Μεξικό!

Τέταρτο και τελευταίο: πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πράγματι οι νεοφιλελεύθερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις διατηρούν θετική σχέση με την ανάπτυξη της οικονομίας, κατά έναν τρόπο ωστόσο που ελάχιστες φορές ομολογείται δημόσια από τους διαπρύσιους υποστηρικτές τους. Υπάρχουν, συγκεκριμένα, διεθνή κεφάλαια που, ως προϋπόθεση για να επενδύσουν, θέτουν την επιστροφή στον Μεσαίωνα: Μεσαίωνα εργασιακό, Μεσαίωνα ασφαλιστικό, Μεσαίωνα περιβαλλοντικό, Μεσαίωνα συνδικαλιστικό, ακόμη και Μεσαίωνα δημοκρατικό. Οι μακιλαδόρας στο Μεξικό, όπως αποκαλούνται οι ζώνες ελεύθερου εμπορίου στα βόρεια σύνορα της χώρας, αποτελούν ένα απτό παράδειγμα της σχέσης μεταξύ διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Μέρι και απειλές για αυξημένη φορολογία επιστράτευσε ο Τραμπ για να ανακόψει το αδιάλειπτο ρεύμα των επενδύσεων της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας νότια του Ρίο Γκράντε. Η ανυπαρξία συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ώστε κάθε εργαζόμενος να είναι υποχείριο της εργοδοσίας, η δυνατότητα ομαδικών απολύσεων, ώστε όποια στιγμή επιλέγει κάθε επιχείρηση να κλείνει χωρίς κόστος και να εξαφανίζεται, και η δυνατότητα εν λευκώ μπαζώματος αρχαιοτήτων και προστατευόμενων περιοχών φυσικής ομορφιάς χωρίς αμφιβολία θα μετέτρεπαν την Ελλάδα σε μαγνήτη για επενδύσεις. Κι αν όχι όλων, σίγουρα των πιο ρυπογόνων και εντάσεως εργασίας βιομηχανικών μονάδων.

Μόνο που ακόμη κι αν συμβούν όλα αυτά, αν δηλαδή το πείραμα αποδώσει, τότε ούτε αυτές οι μονάδες θα είναι τόσες πολλές ώστε να κάνουν τη διαφορά, να επιστρέψουν για παράδειγμα την ανεργία στα επίπεδα του 2007, ούτε – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – μια τέτοια ανάπτυξη θα μπορούσε να φέρει την κοινωνική ευημερία. Με μισθούς στο επίπεδο των 250 ευρώ, στο οποίο είχε κρίνει ο επικεφαλής του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν, μιλώντας στο ευρωκοινοβούλιο, ότι πρέπει να φθάσουν οι αποδοχές στην Ελλάδα για να είναι συγκρίσιμες με των άλλων βαλκανικών χωρών, ακόμη και μια κοινωνία πλήρους απασχόλησης, θα ήταν ταυτοχρόνως μια κοινωνία πλήρους εξαθλίωσης. Όχι κοινωνία ευημερίας.

Προς επίρρωση του συμπεράσματος – ότι ο εξευτελισμός των μισθών σε επίπεδα Κίνας μπορεί να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις, αλλά δεν εγγυάται την ανάπτυξη –είναι πολύτιμα τα στοιχεία που συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση European Attractiveness Survey, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 24 Μαΐου και εξετάζει τις Ξένες Άμεσες Επενδύσεις. Το πρώτο συμπέρασμα είναι πως η Ελλάδα βρίσκεται στα τελευταία σκαλοπάτια της διεθνούς κατάταξης: στην 34η θέση μεταξύ 44 χωρών. Το δεύτερο συμπέρασμα διαψεύδει όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να μειώσουμε το κόστος εργασίας για να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις, καθώς οι τρεις χώρες που συγκέντρωσαν τις περισσότερες μόνο για το φθηνό κόστος εργασίας δεν φημίζονται: Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία και Γαλλία έχουν αμοιβές πολλαπλάσιες των ελληνικών. Παρόλα αυτά συγκέντρωσαν πάνω από το ήμισυ των συναφών εισροών, καταγράφοντας 1.144, 1.063 και 779 νέες επενδύσεις. Πλήγμα στο επιχείρημα όσων υπερασπίζονται την πτώση των μισθών (των άλλων) αποτελεί και το ρεκόρ της Σουηδίας στην αύξηση των ξένων επενδύσεων από χρόνο σε χρόνο, καθώς το 2016 η χώρα κατέγραψε αύξηση κατά 76%. Το τρίτο συμπέρασμα που συνάγεται από τη μελέτη της έκθεσης είναι κι αυτό αποδομητικό των νεοφιλελεύθερων εξαγγελιών. Συγκεκριμένα, από τις 13 ξένες άμεσες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν, οι 8 αφορούσαν τον χρηματοοικονομικό κλάδο (ούτε προστιθέμενη αξία αφήνει στον τόπο, ούτε φημίζεται και για τα πολλαπλασιαστικά του αποτελέσματα…), ενώ όλες μαζί δημιούργησαν 111 νέες θέσεις εργασίας! Μήπως επομένως γίνεται πολλή φασαρία για το τίποτε; Μήπως δηλαδή οι ξένες επενδύσεις δεν είναι η πολύφερνη νύφη, όπως τις παρουσιάζουν;

Στη βάση των παραπάνω φαίνεται ότι η προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να αποδείξει ότι αυτοί μπορούν να φέρουν την ανάπτυξη εκεί όπου οι άλλοι αποτυγχάνουν, περισσότερο ευσεβή πόθο αποτελεί. Η επιχείρηση καλλωπισμού μιας εκτρωματικής πολιτικής περικοπών και φορομπηξίας, έτσι ώστε η κοινωνία να μάθει να ζει με τα συσσίτια, είναι καταδικασμένη να πέσει στο κενό…

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία τεύχος 14, καλοκαίρι 2017.

Το success story …επανέρχεται!

Το σχέδιο που με ζήλο υπερασπίζονται όπου βρεθούν και σταθούν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θα μπορούσε να ονομαστεί και «η επιστροφή του Αντώνη Σαμαρά» ή η «νεκρανάσταση του success story».

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Για όποιον έχει ξεχάσει, θυμίζουμε πώς ήταν το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας το 2014: επιτέλους(!) στο βάθος του τούνελ έλαμπε φως, η εποχή των Μνημονίων έφθανε στο τέρμα της και η διαφαινόμενη οικονομική ανάπτυξη θα θεράπευε τις πληγές που άνοιξε η υπαγωγή της Ελλάδας στη μέγγενη των δανειστών το 2010. Οι δρακόντειοι όροι που θα συνόδευαν τη συζητούμενη τότε συμφωνία για ένταξη της Ελλάδας σε μια πιστοληπτική γραμμή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή τα νέα μέτρα λιτότητας που προέβλεπε το περίφημο πλέον μέιλ Χαρδούβελη προς τους πιστωτές αποτελούσαν ασήμαντες λεπτομέρειες σε σύγκριση με την επιβράδυνση της πτωτικής πορείας ή την αλλαγή κατεύθυνσης που σημείωναν κρίσιμοι οικονομικοί δείκτες.

Το ουσιαστικό ωστόσο ήταν πως οι ποσοτικές αλλαγές δεν προμήνυαν κλείσιμο του κύκλου της κρίσης, δηλαδή επιστροφή στα προ κρίσης δεδομένα. Το σημαντικότερο επίσης ήταν πως οι ορατές – αν και οριακές – αυτές αλλαγές αφορούσαν την οικονομία και μόνο. Στο κοινωνικό επίπεδο οι απώλειες των μισθωτών συνεχίζονταν και παγιώνονταν και η όποια ανάκαμψη συντελούνταν στη βάση των κατακρεουργημένων δικαιωμάτων τους, τα οποία θα συνέχιζαν να είναι σκιά εκείνων του παρελθόντος.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα, που η χιλιοεπαναλαμβανόμενη αύξηση του ΑΕΠ χρησιμοποιείται άλλοτε σαν βάλσαμο κι άλλοτε σαν πέπλο συγκάλυψης της φτώχειας, της υπερφορολόγησης, της αυξανόμενης εκμετάλλευσης και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας.

Αξίζει να δούμε γιατί χαίρονται και χαμογελούν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ την ίδια ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί το θλιβερό προνόμιο κάθε αρνητικού ρεκόρ στις ευρωπαϊκές στατιστικές. Το πιο πρόσφατο «τρόπαιο» που ύψωσε θριαμβευτικά στον αέρα η κυβέρνηση αφορούσε τη διαβεβαίωση για την αύξηση του ΑΕΠ [και] από τα χείλη του Ευρωπαίου Επιτρόπου Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος εξακολουθεί ακούραστα κι ανυποψίαστα να χειροκροτείται στον ρόλο του «καλού». Οι δηλώσεις του έγιναν μετά το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της 20ής Φεβρουαρίου, όταν η κυβέρνηση αποδέχθηκε τελικά να ψηφίσει οικονομικά μέτρα για μετά το 2019, παρότι διαβεβαίωνε για το αντίθετο. Δεν περνάει μάλιστα καθόλου απαρατήρητο πως οι Ευρωπαίοι σπεύδουν κάθε φορά να υπερθεματίσουν, μεγεθύνοντας κάθε υποψία βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων, μήπως και με αυτό τον τρόπο εμφανίσουν ότι η πολιτική τους δεν γεννάει μόνο… πόνο, αλλά και επιτυχίες.

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 2 Φεβρουαρίου, ήταν ο υπερ-Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Νίκος Παπάς, σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Ε, που τα εμφάνιζε όλα ρόδινα. Με βάση τα δικά του λόγια, ΑΕΠ, βιομηχανική παραγωγή, επενδύσεις, εξαγωγές και κατανάλωση διαρκών αγαθών αυξάνονται, ενώ θετικά είναι τα μηνύματα κι από το μέτωπο της απασχόλησης, καθώς τη διετία 2015-2016 δημιουργήθηκαν 232.000 θέσεις εργασίας. Πάντα με τα δικά του λόγια. Ας εξετάσουμε επομένως τι έχει καταγραφεί με βάση τις επίσημες στατιστικές στα συγκεκριμένα αυτά μέτωπα.

Έχει τεράστια σημασία να περιγράψουμε το πλαίσιο. Να υπενθυμίσουμε με άλλα λόγια το πρωτοφανές βάθος και τη διάρκεια, δηλαδή τον ιστορικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης. Τα περιέγραψε πολύ πρόσφατα και παραστατικά το ΔΝΤ, στην έκθεση που δημοσιοποίησε στις 6 Φεβρουαρίου 2017, συγκρίνοντας την ελληνική κρίση με την Ασιατική (που έπληξε την Ινδονησία, την Κορέα και την Ταϋλάνδη), την κρίση της ευρωζώνης και την μεγάλη ύφεση των ΗΠΑ. Οκτώ χρόνια έχουν περάσει από τις υψηλότερες επιδόσεις που είχαν καταγραφεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα κι η τεθλασμένη γραμμή σέρνεται ακόμη στον «πάτο», όταν οι ΗΠΑ μετά το 1929 χρειάστηκαν μόλις 7 χρόνια για να επιστρέψουν στα προ της κρίσης επίπεδα.

Πηγή: ΔΝΤ

Προϊόν ασθενές και αβέβαιο

Με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (14.2.2017), το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2016 μειώθηκε 0,4% σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2016, ενώ αυξήθηκε κατά 0,3% σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2015. Φαίνεται επομένως πως δεν έχουμε να κάνουμε με μια ρωμαλέα και αδιαμφισβήτητη μεγέθυνση του προϊόντος, όπως θα περίμενε κανείς μετά από μια τόσο μεγάλη και παρατεταμένη βουτιά, αλλά με μια αύξηση ασθενή και ευάλωτη στη συγκυρία.

Επιπλέον, αν έπρεπε να επαινέσουμε μια κυβέρνηση για την αύξηση που καταγράφηκε στην τριμηνιαία άνοδο του ΑΕΠ, τότε θα έπρεπε να συγχαρούμε την προηγούμενη, γιατί επί των ημερών της καταγράφηκε η πρώτη βελτίωση πριν τον καταποντισμό του 2015, που ήταν μάλιστα κι ανώτερη της τωρινής, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε.

Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή

Συγκεκριμένα η «ανωτερότητα» του Σαμαρά έναντι του Τσίπρα, για όποιον θέλει να αναγάγει σε κριτήριο οικονομικής επιτυχίας την εξέλιξη του ΑΕΠ, φαίνεται από την αξία του, καθώς το ΑΕΠ έφθασε στο υψηλότερο σημείο του επί της σημερινής κυβέρνησης το τρίτο τρίμηνο του 2016 (44,371 δις ευρώ). Υπολειπόταν ωστόσο αισθητά της νεοδημοκρατικής επίδοσης κατά το τρίτο τρίμηνο του 2014 (45,013 δις ευρώ). Αν επομένως ο Ν. Παπάς δεν ψάρευε σε θολά νερά, ποντάροντας στην άγνοια των ακροατών του, θα όφειλε να αναγνωρίσει ότι ο Τσίπρας ήρθε δεύτερος∙ προηγήθηκε ο Σαμαράς…

Ωστόσο, πέραν του ποσοτικού υπάρχει και το ποιοτικό στοιχείο: Η αύξηση του μεγέθους της πίτας, δηλαδή του κοινωνικού προϊόντος, δεν συνεπάγεται αυτόματα πως το κάθε κοινωνικό στρώμα κι η κάθε κοινωνική τάξη θα δουν το μερίδιο που τους αναλογεί να αυξάνεται αναλογικά. Κάλλιστα μια κοινωνική μερίδα μπορεί να δει τη θέση της να επιδεινώνεται, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους συνταξιούχους, που έχουν υποστεί πρωτοφανείς απώλειες στις συντάξεις τους. Γιατί από τη μεριά τους να χειροκροτήσουν μια αύξηση του ΑΕΠ;

Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ το 2017 και στο μέλλον, τη δική του σημασία έχει ένα ακόμη ρεκόρ, το οποίο κατέκτησε η Ελλάδα με την αρωγή των δανειστών της: το χρυσό μετάλλιο στις αρνητικές αναθεωρήσεις! Και πάλι με βάση όσα αποκαλυπτικά αναφέρει η έκθεση του ΔΝΤ: «Οι αρνητικές αναθεωρήσεις της πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ ήταν συχνότερες και μεγαλύτερες στην Ελλάδα απ’ οπουδήποτε αλλού στην ευρωζώνη. Πτωτικές αναθεωρήσεις στην ετήσια αύξηση της παραγωγής γίνονταν σε περισσότερες από 1 στις 3 δημοσιεύσεις στοιχείων, έναντι λιγότερων από 1 στις 4 για την υπόλοιπη ευρωζώνη την περίοδο 2001-2014. Οι αναθεωρήσεις ήταν μεγαλύτερες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης και με σταθερό τρόπο μεροληπτικά καθοδικές (-0,6% κατά μέσο όρο, έναντι 0,2% για την ευρωζώνη)».

Ας μην θεωρούμε επομένως ως θέσφατο κάθε δήλωση ή πρόβλεψή τους.

Βιομηχανική παραγωγή: ό,τι απέμεινε

Η βιομηχανική παραγωγή τον Δεκέμβριο του 2016 πράγματι κατέγραψε μια ασυνήθιστη αύξηση έναντι όλων των προηγούμενων μηνών του έτους. Ακόμη κι έτσι όμως, ο δείκτης του ετήσιου κύκλου εργασιών στη βιομηχανία ανήλθε στο 86,72% του επιπέδου του 2010, που κι αυτό ήταν έτος κρίσης. Αν συγκρίναμε με το 2007, που η βιομηχανική παραγωγή ήταν στο υψηλότερο επίπεδο της προ κρίσης εποχής (123,08%), οι επιδόσεις του 2016 είναι σχεδόν 40% χαμηλότερες.

Η ελεύθερη πτώση που παρατηρείται στη βιομηχανική παραγωγή της Ελλάδας προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση αν τη συγκρίνουμε με την αυξανόμενη τάση επιστροφής της βιομηχανίας στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και στην ΕΕ.

Κι από επενδύσεις …αποεπένδυση!

Ανησυχία προκαλεί και η πορεία των επενδύσεων, καθώς η μείωση του κεφαλαιακού αποθέματος, όπως καταγράφεται στον πίνακα που ακολουθεί είναι θεαματική. Η αποεπένδυση σημαίνει γήρανση του κεφαλαιακού εξοπλισμού και λιγότερες θέσεις εργασίας για το μέλλον.

Καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα Ελλάδας, σε τιμές 2010

2010 2011 2012 2013 2014 2015 2016 2017
857,2 851,9 839 825,9 812,3 797,6 784,5 774,9

Πηγή: Ameco

Πηγή: Ameco

Σημασία ωστόσο, για το επιχειρηματικό μοντέλο που αναδεικνύεται από τις στάχτες της κρίσης, έχει και το είδος των επενδύσεων που γίνονται. Με βάση μελέτη της Endeavor Greece, που είδε το φως της δημοσιότητας στις αρχές Φεβρουαρίου, το κυρίαρχο υπόδειγμα θέλει έναρξη επαγγέλματος να κάνουν μαζικά καφετέριες, μπαρ και σουβλατζίδικα κι από την άλλη, σε λήξη εργασιών να προχωρούν εργοστάσια. Η έρευνα στηρίχθηκε σε στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου και έδειξε πως το 84% των νέων επιχειρήσεων από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2016 δραστηριοποιούνταν σε μαζική εστίαση, διασκέδαση, λιανεμπόριο και λογιστικές συμβουλευτικές υπηρεσίες. Η μεγαλύτερη συρρίκνωση, αντίθετα, παρατηρήθηκε στο λιανεμπόριο, τη μεταποίηση και τις κατασκευές.

Εύκολα επομένως αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω πως το μέλλον έχει πολύ αέρα…

Εξαγωγές: ζήτω το 2014!

Σε ό,τι αφορά το διεθνές εμπόριο,  με βάση ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (9.1.2017) για τις εμπορικές συναλλαγές της Ελλάδας τον μήνα Νοέμβριο, πράγματι οι επιδόσεις του 2016 υπερβαίνουν τις επιδόσεις του 2015. Ωστόσο και πάλι υπολείπονται εκείνων του 2014. Είτε εξετάσουμε τις εξαγωγές συμπεριλαμβανομένης της αξίας των πλοίων (2,216 δις) ή εξαιρουμένης αυτής (2,203 δις ευρώ), το επίπεδο του 2014 (2,342 και 2,300 αντίστοιχα) δεν έχει επιτευχθεί.

Κατανάλωση: κάθε χρόνο και χειρότερα!

Το τρίτο τρίμηνο του 2016, η πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε κατά ένα ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό της τάξης του 5,7%.  Όπως πολύ σωστά όμως παρατήρησε ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του στις 2 Φεβρουαρίου 2016, «μια προσεκτική ανάλυση των κύριων προσδιοριστικών παραγόντων της ιδιωτικής κατανάλωσης, δείχνει μείωση του καθαρού (μετά από φόρους και εισφορές) διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά 2,1%, όταν τα δύο αυτά μεγέθη, σε όλα τα προηγούμενα τρίμηνα, κινούνται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση». Επομένως η αυξημένη κατανάλωση δεν προέρχεται από αυξημένα εισοδήματα, μιας κι αυτά αποδεδειγμένα μειώνονται. Γνωρίζοντας ότι μειώνεται επίσης και η τραπεζική χρηματοδότηση, συμπεραίνεται ότι η αυξημένη κατανάλωση προέρχεται είτε από τραπεζικές αναλήψεις ή από χρήματα που υπάρχουν στα… σεντούκια, αν έχει μείνει τίποτε ακόμη. Και οι δύο αυτές πηγές ωστόσο αντιπροσωπεύουν εισοδήματα που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν. Κατ’ επέκταση, οι λόγοι που αυξάνεται η ιδιωτική κατανάλωση έπρεπε να είναι πηγή ανησυχίας κι όχι να εμφανίζονται ως πηγή αισιοδοξίας, όπως τις εμφανίζει ο Ν. Παπάς. Πολύ περισσότερο, όταν δειγματοληπτικές έρευνες φέρνουν στην επιφάνεια την κατάσταση παρατεταμένης οικονομικής ασφυξίας που ζουν τα νοικοκυριά. Από πολλές απόψεις χρήσιμη (και αποδομητική του ισχυρισμού του Ν. Παπά) είναι η έρευνα καταναλωτών που δημοσιεύεται στην τετραμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ (αρ. τεύχους 86, Ιανουάριος 2016). Από τις απαντήσεις των ερωτηθέντων φαίνεται ότι πλέον ένα μονοψήφιο μόνο ποσοστό αποταμιεύει κι αυτό μάλιστα αποταμιεύει μικροποσά, ενώ πολλοί περισσότεροι είναι όσοι πάνε στον γκισέ και τα ΑΤΜ για αναλήψεις!

Απασχόληση: μερική κι εκ περιτροπής!

Όσον αφορά την ανεργία, πράγματι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σε σχέση με το 2014. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα που παραθέτουμε, τον Νοέμβριο του 2016 έφθασε το 23% έναντι 24,5% τον Νοέμβριο του 2015.

 

Το σημαντικότερο ωστόσο εδώ δεν είναι η σύγκριση του ποσοστού ανεργίας με το παρελθόν (δεδομένου ότι εξακολουθεί να παραμένει σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο από το ιστορικό  υψηλό της ανεργίας στην Ελλάδα), αλλά οι σοβαρότατες ποιοτικές μεταβολές που έχουν συντελεστεί στο εργασιακό τοπίο. Βασικό τους γνώρισμα έχουν την έκρηξη της επισφάλειας, που μετατρέπει την ελληνική αγορά εργασίας πιθανώς στην πιο νεοφιλελεύθερη της Ευρώπης κι ας παραμένουν ακόμη σε ισχύ φιλεργατικοί νόμοι που όμως δεν εφαρμόζονται.

Τρία στοιχεία είναι αρκετά για να δείξουν ότι η αξιοπρεπής διαβίωση όλο και λιγότερο θα ταυτίζεται στο εξής με την εργασία. Πρώτο, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των νέων προσλήψεων αφορά ευέλικτες θέσεις εργασίας. Τον Ιούλιο του 2016 για παράδειγμα, με βάση στοιχεία του συστήματος Εργάνη, από τις 201.793 προσλήψεις οι 78.432 (38,87%) αφορούσαν μερική απασχόληση κι οι 30.859 (15,29%) εκ περιτροπής εργασία. Δεύτερο, 125.000 εργαζόμενοι πληρώνονται με μισθό κατώτερο των 100 ευρώ τον μήνα, φέρνοντας στην επιφάνεια τη δημιουργία μιας νέας γενιάς επισφαλώς εργαζομένων που ως βδομαδιάτικο έχουν 25 ευρώ! Ποια ανάγκη να καταφέρουν να καλύψουν με αυτά τα ψιχία; Φαγητό, τσιγάρα, καφέ, εισιτήρια για τα μέσα μεταφοράς; Τρίτο, 400.000 εργαζόμενοι με βάση στοιχεία που αναγράφονται στις φορολογικές τους δηλώσεις δεν αμείβονται καν! Πάνε κι έρχονται στην εργασία τους με την ελπίδα να μην κλείσει, μήπως έτσι καταφέρουν και λάβουν κάποτε τα δεδουλευμένα… Ταυτόχρονα νέες γενιές εργοδοτών εθίζονται στη δωρεάν εργασία, αναβιώνοντας προκαπιταλιστικές μορφές ωμής εκμετάλλευσης…

Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, όπως υλοποιήθηκε με τους μνημονιακούς νόμους και τη σχεδιασμένη αποδυνάμωση και περιθωριοποίηση των Επιθεωρήσεων Εργασίας (ώστε να μην υπάρχουν επιτόπιοι έλεγχοι) προηγείται της επικείμενης ανάκαμψης, βεβαιώνοντας ότι δεν θα συνοδεύεται από κοινωνικό μέρισμα, όπως συνέβαινε εν πολλοίς στο παρελθόν. Στο εξής η μεγέθυνση της πίτας θα τροφοδοτεί μεγαλύτερα κομμάτια αποκλειστικά και μόνο για την ελίτ, που θα δει τη θέση της να βελτιώνεται περαιτέρω. Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη κι αν υλοποιηθεί η πρόβλεψη της κυβέρνησης για μεγέθυνση της τάξης του 2,7% το τρέχον έτος, αυτό δεν θα σημάνει τίποτε το θετικό όσο το καθεστώς απορρύθμισης της εργασίας ισχυροποιείται κι οι μισθοί μειώνονται. Κι έτσι το success story της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, τρία χρόνια μετά το success story της ΝΔ, αποδεικνύεται εξ ίσου κάλπικο…

Μάρτιος 2017

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος 13, Άνοιξη 2017

ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ: Βυθίζουν την οικονομία, γενικεύουν τη φτώχεια

viewΦύκια για μεταξωτές κορδέλες πουλάει η κυβέρνηση προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από τη δραματική επιδείνωση όλων των δεικτών της οικονομίας που σηματοδοτούν τη χειροτέρευση των όρων ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Μάλιστα, των πιο φτωχών, με αποτέλεσμα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ να αναλαμβάνουν την ευθύνη για την κατρακύλα του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού… Έτσι, με μια μέρα διαφορά ο μεν αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να μην εφαρμοστούν ορισμένα από τα μέτρα λιτότητας που απορρέουν από το ταπεινωτικό Μνημόνιο Τσίπρα και θα ψηφιστούν στη Βουλή (τότε γιατί τα ψηφίζουν;), ενώ ο υπουργός Επικρατείας Ν. Παππάς υποσχόταν «έκρηξη επενδύσεων» με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, σε μια μάταιη προσπάθεια να πείσει ότι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει κάτι θετικό να κομίσει στους εργαζόμενους, πέρα από νέους φόρους και αύξηση της φτώχειας.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Στον αντίποδα των κυβερνητικών μεγαλοστομιών και προσπαθειών καλλωπισμού υπάρχει ήδη μια δραματική κατάσταση στην οικονομία, που θα επιδεινωθεί περαιτέρω από τα μέτρα που θα φέρει το κλείσιμο της αξιολόγησης, όπως πιστοποιείται από τα εξής πολύ συγκεκριμένα δεδομένα:

Πρώτο, την έκρηξη στα λουκέτα. Σύμφωνα με στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου, που παρουσίασε η Καθημερινή της Κυριακής στις 27 Μαρτίου, οι διαγραφές επιχειρήσεων από 1/1 έως 22/3 χτύπησαν …κόκκινο, φτάνοντας τις 9.812, όταν τα προηγούμενα χρόνια ο αριθμός τους ήταν πολύ μικρότερος, μεταξύ 7.000 και 8.000. Το 2016 μάλιστα για πρώτη φορά οι διαγραφές υπερέβησαν τις εγγραφές με αποτέλεσμα το ισοζύγιο σε πανελλαδικό επίπεδο να είναι πλέον αρνητικό! Σίγουρο μάλιστα θεωρείται πως τα πραγματικά λουκέτα είναι περισσότερα από τα καταγεγραμμένα. Η συρρίκνωση του αριθμού των επιχειρήσεων (ζητούμενο των Μνημονίων) επήλθε ως αποτέλεσμα της αυξημένης φορολογίας και της μειωμένης ζήτησης. Αυτό που μένει τώρα να δούμε είναι τις αριστερές ερμηνείες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίζουν τα λουκέτα στις επιχειρήσεις ως ένα ακόμη πλήγμα στο κεφάλαιο, μετά την επιλεκτικότατη ομολογουμένως αποκάλυψη της διαπλοκής, στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή…

Στάση πληρωμών στο εσωτερικό

Δεύτερο, την αύξηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της κυβέρνησης. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ συνέχισαν την πολιτική δημιουργίας συνθηκών ασφυξίας στην αγορά προκειμένου να εμφανίσουν δημοσιονομικό πλεόνασμα, όπως έκαναν για το πρώτο δίμηνο του 2016, ανακοινώνοντας πρωτογενές αποτέλεσμα ύψους 3,038 δισ. ευρώ. Καμάρωναν μάλιστα πως ήταν τριπλάσιο του αρχικού στόχου. Ο άθλος της κυβέρνησης ωστόσο ήταν καραμπινάτη απάτη με τελικό αποδέκτη την Τρόικα, καθώς δε στηρίχθηκε μόνο σε περικοπές δαπανών ύψους 960 εκ. ευρώ που θα ζήλευαν ακόμη κι οι Ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και στη συνεχιζόμενη στάση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου, όπως εκφράζεται στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2015 έφτασαν τα 4,647 δισ. ευρώ κι ήταν αυξημένες τόσο έναντι του 2014 (3,076 δισ.) όσο και έναντι του 2013 (4,251 δισ. ευρώ)! Κι όσο για την εξαγγελία του Γ. Χουλιαράκη κατά την ομιλία του στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής ότι εντός του 2016 θα εξοφληθούν όλες οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου να θυμίσουμε ότι τα ίδια λέγονται κάθε χρόνο. Ακόμη κι οι ΣΥΡΙΖΑίοι μετά την μεγάλη προδοσία του 2015 υπόσχονταν ότι με τα χρήματα που θα εισρεύσουν θα πληρωθούν τα ληξιπρόθεσμα… Όσο πληρώθηκαν πέρυσι θα πληρωθούν και φέτος…

Τρίτο, τη μείωση στις καταθέσεις. Ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης λιτότητας το καθαρό αποτέλεσμα των δοσοληψιών στα τραπεζικά γκισέ όχι μόνο όλο το 2015, αλλά και τους δύο πρώτους μήνες του 2016 είναι εκροή καταθέσεων. Συγκεκριμένα και με βάση στοιχεία της Τράπεζας Ελλάδας το Φεβρουάριο οι εκροές ανήλθαν σε 542 εκ. ευρώ, τον Ιανουάριο σε 1,149 δισ. ευρώ και ολόκληρο το 2015 σε 36,908 δισ. Εκροές σημειώθηκαν και το 2014, ύψους 2,966 δισ. ευρώ, ενώ το 2013 παρατηρήθηκαν εισροές ύψους 1,8 δισ. ευρώ για πρώτη φορά μετά το 2009. Η συρρίκνωση των καταθέσεων πολύ περισσότερο από την έλλειψη εμπιστοσύνης στην αξιοπιστία των τραπεζών δείχνει την αδυναμία των πολιτών να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους με το μισθό τους και την καταφυγή στα υπόλοιπα των καταθέσεων, πριν αναγκαστούν να κόψουν βασικά είδη ανάγκης ή να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς στην εφορία.

Τέταρτο, τη συρρίκνωση της τραπεζικής χρηματοδότησης. Προς διάψευση των ολότελα παραπλανητικών διαφημίσεων των τραπεζών που μετά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση υπόσχονται ότι τώρα θα ανοίξουν τα χρηματοκιβώτια τους να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, τα στοιχεία της κεντρικής τράπεζας δείχνουν μείωση της τραπεζικής χρηματοδότησης του εγχώριου ιδιωτικού τομέα. Συγκεκριμένα, το υπόλοιπο της χρηματοδότησης τόσο τον Ιανουάριο του 2016, όσο και τον Δεκέμβριο και το Νοέμβριο του 2015, εμφανίζεται μειωμένο σε ετήσια βάση (σε σχέση δηλαδή με ένα χρόνο πριν) κατά τουλάχιστον 2%. Τον Ιανουάριο του 2016 το υπόλοιπο ήταν 203,540 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 512 εκ. ευρώ σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2015. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στην ευρωζώνη, με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πιθανότατα λόγω των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης, οι χορηγήσεις δανείων εμφανίζονται αυξημένες… Που είναι το κοινό νόμισμα;

Πέμπτο, την πτώση των λιανικών πωλήσεων. Ως αποτέλεσμα των μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, οι λιανικές πωλήσεις (εκτός καυσίμων) μειώθηκαν το 2015 κατά 0,8%, όταν  το 2014 μειώθηκαν πάλι κατά 0,9%. Συμπεριλαμβανομένων και των καυσίμων, ο κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου το 2015 μειώθηκε κατά 2,8%, έναντι μείωσης 1,1% το 2014. Κατά γενική ομολογία μάλιστα η πτώση το 2015 θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν δε δρούσε εξισορροπητικά η αύξηση της τουριστικής ζήτησης. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έτσι μπορούν να καυχώνται ότι έβαλαν κι αυτοί το δικό τους λιθαράκι στη σωρευτική μείωση των λιανικών πωλήσεων κατά 26,5% (εξαιρουμένων των καυσίμων) μεταξύ 2010 και 2015.

Έλλειψη νέων επενδύσεων

Έκτο, την παρατεταμένη αποεπένδυση. Ολόκληρο το 2015 σημειώθηκε υποχώρηση των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου κατά 2,8%, σε ετήσια βάση, με αποτέλεσμα ως ποσοστό του ΑΕΠ οι επενδύσεις το 2015 να αντιπροσωπεύουν το 11,6% όταν το 2007 αντιπροσώπευαν ένα υπερδιπλάσιο μερίδιο της τάξης του 24,5% του ΑΕΠ. Αποτέλεσμα της έλλειψης επενδύσεων, που προκαλούνται κατά σημαντικό μέρος και από την απροθυμία των τραπεζών να αυξήσουν τις χρηματοδοτήσεις τους, είναι να συρρικνώνεται και να απαρχαιώνεται το κεφαλαιουχικό απόθεμα της χώρας. Την περίοδο 2010-2014 οι αποσβέσεις ξεπέρασαν την επενδυτική δαπάνη σωρευτικά κατά 42,3 δισ. ευρώ. Σοβαρό μερίδιο της αποεπένδυσης οφείλεται στην απότομη πτώση των επενδύσεων σε νέες κατοικίες. Πρόκειται για επενδύσεις που μπορεί να μη φημίζονταν για την προστιθέμενη αξία που δημιουργούσαν ή το πολλαπλασιαστικό τους αποτέλεσμα στην οικονομία, ωστόσο ωθούσαν προς τα πάνω το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, ενώ αύξαναν και την απασχόληση. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι αυτού του είδους οι επενδύσεις αποτελούν πλέον μόλις το 0,8% του ΑΕΠ, όταν το 2008 αποτελούσαν το 7,6%. Συνολικά το 2015 ο όγκος των οικοδομικών αδειών μειώθηκε κατά 0,2% έναντι μείωσης κατά 5,8% το 2014 και 25,6% το 2013. Σύμφωνα δε με τους εθνικούς λογαριασμούς της ΕΛΣΤΑΤ το προϊόν του κατασκευαστικού τομέα σε σταθερές τιμές μειώθηκε κατά 12% το 2015, έναντι μείωσης κατά 4,3% το 2014! Η πτώση μάλιστα στις επενδύσεις σε κατοικίες δεν ήταν αποτέλεσμα ενός πιο ορθολογικού επιμερισμού των επενδυτικών πόρων, που θα πρόκρινε για παράδειγμα τη διοχέτευσή τους σε άλλους κλάδους, αλλά ήταν αποτέλεσμα της αυξημένης φορολογίας που επιβλήθηκε το 2011 επί Παπανδρέου και παγιώθηκε το 2015 επί ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Το 2015 σε καθοδική φάση εισήλθε και η ζήτηση ιδιωτικών ακινήτων από το εξωτερικό. Ούτε για ένα κομμάτι ψωμί δεν καταδέχονται να μας αγοράσουν, παρά την πιάτσα που κάνουν οι ΣΥΡΙΖΑίοι! Έτσι, η εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό για αγορά ακινήτων υποχώρησε στα 185,8 εκ. ευρώ έναντι 250 εκ. ευρώ το 2014.

Έβδομο, την επιδείνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, τον Ιανουάριο του 2016 διαμορφώθηκε σε 742 εκ. ευρώ έναντι 281 εκ. τον Ιανουάριο του 2015. Στην αύξηση του ελλείμματος συνέβαλε σημαντικά η μείωση των εξαγωγών αγαθών εκτός καυσίμων τον Ιανουάριο του 2016 κατά 6,6% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης κατά 7,9% τον Ιανουάριο του 2015. Η παράταση της απόσυρσης των ΙΧ που ανακοινώθηκε από το υπουργείο Οικονομικών, προς εξυπηρέτηση της γερμανικής και γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας που θα αποδειχθούν οι μεγάλοι κερδισμένοι, θα επιδεινώσει περαιτέρω το εμπορικό ισοζύγιο καθώς θα αυξηθούν οι εισαγωγές αυτοκινήτων.

Πανευρωπαϊκό ρεκόρ ανεργίας

Όγδοο, και σημαντικότερο όλων των παραπάνω, είναι η ραγδαία επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων. Παρότι και το 2015 συνεχίστηκε η αποκλιμάκωση της ανεργίας που ξεκίνησε το 2014 (κατά 5,6% κατ’ έτος) για να φτάσει από το 27,9% τον Ιούλιο του 2013 που ήταν  μεταπολεμικό ρεκόρ, στο 24,5% τον Οκτώβριο του 2015 (χωρίς να χάνεται παρόλα αυτά το πανευρωπαϊκό χρυσό) δεν δικαιολογείται καμιά αισιοδοξία για το μέλλον της απασχόλησης. «Εάν κάνουμε την υπόθεση εργασίας ότι ο ρυθμός αποκλιμάκωσης του ποσοστού ανεργίας παραμείνει σταθερός, τότε θα χρειαστούν 20 χρόνια, δηλαδή ως το 2036, ώστε η ανεργία να επιστρέψει στο ποσοστό 7,3% του Μαΐου του 2008, πριν δηλαδή αρχίσει η οικονομική κρίση», παρατηρεί το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ στην ετήσια έκθεσή του. Επίσης, ξεχωρίζει μια πολύ ανησυχητική παγίωση του αριθμού των μακροχρόνια ανέργων. Το τρίτο τρίμηνο του 2015 το 73,7% του συνόλου των ανέργων ή 855.000 περίπου άνεργοι βρίσκονταν εκτός εργασίας για παραπάνω από 1 χρόνο. Άλλα στοιχεία που δείχνουν ότι η εργαζόμενη Ελλάδα περνάει χειρότερα στην Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ απ’ ότι στην Ελλάδα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι: η αύξηση του αριθμού των ατόμων που συντηρούνται από άλλους από το 2010 ως το 2015 κατά 16% (από 2,248 εκ. σε 2,616), η επέκταση της μερικής απασχόλησης από 5,5% το τρίτο τρίμηνο του 2008 σε 9,1% το τρίτο τρίμηνο του 2015, κ.α.

Αποτέλεσμα της επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος, σε αντίθεση με το ανέμελο δήθεν, χαζοχαρούμενο στην πραγματικότητα ύφος των οικονομικών υπουργών, δηλαδή Σταθάκη και Τσακαλώτου (λόγω της άνεσης που προσφέρει η κοινωνική τους θέση), είναι το ζοφερό μέλλον που διακρίνουν οι πολίτες σε διάφορες έρευνες. Για παράδειγμα ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (ESI) για την Ελλάδα που καταρτίζει το ΙΟΒΕ, το Φεβρουάριο του 2015 επιδεινώθηκε. Ενδεικτικά, το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωνε ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» το Φεβρουάριο του 2016 ήταν 69%, όταν τον Δεκέμβριο του 2015 ήταν 57%. Επίσης, χειροτέρευση για το επόμενο 12μηνο προέβλεπαν πολλοί περισσότεροι το Φεβρουάριο του 2016 σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2016, ενώ και τότε επιδείνωση προέβλεπαν περισσότεροι σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2015. Επίσης, σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών και εταιρεία ερευνών με θέμα τις επιπτώσεις της κρίσης στους καταναλωτές προέκυψε ότι το 88% των ερωτηθέντων μείωσε κι άλλο την κατανάλωσή του τον προηγούμενο χρόνο, όταν το 2015 σε αντίστοιχη ερώτηση την ίδια απάντηση είχε δώσει το 85,1%. Μάλιστα, αν κρίνουμε από το εύρημα ότι το υψηλότερο ποσοστό περικοπών αφορούσε αγορές ένδυσης και υπόδησης (κι όχι είδη πολυτελείας ή διακοπές) μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι επρόκειτο για οδυνηρές περικοπές στα βασικά είδη. Εκείνες οι περικοπές που αποφασίζονται και υλοποιούνται με πόνο ψυχής και τα βλέφαρα κατεβασμένα…

Τα νέα μέτρα που συμφώνησε η κυβέρνηση με τους πιστωτές ύψους 5,5 δισ. ευρώ θα βάλουν το μαχαίρι της φτώχειας ακόμη πιο βαθιά στο σώμα του λαού…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Unfollow τεύχος Απριλίου 2016

ΕΚΘΕΣΗ ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Πρωτοφανές επενδυτικό τέλμα παρά τη μείωση των μισθών (Πριν, 8.9.2013)

between_bldsΑνατομία ενός εγκλήματος θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί η ετήσια έκθεση για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση που έδωσε στη δημοσιότητα το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Στις σελίδες της παρουσιάζονται με αποκαλυπτικές λεπτομέρειες όλες οι πλευρές του προσχεδιασμένου εγκλήματος που συντελέστηκε στην Ελλάδα, την τελευταία τριετία, με ένα και μοναδικό σκοπό: να συντριβούν εργατικά δικαιώματα και κοινωνικές κατακτήσεις ενός αιώνα! Όλα τα υπόλοιπα που υποτίθεται ότι θα κατάφερνε το μνημόνιο μέσα από τις επώδυνες μεταρρυθμίσεις αποδεικνύονται χάνδρες και καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Σημείο αφετηρίας (και αναφοράς) δεν μπορεί παρά να είναι το άνευ προηγουμένου πλήγμα που δέχτηκε ο κόσμος της εργασίας στις αμοιβές και το επίπεδο ζωής του, με αφορμή τα Μνημόνια. Με βάση τις εκτιμήσεις του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ την τετραετία 2010-2013, οι μέσες ονομαστικές αποδοχές ανά απασχολούμενο μειώθηκαν κατά 16,3% έναντι του 2009. Ως αποτέλεσμα οι μέσες ετήσιες αποδοχές ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 22.325 (κι ήταν μικρότερες ακόμη κι από της Σλοβενίας) ενώ μεγάλωσε σημαντικά η ψαλίδα ως προς τις ετήσιες αποδοχές εργαζομένων άλλων χωρών όπως η Ισπανία (34.000), η Γερμανία (38.000), η Ιρλανδία (45.000) και η Γαλλία (49.000). Συντριπτικό πλήγμα στο επίπεδο των μισθών επέφερε το δεύτερο μνημόνιο τον Φεβρουάριο του 2012 με αφορμή την μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22%. Ως αποτέλεσμα ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης κατρακύλησε στην ευρωπαϊκή κατάταξη πιο χαμηλά κι από τον αντίστοιχο μισθό της Μάλτας και της Ισπανίας πλησιάζοντας απειλητικά τους κατώτατους μισθούς της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Η καθίζηση σημειώθηκε λόγω του ότι η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα στην ΕΕ στην οποία επιβλήθηκε μείωση των κατώτατων ονομαστικών μισθών. Η υποβάθμιση της θέσης της εργασίας στην Ελλάδα προήλθε επίσης και λόγω της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Την περίοδο 2009–2013 η ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία παρουσίασε αύξηση, ξεπερνώντας το 36%, ενώ πολλαπλασιάστηκαν οι επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας (από 238 το 2010 σε 976 το 2012) με τη συντριπτική τους πλειοψηφία (72,6%) να υπογράφεται με ενώσεις προσώπων κι ελάχιστες απ’ αυτές (17,4%) να υπογράφονται από επιχειρησιακά σωματεία. Κοινή συνισταμένη των παραπάνω ήταν η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας έναντι των 36 κυριότερων ανταγωνιστριών χωρών να ανέλθει σε 19,2% έναντι του 2009.

Η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, με βάση διεθνείς συγκρίσεις, κατά ένα πέμπτο σχεδόν, θα έπρεπε να κάνει τους νεοφιλελεύθερους όλου του πολιτικού φάσματος να αναφωνήσουν από χαρά. Αρκεί να θυμηθούμε ότι στο υψηλό εργατικό κόστος έριχναν επί χρόνια την πέτρα του αναθέματος για τις χαμηλές εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας ακόμη και για την κρίση, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλοί μισθοί αποτρέπουν τους επιχειρηματίες από την αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού. Χαμηλότεροι μισθοί κατά την άποψή τους έπρεπε να πυροδοτήσουν εξαγωγές, επενδύσεις και αύξηση του βαθμού χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού. Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει οικτρά αυτές τις προβλέψεις.

Για να μειωθεί η ανεργία από το εφιαλτικό 31,5% που θα φτάσει το 2014 είναι μονόδρομος η παύση πληρωμών, η έξοδος από ευρώ – ΕΕ κι η μείωση των ωρών εργασίας

Η συμβολή των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ την περίοδο 2010-2013 δεν υπερέχει καθόλου της αντίστοιχης συμβολής των ετών 1995-2008, παρατηρεί η έκθεση. Τονίζει επίσης ότι στη διάρκεια εφαρμογής των μνημονίων οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών όχι μόνο δεν κατέστησαν κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης αλλά παρουσίασαν κι επιδείνωση ως προς τη συμβολή τους στο ΑΕΠ. Τζίφος οι εξαγωγές λοιπόν.

Το ίδιο συνέβη και με τις επενδύσεις. Στο τέλος του 2013, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου (που ως ποσοστό θα ανέρχονται στο 13% του ΑΕΠ) σε σταθερές τιμές θα έχουν επιστρέψει στο επίπεδο του 1994! Παίρνοντας δε υπ’ όψη μας και τις αποσβέσεις, που ανέρχονται στο 21% του ΑΕΠ, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε διαδικασία αποεπένδυσης που φέτος θα φτάσει το 8%. Χάνει σταθερά το απόθεμα πάγιου κεφαλαίου, κάτι που παρατηρείται για πρώτη φορά από το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Έτσι όμως αποκλείεται οποιαδήποτε σύντομη επιστροφή σε θετικούς αι μακροχρόνια διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι για παράδειγμα προϋπόθεση για μακροχρόνιους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ της τάξης του 3%, είναι συνολικές παραγωγικές επενδύσεις (εξαιρουμένων των κατοικιών) ύψους 15% του ΑΕΠ. Τζίφος επομένως και οι επενδύσεις που θα έρχονταν αν μειώνονταν οι μισθοί κι έτσι θα βελτιώνονταν οι όροι αξιοποίησης του κεφαλαίου, σύμφωνα με το γνωστό τροπάριο.

Και τι μένει τελικά από την συντριβή μισθών και ημερομισθίων; Πέρα από την πρωτοφανή υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας ή, καλύτερα, μέσω αυτής η αλματώδης διεύρυνση του περιθωρίου κέρδους για το κεφάλαιο! Συνυπολογίζοντας και την κάθετη μείωση του ΑΕΠ από το 2008 αποδεικνύεται ότι η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης δεν συνέβαλε στην αναβάθμιση της θέσης της ελληνικής οικονομίας, αλλά στην υποβάθμιση της θέσης της εργασίας. Με άλλα λόγια, η αστική τάξη της Ελλάδας δεν δίστασε να καταδικάσει σε ακρωτηριασμό την παραγωγική μηχανή της χώρας και τις δυνατότητες της, προκειμένου να βελτιώσει τη θέση της έναντι της εργατικής τάξης.

Το δικό του ρόλο στη καταβαράθρωση της θέσης της εργατικής τάξης είχε και το κράτος, καθώς το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων δεν κατέγραψε ελεύθερη πτώση μόνο λόγω των μισθολογικών μειώσεων. Σημαντικά συνέβαλε και η φορολογία, καθώς μισθωτοί και συνταξιούχοι ανέλαβαν όλο το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Συγκεκριμένα, ενώ το μέσο δηλωθέν εισόδημα μισθωτών και συνταξιούχων μειώθηκε το 2011 κατά 18% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η μέση φορολογική τους επιβάρυνση αυξήθηκε κατά 25%. Κι αυτή η φορολογική λεηλασία μάλιστα συνέβη ταυτόχρονα με την μείωση των κοινωνικών δαπανών (συντάξεις, δαπάνες υγείας και προνοιακές μεταβιβάσεις) από 23,9% του ΑΕΠ το 2009 (55,2 δισ. ευρώ) σε 22% του ΑΕΠ το 2013 (40,3 δισ.). Έτσι η Ελλάδα αποτέλεσε την μοναδική χώρα μεταξύ των κρατών μελών του ΟΟΣΑ που μείωσε τις κοινωνικές δαπάνες.

Στην έκθεση του ΙΝΕ διατυπώνονται οι πιο ζοφερές προβλέψεις για την ανεργία, που μόλις το 2009 έπληττε «μόνο» το 7,7% του εργατικού δυναμικού για να φτάσουμε την τελευταία πενταετία να χαθούν οι θέσεις εργασίας (930.000) που δημιουργήθηκαν μέσα σε 17 χρόνια (1992-2008). Η ανεργία σύμφωνα με το ΙΝΕ από 27% φέτος θα αυξηθεί το 2014 στο 31,5%! Διατυπώνεται μάλιστα πολύ εύστοχα η θέση πως «μόνο ένα επενδυτικό σοκ μπορεί να θέσει σε κίνηση ξανά την ελληνική οικονομία». Το ερώτημα ωστόσο που προκύπτει σχετίζεται με τους όρους που θα επιτρέψουν να συμβεί το επενδυτικό σοκ που απαιτείται για να εξέλθει η ελληνική οικονομία από τον φαύλο κύκλο λιτότητας – ύφεσης – παραγωγικής υποβάθμισης – μείωσης μισθών. Η έκθεση αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς ελληνικό, τονίζοντας πρώτο, ότι συλλήβδην ο ευρωπαϊκός Νότος μετεξελίχθηκε μέσω του δανεισμού σε οικονομικό σχηματισμό ζήτησης, για να φτάσει στην Ελλάδα το 2008 το 74% του ΑΕΠ να προέρχεται από τη ζήτηση και την καταναλωτική δαπάνη και να παράγεται εδώ μόνο το 27% των προϊόντων που καταναλώνονται. Δεύτερο, ότι η σταδιακή τεχνολογική, καινοτομική, οργανωτική και ποιοτική απαξίωση της παραγωγικής υποδομής στην μεταποίηση και την γεωργία του Νότου επήλθε στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας, που έφερε την άνιση ανάπτυξη Βορρά – Νότου.

Κατά συνέπεια είναι αυταπάτη να αναμένεται οποιαδήποτε ανάταξη των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ και των επενδύσεων (που μεταξύ 2008 και 2013 μειώθηκαν κατά 65%) – όρος εκ των ων ουκ άνευ για την μείωση της ανεργίας – όσο παραμένουν οι ερμητικά κλειστοί οι δύο μοναδικοί δρόμοι από τους οποίους θα μπορούσαν να προέλθουν οι αναγκαίοι πόροι.

Ο πρώτος είναι από το εξωτερικό. Από τη στιγμή που η Ελλάδα παραμένει στην ευρωζώνη και την ΕΕ, θέλοντας και μη, ανεξάρτητα δηλαδή από την πρόθεση του κάθε Στουρνάρα, συμμετέχει σε ένα καταμερισμό εργασίας που δεν της επιτρέπει να έχει ναυπηγεία, αμυντική βιομηχανία και δευτερογενή παραγωγή. Αυτές οι δραστηριότητες προορίζονται για τις βόρειες χώρες, όπως αποδεικνύει η δραματική εμπειρία των τελευταίων ετών. Δυνατότητα συνεργασίας με άλλες χώρες δεν υφίσταται, από τη στιγμή που η όποια βιομηχανική πολιτική σχεδιάζεται στις Βρυξέλλες, με γνώμονα τα γερμανικά συμφέροντα και σε αυτό τον σχεδιασμό δεν προβλέπονται για την Ελλάδα δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενες αξίας. Κατά συνέπεια η συμμετοχή της Ελλάδας στη διεθνή αγορά αποτελεί βαρίδι, με τους όρους που συντελείται.

Η δεύτερη δυνατότητα για οποιαδήποτε οικονομική μεγέθυνση είναι – θεωρητικά πάντα – ενδογενής και δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια έστω και μικρή ώθηση από το κράτος, όπως συμβαίνει ακόμη και στις ΗΠΑ. Η δυνατότητα αυτή ωστόσο θα παραμένει θεωρητική όσο λείπουν τα μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής, δηλαδή το ζεστό χρήμα που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία. Επίσης, όσο τα δημόσια έσοδα εξυπηρετούν κατά προτεραιότητα το δημόσιο χρέος, με αποτέλεσμα μόνο για φέτος να δοθούν για τόκους και χρεολύσια συνολικά 22 δισ. ευρώ. Πως να περισσέψουν πόροι όχι για άσκηση κοινωνικής πολιτικής (που αναντίρρητα αποτελεί προτεραιότητα) αλλά ακόμη κα για την πυροδότηση της επανεκκίνησης της συσσώρευσης κεφαλαίου που αυτή τη στιγμή μοιάζει να είναι σε απόλυτη απορρύθμιση, υπό το βάρος του άτυπου καθεστώτος χρεοκοπίας;

Τέλος, προϋπόθεση για να μειωθεί η ανεργία είναι η σημαντική μείωση των ωρών εργασίας, χωρίς μείωση των αποδοχών, κι ο τερματισμός του εργοδοτικού αυταρχισμού έτσι ώστε όταν λέμε 4ωρο ή 6ωρο να εννοούμε 4ωρο ή 6ωρο κι όχι 12ωρο…

Εν κατακλείδει, όσο η Ελλάδα παραμένει στην ευρωζώνη και στην ΕΕ, όσο συνεχίζει να εξυπηρετείται το δημόσιο χρέος κι όσο δεν μπαίνει ένας φραγμός στην υπερεκμετάλλευση των όλο και λιγότερων εργαζομένων, μέσω της μείωσης του χρόνου εργασίας, ο κίνδυνος που επεσήμανε το ΙΝΕ, να χρειαστούν 20 χρόνια για να μειωθεί η ανεργία στο επίπεδο του 2008, θα μετατραπεί σε πραγματικότητα. Κι αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις…

Νέα αντιλαϊκά μέτρα φέρνει η πτώση των δημοσίων εσόδων (Πριν, 24.2.2013)

ReductionΜε πτώση μισθών θα συνοδευτεί η οριακή αύξηση του ΑΕΠ για το 2014

Κανέναν δεν έπεισε η προσπάθεια της κυβέρνησης να εμφανίσει την επίσκεψη του γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολλάντ ως προάγγελο θετικών εξελίξεων για την ελληνική οικονομία. Δεν είναι μόνο ότι πλέον τίθεται και η γαλλική οικονομία στο στόχαστρο της Γερμανίας, μετά από τις δηλητηριώδεις δηλώσεις του αντιπροέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας της γερμανικής Δεξιάς, ο οποίος χαρακτήρισε την Γαλλία ως το «προβληματικό παιδί της ευρωζώνης», δίνοντας έτσι την αφορμή για νέες πιέσεις στην κατεύθυνση υιοθέτησης αντιλαϊκών μέτρων, που θα επιδεινώσουν την ύφεση στη Γαλλία. Ούτε ο εντελώς ιδιοτελής χαρακτήρας της επίσκεψης του γάλλου προέδρου στην Αθήνα, μιας και ούτε και ο ίδιος δεν έκρυψε το κίνητρο του που εστιαζόταν στις ιδιωτικοποιήσεις. Να αποκτήσουν πρόκριμα δηλαδή οι γαλλικές εταιρείες στο μεγάλο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας που είναι ήδη σε εξέλιξη. Κυρίως ήταν ο καταιγισμός αρνητικών ειδήσεων για την ελληνική οικονομία, που προεξοφλούν την επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων.

Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος από το τελευταίο οικονομικό δελτίο της τράπεζας Γιούρομπανκ, που τονίζει πως «τα δύσκολα είναι μπροστά για την ελληνική κυβέρνηση». Ενώ, επιδείνωση των σημαντικότερων οικονομικών μεγεθών περιλαμβάνουν και οι νεώτερες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πορεία της οικονομίας. Στο κείμενο μάλιστα της Επιτροπής, που δόθηκε στη δημοσιότητα την Παρασκευή, υπάρχει κι ένα ακόμη στοιχείο που είναι εξόχως αποκαλυπτικό για το περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής και τα οφέλη που υποτίθεται πως θα έχει για τους εργαζόμενους η ανάπτυξη της οικονομίας. Σε ό,τι αφορά το τρέχον έτος προβλέπεται (όπως συμβαίνει πάντα) μεγαλύτερη ύφεση απ’ αυτήν που είχε προβλέψει η ίδια η Επιτροπή πριν λίγους μήνες: 4,4% θα είναι η συρρίκνωση του ΑΕΠ που θα καταγραφεί φέτος (έναντι 4,2% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη) μένοντας φυσικά να αποδειχθεί κατά πόσο θα ισχύσει κι αυτή η πρόβλεψη μιας και είμαστε μόνο στον Φεβρουάριο και δεν θα έχουμε ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση του προϊόντος… «Ναι, αλλά από το 2014 έρχεται η πολυπόθητη ανάπτυξη της οικονομίας, με προβλεπόμενους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ κατά 0,6%» θα αντιτείνει ένας κυβερνητικός ή απολογητής των Μνημονίων και φερέφωνο της Τρόικας, υπονοώντας ότι η περίοδος συρρίκνωσης των εισοδημάτων φτάνει στο τέρμα της. Μόνο που η πραγματικότητα αποδεικνύεται από τώρα τελείως διαφορετική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι το προϊόν θα αυξηθεί. Ενδεχόμενο σχεδόν αδύνατο, μιας ακόμη κι αυτό το μηδενικό που είναι μπροστά μάς κάνει να υποψιαζόμαστε ότι οι αποδεδειγμένοι απατεώνες της Γιούροστατ, εκτελώντας πολιτικές εντολές για λόγους σκοπιμότητας τάζουν έξοδο από την ύφεση το 2014: μόνο και μόνο για να γίνει δεκτή χωρίς αντιδράσεις η πολιτική τους. Όπως έκαναν άλλωστε κι όλα τα προηγούμενα χρόνια. Αξίζει ωστόσο να δούμε πως ακόμη κι αυτή η προβλεπόμενη άνοδος του ΑΕΠ, στο …δυσθεώρητο ύψος του 0,6%, μόνο κακά προμηνύεται για την Ελλάδα, καθώς η αποζημίωση ανά εργαζόμενο θα συνεχίσει να συρρικνώνεται. Στις προβλέψεις της Επιτροπής αναφέρεται συγκεκριμένα ότι ενώ η μείωση για φέτος θα φτάσει το 7%, θα συνεχιστεί και το επόμενο έτος φθάνοντας το 2%. Κατά συνέπεια ακόμη κι αυτή η ανάπτυξη θα είναι εχθρική για την εργατική τάξη μιας και η αύξηση του παραγόμενου προϊόντος θα συνοδευτεί από συρρίκνωση του μεριδίου της εργασίας, δηλαδή επιδείνωση της θέσης της, που είναι ήδη δραματική όπως μαρτυρά το γεγονός ότι μέχρι το 2012 τα εργατικά εισοδήματα έχουν μειωθεί κατά 30%-40%. Επομένως καμία υπόσχεση για ανάπτυξη δεν μπορεί να θεωρείται ότι αυτόματα θα βελτιώσει τη θέση των εργαζομένων. Αυτός ο στόχος μόνο αυτοτελώς μπορεί να υλοποιηθεί, κατόπιν διεκδικήσεων κι εκβιασμών που ως ζητούμενο θα έχουν την χορήγηση αυξήσεων σε μισθούς, μεροκάματα, συντάξεις κι επιδόματα ανεργίας, σε σύγκρουση με την κυβέρνηση, την εργοδοσία και την Τρόικα, που ως μοναδικό τους μέλημα έχουν την αύξηση του μεριδίου των κερδών. Και φυσικά του δημόσιου χρέους, αντίθετα με τα κροκοδείλια δάκρυα που χύνουν. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η αύξησή του στο 175% για φέτος και το 2014 από 162% το 2012, όπως προβλέπεται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Από 1,1 δις. ευρώ που καταβλήθηκαν μέσω φορολογικών δηλώσεων το 2011, το 2012 πληρώθηκαν 6,8 δισ.

Νέο πλήγμα ωστόσο  ενδέχεται να δεχθεί και το διαθέσιμο εισόδημα, ό,τι απομένει δηλαδή μετά την φορολογική λεηλασία, καθώς είναι προ των πυλών νέα μέτρα για την τόνωση των δημόσιων εσόδων. Ο λόγος που έχουν βγει πάλι από τα συρτάρια τα κιτάπια επάνω στα γραφεία του υπουργείου Οικονομικών είναι ότι τα δημόσια έσοδα και το πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου, όπως συνέβη και τον Ιανουάριο (με τις υστερήσεις στο ΦΠΑ όλων των κατηγοριών να κρατούν τα σκήπτρα), υπολείπονται σημαντικά των προβλέψεων, κάτι που οφείλεται στην φτώχεια, η οποία οδηγεί την φοροδοτική ικανότητα της κοινωνίας στα όρια της. Ενδεικτικό είναι πως αν το 2011 οι φορολογούμενοι κλήθηκαν να πληρώσουν φόρους της τάξης 1,1 δισ. ευρώ μέσω των φορολογικών δηλώσεων τους, το 2012 όταν τα εργατικά εισοδήματα μειώθηκαν σχεδόν στο μισό κλήθηκαν να καταβάλουν φόρους ύψους 6,8 δισ. ευρώ, με βάση ανακοίνωση της ομοσπονδίας εφοριακών. Πού να βρεθούν; Οι πιέσεις που θα ασκηθούν (ως συνήθως κι αυτές) στους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς γρήγορα θα δώσουν τη θέση τους σε νέα φορολογικά μέτρα που θα αυξήσουν τη φτώχεια και τη δυστυχία, αυξάνοντας με αποτελεσματικό τρόπο τα έσοδα μιας και θα στοχεύουν σε πηγές που δεν μπορούν na διαφύγουν: τα εναπομείναντα μισθιακά εισοδήματα και την περιουσία, την μικρή εννοείται κι όχι φυσικά την μεγάλη που εξακολουθεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο.

Αρέσει σε %d bloggers: