Εμπορευματοποίηση ίσον πείνα (Πριν, 20/4/2008)

Λαϊκές εξεγέρσεις και αποσταθεροποίηση

ΦΡΕΝΗΡΗΣ ΑΝΟΔΟΣ ΤΙΜΩΝ

Τους τεράστιους κινδύνους που δημιουργούνται για τη διεθνή σταθερότητα από την ξέφρενη πορεία των τιμών των τροφίμων επεσήμαναν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο οι επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας κατά τη διάρκεια κοινής τους συνεδρίασης που είχε ως αντικείμενο τις εφιαλτικές διαστάσεις που λαμβάνει το πρόβλημα της πείνας.

Πρόκειται για ένα πρόβλημα πρωτοφανές και τρομακτικό. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 2007, όταν η τιμή του σιταριού και του ρυζιού αυξήθηκε κατά 77% και 16% αντίστοιχα, οι περισσότεροι πίστευαν πως τα χειρότερα είχαν περάσει. Έτσι πίστευαν μέχρι που κύλησαν οι πρώτοι μήνες του 2008 και φτάσαμε η τιμή του ρυζιού μόνο κατά τη διάρκεια αυτών των 3,5 μηνών να αυξηθεί κατά 141% και η τιμή μιας ποικιλίας σιταριού μόνο μέσα σε μια μέρα να αυξηθεί κατά 25%! Με συντηρητικότατες στρογγυλοποιήσεις υπολογίζεται πως οι τιμές αυτών των τροφίμων κατά την τελευταία τριετία έχουν αυξηθεί κατά 180%. Ίδια και χειρότερη είναι η κατάσταση που επικρατεί στη τιμή του καλαμποκιού. Στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγου τα μελλοντικά συμβόλαια αγοράς του έφθασαν την τελευταία εβδομάδα στη τιμή ρεκόρ των 6,16 δολ. το μπούσελ, που ισοδυναμεί με μια αύξηση της τάξης του 30% στην τιμή του κατά τους τελευταίους τρεις μήνες. Μια τέτοια έκρηξη τιμών ισοδυναμεί με θάνατο. Οι συνέπειες που θα έχει η άνοδος των τιμών των τροφίμων για το 1 δισ. ανθρώπων που ζουν με 1 δολ. την ημέρα και το 1,5 δισ. επιπλέον που ζουν με εισόδημα μεταξύ 1 και 2 δολ. ισοδυναμεί με τη ρίψη δεκάδων πυρηνικών βομβών στα πιο πυκνοκατοικημένους και πολύβουους τροπικούς της εξαθλίωσης που ήδη υποσιτίζονται παραμένοντας στη ζωή λόγω ενός μπολ με ρύζι που τους χορηγεί κάθε μέρα η διεθνής βοήθεια.

Οι αιματηρές εξεγέρσεις που έχουν σημειωθεί μέχρι στιγμής στο Καμερούν, τη Μαυριτανία, τη Μοζαμβίκη, τη Σενεγάλη, τη Μπουρκίνα Φάσου, τις Φιλιππίνες, την Ινδονησία, την Αίγυπτο, το Μεξικό και αλλού αλλά περισσότερο ο κίνδυνος ενίσχυσης των ριζοσπαστικών ισλαμικών κινημάτων σε χώρες όπως η Υεμένη ή η σοβαρή πιθανότητα να επαναληφθούν πολιτικές ανατροπές όπως η παραίτηση του πρωθυπουργού που συνέβη στη φτωχότερη χώρα της αμερικανικής ηπείρου, την Αϊτή, κάτω από την πίεση δεκάδων χιλιάδων απελπισμένων που φώναζαν «πεινάμε», ώθησαν τους δύο ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου για 33 χώρες!

 
Μια σειρά από δευτερεύουσες αιτίες (πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου, κλιματικές αλλαγές, σημαντική άνοδο της τιμής του πετρελαίου και των λιπασμάτων) και δύο σημαντικές που είναι η χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση και η παραγωγή βιοκαυσίμων οδήγησαν την τιμή των τροφίμων στα ύψη, εκατομμύρια ανθρώπους στην πείνα και χιλιάδες στο θάνατο.

Η πλήρης υπαγωγή της παραγωγής τροφίμων στους νόμους της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης έφερε τη δυστυχία

 

Το πιο λυπηρό ωστόσο για τους χιλιάδες ανθρώπους που χάνουν ακόμη κι αυτό το μπολ με το ρύζι και η ζωή τους κρέμεται πλέον από μια κλωστή είναι ότι η άνοδος των τιμών των τροφίμων δεν είναι ένα πρόσκαιρο φαινόμενο που σύντομα θα διορθωθεί. Αλλά αντίθετα, η πρόσφατη εκτίναξη των τιμών των βασικών τροφίμων σηματοδοτεί το τέλος της εποχής των φθηνών τροφίμων που ξεκίνησε την πρώτη μεταπολεμική περίοδο και την είσοδο σε μια νέα εποχή ακριβών και δυσεύρετων τροφίμων ως αποτέλεσμα της υψηλής τιμής τους και όχι φυσικά της δυνατότητας τους να παράγονται απρόσκοπτα, σε υπεραρκετές ποσότητες για να τραφεί ολόκληρος ο πληθυσμός της γης και σε ποιότητα τέτοια που εγγυάται μια υψηλού επιπέδου διαβίωση.

Το καθόλου αισιόδοξο αυτό συμπέρασμα αποκαλύπτεται αν δούμε τις αιτίες που οδήγησαν την τιμή των τροφίμων στα ύψη.

Ξεκινώντας από τα λιγότερο σημαντικά έχουμε τις αρνητικές συνέπειες από την αλλαγή του κλίματος, όπως εκδηλώθηκε με τυφώνες, κυκλώνες και πλημμύρες, στις Φιλιππίνες, το Μπαγκλαντές και το Βιετνάμ αντίστοιχα που κατέστρεψαν τεράστιες καλλιέργειες, χωρίς ωστόσο να μειώσουν την παραγωγή ρυζιού, που αναμένεται να αυξηθεί φέτος κατά 2%.

Μια δεύτερη, σοβαρότερη, αιτία που ωθεί τις τιμές των τροφίμων προς τα πάνω είναι η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου. Και δεδομένου ότι τα συμβόλαια κλείνονται ακόμη στο αμερικανικό νόμισμα μια άνοδος της τιμής τους κλήθηκε να αντισταθμίσει ή να περιορίσει έστω τις ζημιές από την πτώση του δολαρίου όταν τελικά αυτά μετατρέπονται στο εθνικό νόμισμα.

Κατά τρίτο, η τιμή των τροφίμων αυξήθηκε λόγω των υπέρογκων αυξήσεων που έχει σημειωθεί στο κόστος παραγωγής τους. Σε εκείνα τα στοιχεία κόστους για την ακρίβεια που δεν αφορούν εργατικούς μισθούς αλλά αποτελούν εισροές του πολυεθνικού κεφαλαίου, όπως είναι τα καύσιμα και τα λιπάσματα. «Στην Ταϊλάνδη και την Ινδονησία οι αγρότες παραπονιούνται για την απότομη άνοδο της τιμής των λιπασμάτων και του πετρελαίου», έλεγε από την πρώτη της σελίδα η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ τη Δευτέρα που μας πέρασε, δείχνοντας ότι τα δεινά των καλλιεργητών της Πελοποννήσου και των κτηνοτρόφων της Ηπείρου ξεπερνούν κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα. Και συνέχιζε: «Στα αμερικανικά μεσοδυτικά οι τιμές της γης έχουν εκτοξευθεί, μαζί με το κόστος της ενέργειας και των χημικών. Η τιμή της φωσφορικής αμμωνίας, ενός κοινού λιπάσματος είναι τώρα περίπου 1.200 δολάρια ο τόνος στις ΗΠΑ πάνω από τα 450 δολ. που στοίχιζε ο τόνος ένα χρόνο πριν». Οι εξαθλιωμένοι του Τρίτου αλλά και του Τέταρτου κόσμου λοιπόν οδηγούνται στο θάνατο και τη χρόνια στέρηση για να αυξηθούν τα κέρδη της χημικής και πετρελαϊκής βιομηχανίας.

Κυρίως όμως για να γιγαντωθούν τα κέρδη του χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Η κατ’ εξοχήν αιτία που έχει οδηγήσει στη στρατόσφαιρα τις τιμές των βασικών τροφίμων είναι ο άνευ προηγουμένου τζόγος που συντελείται στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγο με αντικείμενο τα τρόφιμα. «Στην αγορά του Σικάγου όπου διαπραγματεύονται 25 αγροτικά προϊόντα ο όγκος των συμβολαίων έχει αυξηθεί κατά 20% από την αρχή του έτους και τώρα έχει φθάσει το επίπεδο των 1 εκ. συμβολαίων τη μέρα. Σύντομα δε θα ξεπεράσει το ρυθμό αύξησης όλου του 2007. Τα κεφάλαια αντισταθμιστικού κινδύνου δραστηριοποιούνται τώρα στα εμπορεύματα και παίζουν στα μελλοντικά συμβόλαια όπου καθημερινά συμφωνείται η μελλοντική παράδοση πάνω από 30 εκ. τόνων σόγιας. Αγοράζουν ακόμη και τις εταιρείες που προμηθεύουν», τόνιζε ανάλυση του διακεκριμένου αρθρογράφου Ουίλιαμ Πφαφ στους Νιου Γιορκ Τάιμς την Πέμπτη 17 Απρίλη. Και συνέχιζε: «Το επιχείρημα μερικές φορές υποστηρίζει ότι η κερδοσκοπία είναι αδύνατη επειδή οι κερδοσκόποι επί των μελλοντικών δεν θα παραλάβουν ποτέ. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κερδοσκοπία είναι εξόχως καταστροφική για την πραγματική αγορά. Οι μελλοντικές αγορές αγροτικών προϊόντων ήταν κατά παράδοση το μέσο δια του οποίου ένας περιορισμένος αριθμός διαπραγματευτών σταθεροποιούσε τις μελλοντικές τιμές του εμπορεύματος και επέτρεπε στους αγρότες να χρηματοδοτούνται μέσω των μελλοντικών πωλήσεων. Οι κερδοσκοπικές αγορές δεν έχουν κανένα άλλο σκοπό πέρα από το να φέρουν χρήματα στους κερδοσκόπους, που κρατούν τα συμβόλαιά τους για να οδηγήσουν προς τα πάνω τις τρέχουσες τιμές όχι με την πρόθεση να πουλήσουν τα εμπορεύματα στην πραγματική μελλοντική αγορά αλλά για να ξεφορτώσουν τους τίτλους κατοχής τους σε μια τεχνητά πληθωρισμένη αγορά, εις βάρος του πραγματικού καταναλωτή. Ακόμη και το ευρύ κοινό μπορεί τώρα να παίξει στο κερδοσκοπικό παιχνίδι. Οι περισσότερες τράπεζες προσφέρουν επενδυτικά κεφάλαια που εξειδικεύονται στα μέταλλα, το πετρέλαιο και, πιο πρόσφατα, στα διατροφικά προϊόντα. Προκαλεί κατάπληξη που στην παρούσα κατάσταση οι διεθνείς χρηματοοικονομικοί θεσμοί έχουν κάνει ελάχιστα για να ελέγξουν ή να αποβάλλουν αυτή την παρασιτική και αντικοινωνική πρακτική. Ο μύθος της φιλάγαθης και αμερόληπτης αγοράς κυριαρχεί ενάντια σε όλες τις αντίθετες ενδείξεις», σχολιάζει στο τέλος της αποκαλυπτικής του ανάλυσης ο αμερικανός αρθρογράφος.

Αυτό που κατά συνέπεια μεσολάβησε για να πουλιέται το καλαμπόκι σα χαβιάρι είναι μια πλημμυρίδα διαθέσιμων κεφαλαίων η οποία ξεβράστηκε από τα κλασικά χρηματιστήρια διαπραγμάτευσης μετοχών και το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα λόγω της κρίσης που έχει ξεσπάσει από τον Αύγουστο του 2008 η οποία πλέον έχει εγκατασταθεί στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων, εκτινάσσοντας τις τιμές τους. Το πρόβλημα ωστόσο δε δημιουργήθηκε πριν οκτώ μήνες. Η άνοδος των τιμών είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται τα τελευταία τρία χρόνια και ξεκίνησε πολύ πριν σκάσει η φούσκα στα στεγαστικά δάνεια των φτωχών. Πρακτικά συμπίπτει με την απόσυρση των σημαντικότερων σε έκταση και βάθος κρατικών προστατευτικών παρεμβάσεων στην αγορά και την πλήρη φιλελευθεροποίησή της, όπως βεβαιώνει η κάθετη άνοδος του όγκου των εμπορευμάτων που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο του Σικάγο, σε αντίθεση με άλλες εποχές. Το άνοιγμα της αγοράς επιβλήθηκε στο πλαίσιο των πολυμερών συμφωνιών που υπογράφονταν από τη δεκαετία του ’80 ακόμη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου παλιότερα σε πλανητικό επίπεδο και όσων επέβαλλε η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το καρότο δε για την εφαρμογή τους ήταν η πτώση των τιμών! Το επίμετρο πίσω από κάθε έκκληση φιλελευθεροποίησης ήταν: ανοίξτε την αγορά, έτσι ώστε να λειτουργήσει απρόσκοπτα ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης, και οι πρώτοι που θα επωφεληθούν θα είναι οι φτωχοί γιατί μαζί με τις επιδοτήσεις θα πέσουν και οι τιμές. Κι αυτό που πέφτει τελικά κάτω είναι τα εκατομμύρια των φτωχών του Τρίτου Κόσμου λόγω ζάλης από την πείνα.

Οι τεράστιες ευθύνες της άκρατης εμπορευματοποίησης για την άνοδο των τιμών των τροφίμων ομολογούνται απερίφραστα ακόμη και από έντυπα που ομνύουν στην ελεύθερη αγορά, όπως ο Εκόνομιστ που στο τρέχον τεύχος του αναφέρει με σαφήνεια ότι «η κρίση των τροφίμων του 2008 έχει αποκαλύψει αποτυχίες της αγοράς σε κάθε κρίκο της διατροφικής αλυσίδας». Συνδέει ευθέως δε την περίοδο των φθηνών τροφίμων που μας έχει ήδη αφήσει χρόνους με την περίοδο σχετικής αποεμπορευματοποίησης της παραγωγής τροφίμων που κυριάρχησε το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα: «Αλλά ο πανικός των τροφίμων του 2008, με όλη του τη σοβαρότητα, είναι απλώς το σύμπτωμα ενός ευρύτερου προβλήματος. Η διόγκωση των τιμών των τροφίμων οδήγησε στο τέλος της μια τριακονταετία οπότε το φαγητό ήταν φθηνό, η γεωργία στις πλούσιες χώρες επιδοτούταν και οι διεθνείς αγορές τροφίμων ήταν έντονα στρεβλωμένες»! Τουλάχιστον αυτοί, σε αντίθεση με  τα εγχώρια παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισμού, παραδέχονται ότι οι επιδοτήσεις κρατούσαν τις τιμές χαμηλά και η απελευθέρωσή τους τις εκσφενδόνισε…

Τέλος καθοριστικής σημασίας για την άνοδο των τιμών των τροφίμων είναι οι αιτίες που σχετίζονται με τα βιοκαύσιμα. Ειδικότερα η εγκατάλειψη της καλλιέργειας αγροτικών προϊόντων που στοχεύουν στη διατροφή του ανθρώπου και η υποκατάστασή τους από καλλιέργειες που στοχεύουν στην παραγωγή βιοκαυσίμων. Το πρόβλημα εμφανίζεται οξύτερο στις ΗΠΑ όπου η κυβέρνηση του Μπους επιδοτεί με 51 σεντς την παραγωγή αιθανόλης (την ίδια ώρα που στους κοινωνικά πολύτιμους τομείς παραγωγής τροφίμων επιβάλλει τον οδοστρωτήρα της φιλελευθεροποίησης) και λιγότερο στην Ευρώπη που αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό και σε ορισμένες χώρες, όπως η Γερμανία με υψηλούς φόρους. Παρόλα αυτά και σε ότι αφορά τις ΗΠΑ η βιομηχανία της αιθανόλης θα καταναλώσει φέτος το ένα τρίτο από τη σοδειά καλαμποκιού, όταν πέρυσι είχε απορροφήσει το ένα τέταρτο. Σε πλανητικό επίπεδο η επιδημία καλλιέργειας σπόρων για βιοκαύσιμα έχει επεκταθεί με την ίδια ταχύτητα. Το 2007 23 χώρες καλλιεργούσαν σπόρους βιοκαυσίμων, εκ των οποίων οι 12 ήταν αναπτυσσόμενες, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια αύξηση των καλλιεργειών σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο κατά 12%. Δυστυχώς, μόλις τώρα αποκτάται συνείδηση του καταστροφικού και αντικοινωνικού χαρακτήρα των καλλιεργειών βιοκαυσίμων με αποτέλεσμα να πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν την κατάργησή τους, όπως ο Πολ Κρούγκαν που έγραψε πριν δύο εβδομάδες με ευθύτητα η οποία σπάνια συναντάται ότι «απαιτείται να υποχωρήσουμε από τα βιοκαύσιμα που αποδείχτηκαν ένα τεράστιο λάθος»! Πρόκειται φυσικά για φωνή βοώντος εν τη ερήμω καθώς ακόμη και οι δύο Δηνμοκρατικοί υποψήφιοι που μάχονται για το χρίσμα θεωρούν τα βιοκαύσιμα το άπαν της φιλοπεριβαλλοντικής πολιτικής.

Στα σκουπίδια οι ολέθριες συνταγές του ΔΝΤ

ΓΕΝΕΤΙΚΑ ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΑ ΤΡΟΦΙΜΑ Η ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

 

Τα πρώτα μέτρα που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο του λιμού οι χώρες που είδαν τον πληθυσμό τους να μένει νηστικός λόγω της ανόδου των τιμών αποτέλεσαν γροθιά στο στομάχι της σύγχρονης οικονομικής ορθοδοξίας: Πρώτο, σημαντική περικοπή, ακόμη και απαγόρευση, των εξαγωγών τροφίμων (Αργεντινή, Καζακστάν, Κίνα, Ινδία, Βιετνάμ κ.α.) ώστε με αυτά να ικανοποιηθεί η εγχώρια ζήτηση. Δεύτερο επιδοτήσεις στις τιμές τους ώστε να παραμείνει σε βατά επίπεδα για τον πληθυσμό και έλεγχος τους με την επιβολή ανώτατης τιμής (Παναμάς, Τυνησία, Μαλδίβες, Πακιστάν και 17 ακόμη χώρες!). Τέλος, στον αντίποδα των πολυμερών, διμερείς συμφωνίες μεταξύ των κρατών (όπως αυτές που υπέγραψε η Λιβύη με την Ουκρανία και η Αίγυπτος με τη Συρία) που όπως έγραψαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την προηγούμενη Παρασκευή 11 Απρίλη «σηματοδοτούν μια στροφή 180 μοιρών καθώς τέτοιες συμφωνίες σταδιακά καταργήθηκαν τη δεκαετία του ’80 όταν οι χώρες άρχισαν να εξαρτώνται από τη διεθνή αγορά τροφίμων για τις προμήθειες τους, παραμερίζοντας προηγούμενες πολιτικές αυτάρκειας». Ένα προς ένα αυτά τα μέτρα είναι που από τα πρώτα βήματα της συντηρητικής αντεπανάστασης ο νεφιλελευθερισμός χαρακτήριζε ως αιτία όλων των δεινών. Και τώρα έρχονται ως πανάκεια να σώσουν τον κόσμο από την πείνα, σηματοδοτώντας μια σαφέστατη ανάσχεση και όχι απλώς επιβράδυνση των ρυθμών εξάπλωσης της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Προκαλεί εντύπωση ωστόσο η ιδεολογική αντεπίθεση που είναι σε εξέλιξη από αυτούς που φέρουν ακέραιη την ευθύνη για την πείνα χαρακτηρίζοντας για παράδειγμα την επιβολή ποσοστώσεων στις εξαγωγές ως πολιτική «στέρησε την τροφή του γείτονα σου» όπως δήλωνε στη Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν την 1η Απριλίου στέλεχος ερευνητικού ιδρύματος με έδρα (πού αλλού;) την Ουάσινγκτον… Ή όταν ζητούν και πάλι να αφεθεί ελεύθερη η αγορά να διαμορφώσει τις τιμές των ειδών διατροφής: «Γενικά, εν μας αρέσουν οι έλεγχοι στις τιμές», δήλωνε στην ίδια εφημερίδα ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Σάιμον Τζόνσον.

Η αντεπίθεση του κεφαλαίου δε μένει ωστόσο στην ιδεολογική αντιπαράθεση. Σε μια σειρά χώρες του κόσμου που δοκιμάστηκαν από την πείνα, όπως το Μεξικό, αυξήθηκαν οι πιέσεις για άρση των απαγορεύσεων στις εισαγωγές γενετικά τροποποιημένου καλαμποκιού. Άλλες χώρες όπως η Νότια Κορέας ενέδωσαν σε αυτές τις πιέσεις αφήνοντας υπό το βάρος της απειλής του λιμού στην άκρη χρόνιες επιφυλάξεις τους για τα τρόφιμα Φρανκεστάιν. Φαίνεται έτσι πως το κεφάλαιο δε διστάζει να εκμεταλλεύεται τη δυστυχία που το ίδιο προκαλεί επεκτείνοντας έτσι την κυριαρχία του, για να δημιουργήσει νέα δράματα.

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ 

Η φιλελευθεροποίηση απέτυχε παταγωδώς

ΤΡΙΓΜΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

 

Δίπλα σε όλες αυτές τις χώρες που προαναφέραμε οι οποίες πλήττονται άμεσα από την άνοδο των τιμών των τροφίμων με τον πληθυσμό τους ήδη να δοκιμάζεται από την πείνα, αν παραθέσουμε ορισμένες ακόμη χώρες που δοκιμάζονται άμεσα από την πιστωτική κρίση η οποία ξεκίνησε από τη φούσκα των ακινήτων, όπως οι ΗΠΑ, η Αγγλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Γερμανία και οι Βαλτικές χώρες τότε εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι δεν έμεινε μία έστω χώρα του πλανήτη που να μην θίχτηκε από την τρέχουσα οικονομική κρίση! Η παραίτηση του πρωθυπουργού της Αϊτής επειδή δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πείνας έχει πολλά περισσότερα κοινά στοιχεία απ’ όσα φαίνεται με την πρώτη ματιά με την παραίτηση, τη Δευτέρα που μας πέρασε, του χριστιανοδημοκράτη πρωθυπουργού της Σαξονίας, ο οποίος είχε ευθύνες για την εμπλοκή κρατικής γερμανικής τράπεζας στα ενυπόθηκα δάνεια. Όπως και η συντριβή της Ιρλανδίας (που αποτελούσε επί χρόνια παράδειγμα για τους νεοφιλελεύθερους όλης της Ευρώπης) λόγω της κρίσης με την κατάρρευση εύθραυστων αφρικανικών χωρών λόγω των διαδηλώσεων ενάντια στην πείνα.

Το κεφάλαιο δηλαδή κατάφερε είτε άμεσα (οδηγώντας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας υπεραιωνόβιους τραπεζικούς κολοσσούς και στην ραγδαία υποτίμηση της αξίας του χιλιάδες κατοικίες) είτε έμμεσα (οδηγώντας την υπερβάλλουσα ρευστότητα στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων και την κερδοσκοπία στα είδη διατροφής μαζί με την πείνα σε παροξυσμό) να ενοποιήσει όλο τον κόσμο. Με διαφορετικούς τρόπους και ταχύτητες, χωρίς ωστόσο να απαιτηθεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των λίγων μηνών, η κρίση υπέστη μετάσταση δίνοντας δραματικές διαστάσεις στο κοινωνικό ζήτημα. Γιατί, η δυνατότητα της καπιταλιστικής κρίσης για τους πολλούς να μετουσιώνεται σε κέρδη για τους λίγους πουθενά αλλού δεν έγινε πιο εμφανής απ’ ότι στην περίπτωση της διατροφικής κρίσης που έπληξε τον Τρίτο κυρίως – και όχι αποκλειστικά – Κόσμο τους πρώτους μήνες του 2008.

Δεν είναι μάλιστα η πρώτη φορά που συμβαίνει. Ραγδαία και πρωτοφανή, για εκείνη την εποχή, άνοδο των τιμών των τροφίμων είχε παρατηρηθεί και το 1974, λίγους δηλαδή μήνες μετά την πρώτη βαθιά, δομικού χαρακτήρα, κρίση που έπληξε τον μεταπολεμικό κόσμο, καταδικάζοντάς τον στη σημερινή στασιμότητα, έχοντας στα θεμέλια της την πτώση του ποσοστού κέρδους – μια ερμηνεία που προϋποθέτει και συνεπάγεται την εργασιακή θεωρία της αξίας.

Σημαντικότερο δε είναι ότι μπροστά στα μάτια όλης της ανθρωπότητας, με πόνο και δάκρυα, κατέρρευσε η πλέον προβεβλημένη και ασφαλής για το κεφάλαιο συνταγή για την υπέρβαση της κρίσης του 1973, που με συμπυκνωμένο τρόπο μπορεί να αποδοθεί ως «απλώς ιδιωτικοποίησε, φιλελευθεροποίησε, σταθεροποίησε». Ο χρηματοπιστωτικός τομέας ωστόσο, λόγω τόσο τεχνικών χαρακτηριστικών, των νέων τεχνολογιών που έχει ενσωματώσει στη λειτουργία του, αλλά και των αμιγώς «πολιτικών» μέτρων που από νωρίς εφαρμόστηκαν όπως η κατάργηση του καθεστώτος διοικητικού προσδιορισμού των επιτοκίων και των ισοτιμιών, είναι ο πιο φιλελευθεροποιημένος και ιδιωτικοποιημένος τομέας της καπιταλιστικής οικονομίας. Σε καμία άλλη αγορά δε δρουν τόσο απρόσκοπτα και χωρίς κρατικές ή άλλου τύπου παρεμβάσεις οι νόμοι της! Παρόλα αυτά βυθίστηκε στη δίνη της κρίσης καταφέρνοντας να υποστεί ζημιές μυθικού ύψους 1 τρισ. δολαρίων, κατά τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ! Το ίδιο έγινε και με την παραγωγή των τροφίμων αφού πρώτα καταβλήθηκε μάλιστα ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος από την προλεταριοποίηση εκατομμυρίων μικροκαλλιεργητών σε όλο τον κόσμο και την κάθετη μείωση του αγροτικού πληθυσμού μέσα σε λίγα χρόνια. Ο κλάδος φιλελευθεροποιήθηκε, ιδιωτικοποιήθηκε και στο τέλος, αφού εκατομμύρια άνθρωποι θα έχουν πεθάνει σε φτωχές χώρες όπως η Νιγηρία, το Βιετνάμ και η Ινδονησία που τα τρόφιμα απορροφούν το 75%, το 65% και το 50% του οικογενειακού προϋπολογισμού, η επόμενη γενιά θα σπάει το κεφάλι της για να καταλάβει τη γκάφα της Μαρίας Αντουανέτας…

Η οικονομική κρίση είναι εδώ (Πριν, 6 Ιούλη 2008)

Ισπανία, Αγγλία, Δανία και Ιρλανδία μετά τις ΗΠΑ

ΠΛΗΤΤΕΤΑΙ Η ΕΕ

Ελαφρά ασυνήθιστος ήταν ο τίτλος της ισπανικής Ελ Παΐς σε ένα πρόσφατο αφιέρωμά της στην ισπανική γλώσσα: «Στα ισπανικά λέγεται κρίση», έγραφε. Και αμέσως μετά παρέθετε τις λέξεις που κατά κόρον χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την οικονομική συγκυρία κι οι οποίοι δεν διαφέρουν καθόλου από τις υπεκφυγές που ακούμε συχνά και στην Ελλάδα όπως «δυσπραγία», «αβεβαιότητα», «καθόλου ευχάριστες εξελίξεις» (βλ. δηλώσεις Γ. Αλογοσκούφη την Τρίτη μετά τη συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής) κ.ο.κ. Το ίδιο ωστόσο μπορεί να ειπωθεί με ένα εξ ίσου κατηγορηματικό τρόπο και για μια σειρά άλλες γλώσσες όπως τα αγγλικά, αφορώντας όχι μόνο τις ΗΠΑ αλλά εξ ίσου σοβαρά την Αγγλία και την Ιρλανδία, τα πορτογαλικά, τα δανικά και τα ισλανδικά – μέχρι στιγμής πάντα.

Στην Ισπανία, η βουτιά του κατασκευαστικού τομέα που είδε το προϊόν του να μειώνεται μέσα σε ένα χρόνο κατά 30% έχει παρασύρει, σε συγκερασμό με την επιδείνωση των όρων δανειοδότησης, τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας. Σύμφωνα με τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Ιουνίου, «τουριστικές επιχειρήσεις, αλυσίδες σούπερ μάρκετ και καταστήματα μόδας έχουν σημειώσει μια απότομη πτώση. Στο βιομηχανικό τομέα οι μεταποιητικές επιχειρήσεις των οποίων η τύχη συνδέεται με την κατασκευαστική δραστηριότητα έχουν βιώσει μια απότομη πτώση των πωλήσεών τους κατά τους προηγούμενους 12 μήνες».

Στις ΗΠΑ τα σημάδια της κρίσης είναι ορατά από παντού λες κι η φρενήρη πτώση των αμερικανικών επιτοκίων από 5,25% που ήταν τον Σεπτέμβρη στο 2% που έφθασαν να μη συνέβη ποτέ. Οι πωλήσεις αυτοκινήτων, που δίνουν τον ρυθμό των λιανικών πωλήσεων, μειώθηκαν τον Μάη σχεδόν κατά 11%. Οι τιμές των κατοικιών, αντιπροσωπεύοντας την έλλειψη ζήτησης κι όχι την αναγκαία διόρθωσή τους από τα επίπεδα φούσκας, μειώθηκαν το πρώτο τρίμηνο κατά 14%. Η δε ανεργία θερίζει με τον Ιούνιο να είναι ο έκτος συνεχόμενος μήνας που παρατηρείται μείωση των θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει εκτιναχθεί στο 5,5%. Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα καθώς ακόμη κι αυτοί που δουλεύουν (καλύτερα, απασχολούνται) στο απέραντο βασίλειο της ελαστικής εργασίας βλέπουν τους φακέλους της μισθοδοσίας να είναι όλο και πιο λεπτοί, καθώς οι εργοδότες τους μειώνουν συνεχώς τις ώρες απασχόλησης.

Στην Αγγλία, όπου η χρεοκοπία της τράπεζας Νόρθερν Ροκ τον Σεπτέμβριο του 2007 επεσήμανε για πρώτη φορά τη σοβαρότητα της κατάστασης, το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί φέτος κατά 1,3% (το χαμηλότερο ποσοστό από το 1992) από 3,6% πέρυσι κι ο πληθωρισμός να ξεπεράσει το 4%, παρότι τα επιτόκια βρίσκονται στο 5% – επίπεδο ρεκόρ μεταξύ των επτά πλουσιότερων χωρών του πλανήτη.

Στη Δανία η κατάσταση είναι πιο σοβαρή καθώς οι εξελίξεις εκεί με το ΑΕΠ να συρρικνώνεται επί δύο συνεχόμενα τρίμηνα είναι τόσο αρνητικές που ανταποκρίνονται και στον τεχνικό–τυπικό ορισμό της ύφεσης. Το ίδιο επίσης αναμένεται να συμβεί σε Ιρλανδία και Πορτογαλία όπου το πρώτο τρίμηνο πράγματι μειώθηκε το προϊόν, ενώ αναμένεται να μειωθεί και στο δεύτερο. Η οριακή (καθότι μικρότερη της μονάδας) μείωση του ΑΕΠ σε αυτές τις χώρες φαντάζει ειδυλλιακή ωστόσο για την Ισλανδία των 315.000 κατοίκων (ασήμαντη αν δεν ήταν τόσο πολύτιμη όσο τα καναρίνια στις στοές των ορυχείων) που είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 4%!

Χρονικά παρατεταμένη, παγκόσμια και τόσο βαθιά ώστε να αποτελεί σημείο τομής αποδεικνύεται η οικονομική κρίση που εμφανίστηκε πέρυσι τον Αύγουστο αποτελώντας μετάσταση και μετεξέλιξη της δομικής κρίσης που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ανήμπορες οι κρατικές πολιτικές σε ΗΠΑ και ΕΕ να την αντιμετωπίσουν.

 

Η άνοδος του επιτοκίου του ευρώ θα οδηγήσει στην επιτάχυνση του πληθωρισμού κι όχι την τιθάσευσή του

 

Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η κρίση, όπως ορίζεται η απότομη διακοπή της οικονομικής επέκτασης, όπως ξέσπασε πέρυσι τον Αύγουστο με αφορμή την πιστωτική ασφυξία έχει αποκτήσει πλανητική διάσταση και ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια.

Αρχικά, το φθινόπωρο του 2007 όλοι έδειχναν ως ημερομηνία λήξης της κρίσης το πρώτο δεκαήμερο του 2008, όταν θα δημοσιεύονταν τα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών και θα έβγαιναν στη φόρα οι επισφάλειες που κρατούνταν τότε ως επτασφράγιστο μυστικό για να μην εξανεμιστεί η πιστοληπτική τους αξιοπιστία και οδηγηθούν στη χρεοκοπία. Το πρώτο δεκαήμερο του 2007 ωστόσο πέρασε, μαζί και το πρώτο τρίμηνο, όπως και το πρώτο εξάμηνο του 2008 και δεν υπάρχει τίποτε που να προμηνύει ακόμη κι αυτή την επιστροφή στο παρελθόν. Παρότι μάλιστα οι αποκαλύψεις για τα ανοίγματα ξεπέρασαν και την πιο γενναιόδωρη πρόβλεψη, φθάνοντας το ασύλληπτο ποσό των 387 δισ. δολαρίων, μειώνοντας έτσι αισθητά τις πιθανότητες να περάσουν σε επόμενες χρήσεις τα ανοίγματα. Αποτέλεσμα μάλιστα ήταν να αποδυναμωθεί η κεφαλαιακή βάση τραπεζικών κολοσσών και να αποκτήσουν πρόσβαση στο μετοχικό τους κεφάλαιο κρατικά επενδυτικά ταμεία από την Ασία και τη Μέση Ανατολή (όπως συνέβη πολύ πρόσφατα με τη βρετανική  Μπάρκλευ’ς που οι μεγαλύτεροι μέτοχοι της στο εξής θα έχουν έδρα το Κατάρ) σε μια πρωτοφανή έκταση. Παρόλα αυτά το κατρακύλισμα δεν σταμάτησε. Όλο το προηγούμενο εξάμηνο μετοχές – σύμβολα του  καπιταλισμού υποβαθμίστηκαν με κάθε επισημότητα (όπως της Τζένεραλ Μότορς και της Σίτιμπανκ) είτε απαξιώθηκαν από την αγορά (όπως της Ζίμενς  και της Γιούνελεβερ) συμπαρασύροντας μαζί τους τα διεθνή χρηματιστήρια.

Ο απολογισμός του εξαμήνου ήταν δραματικός. Ο αμερικανικός βιομηχανικός δείκτης Ντάου Τζόουνς έπεσε κατά 14%, ο βρετανικός χρηματιστηριακός δείκτης κατά 13%, στη Γερμανία 20%, στη Γαλλία 21% και συνολικά ο πανευρωπαϊκός Ντάου Τζόουνς κατά 25%. Ο δε ευρωπαϊκός πάλι δείκτης FTSE – 300 κατέγραψε στο εξάμηνο απώλειες της τάξης του 21%, που είναι οι μεγαλύτερες από την ίδρυσή του, το 1986. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια πλήρωσαν πολύ πιο βαρύ φόρο αίματος σε σχέση με τις ΗΠΑ κατ’ αναλογία του αναπάντεχα μεγαλύτερου κόστους που πλήρωσαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες σε σχέση με τις αμερικανικές από το σκάσιμο της φούσκας της αμερικανικής αγοράς ακινήτων. Δείχνοντας πρακτικά μαθήματα μετακίλησης και όχι απλά διασποράς κινδύνων (και απάτης) από τα 387 δισ. δολάρια που προαναφέραμε τα 200 τα φορτώθηκαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και μόνο τα 166 από τα υπόλοιπα οι αμερικανικές! Φαίνεται έτσι ότι με την μέθοδο της τιτλοποίησης δεν εφαρμόστηκε απλά και μόνο η παλιά (μηδενικού αθροίσματος) τραπεζική πρακτική που αναλύει ο Μπλαζάκ στα Χαμένα Όνειρα: «Οι Κουαντέ εις περίπτωση ανάγκης εβεβαίουν δια τον κύριο Γκαρνεράκ ότι ο κύριος Γκαρνεράκ εβεβαίου δια τους κυρίους Κουαντέ. Πρόκειται για μια ακριβή εφαρμογή εν τη πράξει της γνωστής λαϊκής παροιμίας: Δως μου το ραβέντι να σου δώσω τη σιναμική». Στην περίπτωση όμως των δανείων των φτωχών δεν έγινε μια αμοιβαία ανταλλαγή «ισοδυνάμων» καθαρτικών μεταξύ των τραπεζών που δάνειζε η μια την άλλη με εγγύηση τα εν λόγω δάνεια, μια και απ’ ότι φάνηκε οι αμερικανικές τράπεζες τα ξεφορτώθηκαν γρήγορα από πάνω τους αποθέτοντάς τα στους ανταγωνιστές τους μέχρι που λύγισαν από το βάρος τους.

Επιστρέφοντας στα αποτελέσματα των χρηματιστηρίων κατά το πρώτο εξάμηνο (κι ανιχνεύοντας από τη διακύμανσή τους την ευρωστία της αιχμής του δόρατος κάθε εθνικού κεφαλαίου) και κινούμενοι ανατολικότερα της Ευρώπης, διαπιστώνεται η ίδια δραματική κατάσταση: Στην Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα όπως και στην Ιαπωνία ο δείκτης του χρηματιστηρίου είχε απώλειες  12%, στο Χονγκ – Κονγκ όπως και τη Νέα Ζηλανδία 21%, στην Αυστραλία 18%, στην Ινδία 34% και στην Κίνα 48%! Όπως ήταν αναμενόμενο, εξαίρεση αυτού του κανόνα (στον οποίο υπάκουσαν φυσικά και τα νοτιοαμερικανικά χρηματιστήρια) αποτέλεσαν οι χώρες που κατά κύριο λόγο εξάγουν βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα όπως ο Καναδάς (+5%), η Βραζιλία (+2%) και η Ρωσία (+1%), χωρίς φυσικά τα κέρδη τους να αντισταθμίζουν τις σοβαρές απώλειες που καταγράφηκαν στις αγορές του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.

Παρατεταμένη λοιπόν χρονικά (οκτώ μήνες για να θυμηθούμε κράτησε στις ΗΠΑ η ύφεση το 2001), πλανητική και επίσης βαθιά. Η αποτίμηση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, της κεντρικής τράπεζας όλων των κεντρικών τραπεζών – όπως συχνά αποκαλείται, που εδρεύει στην Βασιλεία της Ελβετίας, όπως περιλαμβάνεται στα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης της που δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουνίου ξάφνιασε ευχάριστα όσους περίμεναν τι συνήθεις άχρωμες και πολύσημες διατυπώσεις: «Η τρέχουσα αναστάτωση στων αγορών στα σημαντικότερα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα είναι χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο. Με σημαντικό τον κίνδυνο της ύφεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνδυασμό με έναν απότομα αυξανόμενο πληθωρισμό σε πολλές χώρες εγείρονται φόβοι ότι η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να βρίσκεται σε ένα είδος σημείου καμπής. Αυτοί οι φόβοι δεν είναι αβάσιμοι», συνεχίζει χρησιμοποιώντας πολλές φορές τον όρο «σημείο τομής». Τον ίδιο όρο, «σημείο καμπής», χρησιμοποίησε και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πριν λίγες μέρες για να τονίσει το βάθος της κρίσης ενώ και ο διεθνής Τύπος βρίθει από ανάλογες εκτιμήσεις.

«Είναι μια ύφεση σε αργή κίνηση», τόνιζε στην Ινερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν στις 3 Ιουλίου ο επικεφαλής οικονομολόγος των Λέχμαν Μπράδερς. «Σε μια κανονική ύφεση τα πράγματα καταρρέουν και εξασθενούν ώστε δεν έχεις να πας πουθενά αλλού παρά προς τα πάνω. Αλλά εδώ δεν έχουμε τα κλασσικά δύο ή τρία αρνητικά τρίμηνα. Αντίθετα περιμένουμε δύο χρόνια μεγέθυνσης κάτω του κανονικού – μια μεγέθυνση που δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Είναι ένα είδος χρόνιας παρά απότομης οδύνης». Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληγε επίσης ανάλυση του αμερικανικού περιοδικού Νιούζγουικ πριν τρεις εβδομάδες με τον γριφώδη και έμπλεο αισιοδοξίας τίτλο «γιατί είναι χειρότερα απ’ όσο νομίζετε»… Ο αμερικάνος αρθρογράφος υποστήριζε ότι ακόμη κι αυτή η γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια ύψους 100 δισ. δολαρίων που ανακοίνωσε πρόσφατα ο Μπους δεν πρόκειται να έχει κανένα αποτέλεσμα καθώς δεν αντιμετωπίζεται στη ρίζα της η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν αυτές οι ανατιμήσεις να διοχετεύονται στην οικονομία οδηγώντας σε άνοδο τις τιμές, ενώ η ρευστότητα που παρέχει η κεντρική τράπεζα καταλήγει να κλείνει τα ανοίγματα των εμπορικών τραπεζών και όχι στους καταναλωτές! Έτσι η κεντρική τράπεζα προσφέρει τα μέσα που διαθέτει στην κατεύθυνση διάσωσης των κλυδωνιζόμενων τραπεζών κι όχι των δανειοληπτών που εξακολουθούν να χάνουν μαζικά τα σπίτια τους  και τις δουλειές τους.

Λάδι στη φωτιά της κρίσης ρίχνει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η απόφασή της την Πέμπτη να αυξήσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά ένα τέταρτο της μονάδας (μια απόφαση που είναι πιο κοντά στην ημερήσια διαταγή για άνοδο του κόστους χρήματος ως απάντηση στην κρίση, σε σχέση με τη στάση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας) φθάνοντας το στο 4,25% συνιστά μια πολλαπλά επιζήμια πολιτική. Κατ’ αρχήν παρότι λήφθηκε με αποκλειστικό και μόνο κριτήριο την καταπολέμηση του πληθωρισμού που έφθασε στο 4%, όταν επίσημος στόχος της είναι να μην υπερβαίνει το 2% (κι αυτό χωρίς ποτέ να εξηγηθεί με πειστικό τρόπο γιατί συνιστά αδήριτη αναγκαιότητα) στην πράξη θα οδηγήσει σε άνοδό του. Η ενίσχυση του επιτοκίου του ευρώ είναι αναμενόμενο ότι θα οδηγήσει στην ενίσχυση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του έναντι του αμερικανικού νομίσματος, όπως συμβαίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια κι όπως συνέβη επίσης στις αρχές της εβδομάδας, εν αναμονή των ανακοινώσεων της Φρανκφούρτης, όταν την Τρίτη το ευρώ έφθασε μέχρι τα 1,5827 δολάρια έναντι 1,5732 την προηγούμενη μέρα. Η πτώση του δολαρίου όμως οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου, καθώς έτσι οι χώρες παραγωγοί επιχειρούν να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους από την εξασθένιση του δολαρίου, «του αληθινού αγίου πνεύματος» όπως χαρακτήριζε το αμερικανικό νόμισμα ο Σελίν στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

Ο εφιάλτης του πληθωρισμού έτσι επιστρέφει, εν πλήρη γνώση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς επιλέγει να αφήσει στο απυρόβλητο τις πραγματικές αιτίες που πυροδοτούν την άνοδό του (χρηματιστηριακή κερδοσκοπία και τιμολογιακή ασυδοσία του κεφαλαίου που ελλείψει κρατικών περιορισμών φθάνει να ανακοινώνει εν μία νυκτί γενικές αυξήσεις ακόμη και της τάξης του 20% όπως έκανε για παράδειγμα η χημική Ντάου κ.λπ.) και αντί αυτών να δυσχεράνει τους όρους χρηματοδότησης της καπιταλιστικής παραγωγής και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Έτσι όμως κατ’ αρχήν τιμωρείται επί ποινή εξαφανίσεως η παραγωγική δραστηριότητα στο βαθμό που η χρηματοδότηση καθίσταται εξαιρετικά ακριβή και εν τέλει απαγορευτική. Επίσης πραγματοποιείται μια τεράστια μεταφορά πόρων από την κοινωνία στο τραπεζικό κεφάλαιο που στα καλά καθούμενα θα απαιτήσει επιπλέον τόκους από τα εκατομμύρια δανειοληπτών σε όλη τη ζώνη του ευρώ οι οποίοι είχαν δανειστεί με κυμαινόμενο επιτόκιο την εποχή που το επιτόκιο του ευρώ ήταν για παράδειγμα στο 2%, συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2005.

Φαίνεται έτσι ότι για μια ακόμη φορά, μετά τις ενέσεις ρευστού του περασμένου Δεκέμβρη όταν στη διατραπεζική προσφερόταν δωρεάν ρευστό  στις εμπορικές τράπεζες οι οποίες εξακολουθούσαν και το έδιναν στην κατανάλωση με τους συμβατικούς όρους κερδίζοντας τα μέγιστα, μεγάλος κερδισμένος από την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που θα καρπωθεί τα μεγαλύτερα οφέλη από την άνοδο του επιτοκίου του ευρώ.

ΣΕΛΙΔΑ 7 ΒΑΣΗ

Στόχος το πάγωμα των μισθών

ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΟΣΑ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Τόσο ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όσο και οι αμερικάνος ομόλογός του δεν παρέλειψε κατά τη δημόσια τοποθέτησή του να τονίσει την ανάγκη συγκράτησης των μισθών σε επίπεδα κάτω του πληθωρισμού. Αυτό που για την ακρίβεια διαφαίνεται, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή δόση δημοσιογραφικής ή πολιτικής υπερβολής, είναι ότι οι μισθοί και για την ακρίβεια το πάγωμά τους αποτελεί το σημαντικότερο μέλημα των διαμορφωτών πολιτικής.

Σε αυτό το στόχο άλλωστε συντείνει και η ασφυξία που προκαλούν στην παραγωγή. Υπό συνθήκες έλλειψης ρευστού και ανυπαρξίας διαθεσίμων ποιος καπιταλιστής θα ενδώσει σε ένα αίτημα μισθολογικής αύξησης, ακόμη κι αν διατυπωθεί υπό τόσο απαγορευτικούς ταξικούς συσχετισμούς; Η διογκούμενη ανεργία (που στο επίπεδο των 30 ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών του ΟΟΣΑ αναμένεται να φθάσει το 6% το 2009, δηλαδή 34,8 εκ. από 5,6% φέτος) εξασφαλίζει την καθήλωση των μισθών σε τέτοια επίπεδα που αφήνουν το κεφάλαιο να γεύεται μόνο του τα οφέλη από τις αυξημένες τιμές. Ενστικτώδη του αντίδραση που αναδεικνύεται σε ξεχωριστής σημασίας στο πλαίσιο των μέτρων που λαβαίνει για να υπερβεί την πτώση του ποσοστού κέρδους – τελική αιτία της σημερινής κρίσης.

Μαζί με την άνοδο των τιμών και τη διευκόλυνση των όρων αξιοποίησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προκρίνεται η ανάγκη περαιτέρω φιλελευθεροποίησης του εμπορίου. Την κατάργηση των τεχνικών φραγμών και των τελωνειακών δασμών που στέκονται εμπόδιο στην ανεμπόδιστη εφαρμογή του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο θα ζητήσουν οι ηγέτες των επτά πλουσιότερων χωρών κατά τη σύνοδό τους στην Ιαπωνία τις επόμενες μέρες. Σε ένα κρεσέντο υποκρισίας θα εμφανίσουν ως αιτία της ανόδου των τιμών και του πληθωρισμού την ανεπιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στη Ντόχα και τα πρόσφατα μέτρα περιορισμού των εξαγωγών που έλαβαν οι χώρες που παράγουν μαζικά τρόφιμα για τη διεθνή αγορά. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι αιτία της σημερινής απορύθμισης της αγοράς που ακροβατεί στο χείλος της κατάρρευσης είναι η έκρηξη της εμπορευματικής παραγωγής, αυτής που συντελείται δηλαδή με σκοπό το κέρδος και όχι την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Τι άλλο δηλώνει η αύξηση των παγκόσμιων εξαγωγών στο 32,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ από 21% που ήταν το 1980, σύμφωνα με το ΔΝΤ, παρά την άκρατη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου και της παραγωγής;

ΣΕΛΙΔΑ 7 ΚΟΛΟΝΑ

ΕΛΛΑΔΑ

Ύφεση και εκκαθάριση

του κεφαλαίου

ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Όπως συνέβη τη δεκαετία του ’70 που η κρίση αξιοποιήθηκε από το κεφάλαιο για μια επίθεση χωρίς προηγούμενο στα εργατικά δικαιώματα έτσι και σήμερα το κεφάλαιο επιχειρεί να πραγματοποιήσει μια τομή στην εκμετάλλευση επικαλούμενο την κρίση που οι νόμοι λειτουργίας του προκαλούν. Έτσι στην Ελλάδα τα καμπανάκια κινδύνου που άναψε το ΙΟΒΕ την εβδομάδα που πέρασε υποδεικνύοντας την επιβράδυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, συνόδευσαν οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομίας, Γ. Αλογοσκούφη, μετά τη συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής ότι «θα συνεχίσουμε την πολιτική των μεταρρυθμίσεων ώστε να αντιμετωπίσουμε τις όποιες επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αλλά και να προετοιμάσουμε την ελληνική οικονομία για να είναι έτοιμη με το που θα αρχίσει η διεθνής ανάκαμψη»! Επίσης η δήλωσή του μετά τη συνάντηση με τον ευρωπαίο επίτροπο Χ. Αλμούνια ότι «έχει πολύ μεγάλη σημασία σε μια περίοδο όπως αυτή που διανύουμε σήμερα να διατηρήσουμε την κατεύθυνσή μας», εννοώντας την απαρέγκλιτη εφαρμογή του αντιλαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με τις μεταρρυθμίσεις δε, δεν εννοούν τίποτε άλλο από ιδιωτικοποιήσεις που θα κάνουν απρόσιτες στους εργαζόμενους πολλές κοινωνικές υπηρεσίες, μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας, παροχές στο κεφάλαιο, νέους φόρους και ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό σύστημα που θα απογειώσουν την εκμετάλλευση. Το μίγμα που έχει εφαρμοστεί απαρέγκλιτα τα τελευταία χρόνια οδηγώντας στη σημερινή κρίση και την εργαζόμενη πλειοψηφία στη φτώχεια και τη μαζική ανεργία. Αυτό το μίγμα θα εφαρμοστεί με εντατικότερο ρυθμό κι από τον Οκτώβρη, αν απαιτηθεί, όπως φημολογείται, η αναθεώρηση του κρατικού προϋπολογισμού ώστε να λαβαίνει υπ’ όψη του τα νέα δεδομένα.

Τα κροκοδείλια δάκρυα περίσσεψαν επίσης με αφορμή την καταβαράθρωση του δείκτη του ελληνικού χρηματιστηρίου που μέσα στο πρώτο εξάμηνο έχασε περισσότερο από το ένα τρίτο της αξίας του (2.000 μονάδες), ως αποτέλεσμα της φυγής των ξένων κεφαλαίων (ύψους 20 δισ.) που είχαν εισρεύσει μαζικά τα προηγούμενα χρόνια. Παρόλα αυτά, κι ας είναι κοινός τόπος ότι ελάχιστα οφέλη έδρεψαν οι εργαζόμενοι στην αφρόκρεμα του ελληνικού κεφαλαίου από την πλημμυρίδα ρευστού που οδήγησε το δείκτη στο ιστορικό υψηλό της περιόδου που σημειώθηκε στις 31 Οκτώβρη 2007, φθάνοντας τις 5.334 μονάδες, εξιλαστήριο θύμα για τις μαύρες μέρες που προμηνύονται θα είναι πρώτα και κύρια οι θέσεις εργασίας και φυσικά και οι εργασιακές σχέσεις.

Οι απολύσεις θα έρθουν στην ημερήσια διάταξη ως άμεσο αποτέλεσμα των διαδικασιών εκκαθάρισης και αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου που θα οξύνει η τεχνητή ύφεση που προκαλεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με την άνοδο του κόστους χρηματοδότησης.

Η πανθομολογούμενη αλήθεια είναι ότι η σημερινή συγκυρία, στο βαθμό που η εργατική και λαϊκή συνείδηση καλείται να προσαρμοστεί σε μια διαρκώς και επί τα χείρω μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, προσφέρει μια σπάνια δυνατότητα στην επαναστατική Αριστερά και το εργατικό κίνημα να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους. Οι πρόσφατοι ξεσηκωμοί που έγιναν σε πολλές χώρες για το ψωμί και η ανατροπή της κυβέρνησης της Αϊτής οδήγησαν το ΔΝΤ να τονίσει τους κινδύνους που γεννιούνται για την πολιτική σταθερότητα, συστήνοντας να σφίξουν τα λουριά. Το γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ υπογραμμίζει ότι «επιπρόσθετα στους οικονομικούς κινδύνους, το σενάριο ξεχειλίζει από πολιτική αβεβαιότητα. Πως θα αντιδράσουν οι εκλογείς όταν η οικονομία έρθει τα πάνω κάτω και οι τιμές εκραγούν; …Ορισμένοι πολιτικοί θα επωφεληθούν, κυρίως αυτοί που υποστηρίζουν ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλούς τρόπους, όπως υψηλότεροι μισθοί και συντάξεις και χαμηλότερες ενεργειακές τιμές για τους χαμηλόμισθους». Θα μπορέσει η επαναστατική Αριστερά να ανταποκριθεί σε αυτή τη δυνατότητα ανοίγοντας το δρόμο για τις μεγάλες ανατροπές που απαιτούν οι καιροί μας;

«Σοσιαλισμός» για τους κερδοσκόπους (Πριν, 7/10/2008)

Νέα κατάρρευση μεγάλης τράπεζας

ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΕΣ

Κυριολεκτικά χωρίς τέλος είναι το θρίλερ της χρεοκοπίας αμερικανικών τραπεζικών κολοσσών. Μόλις προχτές, Παρασκευή – κι ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι με έναν αναπάντεχο τρόπο πάγωσαν πρόσκαιρα την έγκριση του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. γα τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, ανεβάζοντας την αγωνία για την επόμενη μέρα στα ύψη – μία νέα τράπεζα, η Washington Mutual που ιδρύθηκε το 1889(!) οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Η WaMu όπως ήταν αλλιώς γνωστή πουλήθηκε στην JP Morgan έναντι 1,9 δισ. δολαρίων, η οποία άμεσα θα παραγράψει από το χαρτοφυλάκιο της εξαγορασθείσας κτηματικά δάνεια ύψους 31 δισ. δολ. Κι αυτή μάλιστα δεν θα είναι η πρώτη φορά, καθώς μόλις τον Ιούλιο προχώρησε στην παραγραφή στεγαστικών δανείων ύψους 10,9 δισ. προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις ζημιές της που είχαν φθάσει τα 3 δισ. δολ. το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και να στηρίξει την μετοχή της που έφθασε να καταγράφει απώλειες της τάξης του 95%! Μάταια όμως. Κι αυτή η τράπεζα ήρθε να προστεθεί στην μακρά αλυσίδα των χρεοκοπιών που συγκλονίζουν τη Νέα Υόρκη, ξανασχεδιάζοντας το χάρτη του αμερικανικού καπιταλισμού. Η πρώτη, από τις μεγάλες τράπεζες πάντα, που άνοιξε το χορό ήταν η Bear Sterns που αγοράστηκε κι αυτή από την JP Morgan. Ακολούθησε η Merrill Lynch που αγοράσθηκε από την Bank Of America, η Lehman Brothers που χρεοκόπησε, κι ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός κολοσσός του κόσμου American International Group που μαζί με τις κτηματικές τράπεζες Fannie Mae και Freddie Mac γεύτηκαν πριν απ’ όλους μας τα καλά του σοσιαλισμού χάρη στη βαθιά τσέπη του αμερικανικού δημόσιου.

Ειδικά στην περίπτωση του ασφαλιστικού γίγαντα της AIG (που κατείχε τεράστιο μερίδιο στις αντασφάλειες, δηλαδή την ασφαλιστική κάλυψη σε τράπεζες και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες) η σωσίβια λέμβος που έριξε το δημόσιο την τελευταία έστω στιγμή απέτρεψε ένα ολέθριο φαινόμενο ντόμινο που θα έδινε στην τωρινή χρηματοπιστωτική κρίση κυριολεκτικά ολέθριες διαστάσεις. Ο κίνδυνος ήταν σαφής: Η κρίση να πάψει να δοκιμάζει τις πιστωτικές αγορές και να επεκταθεί σε όλο τον τραπεζικό κλάδο με άμεσες καταστρεπτικές συνέπειες και για την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή καθώς ο «συλλογικός αποταμιευτής», οι τράπεζες δηλαδή θα αναγκαζόταν να κατεβάσει τα ρολά. Το πείραμα πέτυχε με την AIG (υπό την έννοια ότι αποφεύχθηκε το ντόμινο και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης που παρέχουν ως έσχατοι εγγυητές ανάλογα τμήματα του κεφαλαίου) και αμέσως μετά, την προηγούμενη Παρασκευή έπεσε στο τραπέζι μια πρόταση που ισοδυναμεί με το μεγαλύτερο οικονομικό πραξικόπημα που έχει γίνει ποτέ εις βάρος των εργαζομένων παρότι δεν επεδίωκε τίποτ’ άλλο παρά με έναν συνεκτικό κι ενιαίο τρόπο να εφαρμόσει την πείρα από τις κρατικοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων, γενικεύοντας τη χρήση αυτού του εργαλείου: ένα πακέτο ύψους 700 δισ. δολ. το οποίο θα διαχειριζόταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ, Χένρι Πόλσον, διευθυντής της Goldman Sachs μέχρι να γίνει … ένας ταπεινός υπηρέτης του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στον ίδιο νόμο υπήρχε ο όρος ότι ουδέποτε πρόκειται να διωχθεί για τη διαχείριση αυτών των χρημάτων!!!

Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης να ξοδέψει 700 δισ. δολ. για να μαζέψει από την αγορά όλα τα «τοξικά ομόλογα», ατράνταχτο πειστήριο της κενότητας των νεοφιλελεύθερων διακηρύξεων όταν πρέπει να διασωθεί το κεφάλαιο, θα σημάνει μια πρωτοφανή σε ύψος μεταβίβαση κεφαλαίων στην αστική τάξη.

Για την πλειοψηφία τον πιο άγριο καπιταλισμό της ανεργίας και των περικοπών επιφυλάσσει ο Μπους

 

Το άκουσμα της είδησης ότι το κράτος θα σώσει τους κερδοσκόπους από τη χρεοκοπία καταβάλλοντας άμεσα υπό τη μορφή ρευστού 700 δισ. δολ. προκάλεσε σοκ, παντού. Στην Αριστερά και όσους στέκονται κριτικά απέναντι στη νεοσυντηρητική επέλαση γιατί απλά αν εγκριθεί αυτό το ποσό τότε για δεκαετίες θα πρέπει οι Αμερικανοί να ξεχάσουν και την παραμικρή κοινωνική παροχή. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ποσό, πολύ περισσότερο αν σε αυτά τα 700 δισ. προσθέσουμε τα 85 δισ. που ήδη δόθηκαν για την AIG, τα 200 δισ. δολ., που δόθηκαν για Fannie και Freddie τα 29 δισ. δολ. για την Bear Sterns και πολλά ακόμη. Για να φανεί το πραγματικό μέγεθος αυτών των ποσών πρέπει να τα αντιπαραβάλλουμε με ορισμένα άλλα μεγέθη. Για παράδειγμα, η εξαγγελία του Μπάρακ Ομπάμα για ένα νέο διευρυμένο πρόγραμμα υγείας (κατά πολύ υποδεέστερο του στόχου της καθολικής υγειονομικής κάλυψης) με αφορμή την οποία δέχθηκε τρομερές επιθέσεις καθώς χαρακτηρίστηκε πολύ δαπανηρή κι επομένως ανεύθυνη, μια και θα έθετε σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά, θα κοστίσει από 50 ως 65 το πολύ δισ. Ούτε το 10% δηλαδή του κόστους που θα έχει το πρόγραμμα «σοσιαλισμός για τους κερδοσκόπους»! Επίσης το συνολικό ποσό εξωτερικού χρέους του Τρίτου Κόσμου που έχουν παραγράψει οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας (που αναλάμβαναν την ευθύνη να ελέγχουν κατά πόσο οι πάλαι ποτέ υπερχρεωμένες χώρες θα εφαρμόσουν τα μέτρα φιλελευθεροποίησης της αγοράς που τους επιβάλλονταν ως αντίτιμο) από το 1970 μέχρι το 2006 ήταν «μόνο» 334 δισ. δολ. Λιγότερα δηλαδή κι από τα μισά που θα πάρει η Γουόλ Στριτ. Γίνεται έτσι φανερό ότι η επιχορήγηση προς το κεφάλαιο που θα επιβαρύνει κάθε κάτοικο της Αμερικής με 2.000 δολάρια ισοδυναμεί με την μεγαλύτερη σε βάθος και χρονικό ορίζοντα επιχείρηση αναπροσανατολισμού των δημοσίων δαπανών που έχει συμβεί ποτέ στις ΗΠΑ.

Εχθρικά απέναντι στο πακέτο των Πόλσον – Μπερνάνκι (κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ που το εισιτήριο για τη θέση του προέδρου το έδωσε η προνοητικότητά του να κάνει διδακτορικό για την κρίση του ’29) στάθηκε όμως και κομμάτι του αμερικανικού συντηρητικού κατεστημένου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι από τους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων εγέρθηκαν οι ενστάσεις που πάγωσαν την τελευταία στιγμή την ψήφισή του. Οι πρώτες επίσημες αντιδράσεις διατυπώθηκαν σε ένα κείμενο που συντάχθηκε στο λίκνο του νεοσυντηρητισμού το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και υπογράφθηκε από 150 κορυφαίους οικονομολόγους. Στον πυρήνα της κριτικής του ήταν το αφοπλιστικό επιχείρημα …«έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός». Αυτό που στην πράξη ήθελαν να αποτρέψουν ήταν μια επιχείρηση διάσωσης η οποία μπορεί να αποσοβεί τα χειρότερα (κατάρρευση τραπεζικού συστήματος και άμεση μετάσταση της στην μεταποίηση οδηγώντας σε φαινόμενα ’29 όταν η ανεργία είχε ξεπεράσει το 30%) ωστόσο παρατείνει τη διάρκεια της κρίσης, προετοιμάζοντας τους όρους για το ξέσπασμά της σε ένα νέο τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα σε πέντε το πολύ δέκα χρόνια, όπως συνέβη άλλωστε και με την φούσκα της νέας τεχνολογίας του 2000, μετεξέλιξη της οποίας είναι η τρέχουσα. Το «καθαρό» νεοσυντηρητικό σχέδιο επίλυσης της κρίσης έχει από πίσω του μια ολόκληρη ανάλυση που αποδίδει ακόμη και τη σημερινή δυσπραγία στο γεγονός ότι ποτέ από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα δεν κόπηκαν τα ξερά κλαδιά του δένδρου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν ακόμη να ανθίσουν τα καινούργια. Ας γίνει τώρα, λένε. Σημαντικές ενστάσεις εγείρονται επίσης, πάλι από συντηρητική σκοπιά, και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει το σχέδιο διάσωσης για την υπόσταση των ίδιων των ΗΠΑ. Ισοδυναμώντας το επίμαχο πακέτο κατά ένα άλλο παράδειγμα με έναν νέο πόλεμο αντίστοιχο του Ιράκ, τι πόροι θα απομείνουν διαθέσιμοι για μια ώρα ανάγκης έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αμερικανική ηγεμονία;

Όσο κι αν έχουν βάση όλες αυτές οι ενστάσεις θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα ψηφιστεί η εκταμίευση των 700 δισ. δολ. γιατί διαφορετικά ένας Αρμαγεδώνας χρεοκοπιών είναι θέμα ημερών. Όσο για τις αντιρρήσεις, αυτές  εκτείνονται σε ένα βάθος χρόνου, μακροπρόθεσμα, «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί» όπως απαντούσε κι ο ίδιος ο Κέινς, σε όσους αντέτειναν στις προτάσεις του μακροπρόθεσμα μέτρα. Η διαφορά είναι πως εκείνες οι προτάσεις του αφορούσαν τα επιδόματα ανεργίας, ενώ σήμερα ο κεϋνσιανισμός του Μπους αφορά την αστική τάξη που στα χέρια της τις μετοχές των κλονιζόμενων κολοσσών. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό The Nation, το 34% των μετοχών των χρηματοπιστωτικών εταιρειών βρίσκεται στα χέρια του 1% των Αμερικανών, ενώ ένα μεγαλύτερο δείγμα – ικανό να δείξει το τέλος του λαϊκού καπιταλισμού ακόμη κι εκεί που δοξάστηκε, το 51% των μετοχών συγκεκριμένα, βρίσκεται στα χέρια μόλις του 9%. Αυτό ακριβώς το τμήμα του πληθυσμού θα είναι ο αποκλειστικός ωφελημένος της επιχείρησης διάσωσης που αν ολοκληρωθεί θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη κρατικοποίηση που έχει γίνει ποτέ από καταβολής καπιταλισμού και σοσιαλισμού καθώς θα περιέλθουν απ’ ευθείας στο κράτος δάνεια αρχικής αξίας 6 τρισ. δολ. που αντιστοιχούν στο 45% της ετήσιας παραγωγής των ΗΠΑ.

Υπάρχουν ωστόσο σοβαρότερα προβλήματα που άρχισαν να εμφανίζονται με επίκεντρο τη διάθεση των 700 δισ. τα οποία σε τελική ανάλυση αποκαλύπτουν την αμφίβολη αποτελεσματικότητα ακόμη κι αυτού του μυθικού ποσού ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ασύλληπτη κομπίνα που στήθηκε με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια τα οποία χορηγούνταν αφειδώς και μέσω της τιτλοποίησής τους αποτέλεσαν το εύφλεκτο υλικό για το ξέσπασμα της κρίσης. Το ερώτημα που από την πρώτη στιγμή τέθηκε στον υπουργό Οικονομίας, εξηγώντας γιατί ήθελε να εξασφαλίσει με νόμο και το ακαταδίωκτό του, ήταν το εξής: Σε ποια τιμή θα αγοράσει τα λεγόμενα «τοξικά ομόλογα» (τραβώντας τα έτσι από την αγορά μία και έξω με την ελπίδα να την καθαρίσει και να βρει το βηματισμό της χωρίς αυτά τα ασήκωτα βαρίδια – αυτό είναι σε αδρές γραμμές το σχέδιο) που ως υποθήκη έχουν ακίνητα όταν η τιμή τους έχει μειωθεί κατακόρυφα, ενώ τα ίδια τα δάνεια δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθούν. «Τον Ιούλιο η Merrill Lynch προσπαθώντας να στηρίξει τα οικονομικά της πούλησε επενδύσεις συνδεδεμένες με κτηματικά δάνεια της συμφοράς ύψους 31 δισ. δολ για 22 σεντς το κάθε δολάριο.  Τον προηγούμενο Νοέμβρη η Citabel ένα μεγάλο κεφάλαιο αντισταθμιστικού κινδύνου στο Σικάγο αγόρασε χρεόγραφα κτηματικών δανείων και άλλων επενδύσεων ύψους 3 δισ. δολ. για 27 σεντς το δολάριο. Αλλά ο χρηματοπιστωτικός γίγαντας της Citigroup αποτιμά μια παρόμοια επένδυση στα βιβλία της με 61 σεντς το δολάριο», έγραφε η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν της Παρασκευής. Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβονται βαθιές αντιθέσεις που αφορούν δύο σκέλη. Το πρώτο είναι η έκταση της αναγκαίας διόρθωσης καθώς οι τιμές των ακινήτων είχαν αυξηθεί σε εντελώς παράλογα επίπεδα. Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστού που είχε κατακλύσει την αγορά και της πολιτικής της άνευ όρων δανειοδότησης που ακολουθούσαν οι τράπεζες, στο βαθμό που εξασφάλιζαν ρευστό δίνοντας για εγγύηση τα επισφαλή δάνεια που μόλις είχαν πουλήσει, κι αυτά μάλιστα με τη καλύτερη δυνατή εγγύηση από τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Έτσι δημιουργούταν ένας φαύλος κύκλος που στο όνομα της ατομικής διασφάλισης επέφερε τη συλλογική ανασφάλεια και επικαλούμενος τη διαχείριση του κινδύνου τον διέχεε σε όλη την έκταση του τραπεζικού συστήματος με αποτέλεσμα σήμερα κανείς να μην ξέρει που βρίσκονται τα τοξικά ομόλογα κι ακόμη να μην μπορεί να υπολογίσει την αξία τους. Προσφέρεται για πολλά συμπεράσματα το γεγονός ότι οι ίδιες οι αμερικανικές αρχές και μιλάμε για τον υπουργό Οικονομία και τον κεντρικό τραπεζίτη, πριν ένα χρόνο εκτιμούσαν τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί στη βάση επισφαλών δανείων, σε 50 δισ. δολ.! Η δεύτερη αιτία που πιέζει προς τα κάτω τις τιμές υπαγορεύεται από μια υποτιμητική, καταστροφική στη φύση της, τάση την οποία μάχεται να αποτρέψει η κυβέρνηση για να μην επεκταθεί και σε άλλους τομείς.

Συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΠΟΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ Η ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρώτο θύμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που συγκλονίζει τις ΗΠΑ θα είναι ο χρηματοπιστωτικός της τομέας, καθώς ένας ολόκληρος κλάδος, οι επενδυτικές τράπεζες αφού πρώτα οδήγησαν την κερδοσκοπία στα ουράνια φθάνοντας να χορηγούν 35 δολάρια σε δάνεια για κάθε 1 δολάριο που είχαν στο ενεργητικό τους, οδεύει προς εξαφάνιση. Παράλληλα η υποτίμηση των χρεογράφων που κυκλοφορούν στην αγορά θα σηματοδοτήσει τη συρρίκνωση του τομέα και του πιστωτικού κεφαλαίου από τα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Ενδεικτικά, η παγκόσμια αγορά πιστώσεων περιλαμβανομένων δανείων, ομολόγων και παραγώγων μόνο μέσα σε μια δεκαετία έχει τετραπλασιασθεί: από 3 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει φθάσει να ισοδυναμεί με 12 φορές! Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα παράγωγα, που ακόμη κι ο μεγαλύτερος μετρ της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, Γουόρεν Μπάφετ έχει χαρακτηρίσει ως «χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής» παραπέμποντας στα όπλα μαζικής καταστροφής που επικαλείται η Ουάσινγκτον. Στο Τέλος του 2007 η αξία τους ανερχόταν σε 60 τρισ. δολ. όταν μόλις δύο χρόνια πριν ήταν στο ένα τέταρτο: μόλις 15 δισ. δολ.!

Το δεύτερο θύμα της κρίσης θα είναι το καθεστώς απορύθμισης και παντελούς έλλειψης ελέγχων και κανόνων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη σφαίρα που αγκαλιάζει τράπεζες – ασφάλειες – χρηματιστήρια και θεωρήθηκε υπαίτιο για την σημερινή κρίση. Αντίθετα, λένε οι σφοδρότεροι επικριτές του, στην ηπειρωτική Ευρώπη λόγω των αυστηρών κανόνων που περιλαμβάνονται στο εποπτικό πλαίσιο Βασιλεία ΙΙ (που έχει πάρει την ονομασία του από την ελβετική πόλη που είναι η έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών) δεν παρατηρήθηκε κανένα σχετικό φαινόμενο κρίσης. Με αφορμή μάλιστα αυτή την αντιπαράθεση δημιουργήθηκε μια ανίερη συμμαχία που ξεκίνησε από την Μέρκελ η οποία απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για τη δημιουργία στην Ευρώπη ενός αντίστοιχου κεφαλαίου που θα σώζει τα λαμόγια, πέρασε από τον διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που έγραφε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ότι «αυτή η κρίση είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των ρυθμίσεων» κι έφθασε μέχρι τον Γιωργάκη που έγραφε στον Κόσμο του Επενδυτή το προηγούμενο Σάββατο πως «βασική αιτία για την κρίση υπήρξε η απορύθμιση των αγορών προϊόντων και κεφαλαίου».

 ΕΡΧΕΤΑΙ ΥΦΕΣΗ

Μην πυροβολείτε τους κερδοσκόπους

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Σε όλη τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης ειπώθηκαν δύο μισές αλήθειες που μαζί κάνουν ένα τεράστιο ψέμα. Η πρώτη ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στην αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την ασυδοσία που απολαμβάνει στο καθεστώς της απελευθέρωσης χρεώνοντάς έτσι του όλη την ευθύνη για την κρίση. Έτσι όμως εξαφανίζεται πρώτο, η διασύνδεση του με τον τομέα παραγωγής υλικών αγαθών, δεύτερο, η ενότητα των διαφορετικών σφαιρών στο πλαίσιο του τρόπου παραγωγής και τρίτο ο διαλεκτικός πάντα επικαθορισμός του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την ανταλλαγή και την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων από την παραγωγή. Όσο αλήθεια είναι ότι ουδέποτε η κερδοσκοπία και η ανάληψη κινδύνου θα είχαν φθάσει σε τέτοιες δόξες αν δεν υπήρχε στις αγγλοσαξονικές χώρες το περιβάλλον απορύθμισης επάνω στο οποίο φύτρωσαν και άνθισαν τα δηλητηριασμένα φρούτα της τιτλοποίησης και των επισφαλών δανείων άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι πίσω από τις διψήφιες αποδόσεις της τάξης του 25% που τώρα όλοι καταδικάζουν αυτό που κρύβεται είναι τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τα εμπόδια που ορθώνονται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου από την κρίση του 1970 και μετά. Οι εξωπραγματικές αποδόσεις των τοποθετήσεων στα παράγωγα και των – υπό καθεστώς παρανομίας πια – «σορτάκηδων» ερχόντουσαν να συμπληρώσουν τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τον μειούμενο όγκο κερδών εκεί που παράγονται οι νέες αξίες και η υπεραξία. Το αίτημα παραγραφής χρεών ύψους 25 δισ. που διατυπώθηκε από το λίκνο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας το Ντιτρόιτ, παράλληλα με τα παζάρια που έκανε ο Πόλσον με τη Γουόλ Στριτ, δείχνει τη βαθύτερη δομική κρίση, πτώσης του ποσοστού κέρδους, που δοκιμάζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Άλλωστε, εκτός των ακραίων καταστάσεων, οι υπερτιμημένες αξίες δεν είναι παρά ανεκπλήρωτες προσδοκίες και προεξοφλήσεις αυξημένων κερδών που έμειναν ευσεβείς πόθοι.

Από την άλλη παρότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν επιδόθηκαν στον κανιβαλισμό των αμερικανικών, οι οποίες θα κοιτούν με λιγότερη αλαζονεία πλέον τους ανταγωνιστές τους, η έκταση του Ατλαντικού δε φάνηκε αρκετή για να τις σώσει από την αμερικανική κρίση. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε στην αμερικανική αγορά η γερμανική Deutsche Bank (αναγκαζόμενη να παραγράψει δάνεια ύψους 11 δισ. δολ.) η ελβετική UBS (λόγω της έκθεσής της στα ενυπόθηκα δάνεια) κι η Societe General (άσχετα αν τα φόρτωσε σε έναν αντικριστή της) δείχνουν ότι όλες οι μεγάλες τράπεζες αξιοποίησαν τα τεράστια περιθώρια κέρδους που παρείχε η απελευθερωμένη από υποχρεώσεις τήρησης σημαντικών αποθεματικών αμερικανική πιστωτική αγορά αφήνοντας τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ για όσους ανταγωνιστές τους δεν είχαν τα εφόδια να αγγίξουν το αμερικανικό όνειρο. Κατά τ’ άλλα στο εσωτερικό της Ευρώπης, όπως και στις ΗΠΑ, το τραπεζικό κεφάλαιο δεν έχει πάψει να επεκτείνεται εις βάρος της παραγωγής κι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή δεν έπαψε να σέρνεται από τους βραχυχρόνιους στόχους των τριμηνιαίων καταστάσεων που είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν οι εισηγμένες προς δόξα της βραχυπρόθεσμης απόδοσης. Ακόμη δηλαδή κι όταν δεν δουλεύουν για τους βιομηχάνους δεν είναι μόνοι τους οι τραπεζίτες στην αναζήτηση του γρήγορου κέρδους.

Άμεσο αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης θα είναι η ύφεση που θα πλήξει την καπιταλιστική παραγωγή μέσω της αύξησης του κόστους κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της μείωσης των διαθέσιμων κεφαλαίων και της αύξησης του κόστους του χρήματος, που θα προέλθει από την αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα συμβεί στο πλαίσιο του πιο αισιόδοξου σεναρίου που τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα θα εγκρίνουν τη χορήγηση των 700 δισ. δολ. Η πτώση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης με τη σειρά της θα φέρει λουκέτα και ανεργία εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο επίθεσης του κεφαλαίου. Εκτός κι αν…

Σοβαροί τριγμοί στην Ευρώπη (Πριν, 7/10/2008)

ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΙΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Κανένας δεν περίμενε τόσο οργισμένες και επίμονες λαϊκές αντιδράσεις ενάντια στο σχέδιο διάσωσης των κερδοσκόπων που έμεινε στην ιστορία ως σχέδιο Πόλσον, από το όνομα του αμερικανού υπουργού Οικονομικού. Παρότι οι αντιδράσεις από τα δεξιά, εμφορούμενες από μια δογματική ιδεοληπτική απέχθεια προς κάθε μορφή κρατικής παρέμβασης δεν ήταν καθόλου αμελητέες, εν τούτοις η πίεση που οδήγησε στην καταψήφιση του Σχεδίου Πόλσον, ύψους 700 δισ. δολ., την προηγούμενη Δευτέρα από την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων (με ψήφους 228 κατά έναντι 205 υπέρ) προερχόταν από τα κάτω και τα αριστερά. Απόδειξη ήταν ο πρωτοφανής στην ιστορία κίνδυνος κατάρρευσης του υπολογιστικού δικτύου της αμερικανικής Βουλής εξ αιτίας των δεκάδων χιλιάδων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τα οποία οι αμερικανοί ψηφοφόροι βομβάρδιζαν τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του κάθε στιγμή. Δεν σταμάτησαν μόνο σε αυτά. Δεκάδες ήταν επίσης οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που οργανώθηκαν με ομιλητές εκπροσώπους των συνδικάτων (και δη της AFL – CIO) που ως μοναδικό αίτημα είχαν να απορριφθεί το Σχέδιο Πόλσον. Πολλές ακόμη ξεχωριστές περιπτώσεις (όπως για παράδειγμα οι 23.000 υπογραφές που μαζεύτηκαν σε δύο μέρες μόνον από έναν γερουσιαστή με αίτημα να επιβληθεί έκτακτος φόρος ύψους 10% στους πλούσιους) δείχνουν ότι το Σχέδιο Πόλσον και κατά βάθος ο φόβος που στοιχειώνει εκατομμύρια εργαζομένους στις ΗΠΑ για το μέλλον τους σε συγκερασμό με το πρωτοφανές ρήγμα που δημιουργήθηκε στον απόλυτα ελεγχόμενο υπό κανονικές συνθήκες πολιτικό κόσμο άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Η απάντηση του αμερικανικού κεφαλαίου στην σιωπηρή εξέγερση των Αμερικανών ήταν κάτι παραπάνω από τρομοκρατική καθώς στο επιχείρημα της κοινωνίας «δεν χρηματοδοτούμε κερδοσκόπους και απατεώνες» η απάντησή τους, σε μια επίδειξη δύναμης, ήταν να τσακίσουν τις συντάξεις της κοινωνίας. Η κάθετη πτώση του δείκτη μετοχών της Γουόλ Στριτ κατά 778 μονάδες (που είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία) την ημέρα που η Βουλή των Αντιπροσώπων επέστρεφε το Σχέδιο Πόλσον ήταν τα αντίποινα των «γνωστών αγνώστων» κερδοσκόπων προς τα δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανών που υπολογίζουν τη σύνταξή τους με βάση την πορεία του Ντάου Τζόουνς. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως αμέσως μετά την καθίζηση των χρηματιστηρίων η στάση των Αμερικανών άρχισε να μετριάζεται χωρίς ποτέ να γείρει υπέρ του Σχεδίου που θα σημάνει τον μεγαλύτερο αναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών των ΗΠΑ. Η υπερψήφιση του αναμορφωμένου Σχεδίου Πόλσον από την περισσότερο ολιγαρχική και λιγότερο αντιπροσωπευτική Γερουσία την Πέμπτη με 74 ψήφους υπέρ και μόνο 25 κατά σήμανε το τέλος του διχασμού της αστικής τάξης. Το βάρος τους υπέρ του Σχεδίου Πόλσον έριξαν στη συνέχεια και οι κορυφαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ που μέσω των θεσμικών τους ενώσεων (του αμερικανικού ΣΕΒ) και κυρίως των λόμπι επανέφεραν τους βουλευτές στην τάξη. Ως αποτέλεσμα στην δεύτερη ψηφοφορία της Παρασκευής το Σχέδιο Πόλσον εγκρίθηκε με 263 ψήφους υπέρ έναντι 171 ψήφων κατά.

Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρευσαν μέσα σε λίγες ώρες στην αρχή της εβδομάδας έξι (!!!) ευρωπαϊκές πολυεθνικές τράπεζες αποδεικνύοντας το βαθμό έκθεσης στην αμερικανική κερδοσκοπία ολόκληρου σχεδόν του ευρωπαϊκού τραπεζικού οικοδομήματος. Τα σημάδια της ύφεσης επιβάλλουν αναπροσαρμογή της στρατηγικής του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

 

 Επέβαλαν το Σχέδιο Πόλσον πραξικοπηματικά

Μέχρι και την προηγούμενη Κυριακή, παρότι μάλιστα δεν είχαν λείψει οι καταρρεύσεις ευρωπαϊκών τραπεζών λόγω των ανοιγμάτων τους στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκων δανείων (γερμανική ΙΚΒ πέρυσι τον Ιούλιο, βρετανική Νόρθερν Ροκ πέρυσι τον Σεπτέμβριο) αν κανείς έπαιρνε στα σοβαρά τους ευρωπαίους ηγέτες θα πίστευε ότι στην από δω μεριά του Ατλαντικού οι τράπεζες είναι σχεδόν ευαγή ιδρύματα που το πλαίσιο δραστηριοτήτων καθορίζουν οι εκθέσεις για την αποταμίευση των μαθητών του Δημοτικού. Η Δευτέρα ήταν η μέρα της αποκάλυψης. Μέσα σε λίγες ώρες τραπεζικά μαμούθ άρχισαν να τρεκλίζουν και για να μην ισοπεδώσουν ότι υπάρχει γύρω τους σε μια ακτίνα που θα ξεπέρναγε την επιφάνεια των κρατών που επισήμως έχουν έδρα, το «ελάχιστο κράτος» θυμήθηκε τις παλιές του δόξες. Γαλλία, Αγγλία, Ιρλανδία, Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη, όπως ακριβώς είχε κάνει το αμερικανικό δημόσιο με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα Bear Sterns πριν ένα χρόνο και μόλις πρόσφατα με Freddie και Fannie, Merrill Lynch, AIG, Washington Mutual και Wachovia μεταξύ πολλών άλλων.

Την ευρωπαϊκή υπεροψία τσαλαπάτησε την επομένη η αιχμή του δόρατος του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ που σε άρθρο της σύνταξης τόνιζε: «Με ορισμένους τρόπους, η ευρωπαϊκή υπερβολή ξεπέρασε ακόμη και την “ύβρη” της Γουόλ Στριτ. Οι δώδεκα μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ένα συνολικό λόγο μόχλευσης – υποχρεώσεις προς συνολικά στοιχεία ενεργητικού – ίσο με 35, σε σχέση με λιγότερο από 20 για τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες. Στο τέλος του προηγούμενου χρόνου ο λόγος μόχλευσης της Deutsche Bank βρισκόταν στο 52,5 και της τράπεζας Barclay’s στο 61,3». Η κερδοσκοπία λοιπόν μπορεί να βρήκε το πιο πρόσφορο έδαφος στην αμερικανική αγορά καλλιεργήθηκε όμως εξ ίσου εντατικά κι από τις ευρωπαϊκές τράπεζες – όχι μόνο τις αμερικανικές.

Το άλμα ωστόσο που έκανε η χρηματοπιστωτική κρίση στην ευρωπαϊκή αγορά δεν ήταν μόνο σε μήκος αλλά και σε βάθος, καθώς περνώντας τον Ατλαντικό για πρώτη φορά έπληξε τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα που ο κύκλος των δραστηριοτήτων τους δεν αφορούσε την κερδοσκοπία – όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην αμερικανική αγορά με τις επενδυτικές τράπεζες. Έτσι όμως (και στον βαθμό που οι παραπάνω δύο εργασίες δεν είναι τόσο καθαρά διακριτές στη γηραιά ήπειρο) απειλήθηκε, για πρώτη φορά τόσο μαζικά, η κρίση να αλλάξει μορφή πλήττοντας και παραλύοντας την κλασσική τραπεζική δραστηριότητα. Γι αυτό το λόγο η παρέμβαση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ήταν τόσο ακαριαία αναλαμβάνοντας να πληρώσουν όλο τον λογαριασμό. Η αντίδρασή τους περιορίζει σε βαθμό εξαφανίσεως τις πρακτικές συνέπειες της διχογνωμίας που εκδηλώθηκε μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου με αφορμή την πρόταση του γάλου προέδρου να φτιαχτεί ένα κεφάλαιο ανάλογο του Πόλσον, έτοιμο προς διάθεση μόλις ακουστεί ο ήχος των κανονιών. Από τη στιγμή που το Βερολίνο τα ακούμπησε, η διαφωνία του περιορίζεται στο κατά πόσο οι επιχειρήσεις διάσωσης θα γίνονται κατά περίπτωση ή συνολικά. Το κόστος όμως – που μεταφέρεται στους εργαζόμενους της Ευρώπης – θα είναι το ίδιο!

Το πλήγμα που δέχθηκαν οι έξι ευρωπαϊκές τράπεζες σηματοδότησε μια μείζονος σημασίας αλλαγή πλεύσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού σε ότι αφορά τη διαχείριση της κρίσης. Από το 2007 που έκανε για πρώτη φορά αισθητή την εμφάνισή της, με τη μορφή της πιστωτικής ασφυξίας, και η αμερικανική κεντρική τράπεζα δε δίστασε να ρίξει τα επιτόκια του δολαρίου από το 5,25% στο 2%, όλο αυτό το διάστημα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράταγε σταθερά τα επιτόκια του ευρώ, όταν δεν τα αύξανε, επικαλούμενη την προτεραιότητα του στόχου συγκράτησης του πληθωρισμού. Πλέον αυτή η στάση αλλάζει, όπως με σαφήνεια δήλωσε την Πέμπτη ο πρόεδρος της, προαναγγέλλοντας ότι στη επόμενη συνεδρίασή της διοίκησής της θα αποφασιστεί μείωση των επιτοκίων από το 4,25% που βρίσκονταν ως τώρα – ένα επίπεδο που αποτελεί ρεκόρ επταετίας. Η αλλαγή προσανατολισμού της νομισματικής πολιτικής, αποτέλεσμα όχι μόνο των χρεοκοπιών αλλά και της δυσμενούς αναθεώρησης των ρυθμών μεγέθυνσης του προϊόντος στο 1,3% για το τρέχον έτος σε ότι αφορά τους 15, αποκαλύπτει τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας για μια ύφεση.

ΠΛΗΓΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

Ακόμη και η σκανδαλώδης προσφορά – αποζημίωση προς τους κερδοσκόπους του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. δεν πρόκειται να αποτρέψει την οικονομική ύφεση στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Η κάθετη αύξηση του κόστους του χρήματος δημιουργεί τεράστια εμπόδια στην επέκταση της παραγωγής, οξύνοντας την κρίση της.

Η ΥΦΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ

Η ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

Κενό γράμμα αποδείχτηκε η περίφημη ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών

 

Η κατάρρευση της Γουόλ Στριτ τη Δευτέρα δεν ήταν μόνο ένα μήνυμα στην αμερικανική κοινωνία για την τύχη που θα έχουν οι συντάξεις και οι τοποθετήσεις τους αν δεν ψηφιστεί το Σχέδιο Πόλσον. Ταυτόχρονα εξέφραζε και τις τεράστιες δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει στο εξής η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που αφορά την πραγματική οικονομία, σε περίπτωση που δεν εφαρμοστεί το Σχέδιο Πόλσον και το οποίο προβλέπει την εξαγορά από το αμερικανικό δημόσιο των ομολόγων που σχετίζονται με τα κτηματικά δάνεια της συμφοράς που χορηγούσαν, ακόμη και στο 100% της αξίας των ακινήτων, οι τράπεζες χωρίς την παραμικρή εγγύηση. Επιστρέφοντας στο σημείο μηδέν της τρέχουσας κρίσης οι δυσκολίες αναπαραγωγής αφορούν την κάθε άλλο παρά ασυνήθιστη φάση του οικονομικού κύκλου κάθε καπιταλιστικής οικονομίας όπου η σημαντική – κι εν προκειμένω θεαματική – αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης οδήγησε σε άνοδο τη ζήτηση πιστώσεων και στη συνέχεια τα επιτόκια κι αυτά με τη σειρά τους οδήγησαν σε συρρίκνωση το ποσοστό κέρδους. Ανατροπή βάθους που στους πιο απόμακρους παρατηρητές γίνεται ορατή από το πιο εύκολα ορατό γνώρισμά της: τις ανατροπές στα επιτόκια και το κόστος χρήματος.

Οι δυσκολίες αφορούν την άνοδο του κόστους του χρήματος. Δημιουργούνται δε από τη στιγμή που οι τράπεζες καχύποπτες για την ποιότητα των εγγυήσεων (λόγω της ύπαρξης των «τοξικών ομολόγων») που παρέχονται στην διατραπεζική αγορά χρήματος αρνούνται να προσφέρουν για δανεισμό τα διαθέσιμά τους ή, από την άλλη, αδυνατούν να σηκώσουν το βάρος του δανεισμού λόγω των πολύ υψηλών επιτοκίων που διαμορφώνονται στη διατραπεζική.

Το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί διαβρώνοντας τα σαθρά θεμέλια της πραγματικής οικονομίας το περιγράφει παραστατικά ο τελευταίος βρετανικός Εκόνομιστ: «Τον περισσότερο καιρό κανείς δεν αναφέρεται στην πίστωση που ρέει στους πνεύμονες της οικονομίας, περισσότερο απ’ ότι οι άνθρωποι αναφέρονται στον αέρα που αναπνέουν. Όλοι όμως ξέρουν πότε σταματάει η πίστωση να κυκλοφορεί ελεύθερα η πίστωση από τις αγορές στις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Για ένα χρόνο σχεδόν οι αγορές ανησυχούν για τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα των τραπεζών. Μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers τον προηγούμενο μήνα και μέσω της σύγχυσης για το ποιον θα σώσει το κράτος και με τι όρους πανικοβλήθηκαν. Οι αγορές για αξιόγραφα 3, 6 και 12 μηνών είναι κλειστές, έτσι οι τράπεζες πρέπει να δανείζονται περισσότερο χρήμα σε καθημερινή βάση απ’ ότι συνήθως. Οι τράπεζες δανείζονταν η μία από την άλλη με 0,08 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τα επίσημα επιτόκια. Στις 30 Σεπτέμβρη πλήρωσαν περισσότερο από 4 ποσοστιαίες μονάδες επάνω. Σε μια δημοπρασία για να προμηθευτούν δολάρια σε ημερήσια βάση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι τράπεζες ήταν έτοιμες να πληρώσουν επιτόκιο 11%, πέντε φορές υψηλότερο από τα επίπεδα που ήταν πριν την κρίση».

Ο καθοριστικός δε και αναντικατάστατος χαρακτήρας που έχουν αυτά τα κεφάλαια για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας εμφανίζεται αν δούμε την έκταση της πίστης. Στις ΗΠΑ, το συνολικό χρέος της κοινωνίας (νοικοκυριών, επιχειρήσεων και δημοσίου) που από το 1940 μέχρι το 1980 κυμαινόταν περίπου στο 150% του ΑΕΠ, τα τελευταία 30 σχεδόν χρόνια αυξάνεται σταθερά κι έχει φθάσει να ξεπερνάει ακόμη και το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν κατά την κρίση του ’30 (300% του ΑΕΠ) αγγίζοντας πλέον το 350%! Το χρέος των νοικοκυριών ειδικότερα, που έχει ξεχωριστή σημασία μια και προδιαγράφει την πορεία της καταναλωτικής ζήτησης, άρα των παραγγελιών και της παραγωγής, αυξήθηκε από 50% του ΑΕΠ το 1980 σε 100% το 2006. Δεν υπάρχει αμφιβολία συνεπώς ότι και η πιο μικρή διαταραχή στην εξέλιξη αυτού του μεγέθους θα ρίξει λάδι στη φωτιά της κρίσης.

Μια άλλη πλευρά της ανεπάρκειας κεφαλαίων (που αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις, τουλάχιστον αρχικά) αποκαλύπτει η απότομη συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς επιχειρηματικών ομολόγων καθώς από 337 δισ. δολ. που ήταν οι νέες εκδόσεις το δεύτερο τρίμηνο του 2007, το αντίστοιχο διάστημα φέτος έφθασαν μόλις τα 77 δισ.! Ως αποτέλεσμα των παραπάνω η πίστη δεν μπορεί να παίξει το ρόλο που έπαιζε μέχρι πρόσφατα διευκολύνοντας την παραγωγή. Στο εξής θα το κάνει πιο δύσκολα και με χειρότερους όρους.

Γνωρίζοντας οι κυβερνήσεις την κρισιμότητα που έχει η στήριξη των πιστώσεων μετέτρεψαν τις κεντρικές τράπεζες τον τελευταίο αυτό χρόνο από δανειστές έσχατης ανάγκης σε δανειστές πρώτης ανάγκης. Με την μια ένεση ρευστού να διαδέχεται την άλλη, χωρίς  καμία όμως να έχει τα ευεργετικά αποτελέσματα που είχε η ένεση αδρεναλίνης που δέχτηκε στην καρδιά της η Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction ξυπνώντας από το κώμα, οι κεντρικές τράπεζες εγκατέλειψαν οριστικά την περίφημη ανεξαρτησία τους. Για να αποτραπεί ένα θανατηφόρο πάγωμα των πιστώσεων και να εκτονωθούν οι ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια μόνο η αμερικανική κεντρική Τράπεζα έχει ρίξει στη διατραπεζική τους τελευταίους 13 μήνες περισσότερα από 1,1 τρισ. δολάρια! Τεράστια ποσά έχει ρίξει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Στο πλαίσιο όμως της Συνθήκης του Μάαστριχτ, σε ότι αφορά την Ευρώπη, θεσπίστηκε με τους πιο αυστηρούς όρους η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών με απώτερο στόχο την στροφή των κυβερνήσεων στις αγορές κεφαλαίων για να χρηματοδοτούν τις ανάγκες τους (ταΐζοντας έτσι με τα λεφτά των φορολογουμένων τους κερδοσκόπους) και άμεσο στόχο να θωρακιστούν οι κυβερνήσεις απέναντι στις λαϊκές πιέσεις για αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Έτσι οδηγήθηκε στο σκραπ το μηχάνημα που έκοβε λεφτά χωρίς να δίνει λογαριασμό. Τώρα όμως ξαναβγήκε! Οι κεντρικές τράπεζες –άτεγκτες όταν πρέπει να επιβάλλουν τη δημοσιονομική πειθαρχία– γίνονται το Πρώτων Βοηθειών του παρασιτισμού και της κερδοσκοπίας δημιουργώντας επιπλέον κόστη τα οποία για μια ακόμη φορά καταλήγουν στους εργαζόμενους. Η ανεξαρτησία τους έτσι αποδεικνύεται μονοσήμαντη, στο βαθμό που αφορά μόνο τις λαϊκές ανάγκες κι όχι τις ανάγκες αναπαραγωγής του καπιταλισμού, αλλά και κίβδηλη στο βαθμό που η ανεξαρτησία από τις λαϊκές ανάγκες αποδείχθηκε προϋπόθεση για να προσφέρουν όλη τη γκάμα των υπηρεσιών τους στα λαμόγια την κρίσιμη ώρα.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ

Ορατός ο κίνδυνος της χρόνιας ύφεσης

ΝΕΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΣΟΝ

 

Εφαρμόζοντας η αμερικανική κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη των Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων, τα δύο μέτρα που προαναφέραμε (απεριόριστο δημόσιο χρήμα για την απορρόφηση των «τοξικών ομολόγων» και την διευκόλυνση εξαγοράς των χρεοκοπημένων τραπεζών από άλλες ιδιωτικές ώστε να αποτραπεί το ντόμινο μαζί με την παροχή ρευστότητας στη διατραπεζική μέσω της Κεντρικής Τράπεζας) μία εξέλιξη ήθελε να αποφύγει: Να επαναληφθεί το παράδειγμα της Ιαπωνίας και την κατάρρευση της κτηματικής αγοράς να μην ακολουθήσει μία χαμένη δεκαετία, όπως ακριβώς συνέβη στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. «Το μάθημα από την Ιαπωνία είναι εξαιρετικά σαφές», έγραφε στην Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν προχτές, Παρασκευή, ο ανταποκριτής τους στο Τόκιο τη δεκαετία του ’90. «Κρατήστε τη μύτη σας και υποστηρίξτε το χρηματοδοτικό πακέτο, για να καθαρίσει έτσι το ενεργητικό των τραπεζών».

Η θεωρητική βάση του (θανατηφόρου για τους εργαζόμενους) γιατρικού του Πόλσον, «διευκολύνετε την πίστωση για να αποτραπεί η κρίση» συναντάται στην πιο καθαρή μορφή του μέσα από τα συμπεράσματα που εξάγουν οι Φρίντμαν – Σβαρτζ στο θεμελιώδες έργο τους, Νομισματική Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών: 1867-1960. Για τον αρχιερέα του νεοφιλελευθερισμού αν η αμερικανική κεντρική τράπεζα δεν περίμενε τον Απρίλη του 1932 να παρέμβει στηρίζοντας τη ρευστότητα (κι αφού πρώτα είχαν χρεοκοπήσει αβοήθητες 1.860 τράπεζες) κανένας σήμερα δεν θα συνέδεε εκείνη τη χρονιά με την πιο οδυνηρή κρίση του καπιταλισμού.

Στην πραγματικότητα, η αστική οικονομική επιστήμη βλέπει τον τρόπο παραγωγής με τα ίδια παραμορφωτικά γυαλιά που φοράει και ο καπιταλιστής χάνοντας και οι δυο από το οπτικό τους πεδίο την παραγωγή. Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο (Τρίτος τόμος, Κεφ. 27) κατ’ αρχήν επεσήμανε τον διπλό χαρακτήρα που έχει στον καπιταλισμό η πίστη η οποία είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να ενώνει την πράξη της αγοράς με την πώληση – καθήκον «ιερό» αν σκεφτούμε την απόσταση που χωρίζει αυτές τις δύο πράξεις, αποτελώντας τη βαθύτερη αιτία της κρίσης. «Το πιστωτικό σύστημα επιταχύνει την υλική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς, που, σαν υλικές βάσεις της νέας μορφής παραγωγής, η δημιουργία τους αποτελεί το ιστορικό καθήκον του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Ταυτόχρονα, η πίστη επιταχύνει τα βίαια ξεσπάσματα αυτής της αντίφασης, τις κρίσεις και έτσι δυναμώνει τα στοιχεία της διάλυσης του παλιού τρόπου παραγωγής». Από την άλλη, δεν παρέλειπε να τονίζει ότι «από πρώτη ματιά, όλη η κρίση παρουσιάζεται σαν πιστωτική κρίση και χρηματική κρίση». Όπως συμβαίνει και τώρα που αιτία του κακού αναγορεύεται η κερδοσκοπική απληστία των επενδυτικών τραπεζών και στην καλύτερη περίπτωση τα 10 εκ. κτηματικά δάνεια-φωτιά, από τα 15 που δόθηκαν συνολικά την τετραετία 2004 – 2007, και το βάρος όλων των άμεσων παρεμβάσεων στρέφεται στην αντιμετώπιση της πιστωτικής κρίσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πιθανότερο είναι πως το Σχέδιο Πόλσον παρά το τεράστιο ύψος του (κι αφήνοντας εκτός εξέτασης τις παράπλευρες απώλειες που θα επιφέρει στην ισοτιμία του δολαρίου και την θέση των ΗΠΑ) θα αποδειχτεί πολύ σύντομα μικρό. Τότε οι Αμερικάνοι φορολογούμενοι, αφού ηττήθηκαν στην πρώτη αναμέτρηση, θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν ένα νέο σχέδιο διάσωσης των κλυδωνιζόμενων αμερικανικών επιχειρήσεων και μιας νέας φούσκας που μπορεί να έχει στο επίκεντρο πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κλπ. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους Ευρωπαίους, καθώς όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ομονοούν για την ανάγκη κρατικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων που απειλούνται.

Αναζητώντας φάρμακα για την κρίση (Πριν, 27/1/2008)

Πτώση των τιμών των μετοχών

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΡΙΣΗΣ

Έτριξε η γη κάτω από τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου την περασμένη Δευτέρα. Από την Ευρώπη μέχρι την Ασία, εξαιρουμένων των Ηνωμένων Πολιτειών που για καλή τους τύχη είχαν αργία εκείνη την ημέρα για να τιμήσουν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, η βουτιά που κατέγραψαν ήταν πρωτοφανή στο συγχρονισμό αλλά και το βάθος της για ολόκληρη την τελευταία δεκαετία. Έτσι οι αντιπροσωπευτικότεροι χρηματιστηριακοί δείκτες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ινδίας έπεσαν κατά 7%, της Σιγκαπούρης και του Λονδίνου κατά 6%, του Χονγκ Κονγκ κατά 5%, του Τόκιο κατά 4%, κοκ.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά μόνο τις τιμές των μετοχών και τις τεράστιες απώλειες που καταγράφουν ακόμη κι όταν συνυπολογίσουμε τις απρόβλεπτες ανόδους που ενίοτε ακολουθούν, αγοράζοντας στη φθήνια ότι με πάταγο κατέρρευσε την προηγούμενη μέρα. Το πρόβλημα πλέον είναι ότι η κρίση έχει περάσει και στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας, ειδικότερα αυτής των ΗΠΑ που δίνει τον παγκόσμιο ρυθμό. Έτσι, πολυεθνικές επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα των οποίων ο ισολογισμός στο παρελθόν ξεπερνούσε το ΑΕΠ δεκάδων χωρών βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Η Μπανκ οφ Αμέρικα, για παράδειγμα, είδε τα κέρδη της το τελευταίο τρίμηνο του 2007 να μειώνονται κατά 95%, φθάνοντας τα 268 εκ. δολ. από 5,26 δισ. το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Η Μέριλ Λιντς, ακόμη χειρότερα, είδε σχεδόν ακέραια τα κέρδη του 2006 να μετατρέπονται σε ζημιές: Από 7,5 δισ. δολάρια κέρδη το 2006, το χρόνο που μας πέρασε κατέγραψε ζημιές ύψους 7,8 δισ. Ανάλογη κατάσταση, αν και όχι τόσο δραματική, ισχύει για τις περισσότερες αμερικανικές τράπεζες, καθώς όλες σχεδόν περιέλαβαν στο χαρτοφυλάκιό τους στεγαστικά δάνεια. Την ραγδαία επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στις ΗΠΑ επιβεβαιώνει η πτώση των κερδών των αμερικάνικων εισηγμένων επιχειρήσεων το τελευταίο τετράμηνο του 2007 κατά περίπου 10%, η μείωση της απασχόλησης, ως αποτέλεσμα των χρεοκοπιών και των απολύσεων, η συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών ως αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας, η πτώση της αξίας των κατοικιών που διαλύει βίαια την αυταπάτη πλουτισμού που δημιουργούσε η συνεχής άνοδος της τιμής τους ως αποτέλεσμα της φούσκας των ακινήτων και πιο εμφατικά οι πανικόβλητες πολιτικές παρεμβάσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας, όπως το πακέτο κινήτρων – μαμούθ που ανακοίνωσε ο Μπους την προηγούμενη Παρασκευή και η εσπευσμένη και απροσδόκητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων την προηγούμενη Δευτέρα.

Από τις πιο βίαιες των μεταπολεμικών χρόνων θα είναι η κρίση που ξέσπασε στον αμερικανικό καπιταλισμό, σύμφωνα με πολλούς εκπροσώπους της αστικής τάξης, ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα επηρεάσει σημαντικά τις περισσότερες χώρες του κόσμου που εξάγουν στις ΗΠΑ

Ημίμετρα η μείωση των επιτοκίων και το πακέτο κινήτρων ύψους 150 δισ. δολαρίων

 

Ένα από τα πιο πρωτότυπα γεγονότα του περυσινού Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός ήταν μία συζήτηση που πραγματοποιήθηκε σε μια …σκοτεινή αίθουσα, όπου οι συνομιλητές έπρεπε να ανταλλάξουν απόψεις κυριολεκτικά στα τυφλά. Η σκέψη αυτή αποδείχτηκε αν μη τι άλλο προφητική, γιατί και τώρα ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες μηδενικής ορατότητας (που αποδεικνύει πόσος άχρηστος είναι ο διαρκώς αυξανόμενος όγκος στοιχείων που μαζεύουν τα λογιστήρια και οι στατιστικές υπηρεσίες) καλούνται να πάρουν αποφάσεις για το μέλλον της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας με τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η τρέχουσα κρίση να αγγίζουν όλο σχεδόν το φάσμα των δυνατών αποκρίσεων. Αυτό το κλίμα αβεβαιότητας αναπαρήγαγαν οι γερμανικοί Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τη Δευτέρα όταν σχολιάζοντας το πακέτο κινήτρων του Μπους έγραφαν: «Αλλά το πρόβλημα είναι πως κανένας δεν ξέρει αν ακόμη κι αυτό θα είναι αρκετό. Υπάρχει ένας αυξανόμενος φόβος παντού ότι η οικονομική κρίση έχει μόλις ξεκινήσει και κάθε τι θα εξελιχθεί πολύ χειρότερα».

Αναφερόμενοι λοιπόν στα σημαντικότερα ερωτήματα ξεχωρίζουμε πρώτο, τη χρονική διάρκεια και το βάθος της κρίσης* δεύτερο, το γεωγραφικό βεληνεκές της* και τρίτο τα μέτρα που κρίνονται αποτελεσματικότερα, απ’ όσα είναι διαθέσιμα, για την αντιμετώπισή της.

Η αμερικάνικη οικονομία με βάση τις επίσημες στατιστικές από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διέρχεται μια ύφεση κάθε έξι χρόνια, με αποτέλεσμα να έχουμε μέχρι τώρα 10 τέτοιες διαταραχές της ομαλής αναπαραγωγής του κεφαλαίου οι οποίες διαρκούν από 8 έως 16 μήνες. Σημαντικότερη δε εξ αυτών ήταν ομολογουμένως η κρίση που ξέσπασε το Νοέμβριο του 1973 για να λήξει τυπικά τον Μάρτιο του 1975 αλλά στην πραγματικότητα ποτέ, μια και το αραβικό εμπάργκο στο πετρέλαιο μπορεί να τερματίστηκε κανένα όμως από τα κρισιμότερα στοιχεία που δείχνουν την ευρωστία της κεφαλαιακής συσσώρευσης δεν άγγιξε ξανά τις επιδόσεις των λεγόμενων χρυσών χρόνων της δεκαετίας του ’60. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η τρέχουσα διαταραχή να ξεπεράσει σε βάθος τις συνηθισμένες κυκλικές διακυμάνσεις και να αποδειχτεί εξ ίσου βαθιά με αυτήν του 1973. Δε λείπουν αναλυτές (όπως για παράδειγμα στην Ουάσινγκτον Ποστ της Δευτέρας) που προμηνύουν κρίση ανάλογη της Μεγάλης Κρίσης του 1930, ενώ οι περισσότεροι αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια παρατεταμένη ύφεση ανάλογης εκείνης που έπληξε την Ιαπωνία ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία του ’90 και την Ευρώπη την ίδια περίοδο σε μικρότερο όμως βαθμό και ακόμη μικρότερη χρονική διάρκεια.

Η διχογνωμία για το βάθος της κρίσης επιτείνεται από την πλήρη άγνοια που επικρατεί σε ότι αφορά τις πραγματικές ζημιές από τα στεγαστικά δάνεια χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας, καθώς το κλείσιμο της χρονιάς ναι μεν έφερε στην επιφάνεια πολύ μεγαλύτερες μαύρες τρύπες απ’ ότι αρχικά διατείνονταν οι τραπεζίτες, ομολογείται όμως τώρα ότι δεν αποκλείεται οι ζημιές να είναι ακόμη πιο μεγάλες. Δηλαδή, υπό το φόβο της κατάρρευσης να παρέπεμψαν στο μέλλον οι τράπεζες την διαγραφή χρεών που δεν πρόκειται να εισπραχθούν, υπονομεύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την ευρωστία και των επόμενων λογιστικών καταστάσεων. Υπό αυτή την έννοια έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ότι οι συνολικές διαγραφές χρεών ύψους 100 δισ. δολ. που ανακοινώθηκαν από τη Γουόλ Στριτ ενδέχεται να αποδειχθούν η κορυφή του παγόβουνου!

Η ξεχωριστή σημασία της τρέχουσας κρίσης υπογραμμίστηκε και από τον ξεπεσμένο κερδοσκόπο και νυν ανιδιοτελή φιλάνθρωπο και προστάτη πασών των στρατηγικών μειονοτήτων της ταραγμένης Βαλκανικής, Τζορτζ Σόρος, ο οποίος μιλώντας στο Νταβός την προηγούμενη εβδομάδα τόνισε: «η τρέχουσα κρίση σηματοδοτεί το τέλος μια εποχής πιστωτικής επέκτασης που στηριζόταν στο δολάριο ως διεθνές νόμισμα αποθεματοποίησης. Οι περιοδικές κρίσεις ήταν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας ανόδου και πτώσης. Η τρέχουσα κρίση είναι η αποκορύφωση μιας πληθωρικής ανόδου που έχει διαρκέσει για περισσότερα από 60 χρόνια».

Δεν είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια συνηθισμένη, κυκλική διαταραχή!

Ιδιαίτερη συζήτηση διεξάγεται και για τη χωρική έκταση που θα προσλάβει η κρίση, υπό το φως της σχετικά πιο υγιούς κατάστασης που βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία αλλά κυρίως της ραγδαίας ανόδου του ειδικού βάρους της Κίνας, της Ινδίας και άλλων περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών που αδιαμφισβήτητα έχουν οδηγήσει σε συρρίκνωση το ειδικό βάρος του αμερικανικού ΑΕΠ στο παγκόσμιο. «Ο κόσμος έχει γίνει λιγότερο εξαρτημένος από την ευημερία των ΗΠΑ» δήλωσε προ ημερών αναπαράγοντας αυτό το κλίμα ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ από το ελβετικό θέρετρο. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι το πρότυπο ανάπτυξης που υιοθετούν όλες οι αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες στηρίζονται στην προώθηση των εξαγωγών. Ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πλούτου τους δηλαδή προέρχεται από τις εξαγωγές. Ενδεικτικά, οι εξαγωγές ολόκληρης της Ασίας, εξαιρουμένης της Ιαπωνίας, αντιπροσώπευαν το 2007 το 55% του ΑΕΠ τους, όταν το 2001 μόλις το 40%. Η εξάρτησή των περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών από τις εξαγωγές (και η τρωτότητά τους επομένως από μια ενδεχόμενη ύφεση στα ιμπεριαλιστικά κέντρα) βεβαιώνεται και από δυο ακόμη παραδείγματα: Η Σλοβακία, υπόδειγμα οργανικής ενσωμάτωσης στον καπιταλισμό (και άσχετα από το γεγονός ότι η μαζική εγκατάσταση πολυεθνικών αυτοκινητοβιομηχανιών στο έδαφος της την έχει καταδικάσει σε μια βιομηχανική «μονοκαλλιέργεια» πολύ πιο ετεροβαρή κι από αυτές που ήκμασαν επί αποικιοκρατίας) οφείλει το 70% του ΑΕΠ της στις εξαγωγές! Το Μεξικό το 23%, κοκ. Από την άλλη μεριά το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ βεβαιώνει τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζουν οι αμερικάνοι καταναλωτές (δαπανώντας 9,5 τρισ. δολ. ετησίως, έξη δηλαδή φορές περισσότερα απ’ ότι οι πολλαπλάσιοι κινέζοι και ινδοί καταναλωτές μαζί) στην απορρόφηση της παγκόσμιας παραγωγής. Στον αντίποδα των ογκούμενων στο πέρασμα του χρόνου αμερικανικών καταναλωτικών δαπανών, που τώρα ανέρχονται στο 70% της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας, βρίσκονται οι συρρικνούμενες ως ποσοστό (και όχι ως απόλυτη αξία) καταναλωτικές δαπάνες στον υπόλοιπο κόσμο – μια συρρίκνωση που αποτελεί την άλλη όψη της υπερτροφικής ανάπτυξης των εξαγωγών. Στην Κίνα για παράδειγμα οι καταναλωτικές δαπάνες ανέρχονται στο 35% της οικονομικής δραστηριότητας όταν το 1990 ανέρχονταν στο 46%!

Φαίνεται από τα παραπάνω πως αν και το ΑΕΠ των ΗΠΑ παύει να έχει την εξέχουσα θέση που είχε στο παρελθόν, η σημασία της οικονομίας τους δεν έχει περιθωριοποιηθεί αλλά διαδραματίζει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο απ’ ότι στο παρελθόν λόγω των ανισομετριών πάνω στις οποίες επανασχεδιάστηκε την τελευταία εικοσαετία το παγκόσμιο σύστημα. Απομακρυνόμενοι μάλιστα από την οικονομία, η στρατιωτικοπολιτική τους ισχύ επιτείνει το συγκριτικό πλεονέκτημα που χαρίζει αυτή τη στιγμή στη Ουάσινγκτον η εμβέλεια του δολαρίου, η τεράστια εσωτερική αγορά και ο έλεγχος που ασκεί στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Απέχουμε πολύ κατά συνέπεια από εκείνη την κατάσταση όπου μια ύφεση στην αμερικανική αγορά θα αποτελεί εσωτερική της υπόθεση.

Τα πρώτα μέτρα που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν την κρίση οι αμερικανικές αρχές ήταν δύο. Το πρώτο ήταν ένα πακέτο κινήτρων κολοσσιαίου ύψους 150 δισ. δολαρίων, που αντιστοιχεί στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ. Οι εκταμιεύσεις αυτές που εγκρίθηκαν και από τα δύο κόμματα θα πάρουν τη μορφή φορολογικών επιστροφών (ύψους 800 δολαρίων για τα μονομελή νοικοκυριά και 1.600 για τους παντρεμένους) και κινήτρων σε επιχειρήσεις για την υλοποίηση επενδύσεων μηχανολογικού εξοπλισμού. Το δεύτερο ήταν η γενναία και απροειδοποίητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων κατά 0,75% που τα οδήγησε στο 3,5%. Να σημειωθεί ότι η προηγούμενη φορά που σημειώθηκαν τα επιτόκια τόσο απότομα (και όχι κατά 0,25% ή 0,50% όπως συνηθίζεται) ήταν τον Οκτώβριο του 1984 ενώ εκτός προαναγγελθείσας συνεδρίασης την προηγούμενη φορά που είχαν μειωθεί ήταν την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001.

Κι αυτές όμως οι αντιδράσεις παρότι ξάφνιασαν τους πάντες με την αποφασιστικότητά τους, με ένεση αδρεναλίνης στην καρδιά παρομοιάστηκαν από τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την επομένη, κι έδειξαν να αντιμετωπίζουν πρόσκαιρα το πρόβλημα όπως φάνηκε με την ανάκαμψη των μετοχών τις επόμενες μέρες δεν έτυχαν κοινής αποδοχής! Ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς από την κατάλευκη και πένθιμη μ’ όλα αυτά Ελβετία χρησιμοποίησε μια ρήση του Κέινς και παρομοίασε την αποτελεσματικότητα των παραπάνω μέτρων με την αποτελεσματικότητα που έχει η ώθηση ενός αντικειμένου με ένα κομμάτι σκοινιού… Κορυφαίο στέλεχος της Μόργκαν Στάνλευ είπε ότι η απόφαση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας αποτελεί έναν «επικίνδυνο, απερίσκεπτο και ανεύθυνο τρόπο διοίκησης της παγκόσμιας οικονομίας». Ο Σόρος την έκρινε καθυστερημένη και από τη Φρανκφούρτη, την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δήλωναν ότι θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν μια διαμετρικά αντίθετη πολιτική, υψηλών επιτοκίων για το ευρώ, κρίνοντας ότι προτεραιότητα για την Ευρώπη αποτελεί η αντιμετώπιση του πληθωρισμού και όχι η αναθέρμανση της οικονομίας μέσω της παροχής φθηνού χρήματος.

Οι τράπεζες μοναδικοί ωφελημένοι 

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΝΕΕΣ ΦΟΥΣΚΕΣ!

 

Οι άμεσα ωφελημένοι από την μείωση των επιτοκίων που ανακοίνωσε η αμερικανική κεντρική τράπεζα την προηγούμενη Δευτέρα και από τη νέα μείωση που θα ακολουθήσει την επόμενη εβδομάδα είναι οι τράπεζες και κανένας άλλος. Οι τράπεζες ήταν επίσης και οι μοναδικοί ωφελημένοι από όλα τα μέτρα παροχής ρευστού που έχουν εφαρμοστεί τους τελευταίους μήνες σε ΗΠΑ και Ευρώπη ώστε να μην ξανασυμβεί χρεοκοπία ανάλογη της βρετανικής Νόρθερν Ροκ.

Με αυτό τον τρόπο όμως, παρότι αποτρέπεται ένα έμφραγμα στην πιο κεντρική αρτηρία που ρυθμίζει την κυκλοφορία ολόκληρης της καπιταλιστικής οικονομίας, η κρίση δεν αντιμετωπίζεται αλλά παρατείνεται δημιουργώντας από τώρα τους όρους για μια νέα φούσκα, όπως ακριβώς η πολιτική φθηνού χρήματος που ακολούθησε ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Γκρίνσπαν, όταν έσκαγε η φούσκα της νέας οικονομίας προετοίμασε τους όρους για τη φούσκα των ακινήτων.

Η αλήθεια είναι ότι η δημιουργία πιστώσεων (πολύ περισσότερο στο έδαφος μείωσης των πραγματικών μισθών όπως συμβαίνει όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό τις τελευταίες δεκαετίες) μπορεί να δώσει μια σημαντική ώθηση στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και να διευκολύνει την υπέρβαση πρόσκαιρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει, εξαμολύνοντας τις απότομες εναλλαγές των κύκλων. Δεν μπορεί όμως να συμβάλλει στην υπέρβαση της χρόνιας κρίσης που διέρχεται. Κι εδώ εναποτίθεται επί χρόνια τώρα στην ανεξέλεγκτη παροχέτευση πιστώσεων προς τα νοικοκυριά κυρίως, αλλά επίσης το κράτος και τις επιχειρήσεις, το καθήκον υπέρβασης των ασφυκτικών, καταστροφικών ορίων που θέτει το κεφάλαιο στην πασιφανή και ασύλληπτη δυνατότητα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Υπό αυτή την έννοια, η «πιστωτική ασφυξία» που έκανε την εμφάνισή της τον περασμένο καλοκαίρι, απειλώντας την ευστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν ήταν η στιγμή της κρίσης αλλά μάλλον η στιγμή της αλήθειας  για ένα βαθιά στρεβλό μοντέλο κεφαλαιακής συσσώρευσης που έχει οδηγήσει στη στρατόσφαιρα την πίστη. Αυτό φαίνεται αν δούμε το ύψος των πιστώσεων που παράγονται για κάθε δολάριο μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Παρότι από το 1950 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 παρέμεναν σταθερές γύρω στο 1,5 δολάρια, οι επιθετικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης που υιοθετούνται στο πλαίσιο της κρίσης του ’70 και παράλληλα με την ανάδυση του νέου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού, του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οδηγούν τη δεκαετία του ’90 τις πιστώσεις που παράγονται ανά 1 δολάριο ΑΕΠ, στα 3 δολάρια και τη χρονιά που μας πέρασε, το 2007, στα 4,5!

Μια πολιτική συνεχούς μείωσης των επιτοκίων από την αμερικανική κεντρική τράπεζα (που θα δείχνει ότι έλαβε τα δέοντα μαθήματα από την καταστροφική ιαπωνική εμπειρία που επέμενε  να κρατά υψηλά τα επιτόκια ενώ η οικονομία βούλιαζε) μπορεί να καταφέρει να διαχειριστεί την κρίση, μεταθέτοντας την επίλυσή της για το μέλλον, όπως έγινε και το 2001, δεν πρόκειται όμως να την αντιμετωπίσει.

ΒΙΑΙΕΣ ΛΥΣΕΙΣ 

Θυσία τα εργατικά δικαιώματα

ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΠΡΟΣ

 

Το πακέτο κινήτρων του Μπους θύμισε σε πολλούς το αναφωνητό του Ρίτσαρντ Νίξον το 1971, όταν βρέθηκε σε μια ανάλογη θέση, «τώρα είμαστε όλοι Κεϋνσιανοί». Εν μέρει δίκαια καθώς μια τόσο γενναία πολιτική στήριξης της ενεργού ζήτησης παραπέμπει στις καλύτερες παραδόσεις του κεϋνσιανισμού. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία το γεγονός πως ομάδα στόχος δεν είναι το πιο φτωχό τμήμα του αμερικανικού πληθυσμού που θα κατανάλωνε την ίδια μέρα την επιταγή, μια και αυτοί δεν υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις. Το περιβόητο πακέτο κινήτρων επομένως αποτελεί μια πιο διευρυμένη εκδοχή του μοντέλου «Κεϋνσιανισμού για πλουσίους» που εφαρμόζεται με συνέπεια τις τελευταίες δεκαετίες χορηγώντας αφειδώς κρατικές ενισχύσεις στο κεφάλαιο και την αστική τάξη. Δεδομένου όμως ότι καμιά κρίση δεν είχε ως αιτία την ανεπαρκή κατανάλωση της εργατικής τάξης ή των μικροαστικών στρωμάτων (μια και τα κέρδη ή η υπεραξία καλύπτει κάλλιστα το κενό στη ζήτηση που αφήνει πίσω του ο συρρικνούμενος μισθός) ακόμη και αυτό το μέσο γρήγορα θα αποδειχθεί ανεπαρκές!

Τότε για μια ακόμη φορά τα βέλη θα στραφούν στους εργαζόμενους. Το επίπεδο των αμοιβών, το μη μισθολογικό κόστος, δηλαδή η κοινωνική ασφάλιση και επίσης οι ώρες εργασίας και η έντασή της θα γίνουν αντικείμενο νέας οξύτερης επίθεσης. Όταν καταρρέουν ή κλυδωνίζονται επιχειρήσεις σύμβολα του καπιταλισμού που άντεξαν στο πέρασμα αιώνων είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι θα βάλουν ένα όριο στην επιθετικότητά τους.

Μαζί με τη βαθύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων που θα μεγεθύνει την αποσπώμενη υπεραξία ωριμάζει στην αστική τάξη και μια πολιτική πιο βίαιης εκκαθάρισης της αγοράς από προβληματικά τμήματα του κεφαλαίου που θα δώσει τον απαραίτητο ζωτικό χώρο να αναπτυχθούν τα υγιή τμήματά του. Αν απορρίπτεται στις ΗΠΑ είναι γιατί κανείς δεν ξέρει μήπως η ελεγχόμενη καύση των ξερόχορτων πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς. Όσο όμως οι άλλες λύσεις δείχνουν τα όρια τους τόσο τέτοιου τύπου επιλογές θα εμφανίζονται όλο και πιο φυσιολογικές ή αναπότρεπτες.

Οι Ευρωπαίοι, εν παρόδω, από ακριβώς αυτή την άγρια νεφιλελεύθερη θέση αρνούνται να πάρουν αντικυκλικά μέτρα και να συντονιστούν με τους Αμερικάνους. Κρατώντας τα επιτόκια του ευρώ υψηλά δεν δίνουν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού όπως διατείνονται αλλά στην αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς και στην επίταση των διαδικασιών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο νέο πλαίσιο, που δημιούργησε η ενοποίησή της. Η πολιτική του ακριβού χρήματος και της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων είναι η κατ’ εξοχήν αντιδραστική και νεοφιλελεύθερη πολιτική επιβίωσης των δυνατότερων, όσο κι αν η πρόσφατη πολιτική χαμηλών επιτοκίων δεν συνοδεύτηκε από μια χαλαρή πολιτική διαχείρισης που θα διευκόλυνε την επέκταση των επιχειρήσεων.

Όλοι οι παραπάνω τρόποι δείχνουν ότι προϋπόθεση για την υπέρβαση της κρίσης είναι ο βίαιος ακρωτηριασμός των απεριόριστων δυνατοτήτων που έχει ο άνθρωπος-παραγωγός του κοινωνικού πλούτου. Η συρρίκνωση ωστόσο των δικαιωμάτων του και το «κάψιμο των ξερόχορτων» δεν αποτελούν ιστορική αναγκαιότητα αλλά επιβάλλονται από έναν κοινωνικό τρόπο παραγωγής που δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή ανταλλακτικών αξιών και σε αυτή τη διαδικασία η παραγωγή αξιών χρήσης και η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών είναι ένα αθέλητο παραπροϊόν αν όχι αναγκαίο κακό. Αυτή ακριβώς η βαθιά και αξεπέραστη αντίφαση, ανάμεσα στις εκρηκτικές δυνατότητες της εποχής μας και τον οπισθοδρομικό πλέον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως αποκαλύπτεται σε περιόδους κρίσης είναι που καθιστά αναγκαία την επαναστατική ανατροπή του και την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, ιδιοκτησίας και διοίκησης της κοινωνίας.