Η επόμενη μέρα του τραπεζικού συστήματος

newegoΗ κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά πολύ θα ήθελε να μείνει στην ιστορία ως η κυβέρνηση που ταυτίστηκε με την αναστροφή του αρνητικού κλίματος στην ελληνική οικονομία και την έξοδο από την κρίση. Αντίθετα όμως από την επιθυμία της, όπως η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου έμεινε στην ιστορία ως η κυβέρνηση που επέβαλε το πρώτο κοινωνικά καταστροφικό Μνημόνιο κι η κυβέρνηση του δοτού Παπαδήμου ως η κυβέρνηση που έφερε σε πέρας την ατελέσφορη και απεχθή, με βάση τους όρους που την συνόδευσαν, αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους (δηλαδή την επίσημη χρεοκοπία), η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά θα μείνει στην ιστορία ως η κυβέρνηση που επί των ημερών της ολοκληρώθηκε η μεγαλύτερη μεταφορά δημόσιων πόρων σε ιδιωτικά χέρια: στους τραπεζίτες! Επί των ημερών της επίσης θα πάρει σχήμα και μορφή το νέο τραπεζικό σύστημα των 2,5 έως (το πολύ) 4 τραπεζών που απαιτεί η Τρόικα, με τις αλλαγές στον προσανατολισμό τους να είναι εξ ίσου θεαματικές με την αριθμητική τους συρρίκνωση.

Μόνο στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης, της προσπάθειας δηλαδή που γίνεται με καθοδήγηση της Τρόικας ώστε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να ξανασταθεί στα πόδια του διαφεύγοντας από τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, θα καταβληθούν γύρω στα 45 δισ. ευρώ. Ήδη από το πρώτο μέρος της δόσης μαμούθ των 52,5 δισ. ευρώ που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 τα 16 δισ. ευρώ πήγαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, όπως και 7,2 δισ. ευρώ από το δεύτερο μέρος της που καταβλήθηκε τον Ιανουάριο, με βάση την απόφαση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης (Eurogroup) στις 21 Ιανουρίου. Πριν την ανακεφαλαιοποίηση και με σημείο αφετηρίας το 2008, επί θητείας στο υπ. Οικονομικών του Γ. Αλογοσκούφη, οι τράπεζες είχαν λάβει 168 δισ. ευρώ. Συνολικά επομένως οι τράπεζες έχουν οικειοποιηθεί  – είτε υπό την μορφή ρευστού είτε υπό την μορφή εγγυήσεων – ποσά που ξεπερνούν κατά πολύ το ελληνικό ΑΕΠ, την αξία δηλαδή των αγαθών και υπηρεσιών που παράγει η χώρα σε ένα έτος, και για φέτος, που είναι ο έκτος χρόνος συνεχούς μείωσης του, αναμένεται να φτάσει τα 183 δισ. ευρώ. Είμαστε έτσι αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή αφαίμαξη της οικονομίας προς όφελος των τραπεζιτών που γίνεται ακόμη πιο προκλητική αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι κάθε ενίσχυσή τους συνοδεύεται από αντιλαϊκά μέτρα, όπως έγινε πολύ πρόσφατα με το τρίτο Μνημόνιο.

Μήπως και πάλι φταίει το δημόσιο;

Εδώ φυσικά εγείρονται και ενστάσεις, που δεν προέρχονται κατ’ ανάγκην από τα πολυπληθή γραφεία Τύπου των τραπεζών. Η πρώτη ένσταση θέλει τις τράπεζες να είναι θύματα και όχι θύτες της πρωτοφανούς σε ένταση δημοσιονομικής κρίσης που διέρχεται η ελληνική οικονομία. Έτσι, ο αντίλογος είναι ότι οι τράπεζες βούλιαξαν επειδή έσωσαν το ελληνικό δημόσιο. Δικαιολογημένα επομένως η κοινωνία επωμίζεται το κόστος της διάσωσής τους.

Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Κατ’ αρχάς το πρώτο πακέτο διάσωσης των ελληνικών τραπεζών, ύψους 28 δισ. ευρώ, επί κυβέρνησης Κ. Καραμανλή το 2008, καταβλήθηκε όταν δεν διαφαινόταν η παραμικρή αβεβαιότητα για τα ομόλογα και την οικονομία της Ελλάδας. Ποιος ξεχνάει τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του τότε πρωθυπουργού, τον Οκτώβριο του 2008, που χαρακτήριζε την ελληνική οικονομία «θωρακισμένη» απέναντι στην κρίση; Οι τράπεζες επομένως ξεκίνησαν την αφαίμαξη του κρατικού προϋπολογισμού πολύ πριν η οικονομία εισέλθει στην ζώνη της αβεβαιότητας. Και τότε όμως, επί χρόνια, οι ελληνικές τράπεζες δανείζονταν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με επιτόκιο 1% για να δανείζουν στην συνέχεια το ελληνικό δημόσιο με επιτόκια στο ύψος του 4, 5 ακόμη και 6%. Έτσι βρέθηκαν να ξεχειλίζουν τα χαρτοφυλάκια τους από ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, τα οποία αγόραζαν περιμένοντας παχυλές αμοιβές. Και στο παρελθόν όμως επέλεγαν ελληνικά ομόλογα (όπως έκαναν συστηματικά κι οι ξένες τράπεζες που στα τέλη του 2009, πριν δηλαδή ξεκινήσει το μεγάλο ξεφόρτωμα, είχαν ελληνικά ομόλογα ύψους 190 δισ. ευρώ) λόγω των πολύ υψηλών τους αποδόσεων. Ωστόσο, το πολύ μεγαλύτερο (πολλαπλάσιο σε σχέση με χώρες όπως οι ΗΠΑ ή η Γερμανία) επιτόκιο που επέβαλαν οι αγορές σε χώρες όπως η Ελλάδα, ως όρο για να τις δανείσουν χρήματα, δικαιολογούταν στη βάση του αυξημένου κινδύνου χρεοκοπίας που συνόδευε την ελληνική έκδοση σε σχέση με κάποια άλλη από χώρα υψηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης. Κατά συνέπεια οι κάτοχοι των ομολόγων (τράπεζες, κερδοσκόποι, ασφαλιστικά ταμεία, κ.λπ.) είχαν αποζημιωθεί για τον κίνδυνο που αναλάμβαναν, με όρους ελεύθερης αγοράς που οι ίδιοι καθόριζαν και δεν τους επέβαλαν κάποιοι άλλοι. Υπ’ αυτό το πρίσμα η απαίτηση των τραπεζιτών να μετακυλήσουν στην κοινωνία το κόστος από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους τον Φεβρουάριο του 2012 (PSI+) και από την επαναγορά των ελληνικών ομολόγων με βάση την απόφαση του Συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης στις 27 Νοεμβρίου 2012 που σήμαναν σωρευτικό κούρεμα ύψους 74,3% και προ φόρων απώλειες ύψους 26,477 δισ. ευρώ ισοδυναμεί με το να θέλουν να πληρωθούν δύο φορές για την ίδια δουλειά! Ή, διαφορετικά ειπωμένο, είναι σα να λένε στην κοινωνία, «τα κέρδη από την εποχή που ξεζουμίζαμε το δημόσιο, δηλαδή τον κρατικό προϋπολογισμό και τους φορολογούμενους, δικά μας και οι ζημιές δικές σας». Ιδιωτική οικονομία την εποχή των κερδών, κοινοκτημοσύνη την εποχή της χασούρας… Τέλος, δεν περνάει απαρατήρητο και κάτι ακόμη: Η απόκλιση (που συγκρίνεται με …άβυσσο) μεταξύ των ζημιών από τα ελληνικά ομόλογα και των κεφαλαίων με τα οποία θα ενισχυθούν οι τράπεζες. Εξετάζοντας μόνο το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης ισοδυναμεί σχεδόν με το διπλάσιο από την ζημιά του κουρέματος και της επαναγοράς. Το δυσθεώρητο κενό που μεσολαβεί και καλείται να καλύψει ο ελληνικό λαός με μειώσεις μισθών και συντάξεων κατά 40% και την εκτίναξη της ανεργίας στο 27% προέρχεται από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τα οποία με τη σειρά τους προέρχονται είτε από τα θαλασσοδάνεια που χορηγούσαν στο παρελθόν οι τράπεζες, εξυπηρετώντας πολιτικούς φίλους της κάθε κυβέρνησης, είτε από την ύφεση. Δάνεια δηλαδή σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις που αναλήφθηκαν υπό την προοπτική ότι οι μισθοί και τα εισοδήματα θα ακολουθούσαν μια σταθερή πορεία ανόδου και πλέον, λόγω των περικοπών, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν. Υπολογίζεται μάλιστα ότι, ακόμα και μετά τις 800.000 ρυθμίσεις δανείων που έχουν γίνει στην στεγαστική και καταναλωτική πίστη από την αρχή της κρίσης, το πρώτο εξάμηνο του 2012 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφθασαν το 19,6%, όταν στο τέλος του 2011 ήταν 15,9%, στο τέλος του 2010 στο 10,4%, το 2009 στο 7,7%, το 2008 στο 5% και το 2007 μόλις στο 4,5%! Στην δε καταναλωτική πίστη παρατηρείται η μεγαλύτερη απόκλιση με περισσότερα από το 1 στα 3 δάνεια (το 35,6% για την ακρίβεια κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012) να μην εξυπηρετούνται κανονικά. Εύκολα μάλιστα διακρίνεται ότι αυτή η κατάσταση θα συνεχισθεί τουλάχιστον κατά το τρέχον έτος, λόγω των νέων μέτρων που ψηφίσθηκαν με το τρίτο μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο το Νοέμβριο του 2012 και αναμένεται να εφαρμοστούν το επόμενο διάστημα μειώνοντας σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα για το 2013 κατά 9,4 δισ. ευρώ, το 2014 κατά 4,2 δισ. ευρώ, κ.λπ. Χώρια φυσικά των νέων μέτρων που θα επιβληθούν για το τρέχον έτος και τα προανήγγειλε ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Στουρνάρας, την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2012 μειώνοντας επιπλέον το εισόδημα των νοικοκυριών και τους τζίρους των επιχειρήσεων ανεξαρτήτως μεγέθους. Εδώ μάλιστα δεν περνάει απαρατήρητος κι ένας φαύλος κύκλος που δημιουργείται ο οποίος θα μπορούσε να κοπεί αν οι τράπεζες αναγνωρίζοντας τις ευθύνες τους ταυτόχρονα με τη χρηματοδότησή τους από τον προϋπολογισμό προχωρούσαν στην ουσιαστική ελάφρυνση των δανειοληπτών… Καμία κυβέρνηση ωστόσο δεν συνόδευσε την χρηματοδότησή τους από τέτοιους όρους.

Οι τράπεζες στυλοβάτες της οικονομίας;

Το δεύτερο επιχείρημα που αντιπαραθέτουν οι τραπεζίτες είναι ότι τα …ευαγή τους ιδρύματα αποτελούν τον στυλοβάτη της οικονομίας. Παραφράζοντας την ρήση που κυριαρχούσε στις μεταπολεμικές ΗΠΑ για την Τζένεραλ Μότορς, οι πάντα αλτρουιστές τραπεζίτες αν δεν ήταν ταυτόχρονα και τόσο σεμνοί θα μπορούσαν να πουν πως «ότι είναι καλό για τις τράπεζες, δηλαδή για την τσέπη μας, είναι καλό και για την οικονομία, δηλαδή το σύνολο».

Κι εδώ όμως έρχεται η πραγματικότητα που οι ίδιοι δημιουργούν και τους διαψεύδει. Κατ’ αρχάς το «αλληλέγγυο» πνεύμα τους αντιβαίνει με την δογματική τους προσήλωση στο νεοφιλελευθερισμό και μια δαρβινικού τύπου προσέγγιση στην οικονομία βάσει της οποίας «επιβιώνει το ανθεκτικότερο είδος, όποιος μπορεί». Αυτό τουλάχιστον αντέτειναν οι πολιτικοί που σήμερα ψηφίζουν την χρηματοδότηση των τραπεζών όταν εξ αιτίας του ανταγωνισμού από τις ευρωπαϊκές χώρες, ελέω ενιαίας αγοράς και υιοθέτησης του ευρώ στη συνέχεια, κατέρρεαν μπροστά στα μάτια μας κλάδοι που ήταν απείρως πιο ωφέλιμοι στην κοινωνία, όπως η βιομηχανία τροφίμων, η ένδυση – υπόδηση, η κλωστοϋφαντουργία, κ.α. Αν εκείνοι οι κλάδοι αφέθηκαν να χρεοκοπήσουν γιατί να μη γίνει το ίδιο και με τις τράπεζες; Η ερώτηση εδώ είναι προφανώς ρητορική, υποδεικνύοντας ωστόσο πόσο ιδιοτελή είναι τα συμφέροντα που εξυπηρετεί η σύγχρονη ολιγαρχία του χρήματος η οποία στέκεται στην κορυφή της πυραμίδας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, επιβάλλοντας όχι μόνο την δική της διάσωση σε βάρος της κοινωνίας, αλλά και τις περισσότερες από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις των τελευταίων χρόνων, όπως η προσφυγή στο Μνημόνιο κι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Την ίδια στιγμή μάλιστα που για τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία  ζημιώθηκαν από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δεν υπήρξε καμιά πρόβλεψη ανακεφαλαιοποίησης.

Ακόμη κι έτσι όμως, απομυζώντας δηλαδή οι τράπεζες τους τελευταίους πόρους που έχει διαθέσιμους η ελληνική οικονομία τίποτε θετικό δεν προμηνύεται για την πραγματική οικονομία. Όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέτουμε από την τελευταία έκθεση του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, του Ιανουαρίου, οι πιστώσεις προς τον ιδιωτικό τομέα ακόμη και το τρέχον έτος θα είναι μειωμένες σε σχέση με πέρυσι (κατά 3,1%). Με άλλα λόγια πήραν μόνο μέσα σε δύο μήνες 23,2 δισ. ευρώ και θα μειώσουν τις χορηγήσεις στην οικονομία, αποδεικνύοντας με τον πιο αδιάψευστο τρόπο ότι τα δισεκατομμύρια ευρώ δεν εισρέουν στα ταμεία τους προκειμένου να βοηθήσουν στην αναγκαία επανεκκίνηση της οικονομίας και την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά μόνο και μόνο για να βελτιωθεί η κεφαλαιακή τους επάρκεια. Κι η αύξηση των χορηγήσεων στην οικονομία μετατίθεται για το 2014 που και τότε φυσικά είναι πολύ αμφίβολο αν θα γίνει, δεδομένου ότι οι πιθανότητες να καταγραφούν θετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ είναι ελάχιστες.

Ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

2006

2007

2008

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

2016

Ενεργητικό (σε δισ. ευρώ)

321

391,3

464,5

491,9

515,3

476,9

433,7

447

453,5

465,7

481,3

ως ποσοστό του ΑΕΠ

153,9

175,4

199,2

212,9

232

228,7

222,4

242,3

245,2

243,9

240,4

Παθητικό (σε δισ. ευρώ)

321

391,3

464,5

491,9

515

476,9

433,7

447

453,5

465,7

481,3

ως ποσοστό του ΑΕΠ

153,9

175,4

199,2

212,9

231,8

228,7

222,4

242,3

245,2

243,9

240,4

Ποσοστιαία αύξηση των καταθέσεων εγχώριου ιδιωτικού τομέα

10,9

14,3

13,3

4,9

-12,4

-17

-10,2

-1,8

5

8,4

9,2

Ποσοστιαία μεταβολή πιστώσεων στον ιδιωτικό τομέα 

21,1

21,5

15,9

4,2

0

-3,1

-7,2

-3,1

4,7

4,3

4

Υποστήριξη ρευστότητας από το ευρωσύστημα (ποσοστό επί ενεργητικού)

1,5

2,2

8,7

10,1

19

16,1

28,2

27,1

26,2

23,2

19,5

Πηγή: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ιανουάριος 2013, Έκθεση για την Ελλάδα

Η τροχιά συρρίκνωσης των τραπεζικών δραστηριοτήτων θα επιταχυνθεί με την ανάληψη καθηκόντων από τους ξένους επίτροπους που διορίστηκαν κατ’ απαίτηση της Τρόικας σε κάθε μία από τις συστημικές λεγόμενες τράπεζες, δηλαδή αυτές που αποφασίστηκε να επιβιώσουν, χωρίς ωστόσο ποτέ να γίνουν γνωστά τα κριτήρια με τα οποία επιλέγηκε για παράδειγμα η Πειραιώς κι όχι η Αγροτική ή το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, που πριν την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους ήταν το τρίτο σε σειρά κατάταξης στην Ευρώπη πιστωτικό ίδρυμα με κριτήριο την επάρκεια κεφαλαίων. Το ρόλο επόπτη ανέλαβαν οι ελεγκτικές εταιρείες Grant Thornton (για την Εθνική και την Eurobank που βρίσκονται σε διαδικασία συγχώνευσης), Mazar για την Alpha Bank και KPMG για την Τράπεζα Πειραιώς, οι οποίες ανά τρίμηνο θα υποβάλλουν έκθεση προόδου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πριν απ’ ό,τιδήποτε άλλο πρέπει να θυμίσουμε το όχι και τόσο λευκό ποινικό μητρώο των ελεγκτικών εταιρειών οι οποίες πριν ξεσπάσει η κρίση του 2008 στην αμερικανική στεγαστική αγορά, υπέγραφαν με χέρια και με πόδια τους πιο απίθανους ισολογισμούς για να αποδειχθούν στη συνέχεια εντελώς εικονικοί και παραπλανητικοί. Παρόλα αυτά στην Ελλάδα, από τις μέρες που ήταν υπουργός Οικονομικών ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου έχουν αναλάβει ακόμη και καθήκοντα που παραδοσιακά ασκούνταν από τις εφορίες. Τώρα οι ελεγκτικές εταιρείες αναλαμβάνουν και καθήκοντα τραπεζιτών, με λεφτά του ελληνικού λαού φυσικά, μια και θα χρυσοπληρώνονται έχοντας ως μοναδικό τους έργο τον έλεγχο και στην πράξη την συρρίκνωση των τραπεζικών δραστηριοτήτων, με κριτήρια που κάθε άλλο παρά αντικειμενικά θα είναι. Παράγοντες της αγοράς ειδικότερα εκτιμούν πως στις αξιολογήσεις των επιτρόπων, που θα αναφέρονται στην Τρόικα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναπόφευκτα θα βαραίνουν υπέρμετρα προτάσεις χρηματοδότησης που θα υποβάλλονται από πολυεθνικές εταιρείες, ενώ αντίθετα επενδυτικά σχέδια από ελληνικές εταιρείες θα κόβονται ελλείψει κονδυλίων. Έτσι, η υπό εξέλιξη αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα θα επιταχύνει τις πιέσεις στην εγχώρια παραγωγή προς όφελος επιχειρηματικών σχεδίων και ομίλων από το εξωτερικό. Μεγάλος χαμένος σε αυτή την περίπτωση θα είναι φυσικά η απασχόληση στο εσωτερικό της Ελλάδας καθώς φαραωνικές επενδύσεις έντασης κεφαλαίου, ποτέ δεν είχαν σημαντική συμβολή στην απασχόληση.

Μείωση προσωπικού και υποκαταστημάτων

Το πρώτο πλήγμα στην απασχόληση θα προκληθεί από την αναδιάρθρωση του ίδιου του τραπεζικού τομέα. Οι τραπεζίτες εκτιμούν ότι μέχρι το 2015 θα κλείσουν από 500 έως 1.000 καταστήματα ενώ θα απολυθούν από 7.000 εργαζόμενοι που είναι η πιο συντηρητική εκτίμηση μέχρι και 20.000 από τους 55.000 που απασχολούνται σήμερα στον κλάδο.

Αριθμός χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων

1/1/1999

1/1/2013

Ποσοστιαία μεταβολή
Ελλάδα

102

75

-26,50%

Ευρωζώνη*

9.856

7.059

-28,40%

ΕΕ*

10.909

9.076

-16,80%

*Με τροποποιημένη σύνθεση
Πηγή: Ανακοίνωση Τύπου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 21 Ιανουαρίου 2013

 Το τέλος του δράματος με τις τράπεζες ωστόσο δεν θα παιχτεί πριν οριστικοποιηθεί η περίφημη τραπεζική ένωση στο πλαίσιο της ΕΕ. Σε αυτή την προοπτική δεν αποκλείεται ακόμη και η σημαντική μείωση του αριθμού των τραπεζικών ιδρυμάτων σε τρία, με επίκεντρο την Εθνική – Eurobank, την Alpha και την Πειραιώς (που αποτελεί τομή στην μακρόχρονη πορεία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κλάδου όπως αποτυπώνεται στον πίνακα που παραθέτουμε) να αποδειχθεί μεταβατική. Και το τελικό πλάνο να περιλαμβάνει την εξαγορά τους από κάποια γερμανική τράπεζα, πχ την Deutsche Bank, που επιχειρεί να ξαναμπεί στην ελληνική αγορά. Τα παραδείγματα αφθονούν από την Ασία και την Λατινική Αμερική όπου τα προγράμματα διαρθρωτικών προσαρμογών συνοδεύτηκαν από την εξαγορά του χρηματοπιστωτικού συστήματος κυρίως από αμερικανικές τράπεζες. Στο Μεξικό ενδεικτικά ενώ το 1997 μόνο το 16% των τραπεζών ανήκαν σε ξένους επενδυτές και το 84% σε ντόπιους, μόλις επτά χρόνια αργότερα, το 2004 η σχέση αυτή αντιστράφηκε και στους ντόπιους έμεινε το 18% των τραπεζών με το 82% να περνάει σε ξένους επενδυτές. Στην Ελλάδα δεν αποκλείεται η αλλαγή που θα δούμε να αποδειχθεί πολύ πιο σαρωτική. Μια πρώτη εικόνα θα έχουμε στο τέλος Απριλίου οπότε αναμένεται να ολοκληρωθούν οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και να φανεί κατά πόσο οι σημερινές διοικήσεις θα διατηρήσουν τον έλεγχο των τραπεζών τους…

Χαρίζουν Αγροτική Τράπεζα και Ταμιευτήριο (Πριν, 5 Αυγούστου 2012)

Θυσία στο βωμό της ιδιωτικής κερδοφορίας γίνεται η Αγροτική Τράπεζα, μετά την εσπευσμένη μεν, παρότι αναμενόμενη, ανακοίνωση διαχωρισμού της σε «καλή» και «κακή» τράπεζα (με την πρώτη να συγκεντρώνει τα κερδοφόρα στοιχεία κι η δεύτερη τα ζημιογόνα) και την πώληση του πρώτου κομματιού στην Τράπεζα Πειραιώς, την προηγούμενη Παρασκευή 27 Ιουλίου. Η πώληση της ΑΤΕ φέρει φαρδιά – πλατιά την υπογραφή του Μνημονίου και της Τρόικας καθώς η ιδιωτικοποίησή της αποτελούσε σαφέστατο όρο του Μνημονίου κι ας υπόσχονταν προεκλογικά και τα τρία κόμματα της σημερινής κυβέρνησης ότι θα εξασφαλίσουν την επιβίωσή της. Πρόκειται για μια απόφαση που ενισχύει τις ολιγοπωλιακές τάσεις στην τραπεζική αγορά (εδώ δεν ισχύει η φιλολογία περί ανοίγματος των «κλειστών επαγγελμάτων») καθώς σε συνάρτηση και με άλλες παράλληλες εξελίξεις οδηγεί στην κυριαρχία 2-3 τραπεζικών ομίλων στην εγχώρια αγορά και το σημαντικότερο θωρακίζει κι ευνοεί με προκλητικό τρόπο τα ιδιωτικά συμφέροντα στον κλάδο, σε βάρος των δημοσίων. Όχι μάλιστα μόνο των εν δυνάμει δημοσίων συμφερόντων, όπως για παράδειγμα η προοπτική δημιουργίας ενός ισχυρού δημόσιου πυλώνα που θα μπορούσε να προκύψει από την συγχώνευση της Αγροτικής, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της Εθνικής Τράπεζας (ενδεχόμενο που αποσύρεται οριστικά πλέον από το τραπέζι) αλλά και των ενεργών, τρεχόντων δημόσιων συμφερόντων.

Αδιάψευστος μάρτυρας το τίμημα που θα καταβάλλει η Τράπεζα Πειραιώς για την εξαγορά της «καλής» ΑΤΕ, ύψους 95 εκ. ευρώ (όταν το 2010 προσέφερε 370 εκ. ευρώ για την εξαγορά της). Προσέξτε τι αγοράζει ο Μιχάλης Σάλλας με 95 εκ. ευρώ (δίνοντας μια άλλη διάσταση στον όρο της εσωτερικής υποτίμησης, που δεν πλήττει μόνο τα εργατικά δικαιώματα αλλά και το δημόσιο συμφέρον): Καταθέσεις ύψους 14,3 δισ. ευρώ (που αποτελούν το σημαντικότερο στοιχείο του παθητικού ύψους 21,4 δισ. ευρώ) και στοιχεία ενεργητικού αξίας 14,7 δισ. ευρώ εκ των οποίων 10,6 δισ. αφορούν χορηγήσεις μετά από προβλέψεις (δηλαδή δάνεια καλής ποιότητας που εξυπηρετούνται κανονικά) και 4,2 δισ. ευρώ λοιπά στοιχεία ενεργητικού. Ως αποτέλεσμα αυτής της μετάγγισης πλούτου, η νέα Τράπεζα Πειραιώς (διαθέτοντας πλέον ενεργητικό ύψους 75 δισ. ευρώ, καταθέσεις 35 δισ. και δάνεια 47 δισ.) ανέρχεται στη δεύτερη θέση της εγχώριας τραπεζικής αγοράς. Παρόλα αυτά, το «φούσκωμα» της Πειραιώς δεν πρόκειται να γλιτώσει τους φορολογούμενους από νέα βάρη που θα καταβάλλουν ώστε ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της να φτάσει το πολυπόθητο όριο του 8%. Για να γίνει αυτό υπολογίζεται πως θα δοθούν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας 3,5 δισ. ευρώ. Αν δίπλα σε αυτό το ιλιγγιώδες ποσό προστεθούν και τα 3,8 δισ. ευρώ που θα στοιχίσει η «κακή» τράπεζα, τότε προκύπτει ένας λογαριασμός συνολικής αξίας 7,3 δισ. ευρώ, ή 7,2 δισ. ευρώ αν αφαιρέσουμε και το τίμημα της εξαγοράς που θα καταβάλει η Πειραιώς, ύψους 95 εκ. ευρώ, το οποίο αξίζει να αναφερθεί ότι όπως ειπώθηκε στη Βουλή την Παρασκευή ισοδυναμεί με την αξία του ακινήτου του Τσίλερ που έχει στην κατοχή της η τράπεζα… Τόσο θα στοιχίσει στους έλληνες φορολογούμενους η εξαγορά της ΑΤΕ από την Πειραιώς, μέχρι στιγμής. Γιατί δεν αποκλείεται όσο η Τράπεζα Πειραιώς θα γιγαντώνεται και θα γίνεται «πολύ μεγάλη για να χρεοκοπήσει» εκβιάζοντας συνεχώς την χρηματοδότησή της από το κράτος, να έρχονται στο φως μαύρες τρύπες και λογιστικές αλχημείες με τη βοήθεια των οποίων κατάφερνε μέχρι στιγμής να επιπλέει. Τέτοιες μέθοδοι ήρθαν στην επιφάνεια από πρόσφατο ρεπορτάζ του πρακτορείου Ρόιτερς, βάσει του οποίου ο Μιχ. Σάλλας συμμετείχε σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της Πειραιώς με δάνεια που έπαιρνε από την Μαρφίν μέσω υπεράκτιων εταιρειών. Η επινοητικότητα και η αλληλεγγύη των χρεοκοπημένων τραπεζιτών σε όλο τους το μεγαλείο!

Με αφορμή τα παραπάνω αποκαλύπτεται ότι πίσω από την μεταβίβαση αυτό που επιτυγχάνεται είναι η διάσωση της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία μάλιστα έχει ήδη πάρει 4,2 δισ. ευρώ στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησής της! Όλα τα υπόλοιπα, όπως για παράδειγμα το τεράστιο κόστος που θα είχε για τους φορολογούμενους η συνέχιση της λειτουργίας της ΑΤΕ το οποίο επικαλέστηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας προχθές στη Βουλή (κι ο οποίος να σημειωθεί πως πριν διοριστεί στην κεντρική τράπεζα δούλευε ως αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος στην Τράπεζα Πειραιώς) αποτελούν αστήριχτη κινδυνολογία.

Η κυβέρνηση απαντώντας στην κριτική που έχει διατυπωθεί ότι η πώληση της ΑΤΕ κυρίως έρχεται να δωρίσει στον αγοραστή την αγροτική γη που έχει μπει ως ενέχυρο σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια μικρομεσαίων και μεγάλων καλλιεργητών υποσχέθηκε νομοθετική ρύθμιση που θα αποτρέπει την μεταβίβαση της γης. Το πιθανότερο ωστόσο είναι κι αυτή η υπόσχεση να αποδειχθεί κενή περιεχομένου (πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας τα ανοίγματα της Πειραιώς στις «πράσινες μπίζνες» που χρειάζονται πρώτη ύλη, δηλαδή αγροτική γη) όπως θα αποδειχθεί η προφορική δέσμευση της διοίκησης της Τράπεζας Πειραιώς ότι δεν πρόκειται να μειωθούν οι θέσεις εργασίας: Τίποτε σχετικό δεν υπάρχει στο ΦΕΚ που εκδόθηκε, με αποτέλεσμα να είναι πλέον στην διακριτική ευχέρεια του Μιχ. Σάλλα το τι θα γίνει με τους εργαζόμενους στην ΑΤΕ. Κρίνοντας δε από τις εργασιακές σχέσεις που επικρατούν στο εσωτερικό της Πειραιώς, χωρίς κίνδυνο μπορούμε να περιμένουμε τα χειρότερα…

Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες τράπεζες, που βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα. Κυρίως το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο που αποτελεί «την πρώτη τράπεζα στην Ελλάδα και την τρίτη στην Ευρώπη σε κεφαλαιακή επάρκεια» όπως γράφει ανακοίνωση του συλλόγου εργαζομένων. Η σχεδιαζόμενη πώληση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου αποτελεί σκάνδαλο όχι μόνο λόγω του ότι η ποιότητα του χαρτοφυλακίου χορηγήσεων είναι η καλύτερη της αγοράς κι έχει τις χαμηλότερες επισφάλειες δανείων. Αποτελεί σκάνδαλο επίσης λόγω του ότι το ελληνικό δημόσιο που κατέχει το 34% του μετοχικού του κεφαλαίου έχει εισπράξει την τελευταία πενταετία 3 δισ. ευρώ. Η πώλησή του Ταμιευτηρίου επομένως θα στερήσει τον κρατικό προϋπολογισμό από σημαντικά έσοδα που θα μπορούσαν να διοχετευτούν για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, οξύνοντας έτσι την δημοσιονομική κρίση, ενώ τώρα αυτά τα έσοδα θα μεταφερθούν στον ιδιωτικό τομέα συμβάλλοντας στην υπέρβαση της κρίσης βιωσιμότητας αποτυχημένων τραπεζιτών που θα δουν την κερδοφορία τους να απογειώνεται.

Η τρίτη κίνηση που αναμένεται άμεσα στον χώρο του χρηματοπιστωτικού τομέα αφορά την πώληση της Εμπορικής Τράπεζας, στην οποία αυτή τη στιγμή απασχολούνται 5.200 εργαζόμενοι. Ως πιθανοί αγοραστές της Εμπορικής (με ενεργητικό ύψους 21 δισ. ευρώ, χορηγήσεις δανείων 19 δισ. και καταθέσεις 11 δισ. ευρώ) εμφανίζονται η Εθνική Τράπεζα και η Άλφα Μπανκ. Ζητούμενο εκ μέρους τους από την απόκτηση της Εμπορικής Τράπεζας είναι η εδραίωση της θέσης τους στην ελληνική αγορά.

Ακόμη κι αν ολοκληρωθούν επιτυχώς όλες αυτές οι εξαγορές και συγχωνεύσεις του τραπεζικού κλάδου (που δεν αποκλείεται σύντομα να αποδειχθούν ενδιάμεσα βήματα πριν την ολοκληρωτική εξαγορά του από την Ντόιτσε Μπανκ), ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν πρόκειται να ξεπεράσει την αστάθεια ή να λειτουργήσει περισσότερο ορθολογικά. Οι συντελούμενες αλλαγές εντείνουν τα κερδοσκοπικά – αντικοινωνικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας του, χωρίς να είναι βέβαιο ότι ξεφεύγει έστω από την ζώνη της ζημιογόνας λειτουργίας. Προκαλεί εντύπωση για παράδειγμα η απροθυμία των αρχών να δώσουν στη δημοσιότητα τα πορίσματα της Μπλάκροκ η οποία μελέτησε τη βιωσιμότητα των ελληνικών τραπεζών. Αρχικά είχε ειπωθεί πως η έκθεση θα δινόταν στη δημοσιότητα τα Χριστούγεννα. Έκτοτε επικρατεί σιγή ιχθύος…

Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν πως η μοναδική λύση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι η εθνικοποίησή του, με ταυτόχρονα εξασφάλιση των καταθέσεων, και η δημιουργία εξ αρχής 2-3 εξειδικευμένων τραπεζών (μια για λιανική τραπεζική, μία αναπτυξιακή, μία που θα εξειδικεύεται στο διεθνές εμπόριο, κ.λπ) όπως συνέβαινε μέχρι και τη δεκαετία του ’80. Η δημιουργία ενός ριζικά καινούργιου τραπεζικού τομέα, που θα λειτουργεί όμως με κοινωνικό έλεγχο, κι όπου θα απασχοληθεί όλο το σημερινό προσωπικό είναι μονόδρομος για να μην πληρώσει ο ελληνικός λαός το κόστος της εξυγίανσης όπως γίνεται τώρα με την περίφημη ανακεφαλαιοποίηση που θα μας στοιχίσει 50 δισ. ευρώ κι επίσης για να αποφευχθεί η εξαγορά του κλάδου από διεθνείς ανταγωνιστές, ενδεχόμενο που θα οξύνει τις δομικές αντιφάσεις του ελληνικού καπιταλισμού.

ΣΤΡΕΣ ΤΕΣΤ: Η αντοχή των τραπεζών, της υποκρισίας, των ιδιωτικοποιήσεων (Πριν, 25/7/2010)

 Κυβέρνηση γενικού ξεπουλήματος, με τα λιμάνια και τις μεταφορές να διαδέχονται τις τράπεζες 

Ακίνητος πρέπει να ήταν ο διάδρομος όση ώρα έτρεχαν πάνω του οι 91 ευρωπαϊκές τράπεζες υπό το βλέμμα των εποπτικών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να ελεγχθούν οι αντοχές τους. Δεν εξηγείται διαφορετικά τέτοια επιτυχία. Διαψεύδοντας όλες σχεδόν τις προβλέψεις, μόνο επτά τελικά τράπεζες φάνηκαν να αντιμετωπίζουν πρόβλημα, εκ των οποίων οι πέντε προέρχονταν από την Ισπανία, μία από την Γερμανία και μία από την Ελλάδα, η Αγροτική. Η αξιοπιστία των «ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων» όπως χαρακτηρίστηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδας τα «στρες τεστ» στα οποία υποβλήθηκαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες, αμφισβητήθηκε πριν καν δοθούν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματά τους. Πολύ φυσιολογικά, στο βαθμό που επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για μια άσκηση δημοσίων σχέσεων. Προς επίρρωση το γεγονός ότι οι υποθέσεις υπό τις οποίες ελέγχθηκαν παρέμειναν επτασφράγιστο μυστικό. Επίσης η απροθυμία των αρχών να συμπεριλάβουν στα κριτήρια πιθανό «κούρεμα» του ελληνικού δημόσιου χρέους. Την πιθανότητα να αναγκαστεί δηλαδή η κυβέρνηση να προβεί σε αναδιάρθρωση του χρέους, ενδεχόμενο που κάθε άλλο παρά μακρινό φαντάζει, προχωρώντας σε μια οριζόντια υποτίμηση των ομολόγων της τάξης του 20%, 30% ακόμη και 50%. Δεδομένου ότι πολλές γερμανικές και γαλλικές τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους ασυνήθιστα υψηλές τοποθετήσεις σε ελληνικά ομόλογα αξίας πολλών δισ. ευρώ – λόγω των ελκυστικότατων αποδόσεών τους – ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αποδείκνυε ότι οι περισσότερες τράπεζες στηρίζονται σε πήλινα πόδια και είναι αναξιόχρεες.

Και τέλος πάντων πριν συμβούν όλα τα παραπάνω η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε απελευθερώσει το μυθικό ποσό των 750 δισ. ευρώ, με την απόφαση της 10ης Μαΐου που έκανε κουρελόχαρτο το Σύμφωνο Σταθερότητας, για να σώσει τις τράπεζες. Ειρήσθω εν παρόδω, μια απόφαση που λήφθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της Γερμανίας η οποία επανέφερε ξανά την προηγούμενη εβδομάδα τις προτάσεις τιμωρίας εκείνων των χωρών που έχουν δημοσιονομικό έλλειμμα άνω του 3%, κι ειδικότερα την αναστολή του δικαιώματος ψήφου ακόμη και την πληρωμή προστίμου, μέσω του περιορισμού στην πρόσβαση σε κάποιου είδους επιδοτήσεις, όπως οι αγροτικές. Έτσι, οι αγρότες θα δουν να κόβονται τα κονδύλια των ενισχύσεων για να μπορούν να χρηματοδοτούνται οι τράπεζες! Γιατί, για να επιστρέψουμε στη γενναιόδωρη πλευρά της ΕΕ και των κρατών – μελών της, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπως ακριβώς το μνημόνιο της ντροπής που υπέγραψε η κυβέρνηση Παπανδρέου με την τρόικα κόπηκε και ράφτηκε στα μέτρα των τραπεζιτών, έτσι κι η απόφαση της 9ης και 10ης Μαΐου, ως άμεσα ωφελημένους είχε και πάλι τους ευρωπαίους τραπεζίτες.

Τα τεστ κοπώσεως επομένως των ευρωπαϊκών τραπεζών ήταν κατά βάση μια άσκηση υποκρισίας, που στόχευε να συγκαλύψει τα άμεσα και μακροχρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και να ωραιοποιήσει την κατάσταση.

Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα, με τις εγχώριες τράπεζες, σε εκθετικό μάλιστα βαθμό. Στην «άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων» από την Ελλάδα συμμετείχαν έξι τράπεζες (Εθνική, Γιούρομπανκ, Άλφα, Πειραιώς, Αγροτική και Ταμιευτήριο) εκ των οποίων πρόβλημα βρέθηκε να αντιμετωπίζει μόνο η Αγροτική, που δεσμεύθηκε να προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Αν όμως οι άλλες πέντε χαίρουν άκρας υγείας γιατί ξεκοκάλισαν μέχρι τελευταίου ευρώ τα 28 δισ. που τους παραχωρήθηκαν από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ; Κι αν η απάντηση είναι ότι ακόμη και χάρις αυτών των χρημάτων έκλεισε μια περίοδος αστάθειας, γιατί έχουν τεθεί στη διάθεσή τους άλλα 10 δισ. ευρώ από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που προβλέπεται στο μνημόνιο, ως δίχτυ ασφαλείας; Γιατί τέλος η Τράπεζα Ελλάδας, λειτουργώντας σαν ο πατερούλης των τραπεζιτών, παραβιάζοντας δηλαδή τον εποπτικό τη ρόλο, έσπευσε με ανακοίνωσή της την Παρασκευή, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των στρες τεστ, να υπενθυμίσει ότι υπάρχουν «επιπρόσθετα 1,2 δισ. που είναι διαθέσιμα μέσω του μέτρου κεφαλαιακής ενίσχυσης του Ν. 3723/2008»! Γιατί επίσης ξεχνούν ότι όλες οι ελληνικές τράπεζες είναι αποκομμένες εδώ και καιρό από τον διεθνή δανεισμό;

Κάνοντας το άσπρο – μαύρο η ελληνική κυβέρνηση και η ηγεσία φυσικά της Ευρώπης («αντικατοπτρίζουν την αλήθεια τα στρες τεστ» έσπευσε να διαβεβαιώσει η Μέρκελ, κλείνοντας έτσι την συζήτηση) δείχνουν πόσο διαχρονική και πανευρωπαϊκή είναι η τάση δημιουργικής λογιστικής και «μαγειρέματος» των αριθμών. Με άλλα λόγια πόσο αξιοθρήνητα υποτελής στα όρια του γραικυλισμού, είναι η κυβέρνηση του Παπανδρέου που έσπευσε ακόμη και να αλλάξει όνομα στην Στατιστική Υπηρεσία, δείχνοντας ότι έτσι παίρνει διαζύγιο από την αναξιοπιστία του παρελθόντος. Μα τουλάχιστον η αναξιοπιστία του παρελθόντος είχε ως ευνοούμενο το κράτος, τον εκφραστή του συλλογικού συμφέροντος της αστικής τάξης, όχι δέκα χρεοκοπημένους κι αποδεδειγμένα επικίνδυνους για το δημόσιο όφελος τραπεζίτες…

Η υποκρισία δεν σταματά μόνο στον εξωραϊσμό της κατάστασης σε έναν κλάδο που έχει γεμίσει με επιχειρήσεις – ζόμπι οι οποίες επιζούν μόνο και μόνο χάρη στις επιδοτήσεις του κράτους και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συνεχίζεται αν ρίξουμε και μια πιο προσεκτική ματιά στην κατάταξη των τραπεζών. Ειδικότερα, πέραν της αποτυχίας της Αγροτικής, ξεχωριστές επιδόσεις στην προσομοίωση, αναφερόμενοι στις ελληνικές, είχαν κι οι άλλες δύο τράπεζες που πρωταγωνίστησαν στα σενάρια εξαγορών. Το μεν Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο επειδή συγκέντρωσε την υψηλότερη πανευρωπαϊκή βαθμολογία κι η δε Πειραιώς επειδή ίσα – ίσα πέρασε τη βάση. Πρόκειται για αποτελέσματα που υπογραμμίζουν τον λεόντειο χαρακτήρα της συμφωνίας που επιδιώκει ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, Μιχάλης Σάλας, με την κατ’ αρχήν έγκριση του υπουργού Οικονομικών και του πρωθυπουργού καθώς η εξαγορά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου θα κληθεί να λειτουργήσει σαν μια ακόμη ένεση ρευστότητας που θα αναζωογονήσει την Πειραιώς, απομακρύνοντάς την από την ζώνη της επικινδυνότητας.

Ευτυχώς βέβαια το σενάριο φαίνεται να ακυρώνεται κάτω από την κατακραυγή όχι μόνο των εργαζομένων και της κοινωνίας, αλλά και των ανταγωνιστικών συμφερόντων που είδαν ξαφνικά το κίνδυνο η Τράπεζα Πειραιώς να οικειοποιηθεί για αυστηρά δικό της λογαριασμό πόρους που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εξυγιαντικά για όλο το κλυδωνιζόμενο ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα κι έτσι να βελτιώνει τη θέση της στον ανταγωνισμό.

Η διαφαινόμενη αποτυχία του τραπεζικού ντιλ (χωρίς να είναι ακόμη οριστική) δεν έγινε ωστόσο μάθημα για την κυβέρνηση που προχθές, Παρασκευή, αποφάσισε να επιταχύνει διάφορα σχέδια ιδιωτικοποιήσεων. Ειδικότερα, η διυπουργική επιτροπή αποκρατικοποιήσεων, αποφάσισε να δώσει νέα ώθηση στα σχέδια ξεπουλήματος της κρατικής περιουσίας, που ανέρχεται σε 300 δισ. ευρώ. Να θυμίσουμε ότι τα πνευματικά δικαιώματα της συγκεκριμένης πρότασης ανήκουν στη… Συγγρού, εκεί που θα μεταφερθούν τα νέα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας, σε μια προσπάθεια η νέα της ηγεσία να διαχωριστεί από το αντιδημοφιλές παρελθόν της Ρηγίλλης. Η Συγγρού λοιπόν διεκδικεί την πατρότητα της πρότασης, καθώς ο Αντώνης Σαμαράς είχε παρουσιάσει εν χορδαίς και οργάνοις αυτή την πρόταση – ξεπουλήματος της δημόσιας ακίνητης περιουσία – σε δημόσια εκδήλωση στο Ζάππειο, ως εναλλακτική λύση μάλιστα έναντι της προσφυγής στο ΔΝΤ. Σε αυτό το πλαίσιο περιφερειακές υποδομές, όπως λιμάνια και αεροδρόμια, θα δοθούν σε ιδιώτες, με την επίκληση από την κυβέρνηση της ανάγκης εκσυγχρονισμού τους και νέων επενδύσεων. Το ζητούμενο στην πραγματικότητα θα είναι η δημιουργία νέων πεδίων δραστηριοποίησης για το ιδιωτικό κεφάλαιο, το οποίο εθισμένο στις επενδύσεις μηδενικού ρίσκου θα καρπωθεί τη δημόσια περιουσία για να διευρύνει εκ του ασφαλούς τα ιδιωτικά κέρδη.

Το δεύτερο μέτρο που αποφασίστηκε αφορά την κατάθεση νομοσχεδίου για το «άνοιγμα» των οδικών εμπορικών μεταφορών. Πρόκειται για μια πολιτική που εντάσσεται στο πλαίσιο της περιώνυμης απελευθέρωσης των αγορών και δείχνει ταυτόχρονα το πραγματικό της επίδικο. Η κατάργηση του αναντίρρητα αναχρονιστικού καθεστώτος που έχει διαμορφωθεί ντε φάκτο με τις 30.000 άδειες χρήσης φορτηγών αυτοκινήτων που δόθηκαν το 1971, αν κάπου αποσκοπεί είναι στη δημιουργία καινούργιων πεδίων επιχειρηματικής δραστηριοποίησης προς όφελος του πολυεθνικού κεφαλαίου. Το ζητούμενο για την κυβέρνηση από την κατάργηση της μαύρης αγοράς των αδειών δεν είναι η πτώση τω τιμών στη διακίνηση των εμπορευμάτων, προ όφελος των καταναλωτών ή ακόμη και των ελεύθερων αγορών στις οποίες ορκίζεται. Η κυβέρνηση φαίνεται διατεθειμένη να καταφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα, με το νέο νομοσχέδιο, στα μικροαστικά και αστικά συμφέροντα που επωφελούνται του σημερινού καθεστώτος, μόνο και μόνο για να προωθήσει την οριζόντια, διακρατική ενοποίηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Υπ’ αυτή την έννοια τα επαγγέλματα των μεταφορών, όπως και των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων και των φαρμακοποιών, οι όροι άσκησης των οποίων θα αναμορφωθούν πλήρως στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, πάλι κλειστά θα είναι στις σύγχρονες και διευρυνόμενες ανθρώπινες και κοινωνικές ανάγκες. Κι ανοιχτά μόνο στην αισχροκέρδεια και τις κρατικές επιδοτήσεις με τα λεφτά των φορολογουμένων, σε περίπτωση χρεοκοπίας, όπως γίνεται κατ’ εξακολούθηση με τις τράπεζες σε Ευρώπη και Ελλάδα.

Αρέσει σε %d bloggers: