Πεδίο βολής η Υεμένη (περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

  • ΟΙ ΗΠΑ ΕΠΟΦΘΑΛΜΙΟΥΝ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ
  • ΣΙΙΤΕΣ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ 

Μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται πια ο χαρακτηρισμός Ευδαίμονα Αραβία που χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους χρόνους για να περιγραφεί η Υεμένη, σε αντίθεση με την βορειότερη χέρσα Αραβία τη σημερινή σαουδαραβική, λόγω των συνεχών εμφύλιων πολέμων και των ξένων επεμβάσεων.

Σημείο τομής αποτελούν πλέον για την πολιτική ζωή στην Υεμένη τα Χριστούγεννα του 2009 όταν η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση του 23χρονου Νιγηριανού στο αεροπλάνο της Delta την έφερε στο προσκήνιο, ως «νέο και απειλητικό θύλακα της διεθνούς τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίστηκε από την Ουάσινγκτον. Τις αμέσως επόμενες μέρες δεν έλειψαν και φωνές που προανήγγειλαν μια νέα στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα ζητούσε το σημείωμα της σύνταξης των New York Times (που εκφράζει μάλιστα το προοδευτικό, παραδοσιακά λιγότερο πολεμοχαρές κατεστημένο της ανατολικής ακτής) στις 2-3 Ιανουαρίου με τίτλο, «Τώρα η Υεμένη»! Παρότι δεν άργησαν να κυριαρχήσουν πιο μετριοπαθείς στάσεις όπως έδειξε η διαβεβαίωση του αμερικανού προέδρου ότι δεν επίκειται στρατιωτική επέμβαση, το σίγουρο είναι ότι πως η Υεμένη με επίσημο τρόπο αποτελεί το πέμπτο μέτωπο των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ξεκίνησε ο Μπους και συνεχίζει ο Ομπάμα χωρίς διακοπή (και με την ώθηση μάλιστα του βραβείου Νομπέλ Ειρήνης) μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία.

Το ζητούμενο ωστόσο για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην περιοχή δεν είναι η αντιμετώπιση της Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου που έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη της αποτυχημένης βομβιστικής επίθεσης. Τουλάχιστον δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως αυτή. Το σημαντικότερο ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να εξασφαλίσει τον έλεγχο σε μια στρατηγικής σημασίας, λόγω της θέσης της, χώρα κι επίσης να αποτρέψει την επέκταση της επιρροής του Ιράν.

Όσοι παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις τους τελευταίους μήνες στην Υεμένη ξαφνιάστηκαν από τα γεγονότα των Χριστουγέννων για έναν και μοναδικό λόγο. Επειδή η εστία της έντασης όλο το 2009 δεν ήταν η Αλ Κάιντα αλλά οι σιίτες. Ειδικότερα, από την άνοιξη του προηγούμενου χρόνου μέχρι τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη στα βόρεια της χώρας μια εξέγερση της σιίτικης φυλής Χούθι, που καταγγέλλει την σουνιτική κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εξαφανίσει τις ιδιαίτερες πολιτιστικές, θρησκευτικές και γλωσσικές παραδόσεις της. Οι σιίτες Χούθι αποτελούν το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της Υεμένης και ξεσηκώθηκαν εναντίον της κυβέρνησης πρώτη φορά το 2004. Οι συγκρούσεις τους με την κυβέρνηση κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο όταν η πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας παραβίασε τα σύνορα της Υεμένης και βοηθώντας τα στρατεύματα της χώρας επιτέθηκε με ασυνήθιστη σφοδρότητα στους σιίτες αντάρτες. Να αναφερθεί πως στα πορώδη σύνορα των δύο χωρών μήκους 1.800 χιλιομέτρων η Σαουδική Αραβία κατασκευάζει έναν υψηλής τεχνολογίας μηχανισμό ελέγχου για να ελέγξει την μετανάστευση που τις περιόδους αιχμής φθάνει ακόμη και τα 2.000 με 3.000 άτομα την ημέρα.

Τον Νοέμβρη λοιπόν, για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων που διεξάγεται στην κακότυχη, λόγω της σπάνιας θέσης της κι όχι ευδαίμονος Αραβίας. Το Ριάντ επικαλέστηκε δολοφονική επίθεση των ανταρτών Χούθι εντός των συνόρων του με θύμα σαουδάραβα στρατιώτη για να δικαιολογήσει την επίθεσή του, που πολύ σύντομα προκάλεσε ανθρωπιστική κρίση, καθώς χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να γλιτώσουν. Η βαρβαρότητα των σαουδαραβικών βομβαρδισμών οδήγησε την Τεχεράνη που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας όλων των σιιτών της Μέσης Ανατολής πολύ γρήγορα να στραφεί εναντίον του Ριάντ. Για «κρατική τρομοκρατία» κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιράν. «Αυτοί που ρίχνουν λάδι στη φωτιά πρέπει να ξέρουν ότι δεν θα γλιτώσουν από τους καπνούς που απλώνονται» ανάφερε η δήλωση του ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Μανουσέρ Μοτάκι, ο οποίος απευθυνόμενος στην κυβέρνηση της Υεμένης προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Πρόταση που φυσικά έπεσε στο κενό.

Η πραγματικότητα επομένως είναι πως η ανάμιξη της Σαουδαραβίας έδωσε νέα και ανώτερη, περιφερειακή διάσταση στη σύγκρουση μεταξύ σιιτών και σουνιτών στην Υεμένη, βγάζοντάς την έξω από τα σύνορα της χώρας. Το Ριάντ επιτέθηκε με τόση μεγάλη βιαιότητα κατά των Χούθι, γιατί αντιμετώπισε τους σιίτες της Υεμένης σαν το μακρύ χέρι της Τεχεράνης. Επεδίωξε λοιπόν να το κόψει για να αποτρέψει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός σιιτικού θύλακα που θα θέσει σε αμφισβήτηση την εθνική ακεραιότητα της Υεμένης (ενδεχόμενο όχι και τόσο ακραίο) όπως ακριβώς έχει συμβεί στον Λίβανο με την εδραίωση της Χεζμπολάχ στο νότιο τμήμα της χώρας, απ’ όπου μπορεί να ασκεί τη δική της αμυντική και κατ’ επέκταση εξωτερική πολιτική.

Στην Υεμένη επομένως μεταφέρθηκε ο διπλωματικός ανταγωνισμός Ριάντ – Τεχεράνης για την άσκηση επιρροής στον αραβικό κόσμο, δεδομένου ότι η κάθε μια χώρα διεξάγει μια μάχη ζωής. Η οικογένεια των Σαούντ γιατί ξέρει πως η διπλωματική γραμμή της στην πράξη έχει συντριβεί. Πρεσβεύοντας τη τακτική των ειρηνικών διαπραγματεύσεων και της συνδιαλλαγής με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ χρεώνεται την αποτυχία επίλυσης του παλαιστινιακού και την ταπείνωση των Αράβων, που συνεχίζεται κι επί Ομπάμα, παρά τις περί του αντιθέτου ελπίδες που αρχικά δημιουργήθηκαν. Η ισλαμική δημοκρατία από την άλλη μπορεί να νιώθει δικαιωμένη εκφράζοντας την ανυποχώρητη γραμμή της σύγκρουσης, για να ξεπεράσει όμως τις αρνητικές συνέπειες του εμπάργκο επιδίδεται σε έναν συνεχή αγώνα διεύρυνσης της επιρροής της που φθάνει μέχρι και τη Λατινική Αμερική, την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα ο Αχμαντινετζάντ όπου συναντήθηκε με τους προέδρους της Βραζιλίας, της Βολιβίας και της Βενεζουέλας, Λούλα, Μοράλες και Τσάβες. Η γειτονική Υεμένη θα έμενε απ’ έξω; Περιττό δε να πούμε πως η επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη έγινε με την έγκριση αν όχι με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ καθώς μοιράζονται τα ίδια εχθρικά συναισθήματα απέναντι στο Ιράν.

Οι ΗΠΑ άλλωστε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν έκρυψαν τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στην Υεμένη εναντίον της Αλ Κάιντα. Πιο πρόσφατα ήταν οι βομβαρδισμοί με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις 17 και 24 Δεκέμβρη, που προκάλεσαν το θάνατο δεκάδων ατόμων. Κι οι ΗΠΑ άλλωστε μετρούν πολλά θύματα στην Υεμένη. Από τον Οκτώβριο του 2000 όταν χτυπήθηκε στον Κόλπο του Άντεν το USS Cole με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 Αμερικανοί, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008 που στόχος έγινε η ίδια τους η πρεσβεία στην πρωτεύουσα της Υεμένης Σάνα, όπου έχασαν τη ζωή τους 16 άτομα, οι Αμερικανοί αποτελούν κόκκινο πανί στην Υεμένη που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του Μπιν Λάντεν. Η απροθυμία του αμερικανικού Πενταγώνου παρόλα αυτά να διατάξει χερσαία στρατιωτική επίθεση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι στην Υεμένη ζουν περισσότεροι από 20.000 βετεράνοι του πολέμου στο Αφγανιστάν (κατά της Ρωσίας), στη Βοσνία και την Τσετσενία. Επίσης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι έχουν όπλα. Θα υφίσταντο επομένως τρομακτικές απώλειες, ενώ όλη η Υεμένη θα στρατολογούταν στην Αλ Κάιντα. Φαίνεται όμως έτσι πως οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία έρχονται μέσω της Υεμένης αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δικής τους βρόμικης, υπονομευτικής πολιτικής, όταν η Υεμένη αποτελούσε πηγή στρατολόγησης γενίτσαρων στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, της Σερβίας και της Ρωσίας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

«Η Σαουδική Αραβία πολέμησε κάθε –ισμό που επιδίωξε να επικρατήσει στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένου του παναραβισμού του Νάσερ, του κομμουνισμού και του σύγχρονου Ισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και της Χαμάς. Τα εργαλεία στα οποία στηρίχθηκε ήταν το χρήμα από το πετρέλαιο και το ουαχαμπίτικο Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 1980 η Σαουδική Αραβία δαπάνησε περισσότερα από 75 δισ. δολ. για να προπαγανδίζει το ουχαμπίτικο δόγμα, να ιδρύει σχολεία και τεμένη σε όλο τον ισλαμικό κόσμο. Μεγάλο μέρος αυτών των πόρων κρατήθηκαν για την πίσω αυλή της, την Υεμένη. Η Σαουδική Αραβία διατήρησε στην Υεμένη ένα ισχυρό ουαχαμπίτικο ρεύμα που ήταν ιδεολογικά και πολιτικά πιστό στη βασιλική οικογένεια των Σαούντ. Επιπλέον ο πρόεδρος της Υεμένης, Αλί Αμντουλάχ Σαλέχ, χρησιμοποίησε τον εισαγόμενο ουαχαμπισμό για να νικήσει τους εγχώριους αντιπάλους του – πρώτα τους κομμουνιστές κι έπειτα τους Χούθι – παρότι κι ο ίδιος ήταν σιίτης», έγραφε η βρετανική εφημερίδα Guardian Weekly στις 27 Νοέμβρη. Οι ανηλεείς επιθέσεις επομένως που δέχονται από την Αλ Κάιντα η οποία δρα στο εσωτερικό της Υεμένης οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία είναι αποτέλεσμα της δικής τους πολιτικής! Παρόλα αυτά αξιοποιούνται έτσι ώστε οι ΗΠΑ να πατήσουν για τα καλά πόδι στη χώρα και να μπορέσουν να δρέψουν όλα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η σπάνια στρατηγική της θέση: πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ, στον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό, στη Σομαλία και το Κέρας της Αφρικής. Πλεονεκτήματα που όλο το προηγούμενο διάστημα δεν γεύονταν πλήρως όπως φάνηκε και το 1991 με τον πρώτο Πόλεμο στον Κόλπο όταν η Υεμένη τάχθηκε με τον Σαντάμ Χουσεΐν κι αρνήθηκε να πολεμήσει υπό την αστερόεσσα όπως έκαναν οι Σαουδάραβες, οι Αιγύπτιοι και πολλά ακόμη αραβικά κράτη. Την στάση της τότε η Υεμένη την πλήρωσε ακριβά καθώς κόπηκε απότομα η οικονομική βοήθεια που λάβαινε και 1 εκ. πολίτες της Υεμένης απελάθηκαν από τα κράτη του Περσικού Κόλπου.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η Υεμένη προσαρμόστηκε στη Νέα Τάξη. Κι ανταμείφθηκε γενναία γι αυτό. Από 4,3 εκ. δολ. που ήταν η αμερικανική βοήθεια το 2006, ένα χρόνο μετά το 2007 εκτινάχθηκε σε 26 εκ. και το 2009 έφθασε τα 67 εκ. δολάρια. Τον επόμενο ενάμισι χρόνο επίσης η κυβέρνηση της Υεμένης θα εισπράξει 70 εκ. δολ. Το κράτος της όμως συνέχισε να χαρακτηρίζεται εύθραυστο, στην καλύτερη, και αποτυχημένο, στην χειρότερη περίπτωση. Οι νέες επιθέσεις που θα δεχτεί η Υεμένη από τις ΗΠΑ με απώτερο στόχο να ξεριζώσουν τους θύλακες της Αλ Κάιντα ενδέχεται να οξύνουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η κυβέρνηση της Υεμένης, με πρόεδρο τα τελευταία 31 χρόνια τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, δεν ασκεί καμιά εξουσία έξω από την πρωτεύουσα όπου η διοίκηση έχει ανατεθεί στους τοπικούς φύλαρχους, όπου συνεχίζεται αδιατάρακτη μια παράδοση αιώνων. Ο εύθραυστος χαρακτήρας της εθνικής συνοχής επιβεβαιώνεται επίσης κι από το πρόσφατο, ταραχώδες παρελθόν της Υεμένης: Η χώρα έπαψε να είναι διαιρεμένη σε Βόρεια και Νότια μόλις το 1990. Έκτοτε οι εμφύλιοι πόλεμοι, ο πρώτος εκ των οποίων ξεκίνησε το 1994, αποδείχθηκαν ενδημικό φαινόμενο. Και πριν από την ενοποίηση, τη δεκαετία του ’70, δύο φορές πολέμησαν μεταξύ τους η Βόρεια κι η Νότια Υεμένη. Κατά συνέπεια δεν υφίσταται ούτε το ελάχιστο αίσθημα εθνικής ενότητας. Κάτι που εξηγεί το φόβο Αμερικανών και Σαουδαράβων για τη δημιουργία ενός σιίτικου κρατιδίου στα βόρεια τη Υεμένης όπου κατοικούν οι Σιίτες. Το οποίο μάλιστα στη συνέχεια θα ενθάρρυνε τους σιίτες που ζουν και στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας να διεκδικήσουν την απόσχισή τους!

Τα χειρότερα για την Υεμένη ωστόσο είναι μπροστά της λόγω του ότι το κοινωνικό ζήτημα με το πέρασμα του χρόνου αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Ήδη με το 45% από τα 23 εκ. του πληθυσμού της να ζει με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα και τα μισά παιδιά της να υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής. Το πρόβλημα οξύνεται λόγω της συνεχούς συρρίκνωσης των εσόδων από το πετρέλαιο τα οποία το 2017 θα εκμηδενιστούν, της παρατεταμένης λειψυδρίας που πλήττει τη χώρα, των πολύ υψηλών ποσοστών γεννήσεων που μέχρι το 2035 αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθυσμό της σε διπλασιασμό (σήμερα οι μισοί της κάτοικοι είναι κάτω των 15 χρόνων) και του εθισμού πολλών εκατομμυρίων κατοίκων της (λέγεται πως είναι ακόμη κι οι μισοί) στο εγχώριο ναρκωτικό κατ!

Το τελευταίο λοιπόν που έλειπε στην Υεμένη ήταν να μετατραπεί σε πεδίο βολής των Αμερικανών και της Σαουδικής Αραβίας.

Το παιχνίδι των ΗΠΑ στην Υεμένη (Επίκαιρα 07/01-13/01/2010)

Ο Γκορ Βιντάλ, εμβληματική μορφή των αμερικανικών γραμμάτων, εισήγαγε τη θεωρία του «ωφελίμου βλακός», για να ερμηνεύσει μια σειρά εγκληματικών ενεργειών που αποτέλεσαν μάννα εξ ουρανού για τον Λευκό Οίκο, διευκολύνοντας τον για παράδειγμα να σκληρύνει την αντιτρομοκρατική νομοθεσία, όπως συνέβη με την ανατίναξη του κτιρίου του FBI στην Οκλαχόμα. Πλέον, εγχειριδιακή μορφή αυτής της νέας πολιτικής κατηγορίας που έκανε το ντεμπούτο της στις ΗΠΑ επί Μπιλ Κλίντον, μεσουράνησε επί Τζορτζ Μπους για να συνεχίσει την λαμπρή πορεία του επί Μπαράκ Ομπάμα του «ειρηνοποιού», αποτελεί ο 23χρονος Νιγηριανός που ανήμερα των Χριστουγέννων επιχείρησε να ανατινάξει το αεροπλάνο της αμερικανικής αεροπορικής εταιρείας Δέλτα 20 λεπτά πριν προσγειωθεί στο Ντιτρόιτ για να κάψει τελικά τα πόδια του και να συλληφθεί.

Η σπάνια «ωφελιμότητά» του αποδεικνύεται από το ότι με μια μόνο κίνηση κατάφερε τέσσερις στόχους τεράστιας σημασίας, που επιδιώκονταν από τις ΗΠΑ εδώ και καιρό. Πρώτο, να νομιμοποιήσει το νέο μέτωπο πολέμου των Αμερικάνων στην Υεμένη. Δεύτερο, να διευκολύνει πλήγματα σε οργανώσεις που θεωρούνται μακρύ χέρι του Ιράν. Τρίτο, να εμφανίσει ως αναγκαία την εγκατάσταση καμερών στα αεροδρόμια που θα εμφανίζουν γυμνούς τους επιβάτες και τέλος να δικαιολογήσει την υπαναχώρηση του Ομπάμα για το Γκουαντάναμο, παρουσιάζοντας ως πράξη υψηλού κινδύνου το κλείσιμό του όπως είχε δεσμευθεί ότι θα πράξει μέχρι τις 20 Ιανουαρίου, του τρέχοντος έτους.

Από τα ελάχιστα που δήλωσε μετά τη σύλληψή του ο 23χρονος Νιγηριανός ήταν ότι τα εκρηκτικά που είχε δεμένα στο σώμα του τα παρέλαβε από την Υεμένη όπου κι εκπαιδεύτηκε κι ότι ενεργούσε εκ μέρους της Αλ Κάιντα. Τις σκόρπιες σκέψεις και τους συνειρμούς τούς έβαλε σε τάξη ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος λίγες μέρες αργότερα, την Κυριακή, όταν στοχοποίησε ευθέως την Υεμένη, αναγορεύοντας την μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία στο πέμπτο μέτωπο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» τον οποίο κατά τ’ άλλα αποκήρυξε. Με μεγαλύτερη σαφήνεια όρισαν την αμερικανική στρατηγική οι New York Times στο άρθρο της σύνταξής τους την Πρωτοχρονιά που είχε τον εύγλωττο τίτλο «Τώρα η Υεμένη»!  Τελείωνε δε με τα εξής: «Οι Αμερικάνοι έχουν δίκιο να νιώθουν κουρασμένοι. Αλλά αυτό που έγινε τη μέρα των Χριστουγέννων αποτελεί προειδοποίηση για τη σημασία που έχει να αποτραπεί ένα συνολικό χάος στην Υεμένη. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται ο κόσμος είναι ένα ακόμη ασφαλές καταφύγιο για την Αλ Κάιντα». Η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση δεν έδωσε το έναυσμα για την αμερικανική επέμβαση στην Υεμένη καθώς όλο το προηγούμενο διάστημα ήταν σχεδόν καθημερινή. Γινόταν δε εμφανής με τους πιο διαφορετικούς τρόπους: Από τους βομβαρδισμούς θέσεων των ανταρτών μέσω μη επανδρωμένων αμερικανικών αεροσκαφών, μέχρι την αφειδώλευτη οικονομική βοήθεια, που ανέκαθεν αποτελούσε την πιο εύσχημη αφορμή για να αποκτήσει ο Λευκός Οίκος απ’ ευθείας παρέμβαση στα πιο νευραλγικά κέντρα της εξουσίας, όπως το Πεντάγωνο, το υπουργείο Οικονομιών, κ.λπ. Εντελώς ενδεικτικά, η αμερικανική βοήθεια από 4,3 εκ. δολ. το 2006, έφθασε τα 26 εκ. το 2007, εκτινάχθηκε στα 67 εκ. το 2009, με αποτέλεσμα να βρίσκεται στη δεύτερη θέση των πιο αδρά χρηματοδοτούμενων κρατών μετά το Πακιστάν που έλαβε 112 εκ. δολ., και για φέτος ο αμερικανός στρατιωτικός διοικητής Ντέιβιντ Πετρέους που επισκέφθηκε «σαν έτοιμος από καιρό» την πρωτεύουσα της Υεμένης, μόλις το προηγούμενο Σαββατοκύριακο υποσχέθηκε ότι θα διπλασιαστεί! Η Ουάσινγκτον επομένως εκμεταλλεύθηκε το γεγονός για να επισημοποιήσει την επέμβασή της στην Υεμένη, ανοίγοντας ένα νέο αιματηρό μέτωπο. Η πραγματική αιτία πίσω από αυτή την ιεράρχηση γίνεται φανερή αν ρίξουμε ακόμη και μια φευγαλέα ματιά σε ένα χάρτη της περιοχής. Στη νοτιοδυτική απόληξη της αραβικής χερσονήσου ο έλεγχος της Υεμένης εξασφαλίζει τον έλεγχο της σπαρασσόμενης Σομαλίας και του Αφρικανικού Κέρατος, του κόλπου του Άντεν και της Διώρυγας του Σουέζ. Δύσκολα βρίσκεται πιο στρατηγικό σημείο!

Πολύ περισσότερο αν πάρουμε υπ’ όψη μας και τις απειλές για τη δική της ακεραιότητα που δέχεται η Σαουδική Αραβία από τους Σιίτες της Υεμένης, τους Χούθι, εξ αιτίας των δεσμών που διατηρούν με τους Σιίτες της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν ξεσηκωθεί ζητώντας την απόσχισή τους. Οι επιχειρήσεις των Χούθι στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας είχαν οδηγήσει το Ριάντ να στείλει τα δικά του βομβαρδιστικά να επιτεθούν στους Χούθι στις αρχές του Δεκέμβρη, οδηγώντας στο θάνατο δεκάδες άμαχους και στην προσφυγιά χιλιάδες αθώους. Μεταξύ όσων αντέδρασαν τότε, πέρα από τον ΟΗΕ που επικαλέστηκε ανθρωπιστικούς λόγους, ήταν και το Ιράν που λειτουργώντας ως ομπρέλα προστασίας για τους Σιίτες όλης της Μέσης Ανατολής κατήγγειλε τη γενοκτονία τους. Ο πιο μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος συνεπώς στην Υεμένη είναι μεταξύ της σιίτικης μειοψηφίας που διατηρεί δεσμούς με την Τεχεράνη και της σουνίτικης κυβέρνησης, που στο παρελθόν όπλισε την Αλ Κάιντα για να αντιμετωπίσει τους Σιίτες. Ο νέος πόλεμος που ξεκινούν επομένως οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τις σουνίτικες πετρομοναρχίες της περιοχής μπορεί να έχει ονομαστικό στόχο την Αλ Κάιντα ως πραγματικό στόχο όμως έχει την Σιιτική μειοψηφία και μέσω αυτής της Τεχεράνη!

Δραματικές ωστόσο θα είναι οι συνέπειες και στα δημοκρατικά δικαιώματα. Ήδη οι αμερικανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι σε μια σειρά χώρες (Νιγηρία, Πακιστάν, Συρία, Ιράν, Σουδάν, Υεμένη και Κούβα) θα εγκατασταθούν υποχρεωτικά κάμερες που θα εμφανίζουν γυμνούς όσους επιθυμούν να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ. Η Ολλανδία δε, απ’ όπου αναχώρησε η πτήση, και η Νιγηρία, απ’ όπου καταγόταν ο επίδοξος βομβιστής, ανακοίνωσαν ότι θα επιβάλλουν από μόνες τους το «ηλεκτρονικό στριπτίζ» για όσους ταξιδεύουν προς ΗΠΑ. Το μέτρο έχει συναντήσει την σφοδρή αντίδραση κορυφαίων οργανώσεων υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων όπως η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών – UCLA και των ευρωβουλευτών της γηραιάς ηπείρου με αποτέλεσμα πέρυσι να απορριφθεί σχετική πρόταση της Κομισιόν από το ευρωκοινοβούλιο. Ωστόσο το νέο μέτρο θα κάνει πλούσιες τις δύο αμερικανικές επιχειρήσεις που παράγουν τις σχετικές κάμερες, καθώς η κάθε μία στοιχίζει 150.000 δολ., όλους εμάς ελάχιστα ασφαλείς καθώς κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως εντοπίζουν όλα τα εκρηκτικά υλικά και τις ΗΠΑ ένα απωθητικό και φοβικό κλειστό φρούριο.

Τέλος η αποτυχημένη επίθεση δικαιολόγησε την υπαναχώρηση του Ομπάμα για κλείσιμο του κολαστηρίου του Γκουαντάναμο, καθώς οι μισοί σχεδόν απ’ όσους παραμένουν έγκλειστοι προέρχονται από την Υεμένη, με βάση της αμερικανικές πάντα πηγές!

Κατόπιν τούτων ας μην απορούμε πως είναι δυνατόν ένας 23χρονος νιγηριανός να επιβιβάστηκε σε αεροπλάνο της Δέλτα παρότι ο μεγαλοτραπεζίτης πατέρας του τον είχε κατήγγειλε στη CIA μόλις στις 19 Νοέμβρη δηλώνοντας ότι κάτι ύποπτο ετοιμάζει, παρότι οι βρετανικές υπηρεσίες τον είχαν από χρόνια εντάξει σε λίστα σοβαρών υπόπτων απαγορεύοντας του την είσοδο στη χώρα, παρότι πλήρωσε το (χωρίς επιστροφή) εισιτήριο του με μετρητά, παρότι δεν είχε καμιά βαλίτσα, και άλλα πολλά…

Ισλανδικό θαύμα! (Πριν 10/1/2010)

Μένεα πνέει εναντίον της Ισλανδίας η διεθνής των τοκογλύφων και των κερδοσκόπων μετά την άρνησή της να πληρώσει την Αγγλία και την Ολλανδία!

Η αρχή του δράματος που κορυφώθηκε την προηγούμενη Τρίτη, με ένα πραγματικά απροσδόκητο τρόπο, τοποθετείται τον Οκτώβριο του 2008 όταν έσπασε η φούσκα της Ισλανδίας. Πολλά από τα θύματά της προέρχονταν από την Ολλανδία και την Αγγλία που τοποθέτησαν τις καταθέσεις τους στις ισλανδικές τράπεζες λόγω των πολύ υψηλών επιτοκίων τα οποία χρησιμοποιούσαν ως κράχτες για να προσελκύουν ρευστό. Οι κυβερνήσεις των δύο αυτών χωρών για να αποτρέψουν τη δημιουργία κλίματος πανικού που θα οδηγούσε σε μαζική απόσυρση των καταθέσεων κι από τις εγχώριες τράπεζες αποζημίωσε τους πολίτες της για τα λεφτά που έχασαν στην Ισλανδία, περιμένοντας να εισπράξουν τα χρήματα από το Ρέυκιαβικ, όπως άλλωστε υποσχέθηκε η κυβέρνηση της χώρας.

Οι Ισλανδοί όμως είχαν διαφορετική γνώμη. Δεδομένου ότι στον κάθε έναν από τους 300.000 κατοίκους της χώρας θα αντιστοιχούσε ένα χρέος 20.000 δολαρίων στην περίπτωση που η κυβέρνηση έδινε τελικά στην Ολλανδία και την Αγγλία τα 6 δισ. δολ. δημιουργήθηκε ένα μαζικότατο κίνημα ενάντια στην κεντροαριστερή κυβέρνηση με μοναδικό στόχο να μην πληρώσει τον φόρο υποτέλειας στους διεθνείς κερδοσκόπους, που συνολικά ισοδυναμούσε με το μισό ΑΕΠ της χώρας! Εκπρόσωποι του κινήματος την Κυριακή το πρωί παρέδωσαν στον (δεξιό) πρόεδρο της Δημοκρατίας κείμενο υπογραφών με τα ονόματα του 25% των κατοίκων της χώρας. Ως αποτέλεσμα ο πρόεδρος έβαλε βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης και παρέπεμψε το θέμα σε δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί τον Φεβρουάριο για να αποφασίσουν οι ίδιοι οι Ισλανδοί. Το αποτέλεσμα δε θεωρείται από τώρα γνωστό!

Το προεδρικό βέτο προκάλεσε την οργή της διεθνούς των κερδοσκόπων που προσπάθησαν να φορτώσουν στις πλάτες των Ισλανδών τα βάρη για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης, όπως έπραξαν και στον υπόλοιπο κόσμο μεταφέροντας τη χασούρα των τραπεζών στις τσέπες των φορολογουμένων. Η στάση ωστόσο των Ισλανδών (παρά τις απειλές από το ΔΝΤ και την ΕΕ και την τρομοκρατική – εκδικητική υποβάθμιση των κρατικών ομολόγων της από τους αναξιόπιστους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας) έδειξε ότι η συμμόρφωση με τις επιταγές φτώχειας και λιτότητας δεν αποτελεί μονόδρομο!