ΣΔΙΤ: Η Συντριβή του Δημοσίου συμφέροντος από τον Ιδιωτικό Τομέα

Καμία αμφιβολία δεν αφήνει η έρευνα για τα αποτελέσματα από τις Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, όπως ξεκίνησαν να υλοποιούνται στην Ελλάδα, τα τελευταία 15 χρόνια, σε ό,τι αφορά τις καταστροφικές επιπτώσεις τους στο δημόσιο συμφέρον. Συγκεκριμένα:

  1. Οι ΣΔΙΤ δεν εγγυώνται την ταχεία υλοποίηση ενός έργου. Η υλοποίηση ενός έργου, όπως έδειξε το παράδειγμα με την επανεκκίνηση της κατασκευής των αυτοκινητοδρόμων και των σχολείων, συναρτάται από την ύπαρξη των άριστων συνθηκών που περιγράφονται στην προκήρυξη. Στο υπαρκτό ενδεχόμενο εμφάνισης πραγματικών περίπλοκων συνθηκών εμφανίζονται οι γνωστές καθυστερήσεις.
  2. Οι ΣΔΙΤ δεν εξασφαλίζουν την ποιότητα ενός έργου. Το παράδειγμα τόσο των μονάδων των απορριμμάτων όσο και των σχολείων δείχνουν ότι οι αυστηροί κανόνες εκτέλεσης ενός έργου ΣΔΙΤ δεν εγγυώνται ότι αυτό θα ενταχθεί και θα υπηρετήσει το ευρύτερο πλαίσιο∙ τις παιδαγωγικές αρχές ή την μείωση των απορριμμάτων. Η ποιότητα οφείλει να αξιολογείται συνολικά κι όχι με κριτήριο πχ την αντοχή των τοιχωμάτων στο χρόνο.
  3. Οι ΣΔΙΤ δεν επιμερίζουν αναλογικά, πολύ περισσότερο δεν μεταφέρουν τον κίνδυνο στην πλευρά του ιδιώτη. Η διακοπή των εργασιών στους αυτοκινητοδρόμους, με αφορμή την μείωση της κίνησης, και η επανεκκίνηση με αυξημένο κόστος και μειωμένο έργο, με την επίκληση έκτακτων περιστάσεων, σήμανε την μετακύλιση όλου του κινδύνου στην πλευρά του κράτους, δηλαδή των φορολογουμένων.
  4. Οι ΣΔΙΤ δεν συνάδουν με τον «ελεύθερο ανταγωνισμό». Η υποχρέωση επίτευξης κλίμακας ώστε να μπορεί να υπαχθεί στις απαραίτητες διαδικασίες του ν. 3389/2005 και η ενοποίηση διαφορετικών σταδίων παραγωγής από τον σχεδιασμό μέχρι την συντήρηση εξ ορισμού αποκλείει τη συμμετοχή των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, περιορίζοντας τον όποιον ανταγωνισμό στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις κάθε κλάδου.
  5. Οι ΣΔΙΤ απειλούν τις εργασιακές σχέσεις και το επίπεδο αμοιβών. Το προσωπικό που εργάζεται στα σχολεία από την καθαριότητα μέχρι τη φύλαξη και στις μονάδες απορριμμάτων έχει υπαχθεί σε ένα νέο ντε φάκτο εργασιακό καθεστώς με μειωμένες μισθούς και χειρότερους όρους εργασίας πλήρους ελαστικοποίησης και προσωρινότητας σε σύγκριση με άλλους συναδέλφους τους.
  6. Οι ΣΔΙΤ βλάπτουν το κράτος δικαίου. Προσπερνώντας την τακτική δικαιοσύνη για την επίλυση τυχόν διαφορών μεταξύ των τριών μερών κι αναθέτοντας την σε διαιτησία που στο όνομα της εμπιστευτικότητας θα λειτουργεί αδιαφανώς, δημιουργείται ένα δίκαιο δυο ταχυτήτων και νησίδες απόδοσης δικαίου όπου οι διαφορές επιλύονται μονίμως κατ’ εξαίρεση του ισχύοντος νομικού πλαισίου.
  7. Οι ΣΔΙΤ δεν αποτρέπουν τα φαινόμενα διαφθοράς. Το παράδειγμα του οδοφωτισμού και τα περιστατικά που ανέδειξαν οι ευρωπαίοι ελεγκτές με τις αποσύρσεις εταιρειών στα τελευταία στάδια της διαγωνιστικής διαδικασίας στα μεγάλα οδικά έργα έδειξαν ότι οι ΣΔΙΤ αποτελούν ένα ακόμη ευνοϊκό πεδίο αδιαφάνειας και υπόγειων συναλλαγών μακριά από το δημόσιο έλεγχο.
  8. Οι ΣΔΙΤ αποτελούν απειλή για το περιβάλλον. Οι μονάδες απορριμμάτων είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά δεν είναι το μόνο. Οι αυτοκινητόδρομοι προκαθορίζουν ένα μοντέλο μετακινήσεων που διευκολύνει και προϋποθέτει την κατοχή ιδιωτικού αυτοκινήτου ή μοτοσυκλέτας ενώ αποκλείει τις επενδύσεις στους σιδηροδρόμους, που έχουν μικρό αποτύπωμα σε αέρια θερμοκηπίου.
  9. Οι ΣΔΙΤ δεν εγγυώνται το δημόσιο συμφέρον. Οι ΣΔΙΤ έχουν εξελιχθεί σε σημείο συνάντησης ενός κράτους ασυνήθιστα γενναιόδωρου οικονομικά και επινοητικού θεσμικά, αντίθετα με τον τρόπο που συμπεριφέρεται απέναντι στους εργαζόμενους, κι ενός ιδιωτικού τομέα σκανδαλωδώς κρατικοδίαιτου που εθίζεται να λειτουργεί με εξασφαλισμένες προσόδους για 30 χρόνια μετά, σε βάρος των κοινών αγαθών, όπως είναι το δικαίωμα στην παιδεία και οι μετακινήσεις!
  10. Οι ΣΔΙΤ υπονομεύουν τα δημόσια οικονομικά. Το όριο του 10% επί του ΠΔΕ που τέθηκε ετησίως με απόφαση του 2012 για τις αμοιβές διαθεσιμότητας ή τα 600 εκ. ευρώ δεν εξασφαλίζουν ότι ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος του ΠΔΕ δεν θα στρέφεται σε ΣΔΙΤ σε βάρος άλλων έργων με μεγαλύτερο κοινωνικό όφελος. Ήδη, οι αμοιβές διαθεσιμότητας αυξάνονται σταθερά όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 8, και θα συνεχίσουν να αυξάνονται όσο θα υπογράφεται η εκτέλεση νέων έργων ΣΔΙΤ.

Ολόκληρη η έρευνα είναι δημοσιευμένη εδώ.

Προϋπολογισμός συνέχισης της λιτότητας

Προϋπολογισμός παράτασης των πολιτικών περικοπών και φτωχοποίησης της κοινωνίας είναι αυτός που δόθηκε στη δημοσιότητα υπό την μορφή προσχεδίου τη Δευτέρα 7  Οκτωβρίου, παίρνοντας το δρόμο για να κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η κρίσιμη ημερομηνία για την έγκρισή του είναι η 20η Νοεμβρίου οπότε οπότε οι Βρυξέλλες θα δώσουν στη δημοσιότητα το δικό της πόρισμα που θα εξεταστεί στο Eurogroup της 4ης Δεκεμβρίου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η κυβέρνηση το Κυριάκου Μητσοτάκη επιχείρησε να διασκεδάσει τις αρνητικές εντυπώσεις που προκαλεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική της προβάλλοντας την μείωση των φόρων, που πράγματι περιλαμβάνει το νομοσχέδιο. Από την άλλη όμως οι φόροι που στις εξαγγελίες μειώνονται, στον προϋπολογισμό αυξάνονται. Με βάση όσα προβλέπει το σενάριο βάσης του προϋπολογισμού από 51.023 εκ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα συγκεντρωθούν το 2019 (και 51.296 το 2018) από κάθε μορφή φορολογίας, το 2020 αναμένεται να συγκεντρωθούν 51.625 εκ. ευρώ. Δηλαδή τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται κατά 622 εκ. ευρώ. Δεν το λες και μείωση…

Η κυβέρνηση σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις υπερηφανεύεται για την  μείωση του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων από το 28% στο 24% και της φορολογίας διανεμόμενων κερδών από το 10% στο 5%. Η μείωση της φορολογίας στα διανεμόμενα κέρδη ξεκίνησε από τον ΣΥΡΙΖΑ όταν τον Ιούνιο μείωσε τη φορολογία από το 15% στο 10%. Ήταν μάλιστα τέτοια η σπουδή της προηγούμενης κυβέρνησης να αυξήσει τα κέρδη της ολιγαρχίας που είχε προβλεφθεί ότι σε περίπτωση που μέχρι την ψήφιση του σχετικού νόμου (4603/2019) είχε παρακρατηθεί φόρος με συντελεστή 15%, αντί του 10%, ο επιπλέον φόρος 5% θα επιστρεφόταν ως αχρεωστήτως καταβληθείς. Επί της ουσίας πρόκειται για δωράκι στην οικονομική ελίτ, μιας και πρόκειται για ένα εκείνο το μερίδιο των κερδών που δεν γίνεται επενδύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να επιφέρουν μεγέθυνση της οικονομίας. Είναι εκείνο το μερίδιο των κερδών που τροφοδοτεί την προσωπική κατανάλωση των μετόχων. Μένοντας στο επίπεδο των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση αν ήθελε πράγματι να μειώσει τα φορολογικά βάρη θα έπρεπε να ξεκινήσει την ελάφρυνση από δύο μορφές φορολογίας που ισοδυναμούν με κεφαλικό φόρο κι είναι η επιτομή της άδικης φορολογίας καθώς δεν έχουν καμία αναλογικότητα, επιβάλλεται δηλαδή ανεξαρτήτως ύψος εσόδων με αποτέλεσμα να επιβαρύνει υπέρμετρα τις χαμηλότερες κλίμακες εσόδων: είναι ο φόρος επιτηδεύματος και η εισφορά αλληλεγγύης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη όμως, όπως κι όλες οι προηγούμενες, θεωρούν τους εκατοντάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους και τις μικρές επιχειρήσεις ως πηγή της φοροδιαφυγής και συνεχίζουν να επιβάλουν αυτή την φορολογία ως μια μορφή περιορισμού της φοροδιαφυγής τους. Κουβέντα φυσικά δεν έγινε και για την  μείωση της προκαταβολής φόρου που η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί να μειώσει από το 100% στο 50%.

Σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα η κυβέρνηση εισάγει ένα νέο φορολογικό συντελεστή στο ύψος του 9% για εισοδήματα μέχρι 10.000 ευρώ (από 22% που ήταν μέχρι σήμερα για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ) κι αυξάνει το αφορολόγητο για κάθε παιδί. Επίσης, από 1η Ιανουαρίου 2020 κάθε οικογένεια θα λαβαίνει επίδομα ύψους 2.000 ευρώ για κάθε νεογέννητο παιδί, ενώ στα είδη βρεφικής ηλικίας και στα κράνη ασφαλείας των μοτοσικλετιστών ο ΦΠΑ μειώνεται στο  13%. Το κόστος των παραπάνω μέτρων (κι άλλων μαζί όπως η αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομές για 3 έτη) ανέρχεται σε 1,2 δισ. ευρώ.

Από την άλλη τα μέτρα ενίσχυσης των εσόδων υπερβαίνουν κατά πολύ τις μειώσεις και ανέρχονται στα 1,9 δισ. ευρώ.

Πηγή : Επίκαιρα

Οι ιδιώτες «έκαψαν» τη ΔΕΗ

Η ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών στοιχείων της ΔΕΗ, όπως αποτυπώνεται στις οικονομικές καταστάσεις του πρώτου τριμήνου του 2019 (εδώ), επιβεβαιώνουν τα δραματικά αποτελέσματα που είχαν για την εταιρεία τα πειράματα ήπιας έστω ιδιωτικοποίησης της εταιρείας που εφαρμόστηκαν από το 2015 μέχρι πρόσφατα. Ήταν μια περίοδος που ναι μεν μπήκαν στο συρτάρι και πάγωσαν προσωρινά σχέδια βίαιος ξεπουλήματος, όπως ήταν το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ», οι λύσεις ωστόσο που δρομολογήθηκαν και εφαρμόστηκαν με κορυφαία τις δημοπρασίες αποδείχτηκαν οικονομικά καταστροφικές καθώς επιδείνωσαν τη θέση της ΔΕΗ κι έφεραν έτσι πιο κοντά τις συζητούμενες «θεραπείες σοκ».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Προς επίρρωση, αρκεί μια ματιά στα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου για να φανεί ότι η αιτία των οικονομικών δεινών της ΔΕΗ βρίσκεται στην επιχειρούμενη ιδιωτικοποίησή της κι ευρύτερα στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση κι όχι στον περιβόητο «κρατισμό». Ο «κρατισμός» πιθανά να οφείλεται στο βαθμό που, αντίθετα με ό,τι του καταλογίζεται, έγινε μέσο επιβολής μέτρων και πολιτικών προς όφελος της αγοράς. Το πρώτο τρίμηνο του 2019 η επιχείρηση εμφάνισε καθαρές ζημιές (προ φόρων) ύψους 233,5 εκ. ευρώ όταν την αντίστοιχη χρονική περίοδο του προηγούμενου έτους είχε εμφανίσει οριακές ζημιές μόλις 18,7 εκ. ευρώ. Αξίζει ωστόσο να δούμε πώς διαμορφώθηκε αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα.

Αρχικά πρέπει να τονίσουμε ότι η δαπάνη μισθοδοσίας και λοιπών ελεγχόμενων δαπανών μειώθηκε κατά 5,7 εκ. ευρώ ή 2,1%. Κατά συνέπεια, οι λύσεις που υποδεικνύονται για μαζικά προγράμματα εθελούσιας εξόδου μπορεί να μειώσουν παραπέρα το σχετικό κονδύλι, απέχουν ωστόσο από την αντιμετώπιση των πραγματικών αιτιών των οικονομικών ζημιών της ΔΕΗ.

Οι πραγματικές αιτίες εντοπίζονται πρώτο, στις αυξημένες δαπάνες αγοράς φυσικού αερίου, λόγω τόσο της αυξημένης τιμής του κατά 32,5% όσο και λόγω της ανάγκης εισαγωγής αυξημένων ποσοτήτων για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών. Πρόκειται για επιβάρυνση που φέρνει ξανά στην επικαιρότητα την πολύ σοβαρή ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας, η οποία ανέρχεται στο 73,6%, όταν η ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ των 19 ανέρχεται σε 61,9% και της ΕΕ των 28 σε 53,6%. Παρόλα αυτά από τον ενεργειακό σχεδιασμό της Ελλάδας απουσιάζουν μέτρα που έστω θα αντιμετωπίσουν αυτή την δομική αδυναμία.

Δεύτερο, στην αύξηση της Οριακής Τιμής Συστήματος κατά 33,6% (ως αποτέλεσμα της αυξημένης ζήτησης ενέργειας κατά 4,2% στις 14.897 GWh έναντι 14.291 GWh το πρώτο τρίμηνο του 2018 που αναγκάζει τους διαχειριστές να ρίχνουν στην παραγωγή και ακριβές μονάδες) και κατ’ επέκταση στην υψηλότερη δαπάνη για αγορά ενέργειας.

Τρίτο, στην αυξημένη δαπάνη για αγορά δικαιωμάτων εκπομπών CO2 που έχει εξελιχθεί σε μια γιγάντια κερδοσκοπική φούσκα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τιμές των δικαιωμάτων από τον Ιούλιο του 2018 καταγράφουν αλλεπάλληλα ρεκόρ, φθάνοντας στις 5 Ιουλίου τα 25,84 ευρώ. Για να φανεί η διαφορά να αναφέρουμε ότι τον Απρίλιο του 2013 η τιμή των δικαιωμάτων ανερχόταν σε 3,08 ευρώ και τον Μάιο του 2017 στα 4,45 ευρώ. Μιλάμε επομένως για εξαπλασιασμό του κόστους αγοράς δικαιωμάτων! Ο χρηματιστηριακός τζόγος επί των ρύπων, κατ’ εφαρμογήν πιθανότατα της αρχής «ο ρυπαίνων γονατίζει οικονομικά και κάποιος επιτήδειος κερδοσκοπεί» κατατρώει μέχρι στιγμής τα ταμεία της ΔΕΗ καθώς για λόγους εμφανώς πολιτικούς η κυβέρνηση και η διοίκηση της εταιρείας μέχρι στιγμής δεν είχαν μεταβιβάσει το κόστος στους λογαριασμούς. Στόχος προφανώς ήταν να προστατευθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από μια νέα άνοδο του ενεργειακού κόστους. Πλέον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος χάριτος έχει τελειώσει και αργά ή γρήγορα θα βρεθούμε ενώπιον μεγάλων αυξήσεων στα τιμολόγια του ηλεκτρικού, πολύ δε περισσότερο αν αποφασισθεί να μεταβιβασθούν οι σωρευτικές αυξήσεις με τις οποίες έχει επιβαρυνθεί η ΔΕΗ τουλάχιστον τους τελευταίους 12 μήνες.

Αρνητικά επέδρασσαν στα οικονομικά της ΔΕΗ και την ευρύτερη ισορροπία του συστήματος οι δημοπρασίες (ΝΟΜΕ) που υποτίθεται ότι θα λειτουργούσαν σαν μηχανισμός διευκόλυνσης της εισόδου των ιδιωτών στην αγορά. Οι δημοπρατούμενες ποσότητες αντίθετα αντί να καταλήξουν στους καταναλωτές της Ελλάδας, διευκολύνοντας τον ανταγωνισμό, κατέληξαν στις γειτονικές χώρες, διευκολύνοντας τον εύκολο πλουτισμό των εμπόρων που παίρνουν μέρος στις δημοπρασίες. Αυτό που συνέβη έτσι από την υιοθέτηση του γαλλικού μοντέλου που θα ενδυνάμωνε του «νέους παίκτες» στην αγορά ηλεκτρισμού είναι η αγορά να υποστεί νέες, επιπλέον και ασύμμετρες στρεβλώσεις. Ομολογείται ανοιχτά στην Ετήσια Έκθεση για το 2019 του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με τίτλο Ο ελληνικός Ενεργειακός Τομέας: «Παρατηρήθηκαν στρεβλώσεις και αθέμιτες πρακτικές στη λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με εκτεταμένη χρήση προθεσμιακών προϊόντων, τύπου ΝΟΜΕ, σε εξαγωγές» (σελ. 130). Ας φανταστούμε τι κριτική και τι επιθέσεις θα είχε δεχτεί η Διοίκηση της εταιρείας ή ακόμη κι η κυβέρνηση (εμμονή στον κρατισμό, προστασία του μονοπωλίου και όρθωση εμποδίων στον ελεύθερο ανταγωνισμό, κ.α.) αν το 2016 οπότε επιβάλλονταν οι δημοπρασίες αρνούνταν να τις δεχθούν επικαλούμενες το μεγάλο οικονομικό κόστος που επισείουν για την εταιρεία…

Συνεχή συρρίκνωση στον τζίρο και τα κέρδη της ΔΕΗ προκαλεί επιπλέον η μείωση του πελατολογίου της, στο βαθμό που κατά τεκμήριο στους ιδιώτες πάνε οι καλοί πελάτες. Κι αυτή η υποχρέωση, που αποτελεί ασφαλή αιτία μετατροπής της πιο κερδοφόρας εταιρείας σε ζημιογόνα, αποτελεί μνημονιακή δέσμευση. Το μέσο μερίδιο της ΔΕΗ στην αγορά προμήθειας στο σύνολο της Ελλάδας από 83,8% το πρώτο τρίμηνο του 2018 μειώθηκε σε 77,1%. Ως αποτέλεσμα οι πωλήσεις της ΔΕΗ μειώθηκαν κατά 6,2%, ενώ τον Μάρτιο του 2019 το μέσο μερίδιο αγοράς στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα περιορίσθηκε στο 76,6%, όταν ένα χρόνο πριν, τον Μάριο του 2018 το μερίδιο της ΔΕΗ ανερχόταν σε 82,7%. Εντύπωση ωστόσο προκαλούν οι αποκλίσεις που καταγράφονται καθώς στην Υψηλή Τάση η ΔΕΗ παίζει σχεδόν μόνη της ελέγχοντας το 97,7% της αγοράς, ενώ στη Μέση Τάση έχει υπό τον έλεγχό τα το 53,6%.

Βαρίδι στα πόδια της ΔΕΗ αποτελούν κι οι απλήρωτοι λογαριασμοί που συνεχώς αυξάνονται, έχοντας φθάσει τα 2,7 δισ. ευρώ, τα 1,05 δισ. ευρώ εκ των οποίων αφορούν 890.000 τελικούς πελάτες. Η «στάση πληρωμών» εκατοντάδων χιλιάδων πελατών της ΔΕΗ  προς την εταιρεία εξηγείται στη βάση του οξύτατου κοινωνικού ζητήματος, όπως συμπυκνώνεται σε ένα ποσοστό ανεργίας της τάξης του 18% και σε ένα ποσοστό που κινδυνεύει με κοινωνικό αποκλεισμό και φτάνει τον 1 στους 3. Τούτων δοθέντων η ανακοίνωση του προέδρου της εταιρείας, Μιχάλη Παναγιωτάκη, ότι «θα σταλούν σε όλους εξώδικα» μόνο ως απειλή ακούγεται. Επίσης, ως προαναγγελία μια ξαφνικής όξυνσης των επιπέδων ενεργειακής φτώχειας και κοινωνικής υποβάθμισης. Πιθανότατα, η τύχη των εκατοντάδων χιλιάδων νοικοκυριών που δεν μπορούν ακόμη και σήμερα, μετά την έξοδο της Ελλάδας από την ύφεση, να πληρώσουν τον λογαριασμό τους να μην εμπίπτει στις ευθύνες της ΔΕΗ. Δεν μπορεί όμως και από την άλλη η ΔΕΗ να αφεθεί ελεύθερη να ρίξει στο σκοτάδι χιλιάδες οικογένειες καταδικάζοντάς τις να ζουν σε προϊστορικές συνθήκες χωρίς θερμοσίφωνο, κουζίνα, τηλεόραση και υπολογιστή.

Μια «θεραπεία σοκ» που θα αιτιολογηθεί στη βάση των οικονομικών ζημιών της ΔΕΗ και θα προκρίνει την πώληση λιγνιτικών ακόμη και υδροηλεκτρικών μονάδων, την πώληση πακέτου μετοχών της ακόμη και του μάνατζμεντ, προγράμματα εθελούσιας εξόδου, αυξήσεις τιμολογίων κι επιτάχυνση των εισπρακτικών μέτρων θα οδηγήσει σε παροξυσμό το κοινωνικό ζήτημα και την ενεργειακή φτώχεια… Χώρια του γεγονότος ότι αυτές οι λύσεις δεν έχουν καμιά σχέση με τις αιτίες των προβλημάτων!

Πηγή: Επίκαιρα, τεύχος 408

Η ενεργειακή φτώχεια ήρθε για να μείνει

Από μόνα τους τα ευρήματα που έδωσε στη δημοσιότητα η ΕΚΠΟΙΖΩ για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ήταν εντυπωσιακά. Το σημαντικότερο στοιχείο που περιλάμβανε η ποσοτική έρευνα με χρήση δομημένου ερωτηματολογίου η οποία διεξήχθη το 2018 ήταν η έκταση της ενεργειακής φτώχειας: 51% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία που εν προκειμένω ορίζεται ως εκείνο το ποσοστό των νοικοκυριών που δαπανούν πάνω από το 10% του ετήσιου οικογενειακού τους επιδόματος για τις ενεργειακές τους ανάγκες[1]. Είναι ένας απλός ορισμός της ενεργειακής φτώχειας που εισάχθηκε πρώτη φορά το 1991[2] ενώ σε ορισμένες χώρες (Αγγλία, Ιρλανδία) έχει θεσμοθετηθεί και νομοθετικά. Αν δε, κάνουμε και τη σχετική αναγωγή απαλείφοντας το 16% των ερωτηθέντων που απάντησαν «δεν ξέρω/δεν απαντώ», τότε το ποσοστό των ενεργειακών φτωχών υπερβαίνει το 60%. Πρόκειται για μέγεθος που προκαλεί δέος! Πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας δύο επιπλέον παραμέτρους. Αρχικά, ότι υπερβαίνει σημαντικά κάθε άλλο ορισμό της φτώχειας. Για παράδειγμα το 2017 (τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ) ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ήταν 35% και τα άτομα με υλικές στερήσεις 36%. Κατά συνέπεια, η ενεργειακή φτώχεια υπερβαίνει σημαντικά την συμβατικά οριζόμενη φτώχεια, που σημαίνει ότι ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που δεν ανήκει στα φτωχά της τμήματα, συμπεριλαμβάνεται στους ενεργειακά φτωχούς! Κατά δεύτερο, ότι η ενεργειακή φτώχεια βρίσκεται σε τέτοιο θεαματικό ύψος σε μια περίοδο που η κορύφωση της κρίσης και των συμπαρομαρτούντων της (ανεργία, μείωση μισθών, κ.λπ) αποτελεί ένα όλο και πιο απόμακρο παρελθόν• όχι όμως η ενεργειακή φτώχεια, που όλα δείχνουν ότι ήρθε για να …μείνει.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ξεκινώντας είναι σκόπιμο να σταθούμε, χάριν ακριβείας, στον ορισμό της ενεργειακής φτώχειας. Με βάση το Συνήγορο του Πολίτη είναι «η κατάσταση ενός νοικοκυριού που αδυνατεί να έχει πρόσβαση στις πλέον βασικές υπηρεσίες ενέργειας για επαρκή θέρμανση, μαγείρεμα, φωτισμό και χρήση οικιακών συσκευών». Το φαινόμενο αποκτά ευκρινές κοινωνικό πρόσημο αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι στη βιβλιογραφία θεωρείται το σημείο συνάντησης τριών διαφορετικών αιτιών: της ανόδου των τιμών της ενέργειας, της πτώσης των εισοδημάτων και της χαμηλής ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων[3]. Ως αποτέλεσμα εκτιμάται ότι οι ενεργειακά φτωχοί στην ΕΕ ανέρχονται από 50 ως 160 εκ. άτομα, αναλόγως του πόσο αυστηρός είναι ο ορισμός. Στον υπόλοιπο κόσμο, που όλο και περισσότερο συγκλίνει με την ΕΕ, 1,06 δισ. άτομα δεν έχουν καμία πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα[4].

Για καθόλου τυχαίους λόγους τα περισσότερα μέτρα πολιτικής που συστήνονται εστιάζουν στην τρίτη αιτία, της ενεργειακής αποδοτικότητας. Από μια άποψη δικαιολογημένα μιας και στις χώρες μέλη της ΕΕ το 75% του κτιριακού αποθέματος χαρακτηρίζεται μη αποδοτικό ενεργειακά, με το συνολικό μάλιστα κτιριακό απόθεμα να ευθύνεται για το 36% των αερίων θερμοκηπίου[5]. Μετά μάλιστα και το άδοξο τέλος που είχε το 2008 ο τραπεζικά χρηματοδοτούμενος οικοδομικός οργασμός εύκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι στο εξής το κτιριακό απόθεμα θα γερνάει πολύ ταχύτερα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Εξετάζοντας γενικότερα την αποδοτικότητα παρόλα αυτά, συμπεριλαμβάνοντας για παράδειγμα οικιακές συσκευές, ΙΧ, κ.α. είναι δεδομένο ότι η χαμηλή αποδοτικότητα δε σημαίνει κατ’ ανάγκη χαμηλή κατανάλωση ενέργειας. Ενδεικτικά, μια υπερπολυτελής μεζονέτα 300 τ.μ. μπορεί να είναι πιο ενεργειακά αποδοτική από μια γκαρσονιέρα με ξύλινες μπαλκονόπορτες και ρολά της δεκαετίας του ’60, μετά βεβαιότητας ωστόσο απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να παραμείνει ζεστή το χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι. Η εστίαση ωστόσο του ενδιαφέροντος στην αποδοτικότητα, παρότι συχνά είναι χρήσιμη κι αναγκαία, διευκολύνει τις νέες πωλήσεις συσκευών και οχημάτων ανώτερων ενεργειακών κλάσεων, τις αλλαγές κουφωμάτων κι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων, βοηθάει έτσι το χρήμα να κυλάει. Επίσης, το σημαντικότερο, απομακρύνει το ενδιαφέρον και τη δημόσια συζήτηση από τις δύο άλλες αιτίες, τη φτώχεια και την άνοδο της τιμής του ρεύματος, που είναι οι σημαντικότεροι λόγοι πίσω από την έκρηξη της ενεργειακής φτώχειας και τα θλιβερά ρεκόρ που κατέχει η Ελλάδα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο μάλιστα.

Τα κατορθώματα της Ελλάδας αποτυπώνονται και στις πιο επίσημες μετρήσεις που διεξάγονται σε πανευρωπαϊκό μάλιστα επίπεδο με ευθύνη της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία από το 2015 κιόλας συνέστησε Παρατηρητήριο για την Ενεργειακή Φτώχεια, με το ίδιο πιθανότατα ιερό συναίσθημα ευθύνης που κάθε ευρωπαϊκή χώρα – σοβαρός εξαγωγέας όπλων και πολεμικού υλικού χρηματοδοτεί ΜΚΟ και συνέδρια για την παγκόσμια …ειρήνη[6]. Για να γίνουν εμφανείς οι δραματικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα αξίζει να μεταφέρουμε από τη συγκεκριμένη πηγή ορισμένους πιο αξιόπιστους μεν δείκτες σε σχέση με την έρευνα της ΕΚΠΟΙΖΩ που καταλήγουν ωστόσο στα ίδια συμπεράσματα[7]. Για παράδειγμα, στο ερώτημα «μπορεί το νοικοκυριό σας να διατηρήσει το σπίτι σας κατάλληλα ζεστό;» η Ελλάδα είχε το 2016 το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό αρνητικών απαντήσεων, 29,1%(!), μετά τη Βουλγαρία (39,2%), κι ενώ ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ήταν μόλις 8,7%. Αξίζει μάλιστα να δούμε ότι μόλις το 2010 το ποσοστό των αρνητικών απαντήσεων στην Ελλάδα ήταν το μισό: μόλις 15,4%, που κι αυτό μάλιστα ήταν υψηλότερο από το μέσο ευρωπαϊκό (9,5%)! Εκεί που ωστόσο η Ελλάδα κρατάει τα πρωτεία είναι στο κριτήριο των απλήρωτων λογαριασμών. Στην Ελλάδα το 42,2% των ερωτηθέντων το τελευταίο 12μηνο είχε απλήρωτο λογαριασμό ηλεκτρικού στην κύρια κατοικία του! Ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ήταν μόλις 8,1%, στην επόμενη μετά την Ελλάδα χώρα, τη Βουλγαρία, απλήρωτους λογαριασμούς είχε το 31,7% των νοικοκυριών. Δεν κινδυνεύει επομένως εύκολα η πρωτιά μας! Πρέπει να τονίσουμε ότι και το 2010 η ελληνική επίδοση στους απλήρωτους λογαριασμούς λόγω οικονομικών δυσκολιών ήταν υπερδιπλάσια της μέσης ευρωπαϊκής: 18,8% έναντι 9,1%! Τέλος, υπάρχει ένα ακόμη κριτήριο που μαρτυρά την έκταση που έχει προσλάβει η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα• είναι τα σπίτια που δε δροσίζονται επαρκώς το καλοκαίρι: 34% του συνόλου το 2012 όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ήταν 19,2%. Δεν περνάει μάλιστα απαρατήρητο ότι ενώ από το 2007 ως το 2012 τα σπίτια χωρίς air condition στην Ευρώπη μειώθηκαν (19,2% του συνόλου από 25,8%) στην Ελλάδα αυξήθηκαν: 34% από 29,4%! Όλη η κοινωνική οπισθοδρόμηση που συνέβη στην Ελλάδα ελέω μνημονίων, και σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε τέσσερα ποσοστά…  

Οι επιδόσεις της Ελλάδας στην ενεργειακή φτώχεια που δεν αφορούν μόνο το παρελθόν και το παρόν, με δεκάδες χιλιάδες παιδιά για παράδειγμα ανήμπορα να διαβάσουν ελλείψει ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά και το μέλλον καθώς θα προκαλέσουν σοβαρότατα προβλήματα υγείας, αναδεικνύουν τη σημασία που είχε στην έκρηξη της ενεργειακής φτώχειας η μείωση των εισοδημάτων και η άνοδος των τιμών του ρεύματος.

Σε ό,τι αφορά τα εισοδήματα το μνημονιακό αποτύπωμα παραμένει ανεξίτηλο ακόμη και τώρα που τα προγράμματα δανεισμού αποτελούν παρελθόν. Με μια μέση μείωση μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων κατά 40% και την ανεργία ακόμη και τώρα να είναι στα διπλάσια επίπεδα από την εποχή πριν την κρίση, ενώ επίδομα ανεργίας παίρνουν λιγότεροι από το 20% των ανέργων, είναι εμφανές ότι ο λογαριασμός του ρεύματος ήταν ο τελευταίος που θα πληρωνόταν. Προείχε και προέχει το σούπερ μάρκετ, τα φροντιστήρια των παιδιών, τα έξοδα μετακίνησης, κ.ο.κ. Δεν είναι μάλιστα ελληνικό φαινόμενο. Ευρείας έκτασης έρευνες δείχνουν την αρνητική σχέση που διατηρεί το εισόδημα του νοικοκυριού με την ενεργειακή φτώχεια[8]: Όσο αυξάνεται το εισόδημα τόσο μειώνεται η ενεργειακή φτώχεια και το αντίστροφο. Πιο ευάλωτες δε, αποδεικνύονται οι γυναίκες.

Κι αν από την μια ήταν η συμπίεση των εισοδημάτων, από την άλλη είναι η άνοδος των τιμών του ρεύματος, άμεσο αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης της αγοράς ενέργειας όπως προωθείται κι εν μέρει συγκαλύπτεται κι εξωραΐζεται από την εγκατάλειψη της λιγνιτικής παραγωγής και την όλο και ταχύτερη εισαγωγή στο ενεργειακό μίγμα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Με άλλα λόγια, ο ενεργειακός πλούτος της κοινωνίας κι η ενεργειακή επάρκεια κι αξιοπρέπεια πολιτών και νοικοκυριών συνετρίβη στις Συμπληγάδες της φτωχοποίησης της κοινωνίας και της ιδιωτικοποίησης της ενέργειας.

Στην Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος τριπλασιάστηκε, με κύριο κι όχι αποκλειστικό ελκυστήρα ανόδου των τιμών στους λογαριασμούς το Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που είναι το χρηματοδοτικό εργαλείο επιδότησης των ανανεώσιμων πηγών από τους καταναλωτές σε μια εποχή μάλιστα που κάθε είδους επιδότηση στην παραγωγή αποτελεί αντικείμενο διαπόμπευσης ως απομεινάρι της …Σοβιετίας. Εξαίρεση αποτελούν οι τράπεζες κι οι ΑΠΕ, με τις τελευταίες δε να εισπράττουν επιδότηση όχι μόνο για την παραγωγή αλλά και την εγκατάστασή τους. Η τιμή του ΕΤΜΕΑΡ αυξήθηκε από 0,3 ευρώ /MWH στα 30 ευρώ ή 9.500%. Σε αυτό το πλαίσιο η πτώση της τιμής των φωτοβολταϊκών από το 2009 ως το 2017 κατά 75% ή η άνοδος της απόδοσής τους είναι προφανές ότι δε παράγει κανένα μετρήσιμο αποτέλεσμα. Εξ ίσου θεαματική ήταν κι η αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο από 21 ευρώ το χιλιόλιτρο το 2009 στα 280 ευρώ (1.344%) με στόχο, υποτίθεται, την πάταξη της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου, τα οποία ωστόσο παραμένουν στο ύψος τους, όπως και οι φόροι… Παραπέρα, η άνοδος της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος για τους καταναλωτές προωθείται από τις δημοπρασίες (ΝΟΜΕ) που στέλνουν εκτός Ελλάδας ως εξαγωγές το φθηνό λιγνιτικό ρεύμα και την υπό εξέλιξη ιδιωτικοποίηση της λιγνιτικής παραγωγής, που θα δώσει στους ιδιώτες τα λιγνιτικά εργοστάσια[9].

Δεν είναι μόνο στη χώρα μας που η μετάβαση στην λεγόμενη μετα-λιγνιτική εποχή τίναξε τα τιμολόγια στα ύψη.  Στη Γερμανία,  οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας από το 2006 ως το 2016 κατά τη διάρκεια της συνεχούς προώθησης της ηλιακής και αιολικής ενέργειας αυξήθηκαν κατά 51%, στη Δανία από το 1995, όταν ξεκίνησε να αναπτύσσει αιολικά πάρκα οι τιμές αυξήθηκαν πάνω από 100%, κοκ[10]. Ενδιαφέρον έχει πώς η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αρκετά έγκαιρα αναγνώρισε ως άμεσο αν και ανεπιθύμητο αποτέλεσμα της ενεργειακής μετάβασης και των πολιτικών ιδιωτικοποίησης την ενεργειακή φτώχεια. Από το 2009 κιόλας, πριν καν υπάρξει ένας ενιαίος ορισμός της ενεργειακής φτώχειας, στο πλαίσιο της προώθησης του λεγόμενου Τρίτου Ενεργειακού Πακέτου καλούνται τα κράτη μέλη να προστατεύσουν τους ευάλωτους πολίτες, προβλέποντας το τσουνάμι που θα ερχόταν. Το ίδιο και στην Ελλάδα: ο όρος εισάγεται πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το Ν. 4001/2011, «για τη λειτουργία των Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου»[11] που ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο οδηγία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου του Τρίτου Ενεργειακού Πακέτου. Μετά βεβαιότητας περισσότερο μηχανικά και λιγότερο συνειδητά κι εδώ εν τούτοις οι ενεργειακές αγορές ήρθαν χέρι – χέρι με την «ενεργειακή πενία» όπως είναι όρος που επιλέγεται…  Κι η αλήθεια είναι ότι από το 2015 και μετά έχει εφαρμοσθεί ένα ατελείωτο μωσαϊκό μέτρων για την διευκόλυνση εκείνων των νοικοκυριών που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της ενεργειακής φτώχειας, με κομμένες τις συνδέσεις και τις φιάλες υγραερίου να μετατρέπονται σε από μηχανής Θεό: επιδόματα πετρελαίου θέρμανσης, κοινωνικά τιμολόγια (που επιβαρύνουν όμως τους καταναλωτές), επανασυνδέσεις, ευνοϊκοί διακανονισμοί και άλλα πολλά μέτρα που λειτουργούν ωστόσο σαν σταγόνα στον ωκεανό, έστω κι αν πρόσκαιρα ευνοούν χιλιάδες φτωχούς. Σε μια εποχή που οι μεγαλοστομίες για μετατροπή της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο περισσεύουν και τα γεωτρύπανα σε Δυτική Ελλάδα και Κρητικό υπόσχονται ένα μέλλον πλούσιο από μαύρο χρυσό, η πτώση των εισοδημάτων και η ιδιωτικοποίηση/απολιγνιτοποίηση της παραγωγής ενέργειας αποδεικνύονται μόνιμη πηγή ενεργειακής φτώχειας και κοινωνικής οπισθοδρόμησης.


[1] ΕΚΠΟΙΖΩ, Δελτίο Τύπου: Αποτελέσματα έρευνας: «Γνωρίζεις τι ξοδεύεις για το  ηλεκτρικό ρεύμα;», 5 Δεκεμβρίου 2018, https://www.ekpizo.gr [τελευταία πρόσβαση: 24/2/2019].

[2] Boardman B. (1991), Fuel Poverty: From Cold Homes to Affordable Warmth, London: Belhaven Press.

[3] Energy Poverty, Study for the ITRE Committee (2017), Directorate – General for Internal Policies, European Parliament.

[4] International Bank for Reconstruction and Development (IBRD), International Energy Agency (IEA) (2017), Sustainable Energy for All Global Tracking Framework Progress towards Sustainable Energy 2017. Washington (DC): The World Bank.

[5] Droppa G. & Vajnai A. (2018) Solving Energy Poverty could be one of the biggest achievements of the 21st century, Transform! Europe, ePaper, www.transform-network.net

[6] Ιορδανίδου Σ. (2018), Σε διαρκή πόλεμο η δημοσιογραφία, περ. Δημοσιογραφία τ. 16, χειμώνας 2018, σελ. 21.

[7] Thomson H. & Bouzarowski (2018) Addressing Energy Poverty in the European Union: State of Play and Action, EU Energy Poverty Observatory, European Commission.

[8] Bollino C. A. & Botti F. (2017) Energy poverty in Europe: A multidimensional approach, PSL Quarterly Review, vol. 70 n. 283, 473-507.

[9] Βατικιώτης Λ. (2018) Η λιγνιτική παραγωγή στους ιδιώτες, τα τιμολόγια στα ύψη, περ. Δημοσιογραφία τ. 17 άνοιξη – καλοκαίρι 2018, σελ. 18-23.

[10] Βλάχος, Θ. Ρούμπος, Χρ. Αντζουλάτος Β. (2019) Η αναγκαιότητα διατήρησης του λιγνίτη στο μείγμα καυσίμων της χώρας, Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, newsletter – ηλεκτρονική ενημέρωση [τελευταία πρόσβαση: 24/2/2019]

[11] Βαταβάλη Φ. & Χατζηκωνσταντίνου Ε. (2018), Γεωγραφίες της ενεργειακής φτώχειας στην Αθήνα της κρίσης, Εκδ. angelus novis.

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία

Το ΔΝΤ εναντίον του κατώτατου μισθού

Όσοι πιστεύουν ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο άλλαξε, ότι έχει λάβει υπ’ όψη του τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των βάρβαρων νεοφιλελεύθερων πολιτικών του κι έχει ενσωματώσει στα κριτήρια πολιτικής του ευρύτερους κοινωνικούς προβληματισμούς όπως είναι για παράδειγμα η αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων, καλά θα κάνουν να ρίξουν έστω μια ματιά σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα τον Μάρτιο του 2019 σχετικά με τον κατώτατο μισθό (δες εδώ). Για την ακρίβεια, εναντίον του κατώτατου μισθού! Ο διεθνής οργανισμός, δικαιώνοντας τη φήμη του ως προμαχώνας και στρατηγικό οχυρό των αντιλαϊκών πολιτικών που εξυπηρετούν την μεγάλη εργοδοσία και υπενθυμίζοντάς μας γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση έκρινε τη συμμετοχή του στα πρόσφατα «προγράμματα διάσωσης» ως όρο εκ των ων ουκ άνευ για τη χρηματοδότησή τους, ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τον κατώτατο μισθό για να καταλήξει ότι η αύξησή του βλάπτει σοβαρά την απασχόληση. Και το ΔΝΤ, ως εκείνος ο θεσμός που …νοιάζεται για την απασχόληση κι έχει θέσει ως …σκοπό της ύπαρξής του την ευημερία των πολιτών – γνωστά αυτά κι ας μην ξανανοίγουμε τη συζήτηση, χτυπάει το καμπανάκι του κινδύνου για τις αρνητικές επιπτώσεις τέτοιων «ξεπερασμένων» και «αρτηριοσκληρωτικών» πολιτικών.  

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αξίζει όμως να δούμε τη σαθρή επιχειρηματολογία του, που είναι δηλωτική των στενών ταξικών συμφερόντων που εκπροσωπεί.

Σχεδόν κάθε χώρα διαθέτει ελάχιστον μισθό, μας ενημερώνουν τα στελέχη του ΔΝΤ. Σε ορισμένες χώρες όπως στη Γαλλία, ο βασικός μισθός αναφέρεται σε όλη την οικονομία, ενώ σε άλλες όπως στη Νότια Αφρική και τη Νέα Ζηλανδία διαφοροποιείται μεταξύ κλάδων και κατηγοριών εργαζομένων. Παρότι οι ελάχιστοι μισθοί έχουν αιτιολογηθεί στη βάση ηθικών, κοινωνικών και οικονομικών επιχειρημάτων, όπως είναι η βελτίωση της ευημερίας των εργατών, η μείωση των ανισοτήτων και η προώθηση της κοινωνικής συνοχής, εγείρονται κριτικές, συνεχίζουν οι δύο συγγραφείς της «έρευνας», ότι οι βασικοί μισθοί είναι αντιπαραγωγικοί επειδή διασπούν την αγορά εργασίας. Θέτουν έτσι το ακόλουθο ερώτημα οι δύο ερευνητές, που ειδικά για την Ελλάδα δεν έχει καθόλου θεωρητικό περιεχόμενο: «Μια αύξηση στον κατώτατο μισθό πράγματι ωφελεί τους εργάτες με χαμηλά εισοδήματα;» Για να καταλήξουν ότι δεν είναι βέβαιο κάτι τέτοιο! Ας μην ζητάτε επομένως αυξήσεις για να βελτιωθεί το εισόδημά σας, καθώς το τι τελικά θα γίνει θα εξαρτηθεί από τις περιστάσεις. Συγκεκριμένα, πρώτο, από το κατά πόσο οι εργοδότες θα συμμορφωθούν με το νόμο. Και δεύτερο, η πραγματική βελτίωση του εισοδήματος θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η αύξηση θα φτάσει ατόφια στον φυσικό παραλήπτη της και δεν πρόκειται να καταλήξει σε επιπλέον φορολογία ή ασφαλιστικές εισφορές – ό,τι δηλαδή θα συμβεί στην Ελλάδα με την μείωση του αφορολόγητου ορίου.

Αλλού είναι το επίκεντρο της αντιπαράθεσης ωστόσο για το ΔΝΤ. «Οι δυνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση βρίσκονται στην καρδιά της διαμάχης για την πολιτική του βασικού μισθού και παραμένουν ένα αμφιλεγόμενο θέμα», διατείνονται τα γκρίζα κουστούμια του ΔΝΤ, που σύμφωνα με τον νομπελίστα οικονομολόγο Τζόζεφ Στίγκλιτς είναι κατά τεκμήριο οι χειρότεροι φοιτητές των οικονομικών σχολών. Ευάλωτοι επομένως σε πολιτικές πιέσεις να εμφανίζουν το άσπρο …μαύρο και τη μέρα …νύχτα. Παρότι λοιπόν αμφιλεγόμενο το θέμα, τα «αστέρια» του ΔΝΤ καταλήγουν ότι «φαίνεται να υπάρχει μια αυξανόμενη συναίνεση πώς όταν ο βασικός μισθός ορίζεται σε ένα συντηρητικό επίπεδο, η επίδραση στην απασχόληση είναι σχετικά αρνητική. Πρόσφατη έρευνα καταλήγει ότι η αλλαγή στην απασχόληση που προκαλείται από μια αύξηση στον κατώτατο μισθό είναι κοντά στο μηδέν, αν και οι πιο ευάλωτες ομάδες όπως οι εργάτες χαμηλής ειδίκευσης και οι νέοι εργάτες μπορεί να πληγούν». Και καταλήγουν οι …ορκισμένοι φίλοι των πιο κακοαμειβόμενων τμημάτων της εργατικής τάξης ότι «στην πράξη οι πολιτικές του βασικού μισθού θα πρέπει να υπολογισθούν ώστε να διατηρούν τη συνολική μισθολογική αύξηση σε συνάρτηση με τα κέρδη παραγωγικότητας. Αυτό καταλήγει η διαδικασία καθορισμού κατώτατου μισθού να μείνει έξω από τη δικαιοδοσία των πολιτικών και να ανατεθεί σε ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες»!

Εδώ εμφανίζεται ατόφια η σκληρή νεοφιλελεύθερη, πινοτσετικής κοπής αντίληψη του ΔΝΤ που θεωρεί τους πολιτικούς αναξιόπιστους και άσχετους στην καλύτερη περίπτωση, συλλήβδην λαμόγια και διεφθαρμένους στη χειρότερη (με φυσικούς αυτουργούς της διαφθοράς τους τα ρακούν κι όχι τον ιδιωτικό τομέα – γνωστά κι αυτά), τους δε άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή τους εργοδότες και εργαζόμενους, τους «κοινωνικούς εταίρους» επί το ευρωπαϊκότερο, ως άσχετους, και, μοναδικούς αρμόδιους τους τεχνοκράτες. Δε  θα εκπλαγούμε μάλιστα αν τους εξειδικεύει σε καμιά εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων όπως η McKinsey ή σε άλλα ευαγή ιδρύματα, «ναούς της ανεξαρτησίας» και μαύρες τρύπες της δημόσιας λογοδοσίας και του δημοκρατικού ελέγχου όπως οι κεντρικές τράπεζες…

Τα στελέχη του ΔΝΤ κάνουν πολιτική και προπαγάνδα. Δεν κάνουν έρευνα. Δεν μεταφέρουν καν τις αντικρουόμενες απόψεις και εμπειρίες για ένα θέμα που βρίσκεται στη αιχμή της κοινωνικής αντιπαράθεσης. Στις λεκτικές ακροβασίες των δύο στελεχών του μισητού οργανισμού που φέρει την ευθύνη για τις μεγαλύτερες κοινωνικές γενοκτονίες των τελευταίων δεκαετιών στον αναπτυσσόμενο και ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο δε χώρεσαν καν τα συμπεράσματα αξιόπιστων εμπειρικών ερευνών, με πιο χαρακτηριστικό εκείνο του Νιου Τζέρσεϋ. Αναφέρονται ενδεικτικά τα εξής σε ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο εγχειρίδιο με τίτλο Τα οικονομικά της εργασίας, του George Borjas (εκδ. Κριτική, 2003), το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στην ετερόδοξη βιβλιογραφία (στην ίδια όχθη με τα στελέχη του ΔΝΤ βρίσκεται ο συγγραφέας του, με άλλα λόγια): «Η πεποίθηση που ίσχυε για αρκετό καιρό, ότι ο κατώτατος μισθός έχει αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση των πιο ευάλωτων εργατών, τα τελευταία χρόνια έχει δεχθεί έντονη κριτική… Μια σειρά πρόσφατων μελετών έχουν εισάγει διαφορετικές μεθοδολογίες για την εκτίμηση των επιπτώσεων του κατώτατου μισθού στην απασχόληση, επιστρατεύοντας μελέτες περιπτώσεων που εξετάζουν τις επιπτώσεις στην απασχόληση από συγκεκριμένες αυξήσεις του κατώτατου μισθού. Αυτές οι μελέτες συχνά καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πολλές από τις πρόσφατες αυξήσεις των κατώτατων μισθών δεν είχαν καμία (η υπογράμμιση του συγγραφέα) αρνητική επίπτωση στην απασχόληση… Η πιο γνωστή μελέτη συγκεκριμένης περίπτωσης αναλύει την επίπτωση του κατώτατου μισθού στο Νιου Τζέρσεϋ και την Πενσυλβάνια. Την 1η Απριλίου του 1992 , το Νιου Τζέρσεϋ αύξησε τον κατώτατο μισθό στα 5,05 δολάρια την ώρα, τον μεγαλύτερο κατώτατο μισθό στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η γειτονική πολιτεία της Πενσυλβάνιας δεν ακολούθησε την ίδια τακτική και κράτησε τον κατώτατο μισθό στα 4,25 δολάρια, το ομοσπονδιακό υποχρεωτικό επίπεδο. Η σύγκριση Νιου Τζέρσεϋ και Πενσυλβάνιας παρέχει ένα “φυσικό πείραμα”, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη εκτίμηση των επιπτώσεων της νομοθεσίας στους κατώτατους μισθούς», συμπεραίνει ο συγγραφέας. Και ποιο είναι το συμπέρασμά του; «Αποδεικνύεται ότι τα εστιατόρια ταχείας εστίασης στην πλευρά του Νιου Τζέρσεϋ δεν αντιμετώπισαν μείωση του εργατικού δυναμικού σε σχέση με τα εστιατόρια στην πλευρά της Πενσυλβάνιας. Στην πράξη φαίνεται ότι η απασχόληση στο Νιου Τζέρσεϋ αυξήθηκε σε σχέση με την Πενσυλβάνια» (σελ. 191-193)!

Αν κάτι αναιρεί το πείραμα του Νιου Τζέρσεϋ είναι μια αφελής οικονομικά αντίληψη που καταλήγει ότι αν είναι δεδομένη μια διαθέσιμη χρηματική ποσότητα για μισθούς, υψηλότεροι μισθοί επιμερίζονται σε λιγότερους εργαζόμενους, χαμηλότεροι μισθοί επιμερίζονται σε περισσότερους εργαζόμενους και συμβολικοί μισθοί που αντιστοιχούν σε ένα πασχαλινό αβγό για κάθε εργαζόμενο μας οδηγούν να εισάγουμε εργαζόμενους από το διάστημα – γνωστό κι αυτό. Η συγκεκριμένη νεοφιλελεύθερη «αριθμητική της εργασίας», που καλύτερα διδάσκεται με ξύλινο αριθμητήριο, παραγνωρίζει ότι δεδομένης της υψηλής ροπής για κατανάλωση του φτωχότερου τμήματος του πληθυσμού, όσων δηλαδή αμείβονται με το βασικό μισθό, οι μισθοί, αν φυσικά δεν τους «περιποιηθούν» πρώτα οι αυξημένοι φόροι και οι κρατήσεις, αυξάνουν τη ενεργό ζήτηση της οικονομίας και τροφοδοτούν τάχιστα την κατανάλωση. Η ποσότητα χρήματος που αντιστοιχεί σε μισθούς επομένως δεν μένει ίδια αλλά αυξάνεται, αν και σε μια χρονική περίοδο μεγαλύτερη.

Οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ ωστόσο απορρίπτουν τις αυξήσεις στο βασικό μισθό σείοντας το φόβητρο της ανεργίας, όχι εξ αιτίας άγνοιας, αλλά λόγω μιας στενής ταξικής οπτικής την οποία υπηρετεί ο οργανισμός. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το συμφέρον του πολυεθνικού κεφαλαίου και δη τη χρηματιστικής ολιγαρχίας που ως κριτήριο αξιολόγησης μιας πολιτικής έχει ασφαλή και αυξανόμενα επιτόκια και αποδόσεις σε καταθέσεις, εταιρικά και κρατικά ομόλογα και βραχυχρόνιες επενδύσεις κεφαλαίου. Προβληματισμοί σχετικά με την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων ή την άνοδο της ευημερίας μιας κοινωνίας δεν χωρούν καν στη συλλογιστική του και απορρίπτονται, επειδή κρίνονται ως εμπόδιο για τα κέρδη της υπερεθνικής ελίτ. Σε αυτό το βωμό θυσιάζεται και ο βασικός μισθός!

Πηγή: Περιοδικό Επίκαιρα