Εμείς, ή το εφήμερο του ζόφου (Πριν, 6/12/2015)

 

Αλληγορία για τον υπό εξέλιξη ολοκληρωτισμό η θεατρική παράσταση στο θέατρο Άτις, από την ομάδα Σημείο Μηδέν και σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου, και ταυτόχρονα υπενθύμιση για την επαναστατική δυνατότητα που είναι διαρκώς παρούσα.

 

«Αυτό είναι αδιανόητο! Είναι ηλίθιο! Δε βλέπεις πως αυτό που σχεδιάζετεsel 20 kentro είναι… επανάσταση;» ρωτάει τρομοκρατημένος ο D-503 την Ι-330 που με την ορμητική της εισβολή ανατρέπει όλες τις σταθερές που υπάρχουν στη ζωή του. Μια ζωή – ορισμός του φόβου και της δυστοπίας, 1.500 περίπου χρόνια από σήμερα κι αφού μεσολάβησε ο αφανισμός του μεγαλύτερους μέρους του πληθυσμού μετά από έναν 200ετή παγκόσμιο πόλεμο. Στα συντρίμμια αυτού του πολέμου δεσπόζει το Μονοκράτος, που διοικείται από τον Ευεργέτη, ο οποίος εξουσιάζει τις χαρές και τις λύπες, τη ζωή και τον ύπνο των υπηκόων του.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

«Ναι – επανάσταση! Γιατί είναι ηλίθιο αυτό;» απαντάει η Ι-330 που με τις κινήσεις και τα καλέσματά της αποτελεί ζωντανή παραφωνία στην προγραμματισμένη και νευρωτική κινησιολογία και την ιδεολογία του Μονοκράτους, όπου όλα είναι κώδικες, αριθμοί και κυρίως υποταγή. Η Ι-330 ενσαρκώνει τη δυνατότητα της ανατροπής που καταλύει την τάξη, απειλώντας με κατάρρευση και τον πιο καλά ελεγχόμενο κόσμο.

«Είναι ηλίθιο, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση. Γιατί η δική μας – λέω η δική μας επανάσταση κι όχι η δική σας – ήταν η τελευταία… Και δεν μπορεί να υπάρξει καμία άλλη επανάσταση… αυτό το ξέρει ο κάθε…» αντιτείνει ο D-503 αναπαράγοντας τη σιγουριά της κάθε εξουσίας. Κι εδώ δεν γίνεται λόγος για τη νεαρή σοβιετική εξουσία, καθώς το έργο του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, στρατευμένου μπολσεβίκου, με εξορίες στα χρόνια της τσαρικής Ρωσίας, γράφτηκε το 1921. Πριν δηλαδή τις διώξεις που σηματοδότησαν το τέλος και το διασυρμό της Οκτωβριανής επανάστασης, από τις οποίες ο Ζαμιάτιν ξέφυγε λόγω του Γκόρκι. Αφορά τις τομές που έφερε στην παραγωγή και την καθημερινότητα η τυποποίηση της παραγωγικής διαδικασίας του εξελιγμένου εργοστασίου, το σύστημα του ταιηλορισμού. Το έργο του Ζαμιάτιν έτσι μπορεί να θεωρηθεί κι ως ένδειξη των ανησυχιών που δημιουργούσε στη σοβιετική διανόηση η αποθέωση του ταιηλορισμού.

Ο Ζαμιάτιν, συγγραφέας του Εμείς, ενέπνευσε τον Τζορτζ Όργουελ και τον Άντους Χάξλεϋ

«Αγαπητέ μου, είσαι μαθηματικός. Και ακόμη περισσότερο, είσαι φιλόσοφος λόγω των μαθηματικών. Πες μου, λοιπόν, ποιος είναι ο τελευταίος αριθμός;» επανέρχεται η Ι-330 διεισδύοντας στον δικό του μαθηματικό κόσμο, απ’ όπου αντλεί και γενικεύει όλες τις βεβαιότητες, ακόμη και στην πολιτική.

«Ο ποιος; Δεν… δεν καταλαβαίνω. Ποιος τελευταίος αριθμός;» απαντάει ο D-503 που μεγαλώνει σε έναν κόσμο στον οποίο τα όνειρα διώκονται και χαρακτηρίζονται «ονειρασθένεια» που αντιμετωπίζεται με «φανταστεκτομή», δηλαδή εγχείρηση αφαίρεσης της φαντασίας. Και οι δύο λέξεις είναι επινόηση του Ζαμιάτιν…

«Να, ο έσχατος, το αποκορύφωμα, ο απόλυτα μεγαλύτερος», απαντάει η Ι-330 που σχεδιάζει να αποτρέψει το ταξίδι του διαστημόπλοιου Αφομοιωτής και να ακυρώσει έτσι τα σχέδια επέκτασης του Μονοκράτους.

«Μα, Ι, αυτό είναι ηλίθιο. Αφού το σύνολο των αριθμών είναι άπειρο, πώς μπορεί να υπάρξει τελευταίος;» απαντάει ο D-503 που μόλις πριν λίγο έλεγε πως «δεν υπάρχουν πιο ευτυχισμένα ψηφία από εκείνα που ζουν σύμφωνα με τους αρμονικούς και αιώνιους νόμους του πίνακα πολλαπλασιασμού. Ούτε αμφιταλαντεύσεις ούτε αυταπάτες. Η αλήθεια είναι μία και το αληθινό μονοπάτι είναι ένα. Η αλήθεια είναι το δύο επί δύο και το αληθινό μονοπάτι είναι το τέσσερα. Εμείς πήραμε τα κύματα των ψιθύρων και τα μετατρέψαμε σε ηλεκτρισμό… πήραμε το λυσσασμένο, αφρισμένο τέρας και το μετατρέψαμε σε κατοικίδιο ζώο», διατεινόταν. Ποιός εδώ δεν θαυμάζει την ιδιοφυία του Ζαμιάτιν που διέκρινε τη δυνατότητα της απελευθερωτικής επιστήμης να γεννήσει τέρατα και λοβοτομημένους ανθρώπους;

«Και πώς μπορεί να υπάρξει τελευταία επανάσταση; Δεν υπάρχει. Οι επαναστάσεις είναι άπειρες. Άκου τελευταία! Αυτό είναι για τα παιδιά. Το άπειρο τρομάζει τα παιδιά και τα παιδιά πρέπει να κοιμούνται καλά το βράδυ…» του απαντάει θριαμβευτικά η Ι-330, νικώντας τον με τους δικούς του όρους κι αυτό είναι το πιο γοητευτικό. Η πειθώ της Ι-330, εν προκειμένω, δεν πηγάζει από ένα νεφελώδες και άσχετο με τι βασικές παραδοχές του Μονοκράτους και των πιστών θεωρητικών του πρόταγμα. Η Ι-330 τού γκρεμίζει τον κόσμο χρησιμοποιώντας τα δικά του εργαλεία, που από μηχανισμοί πειθαναγκασμού αποδεικνύουν τη διαρκή επιστροφή των επαναστάσεων.

Το θεατρικό έργο του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, με τίτλο Εμείς που ανεβαίνει στο θέατρο Άττις, ευτύχησε να πέσει στα χέρια του ταλαντούχου, ευρηματικού και ακούραστου σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπου και της θεατρικής ομάδας Σημείο Μηδέν, με την ερμηνεία και τη συνολική παρουσία της Ελεάνας Γεωργούλη να ξεχωρίζει. Πρόκειται για ένα θαυμάσιο συνδυασμό όπου η σκηνοθετική και ερμηνευτική πρωτοτυπία συναντούν το πολιτικό θάρρος, στα όρια της πρόκλησης. Είναι μια καταπληκτική παράσταση!

Το θεατρικό έργο άλλωστε του Ζαμιάτιν δεν επιδέχεται ερασιτεχνισμών. Το φουτουριστικό αριστούργημά του έδωσε το έναυσμα για να γραφτούν τα σημαντικότερα μελλοντολογικά έργα του 20ου αιώνα, όπως το 1984 του Τζορτζ Όργουελ, ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος του Άντους Χάξλεϋ και το Φαρενάιτ 451 του Ρέι Μπράντμπερι. «Στον Ζαμιάτιν, ωστόσο, που ποτέ δεν έγινε τόσο γνωστός και δημοφιλής», σημειώνει ο Φώτης Τερζάκης στο επίμετρο του βιβλίου Εμείς (εκδ. Νεφέλη, 2015) «υπάρχει κάτι περισσότερο, πέραν της αναμφισβήτητης πρωτοτυπίας, το οποίο δεν εξαντλείται καν στα “περιεχομενικά”, μυθοπλαστικά και ενοποιητικά στοιχεία∙ είναι κάποιες υφολογικές ιδιαιτερότητες οι οποίες, όπως μπορεί πολύ εύκολα να δείξει κάποιος, συλλαμβάνουν πολύ βαθύτερα τη φύση αυτού που καλούμε ολοκληρωτισμό εν συγκρίσει με τους επιγόνους του». Ένα σύγχρονο έργο λοιπόν, γραμμένο σχεδόν έναν αιώνα πριν…

Ο τρόμος μας, …Λα Στράντα (Πριν, 21 Δεκεμβρίου 2014)

225Ο κυνισμός των καθημερινών σχέσεων σε αντίξοες εποχές όπως η σημερινή ή η πρώτη μεταπολεμική εποχή μέσα από το έργο του Φεντερίκο Φελίνι Λα Στράντα που ανεβαίνει στο θέατρο Βικτώρια με πρωταγωνιστές τους Θ. Κουρλαμπά, Κ. Γέρου και Ν. Νίκα.

«Και ξυπνάς ας πούμε ένα πρωί και βρέχει έξω και μόλις το πάρεις χαμπάρι ψυχοπλακώνεσαι. Μέχρι εδώ δεν είναι περίεργο∙ προφανώς είσαι απ’ αυτούς που δεν γουστάρουν τον χειμώνα. Το περίεργο είναι ότι εσύ τη βροχή κάποτε τη λάτρευες. Σ’ έφτιαχνε. Υπάρχουν και τέτοιοι τύποι∙ εγώ απ’ αυτούς ήμουνα. Τώρα όχι πια∙ τώρα η βροχή είναι απειλή. Γιατί;… τι να λέμε τώρα… μη λέμε αυτονόητα. Υπάρχει κόσμος έξω που… γι’ αυτούς τέλος πάντων η βροχή είναι απειλή. Κάτι χάθηκε. Οριστικά∙ πολλά χάθηκαν. Είναι αργά… πόσο αργά; Πραγματικά δεν το ξέρω».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

«Κι ανεβαίνει λοιπόν η γυναίκα μέσα στη βροχή πάνω σ’ έναν… γερανός ήτανε, εκσκαφέας… δε θυμάμαι… φόραγε μια κίτρινη νιτσεράδα… κι αρχίζει να μιλάει με νοήματα και σήματα και να ρίχνει κάτω σημειώματα, όπου παρακαλούσε να μην της κόψουν το επίδομα, γιατί δεν μπορούσε να συντηρήσει τα παιδιά της. Ούτε ο Μπέκετ δεν είχε σκεφτεί τέτοια εικόνα – ο δρόμος. Η Αυτού Μεγαλειότης ο δρόμος… ο φόβος και ο τρόμος μας… Λα Στράντα φίλε… ο δρόμος»

Οι παραπάνω μονόλογοι, δύο από τους τρεις που ακούγονται πριν ξεκινήσει το θεατρικό Λα Στράντα (Ο δρόμος), στο θέατρο Βικτώρια, προσγειώνουν τον θεατή απότομα στην πραγματικότητα, αφαιρώντας από την μεταφορά του βραβευμένου έργου του Φελίνι οποιαδήποτε ρετρό διάθεση. Το Λα Στράντα, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαϊδη, μοιάζει να γράφτηκε για το σήμερα κι ας πέρασαν εξήντα χρόνια απ’ όταν προβλήθηκε στον κινηματογράφο, σημαδεύοντας μια εποχή. Εποχή μιζέριας, κυνισμού, ιδιοτέλειας αλλά και οραμάτων που δεν φοβόνταν τα ύψη. Μάρτυρας ο Τρελός, ο άφοβος ακροβάτης…

Σκηνοθετικός άθλος η θεατρική μεταφορά μιας ταινίας δρόμου

Οι συνειρμοί με το σήμερα είναι αλλεπάλληλοι. Στη συμπεριφορά του γυρολόγου ζογκλέρ Τσαμπανό (στο ρόλο ο Θανάσης Κουρλαμπάς) που κάνει τα πάντα για να επιβιώσει κλέβοντας το μοναστήρι όπου βρίσκει καταφύγιο, ταπεινώνοντας την Τζελσομίνα (Κάτια Γέρου), την οποία αγοράζει από την πάμφτωχη μάνα της στην αρχή κιόλας του έργου, και σκοτώνοντας τον Τρελό. Στην εθελοδουλεία, την απόγνωση και την ζεστή τρυφερότητα της Τζελσομίνα που εναλλάσσεται και συμπληρώνεται με μια γυάλινη ευθραυστότητα, παρούσα σε κάθε κίνηση, βήμα, λέξη ή σιωπή της. Επίσης στην αυθάδεια και τα πειράγματα του Τρελού (Νίκος Νίκας) που ξέρει ότι δεν θα ζήσει πολύ, λόγω του επαγγέλματός του και δεν φοβάται τον μυώδη και αγροίκο Τσαμπανό, μέχρι που πεθαίνει στα χέρια του. Ο κτηνώδης κόσμος του Τσαμπανό φτάνει στα όρια του και συνθλίβεται όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον πόνο που προκαλεί και συνειδητοποιεί πως κατέστρεψε την μοναδική ευκαιρία που του προσφέρθηκε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ο φαινομενικά απρόσβλητος σε ανάλογες ευαισθησίες Τσαμπανό, που στην κινηματογραφική ταινία ενσαρκώνει ο Άντονι Κουίν, μοιράζεται το ίδιο τέλος με τους δύο άλλους πρωταγωνιστές, πεθαίνει από τα θύματά του, αναδεικνύοντας την ιδιόμορφη σχέση που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των τριών.

Το έργο Λα Στράντα δεν αναφέρεται μόνο στην μεταπολεμική Ιταλία, όπου στον αγώνα για την ανθρώπινη επιβίωση έπρεπε να τσαλαπατηθούν και άνθρωποι, όσοι στέκονταν εμπόδιο σε μια χούφτα ψιλά για να βγει κι αυτή η μέρα και ο άνθρωπος απέναντι στον άνθρωπο γινόταν λύκος. Το έργο Λα Στράντα μοιάζει να γράφτηκε για σήμερα, όπου και πάλι ο αγώνας της επιβίωσης που γεννά μαζικά Τσαμπανό, αν και λιγότερο αγροίκους και πιο καλοντυμένους, μοιάζει να μπορεί να δικαιολογήσει τα πάντα. Η σκηνοθεσία του Β. Νικολαΐδη, χωρίς να καταφεύγει σε απλουστεύσεις, υπηρετεί αυτή την ανάγνωση του έργου.

Είναι εξαιρετικές και οι τρεις βασικές ερμηνείες του Θανάση Κουρλαμπά, της Κάτιας Γέρου και του Νίκου Νίκα. Το έργο παίζεται από Τετάρτη μέχρι Κυριακή στο θέατρο Βικτώρια (Μαγνησίας 5 & 3ης Σεπτεμβρίου 119, τηλ. 210 8233.125).

Κ. Κατζουράκης: από τη «θέση του μικρού θεού» (Πριν, 7 Ιουλίου 2013)

Katzourakis«Ο ρόλος του δασκάλου είναι ακριβώς να διατηρεί ανοιχτό το θέμα της εξέγερσης που αφορά την ουσία της τέχνης», αναφέρει ο εικαστικός Κυριάκος Κατζουράκης στο εξαιρετικό βιβλίο του Τάξη στο χάος, ζωγραφική / θέατρο / κινηματογράφος (εκδ. Καλειδοσκόπιο), η έκδοση του οποίου συνέπεσε με την αναδρομική του έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη (κτίριο οδού Πειραιώς) που θα διαρκέσει ως τις 28 Ιουλίου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

«Διαχέεται γύρω μας μια περίεργη παύση, θα την έλεγα παύση ζωής κι ας ακούγεται υπερβολή… Μια παύση γεμάτη με τίποτα, μια παύση όπου ο άνθρωπος μένει σε αδράνεια, χωρίς να αισθάνεται μέρος ή συνέχεια κάτι άλλου. Η απειλή παύσης πληρωμών ηχεί γελοία μέσα στο κλίμα Γενικής Παύσης».

Το βιβλίο του Κυριάκου Κατζουράκη, με τίτλο Τάξη στο χάος (εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2013), είναι, ένα αισθητικό «μανιφέστο», αυτοβιογραφία και μια σειρά σημειώσεων για τα πολιτικά επίδικα των ημερών μας. Διαβάζοντας το, ο κάθε αναγνώστης έχει βοηθηθεί να έρθει ένα βήμα πιο κοντά στα θέματα της ζωγραφικής και της τέχνης, τα αντιμετωπίζει με πιο ρεαλιστικούς όρους, φαντάζουν λιγότερα απόμακρα κι ανεξήγητα. Η δική του πορεία στην ζωή, οι εμπειρίες, οι δάσκαλοι κι οι προσωπικές επιλογές του συγγραφέα, γίνονται συχνά ο οδηγός του αναγνώστη για να αντιληφθεί την αισθητική και πολιτική του στάση.

Κοιτώντας ωστόσο από απόσταση το βιβλίο του Κατζουράκη δεν είναι αυτά τα τρία διακριτά σημεία αναφοράς που αρκούν για να περιγράψουν το συγγραφικό εγχείρημα ή, κρίνονται ανεπαρκή για να συμπυκνώσουν και να αποδώσουν την συμβολή του. Είναι οι γέφυρες που τα συνδέουν, οι σύνδεσμοι που τα ενώνουν! Ο τρόπος δηλαδή που η πολιτική στάση του Κατζουράκη επηρεάζει τις αισθητικές του επιθυμίες, κοκ. «Πάντα ονειρεύομαι μια κοινωνία που έχει ανάγκη τη ζωγραφική σε δημόσια θέα, σε τοίχους, σε κτίρια, σαν τη ζωγραφική του Ριβιέρα, με πρωταγωνιστή την ιστορία αλλά και τις μικρές μύχιες στιγμές της ζωής», αναφέρει για παράδειγμα ο συγγραφέας. Ενώ σε άλλο σημείο τονίζει: «Ο καλλιτέχνης εκ φύσεως είναι από τη μεριά της ανατροπής. Βασικό του μέλημα, σαν πρωινή γυμναστική, είναι να νικάει την απαισιοδοξία και να μπαίνει στη θέση του μικρού θεού που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Κι αυτό είναι μεν ψευδαίσθηση, είναι όμως και τρομερή κινητήρια δύναμη».

Ωστόσο, το βιβλίο και οι σκέψεις του συγγραφέα – εικαστικού τοποθετούνται ξανά και ξανά επάνω σε ένα δίπολο που διαπερνά το βιβλίο από την πρώτη του σελίδα. Είναι η αντίθεση μεταξύ συλλογικού και ατομικού. Παρότι ο Κατζουράκης αποφεύγει τις απολυτότητες, επάνω σε αυτό το θέμα δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφισημία. Από την διαχωριστική γραμμή που ορίζει αυτή η αντίθεση κρίνει για παράδειγμα τα καλλιτεχνικά ρεύματα: «Το μεταμοντέρνο… είναι η διαστροφική πλευρά του ετερόφωτου καλλιτέχνη, που δεν επικοινωνεί με την πραγματικότητα του, παρά μόνο μέσα από τα μάτια των άλλων. Μιλάω εκ του αποτελέσματος, τα τέρατα δηλαδή που έχουν γίνει αυτά τα περίπου τριάντα χρόνια που κυκλοφορεί το είδος. Τα έργα του μεταμοντερνισμού, που υμνήθηκαν στην εποχή μας, είναι σαν “προφυλακτικά ανύπαρκτης συνουσίας”. Το ίδιο άγαμο στυλ πάντρεψε το μεταμοντέρνο ύφος με το λαιφστάιλ των νέων καλλιτεχνών και το αποτέλεσμα είναι εκατοντάδες χιλιόμετρα αδιάφορης ανερωτικής, άφυλης γεωγραφικά και απροσδιόριστης τοπογραφικά τέχνης. Κατασκευές που διεκδικούν την ανακάλυψη των ήδη ανακαλυφθέντων, την πρωτοτυπία, τη μοναδικότητα και, κυρίως, μια γενίκευση της ιστορίας του ανθρώπου, που τη βάζουν συνήθως σε ντουλαπάκια με ταμπελίτσες». Ως απόρροια της προτίμησης του για το συλλογικό υμνεί τα απλά πράγματα: «Η μη σκηνοθετημένη πραγματικότητα, η καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, έχει τέτοιο πλούτο που δεν σου φτάνει η ζωή σου όλη για τον καρπωθείς». Το συλλογικό επίσης αναδεικνύει ως το κρυμμένο μυστικό των μεγαλύτερων έργων τέχνης. Αναφέρει για παράδειγμα υμνώντας την Σχολή των Αθηνών του Ραφαήλ: «Εκεί κατάλαβα τι είναι η συλλογική μνήμη, εκεί είδα με τα μάτια μου, πως ένας νέος καλλιτέχνης γίνεται να κουβαλάει μέσα του, έξω του, παντού το όραμα μιας ολόκληρης κοινωνίας». Ενώ σε άλλο σημείο τονίζει, σαν εκείνη την ώρα να κλείνει και το μάτι στον αναγνώστη: «Όταν λέμε έργο του “Ρούμπενς” εννοούμε του εργαστηρίου του Ρούμπενς και της συντεχνίας του»…

Η συλλογική προσπάθεια είναι κι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται κι οι στόχοι του: «Εξακολουθώ να φαντάζομαι μια ομάδα αριστερών καλλιτεχνών που να μοιράζεται τη διαδικασία παραγωγής τέχνης και να επιμένει να αλλάξει τον κόσμο. Μια ομάδα με υψηλή ποιότητα που θα χωνεύεται μέσα στον κόσμο και θα χρωματίζει με πάθος την πιθανότητα της αλλαγής».

Σημασία τέλος έχει πως ο Κυριάκος Κατζουράκης ενώ αποστρέφεται το κράτος, δεν κρατάει αποστάσεις από την Αριστερά την οποία επικρίνει για την ιδεολογική της πενία. «Σήμερα η τέχνη που βρίσκει υποστήριξη είναι η τέχνη που στέκεται αμήχανη ή αδιάφορη απέναντι στην εξουσία. Στο ζήτημα “φόρμα – περιεχόμενο”, η κοινωνική κριτική απουσιάζει για διακοπές, οι μορφές της απολιτικής τέχνης κυριαρχούν, ο εκλεκτικισμός των καλλιτεχνών επιβραβεύεται, η γενικόλογη παγκοσμιοποίηση αγκαλιά με τον εθνικισμό καταλαμβάνουν την ψυχή τους και τα πόστα στη διαχείριση του πολιτισμού. Η Αριστερά στέκεται αμήχανη απέναντι στο επώνυμο καλλιτεχνικό έργο και πολλές φορές στα θέματα της τέχνης αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία. Η θεωρία της τέχνης έχει καθήκον να συμπεριλάβει στις έρευνές της τη ζοφερή αυτήν πραγματικότητα. Υπάρχουν μέτωπα. Όχι μόνο τώρα την εποχή της κατάρρευσης. Πάντα υπήρχαν».

Συνολικά πρόκειται για ένα βιβλίο-θησαυρό, που έχει το γνώρισμα των σπουδαίων έργων να διαβάζεται σε πολλά επίπεδα, δείχνοντας μεταξύ άλλων ότι η εποχή μας δεν είναι και τόσο σκοτεινή, όσο φαίνεται.

Η έκδοση του βιβλίου συνέπεσε με την αναδρομική έκθεση του Κυριάκου Κατζουράκη στο Μουσείο Μπενάκη που θα διαρκέσει μέχρι τις 28 Ιουλίου. Η γνωριμία με το πολυεπίπεδο έργο του Κατζουράκη (ζωγραφική, κινηματογράφος, θέατρο, κ.α.) διευκολύνεται με τις ξεναγήσεις που οργανώνει ο ίδιος. Οι επόμενες έχουν προγραμματιστεί για την Παρασκευή 19/7 (και ώρα 7) και το Σάββατο 20/7 (ώρα 11).

Δέκα χρόνια χωρίς τον Κυριάκο Σιμόπουλο (Πριν, 16 Οκτώβρη 2011)

Μια δεκαετία συμπληρώθηκε από την μέρα που ο Κυριάκος Σιμόπουλος έχασε την μάχη με το θάνατο. Το κενό που μας άφησε είναι δυσαναπλήρωτο, ανάλογο της πληθωρικής σε όγκο και πολύτιμης ποιοτικά προσφοράς του.

Ο Κυριάκος Σιμόπουλος πριν απ’ όλα διακρίθηκε για την σεμνότητα και το ήθος του. Μακριά από τις δημόσιες σχέσεις ποτέ δεν εντάχθηκε στα σαλόνια της αθηναϊκής διανόησης και τις ομόνυμες παρέες, παρότι δεν του έλειψαν οι ευκαιρίες. Διακρίθηκε επίσης για την εργατικότητά του και την πολιτική του συνέπεια. Τα βιβλία του εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να αποτελούν πολύτιμη και ανεξάντλητη πηγή γνώσης και σοφίας λόγω του ότι κάθε παράγραφος, η κάθε πρόταση πολλές φορές κρύβει από πίσω της αναζήτηση και μόχθο πολλών ωρών. Μια βαθιά άποψη, γερά θεμελιωμένη που ανατρέπει συμβατικές σοφίες, προφάνειες και πάντα την επίσημη ιδεολογία.

Εκδήλωση του Πριν

Ο Κυριάκος δεν φυγομάχησε. Όπως στη Μακρόνησο κράτησε το κεφάλι ψηλά, υπομένοντας όλες τις κακουχίες και τις ταπεινώσεις, έτσι και στη συνέχεια έδινε την μια ιδεολογική μάχη μετά την άλλη με πείσμα και βαθιά γνώση. Απέναντι στον ανερχόμενο εθνικισμό των αρχών της δεκαετίας του ‘90, απέναντι την «εθνική ιδεολογία» των Ολυμπιακών Αγώνων που άλωσε τις συνειδήσεις, απέναντι στην καταστολή και τα βασανιστήρια της εξουσίας, απέναντι στην θεοποίηση άξεστων τυράνων ο Κυριάκος Σιμόπουλος δημιούργησε ένα σύνολο γνώσεων που αποτελεί παρακαταθήκη για τη μαρξιστική σκέψη, την Αριστερά, κάθε προοδευτικό άνθρωπο. Δίδαξε επίσης πως πρέπει να γίνεται η κριτική: αιχμηρά και μετά λόγου γνώσεως, αμείλικτα αλλά με πλήρη σεβασμό της εποχής και πάνω απ’ όλα από θέσεις αρχών με γνώμονα την αξιοπρέπεια και την απελευθέρωση του ανθρώπου κι όχι ευκαιριακά, με γνώμονα την σύμπλευση με το κυρίαρχο κάθε φορά πολιτικό ή ιδεολογικό ρεύμα.

Σημαντική στιγμή στην διάδοση του έργου του αποτέλεσε η πρόσφατη επανέκδοσή τους από τις εκδόσεις Πιρόγα, σε τιμές μάλιστα ιδιαίτερα προσιτές.

Το Πριν θέλοντας να τιμήσει αυτή την προσφορά και να κρατήσει αναμένη την φλόγα του Κυριάκου θα διοργανώσει σύντομα εκδήλωση – επιστημονική ημερίδα, αφιερωμένη στο έργο του. Νεώτερα ωσονούπω…