Home » 2009

Category Archives: 2009

Τα 3 Α της τριπλής αποτυχίας (Διπλωματία, 12/2009)

ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

MOODY’S, STANDARD & POOR’S ΚΑΙ FITCH ΔΕ… ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΟΜΙΛΟΥΝ

Μπορεί στην Ελλάδα και σε μια σειρά άλλες χώρες, τα δημόσια οικονομικά των οποίων είναι στην κόψη του ξυραφιού, να κρεμόμαστε από τα χείλη των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, στις ΗΠΑ όμως δέχονται σφοδρότατη κριτική λόγω των τεράστιων ευθυνών τους στο ξέσπασμα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης.

Πρόσφατα, το αμερικανικό περιοδικό TIME δημοσίευσε μια λίστα με τους 25 βασικότερους υπαίτιους της οικονομικής κρίσης. Μεταξύ αυτών ήταν οι δύο τελευταίοι πρόεδροι των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Μπους, ο πρωθυπουργός της Κίνας, Γουέν Γιαμπάο, ο πρώην διοικητής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Άλαν Γκρίνσπαν, γνωστός κι ως «μάγος» την εποχή της παντοδυναμίας του, ο πρωθυπουργός και κεντρικός τραπεζίτης της Ισλανδίας, Ντέιβιντ Όντσον, ο υπουργός Οικονομικών του Μπους και διευθυντής της Goldman Sachs πριν εγκαταλείψει τις δάφνες του ιδιωτικού τομέα για να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, Χανκ Πόλσον, και μία γυναίκα, η Κάθλιν Κόρμπετ, επικεφαλής της εταιρείας αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, Standard & Poor’s ή S&P στη ζαργκόν δημοσιογράφων, επιχειρηματικού κόσμου και οικονομολόγων.

Η S&P, θυγατρική της McGraw Hill, μαζί με την Fitch Ratings, θυγατρική της Fimalac και την Moody’s Investors Service, οι «3 μεγάλες» όπως συχνά αποκαλούνται ελέγχουν τουλάχιστον το 85% της αγοράς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Από τον αυστηρότατο έλεγχό τους περνούν ή θα έπρεπε τουλάχιστον να περνούν όλα τα ομόλογα που εκδίδει ο ιδιωτικός και δημόσιος τομέας, συμπεριλαμβανομένης της πιο μικρής επιχείρησης και του πιο ισχυρού κράτους από την μια άκρη της γης μέχρι την άλλη, με σκοπό να βαθμολογήσουν το αξιόχρεό τους και να καθοδηγήσουν τους επενδυτές. Η τρομακτική δύναμή τους έγινε αντιληπτή πρόσφατα στην Ελλάδα, στις 7 Δεκέμβρη συγκεκριμένα, όταν μια απλή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου από «Α–» (που είχε δοθεί πάλι κατόπιν υποβάθμισης στις 22 Οκτώβρη) σε «ΒΒΒ+» από τον οίκο Fitch στάθηκε αρκετή για να προκαλέσει ένα τσουνάμι διεθνών αντιδράσεων και, κυρίως,  κινδυνολογίας σε σημείο που να συζητιέται ακόμη κι από σοβαρά κατά τ’ άλλα έντυπα το ενδεχόμενο κήρυξης χρεοστασίου, όπως πριν μια δεκαετία είχε πράξει, για παράδειγμα, η Αργεντινή.

Αρχικά, πρέπει να τονιστεί, ότι κάθε τέτοια αξιολόγηση συνοδεύεται από… δάκρυα και αίμα. Μένοντας στα κρατικά ομόλογα, αποφάσεις υποβάθμισης των διεθνών οίκων αξιολόγησης συνεπάγονται αυτόματα μια άνοδο του επιτοκίου που πρέπει να πληρώνει το κάθε κράτος για να συγκεντρώσει τα ποσά που χρειάζεται και να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται αφαίμαξη του κρατικού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα δημόσια έσοδα να κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, στην περίπτωση εκείνη που οι αξιολογήσεις είναι αρνητικές, αντί για συντάξεις. Ειδικότερα για την χώρα μας, με κάθε 1 μονάδα που αυξάνεται η διαφορά των επιτοκίων μεταξύ των γερμανικών και των ελληνικών ομολόγων (το spread, όπως λέγεται στα… ελληνικά) τα δημόσια ταμεία επιβαρύνονται με το μυθικό ποσό των 900 εκ. ευρώ!

Το ερώτημα επομένως που αβίαστα προκύπτει αφορά την αξιοπιστία που διαθέτουν οι «3 μεγάλες» για να επιτελούν αυτό το τεράστιας οικονομικής και πολιτικής (αν σκεφτούμε τις παρενέργειες) σημασίας έργο. Κι η απάντηση είναι πως η ανώτερη και πιο σίγουρη βαθμολογία τους, το «ΑΑΑ» αφορά πριν απ’ όλα την παταγώδη αποτυχία και των τριών εταιρειών να επιτελέσουν με αξιοπιστία και αντικειμενικότητα το έργο που έχουν αναλάβει!

Η διεθνής οργή για το ρόλο των «3 μεγάλων» βγήκε στην επιφάνεια με αφορμή τις ευθύνες που επωμίστηκαν για το ξέσπασμα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, που ως σημείο αφετηρίας είχε τα υποβαθμισμένα στεγαστικά δάνεια στην αμερικανική κτηματική αγορά. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρωτοφανή κερδοσκοπία που προηγήθηκε του σκασίματος της φούσκας γιατί αυτές οι εταιρείες βάφτιζαν τα σκουπίδια… χρυσάφι. Συγκεκριμένα εν χορώ και οι τρεις εταιρείες έδωσαν πολλές φορές την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία στα τιτλοποιημένα δάνεια που κυκλοφορούσαν από τράπεζα σε τράπεζα ως ενέχυρο, τα οποία στη συνέχεια, όταν αποδείχθηκαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του ευρύτερου πιστωτικού συστήματος, αποκαλέστηκαν «τοξικά». Πριν ο θησαυρός όμως αποδειχθεί άνθρακας, τιτλοποιημένα δάνεια υπό την μορφή δομημένων ομολόγων, με την ανώτερη δυνατή αξιολόγηση των εταιρειών αυτών είχαν αποκτήσει την έξωθεν καλή μαρτυρία για να εισέλθουν στα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια, που μη έχοντας δικούς τους μηχανισμούς ελέγχου του αξιόχρεου για κάθε ένα από τα χιλιάδες ομόλογα που κυκλοφορούν στην αγορά, εμπιστεύονταν τυφλά την Moody’s, την S&P και την Fitch, που τώρα με ύφος αδέκαστου κριτή ρίχνουν στα Τάρταρα την ελληνική οικονομία.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα στην αμερικανική αγορά να υπάρχει κατακλυσμός μηνύσεων από συνταξιοδοτικά ταμεία που όταν εμπιστεύτηκαν την κρίση τους ζημιώθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Για παράδειγμα, ο γενικός εισαγγελέας του Οχάιο, λόγω του ότι το συνταξιοδοτικό ταμείο της αμερικανικής Πολιτείας έχασε 500 εκ. δολ. ακολουθώντας τις οδηγίες των «3 μεγάλων» τους άσκησε δίωξη κατηγορώντας τις πως «προκάλεσαν καταστροφή στις αμερικανικές αγορές παρέχοντας αδικαιολόγητες και υψηλές αξιολογήσεις για τα ομόλογα που καλύπτονταν από στεγαστικά δάνεια με αντάλλαγμα επικερδέστατες χρεώσεις στους εκδότες των ομολόγων»! Το κατηγορητήριο καταπέλτης συνεχίζει με τα ακόλουθα: «Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη χειρότερη οικονομική κρίση που προκλήθηκε στο Οχάιο μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1930. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας διαβεβαίωσαν τα συνταξιοδοτικά ταμεία των υπαλλήλων μας ότι πολλά απ’ αυτά τα ομόλογα διέθεταν την υψηλότερη αξιολόγηση και τον χαμηλότερο κίνδυνο. Ωστόσο πούλησαν την επαγγελματική τους αντικειμενικότητα και ακεραιότητα στον μεγαλύτερο πλειοδότη»!

Το δεύτερο παράδειγμα δικαστικής προσφυγής εναντίον των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας προέρχεται από το Calpers, το συνταξιοδοτικό ταμείο των δημοσίων υπαλλήλων της Καλιφόρνιας, που καλύπτει 1,6 εργαζόμενους. Ένα ταμείο με ενεργητικό (που θα ζήλευαν πολλά κράτη) ύψους 180 δισ. δολ. το οποίο λόγω των συμβουλών της Moody’s το 2006 να επενδύσει σε 3 συγκεκριμένα δομημένα ομόλογα που κατέρρευσαν τη διετία 2007 – 2008 ζημιώθηκε στο τέλος του 2008 πάνω από 1 δισ. δολ. Στο κατηγορητήριο υπάρχουν πραγματικά διαμάντια. Επισυνάπτεται για παράδειγμα εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία υπαλλήλων της αξιολογικής εταιρείας στο οποίο αναφέρεται ότι «από τους βαθμούς που δίνουν δεν αξίζουν ούτε οι μισοί»! Σε άλλο μήνυμα υπάλληλος της εταιρείας κάνοντας πλάκα με αυτά που είχαν δει τα μάτια του εύχεται απευθυνόμενος σε άλλον: «ας ελπίσουμε όλοι να είμαστε πλούσιοι και συνταξιοδοτημένοι όταν θα καταρρεύσει αυτός ο πύργος από τραπουλόχαρτα»! Τα δύο παραπάνω παραδείγματα δεν είναι και τα μοναδικά. Δικαστικές προσφυγές εναντίον των εταιρειών αξιολόγησης είναι σε εξέλιξη επίσης από το συνταξιοδοτικό ταμείο των εργαζομένων στην Ινδιάνα, από τον γενικό εισαγγελέα του Κονέκτικατ, κ.α.

Παρόλα αυτά το φαινόμενο δεν είναι και τόσο καινούργιο. Η πρώτη φορά που οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα ήταν με την κατάρρευση του αμερικανικού ενεργειακού γίγαντα της Enron, το 2002. Τότε μαζί με τις «3 μεγάλες» σήμανε το τέλος της αθωότητας και των λοστικοελεγκτικων εταιρειών που επί χρόνια έβρισκαν τα λογιστικά βιβλία και τον ισολογισμό της Enron αψεγάδιαστο. Όπως και τώρα έτσι και τότε πολλοί πιστωτές κατέφυγαν στη δικαιοσύνη. Ομοσπονδιακό δικαστήριο όμως έριξε στα μαλακά τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας δεχόμενο την υπερασπιστική τους γραμμή ότι κι αυτές εξαπατήθηκαν από την Enron. Επίσης τους αναγνώρισε ένα ελαφρυντικό: ότι όπως κι ο Τύπος λειτουργούν συμβουλευτικά και τίποτε παραπάνω!

Επιστρέφοντας στις πρόσφατες αποκαλύψεις, πίσω από την εκτεταμένη επιχείρηση παραπλάνησης των επενδυτών φάνηκε ότι υπήρχαν δύο αιτίες που συνιστούσαν θεμελιακή σύγκρουση συμφέροντος. Η πρώτη αιτία σχετίζεται με το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρείες πληρώνονταν από αυτούς που εξέδιδαν τα ομόλογα. Κι ως γνωστό ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με την υπέρβαση των εργασιών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και την επέκταση των δραστηριοτήτων τους ακόμη και σε επαγγελματικές δραστηριότητες δημιουργίας επενδυτικών προϊόντων. Κι όπως ο καθένας μπορεί να φανταστεί αυτά ακριβώς τα προϊόντα τα βαθμολογούσαν στη συνέχεια με την καλύτερη δυνατή βαθμολογία. Αυτές ακριβώς οι αιτίες είναι που οδήγησαν τις «3 μεγάλες» ακόμη και μια μέρα πριν την κατάρρευση της Lehman Brothers, στις 13 Σεπτέμβρη 2008, να την βαθμολογούν με «Α», «Α2» και «Α+». Εξ ίσου γενναιόδωρες ήταν οι Standard & Poor’s, η Fitch κι η Moody’s απέναντι σε όλους τους κολοσσιαίους χρηματοπιστωτικούς ομίλους που βρέθηκαν πέρυσι στο μάτι του κυκλώνα κι οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία: AIG, Bear Sterns, Merrill Lynch. Η μια είχε καλύτερη βαθμολογία από την άλλη, που θα τη ζήλευαν το ομόλογα του ελληνικού ή του ισπανικού δημοσίου που δέχονται συνεχείς υποβαθμίσεις… Το πόσο διαβλητή κι αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης τελικά ήταν η διαδικασία αξιολόγησης είχε φανεί κι από τα παζάρια που γίνονταν πέρυσι το φθινόπωρο στο απόγειο της κρίσης μεταξύ του αμερικανικού δημοσίου, των «3 μεγάλων» και των υπό πτώχευση εταιρειών για τους ρυθμούς που θα ακολουθήσει η υποβάθμιση των ομολόγων των υπό πτώχευση εταιρειών ώστε να μην πάρουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα και ρυθμούς χιονοστιβάδας οι αρνητικές συνέπειες από τα συνεχή «κανόνια».

Το τι διακυβευόταν από κάθε συμφωνία αναφέρθηκε καθαρά στους New York Times στις 15 Ιουλίου 2009 σε ρεπορτάζ σχετικά με τα δομημένα ομόλογα που έσκασαν στα χέρια των συνταξιούχων της Καλιφόρνιας: «Το αντίτιμο που λάβαιναν οι εταιρείες αξιολόγησης για να συμβάλουν στην δημιουργία αυτών των επενδυτικών προϊόντων κυμαίνονταν από 300.000 μέχρι 500.000 κι έφθαναν μέχρι το 1 εκ. για κάθε συμφωνία». Πως η Moody’s ακόμη και μετά την υποβάθμιση πολλών δομημένων ομολόγων της να μην εκδίδει έκθεση με τον ακόλουθο τίτλο, που πέρασε στην ιστορία: «Δομημένα επενδυτικά οχήματα: Μια όαση ηρεμίας στη δίνη των υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων»!

Η σύγκρουση συμφέροντος των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας περιγράφηκε με πολύ παραστατικό τρόπο από το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 5 Ιούνη: «Οι “3 μεγάλες” μπορούν να παρομοιαστούν με γεροντοφρικιά μέσα σε μια ομάδα δασκάλων που παίρνουν το τσιγαρλίκι τους από τους μαθητές τους κι όταν φθάνει η κατάσταση ευφορίας τούς ανταμείβουν με την καλύτερη βαθμολογία»! Οι New York Times το έθεταν πιο ευγενικά στις 9 Δεκέμβρη: «είναι σαν ένα εστιατόριο να πληρώνει τον κριτικό για να αξιολογήσει τα πιάτα του μόνο αν η ετυμηγορία του αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευνοϊκή».

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να λάβει αυστηρά μέτρα που θα συμπεριλαμβάνονται στο πακέτο των προτάσεων ρύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς, για να μην επαναληφθούν τα λάθη που οδήγησαν σ’ αυτή την κρίση. Σ’ αυτό το πλαίσιο για παράδειγμα συζητιέται η εκ βάθρων αναθεώρηση του τρόπου πληρωμής τους ώστε στο εξής η αμοιβή να μην προέρχεται από τους εκδότες, αλλά από τους επενδυτές. Οι υπόλογοι (Standard & Poor’s, Fitch και Moody’s) συναινούν στην ανάγκη αλλαγής του ρυθμιστικού πλαισίου, αναγνωρίζοντας τις ευθύνες τους. Στην από δω μεριά του Ατλαντικού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έλαβε από τον Μάιο μια σειρά αποφάσεων που εισάγει αυστηρότερα κριτήρια για την λειτουργία των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας στο έδαφος των 27 κρατών μελών της ΕΕ.

Ακόμη κι έτσι όμως παραμένει το ερώτημα για την σκοπιμότητα αξιολόγησης των κρατών με κριτήρια και μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τις επιχειρήσεις. Γεννάται επίσης το ερώτημα για το πόσο ανεξάρτητη και πραγματικά αδιάβλητη μπορεί να είναι μια διαδικασία τόσο ευαίσθητη όταν βρίσκεται στα χέρια του ιδιωτικού τομέα όπου μέτρο των πάντων είναι η κερδοφορία. Δεν φανταζόμαστε για παράδειγμα για ποιον άλλο λόγο πέρα από το να αποκομίσει νέα κέρδη μπορεί να απέκτησε το 19% των μετοχών της Moody’s η εταιρεία Berkshire Hethaway του Ουόρεν Μπάφετ, γνωστού κι ως Μίδα; Μήπως επομένως το σημαντικότερο συμπέρασμα που πρέπει να εξαχθεί από την πρόσφατη κρίση είναι πως ορισμένες νευραλγικού χαρακτήρα για το οικονομικό σύστημα δραστηριότητες αξιολόγησης (όπως επίσης κι ο έλεγχος των ανωνύμων εταιρειών που μέχρι πριν 20 χρόνια στην Ελλάδα ασκούταν αποκλειστικά και μόνο από το κράτος) πρέπει να ασκούνται στο εξής από τον δημόσιο τομέα;

Αποχαιρετισμός στα ’00 (Πριν, 24/12/2009)

Δεκαετία της βαρβαρότητας και των τρομερών δυνατοτήτων 

Η France Telecom κι όχι η Google επιχείρηση – σύμβολο της δεκαετίας που φεύγει

Τα «προβλήματα» με την δεκαετία που αποχαιρετούμε σε λίγες μέρες εμφανίστηκαν από το πιο απλό επίπεδο: Πώς να ορίσεις μια δεκαετία όταν το μοναδικό που σου δίνει είναι τα μηδενικά της; Αντίθετα με τις προηγούμενες «πληθωρικές» δεκαετίες, του ’90, του ’80, κ.λπ, το μόνο μετρήσιμο που διαθέτει η δεκαετία που φεύγει ήταν δύο μηδενικά εντελώς απρόσφορα για συντομογραφία κι επιτομή του κακόηχου, αυτοεκπληρούμενη προφητεία ωστόσο για μηδενιστικές, απορριπτικού περιεχομένου αναφορές. Κι έπειτα ήρθαν και τα απομεινάρια της: πόλεμοι, οικονομική κρίση, ανελευθερία, φυσικές καταστροφές και υπερθέρμανση του πλανήτη. Τι να δοξάσεις, τι να νοσταλγήσουν οι επόμενες γενιές;

Η δεκαετία των… μηδενικών παρόλα αυτά, ήταν μια δεκαετία σταθμός γιατί για πρώτη φορά συνέπεσαν τα πιο βάρβαρα φαινόμενα με την εμφάνιση των πιο εκπληκτικών ανθρώπινων δυνατοτήτων οδηγώντας όλες τις αντιθέσεις σε πρωτοφανή παροξυσμό. Η πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα, όπως σε ένα βαθμό είχε συμβεί και με την πρώτη δεκαετία του προηγούμενου, ήταν μια εκρηκτική δεκαετία γιατί στα χρόνια της ολοκληρώθηκε ο μαρασμός κι η παρακμή μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου που ξεκίνησε με το τέλος του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου κι έκαναν δειλή την εμφάνισή τους για πρώτη φορά οι απελευθερωτικές δυνατότητες της ανθρωπότητας.

Ο πιο εύκολος τρόπος για να χαρακτηριστεί ως δεκαετία των νιχιλιστών αυτή που φεύγει είναι να ανατρέξει κανείς στις εκστατικές φιλοδοξίες που είχε απελευθερώσει η δεκαετία του ’90 με άξονα τις νέες τεχνολογίες. Το ’90 κραδαίνοντας όλο αυτοπεποίθηση τα τρόπαια τη μάχης με τον «υπαρκτό» ενδύθηκε την ολόλαμπρη στολή της καινοτομίας και έθεσε στην προμετωπίδα του το ανειρήνευτο πνεύμα του σκαπανέα του καπιταλισμού κάνοντας το ντεμπούτο του με τον Τεντ Τέρνερ στο εξώφυλλο του περιοδικού Time, ως σύμβολο της νέας δύναμης των Μέσων Ενημέρωσης, και τραβώντας την αυλαία με τον Τζ. Μπέζος, ιδιοκτήτη του διαδικτυακού βιβλιοπωλείου Amazon. Στο ενδιάμεσο της δεκαετίας άνθρωπος της χρονιάς ανακηρύχθηκε ένας ερευνητής του Aids, ο διευθυντής της Intel κι οι «ειρηνοποιοί» Μαντέλα και Ντε Κλερκ, Αραφάτ και Ράμπιν. Η δεκαετία των μηδενιστών ανοίγει αντίθετα με άνθρωπο της χρονιάς τον Μπους, που επανέρχεται στο ίδιο εξώφυλλο το 1994 και κλείνει με τον διοικητή της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, ιδανικό διασώστη, Μπεν. Μπερνάνκι. Στο ενδιάμεσο παρελαύνει ο αμερικανός στρατιώτης με το όπλο του, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι, εις μνήμη των νεκρών της 11ης Σεπτέμβρη και της «μηδενικής ανοχής» κι «εσύ» ή ο καθένας, εγκώμιο στη εξατομικευμένη χρήση του υπολογιστή.

Αν η δεκαετία που έφυγε μπορεί να χαρακτηριστεί ως η δεκαετία του iPhone, και του YouTube της Wikipedia και του Facebook ή η δεκαετία τη αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου γονιδιώματος, των υβριδικών αυτοκινήτων και της τεχνητής καρδιάς τα θεμέλια τέθηκαν μια δεκαετία νωρίτερα, το ’90. Τότε προετοιμάστηκαν όλες οι σημερινές τεχνολογικές καινοτομίες, που δεν παύουν όμως να διαστρέφονται και να ακρωτηριάζονται κάτω από την ηγεμονία του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα: το όνομα με τις περισσότερες αναζητήσεις στο ίντερνετ την προηγούμενη δεκαετία να είναι της… Μπρίτνεϋ Σπίαρς και το πιο πρόσφατο νέο στις εξελίξεις γύρω από το διαδίκτυο στις ΗΠΑ να είναι ο διορισμός από τον Ομπάμα ενός «κυβερνομπάτσου» με αρμοδιότητα τον έλεγχο του διαδικτύου και την προετοιμασία των ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν κάποια μελλοντική επίθεση από τον κυβερνοχώρο. Σε συνδυασμό το τελευταίο με τα μέτρα αστυνόμευσης και λογοκρισίας που υιοθέτησε η Γαλλία και ετοιμάζεται να εφαρμόσει κι η Αγγλία προδικάζουν ένα καθόλου ελκυστικό μέλλον για τον κυβερνοχώρο, φαντασιακό βασίλειο της πλέριας ελευθερίας στα πρώτα του βήματα.

Η δεκαετία του ’90 ωστόσο προετοίμασε και την βαρβαρότητα των ’00. Η αμερικανική εκστρατεία στον Κόλπο και στη Σομαλία, η εισβολή και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, οι πρώτοι αντιτρομοκρατικοί νόμοι του Κλίντον κι η ιδεολογική προπαρασκευή με τη Σύγκρουση των πολιτισμών του Σάμιουελ Χάντιγκτον έθεσαν αρκετά διακριτικά μεν, με σαφήνεια όμως τις βάσεις για τις μετέπειτα αιματηρές ιμπεριαλιστικές εκστρατείες στο Αφγανιστάν το 2001 και το Ιράκ το 2003, και τα παράλληλα μέτωπα που άνοιξε η αντιτρομοκρατική σταυροφορία της Ουάσινγκτον στο Πακιστάν, τη Σομαλία και την Υεμένη. Η επίθεση στους δίδυμους πύργους αποτέλεσε την ιδανική αφορμή κι όχι φυσικά την αυγή μιας νέας εποχής που ως σύμβολά της είχε το Γκουντάναμο και το Αμπού Γκραΐμπ. Το 2000 άλλωστε ήταν, εντελώς συμβολικά στο μεταίχμιο των δύο δεκαετιών, που ο Αριέλ Σαρόν πάτησε στο τέμενος του Αλ Ακσά δίνοντας το έναυσμα για την δεύτερη Ιντιφάντα και που στις ΗΠΑ συνέβη η πιο εξόφθαλμη εκλογική νοθεία για να εκλεγεί ο Μπους – απαρχή και απαράμιλλο σύμβολο της επίθεσης που δέχτηκαν όλη την προηγούμενη δεκαετία και συνεχίζουν να δέχονται τα δημοκρατικά δικαιώματα από τις ΗΠΑ μέχρι την πιο απόμακρη γωνιά του πλανήτη με δολοφονίες αθώων πολιτών, κάμερες, προληπτικές συλλήψεις και αστυνομοκρατία που θα ζήλευαν κι οι λατινοαμερικανικές χούντες.

Η ηθική τουλάχιστον ήττα που υπέστησαν οι ΗΠΑ επί Μπους στην Μέση Ανατολή κι η βέβαιη συντριβή τους στο Αφγανιστάν επί Ομπάμα παρά την πρόσφατη απόφαση του να στείλει 30.000 επιπλέον στρατιώτες σηματοδότησαν και την παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Η άνοδος της Κίνας (που όλη την δεκαετία κατέγραφε κατά μέσο όρο ετήσιους ρυθμούς μεγέθυνσης της τάξης του 7,8%) της Ινδίας, της Ρωσίας, της Βραζιλίας και της ΕΕ που πέτυχε τη νομισματική της ενοποίηση με την εισαγωγή του ευρώ την 1/1/2002, επεκτάθηκε πολύ πέραν των γνωστών συνόρων της με την διεύρυνση του 2004 με 10 νέα μέλη δημιούργησε ντε φάκτο έναν πολυπολικό κόσμο, το κέντρο αποφάσεων του οποίου εξακολουθεί να είναι στην Ουάσινγκτον ή καλύτερα στο αμερικανικό Πεντάγωνο λόγω της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής στρατιωτικής υπεροπλίας.

Η δεκαετία των μηδενικών ως αδιαμφισβήτητο έμβλημά της πάντως θα έχει την οικονομική κρίση που ξέσπασε στην αμερικανική αγορά υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων και γρήγορα εξελίχθηκε ως η βαθύτερη κρίση μετά το 1930 και για πολλούς ισοδύναμη. Τα στοιχεία πάντως από τις αποδόσεις του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης υποστηρίζουν πως ήταν βαθύτερη. Ειδικότερα, η πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα ήταν η χειρότερη δεκαετία για τις αμερικανικές μετοχές τα τελευταία 200 χρόνια, καθώς από το τέλος του 1999 μέχρι σήμερα ο μέσος όρος των ετήσιων αποδόσεων ήταν -0,5%! Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης να αναφέρουμε τις αποδόσεις των προηγούμενων δεκαετιών: Το ’90: +17,6%, ’80: +16,6%, ’70: +6,6%, ’50: +18,2%, ’40: +9,6% και το ’30, που θεωρούταν μέχρι πρόσφατα η χειρότερη δεκαετία, ο μέσος όρος των ετήσιων αποδόσεων ήταν -0,2%, καταγράφηκαν δηλαδή μικρότερες απώλειες από την δεκαετία που έφυγε! Για τους αναλυτές, η δεκαετία που αποχαιρετούμε ήταν καταστροφική γιατί κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος μια βεβαιότητα που δεν είχε ποτέ διαψευσθεί: η μακροχρόνια ανοδική πορεία των μετοχών.

Δεν ήταν η μοναδική βεβαιότητα που κατέρρευσε. Στο έδαφος της κρίσης τα ’00 ενταφίασαν οριστικά το αναφαίρετο μέχρι πριν λίγα χρόνια δικαίωμα στην εργασία, μετατρέποντάς το σε «αναχρονισμό». Είδαν, επίσης, την τρομοκρατία του κεφαλαίου να μετατρέπει σε Νταχάου τους χώρους εργασίας και να απαγορεύει στην πράξη το δικαίωμα του συνδικαλισμού και της πολιτικής ενασχόλησης, απειλώντας τους εργαζόμενους με την εσχάτη των ποινών, την απόλυση. Την δεκαετία του ’00 φάνηκε και το πραγματικό πρόσωπο των περιλάλητων νέων μεθόδων οργάνωσης και διοίκησης των επιχειρήσεων που εγκαινιάστηκαν με το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του ’70 για να γίνουν λαϊκή θρησκεία τη δεκαετία του ’80 και καθεστώς τη δεκαετία του ’90 ακόμη και στον πιο μικρό χώρο εργασίας. Υπό αυτή την έννοια επιχείρηση της δεκαετίας, δεν είναι η Google που το 1999 απασχολούσε 9 εργαζόμενους και σήμερα 20.000 και στη μηχανή αναζήτησής της αναρτώνται κάθε μέρα 1 δισ. αιτήματα κι άλλοι τόσοι χρήστες απ’ όλο τον κόσμο. Επιχείρηση της δεκαετίας είναι η ιδιωτικοποιημένη France Telecom που κατάφερε να οδηγήσει στην αυτοκτονία 23 εργαζόμενους μόλις σε 18 μήνες, ως αποτέλεσμα του σκυλίσιου ανταγωνισμού, της καθημερινής εξαντλητικής εντατικοποίησης και της συνεχούς ανασφάλειας, που κατά τα εγχειρίδια είναι το κίνητρο κάθε προσπάθειας… ακόμη και αυτοκτονίας.

Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα έκανε επίσης την εμφάνισή της το αντιφατικό και βραχύβιο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση που γεννήθηκε στο Σιάτλ το 2000, το Αργεντινάζο το 2001, η εκλογική επιτυχία των κυβερνήσεων της Αριστεράς κάθε απόχρωσης στη Λατινική Αμερική, το αντιπολεμικό κίνημα του 2003, η ηρωική αντίσταση του Ιράκ, η συντριβή κι η ταπείνωση του εβραϊκού κράτους στο νότιο Λίβανο από τη Χεζμπολάχ το 2006. Και σε πείσμα των μηδενιστών η πρώτη δεκαετία έκλεισε τον κύκλο της πέρυσι τον Δεκέμβρη με την ηρωική αντίσταση του παλαιστινιακού λαού στη μαρτυρική Γάζα απέναντι στις θηριωδίες του εβραϊκού στρατού και την εξέγερση στην Αθήνα, τα νέα «Δεκεμβριανά». Βήματα νηπιακά, ανολοκλήρωτα κι αντιφατικά, με ελπιδοφόρο τρόπο παρόλα αυτά δείχνουν το δρόμο για την απελευθέρωση του ανθρώπου!

Νομιμοποίηση της αστυνομοκρατίας (Πριν, 31/10/2009)

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ                   

Διασυρμός κι ενοχοποίηση της Αριστεράς

Προετοιμασία του εδάφους για μέτρα καταστολής εν όψει 17/11 και 6/12

 Στην διευκόλυνση της κατασκευής ενόχων αποσκοπεί η μετατροπή του αδικήματος της οπλοκατοχής σε κακούργημα

 

Το πράσινο φως στη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους και στην περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών κι επίσης στην ενοχοποίηση των απελευθερωτικών ιδεών και της επαναστατικής Αριστεράς άναψαν οι 99 σφαίρες που έπεσαν στο αστυνομικό τμήμα της Αγίας Παρασκευής την Τρίτη το βράδυ. Αποτέλεσμα της εγκληματικής επίθεσης ήταν να τραυματιστούν 6 αστυνομικοί, εκ των οποίων μία δόκιμη ειδική φρουρός πολύ σοβαρά.

Η επίθεση στο αστυνομικό τμήμα της Αγίας Παρασκευής, όπως ακριβώς έγινε με ανάλογες εγκληματικές επιθέσεις στο παρελθόν (υπουργείο Πολιτισμού, Αστυνομικό τμήμα Νέας Ιωνίας) νομιμοποιεί την αστυνομοκρατία και την καταστολή. Τη στιγμή που η Αστυνομία είναι απολογούμενη για την αυθαιρεσία της είτε λόγω της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, είτε λόγω των φρικτών, μεσαιωνικών βασανιστηρίων που έκαναν στο αστυνομικό τμήμα της Νίκαιας σε έναν ανυπεράσπιστο βιοπαλαιστή μετανάστη με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του, σε αυτή ακριβώς τη συγκυρία η δολοφονική επίθεση εναντίον αστυνομικών παραγράφει τις ευθύνες της και εμφανίζεται να δικαιολογεί και την κτηνωδία που επιδεικνύει.

Οι καθησυχαστικές δηλώσεις του Μιχ. Χρυσοχοϊδη που τόνισε ότι «απαντάμε στην τρομοκρατία με περισσότερη δημοκρατία» δεν αφήνουν καμιά επιφύλαξη για την πρόθεση της νέας κυβέρνησης να αξιοποιήσει τις μαφιόζικου τύπου επιθέσεις ώστε να λάβει νέα μέτρα αυταρχικότερης θωράκισης του κράτους – πολύ περισσότερο μάλιστα όταν μένουν λίγες εβδομάδες για τον εορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και της 6ης Δεκέμβρη… Η «επιχειρησιακή ετοιμότητα» του βραβευμένου από το FBI υπουργού Καταστολής φάνηκε από την πρώτη ημέρα που ορκίστηκε, όταν μετέτρεψε τα Εξάρχεια σε εμπόλεμη ζώνη, αξιοποιώντας τις (κάθε άλλο παρά τυχαίες) επιθέσεις της προεκλογικής περιόδου. Φάνηκε από το άνοιγμα ξανά του φακέλου της «17Ν» παρά τις παλιότερες δηλώσεις του ίδιου ότι το θέμα έχει κλείσει. Είναι δυνατό να αφήσει ανεκμετάλλευτη την επίθεση στην Αγία Παρασκευή; Ήδη ανεπίσημες δηλώσεις για μετατροπή του αδικήματος της οπλοκατοχής από πλημμέλημα σε κακούργημα, όταν είναι γνωστό πως από τα 2,5 εκ. όπλα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα τα 1,5 εκ. είναι παράνομα, δεν στοχεύει στην περιθωριοποίηση και την εξάλειψη ακραίων μορφών εγκληματικής αυτοδικίας αλλά στην κατασκευή ενόχων και την διευκόλυνση των διωκτικών μηχανισμών. Ενώ η επικήρυξη με 600.000 ευρώ των «ληστών με τα μαύρα» που προηγήθηκε της επίθεσης στην Αγία Παρασκευή – τακτική οικεία στην Άγρια Δύση αλλά εντελώς ξένη στα καθ’ ημάς – αναγάγει την ρουφιανιά και το κάρφωμα σε δημόσια αρετή, στυλοβάτη του σύγχρονου κράτους δικαίου. Στην πραγματικότητα είναι η περίπτωση που το μέσο αποκαλύπτει το σκοπό…

Αλγεινή ωστόσο εντύπωση προκάλεσε και η δολοφονική πρόθεση των δραστών της επίθεσης στην Αγία Παρασκευή. Προκάλεσε αλγεινή εντύπωση καθώς ποτέ η επαναστατική Αριστερά δεν αξιολόγησε τόσο φθηνά την ανθρώπινη ζωή, ακόμη και των αστυνόμων. Ακόμη κι η «17Ν» πιο πολιτικά λειτουργούσε. Η επιλογή τους να υπάρξουν νεκροί αποκαλύπτει ένα πολιτικό σκεπτικό που αναγάγει την πάλη ενάντια στο αστικό κράτος και τους μηχανισμούς του σε μαφιόζικο πόλεμο συμμοριών, σαν η εκτέλεση ορισμένων αστυνομικών οργάνων να πρόκειται να εξαλείψει την κρατική βία ή να χαλιναγωγήσει τους μηχανισμούς που δρουν με γνώμονα την υποταγή του κινήματος, σαν η άνανδρη δολοφονία νεαρών παιδιών να βελτιώσει τη δραματική σήμερα θέση του κινήματος ή της Αριστεράς και τον συσχετισμό δυνάμεων. Εν ολίγοις αποκαλύπτεται ένα προγραμματικό πλαίσιο δράσης αφελές ή παιδαριώδες, στην καλύτερη περίπτωση, που στην πράξη εκθέτει και διασύρει στα μάτια των εργαζομένων ακόμη και των πιο πρωτοπόρων τμημάτων τους την πάλη ενάντια στο κράτος. Ειδικότερα όπως επιχειρήθηκε από την περίεργη προκήρυξη που δόθηκε στη δημοσιότητα με τηλεφώνημα στην Ελευθεροτυπία, παραδίνονται στη χλεύη και τον εξευτελισμό ακόμη και οι πιο λαμπρές στιγμές της ταξικής πάλης σε όλο και τον κόσμο και την Ελλάδα όπως είναι η δέσμευση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην ένοπλη πάλη, το κάλεσμα του Ν. Ζαχαριάδη για τον ένοπλο αγώνα κι η επίθεση στο αστυνομικό τμήμα του Λιτόχωρου από τον καπετάν Μπαρούτα το πρωί των εκλογών της 31ης Μαρτίου 1946, που σηματοδότησε την έναρξη του εμφύλιου πολέμου. Σοβαρά εκτίθενται κι οι πρόσφατες επιτυχίες του κινήματος, όπως για παράδειγμα η «πολιτική συνταξιοδότηση» της Μαριέτας Γιαννάκου όταν «μαυρίστηκε» στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές πληρώνοντας έτσι την προσπάθεια νομιμοποίησης των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ο αυτοσχέδιος μηχανισμός που τοποθετήθηκε έξω από το σπίτι της την μετατρέπει από θύτη σε θύμα, την μεταφέρει από τη θέση του απολογούμενου για ένα ακραίο περιστατικό κρατικής βίας και αυθαιρεσίας στην θέση του κατήγορου και του θύματος της βίας των από κάτω.

Το «τρίγωνο της αμαρτίας» που συγκροτεί η αποχαλίνωση των κατασταλτικών μηχανισμών και η αποθέωση της εγκληματικής ατομικής βίας ολοκληρώνεται από μια ενοχική Αριστερά η οποία με κάθε τρόπο θέλει να αποτινάξει από πάνω της τις υποψίες, που σχεδιασμένα δημιουργούν οι προκηρύξεις διαφόρων οργανώσεων ατομική βίας. Έτσι, όπως έκαναν οι «Ανανεωτικοί» του ΣΥΝ προτείνοντας την οργάνωση πορειών διαμαρτυρίας ενάντια σε τέτοιες ενέργειες, δίνουν διαπιστευτήρια νομιμότητας στο κράτος ενώ υποτάσσουν την λαϊκή πάλη και τη μαζική δράση στην υπεράσπιση της αστυνομίας! Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο! Τη στιγμή που είναι ηλίου φαεινότερο πως μόνο ένα ταξικό μέτωπο πάλης που θα παλεύει για την αναχαίτιση της επίθεσης και τη διεύρυνση των δημοκρατικών ελευθεριών και των εργατικών δικαιωμάτων μπορεί να πετύχει νίκες στο δημοκρατικό ζήτημα, αντί να παλεύουν για τη συγκρότησή του, πρωτοστατούν στην διοργάνωση συγκεντρώσεων ενάντια στη βία. Στην πράξη κι αυτοί υποκλίνονται στο μεγαλείο της ατομικής βίας και την ανάγουν σε διαχωριστική γραμμή, λειτουργώντας ως κατοπτρικά της είδωλα ενώ παραγράφουν τις ευθύνες που έχουν η αστυνομία και οι κρατικοί μηχανισμοί για το κλίμα φόβου που έχει δημιουργηθεί.

Banksy

Μηδενική ανοχή: Πρόκειται για αναβίωση του παλιότερου δόγματος της “εκφοβιστικής αποτροπής” του δράστη μέσω της αυστηρής τιμωρίας του εγκλήματος. Η πολιτική της μηδενικής ανοχής τέθηκε σε ανοιχτή εφαρμογή στην πόλη της Νέας Υόρκης επί δημαρχίας Ρούντολφ Τζουλιάνι (1994-2001) ο οποίος στήριξε μεγάλο μέρος της προεκλογικής του εκστρατείας στην μείωση των δεικτών εγκληανμτικότητας στην πόλη και στην εμπέδωση “αισθήματος ασφάλειας” στους δημότες. Σε συνεργασία με τον αρχηγό της αστυνομίας της Νέας Υόρκης, οργάνωσαν μια εκτεταμένη επιχείρηση “κατά του εγκλήματος” που οδήγησε σε σωρεία συλλήψεων μικροπαραβατών του νόμου, αστέγων και δημιουργών γκράφιτι, επιδιώκοντας συγχρόνως την άμεση αποκατάσταση των ζημιών που προξενούσαν οι συλληφθέντες. Οι δείκτες εγκληματικότητας πράγματι μειώθηκαν, αλλά η επιχείρηση κατέληξε στην κατακόρυφη αύξηση των κρουσμάτων αστυνομικής βίας με προεξάρχουσα την περίπτωση κακοποίησης του Άμπνερ Λουίμα και τις δολοφονίες των Αμαντού Ντιάλο και Πάτρικ Ντόρισμοντ (οι καταγγελίες για κρούσματα αστυνομικής αυθαιρεσίας διπλασιάστηκαν μέσα στην τριετία 1992-1995). Η εφαρμογή της μηδενικής ανοχής σε εθνικό επίπεδο οδήγησε στον τριπλασιασμό του αριθμού των κρατουμένων στις αμερικανικές φυλακές από τη δεκαετία του ’80.

(εκδ. Μεταίχμιο, Από το Επίμετρο του μεταφραστή, Αλ. Καλοφωλιά)

Ιράν – Ιράκ: Η δεύτερη φορά δεν είναι πάντα φάρσα (Επίκαιρα, 23/12/2009)

Ας μην βιαστούν να χαρακτηρίσουν ως φάρσα τη συμβολική και αναίμακτη κατάληψη από τον ιρανικό στρατό τη νύχτα της 18ης Δεκέμβρη μιας ιρακινής πετρελαιοπηγής στα νότια σύνορα των δύο χωρών όσοι θυμούνται την τραγωδία του πολέμου Ιράν – Ιράκ τη δεκαετία του ’80 με το 1,5 εκ. νεκρούς. Γιατί, ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο χωρών αυτή τη φορά έρχεται από το μέλλον, από τις διαφορετικές προοπτικές που διανοίγονται για τις δύο γειτονικές χώρες.

Η εισβολή του Ιράν κατ’ αρχήν δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Το πετρελαιοφόρο κοίτασμα Φάκα στην επαρχία Μαϊσάν που κατέλαβαν οι Ιρανοί χωρίς να ρίξουν ούτε μία σφαίρα, είναι ένα από τα πολλά σημεία της παραμεθόριου Ιράν – Ιράκ όπου μετά τον πόλεμο δεν υπήρξε ακριβής οριοθέτηση των συνόρων. Η Τεχεράνη επιχείρησε να δώσει τώρα μια λύση στο αμφισβητούμενο καθεστώς κυριαρχίας της περιοχής γιατί εκείνη ακριβώς την εβδομάδα ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο χωρών έφτασε στο αποκορύφωμά του.

Από τη μια μεριά το Ιράκ ολοκληρώνοντας με επιτυχία εκείνη την εβδομάδα τον δεύτερο διαγωνισμό για την εκχώρηση επτά πετρελαϊκών του κοιτασμάτων αποχαιρετούσε δια παντός το καθεστώς του εμπάργκο που του είχε επιβληθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, με πρωτοβουλία των Αμερικανών και τη σφραγίδα του ΟΗΕ. Η αναστάτωση που προκάλεσε δε στον ΟΠΕΚ, καθώς η ορμητική του εισβολή τίναξε στον αέρα το σύστημα των ποσοστώσεων μεταξύ των κρατών μελών του, αποτέλεσε προανάκρουσμα των ανατροπών που θα φέρει η οργανική ένταξη του στο καρτέλ και την ευρύτερη αγορά, μετά από μια απουσία 20 ετών. Η επαναφορά του ωστόσο αναδιατάσσει την ισορροπία και με το Ιράν καθώς η δυνατότητα ανεμπόδιστης εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων του έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα αυξανόμενα προσχώματα και τις σκληρότερες κυρώσεις που αντιμετωπίζει η γειτονική χώρα. Η αντίθεση δε, γίνεται εκρηκτική όταν τα προς εκμετάλλευση κοιτάσματα βρίσκονται σε αμφισβητούμενη περιοχή, όπως ακριβώς συνέβη με τη Φάκα, με αποτέλεσμα η επέλαση των πολυεθνικών στο Ιράκ να λειτουργεί απειλητικά για τα κυριαρχικά δικαιώματα του Ιράν στον ορυκτό του πλούτο!

Το Ιράν εκείνες ακριβώς τις μέρες έβλεπε τις προοπτικές της οικονομίας του να γίνονται ακόμη πιο ζοφερές. Συγκεκριμένα, μόλις δύο μέρες πριν η αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφιζε με συντριπτική πλειοψηφία (344 από τους 435) την επέκταση του Νόμου για τις Κυρώσεις στην Επεξεργασία Πετρελαίου του Ιράν βάση το οποίου σκληραίνει απότομα το καθεστώς των κυρώσεων για όποιες επιχειρήσεις συνεργάζονται με το Ιράν στη διύλιση του πετρελαίου, είτε εξάγοντας καθαρό πετρέλαιο και βενζίνη είτε διευκολύνοντας μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος σχετικές δραστηριότητες. Για το Ιράν κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με στραγγαλισμό καθώς το 40% της επεξεργασμένης βενζίνης και το 11% του πετρελαίου που χρησιμοποιεί τα εισάγει. «Οι μόνες κυρώσεις που θα έχουν συνέπειες αφορούν την βενζίνη, όλες οι άλλες δεν φάνηκε να έχουν αποτέλεσμα» δήλωνε στους Financial Times ρεπουμπλικάνος βουλευτής στις 16 Δεκέμβρη.

Η πρόθεση των Αμερικάνων να σφίξουν την θηλιά που πέρασαν στον λαιμό του Ιράν το 1979 φάνηκε πεντακάθαρα όταν την ίδια μέρα, στις 16 Δεκέμβρη, οι New York Times αποκάλυπταν πως η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Ελβετίας, η Credit Suisse, θα πλήρωνε πρόστιμο ύψους 500 εκ. δολ. στην αμερικανική κυβέρνηση επειδή έκανε δουλειές με το Ιράν παραβιάζοντας τον υφιστάμενο νόμο! «Αμερικάνοι ανακριτές ανακάλυψαν πως οι υπάλληλοι της Credit Suisse παραβίασαν τους νόμους παραποιώντας εξερχόμενα εντάλματα πληρωμών που αφορούσαν το Ιράν. Οι υπάλληλοι της τράπεζας αφαιρούσαν τις αναφορές στο Ιράν ή τις τράπεζές του, μια πρακτική που χαρακτηρίζεται “ξεγύμνωμα”. Ως αποτέλεσμα, λένε οι ανακριτές, ιρανικές τράπεζες όπως η Saderat και η Melli μπορούσαν να χρησιμοποιούν την Credit Suisse για να στέλνουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια μέσω τραπεζών της Νέας Υόρκης χωρίς εμπόδια», ανέφερε το ρεπορτάζ της αμερικανικής εφημερίδας.

Στη μέγγενη των αμερικανικών αρχών για τον ίδιο ακριβώς λόγο, επειδή διατηρούσε επαγγελματικές σχέσεις με το Ιράν, είχε πέσει επίσης τον Ιανουάριο που μας πέρασε και η βρετανική τράπεζα Lloyds TSB που αναγκάστηκε να πληρώσει πρόστιμο ύψους 350 εκ. δολαρίων στην αμερικανική κυβέρνηση!

Ο βαρύτατος πέλεκυς που έπεσε στα ταμεία των δύο ευρωπαϊκών τραπεζικών γιγάντων έδειξε ότι οι αμερικανικές αρχές είναι αποφασισμένες να εφαρμόσουν κατά γράμμα τη δρακόντεια νομοθεσία που έχουν ψηφίσει. Αποτέλεσε επίσης τροχιοδεικτική βολή για τις προθέσεις τους να ψηφίσουν και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ένα νέο πακέτο κυρώσεων κατά του Ιράν, επικαλούμενες την απόρριψη από την Τεχεράνη της πρότασης της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας για εξαγωγή της διαδικασίας εμπλουτισμού του ουρανίου. Το ότι πρόκειται για πρόφαση βεβαιώνεται από το γεγονός ότι το Ιράν δεν απέρριψε, όπως εσφαλμένα αναφέρεται, την πρόταση των Δυτικών να εμπλουτίζεται στο εξωτερικό το ουράνιο που χρειάζεται για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Αντίθετα την αποδέχτηκε με τέτοιους όρους όμως ώστε να ακυρώνεται το αμερικανικό σχέδιο που παραπέμπει στο αόριστο μέλλον την απόκτηση από το Ιράν της κρίσιμης εκείνης ποσότητας εμπλουτισμένου ουρανίου που θα του δώσει τη δυνατότητα να θέσει σε λειτουργία τον αντιδραστήρα. Γιατί απ’ ότι φάνηκε με την πρότασή τους οι Δυτικοί αυτό ακριβώς ήθελαν: να αφαιρέσουν από το Ιράν το ουράνιο που έχει ήδη εμπλουτίσει. Για ποιόν άλλο λόγο να απορρίψουν την πρόταση του ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Μανουχέρ Μοτάκι, που κατατέθηκε σε ομιλία στο Μπαχρέιν παρουσία αμερικανών στρατιωτικών, όπως μεταφέρθηκε από την Wall Street Journal στις 14 Δεκέμβρη: «Θα μεταφέρουμε 400 κιλά (ουρανίου από τα 1.200 που συνολικά διαθέτει) στο νησί Κις του Περσικού κι εσείς θα μεταφέρετε το ισοδύναμό τους»!

Η επέμβαση του Ιράν κατ’ επέκταση στο Ιράκ αποτέλεσε άμεσο αποτέλεσμα των συγκρούσεων και πολυεπίπεδων αντιθέσεων που πυροδοτεί η αμερικανική παρέμβαση στην περιοχή κι ειδικότερα η ορμητική άνοδος του Ιράκ κι η σχεδιαζόμενη οικονομική συρρίκνωση του Ιράν.