Πιστωτική ασφυξία (Πριν, 28/9/2007)

 Το φάντασμα της κρίσης στοιχειώνει τις αγορές

Προπομπός χειρότερων εξελίξεων η χρεοκοπία της βρετανικής κτηματικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ

Από το 1860 είχαν να επαναληφθούν σκηνές σαν κι αυτές που συνέβησαν έξω από τα υποκαταστήματα της βρετανικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ, που είναι η πέμπτη μεγαλύτερη κτηματική τράπεζα της Αγγλίας, πριν δύο εβδομάδες. Εκατοντάδες πελάτες της τράπεζας, μεσήλικες οι περισσότεροι και ευυπόληπτοι νοικοκυραίοι στεκόντουσαν στη σειρά από τα ξημερώματα στα περισσότερα υποκαταστήματα για να αποσύρουν τις καταθέσεις τους άρον – άρον! Ακόμη και η διαβεβαίωση του ίδιου του πρωθυπουργού ότι τα χρήματά τους είναι εγγυημένα και ασφαλή μέχρι την τελευταία λίρα δε στάθηκε ικανή να τους εφησυχάσει και μόνο μετά από δυο μέρες υποχώρησε ο φόβος και διαλύθηκαν οι σειρές!

Η βόμβα που έσκασε στην Αγγλία οδηγώντας στη χρεοκοπία την εν λόγω τράπεζα, το πλέον ιστορικό και αδιαμφισβήτητο λίκνο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος προκαλώντας ένα πρωτοφανές πλήγμα στο κύρος και τη φερεγγυότητα που προσφέρει, είχε οπλιστεί μήνες πριν, στην αμερικανική αγορά και ειδικότερα στον κλάδο των στεγαστικών δανείων των φτωχών: στην αγορά κτηματικών δανείων υψηλού ρίσκου. Η χρεοκοπία αρχικά δύο κερδοσκοπικών κεφαλαίων και δύο υποκαταστημάτων γερμανικών τραπεζών που είχαν επενδύσει στην εν λόγω αγορά, παρότι ήταν αναμενόμενη από καιρό, έφερε στην επιφάνεια μια τεραστίων διαστάσεων φούσκα, με τον διακριτικό τίτλο «τιτλοποίηση δανείων». Οι τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην εν λόγω αγορά χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια, παραβιάζοντας τους πιο στοιχειώδεις κανόνες διασφάλισής τους, επενδύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο κεφάλαια που εξασφάλιζαν δανειζόμενες από την αγορά. Τα κεφάλαια αυτά τα αγόραζαν εκχωρώντας στους πιστωτές τους χρέη πελατών τα οποία είχαν ήδη τιτλοποιήσει. Μεταβιβάζοντας έτσι τις μελλοντικές τους εισπράξεις έστησαν ένα μηχανισμό παραγωγής ρευστού που μεταφραζόταν σε δάνεια, ο οποίος οδήγησε πρόσκαιρα την ιδιοκατοίκηση στις ΗΠΑ σε ποσοστά ρεκόρ. Η χρεοκοπία των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων προκάλεσε μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών, οι οποίες πλέον συνειδητοποίησαν ότι το χαρτομάνι που είχαν στα θησαυροφυλάκιά τους ήταν πιθανό σε λίγο καιρό να άξιζε όσο η τιμή του χαρτιού στο οποίο είχαν εκτυπωθεί. Η πρώτη – αμυντική – κίνηση των τραπεζών ήταν να κλείσουν τις στρόφιγγες της διατραπεζικής αγοράς από την οποία βρίσκουν ρευστό οι τράπεζες για να καλύψουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους. Έτσι το επιτόκιο της διατραπεζικής (libor) ενώ υπό κανονικές συνθήκες κυμαίνεται λίγα εκατοστά της ποσοστιαίας μονάδας πάνω από τα επιτόκια που ορίζουν οι κεντρικές τράπεζες, τις κρίσιμες εκείνες ημέρες το «καπέλο» έτεινε στη μία ποσοστιαία μονάδα και τράπεζες με οριακή δυνατότητα όπως η Νόρθερν Ροκ αδυνατούσαν να επωμιστούν τους όρους δανεισμού για να καλύψουν τους πελάτες τους! Στις 9 και 10 Αυγούστου για παράδειγμα στις ΗΠΑ όπου το επίσημο επιτόκιο ήταν 5,25%, το επιτόκιο της διατραπεζικής έφθανε στο 6% και στην Ευρώπη που το επιτόκιο ήταν 4% στη διατραπεζική έφθανε το 4,7%! Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 δεν είχαν παρουσιαστεί τόσο σημαντικά προβλήματα στην αγορά του χρήματος. «Η διατραπεζική αγορά συνέχιζε να λειτουργεί!», όπως έγραφε μετ’ επιτάσεως ο βρετανικός Ομπσέρβερ, πριν καταλήξει ότι «τα διακυβεύματα συνεπώς τώρα είναι πολύ σοβαρότερα και η δική μου πρόβλεψη είναι πως έρχονται χειρότερα».

Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι η αφορμή (και τίποτε περισσότερο) για να σχηματισθούν ουρές έξω από τη Νόρθερν Ροκ στάθηκε ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας, που όταν οι συνάδελφοί του στη Νέα Υόρκη και την Φρανκφούρτη έκαναν τη μια ένεση ρευστού μετά την άλλη στη διατραπεζική αγορά, χωρίς να υπολογίζουν το κόστος, αυτός έδινε διαλέξεις στους πανικόβλητους άρχοντες του Σίτι περί laissez fair κατακεραυνώνοντας την ανάληψη υψηλών κινδύνων και επαινώντας την αξία του ανταγωνισμού και τη χρησιμότητα του δαρβινισμού. Τα εγκώμια στο νεοφιλελευθερισμό δεν άντεξαν ούτε μία ημέρα. Με παρέμβαση της Ντάουνιγκ Στριτ (για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία πόσο κενές περιεχομένου είναι οι εξαγγελίες για την ανεξαρτησία των κεντρικών πιστωτικών ιδρυμάτων) η κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας υποχρεώθηκε να καλύψει άμεσα τις ανάγκες της Νόρθερν Ροκ σε ρευστό και να αποσοβηθούν έτσι τα χειρότερα. Η οργή ωστόσο του Σίτι (για την καθυστερημένη αντίδραση της κεντρικής τράπεζας, τον διεθνή διασυρμό που υπέστη και τον πρωτοφανή κίνδυνο που αντιμετώπισε) καθώς είδε μπροστά του να ορθώνεται το φάντασμα της κρίσης του ’30 πλημμύρισε τις σελίδες των οικονομικών εντύπων και πολύ πιθανά να οδηγήσει στην αντικατάσταση του κεντρικού τραπεζίτη.

Τα χειρότερα ωστόσο δεν πέρασαν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μόλις τη Δευτέρα προειδοποίησε ότι η κρίση ενδέχεται να είναι παρατεταμένη. Ο Άλαν Γκρίνσπαν, προηγούμενος πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και πατέρας της μεγαλύτερης φούσκας των τελευταίων δεκαετιών, αυτής της Νέας Οικονομίας, δήλωσε πως αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να περάσει η κρίση στην πραγματική οικονομία. Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση στρέφεται τώρα το ενδιαφέρον. Τα μέτρα που έλαβε η αμερικανική κεντρική τράπεζα για να αποτρέψει μια ραγδαία συρρίκνωση των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας ήταν η μείωση των επιτοκίων του δολαρίου στο 4,75% από 5,25% έτσι ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας και να καταστούν ελκυστικές (συγκρινόμενες με τις αποδόσεις του δολαρίου) οι αποδόσεις των μετοχών. Η άνοδος των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια επιβεβαίωσε αυτές τις προσδοκίες για δύο όμως μόνο μέρες. Ταυτόχρονα οι κίνδυνοι που δημιουργούνται από την πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου (που απέναντι στο ευρώ καταγράφει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο) είναι πολύ πιο άμεσοι και σοβαροί. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη σφίγγα. Παρότι υπερέβαλλε αυτόν όταν έπρεπε να ρίξει μετρητό στη διατραπεζική για να ξεπεραστεί η πιστωτική ασφυξία, όπως έκαναν και οι Αμερικάνοι, η Φρανκφούρτη δε δέχθηκε να μειώσει τα επιτόκια της αρνούμενη να παραβεί τον αιώνιο όρκο πίστης στην προτεραιότητα της αντιπληθωριστικής πολιτικής. Άσκησε δηλαδή πιο άγρια νεοφιλελεύθερη πολιτική από τους Αμερικάνους, δηλώνοντας έτσι ότι η γενναιοδωρία της αφορά μόνο τους απατεώνες της κερδοσκοπίας. Φεσωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις που διψούν για φθηνό ρευστό θα συνεχίσουν να δανείζονται με αδικαιολόγητα υψηλά επιτόκια. Η πολιτική αυτή όσο κι αν φαίνεται αντιφατική επί της ουσίας είναι βαθιά συνεκτική καθώς με απόλυτη συνέπεια μεταφέρει το κόστος διαχείρισης της κρίσης στην κοινωνία.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά τα επιτόκια και τη νομισματική πολιτική που (όπως είχε φανεί και στην Ιαπωνία) ακόμη κι αρνητικά να γίνουν αν η κρίση έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά δεν επιλύεται με παρεμβάσεις στη σφαίρα της κυκλοφορίας του χρήματος. Και η κρίση που ταλανίζει τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο έχει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: είναι δομική και χρόνια. Γνήσιο τέκνο ενός εκ φύσεως ασταθούς συστήματος που παράγει κρίσεις με την ίδια φυσικότητα που διαχωρίζει την προσφορά από τη ζήτηση
η τρέχουσα κρίση έλκει την καταγωγή της από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, είναι κρίση που απορρέει από το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και σέρνεται στο χρόνο άλυτη κάνοντας τη μια μετάσταση μετά την άλλη: από την πτώση των χρηματιστηρίων του ’87 στην καθίζηση του ’91 πάλι στην Αμερική, από τις χρεοκοπίες των τίγρεων της Νοτιοανατολικής Ασίας και την κατρακύλα του ρουβλιού και του πέσο στη φούσκα του Νάσντακ, κι από κει στην κτηματική αγορά χαμηλής διαβάθμισης και την πιστωτική ασφυξία του 2007.

Οι λύσεις που δόθηκαν σε αυτές τις κρίσεις οδηγώντας σε αλλεπάλληλους μικρότερους κύκλους ανόδου και καθόδου σε αυτό το παρατεταμένο χρονικό διάστημα δεν κατάφεραν ούτε μια στιγμή να οδηγήσουν τους ουσιαστικότερους δείκτες (κερδοφορίας για παράδειγμα) στα επίπεδα που βρίσκονταν τη «χρυσή εποχή» της μεταπολεμικής ανόδου. Ως αποτέλεσμα αυτές οι λύσεις δεν απαίτησαν μόνο τεράστιο κοινωνικό κόστος αλλά αποδείχθηκαν και σισύφειες. Το οφθαλμοφανές δε γεγονός ότι όλες αυτές οι κρίσεις έχουν ως επίκεντρο τη σφαίρα των νομισμάτων, των χρηματιστηρίων και του πλασματικού κεφαλαίου δεν είναι τόσο καινοφανές όσο βιάζεται να υποδηλώσει και να δικαιολογήσει εκ των προτέρων η εκρηκτική ανάπτυξη του χρηματιστηριακού κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες – μετά την κρίση του ’70 και σαν αποτέλεσμά αυτής. Απ’ όταν γραφόταν το Κεφάλαιο το ίδιο συνέβαινε οδηγώντας τον Μαρξ να υποστηρίξει ότι η έλλειψη δανειακού χρηματικού κεφαλαίου, η χρεοκοπία των κερδοσκόπων και τα αυξανόμενα εμπόδια στην αποπληρωμή των χρεών (…καλήν ώρα) αποτελούν το αντεστραμμένο είδωλο των εμποδίων που συναντά η άνοδος της εκμετάλλευσης και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Κι ενίοτε προπομπό βαθύτερων κρίσεων.

Θ. Μικρούτσικος: «Ξεπερνώντας τα όρια»

Λόγος βαθύς, ιδεολογικός, ένα εξαιρετικά ντοκουμέντο για την μουσική και το τραγούδι, τη σχέση μορφής και περιεχομένου, όλα αυτά που ξεχωρίζουν το δικό μας τραγούδι από το άλλο!

– Ποιο είδος τραγουδιού κυριαρχεί στη σύγχρονη δισκογραφική παραγωγή;

– Απαιτείται μια ιστορική αναδρομή. Ανέκαθεν στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, «έτρεχαν» δύο τραγούδια. Κατ’ αρχήν το τραγούδι που ακουμπούσε στην ελληνική κουλτούρα και από πλευρά ονομάτων (επιλεκτικά αναφέροντας ορισμένα) προσδιοριζόταν από πρόσωπα όπως ο Τσιτσάνης, ο Χατζιδάκις που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’40, ο Θεοδωράκης στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η γενιά στην οποία τελευταίος εκπρόσωπος είμαι εγώ με δημιουργούς όπως ο Ξαρχάκος, ο τότε Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος, ο Λοΐζος και ο Μούτσης, και ακολούθως, αρχής γενομένης από τον Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα, που εμφανίζονται δισκογραφικά το 1985, η νεότερη γενιά τραγουδοποιών και, τέλος, η νεότατη γενιά που ξεκινάει το 2000 και φτάνει σήμερα. Όλοι εμείς θεωρώ ότι είμαστε μια αλυσίδα με μικρότερους ή μεγαλύτερους κρίκους που τα τραγούδια μας ακουμπάνε στην ελληνική κουλτούρα.

Αν δεις λοιπόν ιστορικά, ξεκινώντας πάλι από το 1948 – ’50, «έτρεχε» παράλληλα ένα άλλο τραγούδι, το λεγόμενο ελαφρό τότε, που παρότι φτιαχνόταν από μάστορες μουσικούς, όχι όπως σήμερα, δεν έπαυε να είναι ελαφρό. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Κατάγομαι από την Πάτρα και είμαι γόνος αστικής οικογένειας αν και ο πατέρας μου επέστρεψε τη δεκαετία του ’30 από την Αθήνα κομμουνιστής. Ήταν μάλιστα το μαύρο πρόβατο της οικογένειας και της πόλης των Πατρών. Από 4 – 5 χρονών που ήμουν μ’ έπαιρνε βόλτα και μου έλεγε «σήμερα θα σου εξηγήσω ποια είναι η διαφορά μεταξύ κομμουνισμού και σοσιαλισμού». Το 1953 τον θυμάμαι ανήσυχο να σηκώνεται τα πρωινά νωρίς, 6.00 – 6.30, και να ακούει ραδιόφωνο. Μια μέρα που σηκώθηκα, Κυριακή πρέπει να ήταν αν θυμάμαι καλά, ακούω στο σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων μια βροντερή φωνή να λέει: «Σήμερον εκτελέσθηκε ο κομμουνιστής Νικόλαος Μπελογιάννης». Βάζει τελεία στο Νικόλαος Μπελογιάννης και αμέσως πέφτει τραγούδι από το σταθμό:

Άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα,

άστα να ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά…

Ένα ωραίο τραγούδι, ελαφρό. Δεν φταίει το τραγούδι που από τότε εγώ το έχω στο μυαλό μου τόσο απωθητικά! Η μετεμφυλιακή εποχή όμως ήταν μια εποχή πολύ σκληρή για την Ελλάδα με φυλακές, εξορίες και εκτελέσεις. Η κοινωνία προσπαθούσε να λειτουργήσει είτε με μικροαστικά τραγούδια, τα αρχοντορεμπέτικα, είτε με τραγούδια ελαφρά. Η λειτουργία τους όμως ήταν αυστηρά προκαθορισμένη. Και πολύ σωστά ο Μίκης Θεοδωράκης το 1961, όταν κάποιοι της λεγόμενης σοβαρής μουσικής τον κατηγόρησαν πως ασχολείται με τραγουδάκια με αφορμή τη δεύτερη εκτέλεση του Επιταφίου από τον Μπιθικώτση και του συνέστησαν πως «εσύ ο σοβαρός συνθέτης, αν θέλεις να ξεδώσεις γράψε ένα ελαφρό τραγούδι», έκανε μια περίφημη δήλωση: «Το ελαφρό τραγούδι είναι για να ξεχνάμε. Το λαϊκό τραγούδι για να θυμόμαστε»! Από κείνα τα χρόνια λοιπόν «έτρεχε» το ελαφρό.

Στη διάρκεια της δικτατορίας είχαμε το μικροαστικό τραγούδι του στυλ Ξανθή αγαπημένη Παναγιά, Ο Γιώργος είναι πονηρός και Ο Σταμούλης ο Λοχίας, λόγω και των Συνταγματαρχών, με συνθέτη τον Γιώργο Κατσαρό για να μην ξεχνιόμαστε… Μετά τη δεκαετία του ’70, όταν λόγω της μεταπολίτευσης κυριάρχησε το πολιτικό τραγούδι, ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 ένα γλυκερό τραγούδι για να καταλήξουμε τη δεκαετία του ’90, με τη βοήθεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ιδίως του ηλεκτρονικού Τύπου και της τηλεόρασης που με τεράστια δύναμη μπορεί και επιβάλλει συνήθειες στον ελληνικό λαό και ειδικότερα τη νέα γενιά, σε αυτό το τυποποιημένο, ευτελές new life style τραγούδι. Είναι το τραγούδι με το οποίο μας βομβαρδίζουν από το πρωί μέχρι το βράδυ από την τηλεόραση με Βισσοβανδήδες, Μαζωνάκηδες, Ρουβάδες, κ.λπ.

Στην Ελλάδα λοιπόν, για να το ξεκαθαρίσουμε, δεν υπάρχουν καλά και κακά τραγούδια. Τρέχουν δύο τραγούδια. Βεβαίως και μέσα στο ευτελές υπάρχουν κάποιοι ταλαντούχοι, όπως και στο δικό μας υπάρχουν κάποιοι μέτριοι. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα, αλλά οι κατευθύνσεις που είναι εντελώς διαφορετικές!

Έπρεπε να πω όλα τα παραπάνω για να έρθει αυτονόητη η απάντηση, στο ερώτημα τι τραγούδι έχουμε σήμερα: έχουμε και τα δύο! Απλώς, επιβάλλεται μέσω της εικόνας το ευτελές. Το ότι όμως υπάρχει έντονο το άλλο τραγούδι, το δικό μας, με τους νεώτερους συναδέλφους και τραγουδοποιούς και τους νεότατους από το 2000 κ αι μετά αυτό είναι σαφές!

– Ποιες είναι οι προοπτικές;

– Οφείλω να σου πω, εν έτει 2007, ότι υπάρχει μια μεγαλύτερη αισιοδοξία σε σχέση με το παρελθόν γιατί βλέπω ότι ο κόσμος μπούχτισε τόσο πολύ αυτό το βάρβαρο τυποποιημένο πράγμα που, δεν θα πω ξαναγυρίζει γιατί είναι πολύ αργές οι κινήσεις, αλλά μας δίνει πολύ περισσότερο χώρο. Δεν μας δίνει χώρο μόνο το κοινό των συνειδητοποιημένων ή των ανθρώπων της δικής μου ηλικίας, αλλά μας δίνουν χώρο και νέα παιδιά. Παράδειγμα: Ο Μητσιάς, ο Κούτρας, η Ρίτα Ανατωνοπούλου και εγώ πήγαμε πάρα πολύ καλά στη Θεσσαλονίκη κι ετοιμαζόμαστε να κάνουμε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, αρχής γενομένης από τον Λυκαβηττό στις 6 Ιουνίου, με την επιτυχία να είναι σχεδόν προεξοφλημένη. Ο Χρίστος Θηβαίος με τον Γιώργο Ανδρέου πήγαν εξαιρετικά. Ο Διονύσης Σαββόπουλος στο Γκαζάρτε πήγε εξαιρετικά. Για τον Αλκίνοο Ιωαννίδη ψάχνεις να βρεις θέση στο Ζυγό και δεν μπορείς. Ο Μαχαιρίτσας πήγε εξαιρετικά. Το ίδιο και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Όλοι οι εκπρόσωποι δηλαδή της από δω μεριάς πήγαν εξαιρετικά!

– Κλείνει δηλαδή ένας κύκλος υποχώρησης;

– Δεν είμαι τόσο αισιόδοξος ώστε να μιλήσω για ανατροπή αυτής της κατάστασης, γιατί ξέρω ότι δεν ανατρέπεται εύκολα αυτό το εργαλείο – η εικόνα, που ανήκει στην άρχουσα τάξη, χωρίς αυτό να είναι παλιομοδίτικο ή παλαιομαρξισμός. Στο καπιταλιστικό σύστημα ανέκαθεν υπήρχε ένας ενιαίος ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους που συναπαρτιζόταν από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 αυτοί οι μηχανισμοί προσπάθησαν να διατηρήσουν την εξουσία της άρχουσας τάξης χρησιμοποιώντας το σχολείο και την εκκλησία. Να αναφέρω για παράδειγμα ότι στα ποιήματα που συμπεριλαμβάνονταν στα σχολικά βιβλία απουσίαζε όχι μόνο ο Ρίτσος, αλλά ακόμη και ο Καβάφης, ο Σεφέρης, τα σπουδαία ποιήματα του Βιζυηνού και πολλοί ακόμη μεγάλοι έλληνες ποιητές. Πάντα ήταν κάτι επιδερμικά, εθνικοπατριωτικά ποιήματα με σκοπό να ενσταλάξουν στη συνείδηση των παιδιών αυτό το στοιχείο. Το ίδιο επίσης γινόταν με τα κατηχητικά σε όλη την περιφέρεια. Με το πέρασμα του χρόνου αυτό άλλαξε. Όχι από μόνο του. Η ορμητική εισβολή των γεγονότων της Κίνας, του Μάη του ’68 στη Γαλλία, του μεγαλειώδους αντιπολεμικού κινήματος στην Αμερική ενάντια στην επίθεση στο Βιετνάμ και η συχνότερη επαφή της ελληνικής κοινωνίας με άλλες δεν επέτρεπαν πλέον στον ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους να συνεχίσει να λειτουργεί όπως παλιότερα. Τότε ήρθε η εικόνα να παίξει αυτό το ρόλο με την τρομακτική δύναμη που διαθέτει να δημιουργεί Καβαδίας, Άσυνήθειες στην καθημερινότητά μας καθώς επιδρά ακατάπαυστα, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ο μηχανισμός του κράτους λειτουργεί λοιπόν μέσω της εικόνας στηρίζοντας εκείνο το τραγούδι που λέει ότι είναι …όλα καλά στην κοινωνία. Αυτό μάλιστα επιδιώκουν και καταφέρνουν να μη λέγεται μόνο με το κείμενο, αλλά και με τη χειρονομία. Όταν πέφτει δηλαδή η διαφήμιση και ο 16αρης βλέπει έναν όμορφο γιάπη μοντέλο, συνοδευόμενο από μια ωραιότατη κοπέλα, πλάι σε ένα ανοιχτό αυτοκίνητο και ενώ ακούγεται κάτι για Μύκονο, είναι σαν να του λένε …μπορείς! Το ίδιο συμβαίνει και με την τηλεόραση. Έμαθα ότι στο Super Deal δήλωσαν συμμετοχή 600.000 νεοέλληνες για να πάρει ένας τα λεφτά. Σε όλους αυτούς λένε «εσύ μπορείς». Και αυτοί, ξέροντας ότι δεν γίνεται τίποτε πηγαίνοντας όλοι μαζί, πάνε μόνοι τους. Παλιά όμως όσο υπήρχε το κίνημα της δεκαετίας του ’60, του αντιδικτατορικού αγώνα, της μεταπολίτευσης, κυριαρχούσε το «εμείς». Για να συνεχιστεί λοιπόν η εδραίωση της εξουσίας πριμοδοτείται το κατάλληλο τραγούδι. Γι αυτό προβάλλονται τόσο πολύ η Βίσση, η Βανδή και ο Ρουβάς που τραγουδάει το «Όλα καλά», εις βάρος του άλλου, του δικού μας τραγουδιού. Πρέπει να ξεκαθαρίσω όμως ότι το άλλο τραγούδι, το δικό μας υπάρχει!

Υπάρχει όχι μόνο ως μνήμη, αλλά και ως σήμερα. Σου το λέω κατ’ αρχήν από προσωπική εμπειρία λόγω του ότι συνεχίζω να γράφω καινούργια πράγματα. Δεν είναι μόνο ο Καββαδίας. Είναι ο Άμλετ της σελήνης, το Υπέροχα Μονάχοι κ.α. Είναι όμως και πολλοί ακόμη συνάδελφοί μου, κυρίως νεότεροι.

– Σε αυτή την πορεία, που συνεχίζεται αδιάλειπτα από τον Τσιτσάνη μέχρι σήμερα, πέρα από τους μικρούς και μεγάλους κρίκους, δεν σημειώθηκαν και βαθιές τομές; Ρωτάω πιστεύοντας πως αν το κολοσσιαίο, αισθητικά και πολιτικά, έργο του Θεοδωράκη εξέφρασε και ξεπέρασε ταυτόχρονα τις πολιτικές συγκρούσεις και τον λαϊκό πολιτισμό της δεκαετίας του ’60, η δική σου δημιουργία ήρθε να εκφράσει τις ελπίδες για νίκη που γέννησε ο πολιτικός ριζοσπαστισμός της δεκαετίας του ’70 και ταυτόχρονα τις πιο σύγχρονες και πρωτοποριακές αισθητικές φόρμες από τον παγκόσμιο πολιτισμό…

– Πράγματι. Για να το πετύχω αυτό έπρεπε κατ’ αρχήν να σεβαστώ ότι είχε προηγηθεί – και ακόμη και σήμερα δηλώνω ότι χωρίς τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη δεν θα υπήρχα – και στη συνέχεια όμως να το ανατρέψω. Να διευρύνω τα όρια που είχαν κατακτηθεί. Τα Πολιτικά τραγούδια που ήρθαν αμέσως μετά την πτώση της χούντας, σαν φόρμα ήταν κάτι ολότελα διαφορετικό απ’ ότι υπήρχε πριν. Θες το χτύπημα; Το μπιτ; Τα πνευστά; Η επιθετικότητά τους; Ήταν πάντως κάτι εντελώς διαφορετικό όχι μόνο λόγω της διαφορετικότητας των ποιητών που μελοποίησα, αλλά ήταν ο τρόπος του, η φόρμα. Για μας που πιστεύουμε ότι ο Μαρξ έφερε τα πάνω – κάτω, και εγώ συμμερίζομαι βαθιά αυτή την άποψη χωρίς να συνδέω τη φιλοσοφία και τη μέθοδο του Μαρξ με τα όσα συνέβησαν στην Ανατολική Ευρώπη, η φόρμα αποτελεί αποκρυσταλλωμένη κοινωνική εμπειρία. Δεν είναι το έτσι θέλω του Μικρούτσικου ή το έτσι θέλω του Χατζιδάκι ή, ακόμη πιο βαρύγδουπα, το έτσι θέλω του Μπετόβεν. Βεβαίως χρειάζεται η ιδιοφυία του Μπετόβεν αλλά ο Μπετόβεν δεν θα μπορούσε να κάνει ότι έκανε αν δεν ζούσε εκείνη την εποχή, στο πλαίσιο συγκεκριμένων συνθηκών. Το 1975 λοιπόν που βγαίνουν τα Πολιτικά τραγούδια, η κοινωνική εμπειρία που περιέκλειε το πάθος της εποχής, η πτώση της δικτατορίας, το θέλω της νέας γενιάς εκφράστηκε με αυτό τον τρόπο, αποκρυσταλλώθηκε σε εκείνη τη φόρμα.

Στο τραγούδι ή το έργο τέχνης η φόρμα και το περιεχόμενο δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα. Δεν είναι δηλαδή η φόρμα το ποτήρι και το περιεχόμενο το ποτό που ρίχνεις μέσα. Φόρμα και περιεχόμενο είναι και το αυτό, δεν διακρίνονται. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός του Ζντάνοφ που επικράτησε τη δεκαετία του ’30 και του ’40 στην τότε γραφειοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης ερμήνευσε τη διαλεκτική φόρμας και περιεχομένου με το σχήμα του ποτηριού με το ποτό. Ο Μπρεχτ το αρνήθηκε και επέκρινε αυτή την άποψη υποστηρίζοντας την ενότητα μορφής και περιεχομένου. Για παράδειγμα, έχεις το ποίημα Τους έχω βαρεθεί, του Μπίρμαν. Αν το διαβάσεις, αντιλαμβάνεσαι δύο βασικές ιδέες. Όταν το ακούσεις μελοποιημένο από μένα σού εμφανίζονται άλλες δύο κρυμμένες πλευρές. Αν δεν συνέβαινε αυτό τότε η μελοποίηση θα ήταν μια σκέτη υπόκρουση.

Αυτό που έφερα ήταν αυτό το νέο πράγμα όπως το διατύπωσες, συν την διεύρυνση των ορίων του ελληνικού τραγουδιού, με έργα όπως η Μουσική πράξη στον Μπρεχτ, η Καντάτα για τη Μακρόνησο, κ.α. Ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις δηλαδή πήραν τον Τσιτσάνη και με τη βοήθεια της δυτικής μουσικής και διεύρυναν τα όρια του και μετά ήρθε η δική μου γενιά και εγώ ως τελευταίος έσπρωξα τα όρια. 

Το πρόβλημα της επιβίωσης το μεγαλύτερο εμπόδιο για τους καλλιτέχνες

– Ποια είναι τα διλήμματα και τα εμπόδια που έχει να αντιμετωπίσει ένας καλλιτέχνης ο οποίος επάνω στη δουλειά του δεν θέλει να συμβιβαστεί με την ευτέλεια που περιέγραψες πριν;

– Σε ότι αφορά εμένα δεν είχα ποτέ διλήμματα. Όσες προτάσεις μου έγιναν στο τραγούδι, το θέατρο και αλλού, οι οποίες όχι απλά ακούμπαγαν στο ευτελές αλλά θα μπορούσε ακόμη να θεωρηθεί ότι ακουμπάνε τις απέρριψα. Για τους νεότερους όμως υπάρχουν τεράστια διλήμματα και μπορώ να τους καταλάβω.

– Το εύκολο χρήμα και η δόξα;

– Όχι! Η ίδια η επιβίωση! Δεν νοείται σήμερα δύο τόσο σημαντικοί καλλιτέχνες όπως ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας να βγάζουν με δυσκολία τα προς το ζην. Και όμως αυτό συμβαίνει, ειδικά στη νέα γενιά.

– Ποιος ευθύνεται;

– Μια σειρά παράγοντες. Με τη δισκογραφία να πεθαίνει και τις τηλεοράσεις να είναι κλειστές, μοναδική διέξοδος παραμένουν οι ζωντανές εμφανίσεις που όμως δεν επιτρέπουν σε έναν καλλιτέχνη να ζήσει αξιοπρεπώς. Επιστρέφουμε και πάλι στα κριτήρια που δημιουργεί η τηλεόραση στην κοινωνία και στους κανόνες που δημιουργούνται στη συνέχεια στην αγορά. Για να φανούν οι ευθύνες της τηλεόρασης αλλά και οι δυνατότητες αλλαγής της σημερινής κατάστασης υπενθυμίζω ένα πείραμα που είχε γίνει τη δεκαετία του ’70 από την τηλεόραση του BBC όταν τα σίριαλ που έπαιζε ήταν κυρίως αριστουργήματα της εγγλέζικης λογοτεχνίας. Η τηλεθέαση άγγιζε ακόμη και 50%! Το κοινό λοιπόν διαμορφώνεται! Και σήμερα διαμορφώνεται με τέτοιους όρους ώστε οι νεότεροι εκπρόσωποι αυτής της αλυσίδας που περιέγραψα πρωτύτερα να μένουν απ’ έξω!

Είναι επίσης και ένα ζήτημα υμών, των μέσων δηλαδή που βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα και ενός συνειδητοποιημένου κοινού να στηρίξει αυτές τις προσπάθειες.

– Ποιες είναι οι ευθύνες των δισκογραφικών;

– Οι δισκογραφικές εταιρείες ποτέ δεν συγκαταλέγονταν στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, όπως η εκκλησία, το σχολείο και η τηλεόραση. Οι δισκογραφικές είναι κεφαλαιοκρατικοί οργανισμοί που το μόνο το οποίο τους ενδιαφέρει είναι να βγάζουν λεφτά. Στη μεταπολίτευση είδαν ότι μπορούν να βγάλουν από μας και μας άλλαξαν τον αδόξαστο. Έγιναν 74 εκδόσεις του Θεοδωράκη σε λίγα χρόνια! Οι δισκογραφικές εταιρείες λοιπόν ακολουθούν, δεν χαράσσουν τον δρόμο. Εκτός δε των άλλων και για λόγους δε που δεν είναι του παρόντος είναι σε πλήρες αδιέξοδο και στα όρια του κλεισίματος.

– Ποια είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ευτελούς τραγουδιού; Με ποιους όρους τίθεται η διαχωριστική γραμμή στο στίχο, τη μουσική, την ερμηνεία;

– Πριν το στίχο ή τη μουσική είναι η …χειρονομία! Είναι αλλιώς, ακόμη και πριν ανοίξουν το στόμα τους, να βλέπεις τη χειρονομία του Γιάννη Κούτρα και αλλιώς τη χειρονομία του Ρέμου. Βλέπεις τον Ρουβά και πριν ξεκινήσει να τραγουδάει έχει πίσω του τέσσερις όμορφες κοπέλες, δεσμίδες φωτός και ντάμπα – ντάμπα – ντάμπα. Αν αλλάζοντας κανάλι πέσεις πάνω στον Ρουβά του Περού θα δεις ακριβώς τα ίδια πράγματα: τέσσερις όμορφες, δεσμίδες φωτός και ντάμπα – ντάμπα – ντάμπα. Αυτό συμβαίνει γιατί όλοι είναι κακέκτυπα του Ρίκι Μάρτιν που κατασκεύασε η αμερικανική βιομηχανία. Σε μας δεν συμβαίνει αυτό, γιατί ο καθένας, μέτριος ή καλός και πέραν των επιρροών του, είναι ένα πρόσωπο.

Ερχόμαστε τώρα στο τραγούδι. Το δικό μας κείμενο έχει ποιητικές αποχρώσεις, πέραν του κοινωνικού προβληματισμού και του πολιτικού προσδιορισμού. Οι Τρύπιες σημαίες των Κατσιμιχαίων είναι ένα έξοχο σύγχρονο πολιτικό τραγούδι. Με ανατριχιάζει επίσης το τραγούδι του Αγγελάκα, Σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ. Πρόκειται για συγκλονιστικό πολιτικό τραγούδι. Ίσως το ωραιότερο των δύο τελευταίων χρόνων.

Τελευταίο, είναι πως το ευτελές τραγούδι περιστρέφεται γύρω από το εγώ, την απομάκρυνση και το ξεχώρισμα του ατόμου από τη συλλογικότητα, του εγώ από το εμείς, είναι η ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου. «Εσύ μπορείς να πετύχεις» είναι σαν να επαναλαμβάνει διαρκώς. Μέσα σε αυτό το σύνολο, υπάρχουν ορισμένα τραγούδια που είναι ακραία αντιδραστικά, όπως του Σάκη Ρουβά που τα βρίσκει Όλα καλά μέσα σε αυτή την κοινωνία, ή εκείνου που βγαίνει με τη γούνα, του Μαζωνάκη, για να μιλήσει για την αντίθεση των δυτικών συνοικιών με τα βόρεια προάστια. Μιλάω ειλικρινά αν δεν ήταν τόσο ασήμαντοι, θα χειροδικούσα…

– Τι είναι αυτό που κάνει το Σταυρό του Νότου τρεις δεκαετίες μετά να εξακολουθεί να συνεγείρει;

– Δύο είναι οι λόγοι. Ο πρώτος, που έχει και τη μικρότερη σημασία, αφορά εμένα, τη μουσική, δηλαδή. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1979. Από το ’77, που γράφτηκαν τα πρώτα, τα τραγούδια μουσικά αλλάζουν συνεχώς, όχι με την έννοια της ενορχήστρωσης. Αλλά, μένοντας απαράλλαχτος ο πρώτος πυρήνας, αλλάζει ορισμένες φορές η μελωδία, αλλάζουν σαφώς οι αρμονικές διατάξεις, εκατό τοις εκατό ο ρυθμός και, τέταρτο, δημιουργούνται ορισμένοι ελεγχόμενοι αυτοσχεδιασμοί. Αυτή η αλλαγή επιτρέπει στα τραγούδια να πλάθονται στο κάθε φορά σήμερα. Περιττό να πω ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει σε όλα τα τραγούδια γιατί το ίδιο το τραγούδι πρέπει να το επιδέχεται. Η δυνατότητα μετάλλαξης βρίσκεται στον πυρήνα του τραγουδιού. Σε αυτά τα τραγούδια όπως τα έφτιαξα τότε υπάρχει η δυνατότητα μετάλλαξης του. Η πρώτη αιτία λοιπο, είναι ότι ο ήχος κάθε φορά είναι σημερινός.

Ο δεύτερος λόγος που αφορά τους ίδιους τους στίχους είναι ο σημαντικότερος. Ο Καββαδίας δεν είναι ο σημαντικότερος έλληνας ποιητής, με βάση τις κρίσεις που υπάρχουν σήμερα, έχει όμως κάτι που ξεχωρίζει. Όταν διαβάζεις ας πούμε Καβάφη που θεωρείται μέγιστος ποιητής προσδιορίζεται ο τόπος, Αλεξάνδρεια, και ο χρόνος, κυρίως αρχές του 20ου αιώνα. Ο Ρίτσος, τον οποίο τον θεωρώ μαζί με τον Καβάφη τον μεγαλύτερο έλληνα ποιητή των τελευταίων 150 χρόνων, δημιουργεί με τους μονόλογους του – τη Χρυσόθεμη, την Ισμήνη, τον Ορέστη, τη Σονάτα του Σεληνόφωτος – κόσμους τεράστιους, με μια παγκοσμιότητα άνευ προηγουμένου. Τοπικός και χρονικός προσδιορισμός κυρίως η Αθήνα, αστικό περιβάλλον, τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Με το Σεφέρη είσαι στον μεσοπόλεμο στην κατακερματισμένη Ελλάδα με τις πέτρες, που έχει βάθος χρόνου και ιστορίας, την αγαπάμε, αυτή δημιούργησε την κουλτούρα της Δύσης, αλλά πρέπει να την ξεπεράσουμε γιατί «όπου κι αν ταξιδέψουμε η Ελλάδα μάς πληγώνει». Μέγας ποιητής. Στον Καββαδία οποιονδήποτε στίχο και αν επιλέξουμε δεν προσδιορίζεται ο τόπος και ο χρόνος! Μπορεί να είναι 1700, μπορεί να είναι 1900, μπορεί να είναι 2300. Δηλαδή ένα χαρακτηριστικό αυτού του σημαντικότατου αλλά μικρότερης εμβέλειας ποιητή σε σχέση με τους τρεις προηγούμενους, είναι ότι δεν έχει τόπο ούτε χρόνο. Όπως λέει και ο Αλκαίος, «δεν έχω τόπο, εσύ ο τόπος μου και ο χρόνος». Στα ποιήματα του Καββαδία ο κάθε ένας γίνεται ο τόπος και ο χρόνος.

Κατά δεύτερο, μέσα σε αυτή την φοβερή βαρβαρότητα της ανεργίας και των πολλαπλών αδιεξόδων ο Καββαδίας δε λέει στον πιτσιρικά πήγαινε μέθυσε στο μπαρ, χτύπα το κεφάλι σου, πιες κόκα και γίνε λιώμα. Του λέει «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Δηλαδή: πιτσιρίκο, ξεπέρασε τις δυνατότητές σου! Γιατί ο καρχαρίας είναι το ανθεκτικότερο ζώο του πλανήτη. Υπήρχε από την εποχή του δεινοσαύρου εδώ και τετρακόσια εκατομμύρια χρόνια και θα υπάρχει άλλα τόσα γιατί πολλαπλασιάζεται. Και ο Καββαδίας παίρνει αυτό το ζώο, και όχι ένα άλογο που το έχουν δαμάσει, και λέει βούτα το, ακινητοποίησέ το και χόρεψε πάνω στο φτερό του. Δηλαδή απογειώσου! Γι αυτό βλέπεις τους πιτσιρικάδες να ανάβουν αναπτήρες, όπως θα ανάβει και η επόμενη και η μεθεπόμενη γενιά 16άρηδων! Και είναι δεδομένο γιατί έχει μπει πια στην τρίτη δεκαετία.

Φέρνουν ενιαίο φορολογικό συντελεστή (Πριν, 14/9/2007)

ΦΟΡΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

 Η αστική τάξη και οι πλούσιοι μοναδικοί ωφελημένοι από την κατάργηση του φόρου κληρονομιάς

Πρελούδιο της πιο αντιδραστικής φορολογικής μεταρρύθμισης είναι πολύ πιθανό να αποδειχτούν οι εξαγγελίες που έκανε από τη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Πρόκειται για την κατάργηση του φόρου κληρονομιάς και γονικής παροχής ακινήτων ο οποίος θα αντικατασταθεί από ένα εφ’ άπαξ τέλος ύψους 1% επί της αξίας του ακινήτου, χωρίς να θίγονται τα ισχύοντα αφορολόγητα όρια.

Το μέτρο με μια πρώτη ματιά φαίνεται φιλολαϊκό, ωστόσο δεν είναι! Μέχρι στιγμής ο φόρος δεν βαρύνει όλες τις κληρονομιές το ίδιο μια και υπάρχει ένα αφορολόγητο όριο (το οποίο θα παραμείνει ώστε τα κατώτερα λαϊκά στρώματα να απαλλάσσονται της καταβολής φόρου) κι από κει και πάνω επιβάλλεται κλιμακωτή φορολογία σε ευθεία συνάρτηση με την αξία κάθε μεταβίβασης. Αυτός ο κλιμακωτός φόρος, με βάση τις εξαγγελίες του Κ. Καραμανλή θα καταργηθεί και τη θέση του θα πάρει ένας ενιαίος φορολογικός συντελεστής ύψους 1%. Ουσιαστικά δηλαδή η πρωθυπουργική εξαγγελία ισοδυναμεί με μια συγκεκαλυμμένη κατάργηση των υψηλών φορολογικών συντελεστών που βάρυναν τις μεταβιβάσεις μεγάλων περιουσιών ή πολύ ακριβών κατοικιών. Μοναδικός ωφελημένος συνεπώς από την εξαγγελία του Κ. Καραμανλή θα είναι η αστική τάξη και μια κατηγορία εισοδηματιών – αεριτζήδων που ζει από την εκμετάλλευση έγγειας περιουσίας.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το μέτρο του Κ. Καραμανλή θα σημάνει μεγαλύτερα φορολογικά βάρη για τους εργαζόμενους (και όχι μόνο μικρότερα βάρη για τους κάθε λογής τοκιστές και σουλατσαδόρους) καθώς θα συνοδευτεί με νέους φόρους για τα ακίνητα, που σε αντικατάσταση του ισχύοντος Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας το πιθανότερο είναι να επιβαρύνουν κατά τον ίδιο τρόπο κάθε ακίνητο, είτε πρόκειται για μεζονέτα στην Κηφισιά είτε για δυάρι στα Πατήσια. Κατ’ αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να καλύψει το κενό που θα αφήσουν στον κρατικό προϋπολογισμό τα έσοδα από φόρους κληρονομιάς, δωρεών και γονικών παροχών τα οποία για το τρέχον έτος ανέρχονταν σε 256 εκ. ευρώ.

Κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω είναι ότι στο εξής μειώνεται κάθετα ο φόρος στα υψηλά εισοδήματα, αυξάνεται ο φόρος των χαμηλών εισοδημάτων και, το χειρότερο, ανατρέπεται εκ βάθρων η αρχής της αναλογικότητας στον επιμερισμό των φορολογικών βαρών, η οποία επέβαλλε υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές σε μεγαλύτερες περιουσίες και αντίστοιχες επιβαρύνσεις και χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές στις μικρότερες περιουσίες. Αξίζει να πούμες ότι αυτή η αρχή παρότι δέσποζε στα χαρτιά, αναφερόμενοι στις μεταβιβάσεις ακινήτων, παραβιαζόταν κατάφωρα τα τελευταία χρόνια μια και η προηγούμενη κυβέρνηση, του ΠΑΣΟΚ, είχε δώσει τη φορολογική δυνατότητα στο κεφάλαιο να μεταβιβάζει έγγειες ιδιοκτησίες και ακίνητα μεγάλης αξίας σε υπεράκτιες εταιρείες και μέσω αυτών να συντελούνται οι μεταβιβάσεις ακινήτων και να γλιτώνει έτσι τις υψηλές επιβαρύνσεις. Αντιτείνοντας επομένως από τη Θεσσαλονίκη πάλι ο Γιώργος Παπανδρέου το μέτρο του διπλασιασμού του αφορολόγητου ορίου στάθηκε ορθά επί της αρχής στο θέμα της φορολογίας – καθώς επί της ουσίας ζητούσε να αυξηθεί ο αριθμός αυτών που απαλλάσσονται και όχι να μειωθεί ο φόρος που πληρώνουν τα ψηλά εισοδήματα. Στην πράξη όμως υποκρινόταν, γιατί επί των ημερών του ΠΑΣΟΚ έμαθε το κεφάλαιο να μην πληρώνει φόρους για τις μεταβιβάσεις ακινήτων, οπότε τώρα με τη ΝΔ αυτό που κατακτά είναι τη νομοθετική κατοχύρωση των κεκτημένων του…

Ωστόσο, ο ενιαίος συντελεστής φορολόγησης του 1% που προτείνει η ΝΔ για τις μεταβιβάσεις κληρονομιών και ακινήτων ανοίγει το δρόμο για τον ανασχεδιασμό της μεθόδου φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων από την αρχή. Την αντικατάσταση δηλαδή των κλιμακούμενων φορολογικών συντελεστών, βάση των οποίων υψηλότερα εισοδήματα φορολογούνται με υψηλότερα ποσοστά, από έναν ενιαίο φορολογικό συντελεστή που θα επιβάλλεται για κάθε επίπεδο εισοδήματος. Μιλάμε δηλαδή για ένα νέο σχέδιο, ριζικά διαφορετικού εκείνου που καθιερώθηκε ταυτόχρονα με τη θέσπιση της γενικής φορολογίας. Το σχέδιο του ενιαίου φορολογικού συντελεστή (flat tax στη διεθνή ορολογία) τέθηκε στο τραπέζι των συζητήσεων για πρώτη φορά στην Ευρώπη πριν δύο χρόνια. Στις ΗΠΑ είχε τεθεί επίσημα από τον βαθύπλουτο Στιβ Φορμπς όταν έθεσε υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές για να παραμείνει ως πρόταση μέχρι τις ημέρες μας από ακραίους και γραφικούς νεοφιλελεύθερους, που ζητούν ίση μεταχείριση των πλουσίων με τους φτωχούς, καταγγέλλοντας το παρεμβατικό κράτος ότι τιμωρεί τη συγκέντρωση …πλούτου. Στην δυτική Ευρώπη τέθηκε πρώτα στη Γερμανία κατά την προεκλογική περίοδο από ένα στέλεχος των Χριστιανοδημοκρατών. Ο σάλος που ξεσηκώθηκε είχε αποτέλεσμα να αποκηρύξει δημόσια η Μέρκελ κάθε σχετική σκέψη κι ο δε …λαγός να μη δει ποτέ υπουργείο. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου τέθηκε το ίδιο θέμα δημόσια και στην Ελλάδα από αξιωματούχους του υπουργείου Οικονομικών, μένοντας όμως το ζήτημα εκεί. Κατά συνέπεια έχουν γνώση οι φύλακες.

Το ανησυχητικό όμως δεν είναι μόνο ότι το οικονομικό επιτελείο της Δεξιάς έχει φλερτάρει σε δημόσιους χώρους με τον ενιαίο φορολογικό συντελεστή, αλλά ότι την τελευταία δεκαετία αποτελεί διεθνή μόδα και φάρμακο που συστήνεται διά πάσα νόσο από τα επιτελεία του ιμπεριαλισμού. Ο ενιαίος φορολογικός συντελεστής πρώτη φορά καθιερώθηκε στο βασίλειο του πιο αυταρχικού και βάρβαρου καπιταλισμού, στην ανατολική Ευρώπη. Η Εσθονία πρώτη το 1994 τον επέβαλλε στο ύψος του 23%. Ακολούθησε η Λετονία τον επόμενο χρόνο με 25%, η Ρωσία το 2001 με 13%, η Σερβία, η Σλοβακία και η Ουκρανία το 2003 με 14%, 19% και 13% αντίστοιχα, η Γεωργία το 2004 με 12% και η Ρουμανία το 2005 με 16%. Ο λόγος για τον οποίο ο ενιαίος φορολογικός συντελεστής επιβλήθηκε στις εν λόγω χώρες δεν είναι τυχαίος. Τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα, με τους βαρείς φόρους στα υψηλά προσωπικά εισοδήματα και τις επιχειρήσεις, αποτέλεσαν όχι μόνο το πιο αντιπροσωπευτικό σημάδι αναγνώρισης του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας αλλά και τη δεξαμενή παροχής πόρων για την άσκηση αναδιανεμητικών πολιτικών που όχι μόνο βελτίωναν το εισόδημα της εργατικής τάξης, αλλά και άμβλυναν τις εισοδηματικές κι ενίοτε και τις κοινωνικές αντιθέσεις. Δεν είναι σύμπτωση που στην Ευρώπη ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής εισοδήματος φυσικών προσώπων συναντάται στη Σουηδία (56%), τη Φινλανδία (53%), την Ολλανδία (52%), την Αυστρία και το Βέλγιο (50%). Στις ίδιες πάνω – κάτω χώρες συναντάται και ο υψηλότερος φορολογικός συντελεστής για τα νομικά πρόσωπα, ή καλύτερα συναντιόταν. Γιατί, τα τελευταία χρόνια με πρώτη διδάξασα την Αμερική του Μπους απ’ το ένα άκρο του κόσμου ως το άλλο ακολουθείται η γραμμή μείωσης των φόρων.

Ο παραπάνω όρος όμως «μείωση των φόρων» (τον οποίο χρησιμοποίησε και ο Κ. Καραμανλής στη χειρόγραφη επιστολή – προεκλογική διαφήμιση που δημοσιεύτηκε στον Τύπο την Παρασκευή) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι παραπλανητικός. Η αλήθεια είναι πως τόσο στην Ελλάδα (από τη ΝΔ αλλά και το ΠΑΣΟΚ) όσο και στο εξωτερικό αυτό που μειώνεται είναι η άμεση φορολογία και μάλιστα αυτή που αφορά τα νομικά πρόσωπα, ενώ η έμμεση φορολογία που επιβαρύνει ισόποσα όλους τους καταναλωτές ανεξαρτήτως του εισοδήματός τους αυξάνεται κατακόρυφα. Τα επιτεύγματα της Νέας Δημοκρατίας αποτελούν την πιο εύγλωττη απόδειξη. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών που βαρύνουν τις επιχειρήσεις από 35% στο 25% (με βάση την εξαγγελία του Κ. Καραμανλή στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2004 – αμέσως δηλαδή μετά την εκλογή του) και η αυθαίρετη αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ κατά μία μονάδα αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας ταξικής αντιλαϊκής φορολογικής πολιτικής. Η μία δε προϋποθέτει την άλλη γιατί η μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και η επακόλουθη συρρίκνωση των φορολογικών εσόδων δεν συντελείται σε έδαφος συρρίκνωσης των συνολικών κρατικών δαπανών, αλλά σε ένα πλαίσιο επέκτασης τους. Έτσι ο λογαριασμός πάει στους εργαζόμενους οι οποίοι καλούνται να καλύψουν το κενό που αφήνει πίσω του το κεφάλαιο. Μάρτυρας η αύξηση του μεριδίου των έμμεσων φόρων και η μείωση των άμεσων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων όσα χρόνια είναι η ΝΔ στην εξουσία. Ενδεικτικά, με βάση την εισηγητική έκθεση του τελευταίου προϋπολογισμού από 43,6% που ήταν οι άμεσοι φόροι επί των συνολικών φορολογικών εσόδων το 2005 μειώθηκαν το 2006 σε 41,4%, ενώ οι έμμεσοι φόροι τις ίδιες χρονιές αυξήθηκαν από 56,4% σε 58,6%. Που αλλού λοιπόν πέρα από τα κέρδη του κεφαλαίου είδε ο Κ. Καραμανλής την μείωση των φόρων; Πρόκειται δηλαδή για πολιτικό σκάνδαλο πρώτου μεγέθους που επίσης σηματοδοτεί την περαιτέρω αντιδραστικοποίηση των δημόσιων οικονομικών καθώς τόσο οι πηγές προέλευσής τους όσο και οι κατευθύνσεις διοχέτευσής τους δεν μαρτυρούν κάποια αναδιανεμητική πολιτική, η οποία διορθώνει τις στρεβλώσεις της πρωταρχικής διανομής μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου στο επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως εγχειριδιακά ορίζεται ο ρόλος τους, αλλά την εμβάθυνση και επίταση αυτών των ανισοτήτων!

Η καθιέρωση του ενιαίου φορολογικού συντελεστή (που στο άκρον άωτο της υποκρισίας τους δικαιολογείται στο όνομα της απλούστευσης του φορολογικού συστήματος την ίδια ώρα που για να φάνε τα λεφτά των ταμείων δε δίστασαν να επενδύσουν τις συντάξεις στις διαφορικές εξισώσεις των σύνθετων ομολόγων) θα επιτείνει την τάση αντιδραστικοποίησης του φορολογικού συστήματος.

Πάρτι στο χρηματιστήριο με χορηγό την εφορία (περ. Ουτοπία, 6ος 2007)

Μέρες του ’99 αρχίζει να θυμίσει τους τελευταίους μήνες η Σοφοκλέους. Με τον γενικό δείκτη να έχει φθάσει τις 5.000 μονάδες, για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια – και συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 2000 – και με όλες τις μηχανές να είναι αναμμένες (αδικαιολόγητη άνοδο των φθηνών μετοχών τη περιφέρειας, εκκολαπτόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, προετοιμασία νέων εισαγωγών, δημόσιες εγγραφές στα σκαριά, κύματα ιδιωτικών τοποθετήσεων και κυρίως ατελείωτες φήμες και παπαγαλάκια) το κλίμα καχεξίας και μειωμένων προσδοκιών των τελευταίων χρόνων φαίνεται να ανήκει στο παρελθόν. Το φαινόμενο δεν είναι αυστηρά ελληνικό καθώς και στη Μέκκα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, ο δείκτης των 500 αμερικανικών κολοσσών για πρώτη φορά στα τέλη Μαΐου έφθασε τα επίπεδα που είχε πριν επτά χρόνια. Η άνοδος του ελληνικού χρηματιστηρίου είναι συνεπώς αποτέλεσμα της αυξημένης κινητικότητας που υπάρχει στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Σε ότι αφορά τις εσωτερικές αιτίες μια μικρή ώθηση σε αυτή την κατεύθυνση (και τίποτε περισσότερο) έδωσαν οι ανακοινώσεις για τα επίσημα κέρδη που κατέγραψαν το πρώτο τρίμηνο του 2007 οι 301 εισηγμένες εταιρείες που δημοσίευσαν λογιστικές καταστάσεις, όπου φαίνεται ότι το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου αύξησαν τα κέρδη τους κατά 11,6% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Αύξηση τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερη των αυξήσεων που είδαν οι εργαζόμενοι στους μισθούς και τα ημερομίσθιά τους για το αντίστοιχο διάστημα…

Εξετάζοντας πιο προσεκτικά όμως τον πίνακα με τα κέρδη της κορυφής της πυραμίδας του ελληνικού κεφαλαίου αποκαλύπτονται δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι η άνιση κατανομή των 2,8 δισ. κερδών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος τους προήλθε από τα λεγόμενα βαριά χαρτιά του χρηματιστηρίου που συνέβαλαν στο 80% αυτού του αποτελέσματος. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι πως τα κέρδη δεν προέρχονται μόνο από μια μειοψηφία, αλλά και από έναν συγκεκριμένο τομέα της καπιταλιστικής παραγωγής: τις τράπεζες! Ειδικότερα οι 14 εισηγμένες τράπεζες συνέβαλαν κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 50% στο παραπάνω αποτέλεσμα ενώ μόνο τα κέρδη της Εθνικής Τράπεζας αποτελούν το 13,6% των συνολικών κερδών. Ανισομετρία λοιπόν και συνεχής αύξηση του ειδικού βάρους του κλάδου των υπηρεσιών και δη των τραπεζών είναι οι δύο ιδιαίτερες συνιστώσες που καθορίζουν την θεαματική πορεία κερδοφορίας του ελληνικού καπιταλισμού. Η ετεροβαρής σχέση μεταξύ του κλάδου της μεταποίησης και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ήρθε πρόσφατα στην επιφάνεια και από την κοινή έρευνα που οργάνωσε ο ΣΕΒ με την ICAP τα αποτελέσματα της οποίας δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 14 Μαΐου 2007. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η (δειγματοληπτική – και ως εκ τούτου ενδιαφέρουσα μόνο σε ότι αφορά τις τάσεις που καταγράφει) έρευνα υπογραμμίζουν την αποκλίνουσα πορεία μεταξύ της μεταποίησης που βλέπει τα κέρδη της να συρρικνώνονται για δεύτερη συνεχή χρονιά και των υπηρεσιών (εμπόριο, τράπεζες, κ.α.) που βλέπουν τα κέρδη τους να αυξάνουν.

Στην κούρσα ανόδου των κερδών που κατέγραψαν οι εισηγμένες εταιρείες δύο αιτίες φαίνεται να διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο: Κατά πρώτο, η συνεχής άνοδος των επιτοκίων που αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οδηγώντας και τις εγχώριες τράπεζες να αναπροσαρμόζουν τα δικά τους επιτόκια προς τα πάνω προκαλώντας έτσι απόγνωση στους εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες και επίσης η τελευταία δόση μείωσης των φορολογικών συντελεστών, ύψους τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων, που αποφάσισε η κυβέρνηση. Η απόφαση αυτή της κυβέρνησης της ΝΔ (που βρήκε σύμφωνο και το ΠΑΣΟΚ) έκανε το φορολογικό σύστημα ακόμη πιο ταξικό και αντιλαϊκό ωθώντας στην αναδιαμόρφωσή του σε μία κατεύθυνση που για το κεφάλαιο και τους αστούς επιφυλάσσει σχεδόν πλήρη φορολογική απαλλαγή (υπό το θατσερικής έμπνευσης πρόσχημα της τόνωσης των κινήτρων δημιουργίας πλούτου που στη συνέχεια θα ενισχύσει την μεγέθυνση…) ενώ για τους εργαζόμενους πρωτοφανή βάρη.

Σε ότι αφορά το κεφάλαιο η πέρα για πέρα νόμιμη απαλλαγή του από την καταβολή φόρων ήλθε ως αποτέλεσμα της πανευρωπαϊκής τάσης μείωσης των φόρων κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτής της δυναμικής (χαρακτηριστικό πλέον γνώρισμα του νέου αναμορφωμένου κράτους που αναδύθηκε στα ερείπια του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας) η Γερμανία έχει δεσμευθεί στο κεφάλαιο να μειώσει τους φόρους που πληρώνει από 26% στο 15%, η Γαλλία από 33% σε 28%, η Ισπανία από 35% σε 30%, κ.ο.κ. Ακόμη όμως και αυτοί οι νέοι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές έχουν μάλλον εικονική σημασία καθώς το κεφάλαιο εξασφαλίζει την πλήρη απαλλαγή του από την καταβολή φόρων μέσω των (offshore) φορολογικών παραδείσων. Χάρη σε αυτούς τους παραδείσους, σύμφωνα με έρευνα των Τάιμς του Λονδίνου, οι 54 δισεκατομμυριούχοι της Αγγλίας έχοντας περιουσία που υπερβαίνει τα 126 δισ. λίρες πλήρωσαν φόρους ύψους 15 εκ. λιρών! Αν κάνουμε μια απλή διαίρεση βγαίνει ότι οι Κροίσοι της Αγγλίας φορολογήθηκαν με συντελεστή ύψους 0,01%! Το αποτέλεσμα δηλαδή της θεσμοθετημένης ασυδοσίας των φορολογικών παραδείσων είναι η αστική τάξη να έχει εξασφαλίσει πλήρη φορολογική απαλλαγή! Καθόλου τυχαία (όπως αναφερόταν σε άρθρο του βρετανικού Γκάρντιαν στις 30 Μαΐου με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Ειδικοί περιγράφουν την Αγγλία ως τον πρώτο παγκόσμιο onshore φορολογικό παράδεισο») το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τον Απρίλιο χαρακτήρισε το Σίτι του Λονδίνου ως το νευραλγικό κέντρο του παγκόσμιου πολυπλόκαμου δικτύου των φορολογικών παραδείσων. Φαίνεται έτσι πως με το πέρασμα του χρόνου οι offshore φορολογικοί παράδεισοι εισβάλλουν στα κέντρα του υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού και τα όρια μεταξύ τους γίνονται όλο και πιο συγκεχυμένα, όλο και πιο δυσδιάκριτα.

Η θεσμοθετημένη φοροαπαλλαγή και φορο-αποφυγή του κεφαλαίου, στην άλλη άκρη του εισοδηματικού και ταξικού φάσματος συμπληρώνεται με την αύξηση των φορολογικών βαρών. Οι εργαζόμενοι δεν καλούνται να πληρώσουν μόνο τους νέους έμμεσους φόρους που προήλθαν από την αύξηση του ΦΠΑ κατά μία μονάδα, αλλά μετά τις εκλογές ενδέχεται να επωμιστούν μια απότομη άνοδο και των άμεσων φόρων! Ο λόγος είναι ότι στα κλιμάκια του υπουργείου Οικονομικών επανέρχεται η ιδέα του ενιαίου φορολογικού συντελεστή. Δεν υπάρχει πιο αντιδραστικό και ταξικό φορολογικό μέτρο, καθώς θα καταργηθούν οι υψηλότεροι συντελεστές βάση των οποίων οι πλούσιοι πλήρωναν περισσότερους φόρους όπως κι οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές βάση των οποίων τα χαμηλότερα εισοδήματα πλήρωναν μικρότερο φόρο και όλοι μαζί θα προσέρχονται στην αρμόδια ΔΟΥ να φορολογήσει τα εισοδήματά τους με τον ίδιο συντελεστή. Το επιχείρημα που επικαλούνται μάλιστα είναι η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, αποκρύπτοντας πως η μεγαλύτερη γάγγραινα του δεν είναι η πολυνομία, οι επικαλύψεις και οι συνεχείς αλλαγές, αλλά η αντιλαϊκότητα του. Μια ενδεχόμενη κατάργηση της προοδευτικότητας του θα επιτείνει την ταξικότητά του στο έπακρο, διαιωνίζοντας την πολιτική της λιτότητας! Επίσης θα αντιστρέψει πλήρως την θεμελιώδη σύλληψη πίσω από τη λειτουργία του φορολογικού συστήματος καθώς όλο και σαφέστερα παύει να λειτουργεί ως ένας αναδιανεμητικός μηχανισμός που αμβλύνει τις εισοδηματικές και ταξικές αντιθέσεις (όπως εγχειριδιακά ορίζεται η αρχή λειτουργίας του) και πλέον μετατρέπεται σε μηχανισμό που οξύνει τις αντιθέσεις τις οποίες γεννάει η πρωταρχική διανομή του εισοδήματος, όπως επιτελείται στο επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής. Μάρτυρας τα κέρδη των εισηγμένων…

Νασίμ Αλατράς, Παλαιστίνη – αιτίες και μύθοι (Πριν, 1/11/2009)

«Την ειρήνη την επιβάλλουν οι ισορροπίες στο πεδίο των μαχών, την επιβάλει η ήττα του κατακτητή κι η νίκη της αντίστασης, την επιβάλλει η απόλυτη αδυναμία του κατακτητή να νικήσει την εξέγερση», τονίζει ο Νασίμ Αλάτρας στο βιβλίο του Παλαιστίνη – αιτίες και μύθοι, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή από το 1917 (εκδόσεις ΚΨΜ, Σειρά: Κόσμος).

Εγκώμιο στην αντίσταση του παλαιστινιακού λαού

 Οι αραβικές ηγεσίες «θέλουν τους Παλαιστίνιους να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο που ακολουθούν εδώ και 90 χρόνια: απόλυτη υποταγή στα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Θέλουν να αποκτήσουν οι Παλαιστίνιοι ένα προτεκτοράτο κι όχι ένα ελεύθερο κράτος».

Τεράστια συμβολή στην προσπάθεια αποκρυπτογράφησης, κατανόησης και ερμηνείας των εξελίξεων στην Μέση Ανατολή με σημείο αναφοράς το Παλαιστινιακό αποτελεί το βιβλίο του Νασίμ Αλάτρας, Παλαιστίνη – αιτίες και μύθοι, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή από το 1917 (εκδόσεις ΚΨΜ, Σειρά: Κόσμος).

Η ιδιαίτερη συνεισφορά του Νασίμ Αλάτρας, που διαφοροποιεί το έργο του από πολλά άλλα βιβλία που κυκλοφορούν για το Παλαιστινιακό στην ελληνική γλώσσα, έγκειται στα εξής τρία σημεία. Κατά πρώτον ασχολείται με τα «θεμελιώδη μεγέθη» του παλαιστινιακού ζητήματος. Ελάχιστες είναι οι αναφορές στις δύο ιντιφάντες, πουθενά δεν αναλύεται ο διχασμός μεταξύ Φατάχ και Χαμάς στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα αντίστοιχα. Κι αυτό γιατί ο Νασίμ επιλέγει να φωτίσει όλα όσα προηγήθηκαν και καθόρισαν το παλαιστινιακό από την περίοδο του μεσοπολέμου μέχρι και την ίδρυση του εβραϊκού κράτους το 1948 και τη Νάκμπα (Καταστροφή) των Παλαιστινίων. Κι έτσι θέτει τους όρους για να ερμηνευθούν όλες οι σημερινές εξελίξεις: από τη στάση της διεθνούς κοινότητας και των αραβικών κρατών μέχρι τον εγγενώς φασιστικό χαρακτήρα του εβραϊκού κράτους. Κατά δεύτερο, το βιβλίο Παλαιστίνη – αιτίες και μύθοι δεν καταθέτει την συμπάθειά του προς το παλαιστινιακό λαό. Εμφορείται από το πνεύμα της αντίστασης κι ερμηνεύει όλες τις εξελίξεις με βάση τις εξεγέρσεις των Παλαιστινίων. Αναλύεται δηλαδή πώς η Μεγάλη Παλαιστινιακή Εξέγερση (1936-1939) απέτρεψε τη δημιουργία του Μεγάλου Ισραήλ, η Πατριωτική Παλαιστινιακή Αντίσταση του 1965 κι η Αριστερή Παλαιστινιακή Αντίσταση του 1967 οδήγησε σε κατάρρευση το μεγάλο όραμα του Σιωνισμού και πιο πρόσφατα πώς η πρώτη ιντιφάντα οδήγησε το 1993 στη Συμφωνία του Όσλο, η δεύτερη στην απελευθέρωση της Γάζας κι η αντίσταση του λιβανέζικου λαού στην υποχώρηση των Ισραηλινών το 2000 και την ήττα του 2006. Έτσι, το βιβλίο του Νασίμ, ως συνδυασμός των παραπάνω, φέρνει σε πέρας ένα πολύ δύσκολο επίτευγμα: να είναι «μάχιμο» και πολιτικά αξιοποιήσιμο στις σημερινές αντιπαραθέσεις ενώ καταπιάνεται με ιστορικά πλέον γεγονότα, που αφορούν στην εγκληματική δράση του βρετανικού κυρίως αλλά και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή.

Ο «στρατευμένος» χαρακτήρας του βιβλίου και η πρωτοτυπία του εντοπίζεται στην μεθοδικότητα και την πειστικότητα με την οποία καταρρίπτει προγραμματικούς μύθους που συνοδεύουν την ίδρυση του Ισραήλ και τα ρατσιστικά του εγκλήματα του μέχρι σήμερα. Πρώτος μύθος η Μεγάλη Έξοδος που μεγιστοποίησε τις διαστάσεις μιας συνηθισμένης για κείνα τα χρόνια μετακίνησης νομάδων μόνο και μόνο για να αποκτήσουν περιεχόμενο τα καλέσματα επιστροφής στη Γη τη Επαγγελίας κι η προτίμηση του Σιωνισμού να επιλεγεί για αποικισμό η παλαιστινιακή γη κι όχι η διαμαντοφόρα Ουγκάντα της Αφρικής, όπως σοβαρά συζητιόταν. Ο δεύτερος μύθος που ανασκευάζεται αφορά τον χαρακτηρισμό της Μεγάλης Παλαιστινιακής Επανάστασης του 1936-1939 ως αντισημιτικής. Ο Νασίμ αντίθετα δείχνει πως ήταν η πρώτη ηρωική αντίδραση των ντόπιων αγροτών, που οδήγησε στο θάνατο 5.000 αγωνιστών, ενάντια στον εβραϊκό αποικισμό της Παλαιστίνης, το καθεστώς φυλετικών διακρίσεων και τις κτηνώδεις διώξεις που ξεκίναγαν. Ο τρίτος μύθος αφορά στη σύγκρουση της σιωνιστικής ηγεσίας με τους Χιτλερικούς. Στο βιβλίο δεν δείχνεται μόνο η ιδεολογική συγγένεια των δύο αυτών μορφών φασισμού, με την προτίμηση τους στα εθνικά ομοιογενή κράτη, αλλά επίσης κι οι συζητήσεις που γίνονταν για αμοιβαίες διευκολύνσεις. Τέτοιο ήταν για παράδειγμα το σχέδιο «Εβραίοι αντί για φορτηγά», όταν οι χιτλερικοί προθυμοποιήθηκαν να διευκολύνουν τη δημιουργία εβραϊκού κράτους, ενάντια στο μαρξιστικό σχέδιο για αφομοίωσή τους σε κάθε κράτος που ζούσαν, με αντάλλαγμα την αποστολή στο χιτλερικό Βερολίνο φορτηγών με τρόφιμα και άλλα υλικά! Καθόλου τυχαία δεν ήταν έτσι κι η απουσία των Εβραίων από την πάλη ενάντια στο φασισμό. Αντίθετα δείχνει με στοιχεία το μερίδιο των Αράβων στην αντιφασιστική νίκη, που αν δεν ανατρέπει τον μύθο των Σιωνιστών για συνεργασία του παλαιστίνιου μουφτή με τον Χίτλερ, τον περιορίζει στις πραγματικές του διαστάσεις, οι οποίες δεν διαφέρουν καθόλου από την ανοχή και τη διάθεση συνεργασίας που επέδειξαν όλες οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις απέναντι στην χιτλερική Γερμανία, με κορυφαίο σημείο την Συμφωνία του Μονάχου στις 29 Σεπτέμβρη 1938. Ο πέμπτος μύθος που ανατρέπεται αφορά στην «ηρωική» νίκη του νεοσύστατου σιωνιστικού κράτους εναντίον 6 αραβικών κρατών. Δεν ήθελαν να νικήσουν και έβγαζαν την υποχρέωση, αντιτείνει οι συγγραφέας, αναδεικνύοντας την προτεραιότητα των αράβων ηγεμόνων να διασφαλίζουν τους θρόνους τους, θυσιάζοντας στο βωμό της βασιλείας τους τα αραβικά συμφέροντα. Κατά συνέπεια μύθος (ο έκτος για την ακρίβεια) είναι το επιχείρημα του Ισραήλ ότι καταφέρνει και επιζεί σε ένα εχθρικό περιβάλλον περικυκλωμένο από κράτη που επιδιώκουν τον αφανισμό του. Τέλος, ο Νασίμ Αλάτρας δείχνει την εργώδη προσπάθεια του βρετανικού ιμπεριαλισμού να δημιουργήσει στη γη των σταυροφόρων ένα πλήρως ελεγχόμενο, προτεκτοράτο από το 1917 ακόμη, όταν ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ, διαβεβαίωνε τον μεγαλοτραπεζίτη Ρότσιλντ (χρηματοδότη των βρετανικών πολέμων και του εβραϊκού αποικισμού) ότι «η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας βλέπει θετικά την εγκαθίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής πατρίδας για τους Εβραίους και θα κάνουμε οτιδήποτε είναι δυνατό για να υλοποιήσουμε αυτό τον σκοπό»! Μύθος επομένως κι η αντίσταση των Εβραίων στους Βρετανούς…

Κοινή συνισταμένη των παραπάνω αποτελεί η αφετηριακή θέση του συγγραφέα πως «τον δυτικό κόσμο σήμερα τον συνενώνει ένα κοινό ενδιαφέρον: η ασφάλεια του κράτους της “Επαγγελίας”, του κράτους της “Δευτέρας Παρουσίας”. Κι αυτός είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο οι Παλαιστίνιοι δεν θα αποκτήσουν ποτέ με τη βοήθεια του δυτικού κόσμου πραγματικά ανεξάρτητο κράτος: κράτος με το δικό του στρατό, αεροπορία και ναυτική δύναμη. Η υπόθεση “ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος” είναι εν τέλει υπόθεση μόνο της ένοπλης αντίστασης Αράβων και Παλαιστινίων».