Κερδίζοντας χρόνο, επίμετρο στο βιβλίο του Β. Στρεκ

cover-front-strek_webΕπίµετρο στο βιβλίο Κερδίζοντας χρόνο, η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού του Βόλφγκανγκ Στρεκ (Εκδόσεις Τόπος, 2016)

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Καλύτερη συγκυρία δεν θα µπορούσε να βρεθεί για να εκδοθεί στα ελληνικά το ανά χείρας βιβλίο του Γερµανού µαρξιστή Βόλφγκανγκ Στρεκ. Από τη µία η κατάσταση κατατονίας και απογοήτευσης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική Αριστερά µετά την υπογραφή, τον Αύγουστο του 2015, του τρίτου Μνηµονίου, και από την άλλη η αναµονή των αλυσιδωτών αντιδράσεων τις οποίες προκαλεί η κατάρρευση του πολιτικού συστήµατος των ΗΠΑ και είναι θέµα χρόνου να µεταφερθούν στο πολιτικό σύστηµα της Ευρώπης, προκαλώντας κλυδωνισµούς εφάµιλλους της κατάρρευσης της Λίµαν Μπράδερς, ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για την κρίση του πολιτικού συστήµατος και θέτουν επί τάπητος το πρόγραµµα της Αριστεράς. Επιβάλλουν την επανεξέταση των πιο θεµελιωδών της θέσεων: για τη δυναµική ισορροπία πολιτικής-οικονοµίας, την εκπροσώπηση και τη συµµετοχή των λαϊκών στρωµάτων στην πολιτική ζωή και, τέλος, για τη σχέση εθνικού και διεθνούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση του Στρεκ, γερά εδραιωµένη στην ευρωπαϊκή διανοητική παράδοση, σε γόνιµη επαφή µε ποικίλα ρεύµατα και –το σηµαντικότερο– χωρίς αγκυλώσεις και απαγορευµένες ζώνες στην κριτική, είναι πολύτιµη.

Η επικέντρωση στα «οικεία κακά», σε ένα βιβλίο το οποίο ασχολείται µε την τρέχουσα οικονοµική κρίση (παρέχοντας µάλιστα αναντικατάστατα εργαλεία για την κατανόηση της εξέλιξής της, όπως η θέση του Στρεκ ότι κάθε εφήµερη λύση δεν χρειάστηκε παρά µία δεκαετία για να µεταµορφωθεί σε πρόβληµα), δεν είναι αυθαίρετη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, καθηγητής Κοινωνιολογίας µε βασικές σπουδές στο Πανεπιστήµιο της Φρανκφούρτης, σε όλη την έκταση του βιβλίου κινείται µε µια θαυµαστή άνεση µεταξύ της µορφής της δηµοκρατίας και του σύγχρονου καπιταλισµού, ανατέµνοντας τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και διαπερνώντας έτσι τα τείχη που τις διαχωρίζουν στις φορµαλιστικές αναλύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, και ειδικά σε συγκυρίες όπως η σηµερινή, που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόµενα, το πολιτικό διεκδικεί τη δική του θέση…

Από τον πλούτο των ιδεών που παρατίθενται στις σελίδες του βιβλίου σε τρεις, κατά τον γράφοντα, θέσεις, όπως αναπτύσσονται αντίστοιχα στα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, αξίζει µια ξεχωριστή αναφορά στον δηµόσιο διάλογο: η άποψή του Στρεκ για την κυριαρχία του κεφαλαίου επί της πολιτικής, η εκτίµησή του για την ανταγωνιστική σχέση δηµοκρατίας-καπιταλισµού και η ανάλυσή του για την ΕΕ ως όχηµα για τη φιλελευθεροποίηση του ευρωπαϊκού καπιταλισµού.

Το κεφάλαιο επιστρέφει

Κατά τον συγγραφέα, ο οποίος πριν από τη συνταξιοδότησή του το 2014 διετέλεσε διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για τη Μελέτη των Κοινωνιών (1995-2014) και καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήµιο της Κολονίας, η Σχολή της Φρανκφούρτης αλλά και ένα ευρύτερο τµήµα της µαρξιστικής διανόησης της εποχής βρέθηκαν ανέτοιµοι να ερµηνεύσουν τη δοµική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970, γιατί προ πολλού είχαν δώσει τα πρωτεία στο πλαίσιο της ανάλυσής τους στην πολιτική επιστήµη, τη δηµοκρατική θεωρία, τη θεωρία της επικοινωνίας κ.ά., υποτιµώντας την πολιτική οικονοµία! Το πολιτικό σύστηµα και όχι το κεφάλαιο θεωρούνταν το κέντρο βάρους και η ατµοµηχανή της εξέλιξης.

∆εν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι αιτίες της πλάνης τους. Η απρόσκοπτη ανάπτυξη του µεταπολεµικού καπιταλισµού, που οδήγησε διανοούµενους και διεθνείς οργανισµούς να ανακοινώσουν το τέλος των κρίσεων, δεν µπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη τη µαρξιστική διανόηση, η οποία είχε από καιρό µάλιστα µεταφέρει την έδρα της στα πανεπιστήµια, µακριά από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και τους συλλογικούς φορείς της κοινωνίας. Τότε, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η ανοδική φορά των οικονοµικών δεικτών δηµιουργούσε τις αυταπάτες µιας απρόσκοπτης ανόδου της κοινωνικής ευηµερίας, αποτελώντας το κόκκινο χαλί για την κατίσχυση των αυταπατών.

Σχεδόν µισό αιώνα αργότερα, η εγγενής δυναµική του κεφαλαίου θεω­ρήθηκε ξανά δευτερεύον θέµα. Η τάση του προς την αντίδραση (όπως συµπυκνώνεται στην απαίτηση µείωσης των µισθών ή την καταστροφή του περιβάλλοντος στις Σκουριές και το πρώην αεροδρόµιο του Ελληνικού) υποτιµήθηκε για µία ακόµη φορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας την ψήφο του ελληνικού λαού από το 2012 µέχρι και το 2015, καλλιεργούσε τη βεβαιό­τητα στους εργαζόµενους και τον κόσµο της Αριστεράς, πως ήταν απλώς και µόνο θέµα κυβερνητικής απόφασης και ευνοϊκής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας η ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας ή η ακύρωση των µέτρων απορρύθµισης της αγοράς εργασίας. Απέκρυβε έτσι το σηµαντικότερο: ότι η περικοπή των δαπανών για την υγεία και την παιδεία, η µείωση των µισθών και η κατάργηση των συλλογικών συµβάσεων αποτελούσαν απαραίτητο όρο για την ανάταξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Στο έδαφος της πτώσης των κερδών και της εξάντλησης της δυναµικής που είχαν τροφοδοτήσει οι αθρόες χρηµατοδοτήσεις των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, οι Ολυµπιακοί Αγώνες κ.ά., ένας νέος γύρος ταξικού πολέµου, απροκάλυπτου και όχι δι’ αντιπροσώπων, ήταν µονόδροµος για τον ΣΕΒ και τους τραπεζίτες, όπως αποκάλυπταν οι εκθέσεις τους πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η κρίση. Οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαµαρά τούτη τη βαθύτερη και ζωτική ανάγκη για έναν νέο γύρο διευρυµένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξέφραζαν όταν υπέγραφαν το ένα µνηµόνιο µετά το άλλο – πέραν της άµεσης ανάγκης διαχείρισης της εν εξελίξει κρίσης χρέους, ακυρώνοντας τις προγραµµατικές δεσµεύσεις τους κι επιλέγοντας να περάσουν στην πολιτική ανυποληψία, εφαρµόζοντας πολιτικές πρωτοφανούς για τα ευρωπαϊκά δεδοµένα και δρακόντειας λιτότητας.

Στον αντίποδα της κριτικής της πολιτικής της λιτότητας ως µιας ανόη­της ιδέας ανιστόρητων πολιτικών και δογµατικών καθηγητών, που αν κάτι χρειάζεται είναι να αντικρουστεί ως αναποτελεσµατική, ο συγγραφέας Mark Blyth στο εξαιρετικό βιβλίο του Λιτότητα, η ιστορία µιας επικίνδυνης ιδέας (Αθήνα: Pandora books, 2014) δεν παραλείπει να τη συνδέσει µε υλικά συµφέροντα, αφού πρώτα έχει αποδείξει πως η συµβολή της στην προώθηση της µείωσης του δηµόσιου χρέους µπορεί να συγκριθεί µε τη συµβολή της Χρυσής Ορδής των Μογγόλων στην προώθηση της ιππικής δεξιοτεχνίας στους Ολυµπιακούς Αγώνες: «Η εµµονή για την εφαρµογή της λιτότητας δεν είναι απλώς ιδεολογική, παρόλο που υπάρχει και αυτό το στοιχείο. Υπάρχουν και υλικοί λόγοι για τη συνεχιζόµενη εφαρµογή της λιτότητας, ιδίως στην Ευρώπη: η δηµιουργία χώρου στους ισολογισµούς των χωρών, σε περίπτωση που µια τράπεζα που είναι πολύ µεγάλη για να διασωθεί, καταρρεύσει» (σ. 324-325). Η λιτότητα, εποµένως, δεν είναι παρά η κυρίαρχη µορφή αντιµετώπισης της κρίσης, η συνταγή που επιλέγεται για να ξεπεραστεί η δοµική κρίση που κλυδωνίζει τις δυτικές κοινωνίες από το 1970, δηµιουργώντας σε πολύ αδρές γραµµές αλλεπάλληλες µεταστάσεις: από τη σφαίρα της παραγωγής υλικών και άυλων αγαθών, στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα και από εκεί στα δηµόσια οικονοµικά, όπου το έγκληµα έγινε τέλειο µε τον λογαριασµό να µετακυλίεται στους εργαζόµενους και τους φορολογούµενους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή ακόµη που διεκδικούσε την ψήφο των αριστερών και όχι µόνο (ήταν δηλωτικές, για παράδειγµα, της µετέπειτα πορείας του οι εκκλήσεις σχηµατισµού κυβέρνησης εθνικής ενότητας από το 2013 και το 2014), περιόρισε και αφυδάτωσε µέχρι να διαστρέψει τελικά τον αγώνα κατά της λιτότητας, σε µια κοινοβουλευτική αντιπαράθεση κατά του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας τα σκήπτρα στον παραδοσιακό χώρο της σοσιαλ­δηµοκρατίας, της Ν∆ και εναντίον της Μέρκελ. Το αποτέλεσµα αυτής της µάχης είχε κριθεί εποµένως πολύ πριν από τις 14 Αυγούστου 2015, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπέγραφε την τρίτη δανειακή σύµβαση µε τους πιστωτές (ύψους έως 86 δισ. ευρώ) και το τρίτο Μνηµόνιο, που αποδείχθηκε πιο επιβλαβές για τα κοινωνικά συµφέροντα από όλα τα προη­γούµενα. Προς επίρρωση, η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ (από την κινεζική Κόσκο) των 14 περιφερειακών αεροδροµίων (από την κοινοπραξία της γερµανικής Φραπόρτ µε τον Όµιλο Κοπελούζου), του πρώην αεροδροµίου του Ελληνικού (από τον όµιλο Λάτση) και κορωνίδα όλων η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τον ∆εκέµβρη του 2015, που σηµατοδότησε την οριστική απώλεια ελέγχου στο µετοχικό τους κεφάλαιο εκ µέρους του ∆ηµοσίου, µεταξύ πολλών άλλων που φέρνουν στην επιφάνεια τις κοινωνικές δυνάµεις που επέβαλαν την πολιτική της λιτότητας, τοποθετώντας εκ νέου τον χώρο της κυρίαρχης πολιτικής στην πραγµατική του θέση ως υπηρέτη των αστικών συµφερόντων. Η λαϊκή βούληση και ο ενθουσιασµός που συνόδευσαν τη νίκη του «Όχι» στο δηµοψήφισµα της 5ης Ιουλίου 2015, µε 61,3%, θεωρήθηκαν για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια βαρίδια.

Βλάπτει η δηµοκρατία

Η συνέχιση της πολιτικής της λιτότητας, όπως συνοψίζεται στην επιδίωξη πρωτογενών πλεονασµάτων του κρατικού προϋπολογισµού µέσω της αύξησης των φόρων και της µείωσης των συντάξεων, που επιφέρει νέους φόρους και περικοπές, δεν θα µπορούσε να υλοποιηθεί σε ένα πολιτικό περιβάλλον άνθησης της δηµοκρατίας και της λαϊκής συµµετοχής. «Ο νεο­φιλελευθερισµός είναι ασύµβατος µε ένα δηµοκρατικό κράτος», τονίζει ο συγγραφέας ανατρέποντας µε έναν πλούτο επιχειρηµάτων την κυρίαρχη θεωρία ότι η δηµοσιονοµική κρίση είναι αποτέλεσµα της υπερβολικής δηµοκρατίας, η οποία εκφράζεται µέσα από την υλοποίηση λαϊκών αιτηµάτων που οδηγούν στη δηµοσιονοµική υπερεπέκταση.

Αυτή η ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη, που µπορεί να συνοψιστεί στη ρήση «η δηµοκρατία βλάπτει», ουκ ολίγες φορές αποτέλεσε οδηγό δράσης και αιτιολογική βάση το δεύτερο εξάµηνο του 2015 και το πρώτο εξάµηνο του 2016. Από τη µακρά αλυσίδα κοινοβουλευτικών πραξικοπηµάτων και συνταγµατικών παραβιάσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεχωρίζουν: Πρώτο, η ψήφιση τόσο του Μνηµονίου Τσίπρα στις 14 Αυγούστου 2015 όσο και των πολυνοµοσχεδίων µε τα οποία απελευθερώθηκε µέρος της δεύτερης δόσης τον Μάιο του 2015 µε τη διαδικασία του κατεπείγοντος στη Βουλή και πάντα την τελευταία στιγµή, χωρίς καν οι βουλευτές να έχουν τον χρόνο να διαβάσουν τι ψηφίζουν. «Η ιδιόρρυθµη αυτή κατάσταση ανάγκης καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί ως διαρ­κής κατάσταση contra constitutionem εξαίρεσης», έγραφε ο Γ. Κατρούγκαλος όταν το δίληµµα «Μνηµόνιο ή χρεοκοπία» το έθεταν ΠΑΣΟΚ και Ν∆ (Η κρίση και η έξοδος, Αθήνα: Α. Α. Λιβάνη, 2012). Και συµπλήρωνε αµέσως µετά: «Αποτελεί όρο υπεράσπισης του νοµικού και πολιτικού µας πολιτισµού η απόρριψη των θέσεων αυτών». Θέσεις τις οποίες στη συνέχεια εφάρµοσε µε µαχητικό τρόπο ο ίδιος από τη θέση του κορυ­φαίου υπουργού της κυβέρνησης Τσίπρα, πασχίζοντας να γίνει ο καλύτερος µνηµονιακός µαθητής και ας είχε καταγγείλει και στηλιτεύσει µόλις πριν από λίγους µήνες τις ίδιες αντιδηµοκρατικές µεθόδους, κάνοντας λόγο για «µνηµονια­κό παρακράτος».

Κορυφαία, ωστόσο, στιγµή του αντιδηµοκρατικού κατήφορου που συνόδευσε την αριστερή θεραπεία του σοκ ήταν ο «δηµοσιονοµικός κόφτης», ο οποίος ψηφίστηκε τον Μάιο του 2016. Η αλήθεια είναι πως η υιοθέτηση αυτόµατου µηχανισµού περικοπών, ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περίπτωση αποκλίσεων από τους δηµοσιονοµικούς στόχους, προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο ∆ηµοσιονοµικό Σύµφωνο που ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2012. Επιβλήθηκε από την ΕΕ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανέλαβε ωστόσο το πολιτικό κόστος να ψηφίσει νόµο βάσει του οποίου σε περίπτωση που δεν υλοποιείται ο στόχος του δηµοσιονοµικού πλεονάσµατος, θα εκδίδεται προε­δρικό διάταγµα που θα ανακοινώνει τις δηµοσιονοµικές περικοπές, χωρίς καν να ερωτηθεί η Βουλή ή να έχει άποψη για το τι θα κοπεί. Ο «δηµοσιο­νοµικός κόφτης» εγγυάται στους πιστωτές τη δυνατότητα της Ελλάδας να αποπληρώνει τις δανειακές της υποχρεώσεις στο διηνεκές. Η εγγύηση αυτή ωστόσο παρέχεται µε αντάλλαγµα την υποβάθµιση, για πολλοστή φορά, της νοµοθετικής εξουσίας, η οποία παρακάµπτεται και οδηγείται στην αχρηστία, γιατί πιθανά κρίνεται ως ευάλωτη και ευεπίφορη στις σειρήνες των λαϊκών ή «λαϊκίστικων» πιέσεων, προς επιβεβαίωση της θέσης του Jacques Ranciere, ότι «το σούσουρο για τους θανάσιµους κινδύνους του λαϊκισµού αποσκοπεί στη θεωρητική θεµελίωση της ιδέας ότι δεν έχουµε άλλη επιλογή» (Τι είναι λαός; Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. Συµµετοχή στις εθνικές εκλογές
 1
 

Η διάψευση των προσδοκιών που δηµιούργησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ µετά τη συµφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015, για πρώτη φορά, και η στροφή 180 µοιρών της κυβέρνησης µετά το θεαµατικό αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος οδήγησαν και στην Ελλάδα στο φαινόµενο που αναδεικνύει στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Βόλφγκανγκ Στρεκ: την εκλογική αποχή ως µια µορφή προφανώς παθητικής πολιτικής διαµαρτυρίας. Έτσι, στις εκλογές του Σεπτεµβρίου του 2015, η συµµετοχή έφτασε στο χαµηλό ποσοστό του 56,16%, καταγράφοντας αρνητικό ρεκόρ για τις τελευταίες δεκαετίες. Η σταθερή δε µείωση της συµµετοχής στις εθνικές εκλογές τα τελευταία 20 χρόνια, όπως φαίνεται στο διάγραµµα που παραθέτουµε, ακολουθεί πιστά τη σκλήρυνση της επίσηµης πολιτικής (µε κορυφή του παγόβουνου όλους τους πολιτικούς να καταδικάζουν τον… επάρατο πολιτικό κύκλο ως αιτία οικονοµικού πισωγυρίσµατος) προς επίρρωση της αρνητικής συσχέτισης της πολιτικής της λιτότητας µε τη δηµοκρατία. Φάνηκε έτσι ότι όπως η αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας και η µείωση των µισθών (µε τον Νοέµβριο του 2015 να αποτελεί σηµείο τοµής, καθώς για πρώτη φορά ο µέσος µεικτός µισθός του ιδιωτικού τοµέα υποχώρησε κάτω από τα 1.000 ευρώ για να διαµορφωθεί στα 974 ευρώ ή 792 καθαρά) δεν στρέφει τους εργαζόµενους στην επιλογή του αγώνα, έτσι και η κοινοβουλευτική διάψευση δεν οδηγεί στην απόρριψη του κοινοβουλευτισµού από τη σκοπιά της άµεσης έστω και όχι κατ’ ανάγκην της εργατικής δηµοκρατίας, αλλά στην παθητικοποίηση, την απόσυρση και την εγκατάλειψη κάθε ελπίδας αλλαγής µέσω της ίδιας λαϊκής συµµετοχής, ακόµη και της πιο τυπικής και επετειακής, όπως είναι η ψήφος στις εκλογές.

Συστατικό στοιχείο των συµµαχιών της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί και η ταξικά µεροληπτική φορολογική πολιτική. Στην Ελλάδα, όµως, παρατηρείται ένα παράδοξο, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Πράγµατι, το ποσοστό της φορολογίας στο σύνολο του ΑΕΠ, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, είναι από τα χαµηλότερα στην Ευρώπη. Μπορούµε λοιπόν αδροµερώς να υποστηρίξουµε ότι «οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους»; Μάλλον όχι, γιατί όσο περισσότερο αναλύουµε τη σύνθεση των φορολογικών εσόδων, τόσο πιο εµφανές γίνεται ότι το παραπάνω συµπέρασµα ταιριάζει σε µια µικρή µειοψηφία που απολαµβάνει υποδείγµατα φορολόγησης εξωτικού παραδείσου, ενώ η πλειονότητα εντάσσεται στο φορολογικό σύστηµα ακολουθώντας πρότυπα Σκανδιναβίας. Αξίζει να δούµε τρία παραδείγµατα.

Το πρώτο αφορά τους εταιρικούς φόρους. Η διαχρονική εξέλιξη της συµµετοχής των ανώνυµων εταιρειών στα φορολογικά έσοδα δεν απέχει καθόλου από το ευρωπαϊκό «κεκτηµένο». Εν ολίγοις, σταδιακή απόσυρση! Μάρτυρας η σταθερή µείωση των πραγµατικών φορολογικών συντελεστών από το 2010 έως το 2014 κατά 6,3% στην ΕΕ των 28 και 5,7% στην Ευρωζώνη των 19 κρατών-µελών. Ορίστε ποιος είναι ο φυσικός αυτουργός της τρέχουσας δηµοσιονοµικής κρίσης: οι ανώνυµες εταιρείες που µεταφέρουν στο κράτος την κρίση, πληρώνοντας όλο και λιγότερους φόρους. Ο ελληνικός ιδιωτικός τοµέας ωστόσο πλειοδοτεί σε «ευρωπαϊσµό». Κατά 20 (!) ποσοστιαίες µονάδες, στο ήµισυ, µειώθηκε ο φορολογικός συντελεστής των ανωνύµων εταιρειών στην Ελλάδα από το 2010 ως το 2012, όπως φαίνεται παραστατικά και στο διάγραµµα που παραθέτουµε. Η µειωµένη συµβολή των ΑΕ στη φορολογία στην Ελλάδα, σε σχέση µε την υπόλοιπη Ευρώπη, αντανακλάται επίσης και στο ποσοστό των εταιρικών φόρων στο ακαθάριστο προϊόν: 1,3% του ΑΕΠ ήταν οι εταιρικοί φόροι στην Ελλάδα το 2013, 2,5% στην ΕΕ και τη Γερµανία! (Πηγή: Taxation trends in the European Union, Eurostat Statistical Book, 2015 edition). Κυµαινόταν δηλαδή σε διπλάσια ποσοστά, προς διάψευση των κοινοτοπιών περί κρατικών εµποδίων που δυσχεραίνουν την τέχνη του επιχειρείν στην Ελλάδα. Στην Ευρώπη τα φορολογικά «εµπόδια» είναι µεγαλύτερα.

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 2.  Φορολογικός συντελεστής Ανώνυµων Εταιρειών
 2
Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων του υπουργείου Εσωτερικών.

Το δεύτερο παράδειγµα αφορά τους έµµεσους φόρους, οι οποίοι ανέκαθεν αποτελούσαν τον πιο ευαίσθητο δείκτη της προοδευτικότητας ενός φορολογικού συστήµατος. Έτσι, η υψηλή έµµεση φορολογία πρόδιδε δυσανάλογα σοβαρή επιβάρυνση των λαϊκών στρωµάτων προς όφελος της ελίτ, ακυρώνοντας την αρχή της αναλογικότητας του φόρου, ενώ αντιθέτως η χαµηλή έµµεση φορολογία δήλωνε την προστασία των χαµηλότερων εισοδηµατικών στρωµάτων από ένα είδος ισοπεδωτικού φόρου που επιβάλλεται ανεξάρτητα του ύψους του µισθού, της σύνταξης ή της περιουσίας. Στην Ελλάδα, το µερίδιο των έµµεσων φόρων στο ακαθάριστο προϊόν ανερχόταν το 2013 στο 13,4%, όταν στη Γερµανία έφτανε το 11%. Η έµµεση φορολογία των πολλών, εποµένως, έρχεται να καλύψει το κενό που δηµιουργεί η µειούµενη φορολογία των ανωνύµων εταιρειών. Μάλιστα, το βασικό χαρακτηριστικό των φόρων που πληρώνουν οι πολλοί (ότι δεν µπορούν να κρύψουν τα εισοδήµατά τους) ώθησε την ελληνική κυβέρνηση και τους πιστωτές να αυξήσουν την έµµεση φορολογία µε το Μνηµόνιο Τσίπρα. Ως αποτέλεσµα, τον Ιούνιο του 2016, και µε βάση στοιχεία της Γενικής Γραµµατείας ∆ηµόσιων Εσόδων, το 61% των φορολογικών εσόδων προήλθε από έµµεσους φόρους (και το 39% από άµεσους), όταν ένα χρόνο πριν, τον Ιούνιο του 2015, η συµµετοχή των έµµεσων φόρων ήταν 56% και των άµεσων 44%! Να σηµειωθεί δε πως, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισµού για το 2016, καµία µα καµία χρονιά από το 2010 δεν έφτασαν οι έµµεσοι φόροι σε τόσο υψηλά επίπεδα, της τάξης του 61%.

Το τρίτο, ακόµη πιο αποκρουστικό και προκλητικό παράδειγµα φορολογίας δύο ταχυτήτων αφορά τα προνόµια που απολαµβάνει ο σκληρός πυρήνας του βαθέος ελληνικού κράτους, που επιδεικνύει τροµερή αντοχή απέναντι σε κρίσεις και υφέσεις, µε την ανοχή µάλιστα της Τρόικας, η οποία φαίνεται ότι έµαθε πολύ γρήγορα τα «βρόµικα µυστικά» της ελληνικής ολιγαρχίας. Εν συντοµία: Τι απέγινε η δέσµευση του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στις προγραµµατικές που ακολούθησαν την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 για πάταξη του λαθρεµπο­ρίου καυσίµων, όταν αποκάλυψε ότι το δηµόσιο χάνει σχεδόν 2 δισ. ευρώ ετησίως από το λαθρεµπόριο καυσίµων και τσιγάρων; Κι ενώ η συγκάλυψη του λαθρεµπορίου συνεχίζεται, στην Ελλάδα, µε βάση στοιχεία της Γιούροστατ, πληρώνουµε την τέταρτη ακριβότερη αµόλυβδη βενζίνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, µε τα δύο τρίτα της τιµής της να αντιπροσωπεύουν φόρους. Ποια ήταν η τύχη των (αστικοδηµοκρατικού, ούτε καν αριστερού χαρακτήρα) δεσµεύσεων για τον διαχωρισµό Εκκλησίας-κράτους, που θα εξορθόλογιζε και το φεουδαλικό καθεστώς απαράµιλλης και θεσµοθετηµένης φοροαποφυγής της; Προφανώς πρυτάνευσε η δέσµευση για συνέχεια του κράτους, µε αποτέλεσµα στη …χριστιανική δηµοκρατία της Ελλάδας, εν µέσω δηµοσιονοµική κρίσης, ως φορολογούµενοι να πληρώνουµε περισσότερους ιερείς παρά γιατρούς. ∆εν είναι υπερβολή! Με βάση τα στοιχεία που δηµοσιεύονται στο Μητρώο Ανθρώπινου ∆υναµικού Ελληνικού ∆ηµοσίου, το 2015 οι ιερείς που πληρώναµε ανέρχονταν σε 9.298 και οι γιατροί του Εθνικού Συστήµατος Υγείας σε 7.271. Η επί της γης βασιλεία των ρασοφόρων παραµένει ακλόνητη ακόµη και αν στους γιατρούς του ΕΣΥ προσθέσουµε και τους µόλις 800 γιατρούς των Κέντρων Υγείας. Και σε ό,τι αφορά τη φορολογική ασυλία των εφοπλιστών; Στο απυρόβλητο παραµένουν τα προνόµια τους, καθώς η συνταγµατική ισχύς των σχετικών νόµων (2687/53, 89/67, 378/68, 27/75, 814/78 κ.ά.) και κυρίως η απροθυµία των κυβερνήσεων να εντάξουν την κατάργηση των επίµαχων νόµων σε κάποια συνταγµατική αναθεώρηση διαιωνίζουν το µόνιµο καθεστώς φορολογικής εξαίρεσης το οποίο ενθαρρύνει τις συνεχείς απαιτήσεις τους για µείωση των οργανικών συνθέσεων στα πλοία, η οποία τροφοδοτεί την ανεργία και αυξάνει την ανασφάλεια. Ειλικρινά δύσκολο να εξηγήσει κάποιος ότι τα οφέλη από τη φοροαποφυγή των εφοπλιστών µετατρέπονται σε νέες θέσεις εργασίας των ναυτικών.

Εν κατακλείδι, η εκτίµηση ότι οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους δεν είναι καν η µισή αλήθεια, που ενίοτε αποτελεί πλάνη…

Η ελληνική περίπτωση κατά τα άλλα επιβεβαιώνει ότι η δηµοσιονοµική κρίση δεν είναι αποτέλεσµα της «πολλής δηµοκρατίας». Είναι σύµπτωµα της έλλειψης δηµοκρατίας. Ενώ η συνταγή που µε τόση ευκολία και άλλη τόση επιµονή χορηγεί η ΕΕ, µέσω της Τρόικας, οξύνει και την κρίση της δηµοκρατίας, µε την υφαρπαγή ψήφου και την εξαπάτηση των ψηφοφόρων να αναδεικνύονται σε µετεκλογική σταθερά του ελληνικού κοινοβουλευτισµού ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, αλλά και την κρίση χρέους που συνεχίζεται αµείωτη. Μάρτυρας η εκτίναξη του δηµόσιου χρέους στα 328,3 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2016 (από 272,3 δισ. το 2009 και 321 το 2015), εξαιτίας της εκταµίευσης της δόσης ύψους 7,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, η οποία κυρίως κατευθύνθηκε στην αποπληρωµή των οµολόγων του ελληνικού δηµοσίου που κατέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Για πολλοστή φορά µας δάνεισαν για να τους ξεπληρώσουµε το χρέος µε το κόστος να µεταφέρεται στις επόµενες γενιές και το όφελος να το καρπώνονται οι θεσµικοί πιστωτές, που αυθαίρετα εξαιρέθηκαν από το «κούρεµα» του 2012, όπως η ΕΚΤ.

ΕΕ, το ιδεώδες του Χάγιεκ

Η σπουδαιότερη συµβολή, ωστόσο, του Βόλφγκανγκ Στρεκ στο ανά χείρας βιβλίο αφορά την ιδεολογική απονοµιµοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Σταµατήστε να αναζητάτε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού την υλοποίη­ση του οράµατος του θεµελιωτή του νεοφιλελευθερισµού, Φρίντριχ φον Χάγιεκ, µη συνεχίζετε να αναπαράγετε µύθους που σκόρπισε αφειδώλευτα ο ελληνικός αστισµός περί ΕΕ – κοιτίδας και θεµατοφύλακα της δηµοκρατίας, συνεπικουρούµενος από µια παροιµιώδους ρηχότητας αριστερή σκέψη, ευρωκοµµουνιστικών καταβολών, που στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου υπό την ηγεµονία της Γερµανίας βόλεψε και τις δικές του διεθνιστικές κατ’ όνοµα κοσµοπολίτικες στην πράξη επαγγελίες», είναι το µήνυµα και η αναντικατάστατη συνεισφορά του Στρεκ, στη συζήτηση που εκ των πραγµάτων ανοίγει.

Αποδεικνύοντας ο Στρεκ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί την υλοποίη­ση του πιο πρωτόγονου φιλελεύθερου οράµατος για έναν κόσµο χωρίς «ενοχλητικές» πολιτικές παρεµβάσεις και άλλα «παρωχηµένα» εµπόδια στη δράση των αγορών, φέρνει στην επιφάνεια ένα φιλόδοξο ιδεολογικό ρεύµα στον µαρξισµό, το οποίο επιλέγει να συγκρουστεί µε τα «ιερά και τα όσια» της κυρίαρχης ιδεολογίας. ∆είχνει ότι ο συνεπής αντι-νεοφιλελευθερισµός (που δεν χρησιµοποιείται ως ιδεολογική και πολιτική φυγοδικία µπροστά στους σηµερινούς συσχετισµούς) δεν µπορεί παρά να στρέφεται κατά της ΕΕ, αµφισβητώντας τον γενετικό της κώδικα, και να θεωρεί ακόµη και αναφαίρετο δικαίωµα ενός κυρίαρχου κράτους τη νοµισµατική υποτίµηση, όπως τεκµηριώνει ο Στρεκ στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του. Είναι µια προβληµατική που τίθεται εξίσου καθαρά και από τον Γάλλο οικονοµολόγο Φρεντερίκ Λορντόν, ο οποίος χαρακτηρίζει το εγχείρηµα µετασχηµατισµού του ευρώ και την υπόθεση ενός «άλλου εφικτού ευρώ» ως «χίµαιρες που αφού διαδοχικά διαψεύδονται, δεν οδηγούν παρά σε αδιέξοδο και πολιτική αποκαρδίωση» (Φρεντερίκ Λορντόν, Σκοτώνουν τους Έλληνες, Αθήνα: Εκδ. Τόπος, 2016).

Στον αντίποδα αυτής της θέσης, απόψεις που άφηναν ανοιχτό στην πολιτική παρέµβαση τον προσανατολισµό της ΕΕ, διακηρύσσοντας ότι είναι απλώς θέµα εκλογικών αποτελεσµάτων και άσκησης πιέσεων, πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της στροφής του ΣΥΡΙΖΑ. ∆εδοµένου δε ότι οι πιέσεις που µπορεί να ασκήσει η Ελλάδα, ακόµη κι αν υποθέσουµε ότι ήταν ανοιχτό το ενδεχόµενο της ρήξης, κάθε άλλο παρά συγκρίσιµες είναι µε αυτές που µπορεί να ασκήσει η Γερµανία… Ενδεικτικό της ευρω-σκλήρυνσης της ελληνικής διανόησης είναι το ακόλουθο απόσπασµα: «Οι όροι ένταξης και συµβίωσης είναι αντικείµενο διεκδίκησης και αποτέλεσµα διαπραγµάτευσης. Αυτό πολύ περισσότερο ισχύει στο πλαίσιο της ΕΕ και της Ευρωζώνης» (Γ. ∆ραγασάκης, «Από τα Μνηµόνια στην ανασυγκρότηση και τον ριζικό µετασχηµατισµό της ελληνικής κοινωνίας». Στο: Κυβέρνηση της Αριστεράς: ∆ρόµος για το µέλλον ή παρένθεση; Αθήνα: Τόπος, 2013). Η εξέλιξη των πραγµάτων το δραµατικό καλοκαίρι του 2015, όταν ο Γιουνκέρ δήλωσε δηµοσίως ότι «δεν υπάρχουν δηµοκρατικές επιλογές ενάντια στις ευρωπαϊκές συνθήκες» έδειξε όχι µόνο την ορθότητα της ανάλυσης του Στρεκ (που γράφτηκε το 2013), αλλά και τον προσχηµατικό χαρακτήρα της προεκλογικής αοριστολογίας του Γ. ∆ραγασάκη (που γράφτηκε τον ίδιο χρόνο…).

Το µεγάλο παράδοξο των ηµερών µας είναι ότι η προώθηση των σχεδίων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και η αδιαµαρτύρητη αποδοχή των όρων που θέτουν οι πιστωτές στην Ελλάδα (για τα δηµοσιονοµικά, τις εργασιακές σχέσεις, τα κυριαρχικά δικαιώµατα κ.ά.) δεν αποµακρύνει την κρίση αλλά τη φέρνει πιο κοντά, πιθανότατα αλλάζοντας µορφή, προς επίρρωση της κεντρικής θέσης του Στρεκ, ότι κάθε υποτιθέµενη λύση που έως τώρα προκρίθηκε δεν άργησε να µετασχηµατιστεί σε πρόβληµα. Και δεν αναφερόµαστε στην πολυε­πίπεδη κοινωνική κρίση όπως βεβαιώνεται από την αύξηση της ανεργίας (από 9,6% το 2009 σε 24,9% το 2015), την επέκταση της φτώχειας (αύξηση του ποσοστού των ατόµων που ζουν µε υλικές στερήσεις από 23% το 2009 σε 39,9% το 2015), την επιδείνωση της κατάστασης υγείας του πληθυσµού (44,3% του πληθυσµού να δηλώνει καλή κατάσταση υγείας το 2015, από 51,3% το 2009) και την ανατροπή του ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων (από πλεονασµατικό κατά 9.617 το 2009 σε ελλειµµατικό κατά 28.801 το 2015).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.  Πρόβλεψη αύξησης του ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ και σε χώρες µη µέλη του ΟΟΣΑ

 3
Πηγή: OECD, Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper

Αλλά στην αδυναµία του καπιταλισµού να εξασφαλίσει συνθήκες διευ­ρυµένης αναπαραγωγής, µε όλες τις προβλέψεις να προδικάζουν ότι η µεγέθυνση του µέλλοντος θα είναι σαθρή, αναιµική και κυρίως κοινωνικά αντιδραστική, χωρίς δηλαδή να παράγει «κοινωνικό µέρισµα», όπως συνέβαινε µε τη µεταπολεµική ανάπτυξη που αύξανε το βιοτικό επίπεδο τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Εκ των πλέον έγκυρων µαρτύρων ο ΟΟΣΑ, που σε πρόσφατη έκθεσή του (Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper) πρόβλεψε ότι η µεγέθυνση τα επόµενα πενήντα χρόνια, όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραµµα, θα είναι ασθενική και θα βαίνει διαρκώς µειούµενη…

Αύγουστος 2016

ΣΥΡΙΖΑ, ο καλύτερος φίλος του Α. Γεωργίου

ELSΈτοιμη να κουκουλώσει για πάντα το σκάνδαλο των παραποιημένων στατιστικών στοιχείων είναι η κυβέρνηση

Στροφή 180 μοιρών για την κυβέρνηση προμηνύει η δήλωση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γ. Χουλιαράκη ότι «η κυβέρνηση έχει πλήρη εμπιστοσύνη στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Γιούροστατ» κι επίσης ότι «η συμφωνία του Ιουνίου εγγυάται και προστατεύει την ανεξαρτησία της ΕΛΣΤΑΤ». Με τις συγκεκριμένες τοποθετήσεις γίνεται σαφές όχι μόνο ότι η κυβέρνηση έχει ταχθεί με το μέρος του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, υπόδικου Α. Γεωργίου, επιλέγοντας να καλύψει την παραποίηση των στατιστικών στοιχείων που συντελέσθηκε επί των ημερών του, αλλά επίσης ότι έχει ψηφίσει ήδη και το πλαίσιο εκείνο το οποίο θα επικαλεσθεί για να παγώσει τη δικαστική διερεύνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ έτσι συνεχίζει το έργο των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Σαμαρά εξασφαλίζοντας τη συγκάλυψη σε ένα κορυφαίο σκάνδαλο που άνοιξε την πόρτα στα Μνημόνια το 2009.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η ανησυχία στο βαθύ κράτος των Βρυξελλών και του εγχώριου Μνημονιακού κατεστημένου ξεκίνησε όταν ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης της εισαγγελέως Ξένης Δημητρίου κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ. αρ. 1149/2015) με το οποίο ο πρώην πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ κι εκλεκτός του τότε τσάρου της οικονομίας Γ. Παπακωνσταντίνου απαλλασσόταν από την κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος για ψευδή βεβαίωση στοιχείων. Η έκθεση αναίρεσης τεκμηρίωνε με μια εκπληκτική ακρίβεια την τεράστια ζημιά που υπέστη το ελληνικό δημόσιο από τις λογιστικές αλχημείες του Γεωργίου που εκτόξευσαν το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 15,4% του ΑΕΠ, από 13,6% που το είχε βεβαιώσει ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών Ηλ. Πλασκοβίτης. «Το ανωτέρω βεβαιωθέν δημοσιονομικό έλλειμμα ως πραγματικό περιστατικό ήταν ψευδές, αφού τεχνηέντως το διόγκωσαν», αναφέρει η έκθεση – καταπέλτης της εισαγγελέως, που καταφέρνοντας να ξεπεράσει αμέτρητα εμπόδια έδωσε τη δυνατότητα να καθίσει στο σκαμνί ο Α. Γεωργίου, εκλεκτός του ΔΝΤ όπου εργαζόταν πριν έρθει στην Αθήνα, και να απολογηθεί για την τεράστια καταστροφή που προκάλεσε, ύψους 210 δις. ευρώ, σύμφωνα με την εκτίμηση της εισαγγελέως. Η έκθεση της μάλιστα παραθέτει με υποδειγματική ακρίβεια τους τρόπους με τους οποίους διογκώθηκε το έλλειμμα: ένταξη στη γενική κυβέρνηση 17 δημοσίων επιχειρήσεων, εκατοντάδων (περί τα 500) νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, με το συνυπολογισμό στο έλλειμμα της αγοραίας αξίας συμφωνιών ανταλλαγής εκτός αγοράς, των νοσοκομειακών δαπανών των ετών 2005-2009 χωρίς να αφαιρεθούν πληρωμές του δημοσίου, κ.α. Όλες αυτές οι απάτες έγιναν με την σύμφωνη γνώμη και πιθανά με την καθοδήγηση του τότε επικεφαλής της Γιούροστατ, γερμανού Ραντερμάχερ, ο οποίος είχε πολλούς λόγους να στείλει το ελληνικό έλλειμμα στα ουράνια, ακόμη και με ψεύτικα στοιχεία, για να ξεκινήσει έτσι η θεραπεία – σοκ.

Η αναίρεση της αρχειοθέτησης της κατηγορίας σε βαθμό κακουργήματος για τον πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, από το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, αποτέλεσε δικαίωση της μάχης που έδωσαν στελέχη της ΕΛΣΤΑΤ που πρωτοστάτησαν στην αποκάλυψη των μαγειρεμάτων, με τεράστιο μάλιστα κόστος για τους ίδιους…

Λογάριαζαν όμως χωρίς τον …ξενοδόχο. Με επιστολή που έστειλαν στον υπουργό Οικονομικών, Ευκλ. Τσακαλώτο, επιλέγοντας προφανώς να ξεκινήσουν από τον πιο …σκληρό της κυβέρνησης, τρεις επίτροποι της ΕΕ (Β. Ντομπρόβσκις, Π. Μοσκοβισί και Μ. Τίσεν) πρόσφεραν πέπλο προστασίας στον εκλεκτό τους Α. Γεωργίου τονίζοντας ότι «τα δεδομένα του ελληνικού χρέους για την περίοδο 2010-2015 είναι πλήρως αξιόπιστα». Η επιστολή των επιτρόπων προκάλεσε ακόμη και την αντίδραση της ένωσης δικαστών και εισαγγελέων που σε ανακοίνωσή της έκανε λόγο για «ανεπίτρεπτες και εξωθεσμικές παρεμβάσεις».

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο θα υπακούσει πειθήνια και αδιαμαρτύρητα. Μόνο ο τρόπος μένει να βρεθεί. Ξεχωριστή σημασία έχει το γεγονός πως η δήλωση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών, Γ. Χουλιαράκη, που έχει μετατραπεί σε τυφλό όργανο των πιστωτών, έγινε αμέσως μετά τη συνεδρίαση της Ευρωομάδας Εργασίας που προετοίμασε τη συνεδρίαση της Ευρωομάδας στις 9 Σεπτεμβρίου στη Μπρατισλάβα, όπου το θέμα της συγκάλυψης του Γεωργίου θα αποτελέσει μέρος της ημερήσιας διάταξης, όπως επίσημα ανακοινώθηκε. (Πώς το έλεγαν εκείνο για την ΕΕ: …εγγυητής των θεσμών και της δημοκρατίας;) Κατά συνέπεια συζητήθηκε. Κι εκεί ο Χουλιαράκης με άνωθεν εντολές πιθανότατα του Γ. Δραγασάκη (όπως γινόταν πάντα) διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα πράξει τα δέοντα. Δηλαδή θα κουκουλώσει το σκάνδαλο παρεμβαίνοντας ωμά στο έργο της δικαιοσύνης…

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Εξακολουθεί να βυθίζεται η ιδιωτική οικονομία (Πριν, 27 Ιουλίου 2014)

euroΩς νούμερο ένα χώρα υποψήφια για χρεοκοπία χαρακτήρισε η Blackrock την Ελλάδα

Ηχηρό ράπισμα στο πρόσωπο της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν η τριμηνιαία έκθεση της Blackrock που αποτιμά τον κίνδυνο χρεοκοπίας που διατρέχουν 50 χώρες το κόσμου. Η τοποθέτηση της Ελλάδας στη τελευταία θέση, την 50η, δηλαδή πιο χαμηλά ακόμη κι από την Αργεντινή, την Ουκρανία, την Αίγυπτο και την Βενεζουέλα, ήταν πλήγμα για την κυβέρνηση δεδομένων των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση και αφορούν: 40% στην δημοσιονομική κατάσταση (από το ύψος του δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ που με βάση στοιχεία της Eurostat το πρώτο τρίμηνο του 2014 έφτανε το 174,1%, αυξημένο κατά 13,3% σε σχέση με ένα χρόνο πριν, μέχρι την δομή του χρέους και τα φορολογικά έσοδα), 30% στην πρόθεση πληρωμών (που παραμένει προφανώς αναμφισβήτητη), 20% στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας (που εξετάζει την κατάσταση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, όπου παρατηρείται επιδείνωση με το εμπορικό έλλειμμα να αυξάνει κατά 3,4% το πρώτο τρίμηνο του 2014) και κατά 10% στην υγεία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Κι εδώ, η Blackrock ξέρει για την κατάσταση των τραπεζών τόσα πολλά πράγματα, καθώς στελέχη της έκαναν την αξιολόγηση των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με βάση την οποία εξέδωσαν το πόρισμα για τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, όσο κανένας άλλος. Η διείσδυσή της μάλιστα στην ελληνική οικονομία είναι σκανδαλώδης καθώς, με τις παράλληλες επενδύσεις της, θέτει θέμα σύγκρουσης συμφέροντος. Η τοποθέτηση επομένως της Ελλάδας στην 50η θέση μεταξύ 50 κρατών όλου του κόσμου (ευτυχώς για τον Σαμαρά που η λίστα δεν περιελάμβανε 100 ή περισσότερα κράτη) διαψεύδει το κλίμα αισιοδοξίας που επιχειρεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση για να δείξει ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο, ενώ η έξοδος από την ύφεση είναι θέμα χρόνου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αλήθεια είναι ότι ακόμη κι αν αποδειχθούν σωστές οι προβλέψεις για μη αρνητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης φέτος, η άνοδος θα έχει προέλθει από επιχειρηματικές δραστηριότητες μηδενικής προστιθέμενης αξίας: από καφέ, σουβλατζίδικα και αρπαχτές στον τουρισμό που είναι το πραγματικό success story του αχαλίνωτου καπιταλισμού.

Προς επίρρωση οι απογοητευτικές επιδόσεις των εξαγωγών που αποτελούν για τους ίδιους κριτήριο αξιολόγησης του δυναμισμού μιας οικονομίας, ανεξαρτήτως για παράδειγμα της απασχόλησης που επιτυγχάνεται (μήπως έτσι μειωθεί η ανεργία από το 27%) ή του βαθμού κάλυψης των εσωτερικών καταναλωτικών αναγκών, που θα έπρεπε να είναι το μέτρο για την αποτίμηση των επιδόσεων μιας οικονομίας. Παρά λοιπόν τις θετικές προβλέψεις που διατυπώνονται για την άνοδο του παγκόσμιου ΑΕΠ και του εμπορίου φέτος (3,7% προβλέπει το ΔΝΤ) η πορεία που ακολουθούν οι εξαγωγές από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι και τον Μάριο του 2014 είναι έντονα καθοδική, συμβάλλοντας μαζί με την αύξηση των εισαγωγών στην προαναφερθείσα διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος.

Σε πτώση οι εξαγωγές, σε άνοδο το εμπορικό έλλειμμα

Η σημαντικότερη αιτία πίσω από την κόπωση που παρατηρείται στις εξαγωγικές επιδόσεις βρίσκεται, σύμφωνα με τους εξαγωγείς της Βόρειας Ελλάδας, στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Δηλαδή, στην απροθυμία του τραπεζικού τομέα να χρηματοδοτήσει ακόμη κι αυτές τις επιχειρήσεις που είναι συνήθως οι πρωταθλητές του κάθε κλάδου, δηλαδή οι πιο επιτυχημένες, με το ρίσκο να βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο. Η επενδυτική αποχή των τραπεζών αποτυπώνεται με τον πιο παραστατικό τρόπο στα στοιχεία που εξέδωσε η Τράπεζα της Ελλάδας για την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Με βάση αυτά, τον Ιούνιο του 2014 συνεχίστηκε η μείωση της χρηματοδότησης στον ιδιωτικό τομέα κατά 3,5% (σε ετήσια βάση) που διαμορφώθηκε σε 214,81 δισ. ευρώ. Η μεγαλύτερη δε μείωση καταγράφτηκε στην χρηματοδότηση επιχειρήσεων (-4,7%), αντίθετα πχ απ’ ό,τι συνέβη με την χρηματοδότηση ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων (+1,5% δωδεκάμηνη μεταβολή).

Η απόφαση των τραπεζιτών να συνεχίσουν να διατηρούν τα θησαυροφυλάκιά τους ερμητικά κλειστά αποτελεί πρόκληση αν λάβουμε επιπλέον υπ’ όψη μας την σταθερή άνοδο που παρατηρείται στις τραπεζικές καταθέσεις. Επομένως δεν δικαιολογείται. Ο Ιούνιος ήταν ο τέταρτος συνεχόμενος μήνας που καταγράφηκε αύξηση, συγκεκριμένα αξίας 1,1 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα οι καταθέσεις να φτάσουν τα 163,2 δισ. ευρώ (εξακολουθούν επομένως να απέχουν έτη φωτός από το ιστορικό υψηλό των 237 δισ. ευρώ που είχε καταγραφεί στα τέλη του 2009). Η αύξηση μάλιστα όπως ήταν αναμενόμενο προήλθε από τις καταθέσεις των επιχειρήσεων. Οι ιδιώτες μόνο αναλήψεις κάνουν για να πληρώνουν δάνεια και οφειλές στην εφορία που μέχρι το τέλος του έτους (οπότε θα πρέπει να καταβληθούν 11 δισ. ευρώ σε φόρο εισοδήματος, τέλος επιτηδεύματος, εισφορά αλληλεγγύης, ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων, τέλη κυκλοφορίας, κ.α.) θα φτάσουν σε νέα ύψη.

Οι τράπεζες επομένως μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, αλλά δεν θέλουν. Επιλέγουν να διατηρούν τα ρευστά διαθέσιμα στα ταμεία τους ξέροντας ό,τι γνωρίζει καλά και η Blackrock: την τεράστια δυσκολία που θα αντιμετωπίσουν οι τέσσερις ελληνικές τράπεζες τον Οκτώβριο με αφορμή τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που θα έχει ως αποτέλεσμα να απαιτηθούν όχι μόνο τα 11,5 δισ. ευρώ που έχουν απομείνει στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (και σκανδαλώδους αδιαφάνειας) αλλά πολύ περισσότερα ακόμη κεφάλαια.

Το έγκλημα επομένως της «διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας δεν περιορίζεται μόνο στο 2010 όταν, όπως είπε κι ο ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι την προηγούμενη εβδομάδα, «η Ελλάδα σώθηκε προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες ήταν εκτεθειμένες». Το έγκλημα συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να απορροφούν και τον τελευταίο εναπομείναντα πόρο της χειμαζόμενης ελληνικής οικονομίας για να εξασφαλίσουν την δική τους επιβίωση.

Αποτέλεσμα μαγειρέματος το «πρωτογενές πλεόνασμα» (Επίκαιρα, 8-14/5/2014)

deficitΤα greek statistics είναι εδώ και κάνουν πάρτι! Η δημιουργική λογιστική, το «μαγείρεμα», δηλαδή, των στατιστικών στοιχείων σε βαθμό διαστρέβλωσης τους, επανήλθε από την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου και τον Μνημονιακό Τύπο με όχημα το περίφημο «πρωτογενές πλεόνασμα». Τι κι αν η ανακοίνωση της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας (Eurostat) που εκδόθηκε στις 23 Απριλίου έγραφε με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η Ελλάδα το 2013 εμφάνισε δημοσιονομικό έλλειμμα ύψους 23,1 δισ. ευρώ (μεγαλύτερο κι απ’ αυτό του 2012 και του 2011) ή 12,7% του ΑΕΠ (μεγαλύτερο ως ποσοστό όχι μόνο από του 2012 και του 2011, αλλά και του 2010)… Τι κι αν η ίδια ανακοίνωση, που λόγω της βαρύτητάς της συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του Τύπου και των πολιτικών ελίτ όλης της Ευρώπης κι ουδείς διανοείται να την αμφισβητήσει έστω δια της …παρακάμψεως, δεν έγραφε ούτε λέξη περί «πρωτογενούς πλεονάσματος», αποδεικνύοντας έτσι ότι πρόκειται επί της ουσίας για ελληνική επινόηση που κατασκευάστηκε σε πολιτικά γραφεία και πρωινούς καφέδες… Η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και τα φερέφωνά της στον Τύπο, αδιαφορώντας γι’ αυτή την πραγματικότητα, συνέχισαν να θριαμβολογούν εμφανίζοντας τον καρνάβαλο του «πρωτογενούς πλεονάσματος» ως τρόπαιο νίκης, αδιάψευστη επιβράβευση της πολιτικής τους και απόδειξη του ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο. Άρα, δικαίως απολύθηκαν οι καθαρίστριες, ενώ οι περικοπές κοινωνικών δαπανών μπορούν να συνεχίζονται στο διηνεκές, υπονοεί ο κυβερνητικός θίασος…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Ωστόσο, μέσα σε λίγες μέρες τα βέλη στη φούσκα του πρωτογενούς πλεονάσματος (όπως ορίζεται το οικονομικό αποτέλεσμα αν εξαιρεθούν οι πληρωμές τόκων) ήρθαν εξ οικείων: Από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, το οποίο πρέπει να σημειωθεί πως δεν αμφισβητεί την ανάγκη της λιτότητας, ούτε εμφορείται από αντιπολιτευτική διάθεση. Οι διατυπώσεις που επέλεξε στην τελευταία τριμηνιαία έκθεσή του, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα την Παρασκευή 2 Μαΐου, καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς του προπαγανδιστικού μηχανισμού του Μαξίμου που αναπαρήγαγαν τα φερέφωνά του σε όλα τα Μέσα ενημέρωσης. Αναφέρει λοιπόν από την πρώτη του σελίδα αμέσως μετά τον πρόλογο στο κεφάλαιο «Το πρωτογενές πλεόνασμα και η δημοσιονομική διαχείριση το 1ο τρίμηνο του 2014» τα εξής: «Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ-ΣΤΑΤ, τα οποία επιβεβαιώθηκαν και από την Eurostat, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένου του ποσού για την στήριξη των ελληνικών τραπεζών, διαμορφώθηκε για το 2013 στα 23,1 δις. ευρώ ή στο 12,7% του ΑΕΠ». Άρα, το γραφείο που δημιουργήθηκε το 2010 με μοναδική αποστολή την στενή παρακολούθηση του προϋπολογισμού στο πλαίσιο των μέτρων επιτήρησης των δημόσιων οικονομικών, ξεκινάει την αναφορά του αδιαφορώντας για τα «μαγειρέματα» της κυβέρνησης.

Πρωτογενές έλλειμμα, όχι πλεόνασμα!

Ας ελπίσουμε Στουρνάρας και Σαμαράς να μην επιφυλάξουν στους πέντε καθηγητές που το απαρτίζουν την τύχη που επεφύλαξαν Παπανδρέου και Βενιζέλος τον Σεπτέμβριο του 2011 στην τότε επικεφαλής του γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, όταν σε μια αντίστοιχη έκθεσή της υπογράμμισε «την εκτός ελέγχου δυναμική του χρέους». Διαπίστωση που μπορεί να επιβεβαιώθηκε πλήρως και με δραματικό τρόπο με το δημόσιο χρέος μετά από τέσσερα χρόνια «διάσωσης» να έχει φτάσει από το 129% στο 175% του ΑΕΠ (σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση της Eurostat), η τότε επικεφαλής ωστόσο του γραφείου, Στέλλα Σάββα Μπαλφούνια (ερευνήτρια μακροοικονομικής ανάλυσης του ΚΕΠΕ) παύθηκε από τα καθήκοντά της, μετά την δήλωσή του υπουργού Οικονομικών Βαγγέλη Βενιζέλου ότι «θα ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αναβάθμιση και την εγκυρότητα του έργου του Γραφείου Προϋπολογισμού», δηλαδή την αντικατάσταση της υπευθύνου. Αυτό που ουσιαστικά επιζητούσαν τότε δεν ήταν η εγκυρότητα του Γραφείου Προϋπολογισμού, αλλά να υπηρετεί αδίστακτα και άβουλα την πολιτική της κυβέρνησης δικαιολογώντας τις αποφάσεις της, με κάθε τρόπο. Ούτε το 2011 έκανε τη χάρη σε Παπανδρέου-Βενιζέλο, ούτε σήμερα σε Σαμαρά-Στουρνάρα το γραφείο Προϋπολογισμού, που επέλεξε στην τριμηνιαία έκθεσή του πριν απ’ οτιδήποτε άλλο να αναφέρει πως το 2013 η Ελλάδα είχε έλλειμμα 23,1 δις. ευρώ ή 12,7% του ΑΕΠ. Ούτε και στη συνέχεια όμως το γραφείο Προϋπολογισμού στοιχίζεται πίσω από τις αλχημείες του Γ. Στουρνάρα καθώς αναφέρει ότι «το αντίστοιχο πρωτογενές έλλειμμα ανήλθε σε 15,9 δις. ευρώ ή 8,7% του ΑΕΠ». Με άλλα λόγια το γραφείο Προϋπολογισμού τονίζει ότι το 2013, ακόμη και πρωτογενώς αν δηλαδή από τον λογαριασμό εσόδων και εξόδων εξαιρέσουμε τις πληρωμές των τόκων (που το γραφείο του προϋπολογισμού εκτιμά σε 7,2 δισ. ευρώ), η Ελλάδα ήταν ελλειμματική! Επομένως ακόμη και αν θελήσουμε να ασχοληθούμε με το μέγεθος του πρωτογενούς αποτελέσματος, κάτι που κανείς άλλος δεν κάνει σοβαρά στην Ευρώπη, η Ελλάδα έχει πρωτογενές έλλειμμα! Όχι πλεόνασμα, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση! Το πλεόνασμα προκύπτει αν από τον λογαριασμό των δαπανών αφαιρεθεί και το ποσό που δόθηκε στις τράπεζες, ύψους 19,2 δισ. ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να εξηγηθεί γιατί να μην αφαιρεθούν κι άλλα μη επαναλαμβανόμενα έξοδα, όπως πληρωμές συγκεκριμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων. Τότε λοιπόν εμφανίζεται το μαγικό κυβερνητικό νούμερο των 3,4 δισ., το οποίο εντούτοις αμφισβήτησε η Τρόικα, μειώνοντάς το στα 1,4 δισ. ευρώ.

Αυξήθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές

Η έκθεση του γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, παραπέρα, θέτει ερωτηματικά για την υφιστάμενη δημοσιονομική διαχείριση, χαλώντας την ειδυλλιακή εικόνα που μεταφέρει για παράδειγμα το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-2018. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ανησυχητική ωστόσο είναι η πορεία των φορολογικών εσόδων (άμεσοι + έμμεσοι φόροι) που υπολείπονται έναντι του στόχου κατά 0,52 δις. ευρώ ή κατά 5,1% στο 1ο τρίμηνο του 2014. Επίσης», συνεχίζει η έκθεση «θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της Γενικής Κυβέρνησης (συμπεριλαμβανομένων των εκκρεμών επιστροφών φόρων) προς τρίτους ανήλθαν στα 5,03 δις. τον Φεβρουάριο του 2014 παρουσιάζοντας αύξηση κατά 3,3% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2014 (4,87 δις. ευρώ) και αύξηση κατά 8,2% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2013 (4,65 δισ.)». Αν επομένως από το πρωτογενές πλεόνασμα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για το πρώτο τρίμηνο του 2014 ύψους 1,54 δις. ευρώ αφαιρέσουμε τα χρήματα που όφειλε σε πολίτες κι επιχειρήσεις τον Φεβρουάριο ύψους 5,03 δισ., τότε και πάλι το πρωτογενές αποτέλεσμα στην πραγματικότητα είναι έλλειμμα και μάλιστα αβυσσαλέο, ύψους 3,49 δισ. ευρώ!

Στις επόμενες παραγράφους η έκθεση του γραφείου Προϋπολογισμού κατεδαφίζει πλήρως την μαγική εικόνα που προβάλει η κυβέρνηση για το μέλλον (προβλέποντας πρωτογενή πλεονάσματα 2,3% το 2014, 2,5% το 2015 και 3,5% το 2016) τονίζοντας ότι «οι στόχοι αυτοί, αν και έχουν μετριασθεί για τη διετία 2014-2015, είναι ιδιαίτερα αισιόδοξοι, ιδίως για την επόμενη περίοδο 2016-2018». «Αισιόδοξες» χαρακτηρίζει και τις προβλέψεις για την ανάπτυξη, καταλήγοντας ότι «θα έπρεπε να αναθεωρηθούν οι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα διαρκείας»!

80 φορολογικοί νόμοι και 800 εγκύκλιοι

Η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού κρατά επιφυλακτική στάση για πολλούς από τις κυβερνητικούς διθυράμβους. Για παράδειγμα σε ότι αφορά την χαρακτηριζόμενη ως επιτυχή ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τονίζει ότι «το χαρτοφυλάκιο τους επιδεινώθηκε λόγω των μη εξυπηρετούμενων δανείων που ξεπέρασαν το 30%». Για τον νέο δανεισμό από τις αγορές υπενθυμίζει ότι «έχουν τεθεί δύο ερωτήματα: Πρώτο, αν η χώρα επωφελείται από αυτόν, δεδομένου ότι θα μπορούσε να δανεισθεί φθηνότερα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθεροποίησης (2% έναντι 4,95%) και αν έπρεπε να γίνει τώρα». Αντιτείνει δηλαδή μήπως έπρεπε να προηγηθεί η αναδιάρθρωση του χρέους που «θα βελτίωνε τόσο τις προοπτικές της χώρας όσο και την αξιολόγηση της πιστοληπτικής της ικανότητας, επομένως θα οδηγούσε σε μείωση των επιτοκίων κάτω από το επίπεδο που πέτυχε κυρίως στο πενταετές ομόλογο». Για τις ιδιωτικοποιήσεις υπογραμμίζει πως «τίθεται πάλι το ζήτημα αν θα έχουν θετικές επιπτώσεις οι ιδιωτικοποιήσεις μονοπωλίων, δηλαδή η μετατροπή των δημόσιων σε ιδιωτικά μονοπώλια (και μάλιστα ενδεχομένως στα χέρια κερδοσκοπικών κεφαλαίων)». Ενώ για τη φορολογική νομοθεσία αναφέρει «πως το ελληνικό φορολογικό σύστημα αλλάζει συνεχώς (και απρόβλεπτα) και έχει καταστεί εξόχως πολύπλοκο. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν ψηφιστεί πάνω από 80 φορολογικοί νόμοι κι έχουν εκδοθεί πάνω από 800 ερμηνευτικές εγκύκλιοι»! Για τις καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα στις εγχώριες τράπεζες αναφέρεται ότι «τον Φεβρουάριο του 2014 ανήλθαν στα 160,36 δις. μειωμένες κατά 2,89 δις. σε σχέση με το επίπεδο του Δεκεμβρίου του 2013. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται προφανώς με τις φορολογικές υποχρεώσεις με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπα νοικοκυριά και επιχειρήσεις». Για τις ιδιωτικές επενδύσεις αναφέρει ότι «από τα 44 δις. ευρώ το 2008 έπεσαν στα 22 δις. ευρώ περίπου το 2012». Αποστάσεις κρατά επίσης κι από το παραγωγικό πρότυπο που αναδύεται από τις στάχτες της κρίσης: «Δεν είναι δυνατό να εννοηθεί και να επέλθει η ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας με πλήρη απουσία της βαριάς βιομηχανίας (δευτερογενής τομέας παραγωγής). Ένα παραγωγικό μοντέλο, βασιζόμενο κατά μείζονα λόγο σε ευκαιριακού τύπου επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών εστίασης ή άλλων παρόμοιων μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών κι υπηρεσιών, προφανώς δεν είναι βιώσιμο σε βάθος χρόνου και δεν παρέχει την απαιτούμενη στήριξη στην εθνική οικονομία».

Στο σύνολο τους οι επισημάνσεις του γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής ακυρώνουν την απεγνωσμένη προσπάθεια του Αντώνη Σαμαρά να κρύψει τα αποτελέσματα της οικονομικής του πολιτικής που έχει οδηγήσει την ανεργία στο 28% και την φτώχεια σε πρωτοφανή ύψη!

Γερμανία, μόνιμο βαρίδι στα πόδια της Ευρώπης (Επίκαιρα, 20-26/3/2014)

germanyΔεν είναι μόνο η προκλητική και κατά παράβαση κάθε νομιμότητας (εσωτερικής και διεθνούς) επιμονή του Βερολίνου να μην καταβάλει στην Ελλάδα όλα όσα αναγνωρισμένα της οφείλει λόγω της γερμανικής κατοχής. Το Τέταρτο Ράιχ με την οικονομική πολιτική που ακολουθεί, αποτελεί μια διαρκή και επιβλαβή, για όλους τους άλλους, εξαίρεση σε όλα όσα ισχύουν ακόμη και στην ΕΕ αποτελώντας την πιο πειστική απόδειξη για το πόσα λίγα χωρίζουν το «κοινό», κατά τ’ άλλα, «σπίτι των λαών» με την φάρμα των ζώων του Τζορτζ Όργουελ, όπου όλοι είναι ίσοι, αλλά ορισμένα ζώα και στην περίπτωσή μας το εξής ένα …η Γερμανία, είναι πιο ίσα από τα άλλα!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το πιο καυτό θέμα το οποίο κυριαρχεί στις συζητήσεις και τις ζυμώσεις που είναι σε εξέλιξη στην ΕΕ αυτή την περίοδο αφορά την τραπεζική ένωση. Οι σχετικές αντιπαραθέσεις ελάχιστα φτάνουν στην Ελλάδα, εν μέρει δικαιολογημένα: λόγω των οξύτατων προβλημάτων βιωσιμότητας που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Τυπικά όμως αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που έρχεται να επιλύσει η τραπεζική ένωση: Η δημιουργία μηχανισμών εποπτείας και έγκαιρης παρέμβασης ώστε σε μια επόμενη έξαρση της κρίσης να μην επιστρέψει το φάντασμα του 2008-2012 όταν οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες κινδύνευσαν με κατάρρευση. Λέμε τυπικά, γιατί επί της ουσίας η τραπεζική ένωση, άρρητα, επιταχύνει την επέκταση των γερμανικών τραπεζών σε όλη την Ευρώπη. Αυτό είναι το διπλό σχέδιο της Γερμανίας: Πρώτο, να ανασχέσει την τάση εθνικού κατακερματισμού των τραπεζών. Πρόκειται για μια δυναμική που ενισχύεται απότομα τα τελευταία χρόνια όπως έδειξε πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, με ημερομηνία 9 Μαρτίου. Εκεί αναφέρεται κατά λέξη πως «ο διασυνοριακός διεθνής δανεισμός έπεσε από 22,7 τρις. δολ. (στα τέλη Μαρτίου 2008) στα 17 τρις. δολ. στα τέλη Σεπτεμβρίου 2013. Καθώς η συρρίκνωση επηρέασε τις περισσότερες χώρες παγκοσμίως ήταν πολύ μεγαλύτερη για τους χρεώστες στην Ευρώπη, ειδικότερα στη ευρωζώνη. Οι απαιτήσεις επί των τραπεζών που περιλαμβάνονται στην ΤΔΔ στην ευρωζώνη έπεσαν κατά 2,6 τρις δολ., μια μείωση της τάξης του 31%». Προς μεγάλη δυσαρέσκεια επομένως όσων ποντάρουν στην παγκοσμιοποίηση η τραπεζική ακολουθεί μια αντίστροφη τάση! Το σχέδιο της Γερμανίας στην πλήρη του ανάπτυξη, κι αυτό είναι το δεύτερο σκέλος, περιλαμβάνει την έκφραση και στον χρηματοπιστωτικό τομέα των τάσεων που έχουν κυριαρχήσει στην παραγωγή και το εμπόριο από την μια άκρη της ΕΕ ως την άλλη, δηλαδή την άλωση των αγορών από τα γερμανικά πάντσερ! Στο τέλος της ημέρας, με άλλα λόγια, η τραπεζική ένωση θα έχει καταφέρει εκατοντάδες μικρές και μεσαίες τράπεζες της ΕΕ να εξαγοραστούν από τις γερμανικές. Στο ενδιάμεσο όμως το Βερολίνο αρνείται πεισματικά κάθε σχέδιο συνεργασίας έτσι ώστε με κανέναν τρόπο να μην εκληφθεί οποιοδήποτε παρεμφερές σχέδιο ως μηχανισμός που θα υποχρεώνει την Γερμανία να παρεμβαίνει με κεφάλαια διάσωσης υπέρ τραπεζών που βρίσκονται στο χείλος της καταστροφής. Σε αυτό το πλαίσιο η τελευταία συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Βερολίνο προβλέπει ότι το «κεφάλαιο διάσωσης» που θα δημιουργηθεί θα αφορά το κάθε ξεχωριστό κράτος και θα αποκτήσει αμοιβαίο, κοινό χαρακτήρα έτσι ώστε πχ τα κεφάλαια της Γερμανίας να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την διάσωση τραπεζών άλλων χωρών, μόνο μετά από δέκα χρόνια.

Γερμανική ..τραπεζική ένωση

Η απροθυμία της Γερμανίας θα μπορούσε να γίνει ανεκτή αν η ίδια δεν κράταγε ερμητικά κλειστές τις κουρτίνες της σε οποιονδήποτε έλεγχο των δικών της τραπεζών, κι αν οι φήμες δεν βοούσαν για τα μαύρα χάλια στα οποία βρίσκονται οι μικρές κρατιδιακές της τράπεζες. Καθόλου τυχαία δεν μπορεί να είναι για παράδειγμα η απόφασή εξαίρεσης από τον έλεγχο στα στοιχεία ενεργητικού που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μεγάλων γερμανικών τραπεζών όπως η Commerzbank και η HSH Nordbank, σύμφωνα με αναλυτικό ρεπορτάζ των Financial Timesστις 11 Μαρτίου, υπό τον τίτλο «Οι γερμανικές τράπεζες εξασφαλίζουν διακριτικότερο έλεγχο από την ΕΚΤ». Πολύ περισσότερο καχύποπτοι μάλιστα γινόμαστε αν λάβουμε υπ’ όψη μας τις αυξανόμενες ανησυχίες στην Γερμανία για την δημιουργία φούσκας ακινήτων και των αρνητικών της επιπτώσεων επί των αξιών. Τον Οκτώβριο του 2013 ακόμη κι η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας επεσήμανε τους κινδύνους που δημιουργούνται από τις αυξήσεις ακόμη και άνω του 25% (σε σχέση με το 2010) οι οποίες καταγράφονται στις επτά μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας: Βερολίνο, Μόναχο, Αμβούργο, Κολονία, Φρανκφούρτη, Στουτγάρδη και Ντίσελντορφ. Η άνοδος των τιμών στα ακίνητα της Γερμανίας (όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Αγγλία και αντίθετα με ό,τι παρατηρείται στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας) είναι αποτέλεσμα της πτώσης των επιτοκίων του ευρώ που οδηγεί επενδυτικά κεφάλαια σε εναλλακτικές τοποθετήσεις.

Ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, επίσης αρνήθηκε πεισματικά ακόμη και την λύση που πρότεινε ο γάλλος ομόλογός του, Πιέρ Μοσκοβισί, να μπορεί ο ευρωπαϊκός μηχανισμός διάσωσης να δανείζεται από τις αγορές ώστε να διαθέτει τα απαραίτητα κεφάλαια που ενδέχεται να χρειαστούν για να σώσει μια τράπεζα. Η απάντηση του Βερολίνου ήταν πως μόνο το «εθνικό σκέλος» θα μπορεί να προβαίνει σε τέτοιο δανεισμό με την ευθύνη και την κάλυψη της εθνικής του κυβέρνησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γερμανική λύση για τις τράπεζες, ομοιάζει φριχτά με την «τελική λύση» που πρόκρινε για την Ευρώπη η προηγούμενη γενιά Γερμανών. Οι όροι υπό τους οποίους θα δανειζόταν για παράδειγμα σήμερα το ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για να στηρίξει τις τράπεζες θα ήταν απαγορευτικοί και απλώς θα επιτάχυναν την κατάρρευσή τους και την αλλαγή ιδιοκτησίας τους προς όφελος των γερμανικών τραπεζών, που είναι κι απώτερος στόχος της Γερμανίας. Το μήνυμα άλλωστε το έστειλε με όσο το δυνατόν πιο ωμό τρόπο, η Ντανιέλ Νουί, επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού που θα ξεκινήσει επίσημα τις εργασίες του το Νοέμβριο ανοίγοντας τον δρόμο για την τραπεζική ένωση με τον εξονυχιστικό έλεγχο των 120 μεγαλύτερων τραπεζών, σε συνέντευξή που έδωσε στις 9 Φεβρουαρίου στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Ο τίτλος ήταν «Αφήστε τις αδύναμες τράπεζες να πεθάνουν»! Μαζί τους όμως πλέον θα παρασέρνουν και τα κράτη, πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι συνέβαινε μέχρι σήμερα, καθώς στην αξιολόγηση των επενδυτικών τους χαρτοφυλακίων οι τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα θα βαθμολογούνται πιο αυστηρά. Το αποτέλεσμα θα είναι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που σώθηκαν με χρήματα των φορολογουμένων να αποδεικνύονται από επιφυλακτικά έως αρνητικά στην αγορά ομολόγων ακόμη και των δικών τους κρατών. Έτσι η ζητούμενη αποκόλλησή τους από τα εθνικά κράτη θα γίνει με δραματικούς όρους για τα δημόσια οικονομικά τους, καθώς θα οδηγήσει στην αύξηση του κόστους κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών των κυβερνήσεων. Με αυτό τον τρόπο οι τράπεζες θα γίνουν ένας επιπλέον παράγοντας που θα πιέζει στην κατεύθυνση μεγαλύτερης λιτότητας, αυξανόμενης φτωχοποίησης των πληθυσμών.

Η ακράδαντη βεβαιότητα της Γερμανίας ότι οι κανόνες που ισχύουν για όλους δεν μπορούν να ισχύουν και για την ίδια αποκαλύπτεται και στον τομέα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το (καλά κρυμμένο) μυστικό που βεβαιώνει την γερμανική παραβατικότητα (όσο κι αν ακούγεται παράδοξο) σχετίζεται με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που λήφθηκε το 2011 και προβλέπει την επιβολή ενός ήπιου καθεστώτος επιτήρησης για όσες χώρες διατηρούν πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που υπερβαίνει το 6% του ΑΕΠ. Το πλεόνασμα της Γερμανίας πέρυσι ανήλθε σε 7,4% του ΑΕΠ και φέτος θα φτάσει το 7,3%. Όσο κι αν πρόκειται για μια απόφαση που ως στόχο έχει να κατευνάσει τις αντιδράσεις των υπόλοιπων κρατών μελών, κυρίως της ευρωζώνης, λόγω του ότι τα γερμανικά πλεονάσματα είναι η άλλη όψη των δικών τους ελλειμμάτων, φέρνει στην επιφάνεια με επίσημο πια τρόπο την βαθύτερη αιτία των ανισορροπιών στην ευρωζώνη: Την εκμετάλλευση από την Γερμανία του κοινού νομίσματος με το οποίο σάρωσε τα εμπορικά ισοζύγια των άλλων κρατών. Περιττό να ειπωθεί ότι παρά τη σχετική νύξη που έγινε πριν ένα χρόνο από την μεριά του Όλι Ρεν στις ευθύνες της Γερμανίας, τα μέτρα που προβλέπονται περιορίστηκαν σε μια φραστική σύσταση προς το Βερολίνο να εφαρμόσει μέτρα που στηρίζουν την εγχώρια ζήτηση…

Να ‘ναι καλά το ευρώ…

Το Τέταρτο Ράιχ βέβαια αντιτείνει ότι οι εξαγωγικές επιδόσεις του, που το 2013 κορυφώθηκαν όπως βεβαιώνει το γεγονός ότι το πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (260 δις. δολ.), όπου περιλαμβάνονται και το εμπορικό πλεόνασμα, ξεπέρασε ακόμη και της Κίνας (195 δις. δολ.) που είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο, δεν οφείλονται στις επιτυχίες που καταγράφει εντός της ευρωζώνης, αλλά εκτός αυτής. Ακόμη κι έτσι (με την συγκράτηση των γερμανικών εισαγωγών στην ευρωζώνη να οφείλεται όμως στην πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης λόγω λιτότητας κι όχι σε κέρδη ανταγωνιστικότητας των περιφερειακών πχ κρατών) η αλήθεια είναι πως οι γερμανικής εξαγωγικές επιδόσεις ουδέποτε θα είχαν επιτευχθεί χωρίς το ευρώ. Οφείλονται σημαντικά στο κοινό νόμισμα, λόγω του ότι αν η Γερμανία είχε δικό της εθνικό νόμισμα (ακόμη κι ένα κοινό νόμισμα με άλλες βορειοευρωπαϊκές χώρες, συγκρίσιμης υψηλής παραγωγικότητας) αυτό θα ήταν σημαντικά υπερτιμημένο, κατά 30-40%, με αποτέλεσμα τα αναμφισβήτητα παραγωγικά πλεονεκτήματα της γερμανικής οικονομίας να ακρωτηριάζονταν στον διεθνή ανταγωνισμό και τα κέρδη να έμεναν δυνητικά, να μην μεταφράζονταν σε υλοποιημένα κέρδη. Το Τέταρτο Ράιχ έτσι σήμερα καταφέρνει να διατηρεί όχι μόνο μια οικονομία υψηλής παραγωγικότητας (στηριγμένη εν πολλοίς στους χαμηλούς μισθούς) αλλά και λόγω του κοινού νομίσματος να έχει απαλλαγεί από ένα απαραίτητο συνήθως συμπλήρωμα που είναι η υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος. Χάρη σε αυτό τον συνδυασμό πέτυχε τις εντυπωσιακές εξαγωγικές επιδόσεις.

Με τη σειρά τους τα ασυνήθιστα υψηλά έσοδα από τις εξαγωγές (οι οποίες αυξήθηκαν κατά 2,6% το 2013 όταν η οικονομία μεγεθύνθηκε μόνο κατά 0,3%) τροφοδοτούν, μέσω των φόρων για παράδειγμα, και τα αυξημένα δημοσιονομικά έσοδα (ύψους 1,23 τρις. ευρώ) επιτρέποντας την δημοσιονομική πειθαρχία, με έναν τρόπο λιγότερο κοινωνικά οδυνηρό σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες. Καθόλου τυχαία έτσι η Γερμανία το 2013 εμφάνισε για δεύτερη συνεχή χρονιά δημοσιονομικό πλεόνασμα ύψους 300 εκ. ευρώ, με την σημαντικότερη ώθηση να προέρχεται από τον εξαγωγικό τομέα. Τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης ως μοναδική οδό επίτευξης των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών έχουν την λιτότητα και τις περικοπές, πασχίζοντας να κερδίσουν σε ένα παιχνίδι όπου η τράπουλα είναι σημαδεμένη. Σε αυτή την κούρσα η δέσμευση για δημοσιονομική ισορροπία που επιβάλλει η Γερμανία σημαίνει διαρκώς αυξανόμενη λιτότητα.