Το φάντασμα της Αργεντινής (Πριν, 21/2/2009)

Οικονομικοί τρομοκράτες Προβόπουλος – Αλμούνια

ΣΥΝΤΑΓΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

Πρόωρο και άδοξο τέλος είχε η προσπάθεια του Κ. Καραμανλή να χαλαρώσει την άγρια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική της προηγούμενης πενταετίας, όπως επιχειρήθηκε με την απομάκρυνση του Γ. Αλογοσκούφη από το υπουργείο Οικονομίας στον πρόσφατο ανασχηματισμό και την ανάκληση ορισμένων ακραία αντιλαϊκών φορολογικών μέτρων. Την αναδίπλωση αυτής της πολιτικής και την επικείμενη εφαρμογή βάρβαρων αντεργατικών μέτρων προανήγγειλαν την εβδομάδα που πέρασε οι συστάσεις που απηύθυνε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας για την οικονομική πολιτική που πρέπει να εφαρμοστεί (προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Μαξίμου) και δυο μέρες μετά οι δηλώσεις του κοινοτικού επιτρόπου Χοακίν Αλμούνια με αφορμή την κατάθεση του Επικαιροποιημένου Προγράμματος Σταθερότητας. Δύο ήταν τα κοινά σημεία των τοποθετήσεών τους. Το πρώτο αφορούσε την ανάγκη εφαρμογής ενός σταθεροποιητικού κατά τα λεγόμενά τους προγράμματος που στην πραγματικότητα θα είναι πρόγραμμα παρατεταμένης και βάρβαρης λιτότητας που θα μετατρέψει την Ελλάδα σε Ρωσία των αρχών της δεκαετίας του ’90. Το δεύτερο σημείο στο οποίο συμφωνούν είναι ότι δεν υφίσταται περιθώριο άσκησης επεκτατικής πολιτικής που θα λειτουργήσει αντικυκλικά στηρίζοντας τη ζήτηση και τα εισοδήματα, χωρίς να υπονοείται τίποτε περισσότερο από την πολιτική που εφαρμόζουν όλες μα όλες οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες κι οι ΗΠΑ με μοναδική εξαίρεση αυτές που βαρύνονται με υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. «Η Ελλάδα δεν έχει κανένα περιθώριο χορήγησης αναπτυξιακών κινήτρων, δεδομένου του πολύ υψηλού χρέους της και τη ανισορροπίας του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών», ήταν τα λόγια του ισπανού επιτρόπου. Καρμπόν ήταν και οι δηλώσεις του Γ. Προβόπουλου: «Δεν υπάρχουν περιθώρια για παραδοσιακού τύπου δημοσιονομική ώθηση, λόγω του ύψους του δημοσιονομικού ελλείμματος, του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική είναι αναγκαία όχι μόνο για να τηρηθούν οι κανόνες του αναθεωρημένου και ευέλικτου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά και για να βελτιωθούν οι όροι εξωτερικού δανεισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα». Οι παραπάνω οδηγίες αν ανέκαθεν προοικονομούσαν φτώχεια και εξαθλίωση σήμερα εγκυμονούν έναν επιπλέον κίνδυνο: την εξώθηση της κρίσης στα έσχατα όρια της, δηλαδή στο οικονομικό κραχ και τη χρεοκοπία. Οι συνταγές του Αλμούνια και του Προβόπουλου κινούνται στην διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που βρίσκονται (προσωρινά έστω) οι πολιτικές που εν χορώ εφαρμόζουν όλες οι καπιταλιστικές χώρες, με απώτερο σκοπό να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης και να αμβλύνουν τις συνέπειες της. Οι κήρυκες της δημοσιονομικής πειθαρχίας αντίθετα, ιεραρχώντας τη δογματική προσήλωση και την εμμονή του στη δημοσιονομική σταθερότητα λειτουργούν σαν οικονομικοί τρομοκράτες απειλώντας να τινάξουν την οικονομία στον αέρα, καθώς το δικό τους μίγμα πολιτικής είναι το πλέον ακατάλληλο. Κι αν μέχρι πέρυσι απλώς αύξανε τη φτώχεια και τους φτωχούς τώρα απειλεί να οδηγήσει τον ελληνικό καπιταλισμό στη χρεοκοπία και τους εργαζόμενους στην εξαθλίωση.

 Ιδεοληψία και δογματική εμμονή στα κριτήρια της δημοσιονομικής σταθερότητας βρίσκεται πίσω από τις προτάσεις Προβόπουλου και Αλμούνια για μείωση του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Τυχόν προσπάθεια υλοποίησης αυτών των μέτρων, που ισοδυναμούν με λάδι στη φωτιά της κρίσης, δεν θα σημάνει μόνο την εξαθλίωση των εργαζομένων αλλά συνολική χρεοκοπία.

 

Αδειάζουν τα ταμεία οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο για να αντιμετωπίσουν την κρίση

Για να φανεί πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι οι βαρυσήμαντες κατά τ’ άλλα συστάσεις της ΕΕ και της Τράπεζας της Ελλάδας (που θα μείνουν στην ιστορία σαν υπόδειγμα παλιοκαιρίτικης εμμονής και ανικανότητας προσαρμογής) αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στον υπόλοιπο κόσμο όπου εδώ και μήνες πραγματικά βρέχει… δισεκατομμύρια. Εν αρχή είναι οι ΗΠΑ κι όχι τυχαία. Καθώς εκεί βρίσκεται το επίκεντρο της κρίσης όπου ξεδιπλώθηκε για πρώτη φορά με το σκάσιμο της φούσκας της αγοράς των ακινήτων, στις ΗΠΑ εφαρμόστηκαν τα πρώτα μέτρα για την διαχείριση και την αναχαίτισή της. Οπότε, όποιος θέλει να ελέγξει τι ενδείκνυται, τι αποδίδει και τι όχι, εκεί θα πρέπει να στρέψει το ενδιαφέρον του. Στις ΗΠΑ λοιπόν το πρώτο πακέτο στήριξης των τραπεζών το πολυσυζητημένο πακέτο Πόλσον, όπως έλεγαν τον υπουργό Οικονομικών του Μπους, ύψους 700 δισ. δολ. έπεσε κυριολεκτικά στο κενό καθώς γρήγορα αποδείχτηκε σταγόνα νερού σε μια βιβλικών διαστάσεων πυρκαγιά. Η αναποτελεσματικότητα του δεν αποθάρρυνε την κυβέρνηση Ομπάμα να ξαναβάλει το χέρι στην τσέπη για να στηρίξει τις τράπεζες. Έτσι, ο νέος υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε στις 10 Φεβρουαρίου ένα νέο πακέτο διάσωσης των τραπεζών με την επωνυμία Χρηματοοικονομικό Σχέδιο Σταθερότητας, ύψους 2 τρισ. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η νέα αμερικανική ηγεσία άλλαξε όχημα. Το πακέτο Ομπάμα που εγκρίθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από τα δύο αμερικανικά νομοθετικά σώματα συνιστά τομή στη διαχείριση της τρέχουσας κρίσης γιατί για πρώτη φορά δοκιμάζονται πολιτικές που συνιστούν καθαρό και ανόθευτο κεϋνσιανισμό. Προβλέπονται πολιτικές που έχουν ξεσηκωθεί ατόφιες από το πιο καλά δοκιμασμένο και μοναδικό εγχειρίδιο χρήσης για περιόδους κρίσης. Το πακέτο Ομπάμα ύψους 789,2 δισ. δολ. χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος που ισοδυναμεί με το 38% των δαπανών του αφορά φορολογικές απαλλαγές που δεν κατευθύνονται στους υπερπλούσιους όπως συνέβαινε κάθε χρόνο την οκταετία του Μπους, αλλά στα πιο χαμηλά εισοδήματα, χωρίς ωστόσο να ξεχνάμε ότι ο μέσος φορολούμενος στις ΗΠΑ είναι πολύ πιο πλούσιος από τον μέσο κάτοικο της χώρας. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει χαμηλόμισθος και γενικότερα εργαζόμενος που να μη δει το βδομαδιάτικό του να αυξάνεται κατά 7, 12 ακόμη και 14 δολάρια. Ένα δεύτερο τμήμα του πακέτου, που ισοδυναμεί κι αυτό με το 38% της αξίας του θα στραφεί στην υγεία, την παιδεία, τους άστεγους και τους ανέργους κι ένα τρίτο ίσο με το εναπομείναν 26% θα στραφεί στον εκσυγχρονισμό των απαρχαιωμένων υποδομών, στην ενθάρρυνση της επιστημονικής ιατρικής έρευνας και σε κίνητρα στην πράσινη βιομηχανία. Όσο κι αν τα παραπάνω στήριξης της ενεργού ζήτησης σηματοδοτούν την σχετική τροποποίηση της εφαρμοζόμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής δεν συνιστούν την ανατροπή της ή, πολύ περισσότερο, αλλαγή οικονομικού παραδείγματος καθώς πρώτο, είναι μέτρα περιορισμένης χρονικής διάρκειας και δεύτερο αφήνουν ανέγγιχτους τους όρους διανομής του παραγόμενου προϊόντος ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Πλαίσιο που καθορίζει με τον αλάνθαστο τρόπο το περιεχόμενο κάθε οικονομικής πολιτικής. Άλλες φορές μάλιστα το πακέτο διάσωσης συνοδεύεται από την επιδείνωση των όρων εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα οι απολύσεις 20.000 δημοσίων υπαλλήλων στην άλλοτε χρυσή πολιτεία της Καλιφόρνιας, που λικνίζεται κι αυτή στα βήματα του τάνγκο βρισκόμενη στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Επίσης η απόλυση 14.000 μόνιμων μισθωτών από την Τζένεραλ Μότορς, που αποτελεί μάλιστα όρο για την κρατική χρηματοδότησή της, και η επακόλουθη αντικατάστασή τους από προσωρινό προσωπικό, χαμηλών μισθολογικών απαιτήσεων και υψηλής εκμετάλλευσης, ρεϊγκανικών προδιαγραφών. Οι αθρόες χρηματοδοτήσεις δεν αποτελούν αμερικανική ιδιαιτερότητα, όσο κι αν οι Αμερικάνοι είναι που είδαν πρώτοι το χάρο της συστημικής κατάρρευσης με τα μάτια τους τον Σεπτέμβριο αφήνοντας να χρεοκοπήσει η Λίμαν Μπράδερς. Έκτοτε προσέχουν, όπως κι άλλες αστικές τάξεις. Η Ιαπωνία, για παράδειγμα, που είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 12,7% το τελευταίο τρίμηνο του 2008, ανακοίνωσε πακέτο διάσωσης ύψους 425 δισ. γεν. Στην από δω μεριά του Ατλαντικού τα πράγματα αποδείχθηκαν πολύ χειρότερα, προς διάψευση των ελπίδων ότι η κρίση θα περιοριστεί στις ΗΠΑ, βελτιώνοντας εξ αντανακλάσεως της θέση της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Προς επίρρωση η συρρίκνωση του ΑΕΠ των 16 χωρών της ευρωζώνης το τέταρτο τρίμηνο του 2008 κατά 1,5%, όταν στις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 1% και η αποκάλυψη του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ότι για πολύ καιρό ήταν απαγορευμένη η χρήση της λέξης ύφεση στα κοινοτικά έγγραφα από την Κομισιόν και τον πρόεδρό της, Μ. Μπαρόζο. Η βρετανική κυβέρνηση, που προς έκπληξη και των πιο απαισιόδοξων έχει χαρακτηρίσει την τρέχουσα κρίση την σοβαρότερη των τελευταίων εκατό χρόνων, δηλαδή βαθύτερη κι απ’ αυτήν του ’29-’30 ανακοίνωσε ένα νέο πρόγραμμα αγοράς τοξικών ομολόγων, ύψους 75 δισ. δολ. Στη γειτονική Ιρλανδία η κυβέρνηση αφού κρατικοποίησε τις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας έγινε η πρώτη ευρωπαϊκή κυβέρνηση που απέκτησε ντε φάκτο τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος. Στη Γαλλία η δεξιά κυβέρνηση προσέφερε 6 δισ. ευρώ υπό τη μορφή χαμηλότοκων δανείων στις αυτοκινητοβιομηχανίες της με τον όρο να μην κλείσουν εργοστάσια και να μην απολύσουν εργάτες. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι που έχει μεγαλύτερο δημόσιο χρέος από το ελληνικό και εφάμιλλο έλλειμμα έγραψε στα παλιότερα των υποδημάτων της τις κοινοτικές υστερίες και ανακοίνωσε πακέτο διάσωσης ύψους 2 δισ. ευρώ που θα κατευθυνθεί στην ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία και την κατανάλωση, επιδοτώντας με 3.000 ευρώ κάθε καταναλωτή που αποσύρει αυτοκίνητο δεκαετίας κι αγοράζει νέο που εκπέμπει χαμηλότερους ρύπους. Η κυβέρνηση της Μέρκελ στη Γερμανία τέλος ψήφισε το υψηλότερο σε αξία πακέτο στήριξης της οικονομίας στην μεταπολεμική ιστορία, ύψους 50 δισ. ευρώ που είναι το δεύτερο από την έναρξη της κρίσης. Θα κατευθυνθεί δε σε δημόσιες επενδύσεις, επιστροφές φόρου και επιδοτήσεις για την απόσυρση παλιάς τεχνολογίας αυτοκινήτων. Επίδειξη επίσης προσαρμοστικής ικανότητας ήταν και η ανακοίνωση της γερμανικής κυβέρνησης στο τέλος της εβδομάδας που πέρασε ότι προτίθεται να στηρίξει κλυδωνιζόμενα κράτη, έστω και μέσω της παροχής κεφαλαίων στο ΔΝΤ για να μη καταρρεύσουν. Παρότι η ανακοίνωση έγινε υπό το φόβο των οικονομικών τριγμών που ενδέχεται να νιώσει η Αυστρία καθώς οι τράπεζες της έχουν χορηγήσει δάνεια στην ανατολική Ευρώπη που ξεπερνούν το 80% του ΑΕΠ της (!) αποτελεί αναίρεση της άτεγκτης στάσης που ακολουθούσε μέχρι πρόσφατα και πολύ περισσότερο αυτής που υποδεικνύει να ακολουθήσουν οι χώρες με μεγάλο έλλειμμα. Τα πακέτα στήριξης που ανακοινώνουν τα καπιταλιστικά κράτη όσο κι αν αποτελούν μια βαθιά ρεαλιστική αντιμετώπιση της κρίσης, βρίθουν αντιφάσεων. Τα παραπάνω μέτρα, τουλάχιστον στην αμερικανική πιο προωθημένη μορφή τους, αποσκοπούν στην στήριξη της κατανάλωσης έτσι ώστε τα ρήγματα της κρίσης να μπαζωθούν όπως – όπως με μια νέα πλημμυρίδα ρευστού, όπως ακριβώς έγινε και το 2000 με τη φούσκα της «νέας οικονομίας» και των μετοχών του ίντερνετ. Παράλληλα φυσικά αυξάνουν το εργατικό εισόδημα (έστω κι αν τα δεκαδόλαρα πάνε στα δυσθεώρητα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών) χωρίς ταυτόχρονα να μειώνονται τα κέρδη των επιχειρήσεων αλλά τα κρατικά έσοδα. Από την άλλη, η χρηματοδότηση της πράσινης βιομηχανίας (που εμφανίζεται ως αντίδοτο στην κρίση και στην ημεδαπή από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης) μόνο ως παράπλευρο όφελος στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των εργαζομένων και την επίλυση της χρόνιας περιβαλλοντικής κρίσης. Ζητούμενό τους είναι τα υπερυψηλά, μονοπωλιακά ποσοστά κέρδους που συνοδεύουν κάθε νέα επένδυση και διαφοροποιημένη γραμμή παραγωγής μέχρι που ο κορεσμός του κλάδου με το πέρασμα του χρόνου και την έλευση νέων καπιταλιστών που θα προσέλθουν μαγνητισμένοι από αυτά τα άνω του μέσου ποσοστά κέρδους, να τα «κανονικοποιήσουν» οδηγώντας ξανά σε ένα μεταγενέστερο κύκλο σε πτώση το ποσοστό κέρδους. Παράπλευρη απώλεια των παραπάνω μέτρων είναι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, μια νέα όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης. Η ενασχόληση με τα δημόσια οικονομικά παύει να είναι δουλειά του κάθε Αλμούνια από τη στιγμή που η αναλλοίωτη οικονομική πολιτική προδιαγράφει ότι η επαναφορά τους στον ορθό δρόμο θα γίνει εις βάρος των εργαζομένων. Έστω κι αν δεν είναι αυτοί που γεύτηκαν την μερίδα του λέοντος. Μια δεύτερη συνέπεια είναι το αυξημένο κόστος που θα καταβάλλουν τα μικρότερα κράτη για να βρουν δανεικά όσο διάστημα η αγορά θα κατακλύζεται από την υπερπροσφορά αμερικανικών ομολόγων (τίτλους αστρονομικού ύψους 2,5 τρισ. δολ. θα εκδώσουν όλη τη χρονιά), που εξ ορισμού αξιολογούνται με την υψηλότερη βαθμολογία, και επίσης ομολόγων που εκδίδουν εταιρείες του ιδιωτικού τομέα οι οποίες προσπαθούν να αποφύγουν την κινούμενη άμμο των χρηματιστηρίων. Υπό αυτή την έννοια η άνοδος των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, ακόμη και τρεις ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα όπως συνέβη την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου, δεν αντανακλά μόνο τις δομικές αδυναμίες του ελληνικού καπιταλισμού. Μεταξύ πολλών άλλων, είναι και πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης ή, διαφορετικά ειδωμένο, ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Σ’ αυτό το βωμό οι φορολογούμενοι της Ελλάδας θα καταβάλλουν το τρέχον έτος 1 δισ. επιπλέον για τα νέα δάνεια του ελληνικού δημοσίου.

Αντιφάσεις των πακέτων διάσωσης

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΘΑ ΚΡΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Οι πιο ηχηρές επιφυλάξεις για τα πακέτα διάσωσης ωστόσο διατυπώθηκαν υπό τη μορφή αποτίμησης της τύχης που είχαν ανάλογες κρατικές πρωτοβουλίες στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια της χαμένης λεγόμενης δεκαετίας η οποία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με αφορμή κι εκεί το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Από το 1991 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 σε ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων που δεν έχει όμοιο στη σύγχρονη ιστορία η Ιαπωνία δαπάνησε 6,3 τρισ. δολ., καταφέρνοντας να δημιουργήσει το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος μεταξύ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών – ισοδύναμο με το 180% του ΑΕΠ της που ανέρχεται σε 5,5 τρισ. δολ. – και το μόνο που πέτυχε ήταν να αποφύγει μια συστημική κατάρρευση τύπου ’29–’30. Ποτέ δε βγήκε από την κρίση, όπως φάνηκε και τώρα που πριν καν ανεβάσει πυρετό η αμερικανική οικονομία αυτή έπαθε πνευμονία. Παίρνοντας υπ’ όψη μας ότι η αμερικανική οικονομία είναι διπλάσια περίπου της ιαπωνικής και το σημαντικότερο πως ο παγκόσμιος χαρακτήρας της σημερινής κρίσης δεν δίνει τη δυνατότητα σε κάποια χώρα να αποτελέσει σανίδα σωτηρίας για την έξοδο των άλλων όπως ανέκαθεν συνέβαινε με τις προηγούμενες κρίσεις (Σουηδίας, Ιαπωνίας, Μεξικού, Αργεντινής, Βραζιλίας, Νοτιοανατοικής Ασίας, Ρωσίας, κλπ) μπορούμε να φανταστούμε πόσες δεκάδες ακόμη πακέτα Πόλσον, Γκάιτνερ και Ομπάμα μπορεί να απαιτηθούν χωρίς κάποιο ορατό αποτέλεσμα. Η σημαντικότερη ωστόσο αιτία για την αναποτελεσματικότητα των πακέτων διάσωσης είναι ότι (χωρίς να παραγνωρίζουμε πως συνοδεύονται από μέτρα απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων και ιδιωτικοποιήσεων που απογειώνουν την εκμετάλλευση και το ποσοστό κέρδους – κι εδώ πάλι η Ιαπωνία είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα) αυτά τα ίδια στέκονται στην κυκλοφορία, διευκολύνοντας τις περισσότερες φορές την πραγμοποίηση της υπεραξίας, χωρίς όμως να ανατρέπουν τους όρους εκμετάλλευσης προς όφελος του κεφαλαίου. Όρος εκ των ων ουκ άνευ όμως για την ανάταξη του ποσοστού κέρδους και την υπέρβαση της κρίσης είναι η επιμήκυνση του απλήρωτου χρόνου εργασίας. Όσο τα φυσικά και ιστορικά εμπόδια, υπό την μορφή των κατακτήσεων της εργατικής τάξης, δεν επιτρέπουν στο κεφάλαιο να εμπεδώσει στην παραγωγή το βαθμό εκμετάλλευσης που προσιδιάζει στην αυξημένη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, τόσο η κρίση θα είναι παρούσα και θα εμφανίζεται κάθε φορά με τα… ρούχα κάποιου άλλου: των νέων τεχνολογιών, των ακινήτων, των πιστωτικών σε λίγα χρόνια, κλπ. 

 ΒΙΑΙΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Ζητούν άγρια μέτρα λιτότητας

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ

Οι βαθύτερες αντινομίες που χαρακτηρίζουν κάθε μέτρο του κεφαλαίου για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν αναιρούν το γεγονός ότι πολλές φορές η εφαρμογή του αποτελεί μονόδρομο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τα πακέτα διάσωσης. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την μακροχρόνια αποτελεσματικότητά τους, κανείς όμως δεν μπορεί να βρει και κάποιο καλύτερο μέτρο άμεσης απόδοσης που η υιοθέτησή του να μην γεννάει αντιδράσεις, παρά μόνο σε γραφικούς θεματοφύλακες της μονεταριστικής ορθοδοξίας. Προκαλεί έκπληξη για παράδειγμα ότι η Αγγλία πήρε απόφαση να «κόψει», κατά το κοινόν λεγόμενο, νέο χρήμα για να τροφοδοτεί την αγορά. Σε μια νέα επίδειξη πραγματισμού και θέλοντας να αποφύγει τα τοκογλυφικά επιτόκια των δανειστών καταφεύγει σε μεθόδους που είχαν απαγορευτεί από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Μοναδική εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα αποτελεί η ελληνική κυβέρνηση που δια του πρωθυπουργού έσπευσε να υποσχεθεί την εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων και μέρος της ελληνικής αστικής τάξης που αν αφεθούν ελεύθεροι θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια τον ελληνικό καπιταλισμό στη χρεοκοπία και θα δούμε μπροστά στα μάτια μας να επαναλαμβάνεται το φαινόμενο της Αργεντινής. Η χώρα όμως του Μπόρχες και του Κορτάσαρ είχε το ελαφρυντικό πως οι ασυνάρτητες οικονομικές πολιτικές ήταν το αναγκαίο κακό μιας νομισματικής πολιτικής που επιβαλλόταν από την αμερικανική κεντρική τράπεζα, ελέω δολαριοποίησης της αργεντίνικης οικονομίας, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με μια σειρά χώρες της ανατολικής Ευρώπης που είχαν συνδέσει το νόμισμά τους με το ευρώ. Στην Ελλάδα όμως, εν μέσω κρίσης, ο Γ. Προβόπουλος ιεραρχεί ως πρωτεύοντας στόχο πολιτικής «τον άμεσο περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ για φέτος και την περαιτέρω μείωσή του περίπου κατά 1% του ΑΕΠ ετησίως την επόμενη τριετία, ώστε να μηδενιστεί το 2012. Η μείωση αυτή είναι εφικτή», τόνιζε μάλιστα στην ομιλία του τη Δευτέρα κατά την παρουσίαση της έκθεσης για τη νομισματική πολιτική 2008 – 2009. Κι ως δεύτερο στόχο έθετε «την ουσιαστική μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ κάτω από την τιμή αναφοράς της Συνθήκης του Μάαστριχτ (60%) μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, π.χ. εντός 10 ετών». Κατά την ομιλία του υπονόησε ακόμη και την ανάγκη αναθεώρησης της συλλογικής σύμβασης εργασίας καθώς για φέτος προβλέπει αυξήσεις 6% με προβλεπόμενο πληθωρισμό 1,8%! Μια ματιά να ρίξει κανείς στους υπέρμετρους στόχους που έθετε προεκλογικά η ΝΔ για το «νοικοκύρεμα» των δημόσιων οικονομικών (10 δισ. έλεγαν ότι θα εξοικονομήσουν από την κρατική σπατάλη) και την αποτυχία τους να τους πραγματοποιήσουν φαίνεται ανάγλυφα ότι ακόμη και η προσέγγιση των στόχων του Προβόπουλου θα σημάνει πρωτοφανούς αγριότητας μέτρα: απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, κάθετη μείωση των συντάξεων κι όχι απλά συγκρατημένες αυξήσεις ή πάγωμά τους όπως είχαμε μέχρι σήμερα, διακοπή χρηματοδοτήσεων σε υγεία, παιδεία, κλπ. Χώρια φυσικά που σε ότι αφορά τα πλέον ουσιώδη και δομικά χαρακτηριστικά, για παράδειγμα το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που το 2008 αυξήθηκε κατά 8% φθάνοντας στο 14,5% του ΑΕΠ ως αποτέλεσμα της αύξησης του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου το οποίο κινείται γύρω στο 19% του ΑΕΠ από το 2002, τα μέτρα του Γ. Προβόπουλου δεν θα επιφέρουν την παραμικρή βελτίωση. Αντίθετα θα βουλιάξουν τον ελληνικό καπιταλισμό κι ακόμη πιο βαθιά τους εργαζόμενους όπως συνέβη την τριετίας του Μητσοτάκη όταν επελέγη η πολιτική της βίαιης εκκαθάρισης ως διέξοδο από την κρίση. Σήμερα όμως μια τέτοια συσταλτική πολιτική (που δεν επιλέγεται από καμιά αστική τάξη) θα σημάνει την απότομη υποβάθμιση της θέσης ενός καπιταλιστικού σχηματισμού στον διεθνή ανταγωνισμό.

Άγρια λιτότητα υπό την επίκληση του ΔΝΤ (Πριν, 25/1/2009)

Χρονιά βαθιάς κρίσης το 2008

ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΤΟ 2009

Ούτε και οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί κατά την έναρξη του 2008 δεν μπόρεσαν να περιγράψουν το βάθος και την έκταση που προσέλαβε η οικονομική κρίση τη χρονιά που πέρασε. Πέρα για πέρα αντιπροσωπευτική του ευρύτερου κλίματος ήταν η κατακρήμνιση των χρηματιστηριακών δεικτών. Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τόκιο, την Ευρώπη και τους αναδυόμενους γίγαντες της Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας και Κίνας οι απώλειες που κατέγραψαν οι χρηματιστηριακοί δείκτες ξεπέρασαν το 40%. Η δε χρηματιστηριακή αξία, η κεφαλαιοποίηση των αγορών κατέγραψε ελεύθερη πτώση. Μόνο στη Νέα Υόρκη κατά το χρόνο που πέρασε παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη «εξαΰλωση» κεφαλαιακής αξίας από την εποχή της Μεγάλης Κρίσης του 1929, ύψους 6,9 τρισ. δολ. Στο σύνολο των διεθνών χρηματιστηρίων οι ζημιές που καταγράφηκαν ξεπερνούν τα 30 δισ. δολ., ποσό διπλάσιο από το ΑΕΠ των ΗΠΑ! Το συμπέρασμα πως η τρέχουσα κρίση είναι δομική και ιστορικού χαρακτήρα, κατά πολύ βαθύτερη από αυτή της δεκαετίας του ’70 επιβεβαιώνεται και από μια σειρά άλλα μεγέθη που εκφράζουν περισσότερο ευθύγραμμα τις τάσεις στο παραγωγικό κεφάλαιο και την ευρύτερη, πραγματική λεγόμενη οικονομία. Έτσι, αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης – συρρίκνωση δηλαδή του παραγόμενου προϊόντος, τεράστιες ζημιές ακόμη και χρεοκοπίες κολοσσών πολύ πέραν των τραπεζών, κάθετη πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, απολύσεις, μειώσεις μισθών και απότομη όξυνση του κοινωνικού ζητήματος μαζί με αλλεπάλληλες χρεοκοπίες τύποις πλέον κυρίαρχων κρατών συνθέτουν το πιο ζοφερό παζλ το οποίο δυστυχώς θα μας συντροφεύει και το νέο χρόνο. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι το 2009 θα κάνει την εμφάνισή του ένα νέο, μαζικό κύμα χρεοκοπιών, πολύ μαζικότερο σε σχέση με το 2008 όταν έγιναν για πρώτη φορά ορατά τα αποτελέσματα της κρίσης, καθώς η παρατεταμένη χαμηλή καταναλωτική ζήτηση και τα συνεχή προβλήματα ρευστότητας θα έχουν εξαντλήσει και τα τελευταία αποθέματα αντοχής των επιχειρήσεων. Το σαρωτικό κύμα χρεοκοπιών θα παρασύρει και τις τράπεζες καθώς τα προβληματικά δάνεια θα προσθέσουν ένα επιπλέον βαρίδι πλάι στις ζημιές που καταγράφουν εδώ και ένα χρόνο από τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις τους σε επενδυτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου. Εντελώς δικαιολογημένα λοιπόν η ελπίδα για ανάκαμψη μετατίθεται για μετά το 2011.

 Με το φόβητρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επιδιώκουν να κάμψουν τις αντιστάσεις και να γίνει δεκτό από τους εργαζόμενους ένα πρόγραμμα αντιδραστικών μέτρων βάρβαρης λιτότητας από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τον μανδύα της κοινοτικής επιτήρησης και αφορμή την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος πάνω από το 3%.

Παραμύθι η «θωρακισμένη» κι η «ισχυρή Ελλάδα»

 Η οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι πολύ χειρότερη απ’ αυτήν που παρατηρείται διεθνώς στο βαθμό που τα αποτελέσματα της σφοδρότατης οικονομικής κρίσης διαπλέκονται με τα μόνιμα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού παράγοντας ένα μίγμα πραγματικά εκρηκτικό. Η πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου το 2008 ισοδυναμούσε με την απόλυτη καταστροφή. (Η αξία της αναφοράς πηγάζει από την σημασία που είχε το ΧΑΑ στη χρηματοδότηση της αφρόκρεμας του ελληνικού κεφαλαίου, η οποία μάλιστα σε περιόδους έλλειψης κεφαλαίων και τραπεζικής στενότητας, όπως η σημερινή, καθίσταται πιο έντονη). Καμία άλλη χρονιά δεν χάθηκαν τόσα κεφάλαια, ενώ αυτή η εικόνα είναι πολύ χειρότερη απ’ ότι παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο διεθνώς. Από τις 5.207 μονάδες που βρισκόταν ο γενικός δείκτης στις 2 Ιανουαρίου του 2008 την τελευταία μέρα του χρόνου έφθασε τις 1.711, καταγράφοντας απώλειες πολύ πάνω του 60%. Από τα 197 δισ. ευρώ που ήταν η κεφαλαιοποίηση την τελευταία μέρα του 2007 συρρικνώθηκε στα 66 δισ., ενώ οι ρευστοποιήσεις μετοχών όλη τη χρονιά ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ ως αποτέλεσμα δύο συνισταμένων: Κατ’ αρχήν της αναζήτησης ασφαλέστερων τοποθετήσεων από επενδυτικά χαρτοφυλάκια σε κρατικά ομόλογα και δευτερευόντως των χαμηλών προσδοκιών κέρδους των μετοχών. Ρόλο ελκυστήρα στην ελεύθερη πτώση του χρηματιστηρίου έπαιξαν οι τραπεζικές μετοχές που κατέγραψαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Κι εδώ οι προβλέψεις για το άμεσο μέλλον είναι πραγματικά καταστροφικές με κορυφαία τραπεζικά ιδρύματα, όπως η Alpha, να συστήνουν στους επενδυτές «να αποφύγουν τις μετοχές των τραπεζών για το πρώτο εξάμηνο του 2009», κι άλλα όπως, της Eurobank, να διαπιστώνουν ότι «δεν αποκλείεται νέα κορύφωση της κρίσης»! Το ποδαρικό για το νέο έτος συμπληρώνει η σημαντική πτώση, ισοδύναμη του σοκ, των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε λιγότερο από 1% από 3% που ήταν φέτος, η πτώση της κατανάλωσης και η αύξηση της ανεργίας. Σε αυτό ακριβώς το έδαφος εμφανίστηκε η δημοσιονομική κρίση που είναι άμεσο αποτέλεσμα δύο διαδικασιών που δημιούργησε η οικονομική κρίση. Αρχικά της υστέρησης των δημόσιων εσόδων, λόγω της υποχώρησης της φοροδοτικής ικανότητας. Όταν τα μαγαζιά κυνηγούν τους πελάτες με το ντουφέκι, τι ΦΠΑ να αποδώσουν στο τέλος του μήνα; Κατά δεύτερο, των μέτρων δημοσιονομικής επέκτασης που υλοποιεί το κράτος για να στηρίξει τις τράπεζες άμεσα (βλ. 28 δισ.) και το κεφάλαιο ευρύτερα μέσω μιας μεγάλης γκάμας παροχών. Ακόμη κι έτσι λοιπόν φαίνεται ότι η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει δεν είναι «εισαγόμενη», όπως ισχυρίζεται σύσσωμη η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή για να αποφύγει να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που της αναλογούν, αλλά άμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής της, που δεν είναι δυνατό να μην είχε προβλεφθεί… Άλλωστε, δεν είναι και η πρώτη φορά που τους συμβαίνει. Παρά τις κουραστικά επαναλαμβανόμενους όρκους αφοσίωσης στη δημοσιονομική πειθαρχία, από το 2004 μέχρι και το 2007, επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια δηλαδή, μία μόνο χρονιά έπεσε το έλλειμμα κάτω από το όριο ασφαλείας του 3%, όπως έχει οριστεί από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Όλες τις υπόλοιπες χρονιές, περιλαμβανομένης κι αυτής που αποχαιρετήσαμε την Τετάρτη, το έλλειμμα ξεπερνούσε το 3%. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η απογείωση του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, όπως μετράται ως η διαφορά του επιτοκίου του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό (spread). Μια διαφορά που έχει φθάσει το 2,25% (όταν η αντίστοιχη διαφορά του ιταλικού επιτοκίου που κι αυτό έχει πάρει την άγουσα είναι 1,36%), υπογραμμίζοντας τις αποκλίνουσες τροχιές που αναπτύσσονται στο έδαφος της κρίσης και την όξυνση του ενδοκρατικού ανταγωνισμού. Τώρα ωστόσο η κοινοτική επιτήρηση θέτει σε κίνηση μια πολύ διαφορετική ποιοτικά διαδικασία που ισοδυναμεί με την υποβάθμιση της θέσης της Ελλάδας και την όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης – εξ ου και η συζήτηση περί ΔΝΤ. Συγκεκριμένα, οι ανακοινώσεις που θα γίνουν στις 19 Ιανουαρίου από τις Βρυξέλλες για την οικονομία των χωρών μελών της ΕΕ θα δώσει μεγαλύτερο βάθος στο πρόβλημα δανεισμού που αντιμετωπίζει το ελληνικό δημόσιο καθώς θα πρέπει να καταβάλλει διαρκώς μεγαλύτερο τίμημα για να συγκεντρώσει τα 60 δισ. που χρειάζεται το ελληνικό δημόσιο συνολικά (σύμφωνα με το ΙΟΒΕ) για το τρέχον έτος. Η αρνητική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει πόσο κούφιες ήταν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις περί «θωρακισμένης Ελλάδας» που διατυπώνονταν τόσο από τον αρμόδιο υπουργό όσο και από τον πρωθυπουργό μέχρι πριν λίγους μήνες. Το ίδιο ισχύει και για το ιδεολόγημα του αυτόκλητου σωτήρα, του Κ. Σημίτη, περί «ισχυρής Ελλάδας». Η τρέχουσα κρίση έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και το σαθρό χαρακτήρα των ιδεολογημάτων που επιστράτευσαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για να νομιμοποιήσουν τις αντιλαϊκές οικονομικές πολιτικές τους. Απαιτούνται ωστόσο εδώ ορισμένες διευκρινίσεις που δείχνουν ότι η διαδικασία την οποία εμφανίζουν λίγο – πολύ ως φυσική και αναπότρεπτη, δεν είναι καθόλου τέτοια. Αυτό που με επιμέλεια κρύβουν όσοι επικαλούνται την δήθεν αυστηρότητα των αγορών δίνοντας τους το δικαίωμα να αξιολογούν το αξιόχρεο κάθε χώρας ή κάθε επιχείρησης είναι ότι αυτό το έργο έχει εναποτεθεί σε μια σφηκοφωλιά η οποία κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει ότι είναι είτε ανίκανη, είτε «παπαγαλάκι» συμφερόντων, κραγμένο μάλιστα. Σε κάθε περίπτωση εντελώς αναρμόδια. Οι τρεις εταιρείες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (Fitch, S&P και Moody’s), αμερικανικές όλες, που εν είδει αδέκαστου κριτή αποφασίζουν πόσα αστεράκια θα συνοδεύουν τα ελληνικά ομόλογα και κατ’ επέκταση πόσα λεφτά θα πληρώσει ο κάθε εργαζόμενος στους νταβατζήδες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αυτές ακριβώς που όλα τα προηγούμενα χρόνια χαρακτήριζαν ως …διαμάντια τα τιτλοποιημένα δάνεια της αμερικανικής κτηματικής αγοράς. Από πρόεδροι κρατών (Σαρκοζύ, Μέρκελ, κ.α.) μέχρι καθηγητές αλλά και παράγοντες της αγοράς τούς έριχναν επί μήνες την πέτρα του αναθέματος αποδίδοντάς τους την ευθύνη για την φούσκα επειδή στα τοξικά ομόλογα χάριζαν την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία οδηγώντας και τα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια να τα εντάξουν στις τοποθετήσεις τους ή να τα αποδεχτούν ως εγγύηση για να εγκρίνουν δάνεια. Αυτές λοιπόν οι εταιρείες, που δεν είδαν καμιά απάτη στην αμερικανική αγορά υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων και κανονικά θα έπρεπε να είχαν κλείσει πληρώνοντας μάλιστα και πρόστιμα για τη ζημιά που προκάλεσαν, αποφαίνονται τώρα ότι το ελληνικό δημόσιο επειδή μπορεί να κηρύξει χρεοστάσιο θα πρέπει να πληρώνει κάτι τις περισσότερα για να δανείζεται! Αυτό που ωστόσο αποκαλύπτεται είναι δόλος και εξαπάτηση, καθώς ένας αποδεδειγμένα ανίκανος επισείει θεούς και δαίμονες έτσι ώστε οι αποδεδειγμένα απατεώνες να απαιτούν ληστρικά επιτόκια. Συνεργό σε αυτή τη διαδικασία έχουν και την ΕΕ. Γιατί, αν επιβληθεί το καθεστώς επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας οι εταιρείες αξιολόγησης όχι απλά θα επιβεβαιώσουν τις «ανησυχίες» τους, αλλά θα αποκτήσουν κι άλλες – είναι εξαιρετικά επικερδής διαδικασία άλλωστε. Η διαδικασία της επιτήρησης επομένως, πέραν των όσων επικαλείται, θα οξύνει το δημοσιονομικό πρόβλημα, καθώς θα κάνει επαχθέστερους τους όρους δανεισμού του ελληνικού δημοσίου και το δρόμο επιστροφής στην δημοσιονομική ομαλότητα ακόμη πιο μακρύ και ακανθώδη. Να σημειωθεί επιπλέον ότι η διαδικασία της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης στην Ευρώπη συνέβαλε καθοριστικά στην παράδοση του δημοσίου στις αρπακτικές διαθέσεις των αγορών χρήματος, καθώς με την εκκίνησή της, όπως αποφασίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, απαγορεύτηκε στις κεντρικές τράπεζες να εκτυπώνουν χρήμα για να καλύπτουν τις αυξανόμενες ανάγκες του δημοσίου και ορίστηκε ως μονόδρομος η προσφυγή στις αγορές δανείων για την κάλυψη των αναγκών. Προς όφελος φυσικά του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που είδε τις δουλειές του ν’ απογειώνονται με χορηγό τους δημόσιους προϋπολογισμούς, δηλαδή τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων. Η αυξανόμενη συζήτηση ωστόσο για τον κίνδυνο προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (έτσι ώστε να παρακαμφθούν τα ληστρικά επιτόκια της αγοράς και να βρεθούν δάνεια με χαμηλό επιτόκιο) και την κοινοτική επιτήρηση (που εμφανίζεται μάλιστα κι ως σωτήρια επειδή έτσι θα γλιτώσουμε από το ΔΝΤ) έρχεται να εξοικειώσει τους εργαζόμενους με το αντίτιμο που θα πληρώσουν: Ένα πρόγραμμα λιτότητας, που χωρίς καμία υπερβολή θα είναι πρωτοφανούς αγριότητας, χωρίς κανένα προηγούμενο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία της Ελλάδας. Ως συστατικά του στοιχεία θα περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες μέτρων. Το πρώτο θα αφορά τους μισθούς. Όπως πολύ πιθανά έγινε και στη Λετονία, όπου το πρώτο μέτρο που επέβαλε το ΔΝΤ ήταν η γενική μείωση των μισθών κατά 15%, η κοινοτική επιτήρηση θα σημάνει μειώσεις πραγματικών μισθών ή μηδενικές αυξήσεις και πάγωμα συντάξεων κι επιδομάτων ανεργίας, σε ένα περιβάλλον φυσικά συνεχών ανατιμήσεων. Η δεύτερη κατηγορία μέτρων θα αφορά το ασφαλιστικό, στην κατεύθυνση μείωσης των συντάξεων, αύξησης των ηλικιακών ορίων και επιδείνωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και αύξησης των εισφορών. Η τελευταία θα αφορά νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο την απορύθμιση της αγοράς εργασίας και τη διευκόλυνση της εισόδου πολυεθνικών επιχειρήσεων (βλ. μέτρα απελευθέρωσης κλειστών επαγγελμάτων).

 Σχεδιάζουν νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα»

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΘΑ ΕΠΙΒΑΛΕΙ Η ΣΥΖΗΤΟΥΜΕΝΗ «ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΩΝ»

Η κυβέρνηση ήδη στρώνει μεθοδικά το έδαφος για ένα νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» βαθιάς λιτότητας, ανάλογο αυτού που προσπάθησε να επιβάλλει ο Κ. Σημίτης ως υπουργός Οικονομίας στην κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου τη διετία 1985 – 1987. Εκείνη η αποστροφή του λόγου του Γ. Αλογοσκούφη για παράδειγμα στο Βήμα της προηγούμενης Κυριακής «για την πολιτική της ήπιας δημοσιονομικής προσαρμογής που εφαρμόσαμε τα τελευταία χρόνια» πολύ φοβόμαστε ότι δεν αποσκοπεί μόνο να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις για την άγρια πολιτική λιτότητας, αλλά προετοιμάζει τους όρους για δραματικά διαγγέλματα που λίγο – πολύ θα λένε «καλά φάγατε, καλά ήπιατε τόσα χρόνια τώρα περάστε απ’ το ταμείο». Όπως το έθεσε ο αρχιαποστάτης παραμονές Πρωτοχρονιάς: «Δεκαετίες ζήσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας, δανειζόμενοι και καταδικάζοντας τις επόμενες γενιές, ενώ ταυτόχρονα με πείσμα αρνηθήκαμε τις μεταρρυθμίσεις τις οποίες η σημερινή ευρωπαϊκή και παγκόσμια πραγματικότητα απαιτεί και τις οποίες εφάρμοσαν όλες οι άλλες χώρες της Ευρώπης. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι φυσικό η βαριά διεθνής οικονομική κρίση που ξέσπασε φέτος να μας προσγειώσει και να μας υποχρεώσει να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα»! Η επιβολή αυτών ακριβώς των βαθιά αντιλαϊκών μέτρων είναι το πραγματικό ζητούμενο πίσω από την κινδυνολογία του εφιάλτη Κ. Μητσοτάκη για τη «βοήθεια ξένων διεθνών οργανισμών», πίσω από την πρόταση των Χρ. Βερελή και Θ. Πάγκαλου για ανάθεση των οικονομικών σε ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, πίσω την «ιδέα» του νεοφιλελεύθερου Αλ. Παπαδόπουλου να ζητήσει η Ελλάδα αυτοβούλως έξωθεν επιτήρηση της οικονομίας της λόγω εγγενούς αδυναμίας να χειριστεί τα του οίκου της και πίσω από το πλασάρισμα του πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και νυν αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Λουκά Παπαδήμα, για να αναλάβει χρέη «τσάρου της Οικονομίας». Μια κυβέρνηση τεχνοκρατών δηλαδή, οικονομική χούντα στην πραγματικότητα, που θα αναλάβει να επιβάλλει τη λιτότητα χωρίς να πρέπει η ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ να πληρώσουν το τεράστιο πολιτικό κόστος που θα έχει ένα τέτοιο έκτακτο καθεστώς. Ειδικότερα όμως σ’ ότι αφορά τα παραπάνω στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που έχουν εχθρικές σχέσεις με την ηγετική ομάδα του Γ. Παπανδρέου ή είναι παραγκωνισμένα, στόχος των προτάσεών τους ήταν να στερήσουν από το ΠΑΣΟΚ την διαφαινόμενη νίκη, που δεν θα επιτευχθεί φυσικά τόσο εύκολα όσο δείχνουν τα γκάλοπ. Με τη στήριξη διαπλεκομένων δηλαδή που προσχηματικά επικαλούνται την οικονομική κρίση για να ξαναμοιράσουν την πολιτική τράπουλα, η πρότασή τους δεν βάλει κατά της ΝΔ αλλά του «δικού τους» κόμματος. Για αυτό και μόνο τον λόγο τα πυρά της Χαρ. Τρικούπη ήταν πολύ σφοδρότερα από τα πυρά που δέχτηκαν από την κυβέρνηση.

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

 Σε κρίση το μοντέλο ανάπτυξης

ΣΙΩΠΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ

Όσο σίγουρο είναι ότι πίσω από κραυγές αγωνίας της αστικής τάξης κρύβεται ένα πρόγραμμα άγριας κι εξοντωτικής λιτότητας, άλλο τόσο σίγουρο είναι πως τα προβλήματα τα οποία επικαλείται, οι λεγόμενες μακροοικονομικές ανισορροπίες, είναι υπαρκτά και μάλιστα η όξυνσή τους λόγω της κρίσης λειτουργεί απειλητικά για τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Πρόκειται συγκεκριμένα για την αλματώδη αύξηση του ελλείμματος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που έχει φθάσει στο τριτοκοσμικό 14% του ΑΕΠ και την άνοδο του δημόσιου χρέους που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εδώ και 15 χρόνια όλο λένε πως το μειώνουν, αλλά αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται στο 105% του ΑΕΠ. Οι αιτίες που επικαλούνται γι αυτή την κατάσταση είναι τόσο φαιδρές όσο και οι λύσεις που προτείνουν, αποκαλύπτοντας μια απίστευτη ένδεια. Ο Κ. Σημίτης για παράδειγμα στο πολυσυζητημένο άρθρό του στην Καθημερινή στις 21 Δεκεμβρίου 2008 έγραφε για το δημόσιο χρέος ότι «οι αιτίες της αύξησης είναι συναρτημένες με την πελατειακή νοοτροπία της κυβέρνησης και τη σταθερή επιδίωξη ενίσχυσης της εξουσίας της. Οι προσλήψεις την περίοδο 2004 – 2008 για παράδειγμα έφθασαν τις 60.000 περίπου με συνέπεια την αύξηση των μισθών που κατέβαλε η κυβέρνηση κατά 40%». Ο ιδρυτής της «ισχυρής Ελλάδας» δεν επικρίνει την κυβέρνηση για τα ρουσφέτια, αλλά επειδή κάνει προσλήψεις, παραβλέποντας τις τεράστιες ανάγκες ανθρώπινου δυναμικού που έχει ο δημόσιος τομέας αλλά και το γεγονός ότι το εν λόγω κονδύλι που το θεωρεί υπαίτιο της κρίσης στο σύνολο των δημόσιων δαπανών είναι αμελητέο! Οι προτάσεις του δε περιλαμβάνουν αυτά που έχει προγραμματίσει η ΝΔ, απλώς πιο γρήγορα. «Χρειάζεται ένα επεξεργασμένο σχέδιο συστηματικής και στοχευμένης ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες κατευθύνσεις. Η επιτάχυνση της κατασκευής των ήδη προγραμματισμένων έργων. Η προώθηση χωρίς καθυστέρηση των προγραμμάτων του Δ’ ΚΠΣ…». Στην πραγματικότητα αυτό που διέρχεται δομική κρίση είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και ενσωμάτωσης του στον διεθνή καταμερισμό που υιοθετήθηκε από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Στην πιο πρόσφατη εκδοχή του, από τη δεκαετία του ’80 εμβρυακά και τη δεκαετία του ’90 ολοκληρωμένα και συνειδητά, περιελάμβανε την χωρίς όρους και στρατηγικές ανάδειξης «εθνικών πρωταθλητών» ενσωμάτωση του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση. Η διαδικασία αυτή όμως σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή αποδεικνύει τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα, την εγγενή τάση που έχει να οξύνει τις ανισομετρίες, διαλύοντας τις αυταπάτες που συνόδευαν τα πρώτα της βήματα για μια άμβλυνση των διακρατικών ακόμη και περιφερειακών αντιθέσεων. Η ΕΕ και κατ’ επέκταση η ΟΝΕ δεν αποτελούν επομένως ασπίδα προστασίας της ελληνικής οικονομίας όπως προβάλλονται αναδεικνύοντας μόνο την νομισματική – συναλλαγματική πλευρά των διμερών οικονομικών σχέσεων, αλλά παράγοντα διαιώνισης και όξυνσης των διαρθρωτικών προβλημάτων της. Αυτά ωστόσο μένουν ασχολίαστα. Όπως και η κρίση που διέρχεται πλέον, σε βαθμό να έχει κλείσει τον κύκλο του ως ατμομηχανή ανάπτυξης, το μοντέλο αλματώδους αύξησης του ιδιωτικού δανεισμού που χρηματοδοτούσε τον τομέα των κατασκευών, αντιπροσωπεύοντας ο τελευταίος τη σημαντικότερη πηγή αύξησης του ΑΕΠ. Με το συνολικό ιδιωτικό χρέος να φθάνει το 2008 τα 248 δισ. (εκ των οποίων μόνο τα 132 δισ. να είναι επιχειρηματικό) ξεπερνώντας (όπως και το δημόσιο) το ΑΕΠ της χώρας που φθάνει τα 246 δισ. και μετά από τις φούσκες που έχουν σκάσει, τυχόν σχέδια και προσδοκίες διαιώνισής του ισοδυναμούν με οικονομική αυτοκτονία. Η τραγική ειρωνεία όμως είναι ότι η αστική τάξη δεν έχει να αντιπαραβάλλει κανένα εναλλακτικό σχέδιο απέναντι σ’ αυτό το κοινωνικά καταστρεπτικό και βαθιά ανορθολογικό μοντέλο. Έχει την αυταπάτη ότι θα καλύψει τις αντιφάσεις του με ένα πρόγραμμα λιτότητας διαρκείας που θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και θα μειώσει τις κοινωνικές παροχές, ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα τις κουκουλώσει όπως – όπως και για λίγα χρόνια. Στη χειρότερη γι αυτούς, θα μείνει στα χαρτιά, όπως έμεινε και του Σημίτη το 1986, λόγω της εργατικής πάλης.

Γάζα: Παρά τις εκατόμβες χωρίς κέρδη το Ισραήλ (Πριν, 17/1/2009)

Δράμα χωρίς τέλος είναι η ζωή του ενάμισι εκατομμυρίου Παλαιστινίων που εξακολουθούν να βρίσκονται στη Λωρίδα της Γάζας, υπομένοντας τον τρόμο που σκορπούν οι συνεχείς βομβαρδισμοί των Ισραηλινών. Την εβδομάδα που πέρασε η κτηνωδία των λυσσασμένων ισραηλινών σκυλιών ξεπέρασε κάθε όριο. Συνεχή χρήση βομβών λευκού φωσφόρου, που μπροστά τους οι ναπάλμ ωχριούν, βομβαρδισμός δημοσιογραφικών γραφείων ακόμη και κτιρίων του ΟΗΕ, την ίδια ώρα μάλιστα που ο γραμματέας του διεθνούς οργανισμού, ο παντελώς ανυπόληπτος λόγω του φιλοαμερικανισμού του, Μπαν Κι Μουν, συνομιλούσε με τον αφιονισμένο υπουργό Άμυνας Εχούντ Μπάρακ για τους όρους μιας πιθανής ανακωχής. Ακόμη λοιπόν κι αυτός αναγκάστηκε να καταθέσει δημόσια την οργή του…

Τίποτε όμως δεν μπορεί να παρηγορήσει αυτό τον λαό για τις θυσίες που κάνει, τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με τον ηρωισμό του. Η Γάζα πολεμώντας έναν εχθρό εξ ίσου μισητό με το Χιτλερισμό θα μείνει στην ιστορία ως μνημείο ηρωισμού, καρτερικότητας και αντίστασης για όλους του λαούς που μάχονται τον ιμπεριαλισμό. Το σύγχρονο Ισραήλ, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τη Ναζιστική Γερμανία. Σε πολλά αντίθετα την ξεπερνάει. Η ανοχή που επέδειξαν απέναντι στη χιτλερική Γερμανία οι Δυτικοί με το Σύμφωνο του Μονάχου κράτησε λίγα χρόνια. Το Εβραϊκό κράτος αντίθετα είναι επί δεκαετίες το χαϊδεμένο και το πιο καλά εξοπλισμένο παιδί των ΗΠΑ και πλέον, μετά την ειδική σχέση που ψήφισαν οι υπουργοί Εξωτερικών, και της ΕΕ, παρότι μάλιστα το ναυτικό του φθάνει να εμβολίζει ακόμη και πλοία με τη σημαία κρατών μελών της ΕΕ όπως συνέβη με τον Αρίωνα στα διεθνή ύδατα. Οι Παλαιστίνιοι είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, υπό την ανοχή της διεθνούς κοινότητας, από το 1948. Το Ισραήλ έχει οριστικά και αμετάκλητα μετατραπεί σε ένα ρατσιστικό κράτος, όπως το νοτιοαφρικανικό απαρτχάιντ, καρκίνωμα για όλον τον πολιτισμένο κόσμο κι όχι μόνο την περιοχή μας, χωρίς να υποστεί καμία κύρωση. Απαγορεύει την συμμετοχή στις εκλογές της 10ης Φεβρουαρίου και των τριών αραβικών κομμάτων που στην τωρινή βουλή είχαν τις 7 από τους 120 έδρες της Κνεσέτ, επειδή υποστηρίζουν το λαό της Γάζας, άρα και την… τρομοκρατία σύμφωνα με την Εκλογική Επιτροπή, και πάλι χωρίς καμία διεθνή αντίδραση! Βομβαρδίζουν μαζί με τα σχολεία του ΟΗΕ, ακόμη κι αυτή την ελάχιστη ανθρωπιστική βοήθεια που επιτρέπουν να περάσει στη μαρτυρική Γάζα υπό τις επευφημίες της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ισραηλινών που επιδοκιμάζει τους βομβαρδισμούς και μάλιστα τους απολαμβάνει οικογενειακά με κιάλια τελευταίας τεχνολογίας από τους διπλανούς λόφους. Το Ισραήλ απαγορεύει στην πράξη ακόμη και την αρωγή που προσφέρουν οι ανθρωπιστικές οργανώσεις (κάνοντας μας να νοσταλγούμε παλιότερους βομβαρδισμούς στους οποίους η ανθρωπιστική βοήθεια παρεχόταν αφιλοκερδώς και εν αφθονία) και πάλι χωρίς καμία διεθνή αντίδραση, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπως η Συρία, το Ιράν και η Βενεζουέλα.

Χωρίς δυστυχώς να μετράει τα θύματα που έπρεπε το εβραϊκό κράτος από την επίθεσή του στη Γάζα, ακριβώς πριν κλείσουν τρεις εβδομάδες φαίνεται να επιλέγει την υποχώρηση. Το βράδυ της Παρασκευής έγινε γνωστό ότι η ισραηλινή πλευρά δέχτηκε ένα σχέδιο μονομερούς κατάπαυσης του πυρός, το οποίο θα εγκρινόταν οριστικά το Σάββατο το βράδυ, βάση του οποίου θα διέκοπτε προσωρινά τους βομβαρδισμούς ενώ το κατά πόσο θα αποτελούσε το πρώτο στάδιο της ανακωχής θα κρινόταν από τη στάση της ηρωικής Χαμάς. Από το κατά πόσο δηλαδή θα διέκοπτε την εκτόξευση ρουκετών στις γειτονικές προς τη Γάζα ισραηλινές πόλεις. Η Χαμάς παρά τα τρομερά πλήγματα που έχει δεχτεί χάνοντας ουσιαστικά όλη την κτιριακή και υλικοτεχνική υποδομή που είχε δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια (με τη Σομαλία παρομοίαζαν πλέον τη Γάζα οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την Πέμπτη) δεν έχει πάψει να εξαπολύει τις ρουκέτες της (25 έριξε μόνο την Πέμπτη) που έχουν μετατραπεί σε σύμβολο της παλαιστινιακής αντίστασης και τίποτε άλλο στο βαθμό που ελάχιστα είναι τα αποτελέσματά τους σε ανθρώπινες ζωές από το στρατόπεδο του κατακτητή. Συνολικότερα τις τρεις αυτές εβδομάδες η σχέση των θυμάτων μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων παρέμενε σταθερά στη σχέση του 1 προς 10.

Το εβραϊκό κράτος λοιπόν φαίνεται να επιλέγει την αναδίπλωση, πως αναμενόταν. Γιατί πρώτο δεν μπορεί να φθάσει μέχρι τις εκλογές πολεμώντας με τη Χαμάς. Δεύτερο, κάθε βήμα προς το κέντρο της πόλης της Γάζας από δω και πέρα κινδυνεύει να ανατρέψει τη σχέση του 1:10 προς όφελος των Παλαιστινίων μια και η πρωτοβουλία των κινήσεων και των βολών φεύγει από τον ισραηλινό στρατό και περνάει στη Χαμάς. Το πολιτικό κόστος όμως από τα κουφάρια των ισραηλινών στρατιωτών που θα αρχίσουν να επιστρέφουν στο Ισραήλ δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει ούτε η μαινάδα Λίβνι, ούτε το σκυλί του πολέμου, Μπάρακ. Κατά τρίτο, η οκταετία Μπους σε δύο μέρες κλείνει κι επισήμως. Τα τετελεσμένα για το νέο πρόεδρο δημιουργήθηκαν κι είναι η ώρα για ένα ανέλπιστο σέρβις προς τη μεριά του με μια πιθανή πρωτοβουλία μονομερούς ανακωχής που του χαρίζει το φωτοστέφανο του ειρηνοποιού από τα αποδυτήρια κιόλας.

Παρά ωστόσο τα παραπάνω, παρά τις εκατόμβες νεκρών το Ισραήλ δεν διακόπτει ως νικητής την μάχη με τη Χαμάς. Γιατί κατ’ αρχήν η θέση της Χαμάς ενισχύθηκε. Οι Ισραηλινοί πίστευαν ότι όσο αυξάνονται οι νεκροί μεταξύ των αμάχων τόσο οι Παλαιστίνιοι θα στρέφονται κατά της Χαμάς αποδίδοντάς της την ευθύνη για τα δεινά τους. Η ισλαμική μαχητική οργάνωση όμως εξέρχεται από την μάχη της Γάζας με το φωτοστέφανο του ήρωα, όπως εξήλθε κι η Χεζμπολάχ από την μάχη των 33 ημερών το καλοκαίρι του 2006, βλέποντας το κύρος της να έχει εκτοξευτεί σε όλο τον αραβικό και τον μουσουλμανικό κόσμο κι όχι μόνο στην Παλαιστίνη. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η ηγετική εμφάνιση του πολιτικού ηγέτη της Χαμάς, Χαλίντ Μασάλ, προχτές στη Ντόχα του Κατάρ όπου συνεδρίαζε η αραβική σύνοδος, με την απουσία της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Σαουδικής Αραβίας που είχαν διαβλέψει το πολιτικό κλίμα, όπου ο ισχυρός άνδρας της Χαμάς κάλεσε τις αραβικές χώρες να επιβάλλουν εμπάργκο στο Ισραήλ και να διακόψουν τις διπλωματικές σχέσεις μαζί του. Το κάλεσμά του απευθυνόταν συγκεκριμένα στην Ιορδανία και την Αίγυπτο καθώς είναι οι μοναδικές αραβικές χώρες που διατηρούν μαζί του διπλωματικές σχέσεις, ένεκα φυσικά της αμερικανοδουλείας των δικτατορικών αυτών καθεστώτων και παρά τη θέληση των λαών τους. Στη Ντόχα ο Μεσάαλ επανέλαβε και τον όρο, που αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ για τη Χαμάς, για να συναινέσει σε μια ανακωχή: άνοιγμα όλων των σφραγισμένων πυλών που συνδέουν τη Γάζα με τον έξω κόσμο. Πρακτικά δηλαδή ακύρωση στην πράξη του αποκλεισμού που επιβλήθηκε στα 1,5 εκατ. των κατοίκων της Γάζας μετά τον Ιανουάριο του 2006, ως συλλογική τιμωρία επειδή ψήφισαν στις ελεύθερες και δημοκρατικές εκλογές που έγιναν τότε ψήφισαν τη Χαμάς. Η απροθυμία άλλωστε του Ισραήλ να εφαρμόσει αυτή τη δέσμευση που είχε αναλάβει τον Ιούνιο του 2008 όταν ξεκίναγε η εξάμηνη ανακωχή, ήταν και η βασικότερη αιτία για την οποία η Χαμάς δεν δέχτηκε να την ανανεώσει. Τι είχε να κερδίσει στο βαθμό που διαιώνιζε το φονικό εμπάργκο και την διαρκή ανθρωπιστική κρίση στη Λωρίδα της Γάζας που έχει καταδικάσει το 50% των κατοίκων της είναι άνεργοι και το 70% να επιβιώνουν κάτω από το όριο της φτώχειας, το 44% των παιδιών και των 53% των γυναικών να πάσχουν από αναιμία και το 18% των παιδιών να παρουσιάζει καθυστέρηση στην ανάπτυξη;

Από τη σύνοδο της Ντόχας όμως πέρα από τις αμερικανόδουλες κυβερνήσεις της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Σαουδικής Αραβίας έλειπε για τους ίδιους λόγους κι ο …ληγμένος πλέον πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, μια και η τετραετής θητεία του τερματίστηκε στις 9 Ιανουαρίου, οπότε μένει να δούμε τις αποφάσεις που θα λάβει κι οι οποίες θα κρίνουν τις εξελίξεις στο εσωτερικό των Παλαιστινίων. Προς το συμφέρον όλων θα ήταν να προκήρυσσε αμέσως εκλογές, ακόμη και διπλές αν συμφωνούσε κι η εκλεγμένη κυβέρνηση της Χαμάς που είναι η μοναδική εξουσία σήμερα στην Παλαιστίνη η οποία χαίρει λαϊκής νομιμοποίησης, με τη δέσμευση του φυσικά ότι θα σεβόταν και θα υπηρετούσε κάθε αποτέλεσμα, έτσι ώστε να δοθεί χρόνος για να αρθεί το εμπάργκο από το Κουαρτέτο (ΗΠΑ, ΕΕ, ΟΗΕ και Ρωσία) και να σημάνει μια νέα αρχή. Πρόκειται δυστυχώς για ενδεχόμενο που είναι σχεδόν αδύνατο όχι τόσο λόγω των ευθυνών που είχε ο Μαχμούντ Αμπάς για το πραξικόπημα που επιχείρησαν οι άνθρωποί του τον Ιούνιο του 2007 στη Γάζα, με προεξάρχοντα τον σκοτεινό Νταχλάν, όσο για τη στάση που υιοθέτησε αυτές τις 20 μέρες που τάραξαν τον κόσμο. Παρά την πίεση που του άσκησαν με συνεχείς ανακοινώσεις τους οι ηγεσίες αριστερών οργανώσεων, όπως το Λαϊκό Μέτωπο, να δηλώσει με ποιανού το μέρος τάσσεται, σφύριζε αδιάφορα. Αφού πρώτα με την έναρξη των βομβαρδισμών απέδωσε στη Χαμάς την ευθύνη για την επίθεση των Ισραηλινών στη Γάζα επειδή δεν ανανέωσε την εκεχειρία. Ως αποτέλεσμα «κάθε μέρα η αρχή, ο ηγέτης της, Μαχμούντ Αμπάς, και το κόμμα του, η Φατάχ, φαίνονται όλο και πιο στριμωγμένοι και περιθωριοποιημένοι, ακόμη και στις παλαιστινιακές πόλεις της Δυτικής Όχθης, τις οποίες ελέγχουν. Οι διαδηλωτές κατηγορούν τον Αμπάς ότι δεν κάνει αρκετά για να σταματήσει το μακελειό στη Γάζα. Οι δικοί του αξιωματικοί της αστυνομίας έχουν χρησιμοποιήσει κλομπ και δακρυγόνα ενάντια σ’ αυτούς τους διαδηλωτές. Όσες περισσότερες βόμβες πέφτουν στη Γάζα τόσο περισσότεροι φαίνεται να μεγαλώνει η υποστήριξη στη Χαμάς, σε βάρος της Παλαιστινιακής Αρχής που ήδη θεωρείται διεφθαρμένη και απόμακρη από τους καθημερινούς ανθρώπους», κατέληγε ο ανταποκριτής της Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν στην Ιερουσαλήμ στο ρεπορτάζ του την Πέμπτη 15 Ιανουαρίου.

Σε αυτό το νέο συσχετισμό δύναμης έγκειται η μεγαλύτερη, στρατηγικού χαρακτήρα ήττα των Σιωνιστών μετά την εισβολή στη Γάζα καθώς οι δυνάμεις της αντίστασης βελτίωσαν τη θέση τους, οπότε τώρα ποιος θα τολμήσει να περάσει τον Αμπάς στη Γάζα, επάνω σε ισραηλινό τανκς, όπως σκεφτόταν να κάνει το Ισραήλ ορίζοντας για παράδειγμα την Παλαιστινιακή Αρχή ως υπεύθυνη για την ανοικοδόμηση ή ζητώντας την εξουσία στην Αρχή με αντάλλαγμα να αρθεί ο αποκλεισμός…

Πρώτες πεθαίνουν οι ελπίδες για τον Ομπάμα (Πριν, 8/11/2008)

Μαζικό, λαϊκό ρεύμα υπέρ του Ομπάμα

ΤΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να υποτιμήσει τις άνευ πρόσφατου προηγουμένου προσδοκίες που έχει δημιουργήσει η απροσδόκητη εμφάνιση στην πολιτική κονίστρα και η μετεωρική άνοδος του Μπάρακ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ. Οι λαοθάλασσες που συγκεντρώνονταν για να τον ακούσουν, με αποκορύφωμα τους 200.000 ανθρώπους που μαζεύτηκαν το βράδυ της περασμένης Τρίτης στο Μεγάλο Πάρκο του Σικάγου, και κυρίως τα αποτελέσματα των εκλογών βεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται για μια αλλαγή ρουτίνας στον Λευκό Οίκο. Είναι κατ’ αρχήν η διαφορά των 6 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του Ρεπουμπλικανού υποψήφιου Μακ Κέην που έκανε το ποσοστό του 52% να φαντάζει εντυπωσιακό. Φαίνεται δε ακόμη εντυπωσιακότερο αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά υπερβαίνουν τα συνήθη επίπεδα των Δημοκρατικών: όχι μόνο του Κλίντον αλλά ακόμη και του Κάρτερ, που μετά βίας έφθασαν το 50,1%. Έπειτα είναι η σύνθεση των ψήφων του που συγκροτεί ένα εξαιρετικά δυναμικό κοινωνικό μίγμα. Ο 47χρονος γερουσιαστής μέχρι τώρα, που δεν είχε συμπληρώσει καν μια ολόκληρη θητεία στη Γερουσία όπου εξελέγη πρώτη φορά το 2005, σάρωσε στους μαύρους που τον ψήφισαν κατά 98%, τους Λατίνους που τον ψήφισαν κατά 66%, όσους ψήφιζαν για πρώτη φορά (68%) και τους νέους 18 – 29 ετών (συγκεντρώνοντας το 66% των ψήφων τους).

Το κοινωνικό ρεύμα που δημιουργήθηκε υπέρ του Ομπάμα υποκινήθηκε κατά μεγάλο μέρος από τον Μπους, κατ’ αναλογία της αθέλητης μεν, τεράστιας ωστόσο συνεισφοράς που είχε ο …Αλογοσκούφης στην πρόσφατη δημοσκοπική επιτυχία του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη δηλαδή κι ένας λιγότερο χαρισματικός Δημοκρατικός υποψήφιος να διεκδικούσε την προεδρία έπρεπε να προσπαθήσει για να χάσει, ειδικά μάλιστα από τον Τζον Μακ Κέην το βιογραφικό του οποίου έκανε έγκαιρα γνωστό ο Γκορ Βιντάλ: «Πήγε σε ιδιωτικό σχολείο και ήταν ο τελευταίος στην τάξη του. Συνέτριψε το αεροπλάνο του, κατέστη αιχμάλωτος πολέμου και τώρα προσπαθεί να εμφανιστεί ως ήρωας πολέμου». Προς επίρρωση μια σειρά στοιχεία που βεβαιώνουν την παντελή ανυποληψία της κυβέρνησης Μπους και των Ρεπουμπλικάνων και την ήττα συνολικότερα του νεοσυντηρητικού σχεδίου. Για παράδειγμα, εντός των ΗΠΑ τα ποσοστά επιδοκιμασίας της κυβέρνησης Μπους κυμαίνονται από 19% έως 20%. Ο Μπους δηλαδή τα καταφέρνει λίγο καλύτερα από τον Γέλτσιν την εποχή που γύρναγε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τρεκλίζοντας από το ποτό. Οι 4 στους 5 Αμερικάνους επίσης δηλώνουν ότι η χώρα τους κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Εκτός των ΗΠΑ τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για όσους επαγγέλονταν ένα «νέο αμερικανικό αιώνα» και χωρίς μάλιστα να ρωτηθούν οι λαοί της δικής μας περιοχής που γνώρισαν από πρώτο χέρι τις ωδίνες αυτής της τερατογένησης. Στο Μεξικό και τον Καναδά συγκεκριμένα, ο Μπους θεωρείται εξ ίσου επικίνδυνος για την παγκόσμια ειρήνη με το σύμβολο του απόλυτου κακού για την αμερικανική προπαγάνδα, τον πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Λίγο πιο ‘δώ τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για τη δημόσια εικόνα των ΗΠΑ μια, και όπως δείχνει έρευνα του BBC, οι κάτοικοι της Αιγύπτου και του Πακιστάν ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Αλ Κάιντα, προτιμούν τη δεύτερη!!!

Η αναστροφή αυτής ακριβώς της κατάστασης, η αναστήλωση δηλαδή της θέσης και του γοήτρου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είναι το έργο που έχει ανατεθεί στον πρώτο αφροαμερικανό πρόεδρο των ΗΠΑ.

Επιλέγοντας να συμμαχήσει στην προεκλογική περίοδο με πρόσωπα που εγγυώνται την συνέχιση της επιθετικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ο Μπάρακ Ομπάμα, αντί για παράδειγμα να ορίσει ως αντιπρόεδρό του τον αριστερό – για τα αμερικανικά δεδομένα – Τζ. Έντουαρντς, περιόρισε το εύρος της νίκης του και προδίκασε την κατεύθυνση που θα κινηθεί.

 

Το χαμήλωμα των – επικίνδυνων – προσδοκιών πρώτη προτεραιότητα του επιτελείου του νέου προέδρου

 

Από το μίγμα των ψηφοφόρων του Ομπάμα που περιγράψαμε στη διπλανή στήλη απουσιάζει με κραυγαλέο μάλιστα τρόπο ένα κοινωνικό στρώμα, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά του: η λευκή εργατική τάξη. Ειδικότερα, λευκοί απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – χωρίς δηλαδή πανεπιστημιακή παιδεία που (μαζί με τους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών και τους πλούσιους – για διαφορετικούς ωστόσο λόγους) ψήφισαν κατά προτίμηση τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων. Η απουσία του ήταν αναμενόμενη, από τη στιγμή που ο Ομπάμα αρνήθηκε να επιλέξει ως αντιπρόεδρό του τον Τζον Έντουαρντς, επίδοξο διεκδικητή του χρίσματος ο οποίος όμως αποχώρησε πολύ νωρίς. Ο Τζον Έντουαρντς όμως ήταν ότι πιο αριστερό έχει βγάλει το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα τα τελευταία χρόνια, έχοντας οργανικούς δεσμούς με τα αμερικανικά συνδικάτα και επιβεβαιωμένη από τις δημοσκοπήσεις υψηλή επιρροή στα «μπλε κολάρα». Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το αμερικανικό κατεστημένο τον έθεσε έγκαιρα εκτός μάχης με τον πιο σίγουρο και δοκιμασμένο τρόπο: βγάζοντας στη φόρα έναν παράνομο δεσμό του… Έτσι, ο Ομπάμα για την εξαιρετικά νευραλγική θέση του αντιπροέδρου (πολύ περισσότερο αν δούμε ότι κατά την οκταετία Μπους ο Ντικ Τσέινι λάβαινε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις) επέλεξε τον Τζον Μπάιντεν που είχε διατελέσει επί χρόνια πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας κι ο οποίος εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα εξασφαλίσει τη συνέχεια της ακολουθούμενης πολιτικής. Το ίδιο εγγυώνται και μια σειρά πρόσωπα που στήριξαν τον Ομπάμα: από την Μαντλίν Ολμπράιτ και τον Κόλιν Πάουελ, που πρώτος απέδειξε ότι δεν είναι και τόσο εξωτική επιλογή ο διορισμός ενός αφροαμερικάνου σε κρίσιμη πολιτική θέση, μέχρι τον Φουκουγιάμα.

Το κόστος που κατέβαλλε γι αυτή την επιλογή του ο υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν είναι αμελητέο, παρά τις σημαντικές εκλογικές επιδόσεις του. Γιατί, ο Ομπάμα μπορεί να υπερέβη τα ποσοστά του Κλίντον και του Κάρτερ εκλέγοντας 349 μέχρι στιγμής εκλέκτορες (ενώ απαιτούνται 270 για να ορίσουν πρόεδρο), χάρη στην άνοδο της συμμετοχής που έφθασε τα επίπεδα του 64% (για πρώτη φορά μετά το 1908), ωστόσο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις εκλογικές επιδόσεις του Ρόναλντ Ρέιγκαν ο οποίος στις ενδιάμεσες εκλογές του 1984 είχε πετύχει έναν ανεπανάληπτο εκλογικό και κατ’ επέκταση πολιτικό θρίαμβο που διαρκεί μέχρι σήμερα: Βάφοντας όλον, μα όλον τον εκλογικό χάρτη των ΗΠΑ κόκκινο, όπως είναι το χρώμα των Ρεπουμπλικάνων, με μοναδική εξαίρεση της Πολιτεία της Μινεσότας κατάφερε να εξασφαλίσει 525 από τους 538 βουλευτές, αφήνοντας στους Δημοκρατικούς μόνο 13! Η τοποθέτηση του πήχη σε αυτό το σημείο δεν είναι καθόλου τυχαία, γιατί το μεγάλο διακύβευμα με την εκλογή του Ομπάμα, τουλάχιστον για τις λαϊκές προσδοκίες που ξεσήκωσε, είναι το κατά πόσο θα σημάνει τον τερματισμό της μακράς συντηρητικής περιόδου που ξεκίνησε με την εκλογή του Ρέιγκαν το 1982, χωρίς η οκταετία του Κλίντον να την διαρρήξει, παρά μάλιστα τις ελπίδες που γέννησε για μια αντινεοφιλεύθερη στροφή όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στην από δω μεριά του Ατλαντικού. Παρόλα αυτά σε μόλις δύο χρόνια κι αφού είχε μεσολαβήσει η άτακτη υποχώρηση της Χίλαρι (με πολιτική ευθύνη του ίδιου του Κλίντον φυσικά) στο θέμα της καθολικής ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού, τα ποσοστά αποδοχής του μειώθηκαν στο 35%, ενώ το 65% των ψηφοφόρων του δήλωνε πως  δεν πρόκειται να τον ψηφίσουν για δεύτερη φορά. Η παρθενική εμφάνιση των νεοσυντηρητικών με το Συμβόλαιο για την Αμερική του Νιουτ Γκίνγκριτς την ίδια χρονιά και η συνεχής μείωση των ποσοστών του σε όλες τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις (έως ότου το σκάνδαλο με την Μόνικα Λεβίνσκι ήρθε να κλείσει με ατιμωτικό τρόπο την οκταετία του) περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα των αποφάσεών του, ενώ το κενό κάλυπτε κατά βήμα το ανερχόμενο νεοσυντηρητικό ρεύμα.

Το κόστος που κατέβαλε ο Ομπάμα από την απροθυμία του να συμμαχήσει με τον Τζ. Έντουρντς και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία της Αμερικής που είχε στοιχηθεί από πίσω του μετριέται και με πιο πρακτικούς όρους, όπως με την αποτυχία του για παράδειγμα να εκλέξει 60 γερουσιαστές στο σχετικό κοινοβουλευτικό σώμα οπότε θα στερούσε το δικαίωμα του βέτο από τους αντιπάλους του και θα μπορούσε να διαχειριστεί εν λευκώ την εξουσία του. Το θετικό αποτέλεσμα που θα είχε ο Ομπάμα αν στρεφόταν προς τα αριστερά δίνοντας τη θέση του αντιπροέδρου στον Έντουαρντς επιβεβαιώνεται από τα καλά αποτελέσματα που είχαν οι αριστεροί υποψήφιοι, υπερσκελίζοντας αθροιστικά τους ακροδεξιούς. Για παράδειγμα, ο Ραλφ Νέιδερ συγκέντρωσε 600.000 ψήφους (και 4 εκ. δολάρια οικονομικές ενισχύσεις), η Σίνθια Μακ Κίνεϋ 120.000 ψήφους (και 880.000 δολ.) ενώ η μητέρα του σκοτωμένου στο Ιράκ αμερικανού στρατιώτη και σύμβολο πια του αντιπολεμικού κινήματος Σίντι Σίχαν που έγινε γνωστή όταν κατασκήνωσε έξω από το ράντσο του Μπους για να απαιτήσει την επιστροφή του αμερικανικού στρατού κέρδισε στο Σαν Φραντζίσκο το 17,9% των ψήφων! Απέναντί της μάλιστα δεν είχε κάποιον συντηρητικό ή δεύτερης κλάσης δημοκρατική υποψηφιότητα αλλά την επικεφαλής των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, Νάνσι Πελόσι, που εκλέχτηκε για 12η φορά! Μη έχοντας όμως ο Ομπάμα μετά την 20η Ιανουαρίου, οπότε θα αναλάβει και επίσημα τα καθήκοντά του, την πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία θα είναι αναγκασμένος να παίρνει υπ’ όψη του τις θέσεις των Ρεπουμπλικανών για σημαντικά ζητήματα ή να επικαλείται προσχηματικά την άρνησή τους προκειμένου να τα απορρίπτει.

Ας μη βιαστεί κάποιος να χαρακτηρίσει ως ακραία υποθετικό και πρακτικά αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η σημερινή Γουόλ Στριτ Τζέρναλ αναφερόμενη στην ατζέντα του περιθωριοποιημένου πλέον εργατικού συνδικάτου AFL – CIO (όχι μόνο λόγω της γνωστής πολιτικής του κατεύθυνσης αλλά λόγω επίσης και του ότι μέλη του είναι μόνο το 7,5% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα από 20% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80) επικαλείται αυτήν ακριβώς την πλειοψηφία στην αμερικανική Γερουσία για να την απορρίψει! Πρόκειται ειδικότερα για ένα νομοσχέδιο (με τίτλο Νόμος για την Ελεύθερη Επιλογή του Εργαζομένου) το οποίο ο πρόεδρος του συνδικάτου χαρακτηρίζει ως «το σημαντικότερο θέμα που έχουμε» και η ακραία νεοσυντηρητική εφημερίδα προοικονομεί την ατυχή του κατάληξη λόγω της δικαιώματος βέτο των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, πριν ακόμη αναλάβει έργο η καινούργια Γερουσία! «Με τους Δημοκράτες να έχουν αποτύχει να κερδίσουν την κρίσιμη πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία μερικοί υποστηρίζουν πως τώρα είναι περισσότερο πιθανός ένας συμβιβασμός στην επίμαχη πρόβλεψη»!!!

Η παραπομπή στις ελληνικές καλένδες του αιτήματος της AFL – CIO δεν ήταν και το μοναδικό κρούσμα που το επιτελείο Ομπάμα θέλησε να αποστασιοποιηθεί από το ρεύμα το οποίο τον ανέδειξε, ελπίζοντας πως με την εκλογή του θα ξεκινήσει μια περίοδο σαρωτικών και άμεσων αλλαγών. Έτσι, για παράδειγμα, το ρεπορτάζ της προχτεσινής Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν για τη νέα αμερικανική ηγεσία άρχιζε με τα εξής: «Ο εκλεγμένος πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια να περιστείλει τις ασυνήθιστα υψηλές προσδοκίες μεταξύ των υποστηρικτών του που οι σύμβουλοί του φοβούνται και να θυμίσει στους Αμερικανούς ότι αν και κέρδισε τις εκλογές με μια πλατφόρμα αλλαγής οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι σημαντικές και θα πάρει χρόνο για να τις διαχειριστεί». Ξενερώνοντας μάλιστα ο ίδιος τις υψηλές προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί όταν απάντησε σε δημοσιογραφική ερώτηση για το τι πρέπει να αναμένεται τις πρώτες 100 μέρες από την εκλογή του παρέπεμψε τον δημοσιογράφο στις πρώτες 1.000 μέρες, δηλαδή στο πέρας της πρώτης τριετίας! Ρεπορτάζ των βρετανικών Τάιμς με τίτλο «Ο Μπάρακ Ομπάμα καταστρώνει σχέδια για να εκτονώσει τις προσδοκίες μετά τη εκλογική νίκη» ήταν επίσης αποκαλυπτικό για τα μετέπειτα σχέδια του διαδόχου του Μπους: «Σε συνέντευξη σε ραδιοφωνικό σταθμό του Κολοράντο εμφανίστηκε ήδη να επιδίδεται στο χαμήλωμα των προσδοκιών. Ερωτώμενος για τους στόχους του τις πρώτες εκατό ημέρες είπε ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να καταπιαστεί με τόσο μεγάλα και δαπανηρά ζητήματα όπως η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας, η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας και το Ιράκ. Τις τελευταίες επίσης μέρες υπενθύμιζε στα πλήθη πόσο δύσκολο θα είναι να πετύχει τους στόχους του κι ότι θα απαιτηθεί χρόνος». Κατά την προεκλογική περίοδο επίσης προσγείωσε τις προσδοκίες και σ’ ότι αφορά το βάθος των αλλαγών, υποσχόμενος δικομματική συναίνεση, για να του απαντήσουν εύστοχα ακόμη και οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 6 Νοεμβρίου πως «αν εργαστεί με τους Ρεπουμπλικάνους για να βρει κοινό έδαφος σε θέματα όπως το Ιράκ, η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή κινδυνεύει να αποξενωθεί από την προοδευτική του βάση»! Τις προσδοκίες  της «Ομπαμάνια» προσγείωσε χωρίς περιστροφές ο ανταποκριτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στην αμερικανική πρωτεύουσα γράφοντας, μια μέρα μάλιστα πριν τις εκλογές, πως «οι ομοιότητες με τον Τόνι Μπλερ είναι αδύνατο να παραβλεφθούν. Ο ενθουσιασμός μεταξύ των οπαδών του Ομπάμα δεν είναι απλά αφελής, αλλά αγγίζει την παραφροσύνη θυμίζοντας πολύ τον ενθουσιασμό στη Βρετανία το 1997 για τον Μπλερ. Θυμάστε πως όλα τελικά έγιναν δυνατά; “Τα πράγματα μπορούν μόνο να βελτιωθούν” Και δείτε τώρα πως κατάντησαν»!

Συνεχίζεται ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας! 

ΝΕΑ ΡΗΓΜΑΤΑ ΜΕ τους ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΧΥΣΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΖΕΙ Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

 

Δεν είναι συνεπώς καθόλου παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι το συνεχώς ογκούμενο ρεύμα που στήριξε τον Ομπάμα τους 21 αυτούς μήνες που διήρκεσε η προεκλογική εκστρατεία πολύ σύντομα θα ξεφουσκώσει, θα ηττηθεί. Αυτό άλλωστε επιδιώκει το ίδιο το επιτελείο του Ομπάμα. Κι αν δεν το καταφέρει με την πειθώ θα έρθουν οι πρώτες 100 μέρες, οπότε ανεξαρτήτως από τη θέληση του Ομπάμα, όλοι θα κάνουν έναν πρώτο απολογισμό για το κατά πόσο διαφορετική ήταν η θητεία του μαύρου προέδρου στον Λευκό Οίκο. Δεν αποκλείεται καθόλου βέβαια το διάστημα που μεσολαβεί η σημερινή ηγεσία να επιχειρήσει να προκαταβάλει την εξωτερική πολιτική του Ομπάμα, όπως άλλωστε είχε κάνει κι ο Μπους ο πρεσβύτερος εισβάλλοντας στη Σομαλία το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ήττας του από τον Κλίντον και της ενθρόνισης του τελευταίου στον Λευκό Οίκο.

Είναι όμως πολύ πιθανό ο Ομπάμα να μη χρειάζεται προβοκάτσιες στην εξωτερική του πολιτική (όπως ο αιματηρός βομβαρδισμός στη Συρία που πραγματοποίησαν οι αμερικανικές δυνάμεις από το Ιράκ πριν δύο εβδομάδες ή ο ακήρυχτος πόλεμος που είναι σε εξέλιξη κατά του Πακιστάν) προκειμένου να παγιδευτεί σε ένα νέο αδιέξοδο. Επιλέγοντας ο ίδιος το καλοκαίρι που μας πέρασε να εξαγγείλει ότι θα αναγορεύσει το Αφγανιστάν σε κεντρικό μέτωπο κατά της τρομοκρατίας εξασφάλισε κατ’ αρχήν τη διαιώνιση της αιματοχυσίας μια και έχει αποδειχτεί πλέον το αήττητο των Ταλιμπάν από τους Δυτικούς και πολύ χειρότερα ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης με τη Δυτική Ευρώπη, όπου μόνο το 43% του πληθυσμού της συμφωνεί με τον πόλεμο. Στις ΗΠΑ αντίθετα υπέρ του πολέμου τάσσεται το 76% των πολιτών.

Παράλληλα ο Ομπάμα έχει πάψει να μιλάει για υποχώρηση από το Ιράκ (πολύ πριν επισκεφθεί και προσκυνήσει το εβραϊκό λόμπι AIPAC ενώπιον του οποίου μίλησε για ενιαία και αδιαίρετη, δηλαδή εβραϊκή, Ιερουσαλήμ) αρνούμενος να θέσει έστω κι ένα μακρινό χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση του αμερικανικού στρατού.

Ολοκληρωτική διάψευση των προσδοκιών που δημιουργήθηκαν γύρω από το πρόσωπο του Ομπάμα θα επέλθει αν τυχόν και επιβεβαιωθούν επίσης τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα και ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ επιλέξει για το υπουργείο Άμυνας τον σημερινό υπουργό, το Ρόμπερτ Γκέιτς. Θα είναι μια επιλογή που θα ισοδυναμεί με την πλήρη υιοθέτηση της πολιτικής του Μπους από τον επόμενο πρόεδρο και την αδιατάρακτη συνέχισή της. Εξέλιξη που δεν πρόκειται να ξαφνιάσει αν πάρουμε υπ’ όψη μας τις «αξιοζήλευτες» επιδόσεις που είχαν ανέκαθεν οι Δημοκρατικοί στο μέτωπο των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων: Με τον Τζον Κένεντι να διατάζει την εισβολή στη Κούβα και το Βιετνάμ, τον Τζίμι Κάρτερ να εξοπλίζει το πρόπλασμα των Ταλιμπάν, τους Μουτζαχεντίν, στο Αφγανιστάν και τον Μπιλ Κλίντον να συνεχίζει την εισβολή στη Σομαλία, να επιβάλλει το εμπάργκο στο Ιράκ και να βομβαρδίζει τη Γιουγκοσλαβία, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο Μπάρακ Ομπάμα δεσμεύεται από μια πολιτική αρχών που αποκλείει τις επεμβάσεις.

Και στην ομιλία του άλλωστε το βράδυ του εκλογικού του θριάμβου δεν ξέχασε να κάνει επίδειξη δύναμης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, λέγοντας «σε εκείνους που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο – θα σας νικήσουμε»!

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το New New Deal είναι εδώ

ΚΑΜΙΑ ΧΑΛΑΡΩΣΗ

 

Όσο σφίγγες αποδεικνύονται οι Δημοκρατικοί απέναντι στην AFL – CIO αποκλείοντας από τώρα την ψήφιση του φιλεργατικού νόμου που ζητάει, άλλο τόσο απλόχεροι αποδεικνύονται απέναντι στο παραγωγικό κεφάλαιο δηλώνοντας ότι πρώτη τους προτεραιότητα είναι η χορήγηση στην υπό χρεοκοπία αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία ενός πακέτου διάσωσης ύψους 25 δισ. δολ. το οποίο θα αποτελέσει την κορωνίδα του πακέτου Πόλσον Νο 2, που είναι υπό επεξεργασία.

Η νέα κυβέρνηση του Ομπάμα σε αυτό τον τομέα, τον οικονομικό, είναι που θα κληθεί να δώσει τις σημαντικότερες εξετάσεις, έχοντας να διαχειριστεί ένα ναρκοπέδιο που ορίζεται από τις ακόλουθες τρεις διαστάσεις: Μια οικονομία που βρίσκεται στο μέσο της ύφεσης (με την κρίση που έχει τις αιτίες της και την αφετηρία της στην πτώση του ποσοστού κέρδους που πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 να έχει τώρα οδηγήσει χιλιάδες επιχειρήσεις στη χρεοκοπία και την καταναλωτική ζήτηση με τις βιομηχανικές παραγγελίες στο ναδίρ), μια κοινωνία που βλέπει τη θέση της να υποβαθμίζεται ραγδαία λόγω των απολύσεων και των ανισοτήτων (με την ανεργία τον Οκτώβριο να φθάνει το 6,5% από 6,1% τον Σεπτέμβριο, την ανέμελη άλλοτε Νέα Υόρκη να στέκεται στην ένατη θέση των πόλεων με τις μεγαλύτερες ανισότητες οδηγώντας τον ΟΗΕ να προειδοποιεί μέσα από πρόσφατη έκθεσή του για τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης και το προσδόκιμο ζωής των αφροαμερικάνων των ΗΠΑ να συγκρίνεται με αυτό της Κίνας και ορισμένων κρατιδίων της Ινδίας) και ένα δημόσιο ταμείο με όλο και μεγαλύτερα ανοίγματα (με το δημόσιο χρέος να έχει διπλασιασθεί κατά την διακυβέρνηση Μπους φθάνοντας τα 10 τρισ. δολ.) που δεν κηρύσσει πτώχευση λόγω της κινέζικης «γενναιοδωρίας».

Το περίγραμμα της στρατηγικής που θα εφαρμόσει ο Ομπάμα για να ξεπεράσει την οικονομική κρίση έχει ήδη αποφασισθεί και ορίζεται με τον καθόλου ευρηματικό αλλά ξεχειλίζοντα προσδοκιών τίτλο ως New New Deal, ο οποίος παραπέμπει στην κοινωνική συμφωνία που σύναψε ο Ρούζβελτ τη δεκαετία του ’30 – πολύ πιο δεξιά όμως! Ακρογωνιαίοι λίθοι της θα είναι η μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, ώστε να μην εμφανιστούν ξανά καταστροφές τύπου Κατρίνα, αυξημένες κρατικές επιχορηγήσεις που θα επιδιώξουν να αναστηλώσουν τις δημόσιες επενδύσεις κι ενδεχομένως μια ροή κρατικών κεφαλαίων προς νέες επενδύσεις σε λιγότερο κορεσμένους κλάδους και τομείς της πράσινης βιομηχανίας, όπως εναλλακτικές μορφές ενέργειας και ηλεκτρικά αυτοκίνητα, που αρχικά τουλάχιστον εγγυώνται υψηλότερα ποσοστά κέρδους. «Μία τέτοια μαζική πλημμυρίδα πολλών τρισ. δολ. μοιραία θα απαιτήσει συνεργασίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα» αναφέρει σε άρθρο προγραμματικού χαρακτήρα με τίτλο «The New New Deal» που φιλοξενείται στο τρέχον τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Φόρτσουν ο οικονομολόγος Τζέφρεϋ Σακς που έχει διαχωρίσει εδώ και χρόνια τη θέση του από τον καθαρό νεοφιλελευθερισμό. Αυτό που προτείνει όμως είναι – επί το ελληνικότερο – συγχρηματοδοτούμενα έργα, στο πλαίσιο των οποίων οι ιδιώτες αναλαμβάνουν τα κέρδη και ο δήμος το κόστος! Για τον τρόπο δε κάλυψης των διευρυμένων δημοσιονομικών αναγκών υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ που δεν έχουν ΦΠΑ «θα χρειαστούν ένα εθνικό φόρο προστιθέμενης αξίας ή κάποιου είδους φόρο επί των πωλήσεων ξεκινώντας πιθανά από ένα επίπεδο 5% (για να συγκεντρωθεί αρχικά το 3% με 5% του ΑΕΠ). Ο ΦΠΑ έχει αποδειχτεί έξυπνος φόρος, εστιάζοντας τη φορολογία στην κατανάλωση κι όχι στις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις». Έτσι όμως θα αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, που θα κληθούν με ένα πρωτότυπο – για τις ΗΠΑ – τρόπο να αναλάβουν το κόστος υπέρβασης της κρίσης. Φαίνεται λοιπόν ότι το New New Deal του Μπάρακ Ομπάμα (που παρά τις πολλές τομές που εγκαινίασε σε αυτές τις εκλογές συνέχισε την παράδοση να κερδίζει τις εκλογές όποιος συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσά ως δωρεές από το κεφάλαιο) δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά ένα νέο γύρο επίθεσης στα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, παρότι σοβαρές παράμετροι της νέας αυτής συμφωνίας μένει να καθορισθούν ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της κρίσης, του ανταγωνισμού μεταξύ των τμημάτων του κεφαλαίου και της ταξικής πάλης.

Στο οικονομικό πρόγραμμα του Μπάρακ Ομπάμα (που προβλέπονται φορολογικές ελαφρύνσεις οι οποίες θα αφορούν την ανάκληση μέρους και όχι του συνόλου του προκλητικά φιλικού προς τα υψηλά εισοδήματα προγράμματος φοροαπαλλαγών του Μπους) δεν περιλαμβάνονται πουθενά αυξήσεις σε μισθούς ή δημιουργία εγγυημένων από το κράτος θέσεων εργασίας. Αντίθετα, τόσο η αντιμετώπιση της ανεργίας όσο και η διεύρυνση της ασφαλιστικής κάλυψης αποθέτονται στις δυνάμεις της αγοράς, δηλαδή το κεφάλαιο, αποδεικνύοντας έτσι πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες που καλλιεργούνται για μια χαλάρωση της αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής και της επίθεσης του κεφαλαίου.

Βαθαίνει η ύφεση σε Ευρώπη – Ελλάδα (Πριν, 15/11/2008)

Δραματικές οι κοινωνικές συνέπειες

Νέοι πακτωλοί δημόσιου χρήματος για να αντιστραφεί η συρρίκνωση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ

Και επισήμως εισήλθε στην ύφεση η οικονομία της ευρωζώνης, σύμφωνα με τις προχτεσινές ανακοινώσεις της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, μια και για πρώτη φορά το ΑΕΠ συρρικνώθηκε για δύο συνεχόμενα τρίμηνα, ικανοποιώντας έτσι τον τυπικό ορισμό της ύφεσης. Με βάση λοιπόν τα στοιχεία της Γιούροστατ, το τρίτο τρίμηνο του 2008 η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών μειώθηκε κατά 0,2%, ενώ και το προηγούμενο, το δεύτερο τρίμηνο το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά το ίδιο ακριβώς ποσοστό. Η βύθιση της Ευρώπης στην ύφεση ήρθε ως αποτέλεσμα των αρνητικών εξελίξεων που καταγράφηκαν μόλις μια μέρα πριν στις σημαντικότερες οικονομίες της γηραιάς ηπείρου. Πρώτα και κύρια στη Γερμανία, που πέραν των πρωτείων που διατηρεί στην Ευρώπη είναι η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Το ΑΕΠ της ατμομηχανής της Ευρώπης το τρίτο τρίμηνο μειώθηκε κατά 0,5% όταν το προηγούμενο, το δεύτερο τρίμηνο είχε συρρικνωθεί κατά 0,4%. Οι προοπτικές δε που ήδη διαγράφονται είναι τόσο ζοφερές ώστε από την πρώτη της σελίδα η προχτεσινή Γουόλ Στριτ Τζέρναλ επεσήμαινε τον κίνδυνο να βρεθεί η Γερμανία αντιμέτωπη με τη χειρότερη ύφεση που αντιμετώπισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία από την ίδρυσή της, το 1949. Στην περίπτωση της Γερμανίας προκαλεί εντύπωση η σφοδρότητα με την οποία εμφανίστηκε η κρίση καθώς ούτε κερδοσκοπική αγορά ενυπόθηκων δανείων διέθετε, όπως για παράδειγμα οι ΗΠΑ, για να παρασύρει το σκάσιμό της στην ύφεση την ευρύτερη οικονομία, ούτε είχε επίσης πρόβλημα με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το διεθνή δανεισμό της και τα συναλλαγματικά της αποθέματα, όπως είχαν πολλές άλλες χώρες που ήδη στροβιλίζονται στην ύφεση, όπως η Ισλανδία, η Ουγγαρία κ.α. Ρόλο πυροκροτητή για τα δεινά της Γερμανίας, αφήνοντας εκτός μελέτης βαθύτερες αιτίες όπως η πτωτική πορεία του μέσου ποσοστού κέρδους, έπαιξε η υπερβολή εξάρτηση της οικονομίας της από τις εξαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών, που η ζήτησή τους είναι ιδιαίτερα ευπρόσβλητη από τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου, και η επιδείνωση των όρων δανεισμού, που έχει καταστήσει το χρήμα ακριβό και δυσεύρετο για το παραγωγικό κεφάλαιο. Αυτή την τάση μάλιστα δεν την ανέκοψαν ούτε οι μειώσεις των επιτοκίων του ευρώ που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οδηγώντας το βασικό επιτόκιο παρέμβασης στο 3,25%, ενώ θεωρείται βέβαιο πως τον Δεκέμβριο θα πάει ακόμη πιο κάτω. Με δεδομένη, ωστόσο, την πρόθεση όλων των κεντρικών τραπεζών να μειώσουν τα επιτόκια (και ορατή όμως τη σχετική εξάντληση των δυνατοτήτων που έχει κάθε νέα μείωση όσο τα μηδενικά επιτόκια γίνονται θέμα μίας ή δύο ανακοινώσεων) ο ΟΟΣΑ πρόβλεψε πως το 2009 όλες οι μεγάλες οικονομίες θα δουν το ΑΕΠ τους να συρρικνώνεται: των ΗΠΑ κατά 0,9%, της Ιαπωνίας κατά 0,1% και της ευρωζώνης κατά 0,5%. Για να αποτρέψουν μια χρόνια και βαθιά ύφεση (διετή στην καλύτερη περίπτωση όπως προέβλεψε από την Αθήνα ο αμερικανός οικονομολόγος, Νουριέλ Ρουμπίνι, που έγκαιρα είχε προβλέψει το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων) που θα γίνει ακόμη πιο απειλητική αν συνδυαστεί με χρόνιο αποπληθωρισμό, όπως συνέβη και στην Ιαπωνία τη δεκαετία του 1990, οι κυβερνήσεις είναι έτοιμες να προσφέρουν νέους πακτωλούς χρημάτων στο κεφάλαιο. Έτσι, πέραν των ενέσεων ρευστότητας με τις οποίες αναζωογονούσαν την τελματωμένη διατραπεζική αγορά και τα πακέτα σωτηρίας που έδωσαν αφειδώς στις τράπεζες όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μετά την αμερικανική, το νέο εργαλείο που επινόησαν για να αντιμετωπίσουν την ύφεση είναι πακτωλοί χρημάτων προς το παραγωγικό κεφάλαιο. Πρώτοι διδάξαντες οι αμερικάνοι Δημοκρατικοί που έταξαν στις αυτοκινητοβιομηχανίες 25 δισ. δολ., εκτός των 700 δισ. που καπάρωσαν οι κερδοσκόποι. Στη Γερμανία, σύμφωνα με προχτεσινό ρεπορτάζ της Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν, μετά τα 500 δισ. που έδωσε ο μεγάλος συνασπισμός στις τράπεζες, τώρα είναι έτοιμοι να εκταμιεύσουν ένα νέο πακέτο διάσωσης ύψους 50 δισ. το οποίο θα πάει κατ’ ευθείαν στην μεταποίηση. Απ’ αυτά τα χρήματα 15 δισ. θα δοθούν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις υπό τη μορφή δανείων για κεφάλαιο κίνησης (καθιστώντας βέβαιο πως ούτε ένα ευρώ δεν πρόκειται να δώσουν παρακάτω οι τράπεζες από τους πακτωλούς που πήραν), 3 δισ. για επενδύσεις που θα στοχεύουν στην μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, 3 δισ. για έργα υποδομής στις κοινότητες, 2 δισ. για επενδύσεις σε δρόμους και σιδηροδρόμους, κ.λπ. Πρόκειται για δαπάνες που αναδύουν μια νεοκεϋνσιανή οσμή, δικαιώνοντας εν μέρει και όσους μιλούν για ένα «πράσινο New Deal» τονίζοντας την φιλοπεριβαλλοντική διάσταση των μαζικών επενδύσεων που γίνονται. Παρόλα αυτά, το κοινωνικό τους πρόσημο είναι εντελώς αντιδραστικό καθώς μοναδικό τους ζητούμενο είναι η ανάταση του ποσοστού κέρδους κι η διευκόλυνση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου κι όχι η διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Το κριτήριο για παράδειγμα της δημιουργίας θέσεων εργασίας από χιλιόμετρα μακριά φαίνεται ότι απουσιάζει από τη γκάμα των κριτηρίων με βάση τα οποία επιλέγηκαν οι συγκεκριμένοι τομείς. Το ίδιο ισχύει και για τα περιβαλλοντικά διακυβεύματα. Στον αντίποδα αυτών, οι τεχνολογικές μεταβολές που έφεραν οι επενδύσεις στη Γερμανία τη δεκαετία του ’70 και του ’80 συνιστούσαν ένα πιο γνήσιο «πράσινο New Deal» στο βαθμό που επιβάλλονταν από τα κάτω και με όρους λαϊκής πάλης. Δευτερευόντως ή κατ’ ανάγκη ικανοποίησαν μια ανάγκη του κεφαλαίου, δημιουργώντας ένα συγκριτικό πλεονέκτημα και μια σχετική εξειδίκευση για τον αμερικανικό καπιταλισμό. Τώρα αντίθετα η επιδότηση του σχεδιασμού και της παραγωγής νέων υβριδικών αυτοκινήτων συνδυάζεται στη Γερμανία με φορολογικές απαλλαγές για την αγορά τους που ως αποτέλεσμα θα έχουν να πλημμυρίσουν οι γερμανικοί δρόμοι από μια νέα γενιά ΙΧ, τα οποία θα καταναλώνουν όμως λιγότερα καύσιμα ή ηλεκτρική ενέργεια, αντί για πετρέλαιο. Το αποτέλεσμα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνολικά θα είναι εις βάρος του περιβάλλοντος ακόμη κι αν οι ρύποι των καινούργιων ΙΧ επιβαρύνουν λιγότερο τη θερμοκρασία του πλανήτη. Το νέο New Deal, ωστόσο, είναι μαύρο σαν κατράμι αν δούμε ότι θα χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από τους φορολογούμενους, δεσμεύοντας πακτωλούς δημοσίων εσόδων για τη χρηματοδότηση του κεφαλαίου και στερώντας τους από την κοινωνία, που θα δει τα κονδύλια για την δημόσια υγεία, την παιδεία και τις πληρωμές μισθών, συντάξεων κι επιδομάτων ανεργίας να συρρικνώνονται σε δραματικά επίπεδα. Το πέρασμα της οικονομίας της ευρωζώνης στη φάση της ύφεσης ήρθε ως αποτέλεσμα αντίστοιχων αρνητικών εξελίξεων, πέρα από τη Γερμανία, και σε δύο ακόμη χώρες: την Ισπανία και την Ιταλία. Σημαντική επιβράδυνση εμφανίζουν οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ και στην Ελλάδα, κινούμενοι στο 3,1% για το τρίτο τρίμηνο, έναντι 3,6% για το προηγούμενο τρίμηνο, Απριλίου – Ιουνίου, προδικάζοντας μια απότομη επιδείνωση του κοινωνικού ζητήματος το αμέσως επόμενο διάστημα, δηλαδή το χειμώνα που έρχεται. Ήδη όλα τα στοιχεία που αποτελούν τους ευαίσθητους σεισμογράφους της ελληνικής οικονομίας κινούνται στο κόκκινο. Με βάση στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το ΠΑΣΟΚ την εβδομάδα που πέρασε (επικρίνοντας την κυβέρνηση από νεοφιλελεύθερες θέσεις – «επί τέσσερα χρόνια δεν προχώρησε σε καμιά διαρθρωτική αλλαγή στην οικονομία, στη λειτουργία της αγοράς, και στην ανταγωνιστικότητά της», τόνισε ο Μιχ. Χρυσοχοΐδης σε συνέντευξη Τύπου) η ύφεση είναι εδώ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν πληρούνται ακόμη οι τεχνικές προϋποθέσεις του ορισμού. Για παράδειγμα ο δείκτης πωλήσεων στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων είναι –8,6%, στα τρόφιμα και ποτά -6,48%, στα φαρμακευτικά και καλλυντικά προϊόντα -18%, στην ένδυση και υπόδηση -40,5%, στα έπιπλα, ηλεκτρικά είδη και οικιακό εξοπλισμό -18%, στα βιβλία και χαρτικά είδη -26%, κοκ. Οι ακάλυπτες επιταγές γίνονται ολοένα και περισσότερες κοκ. Ο νέος προϋπολογισμός που θα παρουσιαστεί την εβδομάδα που ξεκινάει θα ελίσσεται ανάμεσα σε αυτές τις τρεις συμπληγάδες: Των οριακών ρυθμών μεγέθυνσης που για το νέο χρόνο προβλέπεται να κινηθούν στη ζώνη του λυκόφωτος του 1%, της ελεύθερης πτώσης της καταναλωτικής ζήτησης ως αποτέλεσμα της ανεργίας και της φτώχειας που εισάγει την καπιταλιστική οικονομία σε ένα φαύλο κύκλο καθοδικής πορείας κι επίσης της κάθετης μείωσης των δημοσίων εσόδων με τη «μαύρη τρύπα» που αφήνει η κάτω των στόχων αύξηση των εσόδων κι η επιτάχυνση της αύξησης των δημοσίων δαπανών να διευρύνεται συνεχώς. Αυτά όλα τα προβλήματα δεν θα εμποδίσουν την κυβέρνηση να φέρει στη Βουλή την Τρίτη το νομοσχέδιο για την επιχορήγηση των τραπεζών με 28 δισ. ευρώ, επιβάλλοντάς τους να δεχτούν την κρατική επιδότηση προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες μελλοντικές υποχρεώσεις τους (όπως διεξοδικά αναλύεται στη διπλανή στήλη), αλλά και στις ζημιές που ήδη εισάγουν από την κερδοφόρα κατά το πρόσφατο παρελθόν ιμπεριαλιστική υπερέπεκταση τους στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη που τώρα δοκιμάζονται από την κρίση – όπως τηρουμένων όλων των αναλογιών πλήρωσαν και οι ισπανικές πολυεθνικές την επέκτασή τους στη Λατινική Αμερική. Η κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί αρχικά να σταθεί πάνω από τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς που ωθούν τους μεγαλοτραπεζίτες να αντιμετωπίζουν την κρίση ρευστότητας ως μια ιδανική ευκαιρία για να βγουν από την αγορά όσες τράπεζες έχουν πρόβλημα ρευστότητας και για ένα γύρο εξαγορών και συγχωνεύσεων που θα δώσει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα μια πιο ολιγοπωλιακή οργάνωση. Τα ανηλεή, δημόσια χτυπήματα του Βγενόπουλου της Μαρφίν προς την Γιούρομπανκ και τον ίδιο τον Λάτση την εβδομάδα που πέρασε έφεραν στην επιφάνεια τον πόλεμο που μαίνεται εδώ και εβδομάδες πίσω από τις κουρτίνες, με αποτέλεσμα μόνο η Αγροτική Τράπεζα να έχει δηλώσει ότι θα συμμετάσχει στο μεγάλο φαγοπότι, ενώ οι υπόλοιπες μέχρι στιγμής αρνούνται. Άλλες γιατί θέλουν να εμφανίζονται ως νησίδες σταθερότητας επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο να αυξήσουν τα μερίδιά τους στις καταθέσεις κι οι υπόλοιπες για να μη δείξουν τη γύμνια τους, προτιμώντας να τα παίρνουν από τον κόσμο με τα ψηλά γράμματα… Στην πράξη όμως η κυβέρνηση της ΝΔ υποτάσσεται σε αυτούς τους ανταγωνισμούς και δουλεύει για λογαριασμό των μεγαλοτραπεζιτών όπως δείχνει τόσο η απροθυμία της να βάλει μπροστά τις τρεις εναπομείναντες δημόσιες τράπεζες (Αγροτική, Ταμιευτήριο και Ταμείο Παρακαταθηκών) για να αλλάξουν τους όρους του παιχνιδιού στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, όσο και η συμμόρφωσή της με τους όρους που τελικά θέτουν.