Πάρτι στο χρηματιστήριο με χορηγό την εφορία (περ. Ουτοπία, 6ος 2007)

Μέρες του ’99 αρχίζει να θυμίσει τους τελευταίους μήνες η Σοφοκλέους. Με τον γενικό δείκτη να έχει φθάσει τις 5.000 μονάδες, για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια – και συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 2000 – και με όλες τις μηχανές να είναι αναμμένες (αδικαιολόγητη άνοδο των φθηνών μετοχών τη περιφέρειας, εκκολαπτόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, προετοιμασία νέων εισαγωγών, δημόσιες εγγραφές στα σκαριά, κύματα ιδιωτικών τοποθετήσεων και κυρίως ατελείωτες φήμες και παπαγαλάκια) το κλίμα καχεξίας και μειωμένων προσδοκιών των τελευταίων χρόνων φαίνεται να ανήκει στο παρελθόν. Το φαινόμενο δεν είναι αυστηρά ελληνικό καθώς και στη Μέκκα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, ο δείκτης των 500 αμερικανικών κολοσσών για πρώτη φορά στα τέλη Μαΐου έφθασε τα επίπεδα που είχε πριν επτά χρόνια. Η άνοδος του ελληνικού χρηματιστηρίου είναι συνεπώς αποτέλεσμα της αυξημένης κινητικότητας που υπάρχει στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Σε ότι αφορά τις εσωτερικές αιτίες μια μικρή ώθηση σε αυτή την κατεύθυνση (και τίποτε περισσότερο) έδωσαν οι ανακοινώσεις για τα επίσημα κέρδη που κατέγραψαν το πρώτο τρίμηνο του 2007 οι 301 εισηγμένες εταιρείες που δημοσίευσαν λογιστικές καταστάσεις, όπου φαίνεται ότι το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου αύξησαν τα κέρδη τους κατά 11,6% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Αύξηση τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερη των αυξήσεων που είδαν οι εργαζόμενοι στους μισθούς και τα ημερομίσθιά τους για το αντίστοιχο διάστημα…

Εξετάζοντας πιο προσεκτικά όμως τον πίνακα με τα κέρδη της κορυφής της πυραμίδας του ελληνικού κεφαλαίου αποκαλύπτονται δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι η άνιση κατανομή των 2,8 δισ. κερδών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος τους προήλθε από τα λεγόμενα βαριά χαρτιά του χρηματιστηρίου που συνέβαλαν στο 80% αυτού του αποτελέσματος. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι πως τα κέρδη δεν προέρχονται μόνο από μια μειοψηφία, αλλά και από έναν συγκεκριμένο τομέα της καπιταλιστικής παραγωγής: τις τράπεζες! Ειδικότερα οι 14 εισηγμένες τράπεζες συνέβαλαν κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 50% στο παραπάνω αποτέλεσμα ενώ μόνο τα κέρδη της Εθνικής Τράπεζας αποτελούν το 13,6% των συνολικών κερδών. Ανισομετρία λοιπόν και συνεχής αύξηση του ειδικού βάρους του κλάδου των υπηρεσιών και δη των τραπεζών είναι οι δύο ιδιαίτερες συνιστώσες που καθορίζουν την θεαματική πορεία κερδοφορίας του ελληνικού καπιταλισμού. Η ετεροβαρής σχέση μεταξύ του κλάδου της μεταποίησης και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ήρθε πρόσφατα στην επιφάνεια και από την κοινή έρευνα που οργάνωσε ο ΣΕΒ με την ICAP τα αποτελέσματα της οποίας δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 14 Μαΐου 2007. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η (δειγματοληπτική – και ως εκ τούτου ενδιαφέρουσα μόνο σε ότι αφορά τις τάσεις που καταγράφει) έρευνα υπογραμμίζουν την αποκλίνουσα πορεία μεταξύ της μεταποίησης που βλέπει τα κέρδη της να συρρικνώνονται για δεύτερη συνεχή χρονιά και των υπηρεσιών (εμπόριο, τράπεζες, κ.α.) που βλέπουν τα κέρδη τους να αυξάνουν.

Στην κούρσα ανόδου των κερδών που κατέγραψαν οι εισηγμένες εταιρείες δύο αιτίες φαίνεται να διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο: Κατά πρώτο, η συνεχής άνοδος των επιτοκίων που αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οδηγώντας και τις εγχώριες τράπεζες να αναπροσαρμόζουν τα δικά τους επιτόκια προς τα πάνω προκαλώντας έτσι απόγνωση στους εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες και επίσης η τελευταία δόση μείωσης των φορολογικών συντελεστών, ύψους τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων, που αποφάσισε η κυβέρνηση. Η απόφαση αυτή της κυβέρνησης της ΝΔ (που βρήκε σύμφωνο και το ΠΑΣΟΚ) έκανε το φορολογικό σύστημα ακόμη πιο ταξικό και αντιλαϊκό ωθώντας στην αναδιαμόρφωσή του σε μία κατεύθυνση που για το κεφάλαιο και τους αστούς επιφυλάσσει σχεδόν πλήρη φορολογική απαλλαγή (υπό το θατσερικής έμπνευσης πρόσχημα της τόνωσης των κινήτρων δημιουργίας πλούτου που στη συνέχεια θα ενισχύσει την μεγέθυνση…) ενώ για τους εργαζόμενους πρωτοφανή βάρη.

Σε ότι αφορά το κεφάλαιο η πέρα για πέρα νόμιμη απαλλαγή του από την καταβολή φόρων ήλθε ως αποτέλεσμα της πανευρωπαϊκής τάσης μείωσης των φόρων κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτής της δυναμικής (χαρακτηριστικό πλέον γνώρισμα του νέου αναμορφωμένου κράτους που αναδύθηκε στα ερείπια του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας) η Γερμανία έχει δεσμευθεί στο κεφάλαιο να μειώσει τους φόρους που πληρώνει από 26% στο 15%, η Γαλλία από 33% σε 28%, η Ισπανία από 35% σε 30%, κ.ο.κ. Ακόμη όμως και αυτοί οι νέοι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές έχουν μάλλον εικονική σημασία καθώς το κεφάλαιο εξασφαλίζει την πλήρη απαλλαγή του από την καταβολή φόρων μέσω των (offshore) φορολογικών παραδείσων. Χάρη σε αυτούς τους παραδείσους, σύμφωνα με έρευνα των Τάιμς του Λονδίνου, οι 54 δισεκατομμυριούχοι της Αγγλίας έχοντας περιουσία που υπερβαίνει τα 126 δισ. λίρες πλήρωσαν φόρους ύψους 15 εκ. λιρών! Αν κάνουμε μια απλή διαίρεση βγαίνει ότι οι Κροίσοι της Αγγλίας φορολογήθηκαν με συντελεστή ύψους 0,01%! Το αποτέλεσμα δηλαδή της θεσμοθετημένης ασυδοσίας των φορολογικών παραδείσων είναι η αστική τάξη να έχει εξασφαλίσει πλήρη φορολογική απαλλαγή! Καθόλου τυχαία (όπως αναφερόταν σε άρθρο του βρετανικού Γκάρντιαν στις 30 Μαΐου με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Ειδικοί περιγράφουν την Αγγλία ως τον πρώτο παγκόσμιο onshore φορολογικό παράδεισο») το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τον Απρίλιο χαρακτήρισε το Σίτι του Λονδίνου ως το νευραλγικό κέντρο του παγκόσμιου πολυπλόκαμου δικτύου των φορολογικών παραδείσων. Φαίνεται έτσι πως με το πέρασμα του χρόνου οι offshore φορολογικοί παράδεισοι εισβάλλουν στα κέντρα του υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού και τα όρια μεταξύ τους γίνονται όλο και πιο συγκεχυμένα, όλο και πιο δυσδιάκριτα.

Η θεσμοθετημένη φοροαπαλλαγή και φορο-αποφυγή του κεφαλαίου, στην άλλη άκρη του εισοδηματικού και ταξικού φάσματος συμπληρώνεται με την αύξηση των φορολογικών βαρών. Οι εργαζόμενοι δεν καλούνται να πληρώσουν μόνο τους νέους έμμεσους φόρους που προήλθαν από την αύξηση του ΦΠΑ κατά μία μονάδα, αλλά μετά τις εκλογές ενδέχεται να επωμιστούν μια απότομη άνοδο και των άμεσων φόρων! Ο λόγος είναι ότι στα κλιμάκια του υπουργείου Οικονομικών επανέρχεται η ιδέα του ενιαίου φορολογικού συντελεστή. Δεν υπάρχει πιο αντιδραστικό και ταξικό φορολογικό μέτρο, καθώς θα καταργηθούν οι υψηλότεροι συντελεστές βάση των οποίων οι πλούσιοι πλήρωναν περισσότερους φόρους όπως κι οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές βάση των οποίων τα χαμηλότερα εισοδήματα πλήρωναν μικρότερο φόρο και όλοι μαζί θα προσέρχονται στην αρμόδια ΔΟΥ να φορολογήσει τα εισοδήματά τους με τον ίδιο συντελεστή. Το επιχείρημα που επικαλούνται μάλιστα είναι η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, αποκρύπτοντας πως η μεγαλύτερη γάγγραινα του δεν είναι η πολυνομία, οι επικαλύψεις και οι συνεχείς αλλαγές, αλλά η αντιλαϊκότητα του. Μια ενδεχόμενη κατάργηση της προοδευτικότητας του θα επιτείνει την ταξικότητά του στο έπακρο, διαιωνίζοντας την πολιτική της λιτότητας! Επίσης θα αντιστρέψει πλήρως την θεμελιώδη σύλληψη πίσω από τη λειτουργία του φορολογικού συστήματος καθώς όλο και σαφέστερα παύει να λειτουργεί ως ένας αναδιανεμητικός μηχανισμός που αμβλύνει τις εισοδηματικές και ταξικές αντιθέσεις (όπως εγχειριδιακά ορίζεται η αρχή λειτουργίας του) και πλέον μετατρέπεται σε μηχανισμό που οξύνει τις αντιθέσεις τις οποίες γεννάει η πρωταρχική διανομή του εισοδήματος, όπως επιτελείται στο επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής. Μάρτυρας τα κέρδη των εισηγμένων…

Οικονομικός πόλεμος κατά της Ισλανδίας (Πριν, 17 Ιανουαρίου 2010)

Με αμείωτη ένταση συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον της Ισλανδίας μετά την απόφαση του προέδρου της χώρας να προβάλει βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης να καταβάλλει στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ολλανδίας τα λεφτά που έχασαν οι πολίτες τους από την κατάρρευση του ισλανδικού τραπεζικού συστήματος.

Στο εσωτερικό της Ισλανδίας εξ ίσου εντατικές είναι κι οι προετοιμασίες όσο πλησιάζει η μέρα του δημοψηφίσματος που θα τεθεί στην κρίση των 317.593  Ισλανδών η επίμαχη απόφαση. Οι πρώτες ενδείξεις, όπως έγιναν γνωστές με το κείμενο υπογραφών που τέθηκε υπ’ όψη του προέδρου και έφερε τα ονόματα 55.160 εκλογέων (23% του εκλογικού σώματος) προδικάζουν σαρωτική νίκη του «όχι». Τα επιχειρήματα άλλωστε που επικαλούνται πολύ δύσκολα ανατρέπονται. Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός ότι η αποζημίωση που κατέβαλλαν στους πολίτες τους η Αγγλία κι η Ισλανδία για τα λεφτά που έχασαν από την κατάρρευση της Icebank έφθαναν ακόμη και το ποσό των 100.000 ευρώ. Στο εσωτερικό ωστόσο της ΕΕ το όριο που είχε τεθεί ως κρατική εγγύηση για τις καταθέσεις έφθανε τα 20.887 ευρώ. Αγγλία και Ισλανδία επομένως εφάρμοσαν ένα μέτρο που δεν θα έθεταν σε ισχύ στην περίπτωση που κατέρρεε εγχώρια τράπεζα. Και το έπραξαν ξέροντας ότι άλλος θα πληρώσει τον λογαριασμό: η κυβέρνηση της Ισλανδίας και μέσω αυτής οι πολίτες της. Το δεύτερο επιχείρημα διατυπώθηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal στις 6 Ιανουαρίου: «Αγγλία και Ολλανδία δεν έπρεπε να πληρώσουν. Αυτοί που είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε ένα εξωχώριο ίδρυμα ήταν όλοι ενήλικες και θα πρέπει να ήταν ενήμεροι των κινδύνων. Φυσικά οι κυβερνήσεις αποζημίωσαν επειδή ήξεραν πως ήταν ευάλωτες στην κατηγορία ότι το δικό τους εποπτικό καθεστώς είχε αποτύχει». Τα δικά τους νώτα έσπευσαν επομένως να φυλάξουν, φεσώνοντας τους Ισλανδούς που ήδη έχουν δει το δημόσιο χρέος τους να φθάνει το 300% του ΑΕΠ!

Πέραν των παραπάνω οι Ισλανδοί αρνούνται να πληρώσουν το 50% του ΑΕΠ τους σε αποζημιώσεις και πνέουν μένεα εναντίον του Λονδίνου λόγω του ότι οι δικοί του χειρισμοί ήταν που έδωσαν τη χαριστική βολή και κατέρρευσε το τραπεζικό τους σύστημα. Ειδικότερα στις 8 Οκτώβρη του 2008, μια μέρα μετά την εθνικοποίηση της τράπεζας Landsbaki, μητρικής της Icesave, το Λονδίνο ενεργοποίησε την δρακόντεια αντιτρομοκρατική νομοθεσία του 2001 και πάγωσε κάθε περιουσιακό στοιχείο που βρισκόταν στην Αγγλία όχι μόνο της εν λόγω τράπεζας και του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος της Ισλανδίας, αλλά ακόμη και της κυβέρνησης. Η ενεργοποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας δεν σήμαινε μόνο τον διεθνή διασυρμό τους και την κατάρρευση και της ελάχιστης αξιοπιστίας που είχε απομείνει αλλά επίσης, σε πιο πρακτικό επίπεδο, την διακοπή κάθε δυνατότητας μεταφοράς χρημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά κι οι τρεις τράπεζες που είχαν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα κατέρρευσαν, μη έχοντας καμιά δυνατότητα εξεύρεσης και μεταφοράς νέων πόρων που θα έλυναν το πρόβλημα της ρευστότητας.

Πίσω από την αντιπαράθεση επομένως δεν κρύβεται μόνο η φυσιολογική και δικαιολογημένη αντίδραση των Ισλανδών στην προοπτική να βάλουν από την τσέπη τους 3,91 δισ. ευρώ ποσό που ισοδυναμεί με 116.658 ευρώ για κάθε πενταμελή οικογένεια, αλλά κι η συσσωρευμένη οργή τους απέναντι στο Λονδίνο, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη όταν οι δύο χώρες κόντεψαν να φθάσουν σε πόλεμο όταν η Ισλανδία απαγόρευσε στον βρετανικό αλιευτικό στόλο να αλιεύει στα χωρικά της ύδατα. Το Λονδίνο τώρα προσπάθησε να πάρει την εκδίκησή του. Μαζί του δε είχε και τη διεθνή των κερδοσκόπων, με τον οίκο αξιολόγησης Fitch για παράδειγμα αυθαίρετα κι εκδικητικά να υποβαθμίζει στο επίπεδο των «σκουπιδιών» τα κρατικά ομόλογα της Ισλανδίας αμέσως μετά το υπερήφανο «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».