Home » Συνεντεύξεις

Category Archives: Συνεντεύξεις

Συνέντευξη Μάνιας Παπαδημητρίου: “Συγκλονίζει η Ρέιτσελ Κόρι”!

 

sel 15Στο Θέατρο Παραμυθίας από τις 16 Μαρτίου 2016 και για λίγες ακόμη παραστάσεις ανεβαίνει το έργο Το όνομά μου είναι Ρέιτσελ Κόρι, που αναφέρεται στη ζωή και το θάνατο της αμερικανοεβραίας αγωνίστριας που έλιωσε η ισραηλινή μπουλντόζα στη Γάζα. Με αφορμή αυτές τις παραστάσεις συζητούμε με τη σκηνοθέτη του έργου Μάνια Παπαδημητρίου.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

 

– Μπορείς να μας πεις λίγα λόγια για το έργο Το όνομά μου είναι Ρέιτσελ Κόρι; 

– Το έργο αυτό είναι μια σύνθεση των ημερολογίων της Ρέιτσελ Κόρυ και των e-mails που έστελνε στους γονείς της από τη Γάζα. Τη σύνθεση έκαναν ο Άλαν Ρίκμαν και η Κατερίνα Βίνερ. Δηλαδή το έργο είναι προϊόν της συνεργασίας ενός σπουδαίου ηθοποιού και σκηνοθέτη και μιας δημοσιογράφου της Γκάρντιαν. Είχα διαβάσει το κείμενο το 2003 κατά προτροπή της Έφης Μαρίνου και συγκλονίστηκα. Από το 2003 που ήρθε αυτό το κείμενο στα χέρια μου πάντα ανατρέχω σ’ αυτό. Έχω κάνει δυο φορές παράσταση, το δίνω στα παιδιά στη σχολή και το λατρεύουν και νιώθω ότι δυστυχώς δεν παλιώνει. Και λέω δυστυχώς γιατί το θέμα Παλαιστίνη είναι μια από τις μεγαλύτερες αδικίες που συμβαίνουν στη γη. Πρέπει κάποτε να λυθεί και να μιλάμε για τη Ρέιτσελ Κόρυ σαν μια ηρωίδα ενός θέματος που επιτέλους λύθηκε και όχι σαν ένα ακόμα θύμα μιας τραγωδίας που συνεχίζεται και δεν τελειώνει ποτέ.

– Πώς εξηγείς τις οργισμένες αντιδράσεις του εβραϊκού λόμπι που οδήγησαν ακόμη και στην ακύρωση παραστάσεων;

– Οι αντιδράσεις του σιωνιστικού λόμπι είναι φυσιολογικές καθώς η Ρέιτσελ Κόρυ είναι αμερικανοεβραία και άρα καταγγέλλει φύσει και θέσει το έγκλημα του ισραηλινού κράτους απέναντι στην Γάζα… «Από τα μέσα» που λένε στην πολιτική. Αυτό είναι πάντα πολύ «ενοχλητικό» για εκείνον που θέλει πάση θυσία να επιβάλει τη δύναμη του πάνω στον αδύναμο αδιαφορώντας για το ύψος της ύβρεως και της αδικίας που κάνει πάνω στο ανθρώπινο είδος και σε κάθε έννοια ηθικής. Όμως αυτές οι αντιδράσεις είναι που δυναμώνουν και το σθένος όσων πιστεύουμε πως το θέμα με το οποίο ασχολιόμαστε είναι σημαντικό και δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω.

– Η ανταπόκριση που έχει βρει στο ελληνικό κοινό είναι μεγάλη και ειδικά στον κόσμο της Αριστεράς. Συνδυάζεται αυτή η υποδοχή με τα πήγαινε – έλα των υπουργών του Τσίπρα και του ίδιου στο Ισραήλ; 

– Η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ συγκεκριμένα είχε πολλάκις και παντοιοτρόπως καταγγείλει όλα όσα τώρα αναγκάζεται ή επιλέγει για λόγους που κανείς μας δεν γνωρίζει να κάνει. Ένας απ’ αυτούς τους τομείς είναι και η προσχώρηση στον ισραηλινό στρατιωτικό άξονα. Όμως η κυβέρνηση και το κράτος είναι ένα πράγμα και η βουλή και οι πολίτες ένα άλλο. Οι πολίτες μπορούν να λένε το σωστό κι έτσι να βοηθούν πιέζοντας και δημιουργώντας τα κατάλληλα ηθικά διλήμματα στις κυβερνήσεις. Η τέχνη μπορεί να βοηθήσει σ’ αυτό. Γιατί έχει τεράστια συγκινησιακή δύναμη όταν εκφράζει την αλήθεια.

– Σχετίζεται η στάση της κυβέρνησης απέναντι στο Ισραήλ με την αποχώρησή σου από το ΣΥΡΙΖΑ;

– Είχα αποχωρήσει νωρίτερα αλλά κι αυτό είναι ένα πράγμα που δεν θα μπορούσα να δικαιολογήσω στον εαυτό μου.

– Η οικονομική κρίση και οι πολιτικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών πώς επέδρασαν στον καλλιτεχνικό κόσμο;

– Ο καλλιτεχνικός κόσμος υποφέρει τα πάνδεινα από την οικονομική κρίση. Εδώ και 20 χρόνια γνωρίζουμε εμείς οι καλλιτέχνες πως η φτώχεια είναι έξω από την πόρτα μας. Τώρα που μπήκε μες στα σπίτια αρχίζει να λειτουργεί κι η λογοκρισία. Μέχρι χθες υπήρχε η αυτολογοκρισία για να μπορείς να βρίσκεις δουλειές. Τώρα η αυτολογοκρισία δίνει τη θέση της σιγά – σιγά στην πραγματική. Η απόσυρση χορηγιών από μια τράπεζα, η απομάκρυνση καλλιτεχνών από συγκεκριμένα πρότζεκτς, τα tweets της αμερικανικής πρεσβείας κλπ. κλπ είναι κανονική λογοκρισία. Και πιστεύω πως είναι ακόμα η αρχή.

– ​Πρόσφατα, ο χώρος των τεχνών ​αντέδρασε ασυνήθιστα έντονα στην επιλογή του υπουργού Πολιτισμού Α. Μπαλτά να διορίσει ως καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών τον Βέλγο καλλιτέχνη Γιαν Φαμπρ, ο οποίος κατόπιν των αντιδράσεων που σημειώθηκαν τελικά παραιτήθηκε. Ποιά είναι η γνώμη σου στο θέμα;

– Στο ελληνικό φεστιβάλ εδώ και 10 χρόνια δουλεύει κυρίως μια ή καλύτερα δυο παρέες Η μια ήταν το λεγόμενο dream team όπως το είχε ορίσει ο Λούκος και τα ιδρύματα και η άλλη οι ευνοούμενοι κάποιων επιχειρηματιών που χρηματοδοτούν τον πολιτισμό. Το γεγονός ότι επελέγη ένας άνθρωπος που είχε σκοπό να αλλάξει το παιχνίδι κατά την γνώμη μου ήταν καλό. Όμως από την άλλη δεν μπορώ να διανοηθώ ότι είναι δυνατόν να διευθύνει ένα φεστιβάλ θεάτρου μιας χώρας ένας καλλιτέχνης που δεν γνωρίζει την γλώσσα της. Για μένα σημασία θα είχε ποιος θα ήταν ο σύμβουλος περί των ελληνικών παραγωγών. Και επ’ αυτού δεν υπήρχε καμία πρόταση προς το παρόν. Το θέατρο είναι μια τέχνη που κανείς μπορεί να την παράξει μόνο στην μητρική του γλώσσα. Αν το ελληνικό φεστιβάλ δεν έχει ικανό αριθμό ελληνικών παραγωγών αυτό αναπόφευκτα στρέφεται ευθέως εναντίον της γλώσσας και άρα του πολιτισμού αυτής της χώρας… Ίσως είχε ο Φαμπρ σκοπό να βοηθήσει στο μέλλον προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά δυστυχώς δεν είχε τα εργαλεία για να βοηθήσει και βέβαια το να επιλέξει σε πρώτη φάση 5 σχέδια στα οποία ενέχεται ο ίδιος ως καλλιτέχνης δείχνει μια στάση που δικαίως εξέγειρε τον καλλιτεχνικό κόσμο… Ο οποίος καλλιτεχνικός κόσμος, όπως είπα και προηγουμένως  πένεται απολύτως και το φεστιβάλ του χρωστούσε συγκεκριμένα ποσά που κινδύνευαν να μην αποπληρωθούν ποτέ καθώς θα άλλαζε η επωνυμία του φεστιβάλ και τα χρέη θα έπρεπε να αποπληρωθούν από άλλο φορέα.

Έχουμε προβλήματα μεταξύ μας αλλά μπορούμε να τα λύσουμε και χωρίς μεσάζοντες. Ο νέος διευθυντής ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ήδη ανακοίνωσε ότι από Δευτέρα θ αρχίσουν να πληρώνονται οι άνθρωποι Είναι πολύ σημαντικό αυτό γιατί περιμένουν κάποια ποσά από πέρυσι το καλοκαίρι… Αυτό κάποιος που έχει έναν κανονικό μισθό, έστω και μικρό, δεν μπορεί να το καταλάβει. Μιλάμε για ολοκληρωμένη εργασία που μπορεί να έχουν κάνει οι άνθρωποι, ουσιαστικά πληρώνοντας απ την τσέπη τους ακόμη και το ταξίδι για να πάνε εκεί που θα παίξουν… Είναι εξοργιστικό… Το θέατρο στην Ελλάδα γίνεται πάνω στις πλάτες των καλλιτεχνών που το παράγουν. Στην πραγματικότητα οι καλλιτέχνες οι ίδιοι είναι οι υψηλοί χορηγοί των παραγωγών και κανένας άλλος.

– Στους καλλιτέχνες ποιό μερίδιο αναλογεί για την ανατροπή της βαρβαρότητας που ζούμε;

– Οι καλλιτέχνες αν ήμασταν πιο έξυπνοι και λιγότερο ανταγωνιστικοί ο ένας με τον άλλον θα μπορούσαμε να κάνουμε πολλά. Γιατί διαισθανόμαστε τα πράγματα πριν συμβούν και ξέρουμε να κάνουμε μεγάλη φασαρία. Δυστυχώς μας έχουν διχάσει με τους γνωστούς τρόπους που διχάζουν και την Αριστερά: Με δωράκια που τα χρυσό πληρώνουμε από ‘δω η λίγη τρομοκρατία που μας κάνει να λουφάζουμε από κει… Όποιος τολμήσει να ορθώσει το ανάστημα του και να ζητήσει το απλό πράγμα, για παράδειγμα να πληρώνεται, γίνεται μαύρο πρόβατο και τον κυνηγάνε όλοι μαζί. Και ο εργοδότης που δεν θέλει να πληρώσει και οι άλλοι που δεν τολμούν να το ζητήσουν. Η κρίση τα έχει κάνει όλα χειρότερα αφού όλοι (και αυτοί που δεν έχουν αλλά και αυτοί που έχουν) επικαλούνται την οικονομική ανέχεια για να μη δώσουν ούτε τα απαραίτητα… Προσωπικά χωρίζω πια τους καλλιτέχνες, όπως και όλους τους σχετιζόμενους με τα ζητήματα της τέχνης, σε όσους αντιλαμβάνονται τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων και τις σέβονται και σ’ εκείνους που απλώς κοιτάνε την πάρτη τους και νοιάζονται μόνο να νικήσουν και τις τελευταίες ηθικές αναστολές ώστε να πετύχουν το σκοπό τους. Ο Κουν έκανε θέατρο μέσα στην κατοχή και όσα έβγαζε τα μοίραζε σε όλους. Έτρωγαν όλοι μαζί. Έγινε διάσημος μέσα σε 40 χρόνια και ζούσε στο ίδιο διαμέρισμα. Πέθανε χωρίς προσωπική περιουσία. Κι οι πρώτοι μαθητές του το ίδιο. Έτσι μόνο γίνεται, δεν γίνεται αλλιώς. Όλα τ’ άλλα είναι «άλλα λέμε κι άλλα κάνουμε». Η κρίση μας δοκιμάζει όλους και θα μας δοκιμάσει περισσότερο. Αν αγαπάμε την τέχνη και τη γλώσσα μας αυτό τώρα θα φανεί. Αν θέλει κάποιος να αξιολογήσει την τέχνη καλό είναι να γυρίσει πίσω στο χρόνο και να δει ο καθένας μας τι έκανε και πόσα απ’ αυτά θα μείνουν στη μνήμη. Αυτό είναι ένα ισχυρό κριτήριο για την τέχνη. Η διάρκεια είναι το μόνο που μπορεί να νικήσει το λάιφ στάιλ και τα επικοινωνιακά τρικ.

-Σε ό,τι αφορά τα εργασιακά δικαιώματα των ηθοποιών;

– Κατά την γνώμη μου είναι σημαντική η ανακοίνωση του υπουργού Πολιτισμού Αρ. Μπαλτά για την διαβάθμιση των πτυχίων των καλλιτεχνών (ηθοποιών, χορευτών, κινηματογραφιστών, μουσικών). Είναι ένα πρώτο βήμα σεβασμού στον πολιτισμό. Χρειάζεται οι καλλιτέχνες να έχουν στα χέρια τους κάτι που να αποδεικνύει τις σπουδές τους. Είναι απαράδεκτο να θεωρούνται (ενώ έχουν σπουδάσει) απλοί απόφοιτοι λυκείου γιατί απλώς δεν φρόντισε ποτέ να συνεννοηθεί το υπουργείο Πολιτισμού με το υπουργείο Παιδείας μέσα στα προηγούμενα 35 χρόνια. Η Μελίνα Μερκούρη το 1983 έφτιαξε ένα προεδρικό διάταγμα στο οποίο υπήχθη η επαγγελματική καλλιτεχνική παιδεία και από την κατάργηση της Μπολόνια το 2003 μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ένας τρόπος να διαβαθμίζονται τα πτυχία. Είναι απαράδεκτο τόσο εκπαιδευτικά όσο και εργασιακά και ηθικά… Το βήμα της διαβάθμισης είναι ένα γενναίο βήμα που πρέπει να γίνει.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν, στις 17 Απριλίου 2016

Advertisements

Γιάννης Κουζής: «Ειδική Οικονομική Ζώνη θέλουν την Ελλάδα οι πιστωτές» (Επίκαιρα, 18-24 Ιουνίου 2015)

11_KOYZHS-650x250 (1)«Οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών θεσμών έχουν απόλυτα αποδεχθεί τα νεοφιλελεύθερα δόγματα, απαξιώνοντας στην πράξη, και με συστηματικό τρόπο, το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών κρίνοντάς το μειονέκτημα στο πεδίο του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού ανταγωνισμού», τονίζει ο Γιάννης Κουζής, καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Ειδικός Σύμβουλος του υπουργού Εργασίας στη συνέντευξη που παραχώρησε στα Επίκαιρα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

– Ποιο είναι το περιεχόμενο των αλλαγών που συντελέσθηκαν κατά την περίοδο των μνημονίων στην Ελλάδα στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων;

– Η κρίση και τα μνημόνια αποτέλεσαν την χρυσή ευκαιρία ώστε στην ελληνική αγορά εργασίας να ενταθούν οι πολιτικές ευελιξίας της εργασίας που δρομολογούνταν σταθερά αλλά με χαμηλότερους ρυθμούς από το 1990 και εντεύθεν. Πρόκειται για τις πολιτικές ενίσχυσης των ατυπικών μορφών εργασίας, δεύτερης ταχύτητας αμοιβών και δικαιωμάτων, σε βάρος της σταθερής και πλήρους απασχόλησης, της ανάπτυξης της ελαστικοποίησης των ωραρίων, του περιορισμού της προστασίας από τις απολύσεις και ευελικτοποίησης του τρόπου διαμόρφωσης των μισθών μέσα από την αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της επίλυσης των συλλογικών διαφορών. Παρεμβάσεις επίσης καταγράφονται κατά την ίδια περίοδο και στον δημόσιο τομέα στο πλαίσιο της στρατηγικής σύγκλισης του εργασιακού του καθεστώτος με το αντίστοιχο του ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο μιας προς τα κάτω σύγκλισης που ωθεί στη συνολική και δραματική υποβάθμιση του περιεχομένου της εργασίας

– Σε ό,τι αφορά στα εργασιακά ποιές είναι οι απαιτήσεις των δανειστών;

– Σήμερα οι δανειστές επιμένουν στην ολοκλήρωση της πολιτικής μετατροπής της χώρας σε μια ειδική οικονομική ζώνη εστιάζοντας, καταρχάς, στην απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για την πλήρη άρση της προστασίας από τις μαζικές απολύσεις με την παροχή της δυνατότητας στις επιχειρήσεις άνω των 150 εργαζόμενων να απολύουν ελεύθερα μέχρι και το 10% του δυναμικού τους μηνιαίως, και χωρίς το ανώτατο αριθμητικό όριο των 30 ανά μήνα απολύσεων. Αυτό σημαίνει περαιτέρω διευκόλυνση των απολύσεων που μεταφράζεται στην πλήρη απελευθέρωσή τους, εφόσον πλέον η ειδική διαδικασία προστασίας από τις μαζικές απολύσεις θα προβλέπεται όταν οι επιχειρήσεις θα θέλουν να υπερβούν το νέο ανώτατο όριο. Δηλαδή τότε θα απαιτείται η σύνταξη τεκμηριωμένης οικονομοτεχνικής έκθεσης, η ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ενώ η προβλεπόμενη σχετική έγκριση από το υπουργείο Εργασίας έχει και αυτή βρεθεί στο στόχαστρο των δανειστών. Η απελευθέρωση των απολύσεων κρίνεται απαράδεκτη, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου η ανεργία εκτινάχθηκε από το 7,5% στο 28%, εξέλιξη στην οποία συνέβαλαν τα αλλεπάλληλα μνημονιακά μέτρα διευκόλυνσης τόσο των ατομικών όσο και των ομαδικών απολύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο μειώθηκε έως και κατά το ήμισυ το κόστος των αποζημιώσεων παράλληλα με την αύξηση των δόσεων καταβολής  τους και τη μείωση του ποσού της κάθε δόσης, αυξήθηκε κατά 10 μήνες ο χρόνος προϋπηρεσίας για το δικαίωμα στην αποζημίωση απόλυσης, μειώθηκε στο 1/6 ο ανώτατος χρόνος προειδοποίησης απόλυσης, διαδικασία  που συνεπάγεται μειωμένη κατά το ήμισυ αποζημίωση, ενώ, τέλος, αυξήθηκε από το 2% στο 5% το όριο των ανά μήνα απολύσεων. Η πίεση για πλήρη ευελιξία στις απολύσεις ασκείται σήμερα σε μία χώρα ήδη πρωταθλήτρια ανεργίας στην ΕΕ με μόλις το 10% των ανέργων να λαμβάνει το πενιχρό επίδομα ανεργίας που αντιστοιχεί στο 60% του γενικού κατώτατου μισθού και για χρονικό διάστημα  έως 12 μηνών.

– Υπάρχουν τμήματα της ελληνικής ολιγαρχίας που κρύβονται πίσω από αυτές τις απαιτήσεις και προσδοκούν οφέλη από την εφαρμογή τους; 

– Οι απαιτήσεις αυτές προέρχονται αφενός από ξένους «επενδυτές» που προσδοκούν σε μια απελευθερωμένη αγορά εργασίας, και αφετέρου από οικονομικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ενόψει σχεδιαζόμενων αναδιαρθρώσεων σε μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις. Σε αυτή την κατηγορία συγκαταλέγονται κυρίως οι τράπεζες, τα μέσα ενημέρωσης και οι αγοραστές των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών.

Εκτός από τις ομαδικές απολύσεις απαιτούνται και άλλα μέτρα από τους δανειστές;

– Βεβαίως εκτός από τα μέτρα για τις απολύσεις για τους δανειστές πάντοτε εκκρεμούν, αν και δεν τίθενται στην παρούσα φάση, οι παρεμβάσεις στον περιορισμό της συνδικαλιστικής δράσης και στην επαναφορά της ανταπεργίας (lock out). Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η ολοκλήρωση των παρεμβάσεων και στο συλλογικό μέρος των εργασιακών σχέσεων μετά από την αποκαθήλωση των συλλογικών συμβάσεων. Παράλληλα ασκούνται πιέσεις ώστε να μην καταργηθούν τα μνημονιακά μέτρα που αποδιάρθρωσαν την εργασία με κύρια αιχμή την παρεμπόδιση της επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και της αποκατάστασης των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

– Ισχύει ακόμη η επιδίωξή τους να πάει ο μισθός στα 250 ευρώ όπως είχε δηλώσει ο Τόμσεν στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο;

– Είναι γνωστό ότι στο παράρτημα του δευτέρου μνημονίου συμπεριλαμβάνεται ο στόχος της σύγκλισης των κατώτατων μισθών με εκείνους των γειτονικών βαλκανικών χωρών. Το μέτρο της συμπίεσης των κατώτατων μισθών από τα 751 στα 586 ευρώ (και στα 510 για τους νέους) εντάχθηκε σε αυτό το στόχο. Παράλληλα με την αποδόμηση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων και με την συνακόλουθη έξαρση της εξατομίκευσης των μισθών, που οδήγησαν σε μεσοσταθμική μείωση των μισθών κατά 24%, ώστε σήμερα να έχει διπλασιασθεί το ποσοστό των πλήρως απασχολούμενων, και τετραπλασιασθεί το αντίστοιχο των εργαζόμενων με μειωμένα ωράρια που αμείβονται με μισθούς μέχρι τα παλαιά γενικά κατώτατα όρια των 751 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με το 1,4 εκ. ανέργων διαμορφώνουν ένα νέο και έντονα υποβαθμισμένο εργασιακό τοπίο παράλληλα με μια νέα κουλτούρα για την εργασία που αποκλίνει από την έννοια και το ουσιαστικό περιεχόμενό της.

– Υφίστανται αντιθέσεις μεταξύ ευρωπαίων πιστωτών και ΔΝΤ στα εργασιακά;

– Οι κατά καιρούς διαφαινόμενες διαφορές πιστεύω ότι είναι δευτερεύουσας σημασίας πόσο μάλλον που σε όλη την διάρκεια της μνημονιακής περιόδου παρατηρούνται αλλαγές στους ρόλους του «καλού» και του «κακού» στα θέματα της αγοράς εργασίας. Και αυτό γιατί θεωρώ ότι σε σημαντικό βαθμό οι θέσεις των τριών θεσμών τέμνονται και αλληλοσυμπληρώνονται, στοιχείο που πρέπει να καθιστά την όποια διαπραγμάτευση κυρίως πολιτική και όχι τεχνική στη βάση τεκμηριωμένων επιστημονικά επιχειρημάτων που δεν φαίνεται να συγκινούν τη μονομερή και νεοφιλελεύθερη αντίληψη των δανειστών. Ο ρόλος του ΔΝΤ είναι γνωστός για τη διαχρονική στάση του στην πορεία της απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους και της εργασίας όπου έχει καταγραφεί η παρουσία του. Οι άλλοι δύο ευρωπαίοι πιστωτές (ΕΕ και ΕΚΤ) έχουν προ πολλού δώσει δείγματα γραφής για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τις εργασιακές σχέσεις στο πλαίσιο πολιτικών απασχόλησης υπό την πίεση της κυρίαρχης αντίληψης περί ανταγωνιστικότητας με όρους μείωσης και συμπίεσης των δαπανών για την εργασία, που ενοχοποιείται ως επαχθές κόστος. Με αυτό τον τρόπο οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών θεσμών έχουν απόλυτα αποδεχθεί τα νεοφιλελεύθερα δόγματα, απαξιώνοντας στην πράξη, και με συστηματικό τρόπο, το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών κρίνοντάς το ως συγκριτικό μειονέκτημα στο πεδίο του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού ανταγωνισμού. Αυτό, άλλωστε, που καταγράφεται στην ελληνική αγορά εργασίας κατά την περίοδο των μνημονίων δεν αποτελεί καινοτομία ως προς τη φύση και το περιεχόμενο των επιβληθέντων μέτρων αφού αυτά αντιγράφουν «καλές» πρακτικές  που, διάσπαρτες, συναντώνται σε όλο σχεδόν το φάσμα των ευρωπαϊκών χωρών. Η μόνη καινοτομία έγκειται στο γεγονός ότι σε μια χώρα και σε τόσο σύντομο διάστημα επιβλήθηκε ένας καταιγισμός μέτρων ουσιαστικής απορρύθμισης της εργασίας. Επομένως, η εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση των ευρωπαϊκών πολιτικών για την απασχόληση και τις εργασιακές σχέσεις, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, δεν μπορεί να απενοχοποιήσει τον ρόλο της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης στο ελληνικό δράμα. Η κρίση και τα μνημόνια αποτέλεσαν την τέλεια αφορμή, υπό το άλλοθι της κρίσης, για την σταδιακή μεταφορά στην Ευρώπη και στην ευρωζώνη, μέσω του ελληνικού πειραματόζωου, εργασιακών όρων σύγκλισης  με τον τρίτο κόσμο. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, η Ευρώπη διαπραγματεύεται εν κρυπτώ τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (ΤΤΙΡ)με τις ΗΠΑ και τον Καναδά με περιεχόμενο πλήρους απελευθέρωσης των αγορών, και κατοχύρωσης της ελευθερίας των πολυεθνικών επενδυτών στη μη συμμόρφωση στο δίκαιο της χώρας υποδοχής αναφορικά με την εργατική, ασφαλιστική, φορολογική και  περιβαλλοντική νομοθεσία. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, με τους όρους που σήμερα λειτουργούν και διοικούνται, να αποτελούν την ασφάλεια για τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών έναντι του αμερικανοκρατούμενου ΔΝΤ, όταν ήδη συμβάλλουν στην μέχρι τώρα σταδιακή αποδόμησή τους; Και όταν, επίσης, προετοιμάζουν σε, κεκλεισμένων θυρών, διαπραγματεύσεις την πλήρη αποδιάρθρωσή τους, μέσα από «ελεύθερες» επενδυτικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, χώρα που αρνείται επίμονα να επικυρώσει τις 6 από τις 8 θεμελιώδεις διεθνείς συμβάσεις εργασίας του ILO;

Οζλέμ Οναράν: Το χρέος είναι φυλακή! (Επίκαιρα, 28/4-3/5/2015)

Onaran_2«Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να πληρώσουμε το χρέος, αλλά αν πρέπει να το πληρώσουμε», δηλώνει στα Επίκαιρα η Όζλεμ Οναράν, μέλος της νεοσύστατης Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους της ελληνικής Βουλής.  Η Οζλέμ Οναράν είναι καθηγήτρια Εργατικού Δυναμικού και Οικονομικής Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο του Γκρίνουιτς στην Αγγλία. Πριν είχε διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Γουεστμίνστερ, στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών  του Βερολίνου, στο Οικονομικό και Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης, κ.α. Τα ερευνητικά της αντικείμενα περιλαμβάνουν την παγκοσμιοποίηση, τις κρίσεις, την διανομή του εισοδήματος, την απασχόληση, τις επενδύσεις, την ανάπτυξη, κ.α.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Πέντε χρόνια μετά πώς αποτιμάτε την θεραπεία – σοκ που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα;

Οι δανειακές συμβάσεις μεταξύ Ελλάδας, Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ΔΝΤ από το 2010 υποβλήθηκαν υπό όρους που αποσταθεροποίησαν την ελληνική οικονομία κι έκαναν το δημόσιο χρέος μη βιώσιμο. Αυτοί οι όροι περιελάμβαναν σοβαρές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, μειώσεις στις συντάξεις, και τις αποκαλούμενες δομικές μεταρρυθμίσεις που στην πραγματικότητα σήμαιναν ιδιωτικοποιήσεις και απορύθμιση της αγοράς εργασίας, μείωση του ελάχιστου μισθού και κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Μετά βεβαιότητας, αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν έχουν τίποτε κοινό με την γνήσια δομική αλλαγή που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ με όρους βελτίωσης των κοινωνικών και φυσικών υποδομών της οικονομίας και δομικής μεταβολής της παραγωγής.

Ο συνδυασμός αυτών των όρων, λιτότητα και χαμηλότεροι μισθοί, προκάλεσαν μια χρόνια χαμηλή ζήτηση, που εμβάθυνε την κρίση χρέους και οδήγησε σε μια ανθρωπιστική κρίση. Έτσι κατέστησαν το χρέος περαιτέρω μη βιώσιμο και αποσταθεροποίησαν το μακροοικονομικό περιβάλλον.

Γιατί χαρακτηρίζεις αποσταθεροποιητικές τις αποκαλούμενες δομικές μεταρρυθμίσεις;

Ας ξεκινήσουμε με ό,τι συνέβη στους μισθούς και την ανισότητα στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα των όρων των δανειακών συμβάσεων: το μερίδιο των μισθών στο εθνικό εισόδημα (ΑΕΠ) της Ελλάδας από το 2010 ως το 2013 μειώθηκε κατά 5%. Αυτό σήμανε μια απότομη άνοδο στην ανισότητα, μια ραγδαία αναδιανομή από τους μισθούς στα κέρδη, από την εργασία στο κεφάλαιο. Όταν συρρικνώνεται το μερίδιο των μισθών, συρρικνώνονται όχι μόνο τα κόστη, αλλά επίσης και η ζήτηση.

Οι μισθοί δεν είναι μόνο θέμα κόστους αλλά και πηγή ζήτησης. Έχουμε κάνει εκτεταμένη έρευνα για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων στην μεγέθυνση της πτώσης του μεριδίου των μισθών για το Διεθνές Γραφείο Εργασίας του ΟΗΕ με τον συνεργάτη μου, που για καλή σύμπτωση προέρχεται από την Ελλάδα, τον Γιώργο Γαλάνη και πιο πρόσφατα με τον Τόμας Ομπστ από το Ίδρυμα Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Σπουδών, μια δεξαμενή σκέψης που χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τα πρόσφατα αποτελέσματά μας για την Ελλάδα δείχνουν πως όταν το μερίδιο των μισθών μειώνεται συμβαίνουν τρία πράγματα: Μειώνεται σημαντικά η εγχώρια κατανάλωση. Οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν ανταποκρίνονται τόσο έντονα στην άνοδο των κερδών επειδή οι επενδυτές κυρίως ενδιαφέρονται για τις προοπτικές των πωλήσεων που επηρεάζονται από την πτώση των μισθών και την κατανάλωση. Ούτε οι εξαγωγές αυξάνονται, επειδή οι εξαγωγικές εταιρείες όταν πέφτουν οι μισθοί δεν μειώνουν τις τιμές τους, αλλά αυξάνουν την κερδοφορία τους.

Συνολικά χαμηλότερο μερίδιο μισθών οδηγεί σε χαμηλότερη ζήτηση και χαμηλότερο ΑΕΠ. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό από την σκοπιά των δημόσιων οικονομικών, καθώς χαμηλότερο εθνικό εισόδημα σημαίνει χαμηλότερα φορολογικά έσοδα κι επομένως υψηλότερο δημόσιο χρέος.

Πώς μπορεί να σταθεροποιηθεί το μακροοικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα;

Η αντιστροφή της ανισότητας και της λιτότητας ταυτόχρονα είναι μακρόχρονη διαδικασία. Πρώτα απαιτείται μια αντιστροφή στην άνοδο της ανισότητας. Μια άνοδο του μεριδίου των μισθών στα προ κρίσης επίπεδα θα αύξανε το ΑΕΠ κατά 4,5%, σύμφωνα με τα αποτελέσματά μας. Ξέρουμε πώς να το κάνουμε: με την αύξηση των ελάχιστων μισθών και της συμμετοχής στα συνδικάτα και την επαναφορά των θεσμών των συλλογικών διαπραγματεύσεων αυξάνεται η αγοραστική δυνατότητα των εργατών. Αυτά ακριβώς περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της ελληνικής κυβέρνησης. Αν κι όλες οι άλλες χώρες της ΕΕ ακολουθούσαν ανάλογες μεταρρυθμίσεις για να αντιστραφούν ταυτόχρονα οι ανισότητες στην Ελλάδα, τότε η μεγέθυνση στην Ελλάδα και στην ΕΕ ως σύνολο θα ήταν ακόμη ψηλότερη. Θα ήμασταν σε θέση να σταματήσουμε την στασιμότητα και τον αποπληθωρισμό στην Ευρώπη.

Κατά δεύτερο, μια αύξηση στις δημόσιες επενδύσεις και τις κοινωνικές δαπάνες θα πρόσφερε μια ισχυρή ώθηση στην μεγέθυνση, ενώ θα συνέβαλε στην επίλυση και των πραγματικών δομικών προβλημάτων. Η Μαρία Νικολαΐδη κι ο Γιάννης Δαφέρμος, συνεργάτες μου στο Λονδίνο, σε προηγούμενες δουλειές τους για το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, έχουν αποδείξει την ύπαρξη ενός σοβαρού πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος των κρατικών κοινωνικών δαπανών. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαίες για την κοινωνική συνοχή στην Ευρώπη, δεδομένου ότι οι κοινωνικές δαπάνες στην Ελλάδα είναι χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Ράνια Αντωνοπούλου, αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας αρμόδια για την καταπολέμηση της ανεργίας, μία επιπλέον ελληνίδα οικονομολόγος που έχει εμπνεύσει και τεκμηριώσει την δική μου έρευνα, έχει δείξει πώς μια αύξηση στις δημόσιες δαπάνες στην κοινωνική φροντίδα, και την προστασία των παιδιών και των ηλικιωμένων έχει πολύ σημαντικά αποτελέσματα στην απασχόληση και την μεγέθυνση. Έτσι επιτυγχάνονται πολλοί στόχοι: βελτιώνεται η κοινωνική υποδομή της οικονομίας, δημιουργείται απασχόληση, επιτυγχάνεται η ισότητα των φύλων και μια ζωή με αξιοπρέπεια για όλους. Σε μια πρόταση, το νόημα είναι: Φροντίστε για τις ανισότητες, την πλήρη απασχόληση για άνδρες και γυναίκες, την οικολογική ισορροπία και το χρέος, και ο προϋπολογισμός θα ρυθμιστεί.

Το δημόσιο χρέος πώς μπορεί να διαγραφεί;

Υπάρχουν δοκιμασμένες έννοιες στο διεθνές δίκαιο που μας επιτρέπουν να αμφισβητήσουμε τη νομιμότητα, τη νομιμοποίηση ή τον απεχθή χαρακτήρα μιας δανειακής σύμβασης όταν αποτρέπει ένα κράτος από την ικανοποίηση των υποχρεώσεών του στους πολίτες του, όπως είναι η κατάλληλη πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα. Τέτοια είναι η υγεία, η εκπαίδευση και μια αξιοπρεπή ζωή, όπως και το δικαίωμα στον συνδικαλισμό. Όλα αυτά είναι βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Μη νομιμοποιημένο είναι εκείνο το χρέος που αναλήφθηκε από κυβερνήσεις χωρίς να λάβουν υπ’ όψη τους το δημόσιο συμφέρον ή υπονομεύοντας το δημόσιο συμφέρον. Παράνομο είναι εκείνο το χρέος που συνάφθηκε κατά παράβαση του δικαίου ή του συντάγματος. Απεχθή είναι τα δάνεια σε αυταρχικά καθεστώτα ή όσα δόθηκαν υπό συνθήκες που παραβιάζουν τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτειακά και πολιτικά δικαιώματα των ανθρώπων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ θα συμφωνούσαν με αυτές τις θέσεις;

Πίσω από τις δανειακές συμβάσεις με την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ υπάρχει μια άλλη λογική: ένα νεοφιλελεύθερο οικονομικό σκεπτικό, βάσει του οποίου οι υπηρεσίες παρέχονται καλύτερα από τον ιδιωτικό τομέα, ο δημόσιος τομέας είναι εξ ορισμού αναποτελεσματικός και διεφθαρμένος και τα συνδικάτα είναι πηγή ακαμψίας κι όχι βασικό δικαίωμα. Σε αυτή τη λογική, τα συνδικάτα κατηγορούνται ότι προστατεύουν μόνο τα δικαιώματα μιας μικρής ομάδας προνομιούχων εργατών, σε βάρος των υπόλοιπων. Αυτή είναι η ιδεολογία πίσω από τις δανειακές συμβάσεις. Στην ατζέντα περιλαμβάνεται η διάλυση του κράτους πρόνοιας, η παράδοση βασικών δημόσιων αγαθών όπως η υγεία, η παιδεία και οι υποδομές στον ιδιωτικό τομέα ως νέα πεδία κερδοφορίας και η συντριβή της διαπραγματευτικής ικανότητας της εργασίας μέσω της κατάργησης των θεσμών των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Το δημόσιο χρέος πώς επιδρά σε αυτή την κατάσταση;

Το δημόσιο χρέος κι οι όροι που το συνοδεύουν ισοδυναμούν με ταξικό πόλεμο, όχι με λύση. Το χρέος είναι φυλακή. Παγιδεύει πόρους και αποκλείει τις σωστές και ορθολογικές οικονομικές πολιτικές. Η κρίση ήταν η αφορμή και την αξιοποίησαν πολύ καλά. Τώρα είναι η σειρά μας να πούμε την αλήθεια και να δράσουμε.

Η ευρωζώνη κι οι γερμανικές οδηγίες επιτρέπουν εναλλακτικές;

Οι ανισότητες εντός των κρατών και μεταξύ αυτών αποτέλεσαν βασική αιτία της κρίσης, του χρέους και των ανισορροπιών στην Ευρώπη. Σε ορισμένες χώρες της ΕΕ η αυξανόμενη ανισότητα και συγκεκριμένα το πτωτικό μερίδιο των μισθών έχει οδηγήσει σε άνοδο του χρέους του δημοσίου ή των νοικοκυριών, ενώ η στηριγμένη στα δανεικά κατανάλωση ήταν η κινητήρια δύναμη της μεγέθυνσης.

Η Ελλάδα είναι μόνο ένα παράδειγμα. Υπάρχει επίσης η Αγγλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ουγγαρία και οι Βαλτικές χώρες.

Μη βιώσιμο ωστόσο είναι επίσης το στηριγμένο στις εξαγωγές μοντέλο της Γερμανίας, που ακολουθείται κι από άλλες χώρες με εμπορικό πλεόνασμα όπως η Αυστρία, η Φινλανδία κι η Ολλανδία. Κι αυτές επίσης οι χώρες υπέστησαν πτώση στο μερίδιο των μισθών και έλλειψη επαρκούς εσωτερικής ζήτησης. Το εξαγωγικό τους πλεονέκτημα προϋποθέτει μια άλλη χώρα που να έχει ελλείμματα και να συσσωρεύει χρέη. Επομένως και το γερμανικό μοντέλο προϋποθέτει επίσης χρέη, αλλά σε μια άλλη χώρα, την Ελλάδα ή την Ισπανία. Επομένως και το γερμανικό εξαγωγικό μοντέλο είναι εξ ίσου μη βιώσιμο λόγω το ότι αποτελεί μεγέθυνση στηριγμένη στο χρέος.

Εν κατακλείδι, η πρωτοβουλία του ελληνικού κοινοβουλίου, υπό την αιγίδα της προέδρου του έχει ιστορική σημασία όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για όλη την Ευρώπη. Αν δείξει τον δρόμο η Ελλάδα, θα ανοίξει ο δρόμος και για την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, αλλά και για τους εργαζόμενους στη Γερμανία να αμφισβητήσουν την μη βιωσιμότητα αυτού του μοντέλου μεγέθυνσης που στηρίζεται στις ανισότητες.

Με βάση όλα αυτά, το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να πληρώσουμε το χρέος, αλλά αν πρέπει να το πληρώσουμε!

Δέσποινα Σπανού: Μόνη λύση η διαγραφή του χρέους (Πριν, 8.3.2015)

σπανουΤην πορεία του ΠΑΣΟΚ που από 44% το 2009 πήρε 4,68% το 2015 θα ακολουθήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ αν δεν υλοποιήσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις και συνεχίσει τις υποχωρήσεις υπογραμμίζει η Δέσποινα Σπανού στην συνέντευξη που έδωσε στο Πριν.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ 

– Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας χαρακτήρισε στο διάγγελμά του την συμφωνία του Γιούρογκρουπ της 20ης Φεβρουαρίου ως σημαντική διαπραγματευτική επιτυχία. Εσύ πως την αποτιμάς;

Την αποτιμώ ιδιαιτέρως αρνητικά, αφού οι όροι και οι προϋποθέσεις που τίθενται από τους δανειστές παραπέμπουν ουσιαστικά σε υλοποίηση του παρόντος προγράμματος και σε νέα αξιολόγηση πριν την ολοκλήρωση της οποίας δεν θα καταβληθεί ούτε ένα ευρώ στην Ελλάδα.  Άλλωστε και οι τελευταίες εξελίξεις στην Κύπρο και οι δηλώσεις του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι αποδεικνύουν ότι η χώρα οδηγείται σε οικονομική ασφυξία προκειμένου να υποχωρήσει πλήρως στις απαιτήσεις τους.

Εξάλλου, η «δημιουργική ασάφεια» που επικαλείται ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης, ουσιαστικά είναι δημιουργική σαφήνεια, αφού το περιεχόμενο του email που στάλθηκε είναι στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχουν επιβληθεί από τις συμφωνίες των προηγουμένων κυβερνήσεων.

  • Παράλογο να πηγαίνεις σε διαπραγματεύσεις χωρίς προετοιμασία για γενικότερες ρήξεις

Ιδιαίτερα για τα ζητήματα που αφορούν μισθούς και συντάξεις, κοινωνικό κράτος για τα οποία είχαν αναληφθεί ιδιαίτερες δεσμεύσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ και είχαν κατατεθεί σχέδια νόμου, το πλαίσιο που τίθεται είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό: Πρώτο, συνέχιση του εκσυγχρονισμού του ασφαλιστικού συστήματος (ο μόνος εκσυγχρονισμός που είδαμε μέχρι τώρα είναι η προσπάθεια πλήρους κατάρρευσης του – έχουν χαθεί 33 δισ. μέσα σε 4 χρόνια). Δεύτερο, συλλογικές διαπραγματεύσεις υπό την αίρεση της έγκρισης από το κράτος και τους θεσμούς και τρίτο, μισθοί που να είναι στο πλαίσιο της ανταγωνιστικότητας.

Βέβαια (για να μην είμαι άδικη) ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε στις προγραμματικές του δηλώσεις τις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα εργασιακά, όμως η υλοποίησή τους προϋποθέτει μάχη και αγώνα και από τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Η ηγεσία του κόμματος ισχυρίζεται ότι βρέθηκε ενώπιον σοβαρών πιέσεων και της απειλής να επαναληφθεί ό,τι έγινε στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2013. Δεν τις θεωρείς επαρκείς δικαιολογίες για την υποχώρηση που έγινε;

– Αυτό είναι αλήθεια, όμως η ηγεσία του κόμματος και αναφέρομαι στην πλειοψηφία, όφειλε να γνωρίζει τις δυσκολίες.  Ήταν αφελές να πιστεύουν ότι στα πλαίσια της ευρωζώνης και των ευρωπαϊκών θεσμών θα μπορούσε να επιλυθεί το θέμα και μόνο με διαπραγμάτευση και φυσικά είναι εντελώς παράλογο να πηγαίνεις σε διαπραγματεύσεις χωρίς «σχέδιο Β» σε περίπτωση απόρριψης εκ μέρους των συνομιλητών των προτάσεων σου (πράγμα που λογικά είναι το πλέον πιθανό) ή να μην είσαι προετοιμασμένος και για γενικότερες ρήξεις.

Επομένως, δεν είναι επαρκείς οι δικαιολογίες για τη μη προετοιμασία και πρέπει ακόμα και τώρα να υπάρξει σχέδιο και να ενημερωθεί ο λαός.

– Λέγεται επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε εντολή από τους ψηφοφόρους του για ρήξη με την ευρωζώνη και την ΕΕ. Άρα δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί πιο σκληρά. Δεν συμφωνείς;

– Ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτα από όλα είχε εντολή για υλοποίηση του προγράμματός του.  Αν υπαναχωρήσει για να μην έλθει σε ρήξη με την ευρωζώνη και την ΕΕ σημαίνει ότι έρχεται στις θέσεις και την λογική της προηγούμενης κυβέρνησης. Κατά τη γνώμη μου, αν συνεχισθούν οι εκβιασμοί πρέπει να είμαστε έτοιμοι και αποφασισμένοι για στάση πληρωμών.

– Πώς αξιολογούν οι ψηφοφόροι και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ τον πρώτο μήνα της κυβέρνησης;

– Μέχρι στιγμής η αποδοχή της κυβέρνησης από την κοινή γνώμη και τους ψηφοφόρους είναι θετική.  Ο ελληνικός λαός, ακόμη και ψηφοφόροι της ΝΔ είχαν ανάγκη να αισθανθούν περηφάνια και αξιοπρέπεια απέναντι σε όλη αυτή την ταπείνωση που είχαν υποστεί τα προηγούμενα χρόνια.

Εξαρτάται, όμως, από την κυβέρνηση αν αυτό θα συνεχισθεί. Αν έχουμε υπαναχώρηση και συμβιβασμούς, αυτό το πολιτικό κεφάλαιο θα εξαντληθεί πολύ γρήγορα.

Θέλω να τονίσω εδώ ότι η ανάγκη για συνέπεια και αγωνιστικότητα ώστε να μην έχουμε απογοητεύσεις, δεν αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά ολόκληρη την Αριστερά και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, διότι υπάρχει μετά κίνδυνος συνολικής απαξίωσης και ενίσχυση των ακροδεξιών-ρατσιστικών μορφωμάτων.

– Όλα τα προηγούμενα χρόνια οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στον Πειραιά είχαν την δική τους σημαντική συμβολή στην πάλη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του Λιμανιού του Πειραιά. Είδαμε ωστόσο τον πρωθυπουργό να κάνει ανοίγματα στην Κίνα με αφορμή τον χαιρετισμό του από πλοίο του κινέζικου στόλου, και τον υπουργό Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη, σε ένα διάλειμμα από τις συνεντεύξεις του, να επισκέπτεται την Κόσκο, προαναγγέλλοντας την επέκταση της στον Πειραιά. Δεν είναι όλα αυτά διάψευση των προεκλογικών εξαγγελιών;

– Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το λιμάνι του Πειραιά αλλά όλες τις ιδιωτικοποιήσεις.  Ακόμη και να δεχθούμε ότι για το λιμάνι η κυβέρνηση δεν θέλει να έρθει σε ρήξη με την Κίνα για να μην ανοίξει πολλά μέτωπα, υπάρχουν οι υπόλοιπες ιδιωτικοποιήσεις.  Ήδη προχθές ο υπουργός Οικονομικών σε συνέντευξή του ανακοίνωσε την ιδιωτικοποίηση του ΟΣΕ που είναι σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ όπως ότι και άλλες που έγιναν (ΟΠΑΠ) αντί πινακίου φακής και για τις οποίες υπήρχαν δεσμεύσεις ότι θα επανεξετασθούν, δεν επανεξετάζονται.  Το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων είναι μέγα ζήτημα διότι μαζί με το θέμα των τραπεζών (που παραμένουν στους ίδιους τραπεζίτες) είναι η βασική προϋπόθεση για την όποια παραγωγική συγκρότηση της χώρας.  Θα υπάρξουν αντιδράσεις , υπάρχουν ήδη και από τον αρμόδιο υπουργό Παν. Λαφαζάνη αλλά απαιτούνται ολόκληροι αγώνες.

 

Το χρέος ούτε το αποφάσισε ούτε το δημιούργησε ο λαός 

Η αποπληρωμή του σημαίνει συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών

 

– Ποια εκτιμάς πως είναι τα σχέδια των πιστωτών για το ελληνικό χρέος;

– Οι πιστωτές με βάση το χρέος θέλουν να πνίξουν τη χώρα, την κοινωνία ολόκληρη και να επιβάλλουν την πιο σκληρή μονεταριστική πολιτική που να αποτελέσει παράδειγμα και για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς.

– Τι πρέπει να γίνει κατά την γνώμη σου με το δημόσιο χρέος;

– Διαγραφή είναι η μόνη λύση.  Ήδη από το 2011 είχε συγκροτηθεί επιτροπή για τον λογιστικό έλεγχο του χρέους, που όμως συνάντησε την αντίδραση της τότε κυβέρνησης.  Ανεξαρτήτως, όμως, του ελέγχου, η μόνη λύση είναι η διαγραφή.  Άλλωστε το χρέος αυτό ούτε το αποφάσισε ούτε το δημιούργησε ο ελληνικός λαός.

– Δεδομένου ότι στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ υπήρχε απόφαση για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους με λογιστικό έλεγχο, ποια πρέπει να είναι η αντίδραση της κοινωνίας και του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση που η κυβέρνηση υποχωρήσει από αυτή την δέσμευση;

– Η αντίδραση της κοινωνίας και του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μεγάλη δεδομένου ότι από το χρέος εξαρτώνται τα πάντα.  Αν όλα τα έσοδα προορίζονται για την αποπληρωμή του χρέους και εξαιτίας αυτού επιβάλλονται πολιτικές λιτότητας, τίποτε δεν μπορεί να γίνει.  Θα συνεχισθούν οι μνημονιακές πολιτικές των τελευταίων ετών.  Η μεγαλύτερη μάλιστα υπαναχώρηση που περιλαμβάνεται στο email του Γ. Βαρουφάκη είναι η ουσιαστική αναγνώριση του χρέους.  Τα ζητήματα όμως εξακολουθούν να είναι «ανοικτά», οι μάχες είναι μπροστά μας και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι καταδικασμένος να αγωνισθεί, διαφορετικά δεν θα υπάρχει.  Ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε από το 4,6% (2009) στο 36,8% (2015) λόγω των δεσμεύσεων του.  Σε διαφορετική περίπτωση θα ακολουθήσει την πορεία του ΠΑΣΟΚ με ακόμα πιο γρήγορους ρυθμούς όπου από ένα πανίσχυρο κόμμα του  44% το 2009, κατέβηκε στο 4,68% το 2015.

Εμείς όλοι, όμως, οι άνθρωποι που αγωνιστήκαμε τόσα χρόνια στην Αριστερά και στηρίξαμε  τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα το επιτρέψουμε.  Αποτελεί υποχρέωσή μας απέναντι στον ελληνικό λαό, στην Αριστερά και σεβασμό στην στάση ζωής που ακολουθήσαμε όλα αυτά τα χρόνια.

Δ. Μπελαντής (μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ): “Προβληματικός ο ορίζοντας της συμφωνίας” (Πριν, 1/3/2015)

MpelantisΤο εκλογικό σώμα έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση για να εφαρμόσει την πολιτική του και όχι για να ζητήσει άδεια να εφαρμόσει ένα αβέβαιο κλάσμα της, λέει στο Πριν ο Δημήτρης Μπελαντής, μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ. Τίθεται το ερώτημα πώς η κυβέρνηση θα νομοθετεί χωρίς να τρώει συνέχεια «κόκκινη κάρτα» από τους «θεσμούς», συμπληρώνει.

Συνέντευξη στο Λεωνίδα Βατικιώτη

– Η κυρίαρχη άποψη στον ΣΥΡΙΖΑ και στην κυβέρνηση είναι ότι η συμφωνία με το Γιούρογκρουπ αποτελεί «έντιμο» ή «αναγκαίο» συμβιβασμό για «να πάρουμε μια ανάσα». Η γερμανική κυβέρνηση αλλά και οι λεγόμενες αγορές είδαν επίσης με ικανοποίηση τη συμφωνία. Ποια είναι η γνώμη σας;

– Κριτήριο για να αξιολογηθεί η συμφωνία με το Γιούρογκρουπ ως ικανοποιητικός ή μη συμβιβασμός για τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση αποτελεί βασικά -λαμβανομένων υπόψη και των αρνητικών διεθνών συσχετισμών και πιέσεων, που όμως θα υφίσταντο ούτως ή άλλως- το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (με κορμό τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ τον περασμένο Σεπτέμβριο) και η πιο πλήρης συνεδριακή του απόφαση του Ιουλίου 2013. Στα κείμενα αυτά είχαμε διατυπώσει με σαφήνεια την άποψη ότι θα εφαρμόσουμε τα άμεσα μέτρα του προγράμματός μας (751 ευρώ ως κατώτατο όριο, επαναφορά ΣΣΕ, κατάργηση ΕΝΦΙΑ, αφορολόγητο στα 12.000 ευρώ, 13η σύνταξη) μονομερώς, σε εύλογο χρόνο και ανεξάρτητα από την πορεία της διαπραγμάτευσης για το χρέος. Το είχαμε πει σε όλους τους τόνους. Από τη στιγμή που η προσωρινή συμφωνία εξαρτά τη νομοθετική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ από την αποφυγή μονομερών ενεργειών (unilateral actions), τίθενται σοβαρά ως και ανυπέρβλητα προβλήματα για την πρακτική εφαρμογή της πολιτικής μας. Στο βαθμό που διατηρείται μια μορφή «επιτήρησης», όχι πια από την τρόικα αλλά από τους περίφημους «θεσμούς», τίθεται το ερώτημα πώς η κυβέρνηση θα νομοθετεί προς την εφαρμογή του προγράμματός μας χωρίς να τρώει συνέχεια «κόκκινη κάρτα». Επίσης, η λίστα μεταρρυθμίσεων του υπουργού Οικονομικών θέτει καταλυτικά όρια, με την αρνητική έννοια, σε κρίσιμα θέματα, όπως η άνοδος των κατωτάτων ορίων των μισθών (υπό την έννοια της εξάρτησής της από την «ανταγωνιστικότητα» της χώρας και της μη εφαρμογής της βραχυπρόθεσμα), η άρση των ιδιωτικοποιήσεων, η βελτίωση των συντάξεων (όπου διατυπώνεται η θέση ότι υπάρχει δέσμευση «συνέχισης του εκσυγχρονισμού του συνταξιοδοτικού συστήματος»), η αύξηση των δαπανών για την υγεία και την περίθαλψη (όπου τίθεται ζήτημα ελέγχου και συνδρομής από τον ΟΟΣΑ), η άνευ προϋποθέσεων επίλυση της σοβούσας ανθρωπιστικής κρίσης, ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών κ.ά. Δεν παλέψαμε για να βρεθούμε μπρος σε ένα μπλοκάρισμα του προγράμματός μας. Είναι εμφανές ότι, αν και εφόσον αυτή η ροπή παγιωθεί, θα έχουμε πλήρη αναστροφή στο μείγμα κυβερνητικής πολιτικής που προτείναμε προεκλογικά. Αυτή η κατάσταση αποδεικνύει ότι ο πολιτικός ορίζοντας της συμφωνίας είναι απολύτως προβληματικός και ότι στο επόμενο διάστημα το μαζικό κίνημα πρέπει να κινηθεί στην κατεύθυνση της εφαρμογής του προεκλογικού μας προγράμματος ως ενός μίνιμουμ φιλολαϊκού προγράμματος, της υπέρβασης της συμφωνίας σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, καθώς επίσης και της διαπραγμάτευσης με ριζικά άλλη μεθοδολογία και βάση εκκίνησης (κάτι που ήδη επισήμανε και ο σ. Γ. Μηλιός). Ανεξάρτητα από οψιγενείς ερμηνείες, το εκλογικό σώμα έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση για να εφαρμόσει την πολιτική του και όχι για να ζητήσει άδεια να εφαρμόσει ένα αβέβαιο κλάσμα της.

– Δεν φοβάστε να κατηγορηθείτε ότι με τη δημόσια έκφραση της διαφωνίας σας υπονομεύετε την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ και αποδυναμώνετε την κυβέρνηση;

– Η εσωκομματική δημοκρατία σε ένα αριστερό κόμμα, ακόμη κι αν αυτό έχει κυβερνητικό ρόλο, υποτίθεται ότι είναι βασική αξιακή αρχή. Και αυτό εκφράζεται και στο καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ. Με τις παραπάνω σκέψεις μου εκφράζω έναν προσωπικό πολιτικό προβληματισμό εν αναμονή και των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων του κόμματος. Αυτό ποτέ δεν έχει κριθεί ως τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ ως κάτι το μεμπτό. Ανεξάρτητα όμως από το ζήτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας, κάθε αριστερός/ή ή κομμουνιστής/τρια στον τόπο μας δεν δικαιούται να σιωπά απέναντι σε δύσκολες και αρνητικές πολιτικές εξελίξεις. Όπως ακριβώς έχω ασκήσει με τα γραπτά μου έντονη κριτική στις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.ά.) σε προγενέστερο χρόνο για την υποτίμηση των ενωτικών δυνατοτήτων και για όψεις σεχταρισμού τους, έτσι ακριβώς δικαιούμαι κι εγώ, όπως και κάθε άλλο μέλος και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, να εκφράσω τον προβληματισμό μου και την επικριτική μου στάση για το αν αυτή η πολιτική που ασκείται διευκολύνει ή δυσχεραίνει τον ενιαίο βηματισμό της Αριστεράς. Πιστεύω ότι χρειάζεται μια αλλαγή κατεύθυνσης στην κυβερνητική πρακτική, ώστε να διευκολυνθεί μια ενωτική στάση στο μαζικό κίνημα.

– Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ εμφανίζονται δικαιωμένοι και εκτιμούν πώς δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά μόνο μέσα στο πλαίσιο της αποπληρωμής του χρέους, του ευρώ και της ΕΕ. Τελικά, υπάρχει άλλος ρεαλιστικός δρόμος;

– Καταρχήν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, μετά τη συντριβή που υπέστησαν, δεν μπορούν να είναι δικαιωμένοι για τίποτε. Επίσης, αυτά τα κόμματα –ακόμη και στο περιορισμένο πλαίσιο τής ως τώρα διαπραγμάτευσης– λειτούργησαν ως εκπρόσωποι των δανειστών και όχι της ελληνικής κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως είχε πει παλιότερα στη Βουλή ο Ηλίας Ηλιού, είναι πολύ ανησυχητικό να σε χειροκροτούν οι εχθροί σου. Κάτι πρέπει να έχεις κάνει στραβά. Αν υπάρχει άλλος ρεαλιστικός δρόμος, εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ευρωενωσιακό πλαίσιο προσφέρει ελάχιστες δυνατότητες πολιτικά και νομικά για να εφαρμοστεί μια έστω και ήπια φιλολαϊκή πολιτική. Ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος είναι η προετοιμασία της κοινωνίας για ενδεχόμενη ρήξη. Από αυτήν την άποψη, η κριτική που έχει ασκήσει η Αριστερή Πλατφόρμα στην πορεία του κόμματος από το 2012 έως το 2015 έχει δικαιωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό.

– Πιστεύετε ότι υπάρχουν περιθώρια αναστροφής της πορείας υποχωρήσεων της κυβέρνησης; Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μέσα ή έξω ή μέσα κι έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ;

– Επιτρέψτε μου να εξακολουθήσω να πιστεύω ως μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ ότι το κόμμα με δύσκολο και βασανιστικό τρόπο μπορεί να προχωρήσει προς έναν διαφορετικό προσανατολισμό αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ωστόσο τα περιθώρια ποιοτικά και χρονικά δεν είναι καθόλου ανεξάντλητα, ο χρόνος πυκνώνει με ραγδαίο ρυθμό. Σε αυτή την προοπτική, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο κΓιούρογκοραι οι άλλες δυνάμεις της Αριστεράς οφείλουν να προετοιμάσουν την κοινωνία για μεγαλύτερες και συνολικότερες ρήξεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλιώς θα κριθούν αρνητικά από ιστορική σκοπιά.

Τέλος της ιστορίας δεν υπάρχει

Αν παγιωθεί η συμβιβαστική πολιτική, κερδισμένη θα βγει η αντίδραση

– Στο ενδεχόμενο μιας αποτυχίας της κυβέρνησης και διάψευσης της μαζικής ελπίδας που γέννησε υπάρχει εναλλακτική διέξοδος προς τα αριστερά ή μαζί με την αποτυχία της θα καταρρεύσει τελεσίδικα κάθε αριστερό σχέδιο, θα παραλύσει το λαϊκό κίνημα και θα επανέλθει δικαιωμένη η Δεξιά ή, ακόμη χειρότερα, η νεοφασιστική Ακροδεξιά;

– Δεν είμαι μελλοντολόγος, παρά το γεγονός ότι, όπως έλεγαν κάποιοι παλιότερα στις ΗΠΑ, «δεν χρειάζεται να είσαι μετεωρολόγος για να αντιληφθείς προς τα πού φυσάει ο άνεμος». Αν παγιωθεί μια συμβιβαστική πολιτική για την αριστερή κυβέρνηση και αν αποτύχουμε να κάνουμε τη διαφορά και να εγκαταστήσουμε ένα αντινεοφιλελεύθερο και αντικαπιταλιστικό παράδειγμα στην Ελλάδα, η επόμενη ημέρα θα ανήκει στον ήπιο νεοφιλελευθερισμό και η μεθεπόμενη στην αντίδραση. Δεν μπορώ να προκαθορίσω τη μορφή της. Το πιθανότερο δεν είναι, κατά την γνώμη μου, η επιστροφή της Χρυσής Αυγής αλλά η ανασύνταξη της λεγόμενης κοινοβουλευτικής λαϊκής Δεξιάς, με χαρακτηριστικά που θα συνδυάζουν τον «δικαιωμένο» ακραίο νεοφιλελευθερισμό με εθνικιστικές και κρατικοαυταρχικές διαστάσεις.

– Τελικά, μήπως όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επανάσταση είναι ανέφικτη στην εποχή μας, η κομμουνιστική κοινωνία μια χίμαιρα και ο καπιταλισμός –έστω με τις κρίσεις του, που μπορεί να τις ξεπεράσει κιόλας– το «τέλος της ιστορίας»;

– Κάθε άλλο. Παρά το γεγονός ότι η πολιτική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ πραγματοποιήθηκε σε ένα δυσμενώς επηρεάζον κλίμα κινηματικής υποχώρησης, απάθειας και ανάθεσης, η ίδια η επίτευξή της ως πρώτο βήμα ιδίως στο βαθμό που η πραγματική εφαρμογή του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ όντως προχωρήσει και αλληλοτροφοδοτηθεί με μια κινηματική αντεπίθεση (που δεν θα «στηρίζει» ως αντηχείο την κυβέρνηση, αλλά θα την ελέγχει και θα προχωρά πολύ πιο μπροστά από αυτήν) μπορούν να οδηγήσουν σε έναν καλύτερο ταξικό συσχετισμό. Αν το φιλολαϊκό πρόγραμμα τεθεί σε μια τροχιά εφαρμογής (με ταξικούς όρους και όχι όρους φιλανθρωπίας), οι συγκρούσεις που θα επιφέρει μπορούν να το μετατρέψουν μεσοπρόθεσμα σε ένα μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα για την κατάληψη της εξουσίας. Αν όλα αυτά ναρκοθετηθούν και αποτύχουν, οι αρνητικές συνέπειες για όλους όσους αναφέρονται στον κομμουνισμό θα είναι υπαρκτές και πολύ σημαντικές. Αλλά το «τέλος της ιστορίας» δεν υπάρχει. Ακόμη και σε αυτήν την απευκταία περίπτωση, θα βγάλουμε τα συμπεράσματά μας, θα επανακρίνουμε τις παραδόσεις μας και τα οργανωτικά μας όρια και θα βρούμε νέα σχήματα για την προώθηση αυτού που ο Μπαντιού έχει χαρακτηρίσει «κομμουνιστική υπόθεση». Υπό αυτήν την εκτίμηση και μόνο, και μέσα σε ένα πολύ πικρό κοινωνικοπολιτικό κλίμα, δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιστορική αισιοδοξία μας.