Συμβολαιακή γεωργία: θεσμοθετημένη τραπεζική κερδοσκοπία

tractor plowing the fields

Πέρα για πέρα δίκιο είχαν οι αγρότες στα μπλόκα της Ελλάδας τον περσινό χειμώνα που κατήγγειλαν την κυβέρνηση ότι με τα μέτρα που θα εφαρμόσει στη γεωργία κι όσα έχει ήδη εφαρμόσει (αύξηση συντελεστή φορολόγησης αγροτικού εισοδήματος από 13% στο 20% για το 2016 και στο 26% για το 2017, αύξηση ΦΠΑ στα αγροτικά μέσα κι εφόδια από 13% σε 23% και κυρίως αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών από 7% στο 20%, κ.α.) θα αναγκάσει χιλιάδες μικρομεσαίους αγρότες να βγουν από την παραγωγή. Ωστόσο, η επαπειλούμενη συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού είναι η μια όψη των δρομολογούμενων εξελίξεων στην αγροτική παραγωγή. Και δεν είναι η κυρίαρχη…

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η άλλη όψη, που είναι η δεσπόζουσα μάλιστα, σχετίζεται με την εκ βάθρων αναδιάρθρωση του αγροτικού τομέα. Κοινό γνώρισμα αυτών των τάσεων είναι το ξαναστήσιμο γενικότερα της αγροτικής παραγωγής (συμπεριλαμβανομένης της αλιείας και της κτηνοτροφίας) σε αμιγώς επιχειρηματικές βάσεις. Ξεχάστε εν ολίγοις τις μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις που ήταν στημένες με επίκεντρο την οικογενειακή εργασία. Η αναδυόμενη γεωργία θα είναι οργανικά συνδεδεμένη με την υπόλοιπη οικονομία και τους ακρογωνιαίους λίθους της, όπως είναι οι τράπεζες.

Σε δούρειο ίππο για την άλωση του αγροτικού τομέα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα αναδεικνύεται η συμβολαιακή γεωργία. Η αλήθεια είναι πως τα συμβόλαια στη γεωργία δεν περίμεναν τις τράπεζες να δημιουργήσει τις δικές τους διευθύνσεις επιβάλλοντας στους γεωργούς να καταστρώνουν μπίζνες πλαν και ταμειακές ροές. Υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια. Εταιρείες ζυμαρικών με σιτοπαραγωγούς, ζυθοποιίες με παραγωγούς κριθαριού, ελαιουργεία με ελαιοπαραγωγούς και καπνοβιομηχανίες με καπνοπαραγωγούς σύναπταν εδώ και δεκαετίες συμβόλαια ώστε η παράδοση των πρώτων υλών να είναι εγγυημένη κι εκ των προτέρων συμφωνημένη, αντί να τρέχουν τα τμήματα προμηθειών τελευταία στιγμή να βρουν τους κατάλληλους προμηθευτές.

Οι τράπεζες όμως, πράγματι, κομίζουν κάτι νέο – κι αυτό δεν είναι ούτε ελπιδοφόρο, ούτε επωφελές για τους αγρότες, όπως επαναλαμβάνουν τα πληρωμένα δημοσιεύματα στον Τύπο. Πίσω από τα πράγματι εντυπωσιακά μεγέθη των δανείων ύψους 680 εκ. ευρώ που έχει προσφέρει μία μόνο τράπεζα (από 400 πριν ενάμισι χρόνο) σε 170 συνεταιρισμούς την τελευταία τριετία μέσω δράσεων συμβολαιακής γεωργίας καταφέρνοντας να εμπλέξει 17.000 παραγωγούς που απασχολούν 14.000 εργαζόμενους κρύβεται η άλωση της γεωργίας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, η μετατροπή των γεωργών σε σύγχρονους κολίγους που αντί να δουλεύουν για τους γαιοκτήμονες και την αριστοκρατία της γης θα δουλεύουν – και αυτοί – για την αριστοκρατία του χρήματος.

Αμαρτωλά τρίγωνα στη γεωργία

Η συμβολαιακή γεωργία αφορά μια τριγωνική σχέση μεταξύ αγροτών – παραγωγών από τη μια, μεταποιητών – εμπόρων από την άλλη, και της τράπεζας που αναλαμβάνει το ρόλο του ενδιάμεσου και εγγυητή. Κι αυτός ακριβώς ο παράγοντας, η τράπεζα, είναι που μετατρέπει τη φυσιολογική, στη γενική της μορφή, σχέση αγροτών – εμπόρων σε …παρά φύσιν. Η παρουσία της, που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν περιττή, εμφανίζεται ως αναγκαία και σωτήρια γιατί πριν απ’ όλα εξασφαλίζει τη ρευστότητα. Παρέχει «εδώ και τώρα» τα ποσά που είναι απαραίτητα για να κινηθεί ακόμη κι ο νέος αγρότης (19-40 ετών) υπό τον όρο να υποθηκεύσει στην τράπεζα την επιδότηση του ΟΓΑ, ύψους 10.000 ευρώ. Κι από κει και πέρα η τράπεζα του παρέχει το ρευστό που είναι απαραίτητο, αφού φυσικά τον επιβαρύνει με ένα καθόλου αμελητέο αναπροεξοφλητικό επιτόκιο, ύψους άνω του 7%. Η τράπεζα επιβάλλει την παρουσία της κι έτσι γίνεται ο κόμβος γύρω από τον οποίο συναρθρώνονται όλες οι συναφείς δραστηριότητες δίνοντας σε κάθε αγρότη που θα συνεργαστεί μαζί της μια κάρτα (σαν τις πιστωτικές – χρεωστικές) με την οποία μπορεί να προμηθεύεται από τα συνεργαζόμενα με αυτήν καταστήματα πώλησης γεωργικών εφοδίων, λιπασμάτων και μηχανημάτων ό,τι χρειάζεται. Και το κόστος των αγορών χρεώνεται στο λογαριασμό του, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι δάνειο. Με τον καιρό ασκείται μια τρομακτική πίεση στους εμπόρους να προμηθευτούν το κατάλληλο POS και μέσω αυτού να συνεργαστούν με την τράπεζα και στους αγρότες να ψωνίζουν μέσω αυτού του μηχανισμού, που δε απαιτεί ρευστό, λύνοντας έτσι ένα τεράστιο πρόβλημα που υπάρχει στη γεωργική παραγωγή όπου ο παραγωγός καλείται σταθερά να χρηματοδοτεί την παραγωγή του για να πληρωθεί μετά από έξι μήνες, κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση, που δεν θα έχει μεσολαβήσει κάποια θεομηνία ή αρρώστια που θα καταστρέψει την παραγωγή. Η τράπεζα άρει αυτή την αβεβαιότητα, προφανώς με το αζημίωτο, δένοντας όμως χειροπόδαρα τον αγρότη με ένα συμβόλαιο και μετατρέποντάς τον σε δανείου υποτελή. Με αυτό το μηχανισμό από τα κάτω και σιωπηρά η κάθε τράπεζα μετατρέπεται και σε γαιοκτήμονα, επαναφέρει σχέσεις δουλείας που ήκμασαν στην ύπαιθρο μέχρι και πρώτο μισό του 20ου αιώνα, για να εγκαταλειφθούν στη συνέχεια λόγω των αγώνων και των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων.

Η συμβολαιακή γεωργία διευκολύνει βραχυπρόθεσμα τον αγρότη και με έναν ακόμη τρόπο: Συμβολαιοποιώντας και την τιμή, πέρα από την ποσότητα. Άμεση συνέπεια είναι πω το ερώτημα για την τιμή που θα πιάσει στην αγορά το προϊόν εξαλείφεται κι η αγωνία του αγρότη για το αν θα έχει τιμή τερματίζεται. Κι έτσι μπορεί να εξηγηθεί ή έκταση που έχει λάβει το φαινόμενο, καθώς σύμφωνα με έκθεση του τμήματος γεωπονίας του ΑΠΘ που παρουσιάστηκε στην έκθεση Agrotica 2014, το 13,7% των ελλήνων γεωργών έχει υιοθετήσει τη συμβολαιακή γεωργία, ενώ ένα ποσοστό 24,8% ενδιαφερόταν να ενταχθεί σε σχετικά προγράμματα. Εξαλείφεται ωστόσο το ερώτημα της τιμής κι ο κίνδυνος προς όφελος της τράπεζας που θα μπορεί κάλλιστα να ασφαλίζει την τιμή του προϊόντος στην αγορά των παραγώγων, μεταθέτοντας το κίνδυνο σε άλλους αντισυμβαλλόμενους και κρατώντας η ίδια, εκ του ασφαλούς, το πιο σίγουρο μέρος της πρόβλεψης για την εξέλιξη της τιμής. Τα περισσότερα άλλωστε από τα προϊόντα που εντάσσονται στη συμβολαιακή γεωργία (βαμβάκι, γάλα, καπνά, κ.α.) αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων. Κι εκεί, η υπόσταση κάθε παίκτη και τα στοιχήματα που μπορεί να βάλει είναι συνάρτηση των ποσοτήτων τις οποίες μπορεί να διαπραγματευτεί. Οι ελληνικές τράπεζες επομένως χρησιμοποιεί τον έλληνα αγρότη για να πάρουν «άδεια κυνηγιού» και να παίξουν στα πιο χοντρά κερδοσκοπικά παιχνίδια. Κι αυτό μάλιστα θα συντελεσθεί σε βάρος άλλων κριτηρίων, όπως για παράδειγμα η παραγωγή χρήσιμων αγροτικών προϊόντων ή η διατροφική επάρκεια της χώρας.

Οι αγρότες γίνονται μισθωτοί

Σε ό,τι δε αφορά τον αγρότη η εγγυημένη, προκαθορισμένη τιμή του προϊόντος τον μετατρέπει σε μισθωτό, ακυρώνοντας την πρόοδο που είχε συντελεστεί από τη δεκαετία του ‘80 κι έπειτα όταν η κοινωνική και εισοδηματική θέση του αγρότη βελτιωνόταν. Η μεταβίβαση του κινδύνου των ακραίων τιμών στην τράπεζα, που πλέον θα τους διαχειρίζεται επαγγελματικά, ισοδυναμεί με την αλλαγή του στάτους του: από έρμαιο του καιρού σε υποχείριο της τράπεζας. Αυτός ο υποβιβασμός επ’ ουδενί δεν αποτρέπει το κράτος από το να τον αντιμετωπίζει ως επιχειρηματία, όταν του αλλάζει το φορολογικό πλαίσιο, καταργώντας το προηγούμενο ευνοϊκό καθεστώς.

Η χρηματιστικοποίηση της γεωργίας, που δε θα είχε συντελεστεί, τουλάχιστον στο σημερινό βαθμό, αν η Αγροτική  Τράπεζα παρέμενε δημόσια καταφέρνει κάτι ακόμη που εκ πρώτης όψεως μοιάζει παράδοξο: υπαγάγει ευθέως και ουσιαστικά τη γεωργία στην μεταποίηση. Καθετοποιεί την παραγωγή, προσθέτοντας εκείνη τη λειτουργία που υποσχέθηκαν να φέρουν σε πέρας οι συνεταιρισμοί, πριν περάσουν στην ανυποληψία από τη στιγμή που έγιναν θερμοκήπια σκανδάλων και εκκολαπτήρια παροιμιώδους διαφθοράς. Οι τράπεζες έτσι δουλεύουν μεν για τα στενά τους συμφέροντα, την επιβολή τόκων και προμηθειών, εξυπηρετούν όμως και την απρόσκοπτη τροφοδοσία των βιομηχανιών με πρώτη ύλη, όπως είναι τα γεωργικά προϊόντα. Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι ο κλάδος τροφίμων και ποτών αποτελούσε ανέκαθεν κλάδο στρατηγικής σημασίας της ελληνικής οικονομίας, με αυξημένο ειδικό βάρος. Και η ίδια η αγροτική παραγωγή αποτελεί αιχμή του δόρατος της ελληνικής οικονομίας. Αρκεί να αναφερθεί πως το πρώτο δεκάμηνο του 2015 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2014 η μεγαλύτερη αύξηση στις εξαγωγές, ύψους 14,8%, καταγράφηκε στα αγροτικά προϊόντα, όταν στα βιομηχανικά προϊόντα καταγράφηκε αύξηση της τάξης του 7,9% και στο σύνολο των εξαγωγών μείωση ύψους 5,5%. Ως αποτέλεσμα, στο σύνολο των εξαγωγών για την προαναφερόμενη περίοδο το μερίδιο των αγροτικών προϊόντων αυξήθηκε στο 20,3%, όταν ένα χρόνο πριν ήταν 16,7%, παρότι μάλιστα το εμπορικό ισοζύγιο των αγροτικών προϊόντων είναι ελλειμματικό εξ αιτίας της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Η σημασία που έχει η συμβολαιακή γεωργία στο πλαίσιο των αναδιαρθρώσεων που συντελούνται στην ύπαιθρο υπογραμμίζεται από την ώθηση που της δίνει η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική 2014-2020, η οποία έχει εντάξει τη συμβολαιακή γεωργία στις βασικές της προτεραιότητες, μεταφέροντας στην Ευρώπη μια παγκόσμια τάση. Μαζί φυσικά με μια σειρά άλλων στόχων που αλλάζουν άρδην τη φύση της αγροτικής παραγωγής, όπως η σταδιακή περικοπή των επιδοτήσεων κατά 60% μέχρι το 2019, με τους πρώτους που επλήγησαν να είναι 90.000 αγρότες που δικαιούνταν επιδότηση μέχρι 250 ευρώ. Οι επιδοτήσεις δηλαδή αφαιρέθηκαν απ’ όσους τις είχαν μεγαλύτερη ανάγκη και μπορούσαν χάρη σε αυτές να συνεχίζουν να καλλιεργούν και να πληρώνουν τους προμηθευτές τους…

Σε λίγους η γη

Οι φτωχοί ήταν οι μεγάλοι χαμένοι της τελευταίας δεκαετίας με κριτήριο επίσης την κατανομή της γης. Από το 2000 ως το 2010 σημειώθηκε μια μεγάλης έκτασης πόλωση της ιδιοκτησίας στη γη, με τους πλούσιους να αποκτούν ακόμη περισσότερη γη και τους φτωχούς να βλέπουν τον κλήρο τους να εξανεμίζεται. Συγκεκριμένα, με βάση στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας οι αγρότες με ιδιοκτησία έως 50 στρέμματα κατείχαν το 2000 περίπου 10,5 εκ. στρέμματα, ενώ μια δεκαετία αργότερα η ιδιοκτησία τους μειώθηκε στα 8,9 εκ. στρέμματα. Στο άλλο άκρο της ιδιοκτησιακής κλίμακας, οι αγρότες που είχαν στην κατοχή τους πάνω από 250 στρέμματα αύξησαν θεαματικά την καλλιεργούμενη έκτασή τους: από 8,8 εκ. στρέμματα το 2000, σε 10,8 εκ. στρέμματα  το 2010. Εξ ίσου «γενναιόδωρη» στάθηκε η δεκαετία του 2000 και για μια ακόμη μικρότερη μειοψηφία, όσων έχουν κλήρο άνω των 1.000 στρεμμάτων, που μπορούν να παρομοιαστούν με το μισητό 1% της υπαίθρου. Το 2000 ήταν μόνο 925 άτομα και το 2010 έφτασαν τους 1.498 (αυξήθηκαν περισσότερο από 50%), ενώ η γη που είχαν στην κατοχή τους από 1.616 στρέμματα έφτασε τα 2.506. Η συγκέντρωση της γης σε ολοένα και λιγότερα χέρια σημαίνει την ισχυροποίηση της θέσης των πλουσίων του χωριού έναντι της πλειοψηφίας που σιγά – σιγά και σταθερά χάνει από τον έλεγχό της τα βασικότερα μέσα παραγωγής που κατείχε, όπως είναι η γη. Σε αυτό το πλαίσιο η εξάρτησή της από το μεροκάματο γίνεται πιο στενή, ενώ οι ακτήμονες παύουν να εξασφαλίζουν από τη γη και τα δικά τους μέσα καθημερινής διατροφής και συντήρησης (χόρτα, φρούτα, πουλερικά, κ.α.). Εύκολα μπορεί ο οποιοσδήποτε να προβλέψει πως από το 2010 και έπειτα αυτή η τάση θα εμφανίστηκε ακόμη πιο ισχυρή καθώς η αυξημένη φορολογία, ελέω Μνημονίων, οδήγησε χιλιάδες αγρότες και πολλούς περισσότερους κατοίκους των αστικών περιοχών να ξεφορτωθούν κομμάτια γης που δεν προσφέρονται για εκμετάλλευση. Δεν λείπουν μάλιστα κι εκείνοι που θέλουν να πουλήσουν εκτάσεις γης που έχουν από κληρονομιές και δεν μπορούν να τις πουλήσουν, γιατί απλώς κανείς δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει. Αντίθετα δηλαδή με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν όταν η ιδιοκτησία στη γη ήταν μια επένδυση σχετικά ανέξοδη μετά την αγορά, καθώς δεν επέσειε κόστος συντήρησης ή κατοχής.

Η τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της γεωργικής γης θα επιταχυνθεί απότομα από τον επόμενο χρόνο, το 2017, όταν η κυβέρνηση θα επιβάλει ΕΝΦΙΑ και στα αγροτεμάχια, όπως επίσης και σε όλες τις εκτός σχεδίου και οικισμού εκτάσεις. Η επιβολή ΕΝΦΙΑ και στα αγροτεμάχια θα διευκολυνθεί με την συμπλήρωση δύο νέων στηλών (με αριθμό 25 και 26) στον πίνακα 2 όπου δηλώνονται οι εκτός σχεδίου και οικισμού εκτάσεις οι οποίες προστέθηκαν στο νέο έντυπο του ΕΝΦΙΑ, που όλο και περισσότερο μοιάζει με κεφαλικό φόρο. Το αποτέλεσμα θα είναι να χάσει η ιδιοκτησία στην ύπαιθρο ένα σχετικά δημοκρατικό χαρακτήρα που διέθετε τις προηγούμενες δεκαετίες, εξ αιτίας της ανόδου των εισοδημάτων, προκαλώντας στη συνέχεια έναν ενάρετο κύκλο που συντελούσε στην κοινωνική ευημερία. Η μεγάλη διασπορά δηλαδή του κλήρου βοηθούσε τα φτωχά νοικοκυριά να ανταπεξέρχονται στις δυσκολίες της καθημερινής διαβίωσης και επέτρεπε στους ιδιοκτήτες τους να διατηρούν μια σχετική εισοδηματική ανεξαρτησία απέναντι στις μεγάλες αγροτοβιομηχανικές επιχειρήσεις της υπαίθρου ή τους εμπόρους. Όλα αυτά όμως θα ανήκουν στο παρελθόν όταν θα εισβάλει ο ΕΝΦΙΑ, από μια κυβέρνηση μάλιστα που ακόμη και τον Ιανουάριο του 2015 (δια στόματος μάλιστα του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στο πλαίσιο συνέντευξής του στην τηλεόραση του Σκάι) υποσχόταν την κατάργησή του και δεσμευόταν μάλιστα πως η «τρύπα» που θα δημιουργηθεί στα δημόσια ταμεία θα καλυφθεί από τον ανασχεδιασμό του φορολογικού συστήματος σε πιο δίκαιες βάσεις. Κι αυτό που είδαμε ήταν γενίκευση του ΕΝΦΙΑ και εμβάθυνση της φορολογίας στις ίδιες, άδικες βάσεις…

Έκρηξη της παραγωγικότητας στη γεωργία

Εξετάζοντας το θέμα της παραγωγικότητας, δεν αποκλείεται καθόλου ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων (επέκταση της συμβολαιακής γεωργίας με μηχανοδηγό τις τράπεζες, και συγκέντρωση της γης σε ολοένα και λιγότερα χέρια με κινητήρια δύναμη τη φορολογία) να οδηγήσει στα ύψη την παραγωγικότητα της γεωργίας. Έτσι, να συνεχιστεί μια τάση που έγινε ορατή στην ύπαιθρο σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα κι είχε ως αιτίες της την εισαγωγή των μηχανημάτων και την υποκατάσταση των ζώων, τη χρήση λιπασμάτων, ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων, την επέκταση της άρδευσης και τις οικονομίες κλίμακας που επέτρεπαν την εισαγωγή και αξιοποίηση μεθόδων εκμετάλλευσης στη γη που χαρακτηρίζονταν από ένταση κεφαλαίου και όχι ένταση εργασίας. Ενδεικτικά στοιχεία για να φανεί η έκρηξη στην παραγωγικότητα του πρωτογενούς τομέα περιλαμβάνουν τον τετραπλασιασμό των καλλιεργειών αραβοσίτου ανά ακρ στις ΗΠΑ το διάστημα 1930-2000 όταν από 30 βαρέλια έφτασαν τα 130 ανά ακρ και τον τριπλασιασμό της παραγωγής γάλακτος και γαλακτομικών καθώς το 1955 η μέση παραγωγή ανά αγελάδα ήταν 4.572 λίμπρες, το 1971 ο μέσος όρος αυξήθηκε σε 10.000 λίμπρες και στα τέλη του 20ου αιώνα ο μέσος όρος αυξήθηκε πάλι σε 17.000 ανά αγελάδα! (Οικονομική περιβάλλοντος και φυσικών πόρων, T. Tietenberg & L. Lewis, εκδ. Gutenberg, 2010). Η πρόοδος που έχει συντελεστεί είναι τόσο εκπληκτική ώστε σήμερα η παγκόσμια γεωργία παράγει 17% περισσότερες θερμίδες κατ’  άτομο (!!!) απ’ ότι παρήγαγε πριν 30 χρόνια, παρότι μάλιστα ο παγκόσμιος πληθυσμός αυτή την περίοδο έχει αυξηθεί κατά 70%. Πρόβλημα επομένως επάρκειας των τροφίμων δεν θα έπρεπε να τίθεται και υποσιτισμένα παιδιά δεν θα έπρεπε να εμφανίζονται στις οθόνες μας, καθώς παράγονται αρκετά τρόφιμα για να θρέψουν ολόκληρη την ανθρωπότητα και μάλιστα …περισσεύουν. Το πρόβλημα που τίθεται σχετίζεται με την κατανομή των τροφίμων, δηλαδή με τους όρους υπό τους οποίους διανέμονται τα παραγόμενα τρόφιμα. Αποκαλύπτεται έτσι πως η αιτία πίσω από τις απεγνωσμένες εκκλήσεις διεθνών διασκέψεων που θέτουν φιλόδοξους κάθε φορά στόχους για την μείωση του αριθμού των υποσιτιζόμενων ανθρώπων (βλέπε πχ Διακήρυξη της Ρώμης για την Παγκόσμια Ασφάλεια για τα Τρόφιμα του 1996) ή πίσω από σοκαριστικά ρεπορτάζ και έρευνες που αποκαλύπτουν πχ ότι στις ίδιες τις ΗΠΑ το 1 στα 10 νοικοκυριά αντιμετωπίζουν ήδη πρόβλημα πείνας ή κινδυνεύουν να πεινάσουν δεν βρίσκεται η σπανιότητα των τροφίμων. Βρίσκεται η μετατροπή της πιο βασικής ανθρώπινης ανάγκης, όπως είναι η διατροφή, σε εμπόρευμα και πολλές φορές χρηματιστηριακό εμπόρευμα, με τις τράπεζες να επιβάλουν τους όρους τους

Η επέκταση της συμβολαιακής γεωργίας στην καθημαγμένη από την κρίση Ελλάδα θα ενισχύσει αυτή τη δυναμική σε βάρος όλων: τόσο των αγροτών όσο και των καταναλωτών.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο μηνιαίο περιοδικό Nexus

Πείνα φέρνει η έκρηξη των τιμών στα τρόφιμα (Ουτοπία, Μάιος 2008)

Παρελθόν κινδυνεύουν να γίνουν ακόμη κι αυτά τα μικρά βήματα μείωσης της παγκόσμιας φτώχειας που επιτεύχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια λόγω της έκρηξη της τιμής στα βασικότερα είδη διατροφής. Οι υπέρογκες ανατιμήσεις στο σιτάρι, το καλαμπόκι και το ρύζι έχουν φέρει στα πρόθυρα της λιμοκτονίας 100 εκ. άτομα στις πιο φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου ενώ στον Πρώτο, και δη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναστέλλονται – προσωρινά τουλάχιστον – οι σκέψεις για περικοπή των επιδοτήσεων στη γεωργία, καθώς είναι ηλίου φαεινότερες οι τεράστιες ευθύνες της φιλελευθεροποίησης γι αυτή τη δραματική κατάσταση.

 Ως τη χειρότερη κρίση αυτού του είδους για περισσότερα από 30 χρόνια χαρακτήρισε ο Τζέφρεϋ Σακς, διακεκριμένος οικονομολόγος και σύμβουλος του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, την άνοδο στις τιμές των τροφίμων του τελευταίου διαστήματος. Συνολικά, ο δείκτης της τιμής μιας ευρείας κατηγορίας τροφίμων τον τελευταίο χρόνο έχει αυξηθεί κατά 40%, με τις τιμές των πιο βασικών ειδών να καταγράφουν πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις. Από το 2006, για παράδειγμα, η τιμή του ρυζιού έχει αυξηθεί κατά 217%, του σιταριού κατά 136%, του καλαμποκιού κατά 125% και της σόγιας κατά 107%.

Για να γίνει κατανοητή η αναστάτωση που έχουν προκαλέσει αυτές οι ανατιμήσεις πρέπει να τονιστεί ότι επιβαρύνουν πολύ διαφορετικά τα κάθε λογής εισοδήματα. Όσο υψηλότερο είναι ένα εισόδημα τόσο μικρότερη είναι η αναλογία των χρημάτων που δαπανά για τρόφιμα, ενώ αντίθετα ένα χαμηλό εισόδημα έχει την τάση να ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος του στα είδη διατροφής. Έτσι για παράδειγμα στις ΗΠΑ, ακόμη και το φτωχότερο 20% του πληθυσμού δεν δαπανά παρά το 16% των χρημάτων που κερδίζει για τρόφιμα, ενώ αντίθετα η μέση οικογένεια της Νιγηρίας ξοδεύει το 73% του εισοδήματός της για φαγητό. Η κατάσταση φθάνει στα άκρα σε χώρες όπως η Αϊτή όπου τα τρία τέταρτα του πληθυσμού κερδίζουν λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα και ήδη το ένα στα πέντε παιδιά είναι χρόνια υποσιτισμένο. Κατά συνέπεια μια οριακή ανατίμηση που μπορεί να μη γίνει καν αντιληπτή από ένα υψηλό εισόδημα για έναν πένητα μπορεί να σημάνει ότι θα κοιμάται με άδειο στομάχι ακόμη και επί ημέρες.

Εξεγέρσεις απελπισμένων

 

Καθόλου τυχαίο λοιπόν δεν είναι το γεγονός ότι στην Αϊτή οι συγκρούσεις των πεινασμένων με την αστυνομία έλαβαν τη μορφή εξέγερσης και οδήγησαν τελικά στην απομάκρυνση του πρωθυπουργού. Τα γεγονότα στην Αϊτή δεν ήταν και τα μοναδικά. Σε περισσότερες από 30 χώρες του κόσμου, από τη Μπουρκίνα Φάσου μέχρι την Ινδονησία οι διαμαρτυρίες πήραν τη μορφή συγκρούσεων και σε πολλές από αυτές, όπως στη Σενεγάλη ο στρατός κλήθηκε να επιβάλλει την τάξη ή να δώσει πιο πρακτικές λύσεις όπως έγινε για παράδειγμα στην Αίγυπτο όπου οι ένοπλες δυνάμεις ανέλαβαν καθήκοντα …φούρναρη για να παρέχουν φθηνό, επιδοτούμενο ψωμί στους πεινασμένους.

Ακόμη ωστόσο κι αυτές οι λύσεις, αμυντικού και πρόσκαιρου χαρακτήρα, δεν αντιμετωπίζουν τις γενικότερες ανισορροπίες που γεννά η εκτίναξη των τιμών στα τρόφιμα και τα προβλήματα που δημιουργεί για παράδειγμα στα δημόσια οικονομικά – ζήτημα υποδεέστερης σημασίας σε σχέση με την πείνα, καθόλου όμως αμελητέο. Έτσι, η Αίγυπτος για παράδειγμα έχει φθάσει να δαπανά περισσότερα χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό της για να επιδοτεί το ψωμί και τη βενζίνη ώστε να είναι προσιτά στον λαό, παρά για υγεία και εκπαίδευση μαζί!

Το ερώτημα που προκύπτει όλο και πιο έντονα περιστρέφεται γύρω από τις αιτίες αυτής της έκρηξης τιμών. Δύο καθοριστικές και μία ήσσονος σημασία αιτία βρίσκεται πίσω από το πρωτόγνωρο κύμα ανατιμήσεων.

Η μικρότερης σημασίας αιτία αφορά τις κλιματικές αλλαγές. Η παρατεταμένη, σχεδόν υπερδεκαετής, ξηρασία για παράδειγμα στην Αυστραλία και οι πλημμύρες σε πολλές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας έχουν τη δική τους συμβολή περιορίζοντας την άνοδο της παραγωγής που θα μπορούσε υπό κανονικές κλιματολογικές συνθήκες να είχε επιτευχθεί. Ωστόσο, δεδομένου ότι το πρόβλημα δεν έγκειται στην έλλειψη τροφίμων (κατά 2% αναμένεται να αυξηθεί η παγκόσμια παραγωγή ρυζιού φέτος, ανέφεραν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 3 Απρίλη) αλλά στην απλησίαστη τιμή τους η καταστροφή σοδειών από τις κλιματικές αλλαγές δεν αποτελεί σοβαρή αιτία, ως προς το παρόν, της ανόδου της τιμής τους. Αυτό ισχύει γενικά.

Ο παραλογισμός των βιοκαυσίμων

 

Ειδικότερα, ωστόσο, σε ότι αφορά συγκεκριμένα είδη τροφίμων, όπως είναι το καλαμπόκι, η μείωση της παραγωγής τους είναι ορατή και προέρχεται από την καλλιέργεια σπόρων που αξιοποιούνται στην παραγωγή βιοκαυσίμων. Κατ’ αρχήν είναι ανάγκη να πούμε ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερο αμφισβητείται ακόμη και αυτή η συνεισφορά των βιοκαυσίμων στην αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του περιοδικού Τάιμ στις 14 Απρίλη ανέφερε ότι ένα γαλόνι αιθανόλης που παράγεται από καλαμπόκι, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ για παράδειγμα, απαιτεί για την παραγωγή του περισσότερη ενέργεια απ’ όση μπορεί να προσφέρει με την καύση του. Τα βιοκαύσιμα δε που παράγονται σε άλλα σημεία του πλανήτη, όπως στη Βραζιλία ενδεικτικά, με απώτερο στόχο να χρησιμοποιηθούν αντί των συμβατικών καυσίμων με στόχο να μειωθεί η θερμοκρασία της γης, είναι εξ ίσου αμφίβολο το τι καταφέρνουν, δεδομένου ότι η καλλιέργειά τους συντελείται σε αποψιλωμένα δάση του Αμαζόνιου. Η παραγωγή βιοκαυσίμων έτσι (που επινοήθηκε για να αντιμετωπίσει τις εκπομπές καυσαερίων από τα αυτοκίνητα που συντελούν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου) επιτείνει την καταστροφή των δασών και η καταστροφή τους – μέσω πυρκαγιών – το φαινόμενο του θερμοκηπίου!!!

Τα εμπόδια ωστόσο που δημιουργούν τα βιοκαύσιμα στην παροχή φθηνής τροφής στον παγκόσμιο πληθυσμό είναι πολύ πιο άμεσα. Στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι αυτή τη στιγμή το 20% του καλλιεργούμενου καλαμποκιού καταλήγει στην παραγωγή αιθανόλης, ενώ οι καλλιέργειες που θα στραφούν στα βιοκαύσιμα την επόμενη δεκαετία εκτιμάται ότι θα πενταπλασιαστούν. Ίδιος πυρετός, σε βαθμό ώστε πολλοί να μιλούν για νέα φούσκα, παρατηρείται σε όλο τον κόσμο. Η αξία των επενδύσεων σε βιοκαύσιμα από 5 δισ. δολάρια το 1995 έφθασαν το 2005 τα 38 και το 2010 υπολογίζεται να έχουν φθάσει τα 100 δισ. δολάρια. Όσο για το «κόστος ευκαιρίας» τους, αρκεί να αναφέρουμε ότι η ποσότητα καλαμποκιού που απαιτείται για να γεμίσει το ρεζερβουάρ ενός σπορ αυτοκινήτου, αυτού που συνήθως χαρακτηρίζουμε 4 επί 4, μπορεί εναλλακτικά να θρέψει ένα άτομο για έναν ολόκληρο χρόνο.

Στο ερώτημα δηλαδή το ρεζερβουάρ ή τον άνθρωπο η απάντηση που δίνουν οι ΗΠΑ σήμερα, ωθώντας μάλιστα όλο τον υπόλοιπο κόσμο να βαδίσει στα καταστροφικά χνάρια τους, είναι το ρεζερβουάρ. Κι έτσι εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας…

Χαλινάρι στα χρηματιστήρια

 

Η δεύτερη αιτία που έχει οδηγήσει σε εκτόξευση τις τιμές των τροφίμων είναι η εκτεταμένη και άγρια κερδοσκοπία που γίνεται κυρίως στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγου. Οι τιμές των τροφίμων, αλλά και άλλων εμπορευμάτων όπως τα μέταλλα και το πετρέλαιο, οδηγήθηκαν στα ύψη από τη στιγμή που στο χρηματιστήριο του Σικάγου βρήκε απάγκιο η τεράστια ρευστότητα που ξέβρασε η πιστωτική κρίση και η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων. Τοποθετούμενα αυτά τα κεφάλαια και άλλα στη συνέχεια που προσελκύστηκαν από την άνοδο των τιμών, ύψους 300 δισ. δολαρίων κατ’ εκτίμηση των Νιου Γιορκ Τάιμς της Τρίτης 22 Απρίλη, στην αγορά των μελλοντικών συμβολαίων που αφορούν τη συμφωνία εκτέλεσης μιας εμπορικής πράξης στο μέλλον σε μια προκαθορισμένη τιμή κατάφεραν να δημιουργήσουν μια φούσκα άνευ προηγουμένου. Η διαφορά όμως με όλες τις άλλες φούσκες, όπως των νέων τεχνολογιών, είναι ότι αυτή οδηγεί στη δυστυχία εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Διαπιστώνοντας τον αρνητικό ρόλο που διαδραματίζει η αγορά μελλοντικών συμβολαίων στο επίπεδο των τιμών των εμπορευμάτων, η οποία προκαλεί στρεβλώσεις στην αγορά κι όχι εξισορρόπησή της όπως λένε τα εγχειρίδια, μια σειρά χώρες του Τρίτου Κόσμου διέκοψαν τη λειτουργία της! Στην Ινδία συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2007 η κυβέρνηση απαγόρευσε την διαπραγμάτευση μελλοντικών συμβολαίων σε τρία προϊόντα: το ρύζι, το σιτάρι και το καλαμπόκι. Βλέποντας όμως στη συνέχεια πως οι τιμές συνέχισαν να αυξάνονται, ο υπουργός Οικονομίας της Ινδίας διέκοψε εντελώς τη λειτουργία της αγοράς μελλοντικών συμβολαίων, τονίζοντας πως η μοναδική συνεισφορά της, ολοένα και περισσότερο, αφορούσε την κερδοσκοπία. Το ίδιο συνέβη και στην Αιθιοπία στα μέσα Απριλίου. Στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων της Αντίς Αμπέμπα, το νεότερο χρηματιστήριο εμπορευμάτων της Αφρικής αποφασίστηκε να μην επιτρέπονται οι μελλοντικές πράξεις στα επίμαχα τρόφιμα σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η κερδοσκοπία και να αποφευχθεί η ανοδική πορεία των τιμών.

Τα μέτρα δε αυτά λήφθηκαν σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, επειδή οι πιέσεις των πεινασμένων είναι αφόρητες και τα συμφέροντα των κερδοσκόπων δεν πρυτανεύουν όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις ΗΠΑ και τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες, ή την ίδια την ΕΕ που δια στόματος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν Κλοντ Τρισέ, έσπευσε να δηλώσει ότι η κρίση των τροφίμων είναι πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης. Κινήσεις (απελπισίας) όπως αυτές της Ινδίας και της Αιθιοπίας αναμφισβήτητα είναι σταγόνες στον ωκεανό μπροστά στα μυθικά ποσά που έχουν επενδυθεί στα χρηματιστήρια της Δύσης τα οποία δίνουν το σφυγμό της αγοράς. Παρόλα αυτά αποκαλύπτουν την βασικότερη αιτία πίσω από την πείνα που είναι η κερδοσκοπία και η μετατροπή ακόμη και των στοιχειωδέστερων ανθρώπινων αναγκών, όπως είναι η διατροφή, σε αντικείμενο χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης.

Αμφισβητείται η φιλελευθεροποίηση της ΚΑΠ

 

Η κρίση των τροφίμων οδήγησε επιπλέον σε επανεξέταση την ορθότητα των διαρκών αναθεωρήσεων που έχει υποστεί η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία δεκαετία στην κατεύθυνση μείωσης των επιδοτήσεων.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ και η συντελούμενη μείωση των επιδοτήσεων της ευρωπαϊκής γεωργίας έχει προκαλέσει μια κάθετη μείωση του παραγόμενου προϊόντος τόσο στη γεωργία όσο και στην κτηνοτροφία σε κάθε μέλος της ΕΕ, ακόμη και στην Ελλάδα. Στον πίνακα που παραθέτουμε φαίνεται με ακρίβεια αυτή η συρρίκνωση, που αποτελεί την άλλη όψη των πρωτοφανών σε βάθος και ποιότητα αναδιαρθρώσεων που συντελούνται στην γεωργία κι η οποία μπορεί να συνεχίζεται υπό τον όρο ότι φιλελευθεροποιείται το διεθνές εμπόριο και αίρονται οι φραγμοί που το περιορίζουν.

Παραγωγή κυριότερων αγροτικών

προϊόντων στην Ελλάδα (χιλιάδες τόνοι)

ΠΡΟΪΟΝ 2000 2006
Σιτάρι σκληρό 1.450 1.129
Σιτάρι μαλακό 408 251
Αραβόσιτος 1.850 1.710
Καπνός 125 25
Βαμβάκι 1.235 850
Τομάτες βιομηχανικές 1.149 800
Ζαχαρότευτλα 3.146 1.600
Ελαιόλαδο 430 370
Λεμόνια 139 37
Πορτοκάλια 903 880
Μήλα 309 263
Ροδάκινα 1.020 700
Κρέας, σύνολο 492 464
Γάλα, σύνολο 1.896 1.866

Πηγή: Υπουργείο Γεωργίας (παρατίθεται σε Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το έτος 2006, Αθήνα 2007).

Τι συμβαίνει όμως όταν μια σειρά χώρες που αποτελούσαν επί χρόνια την αποθήκη τροφίμων της υφηλίου (στο πλαίσιο προφανώς ενός βαθιά άνισου καταμερισμού) βρίσκονται αντιμέτωπες με την οργή των πολιτών τους και παγώνουν προσωρινά τις εξαγωγές ή τις μειώνουν αποφασιστικά, όπως έκαναν για παράδειγμα η Αργεντινή, η Ινδία, η Ινδονησία, το Βιετνάμ, η Κίνα, η Καμπότζη και η Αίγυπτος, δίνοντας προτεραιότητα στην κάλυψη της εγχώριας ζήτησης; Τότε αμφισβητούνται εκ βάθρων ορισμένα από τα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού, όπως είναι η κατάργηση των επιδοτήσεων και η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου!

Τα όσα δήλωσε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 28 Απριλίου ο (δεξιός) υπουργός Γεωργίας της Γαλλίας, Μισέλ Μπαρνιέ, είναι αποκαλυπτικά! «Αυτό που τώρα αντικρίζουμε στον κόσμο είναι τα αποτελέσματα μιας υπερβολικής φιλελευθεροποίησης της αγοράς. Δεν μπορούμε να αφήσουμε την διατροφή των ανθρώπων στο έλεος της αγοράς. Χρειαζόμαστε μια δημόσια πολιτική, μέσα παρέμβασης και σταθεροποίησης» ήταν τα λόγια του, που αποκτούν ξεχωριστή σημασία λόγω του ότι η Γαλλία αναλαμβάνει την κυκλική προεδρία της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Συνέχισε δε προτείνοντας στις πληττόμενες χώρες να αντιγράψουν την ΚΑΠ! «Νομίζω ότι η ΚΑΠ αποτελεί ένα καλό μοντέλο. Είναι μια πολιτική που μας επιτρέπει να παράγουμε για να τρεφόμαστε. Συνενώνουμε τους πόρους μας για να υποστηρίξουμε την παραγωγή. Η Δυτική Αφρική, η Ανατολή Αφρική, η Λατινική Αμερική και η νότια ακτή της Μεσογείου, όλα αυτά τα μέρη χρειάζονται περιφερειακή κοινή αγροτική πολιτική»! Οι αιτιάσεις του υιοθετήθηκαν σχεδόν στο ακέραιο από τον γερμανό ομόλογό του – κάτι που έχει τη δική του σημασία δεδομένου ότι η Γερμανία αποτελεί το βασικότερο χρηματοδότη της ΚΑΠ η οποία στοιχίζει 56 δισ. ετησίως! Παρόλα αυτά ανέλαβε το κόστος.

Παρότι η συντηρητική αναδιάρθρωση στην ευρωπαϊκή γεωργία δεν πρόκειται να κοπάσει (ως αποτέλεσμα της αυτοτελούς επέκτασης των δυνάμεων του κεφαλαίου και των υπόγειων ταξικών συγκρούσεων που διεξάγονται) είναι εμφανές ότι δηλώσεις όπως οι παραπάνω τονίζουν για μια ακόμη φορά το τεράστιο κοινωνικό τίμημα της ουσιαστικής υπαγωγής στο κεφάλαιο κάθε τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας.