Η ΕΕ διχάζει την Αγγλία (Επίκαιρα, 12-18 Φεβρουαρίου 2015)

UK-EUΔεν είναι μόνο τα μνημόνια που διαλύουν τα πολιτικά συστήματα, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ελλάδας με την κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού, της Ιταλίας με την άνοδο του κόμματος των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλιο και της Ισπανίας με την ορμητική είσοδο του κόμματος Ποδέμος στην πολιτική ζωή που έναν χρόνο μετά την ίδρυσή του, τον Ιανουάριο του 2014, θεωρείται το φαβορί για τις βουλευτικές εκλογές που θα γίνουν στην Ισπανία στο τέλος του 2015. Οδοστρωτήρας αποδεικνύεται επίσης κι η ίδια η λιτότητα. Μάρτυρας η Αγγλία…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το Λονδίνο ποτέ μπορεί να μην εφάρμοσε την βάρβαρη λιτότητα που επιβλήθηκε στην ηπειρωτική Ευρώπη, επιλέγοντας ένα μείγμα πολιτικής με περισσότερες ομοιότητες στην οικονομική πολιτική του Ομπάμα. Δεν έλειψαν ωστόσο κι εκεί οι περικοπές κι η επιπλέον φορολόγηση. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση ο «φόρος της κρεβατοκάμαρας», όπως ευφυώς χαρακτηρίστηκε. Βάσει του νέου μέτρου δικαιούχοι επιδομάτων κατοικίας έχασαν μέρος της επιδότησης αν είχαν δωμάτια αναξιοποίητα ή κενά. Η επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου, που θίγει φορολογούμενους στις παραγωγικές ηλικίες 16-61 ετών, προκάλεσε μαζικές πορείες διαμαρτυρίες τον Μάρτιο του 2013 στις μεγάλες πόλεις της Αγγλίας. Και δεν ήταν οι μοναδικές αφορμές που έδωσε η κυβέρνηση συμμαχίας των Συντηρητικών με τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες. Ρήγμα στις σχέσεις της με τους ψηφοφόρους προκάλεσε επίσης κι η αύξηση των πανεπιστημιακών διδάκτρων.

Ως αποτέλεσμα των μέτρων λιτότητας, οι εκλογές της 7ης Μαΐου στην Αγγλία θα σημάνουν το τέλος του παραδοσιακού δικομματισμού, στο πλαίσιο του οποίου Εργατικοί και Συντηρητικοί εναλλάσσονταν στην εξουσία. Με βάση δημοσκοπήσεις και τα δύο κόμματα στις προσεχείς εκλογές δεν πρόκειται να συγκεντρώσουν πάνω από 65%, όταν στο απόγειο της εκλογικής τους επιρροής, πχ το 1951 είχαν συγκεντρώσει το 97% των ψήφων. Οι κακοί οιωνοί είχαν φανεί στις περυσινές ευρωεκλογές, όταν το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) του Νάιτζελ Φάρατζ βγήκε πρώτο συγκεντρώνοντας το 27,49% των ψήφων (και 24 έδρες), με δεύτερο κόμμα να έρχεται το Εργατικό με 25,4% (και 20 έδρες).

Πολιτική ρευστότητα

Τα αποτελέσματα των εκλογών της 7ης Μαΐου θεωρούνται απρόβλεπτα με τον Ντέιβιντ Κάμερον των Συντηρητικών να συγκεντρώνει τα ίδια ποσοστά με τον ΕντΜίλιμπανττων Εργατικών που διεκδικεί την πρωθυπουργία. Οι Συντηρητικοί μάλιστα δεν αποκλείουν νέες εκλογές το φθινόπωρο του 2015, μένοντας να αποδειχθεί αν πρόκειται για κινδυνολογία, ανάλογης αυτής που προκάλεσε ο Σαμαράς, στοχεύοντας να αποτρέψει τις διαρροές από το κόμμα του.Η αβεβαιότητα αυξάνεται για πολλούς λόγους. Αρχικά είναι η εμφάνιση του αντιμεταναστευτικού κι εχθρικού απέναντι στην ΕΕ κόμματος του Φάρατζ που τραβάει σαν μαγνήτης ψηφοφόρους των Συντηρητικών. Απώλειες όμως δέχονται κι οι Εργατικοί βλέποντας την παραδοσιακή εκλογική τους πελατεία να τους εγκαταλείπει τόσο προς το Πράσινο Κόμμα όσο και προς το Σκοτσέζικο Εθνικό Κόμμα που μπορεί να έχασε το δημοψήφισμα στην Σκοτία τον Σεπτέμβριο με μια διαφορά μάλιστα 55-45, έχει αυξήσει σημαντικά ωστόσο την συσπείρωσή του, κόβοντας έτσι ψήφους από τους Εργατικούς. Απώλειες καταγράφουν οι Εργατικοί λόγω και της επιμονής με την οποία προπαγανδίζουν την παραμονή της Αγγλίας στην ΕΕ, σε βαθμό να αμφισβητούν ακόμη και το προγραμματισμένο δημοψήφισμα για το 2017, ακολουθώντας κατά βήμα την πορεία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που έγινε ο πιο πιστός οπαδός της ΕΕ. Αντίθετα φυσικά με ό,τι ισχύει στο εσωτερικό των Συντηρητικών όπου αυξάνεται η δυσφορία κατά της ΕΕ, συχνά ως μέσο ανάσχεσης της αυξανόμενης εμβέλειας του Φάρατζ. Δημοσκόπηση που έγινε μεταξύ στελεχών των Συντηρητικών στις αρχές Φεβρουαρίου έδειξε ότι το 58% επιθυμεί την έξοδο από την ΕΕ!

Ο Ντ. Κάμερον ωστόσο δε χάνει ευκαιρία να τονίζει πως το μέλλον της Αγγλίας βρίσκεται εντός της ΕΕ. «Δεν πιστεύω πως η σωστή απάντηση για τη Βρετανία είναι να φύγει από την ΕΕ», δήλωσε στις 7 Ιανουαρίου, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν φλερτάρει με το …Brexit. Στην επιλογή του Ντέιβιντ Κάμερον να στηρίξει την παραμονή της Αγγλίας στην ΕΕ σημαντικά βαραίνει η ψήφος εμπιστοσύνης που δίνει στις Βρυξέλλες το Σίτι του Λονδίνου, όπου χτυπά η καρδιά της αγγλικής οικονομίας· μιας οικονομίας που τα τρία τέταρτα προέρχονται από τις υπηρεσίες. Τυχόν αποχώρηση της Αγγλίας από την ΕΕ θα σήμαινε πως οι επενδυτικές τράπεζες της Αγγλίας θα έχαναν αυτομάτως την πρόσβαση που τώρα διαθέτουν σε 500 εκ. καταναλωτές που ζουν σε 28 χώρες. Οπότε θα ήταν αναγκασμένες να ανοίξουν υποκαταστήματα που σημαίνει επιπλέον κόστος για να μπορέσουν να διεισδύσουν στις αγορές αυτές. Παραφωνία σε αυτή την επιλογή είναι ο ακραία κερδοσκοπικός κλάδος των κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου (hedgefunds) που απειλείται από τα μέτρα ρύθμισης της αγοράς τα οποία θα επιβάλλει σύντομα η Γερμανία, με αποτέλεσμα να υποστηρίζουν σταθερά την έξοδο από την ΕΕ. Σε κάθε περίπτωση όμως αποτελούν μικρή μειοψηφία στο σύνολο των τραπεζιτών.

Κατ’ εντολή της Ουάσινγκτον

Σε ό,τι αφορά το βρετανικό κατεστημένο η επιλογή της ΕΕ συνδέεται και με τις υποδείξεις της Ουάσινγκτον. Κυρίως για πολιτικούς λόγους οι ΗΠΑ θέλουν την Αγγλία εντός της ΕΕ, για να μπορούν να έχουν καλύτερη γνώση των διεργασιών και τη δυνατότητα να επηρεάζουν σε κρίσιμες συγκυρίες, πχ πολεμικές επεμβάσεις σε τρίτες χώρες.

Η σημαντικότερη επιφύλαξη των ίδιων των Βρετανών απέναντι στην ΕΕ σχετίζεται με την οικονομία. Η Αγγλία το 2014, παρά τα μέτρα λιτότητας που εφάρμοσε, απέφυγε την ύφεση στην οποία παραδέρνει η Ευρώπη. Κατά 2,6% αυξήθηκε η οικονομία της, πετυχαίνοντας το υψηλότερο ποσοστό μεγέθυνσης μεταξύ των ανεπτυγμένων δυτικών οικονομιών. Παρότι το τελευταίο τρίμηνο του έτους οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ συρρικνώθηκαν στο 0,5% απέχουν σημαντικά των ευρωπαϊκών κακών επιδόσεων, επιτρέποντας για παράδειγμα η ανεργία να παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα (6%, όταν ένα χρόνο πριν τον Ιανουάριο του 2014 ήταν 7%). Έτσι στα μάτια των βρετανών πολιτών η ΕΕ είναι ταυτισμένη με την ύφεση και την ανεργία, πολύ πιο έντονα απ’ ότι η οικονομική πολιτική του Κάμερον.

Πιστωτική ασφυξία (Πριν, 28/9/2007)

 Το φάντασμα της κρίσης στοιχειώνει τις αγορές

Προπομπός χειρότερων εξελίξεων η χρεοκοπία της βρετανικής κτηματικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ

Από το 1860 είχαν να επαναληφθούν σκηνές σαν κι αυτές που συνέβησαν έξω από τα υποκαταστήματα της βρετανικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ, που είναι η πέμπτη μεγαλύτερη κτηματική τράπεζα της Αγγλίας, πριν δύο εβδομάδες. Εκατοντάδες πελάτες της τράπεζας, μεσήλικες οι περισσότεροι και ευυπόληπτοι νοικοκυραίοι στεκόντουσαν στη σειρά από τα ξημερώματα στα περισσότερα υποκαταστήματα για να αποσύρουν τις καταθέσεις τους άρον – άρον! Ακόμη και η διαβεβαίωση του ίδιου του πρωθυπουργού ότι τα χρήματά τους είναι εγγυημένα και ασφαλή μέχρι την τελευταία λίρα δε στάθηκε ικανή να τους εφησυχάσει και μόνο μετά από δυο μέρες υποχώρησε ο φόβος και διαλύθηκαν οι σειρές!

Η βόμβα που έσκασε στην Αγγλία οδηγώντας στη χρεοκοπία την εν λόγω τράπεζα, το πλέον ιστορικό και αδιαμφισβήτητο λίκνο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος προκαλώντας ένα πρωτοφανές πλήγμα στο κύρος και τη φερεγγυότητα που προσφέρει, είχε οπλιστεί μήνες πριν, στην αμερικανική αγορά και ειδικότερα στον κλάδο των στεγαστικών δανείων των φτωχών: στην αγορά κτηματικών δανείων υψηλού ρίσκου. Η χρεοκοπία αρχικά δύο κερδοσκοπικών κεφαλαίων και δύο υποκαταστημάτων γερμανικών τραπεζών που είχαν επενδύσει στην εν λόγω αγορά, παρότι ήταν αναμενόμενη από καιρό, έφερε στην επιφάνεια μια τεραστίων διαστάσεων φούσκα, με τον διακριτικό τίτλο «τιτλοποίηση δανείων». Οι τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην εν λόγω αγορά χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια, παραβιάζοντας τους πιο στοιχειώδεις κανόνες διασφάλισής τους, επενδύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο κεφάλαια που εξασφάλιζαν δανειζόμενες από την αγορά. Τα κεφάλαια αυτά τα αγόραζαν εκχωρώντας στους πιστωτές τους χρέη πελατών τα οποία είχαν ήδη τιτλοποιήσει. Μεταβιβάζοντας έτσι τις μελλοντικές τους εισπράξεις έστησαν ένα μηχανισμό παραγωγής ρευστού που μεταφραζόταν σε δάνεια, ο οποίος οδήγησε πρόσκαιρα την ιδιοκατοίκηση στις ΗΠΑ σε ποσοστά ρεκόρ. Η χρεοκοπία των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων προκάλεσε μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών, οι οποίες πλέον συνειδητοποίησαν ότι το χαρτομάνι που είχαν στα θησαυροφυλάκιά τους ήταν πιθανό σε λίγο καιρό να άξιζε όσο η τιμή του χαρτιού στο οποίο είχαν εκτυπωθεί. Η πρώτη – αμυντική – κίνηση των τραπεζών ήταν να κλείσουν τις στρόφιγγες της διατραπεζικής αγοράς από την οποία βρίσκουν ρευστό οι τράπεζες για να καλύψουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους. Έτσι το επιτόκιο της διατραπεζικής (libor) ενώ υπό κανονικές συνθήκες κυμαίνεται λίγα εκατοστά της ποσοστιαίας μονάδας πάνω από τα επιτόκια που ορίζουν οι κεντρικές τράπεζες, τις κρίσιμες εκείνες ημέρες το «καπέλο» έτεινε στη μία ποσοστιαία μονάδα και τράπεζες με οριακή δυνατότητα όπως η Νόρθερν Ροκ αδυνατούσαν να επωμιστούν τους όρους δανεισμού για να καλύψουν τους πελάτες τους! Στις 9 και 10 Αυγούστου για παράδειγμα στις ΗΠΑ όπου το επίσημο επιτόκιο ήταν 5,25%, το επιτόκιο της διατραπεζικής έφθανε στο 6% και στην Ευρώπη που το επιτόκιο ήταν 4% στη διατραπεζική έφθανε το 4,7%! Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 δεν είχαν παρουσιαστεί τόσο σημαντικά προβλήματα στην αγορά του χρήματος. «Η διατραπεζική αγορά συνέχιζε να λειτουργεί!», όπως έγραφε μετ’ επιτάσεως ο βρετανικός Ομπσέρβερ, πριν καταλήξει ότι «τα διακυβεύματα συνεπώς τώρα είναι πολύ σοβαρότερα και η δική μου πρόβλεψη είναι πως έρχονται χειρότερα».

Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι η αφορμή (και τίποτε περισσότερο) για να σχηματισθούν ουρές έξω από τη Νόρθερν Ροκ στάθηκε ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας, που όταν οι συνάδελφοί του στη Νέα Υόρκη και την Φρανκφούρτη έκαναν τη μια ένεση ρευστού μετά την άλλη στη διατραπεζική αγορά, χωρίς να υπολογίζουν το κόστος, αυτός έδινε διαλέξεις στους πανικόβλητους άρχοντες του Σίτι περί laissez fair κατακεραυνώνοντας την ανάληψη υψηλών κινδύνων και επαινώντας την αξία του ανταγωνισμού και τη χρησιμότητα του δαρβινισμού. Τα εγκώμια στο νεοφιλελευθερισμό δεν άντεξαν ούτε μία ημέρα. Με παρέμβαση της Ντάουνιγκ Στριτ (για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία πόσο κενές περιεχομένου είναι οι εξαγγελίες για την ανεξαρτησία των κεντρικών πιστωτικών ιδρυμάτων) η κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας υποχρεώθηκε να καλύψει άμεσα τις ανάγκες της Νόρθερν Ροκ σε ρευστό και να αποσοβηθούν έτσι τα χειρότερα. Η οργή ωστόσο του Σίτι (για την καθυστερημένη αντίδραση της κεντρικής τράπεζας, τον διεθνή διασυρμό που υπέστη και τον πρωτοφανή κίνδυνο που αντιμετώπισε) καθώς είδε μπροστά του να ορθώνεται το φάντασμα της κρίσης του ’30 πλημμύρισε τις σελίδες των οικονομικών εντύπων και πολύ πιθανά να οδηγήσει στην αντικατάσταση του κεντρικού τραπεζίτη.

Τα χειρότερα ωστόσο δεν πέρασαν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μόλις τη Δευτέρα προειδοποίησε ότι η κρίση ενδέχεται να είναι παρατεταμένη. Ο Άλαν Γκρίνσπαν, προηγούμενος πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και πατέρας της μεγαλύτερης φούσκας των τελευταίων δεκαετιών, αυτής της Νέας Οικονομίας, δήλωσε πως αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να περάσει η κρίση στην πραγματική οικονομία. Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση στρέφεται τώρα το ενδιαφέρον. Τα μέτρα που έλαβε η αμερικανική κεντρική τράπεζα για να αποτρέψει μια ραγδαία συρρίκνωση των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας ήταν η μείωση των επιτοκίων του δολαρίου στο 4,75% από 5,25% έτσι ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας και να καταστούν ελκυστικές (συγκρινόμενες με τις αποδόσεις του δολαρίου) οι αποδόσεις των μετοχών. Η άνοδος των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια επιβεβαίωσε αυτές τις προσδοκίες για δύο όμως μόνο μέρες. Ταυτόχρονα οι κίνδυνοι που δημιουργούνται από την πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου (που απέναντι στο ευρώ καταγράφει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο) είναι πολύ πιο άμεσοι και σοβαροί. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη σφίγγα. Παρότι υπερέβαλλε αυτόν όταν έπρεπε να ρίξει μετρητό στη διατραπεζική για να ξεπεραστεί η πιστωτική ασφυξία, όπως έκαναν και οι Αμερικάνοι, η Φρανκφούρτη δε δέχθηκε να μειώσει τα επιτόκια της αρνούμενη να παραβεί τον αιώνιο όρκο πίστης στην προτεραιότητα της αντιπληθωριστικής πολιτικής. Άσκησε δηλαδή πιο άγρια νεοφιλελεύθερη πολιτική από τους Αμερικάνους, δηλώνοντας έτσι ότι η γενναιοδωρία της αφορά μόνο τους απατεώνες της κερδοσκοπίας. Φεσωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις που διψούν για φθηνό ρευστό θα συνεχίσουν να δανείζονται με αδικαιολόγητα υψηλά επιτόκια. Η πολιτική αυτή όσο κι αν φαίνεται αντιφατική επί της ουσίας είναι βαθιά συνεκτική καθώς με απόλυτη συνέπεια μεταφέρει το κόστος διαχείρισης της κρίσης στην κοινωνία.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά τα επιτόκια και τη νομισματική πολιτική που (όπως είχε φανεί και στην Ιαπωνία) ακόμη κι αρνητικά να γίνουν αν η κρίση έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά δεν επιλύεται με παρεμβάσεις στη σφαίρα της κυκλοφορίας του χρήματος. Και η κρίση που ταλανίζει τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο έχει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: είναι δομική και χρόνια. Γνήσιο τέκνο ενός εκ φύσεως ασταθούς συστήματος που παράγει κρίσεις με την ίδια φυσικότητα που διαχωρίζει την προσφορά από τη ζήτηση
η τρέχουσα κρίση έλκει την καταγωγή της από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, είναι κρίση που απορρέει από το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και σέρνεται στο χρόνο άλυτη κάνοντας τη μια μετάσταση μετά την άλλη: από την πτώση των χρηματιστηρίων του ’87 στην καθίζηση του ’91 πάλι στην Αμερική, από τις χρεοκοπίες των τίγρεων της Νοτιοανατολικής Ασίας και την κατρακύλα του ρουβλιού και του πέσο στη φούσκα του Νάσντακ, κι από κει στην κτηματική αγορά χαμηλής διαβάθμισης και την πιστωτική ασφυξία του 2007.

Οι λύσεις που δόθηκαν σε αυτές τις κρίσεις οδηγώντας σε αλλεπάλληλους μικρότερους κύκλους ανόδου και καθόδου σε αυτό το παρατεταμένο χρονικό διάστημα δεν κατάφεραν ούτε μια στιγμή να οδηγήσουν τους ουσιαστικότερους δείκτες (κερδοφορίας για παράδειγμα) στα επίπεδα που βρίσκονταν τη «χρυσή εποχή» της μεταπολεμικής ανόδου. Ως αποτέλεσμα αυτές οι λύσεις δεν απαίτησαν μόνο τεράστιο κοινωνικό κόστος αλλά αποδείχθηκαν και σισύφειες. Το οφθαλμοφανές δε γεγονός ότι όλες αυτές οι κρίσεις έχουν ως επίκεντρο τη σφαίρα των νομισμάτων, των χρηματιστηρίων και του πλασματικού κεφαλαίου δεν είναι τόσο καινοφανές όσο βιάζεται να υποδηλώσει και να δικαιολογήσει εκ των προτέρων η εκρηκτική ανάπτυξη του χρηματιστηριακού κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες – μετά την κρίση του ’70 και σαν αποτέλεσμά αυτής. Απ’ όταν γραφόταν το Κεφάλαιο το ίδιο συνέβαινε οδηγώντας τον Μαρξ να υποστηρίξει ότι η έλλειψη δανειακού χρηματικού κεφαλαίου, η χρεοκοπία των κερδοσκόπων και τα αυξανόμενα εμπόδια στην αποπληρωμή των χρεών (…καλήν ώρα) αποτελούν το αντεστραμμένο είδωλο των εμποδίων που συναντά η άνοδος της εκμετάλλευσης και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Κι ενίοτε προπομπό βαθύτερων κρίσεων.

Οικονομικός πόλεμος κατά της Ισλανδίας (Πριν, 17 Ιανουαρίου 2010)

Με αμείωτη ένταση συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον της Ισλανδίας μετά την απόφαση του προέδρου της χώρας να προβάλει βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης να καταβάλλει στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ολλανδίας τα λεφτά που έχασαν οι πολίτες τους από την κατάρρευση του ισλανδικού τραπεζικού συστήματος.

Στο εσωτερικό της Ισλανδίας εξ ίσου εντατικές είναι κι οι προετοιμασίες όσο πλησιάζει η μέρα του δημοψηφίσματος που θα τεθεί στην κρίση των 317.593  Ισλανδών η επίμαχη απόφαση. Οι πρώτες ενδείξεις, όπως έγιναν γνωστές με το κείμενο υπογραφών που τέθηκε υπ’ όψη του προέδρου και έφερε τα ονόματα 55.160 εκλογέων (23% του εκλογικού σώματος) προδικάζουν σαρωτική νίκη του «όχι». Τα επιχειρήματα άλλωστε που επικαλούνται πολύ δύσκολα ανατρέπονται. Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός ότι η αποζημίωση που κατέβαλλαν στους πολίτες τους η Αγγλία κι η Ισλανδία για τα λεφτά που έχασαν από την κατάρρευση της Icebank έφθαναν ακόμη και το ποσό των 100.000 ευρώ. Στο εσωτερικό ωστόσο της ΕΕ το όριο που είχε τεθεί ως κρατική εγγύηση για τις καταθέσεις έφθανε τα 20.887 ευρώ. Αγγλία και Ισλανδία επομένως εφάρμοσαν ένα μέτρο που δεν θα έθεταν σε ισχύ στην περίπτωση που κατέρρεε εγχώρια τράπεζα. Και το έπραξαν ξέροντας ότι άλλος θα πληρώσει τον λογαριασμό: η κυβέρνηση της Ισλανδίας και μέσω αυτής οι πολίτες της. Το δεύτερο επιχείρημα διατυπώθηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal στις 6 Ιανουαρίου: «Αγγλία και Ολλανδία δεν έπρεπε να πληρώσουν. Αυτοί που είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε ένα εξωχώριο ίδρυμα ήταν όλοι ενήλικες και θα πρέπει να ήταν ενήμεροι των κινδύνων. Φυσικά οι κυβερνήσεις αποζημίωσαν επειδή ήξεραν πως ήταν ευάλωτες στην κατηγορία ότι το δικό τους εποπτικό καθεστώς είχε αποτύχει». Τα δικά τους νώτα έσπευσαν επομένως να φυλάξουν, φεσώνοντας τους Ισλανδούς που ήδη έχουν δει το δημόσιο χρέος τους να φθάνει το 300% του ΑΕΠ!

Πέραν των παραπάνω οι Ισλανδοί αρνούνται να πληρώσουν το 50% του ΑΕΠ τους σε αποζημιώσεις και πνέουν μένεα εναντίον του Λονδίνου λόγω του ότι οι δικοί του χειρισμοί ήταν που έδωσαν τη χαριστική βολή και κατέρρευσε το τραπεζικό τους σύστημα. Ειδικότερα στις 8 Οκτώβρη του 2008, μια μέρα μετά την εθνικοποίηση της τράπεζας Landsbaki, μητρικής της Icesave, το Λονδίνο ενεργοποίησε την δρακόντεια αντιτρομοκρατική νομοθεσία του 2001 και πάγωσε κάθε περιουσιακό στοιχείο που βρισκόταν στην Αγγλία όχι μόνο της εν λόγω τράπεζας και του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος της Ισλανδίας, αλλά ακόμη και της κυβέρνησης. Η ενεργοποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας δεν σήμαινε μόνο τον διεθνή διασυρμό τους και την κατάρρευση και της ελάχιστης αξιοπιστίας που είχε απομείνει αλλά επίσης, σε πιο πρακτικό επίπεδο, την διακοπή κάθε δυνατότητας μεταφοράς χρημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά κι οι τρεις τράπεζες που είχαν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα κατέρρευσαν, μη έχοντας καμιά δυνατότητα εξεύρεσης και μεταφοράς νέων πόρων που θα έλυναν το πρόβλημα της ρευστότητας.

Πίσω από την αντιπαράθεση επομένως δεν κρύβεται μόνο η φυσιολογική και δικαιολογημένη αντίδραση των Ισλανδών στην προοπτική να βάλουν από την τσέπη τους 3,91 δισ. ευρώ ποσό που ισοδυναμεί με 116.658 ευρώ για κάθε πενταμελή οικογένεια, αλλά κι η συσσωρευμένη οργή τους απέναντι στο Λονδίνο, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη όταν οι δύο χώρες κόντεψαν να φθάσουν σε πόλεμο όταν η Ισλανδία απαγόρευσε στον βρετανικό αλιευτικό στόλο να αλιεύει στα χωρικά της ύδατα. Το Λονδίνο τώρα προσπάθησε να πάρει την εκδίκησή του. Μαζί του δε είχε και τη διεθνή των κερδοσκόπων, με τον οίκο αξιολόγησης Fitch για παράδειγμα αυθαίρετα κι εκδικητικά να υποβαθμίζει στο επίπεδο των «σκουπιδιών» τα κρατικά ομόλογα της Ισλανδίας αμέσως μετά το υπερήφανο «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».

Αρέσει σε %d bloggers: