Ξεκίνησε η επόμενη μέρα στη Συρία

Παρότι ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, έθεσε ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο για την ανοικοδόμηση της Συρίας μιλώντας στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική), το οποίο περιελάμβανε από την οικονομική υποστήριξη της ανοικοδόμησης  και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας μέχρι την αντιμετώπιση των εναπομεινάντων τζιχαντιστών και την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας, η επόμενη μέρα στη Συρία μόνο ανέφελη δεν είναι. Το σημαντικότερο, όπως παντού, δεν υπάρχει καθαρή …έξοδος. Δεν υπάρχει μια σαφής, διαχωριστική γραμμή που να ξεχωρίζει την  εποχή της ειρήνης που ξεκίνησε από την εποχή του πολέμου, που τελείωσε ή, καλύτερα, τελειώνει.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μάρτυρας οι βομβαρδισμοί των τελευταίων ημερών με πρωταγωνιστές πολεμικά αεροσκάφη που πάνω τους φέρουν τις σημαίες τριών διαφορετικών κρατών. Θα πει κανείς πώς …όσο και να ‘ναι αποτελεί πρόοδο σε σχέση με ό,τι συνέβαινε προ διετίας όταν ο αριθμός των στρατών που μάχονταν στα συριακά εδάφη ήταν διψήφιος, ενώ μόνο οι ένοπλες ομάδες που στηρίζονταν από οικονομικά και πολιτικά κέντρα της περιοχής υπερέβαιναν τον αριθμό των κρατών της Μέσης Ανατολής. Πλέον στα εδάφη και τους αιθέρες της Συρίας επιβίωσαν οι ισχυρότεροι.

Οι μαζικότεροι βομβαρδισμοί πραγματοποιούνται από τη Ρωσία – τον αδιαμφισβήτητο νικητή του πολέμου της Συρίας – που σε συνεργασία με το καθεστώς του Άσαντ επιχειρεί να εξαλείψει τους τελευταίους θύλακες της Αλ Κάιντα κι άλλων ένοπλων οργανώσεων στα βορειοδυτικά της Συρίας, κοντά στην τουρκική συνοριογραμμή. Είναι μια από τις ελάχιστες περιοχές της Συρίας που εξακολουθούν να μην ελέγχονται από τον κυβερνητικό στρατό, ενώ από τον Απρίλιο  οι βομβαρδισμοί έχουν προκαλέσει το θάνατο 400 ατόμων κι έχουν μετατρέψει ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα σε σωρούς ερειπίων. Η αδυναμία ωστόσο της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας να ξεριζώσει τους θύλακες των ανταρτών δείχνει και τα όρια των αεροπορικών επιχειρήσεων. Αεροπορικούς βομβαρδισμούς πραγματοποιεί και η διεθνής συμμαχία υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ στα ανατολικά της χώρας, όπως έγραψε την 1η Ιουλίου το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων τη Συρίας, Sana. Το δικό του πόλεμο διεξάγει επί του συριακού εδάφους και το Ισραήλ. Επίσημα δηλώνει πώς οι αεροπορικές επιθέσεις του, όπως αυτές που πραγματοποίησε την 1η Ιουλίου, στρέφονται αποκλειστικά και μόνο εναντίον του Ιράν, με στόχο να αποτρέψει την δημιουργία βάσεων του στα συριακά εδάφη, και της Χεζμπολάχ, με στόχο να αποτρέψει τον εξοπλισμό της. Ο Άσαντ ωστόσο ποτέ δε θα κέρδιζε τον «εμφύλιο» που ξέσπασε το 2011 χωρίς τη βοήθεια επί του εδάφους από την ιρανική Επαναστατική Φρουρά και τη λιβανέζικη Χεζμπολάχ. Το Ισραήλ πλήττοντας τις θέσεις τους αδυνάτιζε τον Άσαντ με τον οποίο διατηρεί εχθρική σχέση, λόγω του ότι το Ισραήλ από το 1967 έχει καταλάβει τα Υψώματα του Γκολάν στη Συρία. Όσο συνεχίζονται επομένως οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στη Συρία, που αποτελούν παραβίαση της εθνικής της κυριαρχίας, και από τη ρωσική αεροπορία που επιχειρεί σε συνεργασία με την συριακή κυβέρνηση να διώξει τους μισθοφόρους τζιχαντιστές, κανείς δεν μπορεί να πει ότι τελείωσε οριστικά ο πόλεμος που ξεκίνησε πριν 9 έτη.

Από τα άπειρα επιπλέον εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσει η Συρία για να γυρίσει σελίδα, το πλέον δυσεπίλυτο είναι το πρόβλημα των μεταναστών. Από τα 23 εκ. κατοίκους που είχε η Συρία πριν τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένων των Παλαιστίνιων και Ιρακινών προσφύγων, 3,5 εκ. εκτιμάται ότι βρίσκονται στην Τουρκία των 80 εκ. κατοίκων και 1,5 εκ. Σύροι υπολογίζεται ότι παραμένουν στον Λίβανο των 6 εκ. κατοίκων περιλαμβανομένων των Παλαιστινίων προσφύγων.

Η τυπική λήξη των πιο βίαιων και αιματηρών εχθροπραξιών στη Συρία έχει προκαλέσει ένα κύμα επίσημων διώξεων των Σύρων προσφύγων από την Τουρκία και το Λίβανο που στόχο έχει τον επαναπατρισμό τους. Το πρόβλημα για να επιστρέψουν δεν είναι μόνο ότι τα εννιά χρόνια είναι …πολλά, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι μόνο 100.000 Σύροι βρίσκονται στα στρατόπεδα προσφύγων πλησίον των συνόρων με όλους τους άλλους να έχουν διαχυθεί εντός της Τουρκίας αποτελώντας φθηνό εργατικό δυναμικό. Το πρόβλημα είναι και η Συρία μόνο με ανοιχτές αγκαλιές δεν τους περιμένει. Ακόμη κι εκείνοι που θα επιστρέψουν στην πατρίδα, παραβλέποντας το γεγονός ότι δεν υπάρχουν δουλειές να εργαστούν και να μπορέσουν να βιοποριστούν, υπάρχει ισχυρή πιθανότατα να επιστρατευτούν, ενώ ορισμένοι θα μάθουν ότι έχουν χάσει τα πάντα εξ αιτίας ενός αμφιλεγόμενου νόμου βάσει του οποίου η περιουσία όσων συνεργάστηκαν με την αντιπολίτευση πέρασε στα χέρια του κράτους. Από την άλλη στο Λίβανο ψηφίστηκε τον Απρίλιο νόμος που αυστηροποιεί το καθεστώς εργασίας και δίνει προτεραιότητα στους Λιβανέζους έναντι όλων των ξένων, πριμοδοτώντας μαζικές απολύσεις και απελάσεις Σύρων εργατών, ενώ στην Τουρκία, όπου η επίσημη ανεργία έχει φτάσει το 13%, η τύχη των Σύρων προσφύγων ήταν από τα κεντρικά θέματα της αντιπαράθεσης ακόμη και στις πρόσφατες εκλογές. Η στάση των τούρκων πολιτών απέναντι στους Σύρους πρόσφυγες καταγράφτηκε σε πρόσφατη, πολύ ενδιαφέρουσα και αξιόπιστη έρευνα για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στο πλαίσιο της οποίας το 68% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι δυσφορεί με την παρουσία των Σύρων προσφύγων στην Τουρκία. Το ποσοστό αυτό μάλιστα αυξάνει σταθερά τα τελευταία χρόνια: το 2016 ήταν 58% και πέρυσι, το 2018, ήταν 61%…

Πολιορκημένοι από παντού οι Σύροι…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Αντίστροφα μετράει ο χρόνος για τον Άσαντ

sel 24 vasi SyriaΑπότομη επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων στη Συρία προμηνύονται δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους πολιτικά γεγονότα που συμπίπτοντας δημιουργούν ένα σημείο τομής για το καθεστώς του Άσαντ: Αφ’ ενός η ανακήρυξη της αυτονομίας των κουρδικών εδαφών στη Συρία που είχε προγραμματιστεί για τις 21 Μαρτίου, με αφορμή την εθνική γιορτή των Κούρδων, και εφ’ ετέρου η αναγγελίας αποχώρησης των ρωσικών δυνάμεων από τη Συρία.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι αλλεπάλληλοι βομβαρδισμοί της Τουρκίας στα βόρεια της Συρίας δεν απέτρεψαν τους Κούρδους από την αναγγελία αυτονόμησης των κουρδικών εδαφών που δημιουργεί νέα δεδομένα στην περιοχή. Η πιστή αντιγραφή των βημάτων που επέλεξαν πριν δέκα και πλέον χρόνια οι Κούρδοι του Ιράκ για να δημιουργήσουν τα δικό τους κράτος σημαίνει πώς η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν. Σημαίνει επίσης πως η Άγκυρα νιώθει πιο έντονα το καυτό χνώτο των Κούρδων της Τουρκίας στο σβέρκο της (εξ ου και η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Ερντογάν εντός) καθώς το σχέδιο ενός κουρδικού κράτους που θα προέλθει από την απόσχιση κουρδικών εδαφών από το Ιράκ χθες, τη Συρία σήμερα κι αύριο την Τουρκία και το Ιράν παύει να είναι σχέδιο επί χάρτου. Περιττό δε να ειπωθεί πως κανένα σχέδιο δεν θα προχωρούσε αν δεν είχε την έγκριση των Αμερικάνων! Δίνοντας το πράσινο φως η Ουάσινγκτον ανταμείβει τους Κούρδους για την αμέριστη και πολυεπίπεδη βοήθεια που της προσέφεραν, ενώ αδυνατίζει και το καθεστώς του Άσαντ.

Πλήγμα στον Άσαντ αποτελεί κι η απόφαση της Μόσχας να αποσύρει τις δυνάμεις της από τη Συρία. Παύοντας η Ρωσία να λειτουργεί σαν αδιαπέραστη πανοπλία του Άσαντ πριν απ’ όλα εκφράζει την ενόχλησή της για την απροθυμία του σύρου πρόεδρου να δεχθεί μια μεταβατική κυβέρνηση στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων της Γενεύης. Η εκτίμηση του Κρεμλίνου είναι πως το καθεστώς της Δαμασκούς, που σχεδόν αποκλειστικά στηριζόταν στην αεροπορία και την αντιαεροπορική άμυνα της Ρωσίας και το στρατό του Ιράν και της Χεζμπολάχ, έχει πλέον «τελειώσει». Η δε εμμονή του Άσαντ να παραμείνει πρόεδρος, ηγούμενος μιας κυβέρνησης ενότητας απομακρύνει σχέδια βελούδινων μετάβασης και φέρνει πιο κοντά ακραίες λύσεις βίαιης ανατροπής του. Η Ρωσία άλλωστε (κάνοντας επίδειξη ρεαλισμού και χωρίς να επαναλαμβάνει τα δικά της λάθη στο Αφγανιστάν ή των Αμερικάνων στο Βιετνάμ και το Ιράκ) έξι μήνες μετά εξέρχεται ενισχυμένη, χωρίς κανείς να αποκλείει μια άμεση επιστροφή της που θα διευκολυνθεί από τη νέα στρατιωτική βάση που δημιούργησε κοντά στη Λατάκεια, πέραν αυτής της Ταρσού: Ακύρωσε τα σχέδια των ΗΠΑ για επέκταση της επιρροής τους, απέτρεψε σχέδια διεθνούς απομόνωσής της που καταστρώθηκαν μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και αναβάθμισε την επιρροή της στην περιοχή.

Το πρόβλημα πλέον το έχει ο Άσαντ…

Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα Πριν στις 23 Μαρτίου 2016

Συρία: Απασφαλίζοντας μια γεωπολιτική χειροβομβίδα (Nexus, Ιούλιος 2013)

syria-fightΕξέγερση, εμφύλιος, εισβολή ή περιφερειακός πόλεμος δι’ αντιπροσώπων;

Στην Ευρώπη, ο «αιώνας των επαναστάσεων», σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Έρικ Χομπσμπάουμ, ξεκίνησε το 1917 με το τέλος του τσαρικού καθεστώτος στη Ρωσία και τη νίκη των Μπολσεβίκων. Τελείωσε δε, το 1989, όταν τα καθεστώτα που συγκρότησαν το ανατολικό μπλοκ κατέρρεαν ένα – ένα, υπό την μορφή του ντόμινο. Οι θυελλώδεις αλλαγές που συντελέστηκαν δεν άφησαν το αποτύπωμά τους μόνο στις ιδεολογικές και τις πολιτικές αναζητήσεις και συντεταγμένες, αλλά και στα σύνορα.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη 

Στην Μέση Ανατολή ο 20ος αιώνας ξεκίνησε, συμβατικά επίσης, το 1916 κι ενώ ήταν σε εξέλιξη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με την υπογραφή της συμφωνίας Σάικς – Πικό, βάσει της οποίας η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία μοίρασαν την Μέση Ανατολή. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας στη Γαλλία «αναλογούσε» ο Λίβανος κι η παραλιακή ζώνη της Συρίας με την ηπειρωτική περιοχή φυσικά που εκτεινόταν στο εσωτερικό. Στην Αγγλία, μεταξύ άλλων, αναλογούσε το Ιράκ και η Παλαιστίνη. Από την λεία δεν μπορούσε να μείνει έξω η Ρωσία, τουλάχιστον στα σχέδια. Γιατί η είσοδος του «νέου αιώνα» έναν χρόνο αργότερα στην Ευρώπη, δεν είχε ως αποτέλεσμα μόνο να αποσυρθεί η Μόσχα από το μοίρασμα του τότε κόσμου αλλά και να αποκαλυφθεί η συγκεκριμένη συμφωνία, που προφανώς γινόταν ερήμην των λαών. Το «τέλος» του 20ου αιώνα στην Μέση Ανατολή, προς απογοήτευση των αισιόδοξων της ιστορίας, έχει ως πρωταγωνιστές πάλι τις ίδιες δυνάμεις: Την Αγγλία και τη Γαλλία που πρωταγωνίστησαν στις πυρετώδεις διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Μάιο, με επίκεντρο το εμπάργκο όπλων στους αντικαθεστωτικούς αντάρτες της Συρίας.

Η θέση του Φρανσουά Ολάντ και του Ντέιβιντ Κάμερον ήταν κατηγορηματική: Να αρθεί το εμπάργκο και να μπορούν στο εξής με κάθε νόμιμο τρόπο να εξοπλίζουν τους αντάρτες στο εσωτερικό της Συρίας. Οι σοβαρές αντιδράσεις που σημειώθηκαν (από την Αυστρία μεταξύ άλλων χωρών, με το επιχείρημα ότι έτσι θα κλιμακωθεί η σύγκρουση) παρακάμφθηκαν από τις παραδοσιακές αποικιακές δυνάμεις της Ευρώπης με το επιχείρημα ότι ακόμη κι αν δεν εξασφάλιζαν την τροποποίηση της υπάρχουσας απαγόρευσης, θα έθεταν βέτο στη συνέχιση του εμπάργκο κι έτσι κάλλιστα θα άνοιγε ο δρόμος για την μεταφορά οπλισμού στις στρατιωτικές δυνάμεις που μάχονταν το καθεστώς του Άσαντ. Το αποτέλεσμα ήταν να αρθεί το ευρωπαϊκό εμπάργκο όπλων προς τους Σύρους αντάρτες και πολύ σύντομα, στις 13 Ιουνίου, να ακολουθήσουν κι οι ΗΠΑ τους Ευρωπαίους επικαλούμενες την χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς του  Άσαντ εναντίον αθώων πολιτών. Πρόκειται για μια κατηγορία που ουδέποτε αποδείχθηκε κι αποτελεί πρόκληση αν σκεφτούμε ότι δέκα χρόνια μετά την καταστροφική εισβολή στο Ιράκ η Ουάσινγκτον καλύπτει πίσω από τις ίδιες δικαιολογίες την επεκτατική, παρεμβατική της πολιτική. Τώρα μάλιστα ο Ομπάμα, που φαίνεται να ακολουθεί τα ίχνη του Μπους, δεν έχει καν μαζί του την αμερικάνικη κοινή γνώμη που (με μια πλειοψηφία 6 στους 10 στο πλαίσιο δημοσκόπησης των New York Times / CBS News που δημοσιεύτηκε στις 6 Ιουνίου) τάχθηκε ενάντια στο ενδεχόμενο ανάληψης από τη χώρα τους ηγετικού ρόλου μεταξύ άλλων κρατών στην επίλυση συγκρούσεων.

Στο εσωτερικό της ΕΕ, η αντιπαράθεση με πρωταγωνιστές την Γαλλία και την Αγγλία, ήρθε να οξύνει τα ερωτήματα που εγείρονται για τον χαρακτήρα της ένοπλης αντιπαράθεσης και της συνεχιζόμενης αιματοχυσίας στην Συρία, που την τελευταία διετία έχει προκαλέσει περισσότερους από 93.000 νεκρούς, ενώ έχει οδηγήσει στον ξεριζωμό περισσότερους από 1,5 εκ. Σύρους, σε ένα πληθυσμό 22,5 εκ. Το ερώτημα συγκεκριμένα σχετίζεται με το χαρακτήρα της σύγκρουσης, τουλάχιστον μέχρι τώρα: Πρόκειται για μια λαϊκή εξέγερση συνέχεια της αραβικής Άνοιξης που στις απαρχές της ταρακούνησε τις φιλο-αμερικανικές αραβικές κυβερνήσεις κι η οποία στρέφεται ενάντια σε ένα τυραννικό καθεστώς; Είναι ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ διαφορετικών θρησκευτικών ομάδων που σε γενικές γραμμές έχει τη σουνίτικη καταπιεσμένη πλειοψηφία στην οποία ανήκουν τα τρία τέταρτα του πληθυσμού να στρέφεται εναντίον των Αλεβιτών, απ’ όπου προέρχεται κι η οικογένεια Άσαντ, οι οποίοι αποτελούν παρακλάδι των Σιιτών; Ή, εν τέλει η Συρία έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο μαχών όπου ξένες δυνάμεις επιχειρούν να επιβεβαιώσουν την γεωπολιτική και οικονομική επιρροή τους;

Αραβική Άνοιξη

Το έναυσμα για την αμφισβήτηση του καθεστώτος του Άσαντ δόθηκε από την αραβική Άνοιξη, που ξεκίνησε από τις χώρες του Μαγκρέμπ και συγκεκριμένα την Τυνησία, όταν μέσα στην απόγνωσή του αυτοπυρπολήθηκε ένας πτυχιούχος πλανόδιος μικροπωλητής, για να επεκταθεί γρήγορα στην Μέση Ανατολή. Επί έναν σχεδόν χρόνο μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις χιλιάδων Σύρων πολιτών, όπου η επί δεκαετίες υπό διωγμό και απαγορευμένη Αριστερά διαδραμάτιζε ένα σημαντικό ρόλο, αντιμετωπίζονταν από το καθεστώς του Άσαντ με μια απίστευτη σκληρότητα, ακόμη και με τανκς, προκαλώντας τον θάνατο χιλιάδων πολιτών. Τα αιτήματα των διαδηλωτών, ειδικά όσο πέρναγε ο καιρός και κάθε διαδήλωση συνοδευόταν από δολοφονίες, μαζικές συλλήψεις και φρικτά βασανιστήρια στρέφονταν κυρίως κατά της απολυταρχίας κι ως κυρίαρχο είχαν να καταργηθεί το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που ισχύει εδώ και 48 ολόκληρα χρόνια, επιτρέποντας στο καθεστώς να έχει αναστείλει την ισχύ θεμελιωδών δημοκρατικών ελευθεριών.

Αυτή η «καθαρή» μορφή σύγκρουσης (αν μπορεί να υπάρχει στην πολιτική κάτι τέτοιο…) άρχισε να θολώνει από την εποχή που η αντίσταση στο εσωτερικό της Συρίας έπαψε να είναι ειρηνική και παθητική και άρχισε να εξοπλίζεται, σημειώνοντας μάλιστα μέχρι και τον Μάιο μια σταθερή προέλαση. Ο ένοπλος χαρακτήρας της αντίστασης στη Συρία, άλλαξε άρδην τις ισορροπίες στο εσωτερικό της, καθώς η ανάγκη εξοπλισμού της επέτρεψε σε όλες τις περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις να επιδοθούν σε μια κούρσα με επίδικο πίσω από τον εξοπλισμό των ανταρτών την διεύρυνση της δικής τους επιρροής.

Η δύναμη που ξεχώρισε ήταν το Κατάρ, ενδεχομένως γιατί ήταν κι η παρθενική του εμφάνιση σε ένα τέτοιο ρόλο, που μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει να τον διεκδικούν υπερδυνάμεις όπως Ρωσία, ΗΠΑ, κλπ. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν η πρώτη φορά που το μικροσκοπικό αυτό κρατίδιο του Κόλπου παρενέβη δραστήρια στον αραβικό κόσμο, επιχειρώντας να μεταπλάσει την τεράστια οικονομική ισχύ που του παρέχει η τρίτη θέση στην λίστα των χωρών του κόσμου με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα αερίου σε διπλωματική επιρροή. Είχε υποστηρίξει εμφανώς για παράδειγμα και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου και το ισλαμικό κόμμα Αλ Νάχντα της Τυνησίας. Ωστόσο η περίπτωση της Συρίας ξεχωρίζει γιατί η παρέμβασή του ξεπέρασε αυτήν πολλών άλλων, μεγάλων χωρών. Ήταν τέτοιος ο ζήλος τον οποίο επέδειξε η πετρομοναρχία του Κατάρ για να αναδείξει την αντιπολίτευση σε διεθνές επίπεδο ώστε της άνοιξε ακόμη και πρεσβεία στα περίχωρα της Ντόχας. Μπορεί να μην έχουν την δυνατότητα να ανανεώνουν διαβατήρια ή να εξυπηρετούν στοιχειωδώς τους Σύρους του Κατάρ, παρόλα αυτά πρεσβεία διαθέτουν μετά μάλιστα από έναν μαραθώνιο πιέσεων στην Αραβική Ένωση (που απαρτίζεται από 22 μέλη) με στόχο να δώσει έδρα στην συριακή αντιπολίτευση. Στην ίδια την Συρία, με βάση δημοσιεύματα ευρωπαϊκών εφημερίδων, το Κατάρ έχει χρηματοδοτήσει τις αντάρτικες ομάδες με ποσά που αγγίζουν ακόμη και τα 3 δισ. δολάρια. Ο ηγέτης του Κατάρ 61χρονος σεΐχης Χαμάντ, που βρίσκεται στην εξουσία από το 1995 κι αφού πρώτα εκθρόνισε τον πατέρα του χρηματοδοτούσε με 50.000 δολάρια τον μήνα για ένα χρόνο κάθε λιποτάκτη του συριακού στρατού, με βάση πρωτοσέλιδο δημοσίευμα των Financial Times στις 17 Μαΐου, ενώ ο μισθός που έδωσε στους αντάρτες του Αλέπο τον Σεπτέμβριο του 2012 ήταν 150 ευρώ. Το Κατάρ επίσης, αναγνωρίστηκε κι ως ο πρωταγωνιστής στις αποστολές πολεμοφοδίων, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης που ανακοίνωσε ότι μόνο μεταξύ Απριλίου και Μαρτίου 2012 έχει στείλει περισσότερες από 70 πτήσεις με πολεμικό υλικό, που έφθαναν στους αντάρτες μέσω της γειτονικής Τουρκίας.

Η τόσο τυπικά αραβική «πλημμυρίδα» υποστήριξης τμημάτων των ανταρτών από τα σουνίτικα καθεστώτα της Αραβίας ήταν που ενεργοποίησε τους συναγερμούς στην Δυτική Ευρώπη, εντείνοντας την ανησυχία μήπως οι δικές τους προσβάσεις στο πλαίσιο των ανταρτών τελικά περιθωριοποιηθούν. «Η βρετανική και γαλλική κίνηση δικαιολογείται για έναν ακόμη λόγο» έγραφαν σε εντιτόριαλ τους οι Financial Times στις 27 Μαΐου, σχολιάζοντας την πρότασή τους για κατάργηση του ευρωπαϊκού εμπάργκο στην αποστολή οπλισμού προς την συριακή αντιπολίτευση: «Θα ενδυναμώσει τους συντηρητικούς αντάρτες που μάχονται το καθεστώς του Άσαντ, στους οποίους ηγείται ο στρατηγός Σελίμ Ιντρίς, επικεφαλής του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Για μια χρονική περίοδο, μεγάλο μέρος του οπλισμού από το Κατάρ και την Σαουδική Αραβία κατευθύνθηκε στα χέρια στρατιωτικών μονάδων στη Συρία, που περιλαμβάνουν τζιχαντιστές, χωρίς ο στρατηγός Ιντρίς να έχει έλεγχο για το ποιός παραλαμβάνει τι. Μια προμήθεια όπλων απ’ ευθείας στον ίδιο από την Γαλλία και την Αγγλία μπορεί να ενδυναμώσει τη θέση του εντός της αντιπολίτευσης». Επομένως τα βρετανικά και γαλλικά όπλα στρέφονται κατά πρώτο λόγο εναντίον των Σαουδαράβων και Καταριανών και δευτερευόντως εναντίον του Άσαντ.

Διπλωματικές παρεμβάσεις στην αντιπολίτευση

Η προσπάθεια των Δυτικών να παρέμβουν στο πλαίσιο των ανταρτών δεν εξαντλήθηκε στον ανταγωνισμό με το Κατάρ για το ποιός θα προσφέρει περισσότερα όπλα. Εξ ίσου εργώδη προσπάθεια κατέβαλαν οι Δυτικοί προκειμένου να αλλάξουν, προς όφελος τους και σε βάρος των ισλαμικών οργανώσεων και των αράβων φονταμενταλιστών, και τους πολιτικούς συσχετισμούς, στο πλαίσιο της Συριακής Εθνικής Συμμαχίας, που συγκεντρώνει στους κόλπους της όλες τις πτέρυγες των πολέμιων του καθεστώτος του Άσαντ: Από ακραίους ισλαμιστές μέχρι την μαρξιστική Αριστερά. Η αντιπαράθεση για τον πολιτικό έλεγχο του κογκρέσου της αντιπολίτευσης κορυφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη τις τελευταίες μέρες του Μαΐου, όταν οι δυτικοί με την βοήθεια του πάντα πιστού Ριάντ επιχείρησαν να περιθωριοποιήσουν τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, που έχουν επί της ουσίας τον πολιτικό έλεγχο του σώματος. Έγραφε χαρακτηριστικά ο βρετανικός Economist την 1η Ιουνίου 2013, μεταφέροντας πολύ παραστατικά τον διπλωματικό πόλεμο που ήταν σε εξέλιξη: «Αγγλία, Γαλλία, Σαουδική Αραβία και Αμερική οι κύριοι υποστηρικτές της συμμαχίας που αποτελείται από 63 μέλη είχαν ζητήσει να διευρυνθεί, καθώς ηγεμονευόταν από το μπλοκ των Αδελφών Μουσουλμάνων και μια στενή τους συμμαχική δύναμη της οποίας ηγείται ένας επιχειρηματίας, ο Μουσταφά Σαμπάγκ, που αμφότεροι υποστηρίζονται από το Κατάρ. Αλλά μια πρόταση να δοθούν 20 επιπλέον θέσεις σε ένα φιλελεύθερο μπλοκ του οποίου ηγείται ο Μισέλ Κίλο, ένας βετεράνος διαφωνών χριστιανός κατέληξε σε σύγκρουση και τελικά επήλθε συμφωνία μόνο για 8 θέσεις. Δυτικοί διπλωμάτες υποστήριζαν ότι η διεύρυνση θα χάριζε στην συμμαχία περισσότερη αξιοπιστία». Με το τελευταίο προφανώς δεν εννοείται τίποτε άλλο παρά το χρίσμα της Δύσης. Αυτό δηλαδή που οι δυτικοί διπλωμάτες εννοούσαν ήταν πως χωρίς την διεύρυνση, που θα περιορίσει την επιρροή των Αδελφών Μουσουλμάνων …μην περιμένετε την υποστήριξη της Δύσης.

Αντικείμενο, τυπικά, της συνόδου που διοργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη ήταν η αντιπροσώπευση της Συμμαχίας στη σύνοδο υψηλού επιπέδου που προετοιμαζόταν να διεξαχθεί στην Γενεύη. Ειδικότερα αυτό που έπρεπε να αποφασιστεί ήταν κατά πόσο θα παραστεί η αντιπολίτευση στη σύνοδο της Γενεύης από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι εκεί θα ήταν και η κυβέρνηση του Άσαντ. Προς διάψευση ελπίδων και σχεδίων ότι αντικείμενο της συνόδου θα ήταν η επόμενη μέρα του καθεστώτος του Άσαντ, αυτό που γινόταν σαφές όσο πλησίαζαν οι μέρες ήταν πως η επόμενη μέρα θα περιλαμβάνει τον Άσαντ, που ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά επιβεβαίωσε την θέση του σε αυτή την μικρογραφία παγκόσμιου πολέμου που διεξάγεται στην Συρία, με απρόβλεπτο ως προς το παρόν τέλος. Η «μεγάλη επιστροφή» του Άσαντ, που είχε ως αποτέλεσμα να ακυρωθεί τελικά η προγραμματισμένη σύνοδος από τη στιγμή που η σπαρασσόμενη αντιπολίτευση αρνήθηκε να πάρει μέρος αντιδρώντας έτσι στην παρουσία της κυβέρνησης του Άσαντ, ήταν αποτέλεσμα τριών κυρίως εξελίξεων.

Παρέμβαση της Μόσχας

Αρχικά της αθρόας υποστήριξης που παρείχε στην Δαμασκό η Μόσχα, μέσω της αποστολής σύγχρονων αντι-αεροπορικών πυραυλικών συστημάτων S-300. Η Ρωσία, παρακάμπτοντας τις ηχηρές διαφωνίες Δυτικοευρωπαίων, Αμερικάνων και Ισραηλινών δεν όπλισε μόνο τον συριακό στρατό με ένα αποτελεσματικότατο όπλο, που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά και μόνο αμυντικό. Έδειξε ταυτόχρονα την αποφασιστικότητά της να απλώσει μια ομπρέλα προστασίας πάνω από το συριακό καθεστώς, όπως επιβεβαίωσαν στη συνέχεια κι οι συζητήσεις για την πώληση τουλάχιστον 10 μαχητικών αεροσκαφών MiG-29 M/M2, με απώτερο στόχο να μη χάσει το πιο φιλικό της καθεστώς στη Μέση Ανατολή, που μεταξύ άλλων της παρέχει και την ναυτική βάση στο λιμάνι της Ταρσούς που είναι κι η τελευταία βάση που έχει απομείνει στη Ρωσία, εκτός των εδαφών της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης.

Ένας δεύτερος παράγοντας που λειτούργησε καθοριστικά (και τίποτε παραπάνω) ώστε η ζυγαριά να γείρει υπέρ της Δαμασκού στην μάχη με τους αντάρτες τον Ιούνιο του 2013 ήταν η ενεργός εμπλοκή της λιβανέζικης αντιστασιακής οργάνωσης Χεζμπολάχ, στο πλευρό του κυβερνητικού στρατού της Συρίας. Η σκληρή μάχη που έδωσε σώμα με σώμα στην πόλη Κουσαΐρ, μόλις λίγα χιλιόμετρα βόρεια από τα λιβανέζικα σύνορα αποδείχθηκε στρατηγικής σημασίας όχι μόνο γιατί οδήγησε για πρώτη φορά τους αντάρτες σε μια σημαντική ήττα, που αποτέλεσε σημείο καμπής του πολέμου, αλλά επίσης επειδή ακύρωσε ένα σχέδιο διαμελισμού της Συρίας, ενώ ακόμη έκοψε και τις γραμμές εφοδιασμού τους. Η Χεζμπολάχ, που οδήγησε σε ατιμωτική ήττα τον ισραηλινό στρατό στον Λίβανο κατά τη διάρκεια του πολέμου των 33 ημερών το καλοκαίρι του 2006, τώρα πιστώνεται κι άλλη μια νίκη στο πλευρό του συριακού στρατού, που είχε ωστόσο ένα τεράστιο κόστος σε τρία μέτωπα. Χάνοντας δεκάδες άνδρες που σκοτώθηκαν στη Συρία, διακινδυνεύοντας ένα νέο εμφύλιο πόλεμο στον Λίβανο (όπως φάνηκε από τις περιορισμένες ανταλλαγές πυρών και τη ρίψη οβίδων στις νότιες γειτονιές της Βηρυτού που είναι το άνδρο της) και, τέλος, το κόστος που κατέλαβε αναφέρεται και στη ρήξη που επήλθε στους δεσμούς της με τον αραβικό ριζοσπαστισμό, από τη στιγμή που στρατεύτηκε δίπλα από το τυραννικό καθεστώς του Άσαντ. Παρόλα αυτά, η επιλογή της Χεζμπολάχ ήταν η καλύτερη δυνατή. Η παρέμβασή της στο πλευρό του Άσαντ απέτρεψε, ως προς το παρόν, το Ισραήλ από το να καταγράψει μια κρίσιμη νίκη. Οι αιτίες δε γι’ αυτή την συμπόρευση δευτερευόντως (κι εάν…) πρέπει να αναζητηθούν στους θρησκευτικούς δεσμούς που συνδέουν την σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ με το καθεστώς του Άσαντ. Καθαρά πολιτικοί ήταν οι λόγοι που οδήγησαν την αντίσταση του Λιβάνου να γίνει η αιχμή του δόρατος του Άσαντ, διασφαλίζοντας έτσι την δική της επιβίωση.

Ο κλοιός γύρω από την Χεζμπολάχ άρχισε να σφίγγει από τον Μάιο με αφορμή μια (ακόμη) πρόταση που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την Αγγλία για να ενταχθεί στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Ως αφορμή γι’ αυτό το αίτημα χρησιμοποιήθηκε η αιματηρή τρομοκρατική επίθεση που σημειώθηκε στην Βάρνα της Βουλγαρίας τον Ιούλιο του 2012 εναντίον Εβραίων τουριστών. Η εμπλοκή της Χεζμπολάχ ουδέποτε αποδείχθηκε. Επίσης, η νέα κυβέρνηση της Βουλγαρίας που αποτελείται από σοσιαλιστές, διαφοροποιήθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από την προσπάθεια της προηγούμενης δεξιάς κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον πρώην μπράβο σε νυχτερινά μαγαζιά Μπόικο Μπορίσοφ να ενοχοποιήσει την λιβανέζικη αντιστασιακή οργάνωση. «Η Βουλγαρία δήλωσε την Τετάρτη ότι διέθετε μόνο μια ένδειξη πως η λιβανέζικη στρατιωτική οργάνωση Χεζμπολάχ μπορεί να βρισκόταν πίσω από την θανατηφόρα έκρηξη βόμβας τον προηγούμενο Ιούλιο κι ότι αυτό από μόνο του δεν δικαιολογούσε οποιαδήποτε απόφαση της ΕΕ να την εντάξει στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις» ανέφερε η International Herald Tribune στις 6 Ιουνίου. Συνέχιζε δε υπογραμμίζοντας τις αποστάσεις της τωρινής κυβέρνησης με την προηγούμενη, που ήταν τυφλό όργανο των Αμερικανών, όπως είχε φανεί κι από την απόφαση του Μπορίσοφ να τινάξει στον αέρα τα σχέδια των Ρώσων για τους αγωγούς: «Η νέα κυβέρνηση των σοσιαλιστών έκανε πίσω από τις κατηγορίες που είχε διατυπώσει η προηγούμενη κεντροδεξιά κυβέρνηση ότι η Χεζμπολάχ διεξήγαγε την επίθεση που προκάλεσε τον θάνατο πέντε Ισραηλινών και του βούλγαρου οδηγού τους». Η πίεση της Αγγλίας αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό λόγω πολύ πιθανά του ντόμινο που θα ξεκίναγε στον ίδιο τον πολύπαθο Λίβανο, όπου η Χεζμπολάχ συγκεντρώνει ένα διόλου ευκαταφρόνητο εκλογικό ποσοστό και συμμετέχει στην κυβέρνηση. Θέτοντας εκτός νόμου η ΕΕ την οργάνωση θα είναι θέμα χρόνου η πτώση της κυβέρνησης και η επανεμφάνιση των οικείων κακών στη χώρα των κέδρων, δηλαδή ενός νέου εμφύλιου πολέμου.

Την σοβαρότερη και πιο άμεση απειλή ωστόσο για την Χεζμπολάχ (και πλήθος μαχητικών παλαιστινιακών οργανώσεων όπως η Χαμάς που χρησιμοποιούν την Δαμασκό ως έδρα τους) αντιπροσωπεύει η πτώση του καθεστώτος του Άσαντ στη Συρία. Σε συγκερασμό δε με ένα παραπάνω από βέβαιο ενδεχόμενο κυριαρχίας στην μετα-Άσαντ εποχή οργανώσεων και κέντρων φιλικών προς την Δύση και το Ισραήλ, τότε οι δυνάμεις της αντίστασης θα βρίσκονταν σε ένα κλοιό θανάτου. Κι αυτός ο κίνδυνος δεν είναι καθόλου θεωρητικός. Στην Λιβύη για παράδειγμα, όπου η άγρια δολοφονία του Αμερικάνου πρέσβη τον Σεπτέμβρη του 2012 έφερε στην επιφάνεια μια κατάσταση διόλου αρεστή στους Αμερικάνους που έχει επιβληθεί μετά την δολοφονία του Καντάφι, παρόλα αυτά η εκπαίδευση της αστυνομίας περνάει στο ΝΑΤΟ. Οι Αμερικάνοι δηλαδή έχουν το «προνόμιο» να παρεμβαίνουν όταν κι όποτε αποφασίζουν, ακόμη και σε μια χώρα όπου το δικό τους σχέδιο για την επόμενη μέρα τινάχτηκε στον αέρα. «Προνόμιο» που προφανώς δεν διέθεταν επί Καντάφι…

Στη Συρία ωστόσο δεν απολαμβάνουν αυτή τη δυνατότητα παρότι το καθεστώς του Άσαντ δεν ήταν εχθρικό απέναντι στις ΗΠΑ, όπως πχ το Ιράν. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 συνεργάστηκε αρμονικά με τους Αμερικανούς και δεν αρνήθηκε να παραδώσει παλαιστίνιους καταζητούμενους. Παρόλα αυτά τόσο οι ΗΠΑ όσο κι ο μόνιμος ταραχοποιός της Μέσης Ανατολής, το Ισραήλ, που έχει τις υψηλότερες κατά κεφαλήν πολεμικές δαπάνες στον δυτικό κόσμο, ποτέ δεν συνεργάστηκαν πλήρως με το καθεστώς του Άσαντ. Γι’ αυτό τον λόγο αντιμετώπισαν την ένοπλη εξέγερση που ξεκίνησε στον απόηχο της αραβικής άνοιξης σαν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να παρέμβουν στην κατεύθυνση επιβολής μιας φιλικής τους κυβέρνησης πρακτόρων και συνεργατών. Ή, εναλλακτικά, να διασπάσουν την Συρία, όπως έκαναν με την Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ. Εκεί αποσκοπούσαν για παράδειγμα οι βομβαρδισμοί του Ισραήλ στα περίχωρα της συριακής πρωτεύουσας στις 6 Μαΐου, χωρίς μάλιστα να είναι κι η πρώτη φορά.

Χέρι βοήθειας από την Χεζμπολάχ

Στη βάση όλων αυτών των εξελίξεων, δεν υπήρχε κανένα χρονικό περιθώριο για την Χεζμπολάχ αν ήθελε να μην βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα που ως κοινό γνώρισμα θα είχαν μια εκ βάθρων ανατροπή των συσχετισμών στην Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό κι αποφάσισε να πολεμήσει στην πόλη Κουσαΐρ. Δεν ήταν όμως η Χεζμπολάχ που ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων εις βάρος των ανταρτών.

Η κλεψύδρα είχε γυρίσει ανάποδα από τη στιγμή που η σπίθα της αραβικής άνοιξης έσβησε ή καλύτερα συνετρίβη στις μυλόπετρες των γεωπολιτικών αντιθέσεων. Όταν συγκεκριμένα το κύμα της οργής ενάντια στον Άσαντ έχασε την αρχική δυναμική και την αυτοτέλειά του και κηδεμονεύτηκε από τις πετρομοναρχίες που προφανώς μες στην ανιδιοτέλειά τους θεωρούν το αγαθό της δημοκρατίας τόσο πολύτιμο ώστε προτιμούν να το χαρίζουν στους άλλους, στα γειτονικά κράτη, παρά στους λαούς τους… Κι αυτός είναι ο τρίτος παράγοντας που επέβαλε την αναπάντεχη επιστροφή του Άσαντ, όταν όλοι τον θεωρούσαν πολιτικά νεκρό. Ένα αντάρτικο που υποστηρίζεται από την ισραηλινή αεροπορία και τα αμέτρητα πετροδολάρια διεφθαρμένων και γραφικών σεΐχηδων που το μοναδικό όραμα το οποίο έχει να προσφέρει είναι σκηνές κανιβαλισμού και ατελείωτη θρησκευτική βία, όπως αυτή που μαίνεται στο γειτονικό Ιράκ μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, τι κοινωνική αποδοχή να συναντήσει και ποια διεθνή ερείσματα να βρει στους λαούς άλλων χωρών;

Εν κατακλείδει ο πόλεμος στην Συρία, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ήταν και συνέχεια της αραβικής άνοιξης και εμφύλιος και εισβολή ξένων δυνάμεων και ένας περιφερειακός πόλεμος δι’ αντιπροσώπων. Η τύχη του δε κρίθηκε από τη στιγμή που η σκυτάλη έφυγε από τα χέρια των πρωταγωνιστών της αραβικής Άνοιξης για να καταλήξει, μετά από πολλά, σε οργανώσεις χρηματοδοτούμενες από τα πιο σκοταδιστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και τον ιμπεριαλισμό. Η επαπειλούμενη σοβαρή εμπλοκή των ΗΠΑ, που δεν μπόρεσαν να αντέξουν τη νίκη της Χεζμπολάχ, με μια μορφή ανάμειξης άγνωστη όσο γράφονται αυτές οι γραμμές (παραμένοντας δηλαδή ανοιχτό αν θα προκρίνουν την ανακήρυξη ζωνών απαγόρευσης πτήσεων ή μόνο την εκπαίδευση από την CIA και τον εξοπλισμό των ανταρτών) θα σημάνει απότομη κλιμάκωση του πολέμου και νέα ποτάμια αίματος. Στο στρατόπεδο δε των αντιπάλων του Άσαντ, ισοδυναμεί με την οριστική και αμετάκλητη ηγεμονία των πιο επιθετικών κύκλων που εκφράζουν τα συμφέροντα της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Ισορροπία του τρόμου στη Συρία (Επίκαιρα, 23 Ιούνη 2011))

Με αμείωτους ρυθμούς συνεχίζεται από το καθεστώς του Μπασάρ ελ Άσαντ η άγρια καταστολή των λαϊκών διαμαρτυριών που έχουν ήδη εισέλθει στον τέταρτο μήνα τους. Ο απολογισμός μέχρι στιγμής προκαλεί σοκ: Περισσότεροι από 1.400 νεκροί, 10.000 φυλακισμένοι και άλλοι τόσοι εκτοπισμένοι για να γλιτώσουν τις πράξεις αντεκδίκησης των επίλεκτων δυνάμεων και του στρατού. Από την Κυριακή το βράδυ οι καθεστωτικές δυνάμεις απέκοψαν τις οδούς διαφυγής προς την Τουρκία όπου κατέφευγαν μαζικά οι Σύροι, αναγκάζοντας μεταξύ άλλων την κυβέρνηση του Ερντογάν να λάβει θέση επί των εξελίξεων, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τον αρνητικό διεθνή αντίχτυπο από την εσωτερική καταστολή.

Ωστόσο, παρότι οι αφορμές περισσεύουν, οι δυτικές δυνάμεις και ειδικότερα ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία, οι συνήθεις ύποπτοι δηλαδή των διεθνών επεμβάσεων, που ουδέποτε άλλοτε θα άφηναν τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη  για να διευρύνουν τη γεωπολιτική τους επιρροή, δεν έχουν αναλάβει τις πρωτοβουλίες που είδαμε να ενεργοποιούν στην περίπτωση της Λιβύης. Τα «ανθρωπιστικά» τους αντανακλαστικά αποδείχθηκαν για άλλη μια φορά πολύ επιλεκτικά. Επιδεικνύουν με άλλα λόγια μια ασυνήθιστη ανοχή απέναντι στο καθεστώς του Άσαντ καίτοι δεν συγκαταλέγεται στα φιλικά τους καθεστώτα, ούτε έχουν λείψει στο παρελθόν οι εστίες έντασης στις μεταξύ τους σχέσεις. Αρκεί να θυμηθούμε τις κατηγορίες των Αμερικανών για την ανοχή που επιδείκνυε η Δαμασκός στους Άραβες που εισέρχονταν από τα σύνορά του στο Ιράκ να πολεμήσουν εναντίον των κατοχικών δυνάμεων και πολλά άλλα περιστατικά. Μέχρι τώρα οι κυρώσεις του ΟΗΕ αφορούσαν την απαγόρευση εισόδου αξιωματούχων του καθεστώτος σε δυτικές χώρες, ενώ τα μοναδικά σχέδια που καταστρώνονται, ως απάντηση στο νέο κύμα βίας, αφορούν την επέκταση των κυρώσεων και σε επιχειρηματίες που διάκεινται φιλικά προς το καθεστώς και επίσης την διακοπή αγοράς πετρελαίου από τη Συρία χωρών όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ολλανδία.

Η απροθυμία των Δυτικών να βάλουν μπροστά την πολεμική τους μηχανή με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ εξηγείται στη βάση των διεθνών εμποδίων που συναντά ένα τέτοιο σχέδιο και των απρόβλεπτων εσωτερικών εξελίξεων που θα απελευθέρωνε από την επόμενη κιόλας μέρα.

Μέχρι στιγμής οι προσπάθειες καταδίκης των ενεργειών του καθεστώτος στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ συνάντησαν δύο λογιών αντιδράσεις, εξ ίσου μάλιστα σοβαρές. Να σημειωθεί επιπλέον πως καμιά απ’ αυτές τις προσπάθειες δεν εμπεριείχε ούτε καν έμμεση απειλή στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία ή έρευνας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για υποτιθέμενα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας από τον Άσαντ. Στην πρώτη ομάδα χωρών που απείλησε με βέτο κάθε προσπάθεια διεθνούς απομόνωσης της Συρίας περιλαμβανόταν η Ρωσία και η Κίνα. Η απροθυμία τους να συναινέσουν δεν εξηγείται μόνο λόγω των πληγμάτων που θα δέχονταν από την ήττα ενός καθεστώτος που έχει μάθει επί δεκαετίες να ισορροπεί στο τεντωμένο σχοινί των διεθνών ανταγωνισμών επιλέγοντας το ίδιο πότε να συνεργάζεται με τους Αμερικανούς (όταν για παράδειγμα παρέδωσε ουκ ολίγους υπόπτους για σχέσεις με τρομοκρατία στη CIAεπ’ αφορμή την 11η Σεπτέμβρη) και πότε όχι (προσφέροντας για παράδειγμα ασφάλεια και φιλοξενία σε ριζοσπαστικές παλαιστινιακές οργανώσεις, όπως η Χαμάς). Η αρνητική στάση της Ρωσίας εξηγείται επίσης και λόγω της αμυντικής συμφωνίας που έχει υπογράψει η Μόσχα με την Δαμασκό στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η χρησιμοποίηση από τον ρωσικό στόλο του λιμανιού του Τάρτους. Η αμυντική συνεργασία των δύο χωρών ανανεώθηκε τον Μάη του 2010 κατά την επίσκεψη του ρώσου προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεβ στη Δαμασκό με την υπογραφή σημαντικών συμφωνιών.

Κατηγορηματικά αντίθετες απέναντι στο ενδεχόμενο αυστηρών κυρώσεων από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στάθηκαν και μια σειρά άλλες περιφερειακές χώρες, όπως η Βραζιλία, η Νότια Αφρική και η Ινδία, που είναι εξ ορισμού εχθρικές απέναντι σε νεο-αποικιακά σχέδια επεμβάσεων. Αρνητικά τοποθετήθηκε κι ο Λίβανος (που είναι η μοναδική αραβική χώρα η οποία διατηρεί θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ) λόγω των ιστορικών δεσμών που συνδέει τις δύο χώρες. Κι αυτό πριν αναλάβει η νέα κυβέρνηση  στην Βηρυτό που επηρεάζεται σημαντικά από την μαχητική αντιστασιακή οργάνωση Χεζμπολάχ η οποία διατηρεί σοβαρούς δεσμούς με το καθεστώς του Άσαντ…

Η απροθυμία όλων αυτών των παραγόντων να κινήσουν τις διαδικασίες ανατροπής της κυβέρνησης εξηγείται πρώτα και κύρια στη βάση των συσχετισμών που υπάρχουν στο εσωτερικό της Συρίας. Με λίγα λόγια, ο φόβος είναι πως μια ανατροπή του σημερινού καθεστώτος θα βύθιζε τη Συρία σε έναν εμφύλιο πόλεμο δίχως τέλος. Παρότι δηλαδή όλες οι δυτικές πρωτεύουσες ακόμη και το Ριάντ αυξάνουν τους τόνους της κριτικής τους προς τον Άσαντ, δηλώνοντας για παράδειγμα πως στερείται νομιμοποίησης, συμφωνούν ότι ο Άσαντ αποτελεί το μικρότερο… κακό και μετά απ’ αυτόν υπάρχει ο κίνδυνος να ακολουθήσει το… χάος, ότι για παράδειγμα συνέβη στο Ιράκ μετά την ανατροπή του Μπααθικού καθεστώτος.

Η εύθραυστη ισορροπία της Συρίας ερμηνεύεται λόγω του εθνικού και θρησκευτικού της κατακερματισμού. Αντίθετα για παράδειγμα με την Αίγυπτο όπου το 93% του πληθυσμού είναι σουνίτες μουσουλμάνοι, στη Συρία οι σουνίτες αποτελούν το 68% του πληθυσμού, οι αλεβίτες (απ’ όπου προέρχεται και η οικογένεια των Άσαντ) το 13%, οι Δρούζοι το 6%, οι Ισμαηλίτες το 2% και οι χριστιανοί και μη-μουσουλμάνοι το 9%. Φαίνεται έτσι πως το σύστημα εξουσίας έχει οικοδομηθεί με πυρήνα μια θρησκευτική μειονότητα καθόλου μάλιστα αναίμακτα. Για παράδειγμα το 1982 ο Χαφέζ αλ Άσαντ, πατέρας του σημερινού προέδρου, δε δίστασε να σκοτώσει 10.000 Σύρους στην πόλη Χάμα για να καταστείλει μια απειλητική εξέγερση. Τα τελευταία ωστόσο χρόνια το καθεστώς των Άσαντ κατάφερε να επιβάλει μια ισορροπία στο εσωτερικό της χώρας ασκώντας άγρια καταστολή σε βάρος των Αδελφών Μουσουλμάνων που κινούν τα νήματα εντός των διαφωνούντων. Αυτή η κατάσταση τώρα κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως το καθεστώς οπλίζει συστηματικά τις τελευταίες εβδομάδες τους κατοίκους των αλεβίτικων χωριών γύρω από το λιμάνι της Λατάκιας έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά επιθέσεις αντεκδίκησης από τους σουνίτες. Οι κίνδυνοι εμφυλίου ακόμη και διάσπασης της χώρας που εγκυμονούνται σε περίπτωση ανατροπής της κυβέρνησης Άσαντ, είναι που ωθούν και τα ανώτερα οικονομικά στρώματα της Δαμασκού και του Αλέπο να στέκονται αδιάφορα απέναντι στο κίνημα διαμαρτυρίας, παρά τον μαζικό χαρακτήρα που διαθέτει. Τα ωστικά δε κύματα που μπορεί να απελευθερώσει ένας εμφύλιος πόλεμος στη Συρία έγιναν εμφανή ακόμη και στην πόλη του βόρειου Λιβάνου, την Τρίπολη, επ’ αφορμή εχθροπραξίες που ξέσπασαν μεταξύ σουνιτών και αλεβιτών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης εναντίον του Άσαντ.

Το ερώτημα πια είναι κατά πόσο το καθεστώς μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, ακόμη κι αν δεν γίνει εξωτερική επέμβαση, όσο ακολουθεί αυτή την πολιτική βάρβαρης καταστολής. Τα μέχρι τώρα μηνύματα δεν εμπνέουν μεγάλη αισιοδοξία…

Συνεχείς προκλήσεις Ισραήλ κατά του Λιβάνου (Επίκαιρα 12-18/8/2010)

Κακός οιωνός για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ήταν το πολεμικό επεισόδιο που ξέσπασε στα σύνορα του Λιβάνου με το Ισραήλ την Τρίτη 3 Αυγούστου οδηγώντας στο θάνατο έναν ισραηλινό αντισυνταγματάρχη κι από τη μεριά του Λιβάνου δύο στρατιώτες κι ένα δημοσιογράφο. Η φονική ανταλλαγή πυρών που ξέσπασε με ευθύνη του Ισραήλ αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο σε μια μακρά αλυσίδα ανησυχητικών εξελίξεων που συμβαίνουν τις τελευταίες λίγες εβδομάδες τα οποία υπογραμμίζουν ότι μια νέα ανάφλεξη είναι προ των πυλών της Μέσης Ανατολής.

Το πυρ που διέταξαν οι λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις, με αφορμή την παραβίαση των συνόρων τους κατά την προσπάθεια των ισραηλινών να κόψουν κάποια δένδρα που περιόριζαν το οπτικό πεδίο στις κάμερες παρακολούθησης, αποτέλεσε κατ’ αρχήν έκπληξη. Όχι γιατί μια τέτοια απόφαση ήταν αδικαιολόγητη. Οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ, που ερωτήθηκαν, απάντησαν στο Ισραήλ να περιμένει και να μην προχωρήσει στην κοπή των δένδρων που είχε ζητήσει σε ένα κατεχόμενο κομμάτι γης, το οποίο έχει αποσπάσει με τη βία από τον Λίβανο, σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχων του ΟΗΕ. Ενώ, πριν εκτοξευθούν τα θανατηφόρα πυρά είχαν γίνει προειδοποιητικές βολές και οι σχετικές προειδοποιήσεις. Τα πυρά των λιβανέζων στρατιωτών επομένως ήταν δικαιολογημένα και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η πολιτική ηγεσία επικρότησε τη στάση του στρατού. Πολύ ενδεικτικά ο πρόεδρος της χώρας, Μισέλ Σουλεϊμάν δήλωσε ότι έδωσε οδηγίες στους αξιωματικούς «να αντιμετωπίσουν κάθε παραβίαση των εδαφών του Λιβάνου ή εναντίον του λαού και του στρατού μας χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα και με οποιαδήποτε θυσίες χρειασθούν». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός, Σάαντ Χαρίρι, που προχώρησε σε διεθνείς επαφές, σύμφωνα με την Wall Street Journal της επομένης, εξετάζοντας «τρόπους αντιμετώπισης της ισραηλινής επιθετικότητας».

Η έκπληξη προερχόταν από το γεγονός ότι για πρώτη φορά η υπόθεση της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας του Λιβάνου γινόταν υπόθεση του εθνικού στρατού του! Από την αντίσταση ενάντια στην ισραηλινή κατοχή του νοτίου τμήματος της χώρας που έληξε νικηφόρα το 2000 με την ταπεινωτική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατοχής, λόγω του τεράστιου κόστους που κατέβαλε, μέχρι τον πόλεμο των 34 ημερών το καλοκαίρι του 2006, η διαφύλαξη των συνόρων του Λιβάνου ανέκαθεν ήταν υπόθεση των σιιτών της Χεζμπολάχ και των συμμάχων της. Στον πόλεμο του 2006 ο εθνικός στρατός δεν είχε ρίξει ούτε μία σφαίρα!

Τώρα όμως οι όροι αντιστράφηκαν. Σε τέτοιο βαθμό ώστε κατά την προγραμματισμένη και επετειακή (με αφορμή την λήξη του πρόσφατου πολέμου) ομιλία του, που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά το επεισόδιο στα σύνορα, ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, σεΐχης Χασάν Νασράλα να δηλώσει ότι «η αντίσταση προστατεύει το στρατό κι ο στρατός την αντίσταση». Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ δήλωσε επίσης ότι «οι άνδρες μας βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης κατά μήκος των συνόρων αλλά είχαν διαταχθεί να δείξουν αυτοσυγκράτηση».

Μια πρώτη ερμηνεία για την προθυμία που έδειξε η πολιτική ελίτ του Λιβάνου να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν σχετίζεται με τον κίνδυνο που εκπροσωπεί η Χεζμπολάχ. Το συμπέρασμα από τον πόλεμο του 2006 και την αντίσταση στην κατοχή του νοτίου Λιβάνου είναι ότι η χώρα δεν πρόκειται να μείνει απροστάτευτη. Η Χεζμπολάχ κι άλλες ένοπλες σιτικές οργανώσεις έχουν τον εξοπλισμό και την εμπειρία να αποκρούσουν μια ισραηλινή επίθεση. Το αντίτιμο που πλήρωσε όμως το κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα του Λιβάνου ήταν η απογείωση του κύρους της σιιτικής οργάνωσης, που έπαψε να αποτελεί μια θρησκευτική σέχτα κι αίφνης μετατράπηκε σε δύναμη που εγγυάται την εδαφική κυριαρχία και την ενότητα της χώρας. Για να μην δει για άλλη μια φορά τα κύρος του να καταβυθίζεται επομένως προς όφελος της Χεζμπολάχ, ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου ανέλαβε να σηκώσει αυτή τη φορά το γάντι που πέταξαν οι Ισραηλινοί. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.

Τα ίδια τα διακυβεύματα πλέουν έχουν γίνει πολύ περισσότερα. Έως πρόσφατα το Ισραήλ, που χαρακτηρίζεται εχθρικό κράτος στο σύνταγμα του Λιβάνου, έχει αποσπάσει με τη βία πολλές εκτάσεις από το Λίβανο κατά μήκος των κοινών τους συνόρων, τις οποίες επιχειρεί να ενσωματώσει στα δικά του γεωγραφικά σύνορα. Η επιθετικότητά του όμως πλέον ξεφεύγει από τα γήινα όρια κι επεκτείνεται στα χωρικά ύδατα. Αφορμή αποτέλεσε η ανακάλυψη ανοιχτά του Ισραήλ και του Λιβάνου ενός γιγαντιαίου κοιτάσματος φυσικού αερίου (Λεβιάθαν το χαρακτήριζαν οι Financial Times σε δημοσίευμά τους στις 17 – 18 Ιούλη) που περιλαμβάνει 16 τρισ. κυβικά πόδια αερίου. Η θαλάσσια περιοχή όπου βρίσκεται το κοίτασμα είναι αντίκρυ τόσο του Ισραήλ όσο και του Λιβάνου, όπως βεβαιώνεται από μια απλή ματιά που μπορεί να ρίξει κανείς στους χάρτες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Παρόλα αυτά το Ισραήλ κατά παράβαση κάθε διεθνούς πρακτικής και νομιμότητας τοποθέτησε μια σειρά από σημαδούρες κατά μήκος δύο μιλίων, επικαλούμενο λόγους ασφαλείας, ορίζοντας έτσι μονομερώς τα χωρικά ύδατα του. Στόχος του φυσικά ήταν μόνο και μόνο να αποκλείσει κάθε πιθανή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων από το Λίβανο. Δείχνοντας τις προθέσεις του Ισραήλ, ο υπουργός Υποδομών της χώρας, Ουζί Λαντάου, δήλωσε στα μέσα Αυγούστου ότι το εβραϊκό κράτος «δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτική δύναμη» για να υπερασπίσει τα κοιτάσματα αερίου.

Η προκλητικότητα του Ισραήλ έχει εξοργίσει τον πολιτικό κόσμο του Λιβάνου που βλέπει τον κίνδυνο να χάσει μέσα από τα χέρια του μια μοναδική στην ιστορία ευκαιρία για να ανορθώσει τα υπό κατάρρευση δημόσια οικονομικά του (με χρέος ύψους 50 δισ. δολ. που αγγίζει το 150% του ΑΕΠ) και να εξασφαλίσει την ενεργειακή του αυτονομία. Η δήλωση σε αυτό το πλαίσιο, από τη Συρία μάλιστα, του σιίτη προέδρου της λιβανέζικης Βουλής, ότι «ο στρατός ο λαός και η αντίσταση του Λιβάνου είναι έτοιμοι να αναχαιτίσουν κάθε προσπάθεια κλοπής των φυσικών τους πόρων» κάθε άλλο παρά τυχαία ή μεμονωμένη ήταν. Αντανακλούσε την αυξημένη ένταση που υπάρχει στις σχέσεις των δύο χωρών, με ευθύνη φυσικά του Ισραήλ.

Στην βάση όλων των παραπάνω το πολεμικό επεισόδιο της προηγούμενης Τρίτης έφερε στην επιφάνεια την υφιστάμενη όξυνση. Το Ισραήλ δε, το προκάλεσε θέλοντας έτσι κατά πάσα πιθανότητα να ελέγξει τα αντανακλαστικά των γειτόνων του και να δει κατά πόσο η διάθεση του πολιτικού κόσμου να διεκδικήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα περιορίζεται μόνο σε δηλώσεις, όπως συνηθίζεται στη Μέση Ανατολή. Ήταν ένας έλεγχος αντιδράσεων που θύμιζε, τηρουμένων όλων των αναλογιών, τον έλεγχο που έκανε η Γεωργία στα αντανακλαστικά της Ρωσίας με την επέμβαση στη νότια Οσετία, με δραματικά αποτελέσματα.

Επιπλέον, η επιθετικότητα του Ισραήλ κατά του Λιβάνου μπορεί να ενταχθεί στα μέτρα προετοιμασίας και επίσπευσης της ειλημμένης απόφασης βομβαρδισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Το εβραϊκό κράτος δεν αποκλείεται να προκαλέσει ένα νέο πόλεμο με το Λίβανο και τη Χεζμπολάχ προκειμένου να εξουδετερώσει το οπλοστάσιό τους, αποκλείοντας έτσι πιθανά μέτρα εκδίκησης και αντιπερισπασμού σε περίπτωση επίθεσης στο Ιράν. Ήδη άλλωστε το ξήλωμα του κατασκοπευτικού του δικτύου στη χώρα των Κέδρων, με αφορμή τις αλλεπάλληλες συλλήψεις λιβανέζων αξιωματούχων που δούλευαν για λογαριασμό του εβραϊκού κράτους, η τελευταία από τις οποίες συνέβη μόλις λίγες μέρες πριν το αιματηρό επεισόδιο, αδυνατίζει τις θέσεις του Ισραήλ στη γειτονική χώρα κι αυξάνει την οργή του.

Η αυξημένη ανησυχία που υπάρχει στη Μέση Ανατολή για ένα νέο πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου οδήγησε την προτελευταία μέρα του Ιούλη τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, και τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, Αμπντάλα, στη Βηρυτό όπου συναντήθηκαν με τον πρόεδρο του Λιβάνου, σε μια εμφανή προσπάθεια να εκτονώσουν την κλιμακούμενη ένταση. Ωστόσο, η δήλωση του σύρου προέδρου λίγες μέρες μετά ότι «αυξάνονται οι πιθανότητες ενός πολέμου στην περιοχή» και κατά βάθος οι συνεχείς προκλήσεις του Ισραήλ, λιγοστεύουν τις πιθανότητες εκτόνωσης της κρίσης.