GR-EXIT Ευρώ, δραχμή ή διπλό νόμισμα; (Πριν, 15.7.2012)

Ένας οδηγός για το αύριο της κρίσης

Συγγραφέας: Πάνος Παναγιώτου (Εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη)

Ο κανόνας θέλει τη συζήτηση για την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ να είναι απαγορευμένη, να αγγίζει τα όρια της ύβρεως. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε μόλις πριν λίγες εβδομάδες κορυφαίος οικονομικός αναλυτής από το εξωτερικό που είχε έρθει στην Ελλάδα για αποστολή μου έλεγε αδυνατώντας να κρύψει τα γέλια του πως όταν ρώτησε έναν από τους μεγαλύτερους έλληνες τραπεζίτες για το επίπεδο των προετοιμασιών της χώρας στην περίπτωση εξόδου από το ευρώ, βρέθηκε μπροστά στην εξής απρόσμενη σκηνή: Ο Έλληνας τραπεζίτης σηκώθηκε από το γραφείο του και με θεατρικές χειρονομίες τον  διαβεβαίωνε ότι ποτέ η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει από την ευρωζώνη…

Ο Πάνος Παναγιώτου, χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής με έδρα το Λονδίνο συγγραφέας κι άλλων βιβλίων στα Ελληνικά και γνωστός από τις παρεμβάσεις του στον εγχώριο Τύπο, δεν συμμερίζεται αυτή την βεβαιότητα. Το βιβλίο του εξετάζει με μια υποδειγματική σχολαστικότητα και λεπτομέρεια όλες τις όλες τις πρακτικές πτυχές της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη, ενδεχόμενο το οποίο θεωρεί πάρα πολύ πιθανό. Για παράδειγμα: «Τι θα συμβεί αν η Ελλάδα βρεθεί εκτός ευρώ; Έχει νομική σημασία ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η έξοδος και γιατί; Πως θα επηρεαστεί το ελληνικό χρηματιστήριο αν η Ελλάδα βγει από το ευρώ; Είναι έτοιμη η Ευρώπη για μια ελληνική πτώχευση και έξοδο από το ευρώ; Τι σημαίνουν τα σενάρια για διπλό νόμισμα και πόσο αποτελεσματικά μπορεί να είναι; Μπορεί να οδηγηθούμε σε μαλακό και σκληρό ευρώ; Πως θα λειτουργεί η ελληνική οικονομία με ευρώ και δραχμή; Υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσει η καταβολή μισθών και συντάξεων παράλληλα σε ευρώ και Νέα δραχμή και τι θα σημάνει αυτό;»

Το βιβλίο δεν απευθύνεται σε τεχνοκράτες. Παρότι θίγει δύσκολα θέματα το κάνει με τρόπο προσιτό, καταφέρνοντας να προσγειώσει τη συζήτηση για τη νομισματική αλλαγή, η οποία για λόγους εντελώς ιδεολογικούς έχει συνδεθεί με το απόλυτο κακό, με βιβλική καταστροφή.

Ο Πάνος Παναγιώτου εξετάζει κριτικά κι όλες τις κρίσιμες αποφάσεις που λήφθηκαν τα τελευταία χρόνια κε επίκεντρο το ελληνικό δημόσιο χρέος: Από αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι τις τεχνικές λεπτομέρειες της πρόσφατης συμφωνίας ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων, με την οποία επιτεύχθηκε η αναδιάρθρωση του χρέους. Συνολικά, παρότι δεν αμφισβητεί ένα πλαίσιο συντηρητικής διαχείρισης της κρίσης, φέρνει στην επιφάνεια τις εκρηκτικές αντιφάσεις των συμφωνιών που έχουν μετατρέψει την ελληνική κρίση σε δράμα χωρίς τέλος.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ: Κινδυνολογίες και ψέματα υπέρ του ευρώ (Πριν, 3.6.12)

Σε διατεταγμένη υπηρεσία η Εθνική Τράπεζα εμφανίζει ως συμφέρον της κοινωνίας το συμφέρον των τραπεζιτών

Μια ακόμη προσπάθεια για να εμφανιστεί η σημερινή οικονομική πολιτική, στο βασικό της περίγραμμα, ως μονόδρομος, αποτελεί η ειδική έκδοση της Εθνικής Τράπεζας που δόθηκε στην δημοσιότητα την Τρίτη 29 Μαΐου 2012, με θέμα «το κρίσιμο δίλημμα» για την ελληνική οικονομία. Η έκθεση επιχειρεί να ποσοτικοποιήσει τις συνέπειες της εξόδου από το ευρώ και καταλήγει ότι η έξοδος ισοδυναμεί με κοινωνική καταστροφή. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκει να στοιχίσει τους εκλογείς πίσω από το ευρώ και κατ’ επέκταση τα φιλο-Μνημονιακά κόμματα, υπερβαίνοντας έτσι την διαχωριστική γραμμή που έχει διαμορφωθεί με επίκεντρο το Μνημόνιο και κατ’ επέκταση το κοινωνικό ζήτημα. Μια διαχωριστική γραμμή που, περιττό να ειπωθεί, διευκολύνει την άμεση καταδίκη της λιτότητας και την μακροπρόθεσμη αμφισβήτηση του ευρώ, επιτρέποντας μετατοπίσεις σε βάρος της αστικής πολιτικής.

Κατ’ αρχάς πρέπει να ειπωθεί ότι η Εθνική Τράπεζα βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία. Να θυμίσουμε ότι πριν λίγους μήνες ο δοτός πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος είχε προαναγγείλει μια έρευνα για τα αποτελέσματα της εξόδου από το ευρώ, η οποία ποτέ δεν έγινε. Πολύ πιθανά επομένως η δουλειά να ανατέθηκε στην Εθνική αντί στο υπουργείο Οικονομικών. Από καιρό άλλωστε ισχύει ότι για την Τζένεραλ Μότορς και τις ΗΠΑ την πρώτη μεταπολεμική εποχή: «ότι είναι καλό για τις τράπεζες και την Εθνική είναι και για το Ελλάδα». Που βρίσκεται η σύγκρουση συμφέροντος; Το γεγονός ότι η Εθνική Τράπεζα συγχέει και ταυτίζει το δικό της ιδιοτελές συμφέρον (ως μια χρεοκοπημένη τράπεζα που συνεχίζει να λειτουργεί χάρη στο τσάμπα χρήμα) με το κοινωνικό φαίνεται από το γεγονός ότι εξ αρχής ταυτίζει την παραμονή στο ευρώ με την εφαρμογή των Μνημονίων και την χρηματοδότηση των τραπεζών. Μόνο που έτσι αποδεικνύεται και ποιος ευνοείται από την πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης». Εκθειάζοντας την χρηματοδότηση αναφέρεται συγκεκριμένα πως από τα 150 δισ. ευρώ που έχει λάβει μέχρι στιγμής η Ελλάδα μόνο τα 20 δισ. έχουν χρησιμοποιηθεί για τις πρωτογενείς ανάγκες του προϋπολογισμού και τα υπόλοιπα πήγαν στους πιστωτές. Εξ αυτών τα 25 δισ. κατευθύνθηκαν ή θα κατευθυνθούν στις μαύρες τρύπες των ελληνικών τραπεζών. Φαίνεται έτσι που κατά κύριο λόγο πήγαν τα χρήματα της «διάσωσης»: σε ελληνικές και ξένες τράπεζες που ωφελήθηκαν τα μέγιστα από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους κι όχι στην κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτή η πρωτοφανής μεταφορά πόρων, με τον λογαριασμό να χρεώνεται στο ελληνικό δημόσιο, ουδέποτε θα είχε συμβεί εκτός ευρώ. Οι μηχανισμοί της ευρωζώνης (τόσο οι θεσμικοί όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας όσο οι ανεπίσημοι όπως το Βερολίνο) θωράκισαν τα συμφέροντα των τραπεζών και εγγυήθηκαν την επιτυχή ολοκλήρωση της πέμπτης ελληνικής χρεοκοπίας, όπως έγινε προς όφελος των πιστωτών. Γιατί μετά να μην δίνουν όρκο πίστης στο ευρώ οι χρεοκοπημένοι τραπεζίτες;

Το γεγονός ότι η έκθεση της Εθνικής δεν έχει καμιά σχέση με τα κοινωνικά συμφέροντα τα οποία επικαλείται για να στιγματίσει την έξοδο από το ευρώ φαίνεται επίσης από το γεγονός ότι εκθειάζει τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του Μνημονίου, παραβλέποντας την πανθομολογούμενη αποτυχία του στην εκπλήρωση των ονομαστικών του στόχων, όπως είναι για παράδειγμα η αντιμετώπιση του δημοσιονομικού εκτροχιασμού, που εξακολουθεί να …είναι εδώ! Η οικονομία βυθίζεται σε ένα σπιράλ ύφεσης και λιτότητας, η ανεργία έχει εκτιναχθεί σε πρωτοφανή επίπεδα, οι άστεγοι αυξάνονται κάθε εβδομάδα και παρόλα αυτά η Εθνική αναφέρει: «Αξίζει εκ προοιμίου να επισημανθεί ότι, παρά τα αναμφισβήτητα σκληρά μέτρα που εφαρμόστηκαν την τελευταία διετία, η ελληνική οικονομία σημείωσε σημαντική πρόοδο σε βασικά πεδία της οικονομικής προσαρμογής»!

Συνειδητή διαστρέβλωση της πραγματικότητας ωστόσο αποτελούν και οι «υπολογισμοί» της έκθεσης της Εθνικής, ο επικεφαλής οικονομολόγος της οποίας, Παύλος Μυλωνάς, υπηρετούσε επί 8ετίας στο ΔΝΤ. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ο κίνδυνος δημιουργίας ενός πληθωριστικού φαύλου κύκλου ως αποτέλεσμα της υποτίμησης του νέου εθνικού νομίσματος και της νομισματικής χρηματοδότησης των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, που το 2011 παρέμειναν στο 2,2% του ΑΕΠ. Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Το χρηματοδοτικό κενό του κρατικού προϋπολογισμού κατά πρώτο λόγο μπορεί να καλυφθεί με την αύξηση της άμεσης φορολογίας, ειδικά στις υπηρεσίες και δη τις χρηματοπιστωτικές που δεν έχουν την δυνατότητα ακόμη και να χρησιμοποιήσουν ως εκβιασμό την απειλή της μετεγκατάστασης. Κατά δεύτερο τα ελλείμματα μπορούν να καλυφθούν με την προσφυγή σε εσωτερικό δανεισμό, όπως συνέβαινε επί δεκαετίες, σε βάρος φυσικά όχι μόνο των κερδών που απομυζούν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οίκοι αλλά και οι εγχώριες τράπεζες, καθώς από ‘κει θα φύγουν τα χρήματα για να τοποθετηθούν στα κρατικά ομόλογα. Η εκτύπωση νέου χρήματος ωστόσο, ακόμη και πληθωριστικού, είναι αναγκαία προκειμένου η ελληνική οικονομία να ξεπεράσει την υφεσιακή παγίδα στην οποία βυθίζεται, χωρίς μάλιστα να διακρίνεται κι ένα ορατό τέλος. Ακόμη δηλαδή κι αν δεν υπήρχε η ανάγκη κάλυψης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η κυκλοφορία του χρήματος έπρεπε να αυξηθεί για να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα. Η διαδικασία αυτή θα προκαλέσει πληθωρισμό; Ο κίνδυνος του πληθωρισμού και μάλιστα του καλπάζοντος είναι τόσο υπαρκτός όσο και να πλημμυρίσει μια έρημος αν πέσουν λίγες παραπάνω σταγόνες νερού.

Η ισοτιμία του νέου νομίσματος ωστόσο είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Σημείο αφετηρίας εδώ είναι η αδήριτη πραγματικότητα πως η σημερινή ισοτιμία του «εθνικού» μας νομίσματος δεν έχει καμιά σχέση με τις ανάγκες και το στάτους της ελληνικής οικονομίας. Με άλλα λόγια: Η χρεοκοπία αποτελεί την μοναδική κι εύκολη απάντηση στο ερώτημα τι θα συμβεί σε μια οικονομία εθισμένη να υποτιμά κάθε 10 χρόνια το εθνικό της νόμισμα ακόμη και κατά 15% αν σε μια 10ετία αυτό ανατιμηθεί κατά 70%… Η δομή της ελληνικής οικονομίας επομένως (με τον τουρισμό μεταξύ άλλων, κατ’ εξοχήν δραστηριότητα που χρειάζεται «μαλακή ισοτιμία», να απασχολεί το 15% του εργατικού δυναμικού) δεν μπορεί να αντέξει ισοτιμία σαν τη σημερινή. Υπάρχουν ωστόσο επιλογές επ’ αυτού του θέματος. Το νέο εθνικό νόμισμα μπορεί να υποτιμηθεί αμέσως, μπορεί όμως και όχι. Επαφίεται δηλαδή στις προτιμήσεις όσων χαράσσουν οικονομική πολιτική να μην επιτρέψουν την διαπραγμάτευση του νέου νομίσματος στις αγορές συναλλάγματος, μεταθέτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο για το μέλλον, μετά από 6 μήνες για παράδειγμα, τα σοκ της προσαρμογής στο νέο νομισματικό σύστημα. Είναι μια τακτική απόφαση που διευκολύνεται από τ’ ότι κερδοσκόποι και αγορές δεν θα έχουν προλάβει να «χτίσουν» θέσεις επί της δραχμής για να εκβιάσουν και να επιβάλουν μια πιο «πραγματική ισοτιμία». Ακόμη όμως κι όταν υποτιμηθεί η νέα δραχμή, η νέα ισοτιμία δεν σημαίνει «πληθωρισμό άνω του 30% αρχικά, με ισχυρή ανοδική τάση στη συνέχεια», όπως αναφέρει η έκθεση της Εθνικής Τράπεζας. Στον αντίποδα αυτών των αυθαίρετων και κινδυνολογικών εκτιμήσεων ο μοναδικός υπολογισμός που έχει γίνει μέχρι στιγμής είναι από τον Θόδωρο Μαριόλη, στη βάση ενός πίνακα εισροών – εκροών της ελληνικής οικονομίας, κι εκτιμά ότι ακόμη και με μια υποτίμηση της τάξης του 50% ο πληθωρισμός τον πρώτο χρόνο θα ήταν μεταξύ 5,3% και 9,3% και τον πέμπτο χρόνο από 0,05% μέχρι 2,6%. Στη βάση αυτή θα χρειαστεί μια 15ετία για να εξανεμιστούν τα οφέλη ανταγωνιστικότητας που θα προκύψουν από την υποτίμηση.

Ακόμη όμως κι αυτή η υποτίμηση δεν είναι ανάγκη να σημάνει αντίστοιχη υποβάθμιση της θέσης των εργαζομένων στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα των ανατιμήσεων σε εισαγόμενα είδη. Οι τιμές μπορούν να ελεγχθούν με την επιβολή διοικητικών αποφάσεων και διατίμησης στα βασικά αγαθά. Ενώ σε μισθούς, ημερομίσθια και συντάξεις μπορεί να επιβληθεί τιμαριθμική αναπροσαρμογή, χωρίς αρνητικές συνέπειες (αυτοτροφοδοτούμενος φαύλος κύκλος ανόδου πληθωρισμού, τιμών και μισθών) όπως δείχνει και το παράδειγμα της Κύπρου όπου η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή δεν συνοδεύτηκε από τέτοια σπείρα.

Ζητούμενο των αλυσιδωτών αντιδράσεων που θα προκύψουν στους μισθούς και την παραγωγή δεν θα είναι η τόνωση των εξαγωγών (ή θα είναι δευτερευόντως αυτή) αλλά η αύξηση της εσωτερικής ζήτησης που θα στραφεί κατά προτίμηση σε εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Κάτι αντίστοιχο έγινε και στην Αργεντινή, μετά την εγκατάλειψη της δολαριοποίησης, όπου ως ατμομηχανή της ανάπτυξης δεν λειτούργησαν οι εξαγωγές όπως λέγεται, αλλά η αυξημένη εγχώρια ζήτηση λόγω της ανόδου των εισοδημάτων των πιο φτωχών κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η δυναμική θα οδηγεί σε συνεχή μείωση την ανεργία καθώς θα εντάσσει στην οικονομική δραστηριότητα παραγωγικό δυναμικό που μένει σήμερα σε ολοένα και αυξανόμενο βαθμό αχρησιμοποίητο. Στον αντίποδα επομένως των εφιαλτικών σεναρίων (βαθύτερη ύφεση κατά 22%, μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος κατά 55% σε ευρώ) η έξοδος από το ευρώ μπορεί να δώσει την ώθηση, αποτελώντας την αναγκαία αλλά μη ικανή συνθήκη, για μια επανεκκίνηση της οικονομίας.

Τέλος, σε ένα σημείο πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχει δίκιο η έκθεση της Εθνικής Τράπεζας. Εκεί που αναφέρει ότι «η έξοδος από το ευρώ θα καταστήσει αναπόφευκτη την αθέτηση ενός μεγάλου τμήματος των περίπου 325 δισ. ευρώ του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας… Χωρίς την αθέτηση σημαντικού τμήματος αυτών των υποχρεώσεων εξυπηρέτησης χρέους… θα εκτόξευαν το συνολικό δημόσιο χρέος (συμπεριλαμβανομένου του εσωτερικού χρέους) σε επίπεδο άνω του 370% του ΑΕΠ και θα δημιουργούσαν την ανάγκη για μεγαλύτερο (και προφανώς ανέφικτο) πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, προκειμένου να πληρώνονται τα χρεολύσια του εξωτερικού δημόσιου χρέους». Μόνο που αυτή η επιλογή δεν «θα μετέτρεπε οριστικά την χώρα μας σε παρία της διεθνούς κοινότητας, με τον οποίο λίγες χώρες θα ήθελαν να έχουν οικονομικές συναλλαγές» όπως αναφέρει η έκθεση και γίνεται ήδη όλο και συχνότερα σήμερα! Όσο είμαστε δηλαδή στο ευρώ. Αντίθετα, η άρνηση πληρωμής του δημόσιου χρέους αποτελεί μία από τις επιπλέον συνθήκες (μαζί με την επιβολή φραγμών στην κίνηση κεφαλαίων, την εθνικοποίηση τραπεζών, την έξοδο από την ΕΕ κ.α.) για την επιτυχή έξοδο από το ευρώ στο πλαίσιο ενός προγράμματος ρήξης και ανατροπής της σημερινής επίθεσης.

Δεν είναι μονόδρομος η παρατεταμένη ύφεση (Επίκαιρα, 8 -14 Μαρτίου 2012)

Τι αποκαλύπτει έρευνα του αμερικανού οικονομολόγου Μαρκ Βάισμπροτ και του ισπανού Χουάν Αντόνιο Μοντεσίνο  

Την υπαρκτή δυνατότητα να αποδράσει η Ελλάδα από τον εφιάλτη χωρίς τέλος που ζει τα τελευταία χρόνια υποδεικνύει με πειστικό και επιστημονικά άρτιο τρόπο μελέτη για την ελληνική οικονομία που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες. Συντάκτες της είναι ο αμερικανός οικονομολόγος Μαρκ Ουάισμπροτ, ο οποίος έχει κι άλλες φορές τοποθετηθεί επάνω στο «ελληνικό πρόβλημα» (ενώ τον Μάιο του 2010 έδωσε συνέντευξη και στα Επίκαιρα), και ο ισπανός Χουάν Αντόνιο Μοντεσίνο. Ο τίτλος της έκθεσης είναι: «Επιπλέον δεινά χωρίς όφελος για την Ελλάδα. Αξίζει το ευρώ το κόστος μιας υφεσιακής δημοσιονομικής πολιτικής και εσωτερικής υποτίμησης;»*.

Σημείο αφετηρίας των συγγραφέων αποτελεί η παταγώδης αποτυχία των οικονομικών πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί υπό τις οδηγίες της Τρόικας. Το μέγεθος της αποτυχίας ξεχωρίζει από όποια οπτική γωνία κι αν εξετάσει κάποιος την ελληνική οικονομία: από τη σκοπιά του κοινωνικού κόστους, από τη σκοπιά των ονομαστικών στόχων (μείωση του δημόσιου χρέους) ακόμη και από την πρόοδο που έχει συντελεστεί στην λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση.

Τριπλασιασμός ανεργίας, διπλασιασμός αυτοκτονιών

Οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν από τις πρώτες κιόλας σελίδες της το τεράστιο κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος που συνοδεύει την εφαρμογή των Μνημονίων. Κορυφαίο όλων ο τριπλασιασμός της ανεργίας που από 7,7% όπου βρισκόταν πριν το ξέσπασμα της κρίσης οδηγήθηκε το Νοέμβριο του 2011 στο 20,9% με τις προοπτικές (όπως περιγράφονται από την σχεδιαζόμενη απόλυση 150.000 δημοσίων υπαλλήλων) να παραμένουν ζοφερές. Επίσης γίνεται επίκληση σε πρόσφατη μελέτη του έγκυρου διεθνούς ιατρικού περιοδικού Lancet που κάνει λόγο για υπερδιπλασιασμό των αυτοκτονιών, ανθρωποκτονιών και δεικτών εγκληματικότητας από το 2007 μέχρι το πρώτο μισό του 2011.

Ως σημαντικότερη αδυναμία των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής που εφαρμόζονται στην Ελλάδα αναγνωρίζονται οι εκτεταμένες περικοπές δαπανών «που μειώνουν την ενεργό ζήτηση στην οικονομία, οδηγώντας την σε περαιτέρω συρρίκνωση. Αυτή μειώνει τα δημόσια έσοδα, καθώς οι πληρωμές φόρων πέφτουν μαζί με το εισόδημα». Στην μελέτη πραγματικά σοκάρει η σύγκριση της μείωσης του ΑΕΠ στην Ελλάδα κατά 15,8% με ό,τι έχει συμβεί σε άλλες χώρες που βρέθηκαν πρόσφατα σε παρόμοια θέση, όπως η Αργεντινή ή η Νότια Κορέα. «Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με τις μεγαλύτερες απώλειες στην παραγωγή λόγω οικονομικής κρίσης κατά τη διάρκεια του 20ου και 21ου αιώνα». Παγκόσμια πρωτοτυπία διεκδικεί η Ελλάδα με άλλα λόγια.

Πέτυχαν εσωτερική …ανατίμηση

Τα αποτελέσματα παρόλα αυτά είναι εντελώς αναντίστοιχα των θυσιών, με την εσωτερική υποτίμηση να έχει αποτύχει παταγωδώς! «Μετά από τέσσερα χρόνια ύφεσης και υπερτριπλασιασμό της ανεργίας, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόοδος στην Ελλάδα προς την επίτευξη μιας “εσωτερικής υποτίμησης”. Η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας, σύμφωνα με το ΔΝΤ, ήταν ελαφρώς υψηλότερη το 2010 απ’ ό,τι ήταν το 2006, ενώ με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) τον Ιανουάριο του 2011 ήταν περίπου 7,6% υψηλότερη σε σύγκριση με το 2006. Με άλλα λόγια, τέσσερα χρόνια ύφεσης και η αδιάκοπη καθοδική πίεση στους μισθούς έχουν αποτύχει να υποτιμήσουν το νόμισμα, σε πραγματικούς όρους για την Ελλάδα.  Η πέμπτη αξιολόγηση του ΔΝΤ σημειώνει ότι το 2011 η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία παρέμεινε αμετάβλητη, παρά την μικρή πτώση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 2,5%. Η τελευταία μάλιστα εξουδετερώθηκε από την ανατίμηση του ευρώ το πρώτο εξάμηνο του έτους. Οποιαδήποτε στιγμή, μια ανατίμηση του ευρώ μπορεί εύκολα να εξαλείψει την μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας που μπορεί να πετύχει η Ελλάδα», σημειώνουν εύστοχα οι δύο οικονομολόγοι!

Ανάλογο φιάσκο θα αποδειχθεί και ο στόχος μείωσης του δημόσιου χρέους στο 120,5% του ΑΕΠ, μετά την επιτυχή εφαρμογή του προγράμματος ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων. Οι συγγραφείς κατ’ αρχήν υπογραμμίζουν πόσο έξω έχουν πέσει μέχρι στιγμής τα στελέχη του ΔΝΤ σε όποιες σχετικές προβλέψεις έχουν διατυπώσει. Ακόμη ωστόσο και από τις μελέτες του ΔΝΤ δεν λείπουν σενάρια που προδικάζουν ότι το δημόσιο χρέος θα ανέλθει στο 138% του ΑΕΠ κι όχι στο 120%. Οι Ουάισμπροτ και Μοντεσίνο παρουσιάζουν ένα άλλο τρίτο σενάριο, που προκύπτει από τα προγράμματα λιτότητας και τις αρνητικές επιπτώσεις που έχουν στην πορεία του ΑΕΠ, δημιουργώντας αλλεπάλληλα σοκ. Βάσει αυτής της πρόβλεψης το χρέος θα ανέλθει στο 144% του ΑΕΠ το 2020. Ιδιαίτερη προσοχή ωστόσο οι συγγραφείς αποδίδουν στο ασυνήθιστα υψηλό κόστος για τόκους που θα καταβάλλουν οι ελληνικοί προϋπολογισμοί. «Για το 2011 είναι 6,8% του ΑΕΠ. Υπό την προϋπόθεση μιας επιτυχούς συμφωνίας ανταλλαγής που θα περιλαμβάνει ένα κούρεμα υπολογιζόμενο τώρα στα 100 δισ. ευρώ, το μέγεθος αυτό πέφτει στο 4,9% το 2012. Τον επόμενο χρόνο όμως εκτινάσσεται και μέχρι το 2015 παραμένει πάνω από 6%. Είναι ένα πολύ μεγάλο βάρος για τόκους υπό οποιαδήποτε διεθνή σύγκριση». Ο πίνακας που παραθέτουμε αποδεικνύει πόσο αναποτελεσματική είναι το πρόγραμμα ανταλλαγής σε αυτό το θέμα ακόμη κι αν ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Αντικρουόμενα συμφέροντα

Διερευνώντας τις εναλλακτικές λύσεις απέναντι σε αυτό το χρονικό προαναγγελθείσης αποτυχίας ο Μ. Ουάισμπροτ και ο Χ. Α. Μοντεσίνο υπογραμμίζουν τα ανταγωνιστικά συμφέροντα μεταξύ των ευρωπαϊκών και των ελληνικών αρχών. «Δέκα χρόνια πριν, γράφοντας στα απόνερα της παύσης πληρωμών της Αργεντινής, ο Τζορτζ Σόρος τόνιζε ότι οι πιστωτές ως ομάδα έχουν συμφέρον να τιμωρούν ανάλογες παύσεις πληρωμών: “Η μόνη εγγύηση που έχει ο δανειστής είναι τα δεινά που ο δανειζόμενος θα υποστεί αν προβεί σε παύση πληρωμών”. Οι ευρωπαϊκές αρχές εξετάζουν την θέση της Ελλάδας κυρίως από τη σκοπιά του δανειστή. Από αυτή τη θέση δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό να είναι επώδυνη η προσαρμογή. Παραπέρα, αν η Τρόικα προσέφερε ένα πρόγραμμα που θα επέτρεπε στην γρήγορη ανάκαμψη της Ελλάδας, τότε Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία και Ιταλία θα ανέμεναν κάτι ανάλογο». Ας μην απορούμε λοιπόν για τις κοινωνικά ολέθριες πολιτικές που επιβάλλουν ΕΕ και ΔΝΤ στην Ελλάδα.

Παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ

Οι δύο οικονομολόγοι ως μοναδική λύση απέναντι στα αδιέξοδα και τις ωδίνες των Μνημονίων προτείνουν χωρίς περιστροφές την οριστική εγκατάλειψη των προγραμμάτων λιτότητας και επίσης την μονομερή παύση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ. «Το πλησιέστερο ιστορικό παράδειγμα τέτοιας παύσης πληρωμών και υποτίμησης είναι η Αργεντινή το 2001 – 2002. Έπειτα από την ανεπιτυχή αναζήτηση μιας “εσωτερικής υποτίμησης” μέσω μιας ύφεσης που διήρκεσε 3,5 χρόνια, μείωσε το ΑΕΠ κατά 16% και συσσώρευσε στην πορεία ένα μη βιώσιμο χρέος η Αργεντινή ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο του 2001 παύση πληρωμών στο δημόσιο χρέος της. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Ιανουάριο του 2002, εγκατέλειψε τη σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία (με το πέσο να έχει συνδεθεί στο 1 προς 1 με το δολάριο). Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν η επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κρίσης και η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Η Αργεντινή έχασε περίπου 5% του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2002. Ωστόσο, η μείωση διάρκεσε μονάχα ένα τρίμηνο. Τα επόμενα 6 χρόνια η οικονομία αναπτύχθηκε 63% και 9 χρόνια μετά τη στάση πληρωμών έχει αναπτυχθεί πάνω από 90%. Μέσα σε τρία χρόνια, δηλαδή το πρώτο τρίμηνο του 2005, η Αργεντινή είχε ξεπεράσει το προ κρίσης επίπεδο του ΑΕΠ. Αξίζει να σημειωθούν οι αξιοσημείωτες κοινωνικές συνέπειες της ανάκαμψης για την Αργεντινή. Μολονότι η οικονομία πέρασε από σύντομη επιβράδυνση κατά την διάρκεια της παγκόσμιας ύφεσης του 2009, η απασχόληση στην Αργεντινή βρίσκεται σε επίπεδο ρεκόρ. Η φτώχεια και η ακραία φτώχεια έχουν μειωθεί κατά δύο τρίτα και οι κοινωνικές δαπάνες έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί σε πραγματικούς όρους, μετά την παύση πληρωμών». Οι συγγραφείς τέλος απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι η ανάκαμψη της Αργεντινής οφείλεται στις εξαγωγές βασικών εμπορευμάτων και δη σόγιας. Το μυστικό της αργεντίνικης επιτυχίας έγκειται στην απαλλαγή από το χρέος και την λιτότητα και στην άνοδο της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Επισημαίνουν τέλος ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από την Αργεντινή για να ανακοινώσει παύση πληρωμών και νομισματική ανεξαρτησία!

Ο πρωτότυπος τίτλος της 20σέλιδης μελέτης που κυκλοφόρησε από το Κέντρο Οικονομικής και Πολιτικής Έρευνας (CEPR) είναι «More pain, no gain for Greece: Is the euro worth the costs of the pro-cyclical fiscal policy and internal devaluation?» και βρίσκεται αναρτημένη στην σελίδα http://www.cepr.net/documents/publications/greece-2012-02.pdf Στον ίδιο ιστότοπο και στη σελίδα http://www.cepr.net/documents/publications/greece-2012-02-greek.pdf βρίσκεται επίσης η μελέτη αναρτημένη και στα ελληνικά. Η μετάφραση είναι της Χριστίνας Λασκαρίδη.

Ρήξη; Διέξοδος από την κρίση της ευρωζώνης (Επίκαιρα, 17 Νοέμβρη 2011)

Η προοπτική υπέρβασης της σημερινής ολέθριας συνταγής και της άμεσης εφαρμογής μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής τεκμηριώνεται με κάθε ακρίβεια στη νέα μελέτη του κέντρου ερευνών Research on Money and Finance. Πρόκειται για την τρίτη μελέτη του βρετανικού ιδρύματος που κυκλοφορεί σε λιγότερο από ενάμισι χρόνο. Βασικός της συντάκτης είναι ο Κώστας Λαπαβίτσας, ο οποίος αποτελεί και την «καρδιά» του κέντρου ερευνών RMF, με έδρα το Λονδίνο. Στην συγγραφή της έκθεσης με τίτλο Ρήξη; Διέξοδος από την κρίση της Ευρωζώνης, (η οποία θα κυκλοφορήσει σύντομα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη) συμμετείχαν επίσης και οι ακόλουθοι οικονομολόγοι: Α. Καλτενμπρούνερ, Ντ. Λίντο, Τζ. Μίτσελ, Χ.Π. Παϊνσέιρα, Ε. Πίρες, Τζ. Πάουελ, Α. Στένφορς, Ν. Τέλες και ο γράφων.

Το καινούργιο που φέρνει η μελέτη του RMF είναι ότι δείχνει με την δέουσα τεκμηρίωση πως η δυνατότητα εφαρμογής σήμερα, και όχι στο αόριστο μέλλον, μιας άλλης οικονομικής πολιτικής είναι πέρα για πέρα ρεαλιστική. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια αόριστη επαγγελία η υλοποίηση της οποίας βρίθει ανυπέρβλητων δυσχερειών. Αντίθετα, στο κείμενο περιγράφονται με ασυνήθιστη λεπτομέρεια τα βήματα που πρέπει να γίνουν ώστε η παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους και η έξοδος από το ευρώ να σημάνουν την άμεση αναζωογόνηση της οικονομικής δραστηριότητας και την ουσιαστική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων.

Η ανάλυση ξεκινάει περιγράφοντας τις δυσχέρειες και τα όρια που χαρακτηρίζουν κάθε προσπάθεια επίλυσης της σημερινής κρίσης. Πρόκειται όμως για δυσχέρειες που δεν είναι τυχαίες ή τεχνικής φύσης. Φέρουν έντονο επάνω τους το αποτύπωμα των αντιθέσεων και των πολιτικών – κοινωνικών σκοπιμοτήτων που συνόδευσαν εξ’ αρχής την δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος και στη συνέχεια, μέχρι τώρα, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας που προκρίνονται ως συνταγή για την υπέρβαση της τρέχουσας κρίσης. Ο αντιφατικός χαρακτήρας του ευρώ είχε τονιστεί από τις πρώτες μέρες της εμφάνισής του από επιστήμονες μάλιστα που δεν ανήκαν αποκλειστικά και μόνο στο ετερόδοξο ρεύμα οικονομικής σκέψης. Ωστόσο, έπρεπε να φθάσει στην Ευρώπη η κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2008 ώστε αυτές οι αντιφάσεις να κάνουν την εμφάνισή τους. Σημαντικότερη εξ αυτών είναι το γεγονός ότι το ευρώ «στέκεται στον αέρα» καθώς δεν στηρίζεται σε ένα ενιαίο κράτος ή μια παραδοσιακή κεντρική τράπεζα, εξοπλισμένη με το πλήρες «σετ εργαλείων» που διαθέτουν τα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα για να παρεμβαίνουν εγκαίρως και αποτελεσματικά σε περιόδους κρίσεων, όπως η σημερινή.

Στα δύο η ευρωζώνη

Ο ασυνήθιστος και ασταθής χαρακτήρας του ευρώ αποτελεί ευθεία έκφραση των διχαστικών αντιφάσεων που συνόδευσαν την δημιουργία του ευρώ και οι οποίες επιτάθηκαν τα μετέπειτα χρόνια. Συγκεκριμένα, μια άτυπη διάσπαση της ευρωζώνης σε δύο κομμάτια. Από την μια στις χώρες του κέντρου, με χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο την Γερμανία, και από την άλλη στις χώρες της περιφέρειας, που τον τελευταίο χρόνο κλυδωνίζονται από την κρίση δημόσιου χρέους, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση βαθύτερων διεργασιών. Ειδικότερα, μιας αυξανόμενης απόκλισης στην ανταγωνιστικότητα των δύο ομάδων χωρών. Κινητήρια δύναμη αυτής της εξέλιξης, που θέτει σε σοβαρή κρίση το ιδεολόγημα του «ευρωπαϊσμού», ήταν η συμπίεση του κόστους εργασίας που επιτεύχθηκε στην Γερμανία λόγω των πολιτικών λιτότητας που εφαρμόστηκαν τα τελευταία 15 χρόνια. Στο πλαίσιο του παραπάνω διχασμού τα ελλείμματα του Νότου αποτελούν το αντιστραμμένο είδωλο των πλεονασμάτων του Βορρά.

Εμπεριστατωμένη η δυνατότητα εξόδου από το ευρώ και παύσης πληρωμών

Οι αποφάσεις που έχει πάρει η Ευρωπαϊκή Ένωση τον τελευταίο χρόνο έχουν εντείνει ακόμη περισσότερο το σχίσμα. «Η μορφή του ρήγματος είναι αδύνατο να προβλεφθεί», αναφέρεται στην μελέτη. «Μία η δύο περιφερειακές χώρες μπορούν να εξέλθουν, μπορεί να δημιουργηθεί μια ομάδα “σκληρών” χωρών του ευρώ και μια δορυφορική ομάδα “μαλακών” χωρών του ευρώ με μεταβλητές μεταξύ τους ισοτιμίες, θα μπορούσε ακόμη να υπάρξει πλήρη κατάρρευση της νομισματικής ένωσης». Ρόλο θρυαλλίδας το πιθανότερο είναι πως θα παίξει η αδυναμία εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους ή, ισοδύναμα, «η αδυναμία ανταπόκρισης στις συνθήκες που επιβάλουν οι επίσημοι δανειστές για να συνεχιστεί η εκταμίευση των κονδυλίων διάσωσης».

Η πρωτοβουλία στον οφειλέτη

Η μελέτη του RMF υποστηρίζει με κατηγορηματικό τρόπο ότι «η Ελλάδα χρειάζεται μια σοβαρή μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους της, δηλαδή ακύρωση και του επίσημου και του ιδιωτικού χρέους που θα επανέφερε το λόγο χρέους προς ΑΕΠ σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί στο πλαίσιο μιας αθέτησης πληρωμών με πρωτοβουλία του δανειστή, ενώ ακόμη κι αν συνέβαινε το αντίτιμο που θα λάβαιναν οι πιστωτές θα ήταν πολύ υψηλό, περιλαμβανομένης της κατοχής κρίσιμων εθνικών περιουσιακών στοιχείων και άμεσο έλεγχο επί της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας. Σε οριακό επίπεδο, μια αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του πιστωτή θα έθετε ζητήματα εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας στην Ελλάδα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη είναι πιθανότατα η μόνη αποτελεσματική λύση για τη χώρα για να αποδεσμευτεί από τα δεσμά  του χρέους. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, ξεχωρίζουν δύο πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες», τονίζει η μελέτη.

«Πρώτο, η αθέτηση πληρωμών πρέπει να πραγματοποιηθεί με κυριαρχικό τρόπο, δηλαδή ο δανειστής θα πρέπει να εξαναγκάσει τις τράπεζες. Αυτό μετά βεβαιότητας θα σήμαινε παύση πληρωμών επί των τόκων και πρωτευόντως στο δημόσιο χρέος, κατ’ αρχήν. Έπειτα θα ακολουθούσαν διαπραγματεύσεις με τους δανειστές προς αναζήτηση μιας τελικής διευθέτησης που θα περιλάμβανε την ακύρωση ενός μεγάλου μέρους του χρέους. Η Ελλάδα δεν στερείται πλεονεκτημάτων σε αυτή την σχέση. Το 90% των ελληνικών ομολόγων φαίνεται να έχουν εκδοθεί υπό τον ελληνικό νόμο χωρίς Ρήτρες Συλλογικής Δράσης. Μονομερώς η ελληνική Βουλή με ένα νόμο θα μπορούσε να αλλάξει τους όρους διευθέτησης, διευκολύνοντας τον δανειστή, και αναγκάζοντας τις ιδιωτικές τράπεζες να αποδεχτούν την προσφορά». Εδώ αξίζει να γίνει μια παρέκβαση από την μελέτη του RMF για να τονίσουμε τον κίνδυνο που προκύπτει από τη νέα συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου, βάση της οποίας τα νέα ομόλογα που θα εκδοθούν σε αντικατάσταση των σημερινών, ενσωματώνοντας την μείωση του 50%, δεν θα διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. Η δυνατότητα επομένως του ελληνικού δημοσίου να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους περιορίζεται σημαντικά.

Λογιστικός έλεγχος του χρέους

Η δεύτερη προϋπόθεση για μια αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη είναι κατά το RMF «να πραγματοποιηθεί με δημοκρατικό τρόπο σπάζοντας τον έλεγχο που ασκούν οι τεχνοκράτες και οι πολιτικοί στη διαχείριση του δημόσιου χρέους και εμπλέκοντας άμεσα την κοινωνία των πολιτών και την οργανωμένη εργασία. Το δημόσιο χρέος είναι σύνθετο και δυσνόητο με πολλούς που αξιώνουν μερίδια και αρκετές μορφές υπερχρέωσης. Η κοινωνία έχει δημοκρατικό δικαίωμα να γνωρίζει τη σύνθεση του χρέους και να εμπλακεί στη διαχείρισή του». Σε αυτή την κατεύθυνση το RMF προτείνει την δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που θα ελέγξει τη νομιμότητα του δημόσιου χρέους. Αναφέρεται μάλιστα στην μελέτη πως τα δάνεια διάσωσης που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα από το 2010 «πρέπει να χαρακτηριστούν παράνομα λόγω της ακραίας πολιτικής πίεσης που ασκήθηκε στην Ελλάδα, κατά παράβαση ακόμη των κανονικών συνταγματικών και κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Ενδεχομένως ακόμη και ολόκληρο το ελληνικό χρέος που ξεπερνάει το 60% του ΑΕΠ να πρέπει να χαρακτηριστεί παράνομο καθώς ευθέως αντιβαίνει στη Συνθήκη του Μάαστριχτ».

Στη τέλος της έρευνας υπάρχει σαφής περιγραφή των όσων πρέπει να γίνουν για την αντιμετώπιση του πρωτογενούς ελλείμματος, του προβλήματος με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα ή την τύχη των τραπεζών, μετά την παύση πληρωμών και την αποχώρηση από την ευρωζώνη. Η μελέτη κλείνει με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά λόγια που αποτυπώνουν την κρισιμότητα της περιόδου που διανύουμε: «Η Ελλάδα επομένως αντιμετωπίζει μια ιστορική επιλογή: Να παραδοθεί στις κυρίαρχες δυνάμεις της ευρωζώνης και να αντιμετωπίσει ένα ζοφερό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό μέλλον ή να βρει το θάρρος να δράσει, αλλάζοντας τον εαυτό της και ακόμη την Ευρώπη. Σύντομα θα ξέρουμε την απάντηση»…

Έξοδος από το ευρώ και αθέτηση πληρωμών. Μια δύσκολη αλλά εφικτή λύση (Ελευθεροτυπία 12.11.11)

«Είναι εμφανές ότι η αθέτηση πληρωμών με ευθύνη του οφειλέτη και η έξοδος από την ΟΝΕ δεν αποτελούν εύκολες επιλογές για την Ελλάδα ή οποιαδήποτε άλλη χώρα της περιφέρειας. Αλλά, ποιες άλλες εναλλακτικές δυνατότητες προσφέρονται σε αυτή τη συγκυρία στις χώρες της περιφέρειας; Παγιδευμένες στην ευρωζώνη απειλούνται με συνεχή λιτότητα, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, υψηλή ανεργία, αυξανόμενες κοινωνικές εντάσεις και απώλεια εθνικής ανεξαρτησίας. Εξ ίσου σημαντικό, το δημοκρατικό τους πολίτευμα είναι πιθανό να πληγεί καθώς η διαδικασία λήψης αποφάσεων θα μεταφερθεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και άλλα μη εκλεγμένα όργανα της ΕΕ. Η προοπτική για την περιφέρεια είναι οικονομική, κοινωνική και πολιτική συρρίκνωση για το προσεχές μέλλον. Αυτό είναι το αντίτιμο που θα πρέπει να πληρώσουν οι πιο αδύναμες οικονομίες για να παραμείνουν εντός ενός νέου διεθνούς αποθεματικού νομίσματος σχεδιασμένου να υπηρετεί τα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων.

Η αθέτηση πληρωμών με ευθύνη του οφειλέτη και η έξοδος προσφέρουν μια διέξοδο για την Ελλάδα και άλλες περιφερειακές χώρες για να δραπετεύσουν από την παγίδα της Ευρωζώνης. Επιπλέον, συνεχίζοντας να αποτελούν μέλη της ευρωζώνης δημιουργούνται μη βιώσιμες καταστάσεις που ήδη πιέζουν την περιφέρεια στην κατεύθυνση της εξόδου».

Με τα παραπάνω ξεκινάει το κεφάλαιο των συμπερασμάτων της νέας, τρίτης, μελέτης της ομάδας Research on Money and Finance (Έρευνα για το Χρήμα και τον Χρηματοπιστωτικό Τομέα) που ιδρύθηκε και συντονίζεται από τον Κώστα Λαπαβίτσα, καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου*. Ο τίτλος της μελέτης είναι «Ρήξη; Η διέξοδος  από την κρίση της Ευρωζώνης» και σύντομα πρόκειται να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει και στα ελληνικά.

Αφετηριακό σημείο για την ανάλυση αποτελεί ο αντιφατικός χαρακτήρας του ευρώ, που είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα κοινό νόμισμα που διευκολύνει το εμπόριο και τις χρηματοοικονομικές ροές μεταξύ των κρατών μελών. Το ευρώ αποτελεί μια μορφή παγκόσμιου χρήματος που στερείται ωστόσο ενός αντίστοιχου κράτους που θα προσέφερε την απαραίτητη ομοιογένεια λογιστικών και εμπορικών πρακτικών ή νόμων, ακόμη κι ενός ενιαίου πιστωτικού συστήματος που θα χορηγούσε την αναγκαία πίστωση ή ρευστότητα. Αντίστοιχα, πρωτότυπη και εντελώς ιδιόμορφη κεντρική τράπεζα, είναι η ΕΚΤ, στον βαθμό που δεν διαθέτει τα συνηθισμένα εργαλεία παρέμβασης.

Οι προηγούμενες ιδιομορφίες είναι έκφραση των ανταγωνιστικών σχέσεων επί των οποίων διαμορφώθηκε εξ αρχής η ευρωζώνη. Βασικό τους γνώρισμα ο διαχωρισμός της ευρωζώνης σε περιφέρεια και κέντρο. Ένας διχασμός που οξύνθηκε στο πέρασμα του χρόνου από τα κέρδη ανταγωνιστικότητας που κατέγραφε η Γερμανία, αντίθετα με τις χώρες της περιφέρειας.

Αποτυχία λιτότητας

Το εξαιρετικά ασταθές και εύθραυστο περιβάλλον που διαμόρφωσαν οι παραπάνω αντιφάσεις, «τινάχθηκε στον αέρα» ως συνέπεια των περιοριστικών πολιτικών που εφαρμόζονται σε όλη την έκταση της ευρωζώνης τα τελευταία χρόνια αποτελώντας την κυρίαρχη απάντηση στην οικονομική κρίση. Για την «Αγία Τριάδα» της λιτότητας, της απελευθέρωσης και των ιδιωτικοποιήσεων, κάνει λόγο συγκεκριμένα η μελέτη του RMF περιγράφοντας τον καταιγισμό αντιλαϊκών μέτρων που επιβλήθηκαν σε Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία και Ιρλανδία. «Αυτές οι πολιτικές σκοπεύουν στην προστασία των συμφερόντων των τραπεζών και των ομολογιούχων, αποτρέποντας την αθέτηση πληρωμών, όπως επίσης και στην προστασία των συμφερόντων του βιομηχανικού κεφαλαίου αλλάζοντας την ισορροπία δυνάμεων εναντίον της εργασίας», αναφέρεται συγκεκριμένα. Καθόλου τυχαίο δεν είναι επομένως που η λιτότητα όχι μόνο απέτυχε παταγωδώς να επιλύσει την κρίση αλλά έκανε και τα πράγματα πολύ χειρότερα. Από τη στιγμή που η απώλεια ανταγωνιστικότητας αποτέλεσε την αιτία της τρέχουσας κρίσης και όχι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός πώς ήταν δυνατόν η περικοπή των δαπανών να δώσει μια θετική διέξοδο;

Η λιτότητα και η υπό εξέλιξη ύφεση βάθυναν τις ρωγμές στην ευρωζώνη, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να κυκλοφορεί ένας ορυμαγδός σεναρίων για την μορφή που θα λάβει το ρήγμα. Ρόλο καταλύτη για να περάσει και τυπικά στην ιστορία η ευρωζώνη «που γνωρίσαμε» θα διαδραματίσει η αδυναμία εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Από αυτό το σημείο ξεκινούν δύο διαφορετικές δυνατότητες.

Η πρώτη δυνατότητα, της διαγραφής ακόμη και ενός ποσοστού της τάξης του 50% του δημόσιου χρέους, περιγράφεται στην μελέτη του RMF ως «συντηρητική» που θα επιβληθεί στην Ελλάδα. Βασικό της γνώρισμα αποτελεί ένας εντελώς μεροληπτικός επιμερισμός των βαρών της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους εις βάρος των ασφαλιστικών ταμείων και προς όφελος του χρέους που κατέχει η ΕΚΤ, η ΕΕ και το ΔΝΤ, το οποίο δεν πρόκειται να θιγεί. Ό,τι σε αδρές γραμμές προβλέπεται και στη συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου. Η συντηρητική επιλογή δεν περιλαμβάνει κατ’ ανάγκην την έξοδο από την ευρωζώνη.

Ο άλλος δρόμος

Αντίθετα με την δεύτερη εναλλακτική δυνατότητα, την αναγγελία μονομερούς αθέτησης πληρωμών από την μεριά του οφειλέτη με ταυτόχρονη δήλωση μη αναγνώρισης περαιτέρω επιβαρύνσεων από τόκους, που σχεδόν σίγουρα επισύρει την έξοδο από την ευρωζώνη. Δεν πρόκειται για μια εύκολη λύση, τονίζουν οι συγγραφείς της μελέτης. Το ζοφερό μέλλον όμως που διαγράφεται στο πλαίσιο της εφαρμοζόμενης πολιτικής, με το δημόσιο χρέος για παράδειγμα να συνεχίσει να κινείται σε μη βιώσιμα επίπεδα για πολλές ακόμη δεκαετίες (κάνοντας έτσι την επιβολή πολιτικών λιτότητας αναπόφευκτη) καθιστά την έξοδο από το ευρώ και την αθέτηση πληρωμών αναγκαιότητα.

Επιπλέον, το όφελος από την αθέτηση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ θα αυξηθεί στον βαθμό που θα δοθεί η δυνατότητα για την εφαρμογή μιας σειράς άλλων μέτρων, υπό την πίεση των δυνάμεων της οργανωμένης εργασίας. Μεταξύ αυτών είναι η αποτελεσματική προστασία της απασχόλησης, στον βαθμό που απώλειά της ευθύνεται σημαντικά για την επέκταση της φτώχειας μεταξύ των εργαζομένων, η υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω φορολογικών και πιστωτικών εργαλείων, η εκ βάθρων αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος στην κατεύθυνση αύξησης της άμεσης φορολογίας, η επιδότηση δημόσιων αγαθών, ο δημόσιος έλεγχος επί των τραπεζών, κ.α. Συνολικά είναι ένα ευρύ πρόγραμμα αναμόρφωσης της οικονομίας και κοινωνίας.

«Η έξοδος από την ευρωζώνη» αναφέρει η μελέτη του RMF «θα κάνει έτσι εφικτή την αναμόρφωση της ελληνικής οικονομίας προς το συμφέρον του εργαζόμενου πληθυσμού, ενώ ταυτόχρονα θα διαμορφώσει συνθήκες για βιώσιμη μεγέθυνση. Σκοπός του προγράμματος θα είναι η διατήρηση της απασχόλησης σε υψηλά επίπεδα και η άνοδος του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό προϊόν».

*Στη συγγραφή της μελέτης επίσης συμμετείχαν και οι εξής οικονομολόγοι: Α. Καλτενμπρούνερ, Ντ. Λίντο, Τζ. Μιντγουέι, Τζ. Μίτσελ, Τζ. Π. Παινσέιρα, Ε. Πάιρες. Τζ. Πάουελ, Α. Στένφορς, Ν. Τέλες και ο γράφων.