Ιδιωτικοποιήσεις (Πριν, 9/5/2008)

Αιχμή του δόρατος της επίθεσης του κεφαλαίου

Η πώληση του ΟΤΕ σημείο κορύφωσης και τομής της μακροχρόνιας και διεθνούς επιχείρησης ξεπουλήματος

Σημείο τομής στη μακροχρόνια διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων όχι μόνο από συμβολική αλλά και από ουσιαστική άποψη αποτελεί η πώληση του ΟΤΕ στον γερμανικό τηλεπικοινωνιακό κολοσσό, Ντόιτσε Τέλεκομ. Για συμβολικούς λόγους, στο βαθμό που το ξεπούλημα του ΟΤΕ αποτέλεσε το 1993 (όταν άνοιγε με τον πιο θεαματικό και βίαιο τρόπο η αυλαία των ιδιωτικοποιήσεων) την πιο μεγάλη πρόκληση της κυβέρνησης Μητσοτάκη προς τους εργαζόμενους και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα, για να σημάνει τελικά και την πρόωρη πτώση της. Η επιτυχημένη τώρα πώληση του ΟΤΕ από την κυβέρνηση της ΝΔ με πολύ μικρότερες αντιδράσεις κλείνει έτσι έναν κύκλο στην επίθεση του κεφαλαίου που μπορεί να κράτησε πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσο αρχικά εκτιμούσε, δεν μπορεί ωστόσο παρά να αποτελεί για το ίδιο κορυφαία επιτυχία. Κι αυτό γιατί ο ΟΤΕ, κι εδώ είναι οι ουσιαστικοί λόγοι, δεν είναι μια τυχαία επιχείρηση. Επί πολλά χρόνια – πριν εισέλθουν στην αγορά οι ιδιώτες και αρχίσει ο ΟΤΕ από τα κέρδη του να χρηματοδοτεί τα πρώτα βήματα και την επέκτασή τους – βρισκόταν στην κορυφή των κερδοφόρων ελληνικών επιχειρήσεων, με χιλιάδες ακίνητα κι όλα …γωνία, δεκάδες χρυσοφόρες θυγατρικές και προνομιακή πρόσβαση σε πλήθος ξένων, βαλκανικών αγορών. Όλα αυτά τώρα τα παίρνουν προίκα οι Γερμανοί! Κλείνοντας αυτός ο κύκλος αξίζει να γίνει μια αποτίμηση των αποτελεσμάτων των ιδιωτικοποιήσεων. Με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι οι μεγαλύτεροι χαμένοι ήταν οι καταναλωτές, δηλαδή οι εργαζόμενοι καταναλωτές μια και αυτοί υφίστανται τη μεγαλύτερη απώλεια εισοδήματος από τις ανατιμήσεις, στο όνομα των οποίων υποτίθεται ότι υλοποιήθηκαν οι ιδιωτικοποιήσεις. Το επιχείρημα (της ποσοτικής θεωρίας του ανταγωνισμού) σε απλά ελληνικά έλεγε ότι η απελευθέρωση των αγορών και η είσοδος των ιδιωτών θα αυξήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ τους, καθώς ο ένας θα πουλάει πιο φθηνά από τον άλλον για να μη μας χάσει από πελάτες κι έτσι όλα θα είναι στα πόδια μας πάμφθηνα κι εν πλήρη αφθονία. Όλα αυτά τα χρόνια όμως που η αγορά «απελευθερώθηκε» από τα κρατικά μονοπώλια και τον κρατικό καθορισμό των τιμών τα εισιτήρια στα ακτοπλοϊκά πλοία εκσφενδονίστηκαν και για τους λογαριασμούς τηλεφωνίας και ηλεκτρικής ενέργειας δουλεύουμε πολλές περισσότερες ώρες ακόμη και μέρες. Μεγάλος χαμένος επίσης είναι οι εργαζόμενοι και το υψηλό επίπεδο των εργατικών κατακτήσεων, όπως η μονιμότητα και οι σχετικά καλές εργασιακές σχέσεις, που θυσιάστηκε στο βωμό της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ. Υπήρξαν ωστόσο και κερδισμένοι. Στην Ελλάδα αυτός που ωφελήθηκε περισσότερο, από την εν εξελίξει διαδικασία ιδιωτικοποίησης καθαυτή, ήταν ο Βγενόπουλος της Μαρφίν, που από την διαμεσολάβηση (μαζεύοντας δηλαδή τις μετοχές του Οργανισμού από την ελληνική αγορά και πουλώντας τις στους Γερμανούς με καπέλο επειδή παίρνουν μαζί και το μάνατζμεντ) υπολογίζεται ότι θα κερδίσει 800 εκ. ευρώ! Παρόλα αυτά δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα. Προκαλούν έκπληξη, απεναντίας, οι τρανταχτές ομοιότητες που παρουσιάζει η ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ με την αντίστοιχη βρετανική εμπειρία, σε ότι αφορά τα κέρδη που αποκόμισε το παρασιτικό χρηματιστικό κεφάλαιο! Τονίζει για του λόγου το αληθές ο βρετανός μαρξιστής Άντριου Γκλιν στο βιβλίο του Capitalism Unleashed (Oxford, 2006): «οι μεγάλοι κερδισμένοι από την ιδιωτικοποίηση ήταν αυτοί που κερδοσκόπησαν με τις μετοχές (πουλώντας τις με σκοπό το γρήγορο κέρδος), οι εταιρείες του Σίτι που κέρδισαν τεράστιες προμήθειες από τη διευθέτηση των ιδιωτικοποιήσεων και του μάνατζμεντ, η πληρωμή των οποίων παρέμεινε στα ύψη»! Οι ομοιότητες γίνονται ακόμη πιο εξόφθαλμες αν παραθέσουμε και την αμέσως επόμενη πρόταση όπου τονίζει πως «οι κύριοι χαμένοι ήταν εκείνοι οι εργάτες που έχασαν τις σχετικά καλοπληρωμένες συνδικαλισμένες θέσεις εργασίας»! Ότι ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα! Κατ’ εξοχήν κερδισμένος ωστόσο είναι το ιδιωτικό κεφάλαιο που ιδιοποιείται και εκμεταλλεύεται επενδύσεις μυθικής αξίας, οι οποίες ουδέποτε θα είχαν πραγματοποιηθεί αν δεν χρηματοδοτούνταν επί δεκαετίες από το υστέρημα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Με αυτή την έννοια οι ιδιωτικοποιήσεις στρέφονται εναντίον του δημοσίου συμφέροντος στο βαθμό που συνιστούν καταλήστευση και οικειοποίηση από το κεφάλαιο κοινωνικών πόρων. Ο τρίτος στη σειρά που κερδίζει τα μέγιστα από τις ιδιωτικοποιήσεις είναι το κράτος που διευθύνει την επιτυχή υλοποίησή τους και εισπράττει το τίμημα, καταφέροντας με αυτό τον τρόπο να μειώσει το δημόσιο χρέος. Ενδεικτικά από τον Μάρτιο του 2004, που ανέλαβε η ΝΔ, μέχρι πρόσφατα και χωρίς να υπολογίζονται τα έσοδα από το ξεπούλημα του ΟΤΕ, είχαν εισρεύσει στα κρατικά ταμεία από ιδιωτικοποιήσεις 6,23 δισ.! Αναδεικνύεται ωστόσο με αυτό τον τρόπο, των ταμειακών ωφελειών, ότι οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι απλά άρρηκτα συνυφασμένες με την πιο προωθημένη νεοφιλελεύθερη πολιτική, αλλά η αιχμή του δόρατός της! Διαφορετικά ειπωμένο, οι ιδιωτικοποιήσεις αποτελούν την πιο εύκολη λύση για τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών (υπό τον όρο βέβαια ότι οι δωρεές προς το κεφάλαιο δεν αυξάνονται ανεξέλεγκτα όπως συμβαίνει τώρα), τη μείωση του δημόσιου τομέα, την εισβολή των κανόνων της αγοράς σε κάθε τομέα κοινωνικής δραστηριότητας και τη μαζική καταστροφή ανεπαρκώς αξιοποιούμενου κεφαλαίου. Αυτή η πλευρά λύνει πιθανά και το ερώτημα που φυσιολογικά γεννιέται για την αδυναμία που έδειξε το εργατικό κίνημα τόσες δεκαετίες τώρα σε Ανατολή και Δύση να αποτρέψει τη λαίλαπα των ιδιωτικοποιήσεων. Η τεράστια σημασία που διαδραματίζουν για το κεφάλαιο οι ιδιωτικοποιήσεις φαίνεται και από τη συναίνεση που υπάρχει μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Προκαλεί για παράδειγμα γέλιο αλλά και οργή η απουσία πρωτοτυπίας από το νυν και τον πρώην υπουργό Οικονομίας όταν δείχνουν την επιμονή τους στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γ. Αλογοσκούφης στην εισηγητική έκθεση του φετινού κρατικού προϋπολογισμού (σελ. 133): «Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι κεντρικός άξονας της οικονομικής πολιτικής». Και ο προκάτοχός του, Ν. Χριστοδουλάκης, στο βιβλίο του Το νέο τοπίο της ανάπτυξης (Καστανιώτης, 1988), (σελ. 93): «Σήμερα οι ιδιωτικοποιήσεις αποτελούν βασική συνιστώσα του προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών που εξήγγειλε η κυβέρνηση τον Μάρτιο του 1988». «Κεντρικός άξονας» για τη ΝΔ, λοιπόν, «βασική συνιστώσα» για το ΠΑΣΟΚ οι ιδιωτικοποιήσεις! Οι τραγικές για τους εργαζόμενους επιδόσεις του ΠΑΣΟΚ στις ιδιωτικοποιήσεις, που κάνουν να ηχούν αστείες οι σημερινές καταγγελίες του, φαίνονται καλύτερα στον επόμενο πίνακα, που προέρχεται από την τελευταία έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, με τίτλο Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση (σελ. 232) και δείχνει τις ιδιωτικοποιήσεις που έγιναν κάθε χρόνο: 1991: Τράπεζα Πειραιώς 1992: ΑΓΕΤ, Λεωφορεία Αθήνας, Ναυπηγεία Εκλευσίνας. 1993: Τράπεζα Αθηνών, Ελληνική Εταιρεία Ζάχαρης, άδειες κινητής τηλεφωνίας. 1994: Ναυπηγεία Νεωρίου Σύρου 1996: ΟΤΕ Ι 1997: ΟΤΕ ΙΙ 1998: Τράπεζα Μακεδονίας – Θράκης, Γενική Τράπεζα, Τράπεζα Κρήτης, Ελληνικά Πετρέλαια Ι, Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδας, ΟΤΕ ΙΙΙ, ΧΑΑ Ι. 1999: Ιονική Τράπεζα, ΟΤΕ ΙV, ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, Ολύμπικ Κέτερινγκ Ι, Ολύμπικ Κέτερινγκ ΙΙ, Ντιούτι Φρι, ΕΛΠΕ ΙΙ. 2000: ΕΤΒΑ Ι, ΕΛΠΕ ΙΙΙ, ΕΛΒΟ, ΧΑΑ ΙΙ, Κοσμοτέ, Εμπορική Τράπεζα, Αγροτική Τράπεζα. 2001: ΟΠΑΠ Ι, Διώρυγα Κορίνθου, ΟΛΘ, ΕΥΑΘ, Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, ΔΕΗ Ι, ΟΤΕ V. 2002: ΕΤΒΑ ΙΙ, ΟΠΑΠ ΙΙ, ΟΤΕ VI, Μαρίνες Αττικής, ΔΕΗ ΙΙ, Ολύμπικ Κέτεριγνκ ΙΙΙ. 2003: ΕΛΠΕ IV, Ντιούτι Φρι ΙΙ, Αγνό, Μον Παρνέ, ΟΠΑΠ ΙΙΙ, ΧΑΑ ΙΙΙ, ΟΛΠ, ΕΤΕ Ι, ΔΕΗ ΙΙΙ. 2004: Εθνική Τράπεζα, ΕΛΠΕ V. 2005: ΟΠΑΠ IV, OTE VIΙI. 2006: ATE, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛΤΑ, Εμπορική Τράπεζα. 2007: ΟΤΕ ΙΧ, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ΙΙ. Δεν είναι μετά υποκρισία να διαμαρτύρεται το ΠΑΣΟΚ για τις ιδιωτικοποιήσεις της επάρατου; Ή, να παρουσιάζει ως βάλσαμο τις μετοχοποιήσεις όταν γίνεται σήμερα φανερό πως αυτές άνοιξαν το δρόμο για το οριστικό και αμετάκλητο ξεπούλημα, χώρια φυσικά του γεγονότος ότι το τμηματικό ξεπούλημα αποτελούσε κίνηση ανάγκης για το κεφάλαιο, καθώς κανείς δεν είχε τη δυνατότητα να αγοράσει για παράδειγμα ολόκληρο τον ΟΤΕ; Ίδια φυσικά σπουδή στην υλοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων επέδειξαν οι μεταλλαγμένοι σοσιαλιστές σε όλο τον κόσμο. Ακόμη και στη Γαλλία το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 η κυβέρνηση του Λαϊονέλ Ζοσπέν, της «πλουραλιστικής Αριστεράς» όπως παρουσιαζόταν, ιδιωτικοποίησε περισσότερες δημόσιες επιχειρήσεις απ’ όσες είχαν ιδιωτικοποιήσει οι έξι προηγούμενες κυβερνήσεις μαζί! Παρότι κανείς δεν αμφιβάλλει ότι οι ιδιωτικοποιήσεις αποτελούν σανίδα σωτηρίας για το κεφάλαιο στο βαθμό που με την απόσυρση των κρατικών επιχειρήσεων ή το άνοιγμα των αγορών τού προσφέρονται νέοι παρθένοι σχετικά τομείς δραστηριοποίησης, παρόλα αυτά οι ιδιωτικοποιήσεις δεν επιλύουν αλλά, μακροπρόθεσμα, οξύνουν την κρίση. Μέχρι στιγμής οι κρατικές επιχειρήσεις ακόμη κι όταν χαράτσωναν τους εργαζόμενους με τα τιμολόγιά τους, απέναντι στο κεφάλαιο εξαντλούσαν όλη τους την εύνοια, προσφέροντάς του από φθηνές έως δωρεάν εισροές. Λειτουργούσαν έτσι ενίοτε και σαν ένας συγκαλυμμένος μηχανισμός αναδιανομής. Με αυτό τον τρόπο διευκόλυναν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου όταν ο κρατικός τομέας γνώρισε τη μεγαλύτερη ανάπτυξη από καταβολής καπιταλισμού. Το τσάμπα χρήμα που έδιναν στην Ελλάδα οι κρατικές τράπεζες (κοινώς θαλασσοδάνεια) επί δεκαετίες είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, άλλο παράδειγμα το φθηνό ρεύμα της ΔΕΗ στην Πεσινέ. Όταν όμως τη θέση της πάντα πρόθυμης να εξυπηρετήσει κρατικής υπηρεσίας πάρει το ίδιο το κεφάλαιο οι διευκολύνσεις κόβονται και ο ανταγωνισμός φτάνει μέχρι το τέρμα. Τότε επιχειρήσεις κλείνουν επειδή πνίγονται από τους τόκους και τους λογαριασμούς του ρεύματος και η κρίση του κεφαλαίου οξύνεται αφού πρώτα έχει ρίξει στη μάχη άλλη μια εφεδρεία. Οι αστρονομικοί λογαριασμοί ρεύματος που πλήρωναν οι επιχειρήσεις στην Καλιφόρνια το 2002 και τα εξωφρενικά τέλη διοδίων που είχαν επιβάλλει στους ιδιωτικούς αυτοκινητόδρομους της Αργεντινής οι διαχειριστές τους κατά το αποκορύφωμα της κρίσης είναι τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα των καταστροφικών αποτελεσμάτων των ιδιωτικοποιήσεων!

Φέρνουν ενιαίο φορολογικό συντελεστή (Πριν, 14/9/2007)

ΦΟΡΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

 Η αστική τάξη και οι πλούσιοι μοναδικοί ωφελημένοι από την κατάργηση του φόρου κληρονομιάς

Πρελούδιο της πιο αντιδραστικής φορολογικής μεταρρύθμισης είναι πολύ πιθανό να αποδειχτούν οι εξαγγελίες που έκανε από τη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Πρόκειται για την κατάργηση του φόρου κληρονομιάς και γονικής παροχής ακινήτων ο οποίος θα αντικατασταθεί από ένα εφ’ άπαξ τέλος ύψους 1% επί της αξίας του ακινήτου, χωρίς να θίγονται τα ισχύοντα αφορολόγητα όρια.

Το μέτρο με μια πρώτη ματιά φαίνεται φιλολαϊκό, ωστόσο δεν είναι! Μέχρι στιγμής ο φόρος δεν βαρύνει όλες τις κληρονομιές το ίδιο μια και υπάρχει ένα αφορολόγητο όριο (το οποίο θα παραμείνει ώστε τα κατώτερα λαϊκά στρώματα να απαλλάσσονται της καταβολής φόρου) κι από κει και πάνω επιβάλλεται κλιμακωτή φορολογία σε ευθεία συνάρτηση με την αξία κάθε μεταβίβασης. Αυτός ο κλιμακωτός φόρος, με βάση τις εξαγγελίες του Κ. Καραμανλή θα καταργηθεί και τη θέση του θα πάρει ένας ενιαίος φορολογικός συντελεστής ύψους 1%. Ουσιαστικά δηλαδή η πρωθυπουργική εξαγγελία ισοδυναμεί με μια συγκεκαλυμμένη κατάργηση των υψηλών φορολογικών συντελεστών που βάρυναν τις μεταβιβάσεις μεγάλων περιουσιών ή πολύ ακριβών κατοικιών. Μοναδικός ωφελημένος συνεπώς από την εξαγγελία του Κ. Καραμανλή θα είναι η αστική τάξη και μια κατηγορία εισοδηματιών – αεριτζήδων που ζει από την εκμετάλλευση έγγειας περιουσίας.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το μέτρο του Κ. Καραμανλή θα σημάνει μεγαλύτερα φορολογικά βάρη για τους εργαζόμενους (και όχι μόνο μικρότερα βάρη για τους κάθε λογής τοκιστές και σουλατσαδόρους) καθώς θα συνοδευτεί με νέους φόρους για τα ακίνητα, που σε αντικατάσταση του ισχύοντος Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας το πιθανότερο είναι να επιβαρύνουν κατά τον ίδιο τρόπο κάθε ακίνητο, είτε πρόκειται για μεζονέτα στην Κηφισιά είτε για δυάρι στα Πατήσια. Κατ’ αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να καλύψει το κενό που θα αφήσουν στον κρατικό προϋπολογισμό τα έσοδα από φόρους κληρονομιάς, δωρεών και γονικών παροχών τα οποία για το τρέχον έτος ανέρχονταν σε 256 εκ. ευρώ.

Κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω είναι ότι στο εξής μειώνεται κάθετα ο φόρος στα υψηλά εισοδήματα, αυξάνεται ο φόρος των χαμηλών εισοδημάτων και, το χειρότερο, ανατρέπεται εκ βάθρων η αρχής της αναλογικότητας στον επιμερισμό των φορολογικών βαρών, η οποία επέβαλλε υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές σε μεγαλύτερες περιουσίες και αντίστοιχες επιβαρύνσεις και χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές στις μικρότερες περιουσίες. Αξίζει να πούμες ότι αυτή η αρχή παρότι δέσποζε στα χαρτιά, αναφερόμενοι στις μεταβιβάσεις ακινήτων, παραβιαζόταν κατάφωρα τα τελευταία χρόνια μια και η προηγούμενη κυβέρνηση, του ΠΑΣΟΚ, είχε δώσει τη φορολογική δυνατότητα στο κεφάλαιο να μεταβιβάζει έγγειες ιδιοκτησίες και ακίνητα μεγάλης αξίας σε υπεράκτιες εταιρείες και μέσω αυτών να συντελούνται οι μεταβιβάσεις ακινήτων και να γλιτώνει έτσι τις υψηλές επιβαρύνσεις. Αντιτείνοντας επομένως από τη Θεσσαλονίκη πάλι ο Γιώργος Παπανδρέου το μέτρο του διπλασιασμού του αφορολόγητου ορίου στάθηκε ορθά επί της αρχής στο θέμα της φορολογίας – καθώς επί της ουσίας ζητούσε να αυξηθεί ο αριθμός αυτών που απαλλάσσονται και όχι να μειωθεί ο φόρος που πληρώνουν τα ψηλά εισοδήματα. Στην πράξη όμως υποκρινόταν, γιατί επί των ημερών του ΠΑΣΟΚ έμαθε το κεφάλαιο να μην πληρώνει φόρους για τις μεταβιβάσεις ακινήτων, οπότε τώρα με τη ΝΔ αυτό που κατακτά είναι τη νομοθετική κατοχύρωση των κεκτημένων του…

Ωστόσο, ο ενιαίος συντελεστής φορολόγησης του 1% που προτείνει η ΝΔ για τις μεταβιβάσεις κληρονομιών και ακινήτων ανοίγει το δρόμο για τον ανασχεδιασμό της μεθόδου φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων από την αρχή. Την αντικατάσταση δηλαδή των κλιμακούμενων φορολογικών συντελεστών, βάση των οποίων υψηλότερα εισοδήματα φορολογούνται με υψηλότερα ποσοστά, από έναν ενιαίο φορολογικό συντελεστή που θα επιβάλλεται για κάθε επίπεδο εισοδήματος. Μιλάμε δηλαδή για ένα νέο σχέδιο, ριζικά διαφορετικού εκείνου που καθιερώθηκε ταυτόχρονα με τη θέσπιση της γενικής φορολογίας. Το σχέδιο του ενιαίου φορολογικού συντελεστή (flat tax στη διεθνή ορολογία) τέθηκε στο τραπέζι των συζητήσεων για πρώτη φορά στην Ευρώπη πριν δύο χρόνια. Στις ΗΠΑ είχε τεθεί επίσημα από τον βαθύπλουτο Στιβ Φορμπς όταν έθεσε υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές για να παραμείνει ως πρόταση μέχρι τις ημέρες μας από ακραίους και γραφικούς νεοφιλελεύθερους, που ζητούν ίση μεταχείριση των πλουσίων με τους φτωχούς, καταγγέλλοντας το παρεμβατικό κράτος ότι τιμωρεί τη συγκέντρωση …πλούτου. Στην δυτική Ευρώπη τέθηκε πρώτα στη Γερμανία κατά την προεκλογική περίοδο από ένα στέλεχος των Χριστιανοδημοκρατών. Ο σάλος που ξεσηκώθηκε είχε αποτέλεσμα να αποκηρύξει δημόσια η Μέρκελ κάθε σχετική σκέψη κι ο δε …λαγός να μη δει ποτέ υπουργείο. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου τέθηκε το ίδιο θέμα δημόσια και στην Ελλάδα από αξιωματούχους του υπουργείου Οικονομικών, μένοντας όμως το ζήτημα εκεί. Κατά συνέπεια έχουν γνώση οι φύλακες.

Το ανησυχητικό όμως δεν είναι μόνο ότι το οικονομικό επιτελείο της Δεξιάς έχει φλερτάρει σε δημόσιους χώρους με τον ενιαίο φορολογικό συντελεστή, αλλά ότι την τελευταία δεκαετία αποτελεί διεθνή μόδα και φάρμακο που συστήνεται διά πάσα νόσο από τα επιτελεία του ιμπεριαλισμού. Ο ενιαίος φορολογικός συντελεστής πρώτη φορά καθιερώθηκε στο βασίλειο του πιο αυταρχικού και βάρβαρου καπιταλισμού, στην ανατολική Ευρώπη. Η Εσθονία πρώτη το 1994 τον επέβαλλε στο ύψος του 23%. Ακολούθησε η Λετονία τον επόμενο χρόνο με 25%, η Ρωσία το 2001 με 13%, η Σερβία, η Σλοβακία και η Ουκρανία το 2003 με 14%, 19% και 13% αντίστοιχα, η Γεωργία το 2004 με 12% και η Ρουμανία το 2005 με 16%. Ο λόγος για τον οποίο ο ενιαίος φορολογικός συντελεστής επιβλήθηκε στις εν λόγω χώρες δεν είναι τυχαίος. Τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα, με τους βαρείς φόρους στα υψηλά προσωπικά εισοδήματα και τις επιχειρήσεις, αποτέλεσαν όχι μόνο το πιο αντιπροσωπευτικό σημάδι αναγνώρισης του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας αλλά και τη δεξαμενή παροχής πόρων για την άσκηση αναδιανεμητικών πολιτικών που όχι μόνο βελτίωναν το εισόδημα της εργατικής τάξης, αλλά και άμβλυναν τις εισοδηματικές κι ενίοτε και τις κοινωνικές αντιθέσεις. Δεν είναι σύμπτωση που στην Ευρώπη ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής εισοδήματος φυσικών προσώπων συναντάται στη Σουηδία (56%), τη Φινλανδία (53%), την Ολλανδία (52%), την Αυστρία και το Βέλγιο (50%). Στις ίδιες πάνω – κάτω χώρες συναντάται και ο υψηλότερος φορολογικός συντελεστής για τα νομικά πρόσωπα, ή καλύτερα συναντιόταν. Γιατί, τα τελευταία χρόνια με πρώτη διδάξασα την Αμερική του Μπους απ’ το ένα άκρο του κόσμου ως το άλλο ακολουθείται η γραμμή μείωσης των φόρων.

Ο παραπάνω όρος όμως «μείωση των φόρων» (τον οποίο χρησιμοποίησε και ο Κ. Καραμανλής στη χειρόγραφη επιστολή – προεκλογική διαφήμιση που δημοσιεύτηκε στον Τύπο την Παρασκευή) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι παραπλανητικός. Η αλήθεια είναι πως τόσο στην Ελλάδα (από τη ΝΔ αλλά και το ΠΑΣΟΚ) όσο και στο εξωτερικό αυτό που μειώνεται είναι η άμεση φορολογία και μάλιστα αυτή που αφορά τα νομικά πρόσωπα, ενώ η έμμεση φορολογία που επιβαρύνει ισόποσα όλους τους καταναλωτές ανεξαρτήτως του εισοδήματός τους αυξάνεται κατακόρυφα. Τα επιτεύγματα της Νέας Δημοκρατίας αποτελούν την πιο εύγλωττη απόδειξη. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών που βαρύνουν τις επιχειρήσεις από 35% στο 25% (με βάση την εξαγγελία του Κ. Καραμανλή στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2004 – αμέσως δηλαδή μετά την εκλογή του) και η αυθαίρετη αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ κατά μία μονάδα αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας ταξικής αντιλαϊκής φορολογικής πολιτικής. Η μία δε προϋποθέτει την άλλη γιατί η μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και η επακόλουθη συρρίκνωση των φορολογικών εσόδων δεν συντελείται σε έδαφος συρρίκνωσης των συνολικών κρατικών δαπανών, αλλά σε ένα πλαίσιο επέκτασης τους. Έτσι ο λογαριασμός πάει στους εργαζόμενους οι οποίοι καλούνται να καλύψουν το κενό που αφήνει πίσω του το κεφάλαιο. Μάρτυρας η αύξηση του μεριδίου των έμμεσων φόρων και η μείωση των άμεσων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων όσα χρόνια είναι η ΝΔ στην εξουσία. Ενδεικτικά, με βάση την εισηγητική έκθεση του τελευταίου προϋπολογισμού από 43,6% που ήταν οι άμεσοι φόροι επί των συνολικών φορολογικών εσόδων το 2005 μειώθηκαν το 2006 σε 41,4%, ενώ οι έμμεσοι φόροι τις ίδιες χρονιές αυξήθηκαν από 56,4% σε 58,6%. Που αλλού λοιπόν πέρα από τα κέρδη του κεφαλαίου είδε ο Κ. Καραμανλής την μείωση των φόρων; Πρόκειται δηλαδή για πολιτικό σκάνδαλο πρώτου μεγέθους που επίσης σηματοδοτεί την περαιτέρω αντιδραστικοποίηση των δημόσιων οικονομικών καθώς τόσο οι πηγές προέλευσής τους όσο και οι κατευθύνσεις διοχέτευσής τους δεν μαρτυρούν κάποια αναδιανεμητική πολιτική, η οποία διορθώνει τις στρεβλώσεις της πρωταρχικής διανομής μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου στο επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως εγχειριδιακά ορίζεται ο ρόλος τους, αλλά την εμβάθυνση και επίταση αυτών των ανισοτήτων!

Η καθιέρωση του ενιαίου φορολογικού συντελεστή (που στο άκρον άωτο της υποκρισίας τους δικαιολογείται στο όνομα της απλούστευσης του φορολογικού συστήματος την ίδια ώρα που για να φάνε τα λεφτά των ταμείων δε δίστασαν να επενδύσουν τις συντάξεις στις διαφορικές εξισώσεις των σύνθετων ομολόγων) θα επιτείνει την τάση αντιδραστικοποίησης του φορολογικού συστήματος.

Πάρτι στο χρηματιστήριο με χορηγό την εφορία (περ. Ουτοπία, 6ος 2007)

Μέρες του ’99 αρχίζει να θυμίσει τους τελευταίους μήνες η Σοφοκλέους. Με τον γενικό δείκτη να έχει φθάσει τις 5.000 μονάδες, για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια – και συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 2000 – και με όλες τις μηχανές να είναι αναμμένες (αδικαιολόγητη άνοδο των φθηνών μετοχών τη περιφέρειας, εκκολαπτόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, προετοιμασία νέων εισαγωγών, δημόσιες εγγραφές στα σκαριά, κύματα ιδιωτικών τοποθετήσεων και κυρίως ατελείωτες φήμες και παπαγαλάκια) το κλίμα καχεξίας και μειωμένων προσδοκιών των τελευταίων χρόνων φαίνεται να ανήκει στο παρελθόν. Το φαινόμενο δεν είναι αυστηρά ελληνικό καθώς και στη Μέκκα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, ο δείκτης των 500 αμερικανικών κολοσσών για πρώτη φορά στα τέλη Μαΐου έφθασε τα επίπεδα που είχε πριν επτά χρόνια. Η άνοδος του ελληνικού χρηματιστηρίου είναι συνεπώς αποτέλεσμα της αυξημένης κινητικότητας που υπάρχει στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Σε ότι αφορά τις εσωτερικές αιτίες μια μικρή ώθηση σε αυτή την κατεύθυνση (και τίποτε περισσότερο) έδωσαν οι ανακοινώσεις για τα επίσημα κέρδη που κατέγραψαν το πρώτο τρίμηνο του 2007 οι 301 εισηγμένες εταιρείες που δημοσίευσαν λογιστικές καταστάσεις, όπου φαίνεται ότι το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου αύξησαν τα κέρδη τους κατά 11,6% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Αύξηση τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερη των αυξήσεων που είδαν οι εργαζόμενοι στους μισθούς και τα ημερομίσθιά τους για το αντίστοιχο διάστημα…

Εξετάζοντας πιο προσεκτικά όμως τον πίνακα με τα κέρδη της κορυφής της πυραμίδας του ελληνικού κεφαλαίου αποκαλύπτονται δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι η άνιση κατανομή των 2,8 δισ. κερδών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος τους προήλθε από τα λεγόμενα βαριά χαρτιά του χρηματιστηρίου που συνέβαλαν στο 80% αυτού του αποτελέσματος. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι πως τα κέρδη δεν προέρχονται μόνο από μια μειοψηφία, αλλά και από έναν συγκεκριμένο τομέα της καπιταλιστικής παραγωγής: τις τράπεζες! Ειδικότερα οι 14 εισηγμένες τράπεζες συνέβαλαν κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 50% στο παραπάνω αποτέλεσμα ενώ μόνο τα κέρδη της Εθνικής Τράπεζας αποτελούν το 13,6% των συνολικών κερδών. Ανισομετρία λοιπόν και συνεχής αύξηση του ειδικού βάρους του κλάδου των υπηρεσιών και δη των τραπεζών είναι οι δύο ιδιαίτερες συνιστώσες που καθορίζουν την θεαματική πορεία κερδοφορίας του ελληνικού καπιταλισμού. Η ετεροβαρής σχέση μεταξύ του κλάδου της μεταποίησης και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ήρθε πρόσφατα στην επιφάνεια και από την κοινή έρευνα που οργάνωσε ο ΣΕΒ με την ICAP τα αποτελέσματα της οποίας δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 14 Μαΐου 2007. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η (δειγματοληπτική – και ως εκ τούτου ενδιαφέρουσα μόνο σε ότι αφορά τις τάσεις που καταγράφει) έρευνα υπογραμμίζουν την αποκλίνουσα πορεία μεταξύ της μεταποίησης που βλέπει τα κέρδη της να συρρικνώνονται για δεύτερη συνεχή χρονιά και των υπηρεσιών (εμπόριο, τράπεζες, κ.α.) που βλέπουν τα κέρδη τους να αυξάνουν.

Στην κούρσα ανόδου των κερδών που κατέγραψαν οι εισηγμένες εταιρείες δύο αιτίες φαίνεται να διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο: Κατά πρώτο, η συνεχής άνοδος των επιτοκίων που αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οδηγώντας και τις εγχώριες τράπεζες να αναπροσαρμόζουν τα δικά τους επιτόκια προς τα πάνω προκαλώντας έτσι απόγνωση στους εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες και επίσης η τελευταία δόση μείωσης των φορολογικών συντελεστών, ύψους τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων, που αποφάσισε η κυβέρνηση. Η απόφαση αυτή της κυβέρνησης της ΝΔ (που βρήκε σύμφωνο και το ΠΑΣΟΚ) έκανε το φορολογικό σύστημα ακόμη πιο ταξικό και αντιλαϊκό ωθώντας στην αναδιαμόρφωσή του σε μία κατεύθυνση που για το κεφάλαιο και τους αστούς επιφυλάσσει σχεδόν πλήρη φορολογική απαλλαγή (υπό το θατσερικής έμπνευσης πρόσχημα της τόνωσης των κινήτρων δημιουργίας πλούτου που στη συνέχεια θα ενισχύσει την μεγέθυνση…) ενώ για τους εργαζόμενους πρωτοφανή βάρη.

Σε ότι αφορά το κεφάλαιο η πέρα για πέρα νόμιμη απαλλαγή του από την καταβολή φόρων ήλθε ως αποτέλεσμα της πανευρωπαϊκής τάσης μείωσης των φόρων κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτής της δυναμικής (χαρακτηριστικό πλέον γνώρισμα του νέου αναμορφωμένου κράτους που αναδύθηκε στα ερείπια του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας) η Γερμανία έχει δεσμευθεί στο κεφάλαιο να μειώσει τους φόρους που πληρώνει από 26% στο 15%, η Γαλλία από 33% σε 28%, η Ισπανία από 35% σε 30%, κ.ο.κ. Ακόμη όμως και αυτοί οι νέοι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές έχουν μάλλον εικονική σημασία καθώς το κεφάλαιο εξασφαλίζει την πλήρη απαλλαγή του από την καταβολή φόρων μέσω των (offshore) φορολογικών παραδείσων. Χάρη σε αυτούς τους παραδείσους, σύμφωνα με έρευνα των Τάιμς του Λονδίνου, οι 54 δισεκατομμυριούχοι της Αγγλίας έχοντας περιουσία που υπερβαίνει τα 126 δισ. λίρες πλήρωσαν φόρους ύψους 15 εκ. λιρών! Αν κάνουμε μια απλή διαίρεση βγαίνει ότι οι Κροίσοι της Αγγλίας φορολογήθηκαν με συντελεστή ύψους 0,01%! Το αποτέλεσμα δηλαδή της θεσμοθετημένης ασυδοσίας των φορολογικών παραδείσων είναι η αστική τάξη να έχει εξασφαλίσει πλήρη φορολογική απαλλαγή! Καθόλου τυχαία (όπως αναφερόταν σε άρθρο του βρετανικού Γκάρντιαν στις 30 Μαΐου με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Ειδικοί περιγράφουν την Αγγλία ως τον πρώτο παγκόσμιο onshore φορολογικό παράδεισο») το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τον Απρίλιο χαρακτήρισε το Σίτι του Λονδίνου ως το νευραλγικό κέντρο του παγκόσμιου πολυπλόκαμου δικτύου των φορολογικών παραδείσων. Φαίνεται έτσι πως με το πέρασμα του χρόνου οι offshore φορολογικοί παράδεισοι εισβάλλουν στα κέντρα του υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού και τα όρια μεταξύ τους γίνονται όλο και πιο συγκεχυμένα, όλο και πιο δυσδιάκριτα.

Η θεσμοθετημένη φοροαπαλλαγή και φορο-αποφυγή του κεφαλαίου, στην άλλη άκρη του εισοδηματικού και ταξικού φάσματος συμπληρώνεται με την αύξηση των φορολογικών βαρών. Οι εργαζόμενοι δεν καλούνται να πληρώσουν μόνο τους νέους έμμεσους φόρους που προήλθαν από την αύξηση του ΦΠΑ κατά μία μονάδα, αλλά μετά τις εκλογές ενδέχεται να επωμιστούν μια απότομη άνοδο και των άμεσων φόρων! Ο λόγος είναι ότι στα κλιμάκια του υπουργείου Οικονομικών επανέρχεται η ιδέα του ενιαίου φορολογικού συντελεστή. Δεν υπάρχει πιο αντιδραστικό και ταξικό φορολογικό μέτρο, καθώς θα καταργηθούν οι υψηλότεροι συντελεστές βάση των οποίων οι πλούσιοι πλήρωναν περισσότερους φόρους όπως κι οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές βάση των οποίων τα χαμηλότερα εισοδήματα πλήρωναν μικρότερο φόρο και όλοι μαζί θα προσέρχονται στην αρμόδια ΔΟΥ να φορολογήσει τα εισοδήματά τους με τον ίδιο συντελεστή. Το επιχείρημα που επικαλούνται μάλιστα είναι η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, αποκρύπτοντας πως η μεγαλύτερη γάγγραινα του δεν είναι η πολυνομία, οι επικαλύψεις και οι συνεχείς αλλαγές, αλλά η αντιλαϊκότητα του. Μια ενδεχόμενη κατάργηση της προοδευτικότητας του θα επιτείνει την ταξικότητά του στο έπακρο, διαιωνίζοντας την πολιτική της λιτότητας! Επίσης θα αντιστρέψει πλήρως την θεμελιώδη σύλληψη πίσω από τη λειτουργία του φορολογικού συστήματος καθώς όλο και σαφέστερα παύει να λειτουργεί ως ένας αναδιανεμητικός μηχανισμός που αμβλύνει τις εισοδηματικές και ταξικές αντιθέσεις (όπως εγχειριδιακά ορίζεται η αρχή λειτουργίας του) και πλέον μετατρέπεται σε μηχανισμό που οξύνει τις αντιθέσεις τις οποίες γεννάει η πρωταρχική διανομή του εισοδήματος, όπως επιτελείται στο επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής. Μάρτυρας τα κέρδη των εισηγμένων…

Οικονομικός πόλεμος κατά της Ισλανδίας (Πριν, 17 Ιανουαρίου 2010)

Με αμείωτη ένταση συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον της Ισλανδίας μετά την απόφαση του προέδρου της χώρας να προβάλει βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης να καταβάλλει στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ολλανδίας τα λεφτά που έχασαν οι πολίτες τους από την κατάρρευση του ισλανδικού τραπεζικού συστήματος.

Στο εσωτερικό της Ισλανδίας εξ ίσου εντατικές είναι κι οι προετοιμασίες όσο πλησιάζει η μέρα του δημοψηφίσματος που θα τεθεί στην κρίση των 317.593  Ισλανδών η επίμαχη απόφαση. Οι πρώτες ενδείξεις, όπως έγιναν γνωστές με το κείμενο υπογραφών που τέθηκε υπ’ όψη του προέδρου και έφερε τα ονόματα 55.160 εκλογέων (23% του εκλογικού σώματος) προδικάζουν σαρωτική νίκη του «όχι». Τα επιχειρήματα άλλωστε που επικαλούνται πολύ δύσκολα ανατρέπονται. Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός ότι η αποζημίωση που κατέβαλλαν στους πολίτες τους η Αγγλία κι η Ισλανδία για τα λεφτά που έχασαν από την κατάρρευση της Icebank έφθαναν ακόμη και το ποσό των 100.000 ευρώ. Στο εσωτερικό ωστόσο της ΕΕ το όριο που είχε τεθεί ως κρατική εγγύηση για τις καταθέσεις έφθανε τα 20.887 ευρώ. Αγγλία και Ισλανδία επομένως εφάρμοσαν ένα μέτρο που δεν θα έθεταν σε ισχύ στην περίπτωση που κατέρρεε εγχώρια τράπεζα. Και το έπραξαν ξέροντας ότι άλλος θα πληρώσει τον λογαριασμό: η κυβέρνηση της Ισλανδίας και μέσω αυτής οι πολίτες της. Το δεύτερο επιχείρημα διατυπώθηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal στις 6 Ιανουαρίου: «Αγγλία και Ολλανδία δεν έπρεπε να πληρώσουν. Αυτοί που είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε ένα εξωχώριο ίδρυμα ήταν όλοι ενήλικες και θα πρέπει να ήταν ενήμεροι των κινδύνων. Φυσικά οι κυβερνήσεις αποζημίωσαν επειδή ήξεραν πως ήταν ευάλωτες στην κατηγορία ότι το δικό τους εποπτικό καθεστώς είχε αποτύχει». Τα δικά τους νώτα έσπευσαν επομένως να φυλάξουν, φεσώνοντας τους Ισλανδούς που ήδη έχουν δει το δημόσιο χρέος τους να φθάνει το 300% του ΑΕΠ!

Πέραν των παραπάνω οι Ισλανδοί αρνούνται να πληρώσουν το 50% του ΑΕΠ τους σε αποζημιώσεις και πνέουν μένεα εναντίον του Λονδίνου λόγω του ότι οι δικοί του χειρισμοί ήταν που έδωσαν τη χαριστική βολή και κατέρρευσε το τραπεζικό τους σύστημα. Ειδικότερα στις 8 Οκτώβρη του 2008, μια μέρα μετά την εθνικοποίηση της τράπεζας Landsbaki, μητρικής της Icesave, το Λονδίνο ενεργοποίησε την δρακόντεια αντιτρομοκρατική νομοθεσία του 2001 και πάγωσε κάθε περιουσιακό στοιχείο που βρισκόταν στην Αγγλία όχι μόνο της εν λόγω τράπεζας και του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος της Ισλανδίας, αλλά ακόμη και της κυβέρνησης. Η ενεργοποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας δεν σήμαινε μόνο τον διεθνή διασυρμό τους και την κατάρρευση και της ελάχιστης αξιοπιστίας που είχε απομείνει αλλά επίσης, σε πιο πρακτικό επίπεδο, την διακοπή κάθε δυνατότητας μεταφοράς χρημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά κι οι τρεις τράπεζες που είχαν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα κατέρρευσαν, μη έχοντας καμιά δυνατότητα εξεύρεσης και μεταφοράς νέων πόρων που θα έλυναν το πρόβλημα της ρευστότητας.

Πίσω από την αντιπαράθεση επομένως δεν κρύβεται μόνο η φυσιολογική και δικαιολογημένη αντίδραση των Ισλανδών στην προοπτική να βάλουν από την τσέπη τους 3,91 δισ. ευρώ ποσό που ισοδυναμεί με 116.658 ευρώ για κάθε πενταμελή οικογένεια, αλλά κι η συσσωρευμένη οργή τους απέναντι στο Λονδίνο, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη όταν οι δύο χώρες κόντεψαν να φθάσουν σε πόλεμο όταν η Ισλανδία απαγόρευσε στον βρετανικό αλιευτικό στόλο να αλιεύει στα χωρικά της ύδατα. Το Λονδίνο τώρα προσπάθησε να πάρει την εκδίκησή του. Μαζί του δε είχε και τη διεθνή των κερδοσκόπων, με τον οίκο αξιολόγησης Fitch για παράδειγμα αυθαίρετα κι εκδικητικά να υποβαθμίζει στο επίπεδο των «σκουπιδιών» τα κρατικά ομόλογα της Ισλανδίας αμέσως μετά το υπερήφανο «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».