«Αμερικανικό εργοστάσιο» παγκόσμια απειλή!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Είναι ένα αριστούργημα! Το ντοκιμαντέρ Αμερικανικό  Εργοστάσιο, που προβάλλεται στο Netflix από τις 21 Αυγούστου καταγράφοντας ρεκόρ θεαματικότητας, αναμετριέται με τα πιο μεγάλα και ακανθώδη ζητήματα που θέτει η εποχή μας. Τα θέματα που ανοίγει είναι δεκάδες• κι είμαι σίγουρος πώς αν το έβλεπα και τρίτη φορά θα διέκρινα κι άλλα ερωτήματα που θέτει: Τα εργατικά δικαιώματα, με πρώτο και κύριο το ζήτημα των αμοιβών, οι συνθήκες εργασίας, οι πολιτιστικές διαφορές μεταξύ των λαών, ο ρόλος των συνδικάτων, η εργοδοτική αυθαιρεσία, ο χαρακτήρας του καθεστώτος στην Κίνα, η μετανάστευση, η σημασία του Τύπου, η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, η εργατική αλληλεγγύη, το περιεχόμενο της εργασίας, η αντικατάσταση της ζωντανής εργασίας από τη νεκρή (μηχανές) και, το σημαντικότερο όλων, η σημασία των άμεσων ξένων επενδύσεων. Κάθε νέα επένδυση από το εξωτερικό, ακόμη κι αν είναι πραγματική επένδυση κι όχι ιδιωτικοποίηση δηλαδή αλλαγή ιδιοκτησίας όπως κατά κόρον συμβαίνει, είναι ευεργετική για την οικονομία και επωφελής για τους εργαζόμενους που θα βρουν δουλειά; Το συμπέρασμα που συνάγεται από την ταινία δεν είναι το προφανές, αυτό τουλάχιστον που παπαγαλίζεται με ευκολία σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι ξένες επενδύσεις έχουν αναχθεί όχι απλώς σε πανάκεια, αλλά και σε μέτρο αξιολόγησης μιας οικονομίας…

Το ντοκιμαντέρ ξεκινάει με το κλείσιμο μιας αυτοκινητοβιομηχανίας στα απόνερα της κρίσης του 2008. Τη θλίψη των απολυμένων εργατών διαδέχεται η αισιοδοξία όταν η κινέζικη Fuyao επενδύει 500 εκ. δολ. σε μια μονάδα κατασκευής τζαμιών για αυτοκίνητα και προσλαμβάνει 2.000 εργάτες. Οι περισσότεροι εξ αυτών ήταν απολυμένοι κι είχαν περάσει χρόνια στην ανεργία, έχοντας χάσει ακόμη και το σπίτι τους, όπως δηλώνει μπροστά στο φακό μια έγχρωμη εργάτρια. Η απότομη προσγείωση πραγματοποιείται πριν ακόμη ξεκινήσει τη δραστηριότητά της η κινέζικη θυγατρική όταν στη διαδικασία επιλογής προσωπικού γίνεται σαφές πώς δεν πρόκειται να προσληφθούν συνδικαλισμένοι. Επίσης, όταν γίνεται καθαρό ότι το ωρομίσθιο θα είναι πολύ πιο χαμηλό, σε σχέση με τα χρήματα που κέρδιζαν οι εργάτες από την προηγούμενη δουλειά τους. Η ταινία έχει ως βασικό άξονα δράσης το σωματείο, συγκεκριμένα το United Auto Workers, που συγκεντρώνει τον κόσμο της αυτοκινητοβιομηχανίας. Η σύγκρουση προοικονομείται όταν στα εγκαίνια της μονάδας ο τοπικός γερουσιαστής Σέροντ Μπράουν αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποφασίσουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι για το αν θα γραφτούν στο συνδικάτο, προκαλώντας την αντίδραση όχι μόνο της κινέζικης ιδιοκτησίας, αλλά και της διοίκησης που αποτελούταν από Αμερικανούς όπως επέλεξαν οι νέοι επενδυτές για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματικότερη διαχείριση του ανθρώπινου παράγοντα. Εις μάτην…

Η πλοκή, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, κορυφώνεται όταν το προσωπικό του Αμερικανικού εργοστασίου καλείται να ψηφίσει για το αν θα συγκροτηθεί ή όχι σωματείο. Η κινέζικη ιδιοκτησία στο ενδιάμεσο έχει δείξει το πιο επιθετικό της πρόσωπο απολύοντας την αμερικανική διοίκηση, πρωτοπόρους εργάτες κι εργάτριες κι επιβάλλοντας απάνθρωπες συνθήκες εργασίας. Το χάσμα «γεφυρώνεται» όταν οι Κινέζοι προσλαμβάνουν, έναντι 1 εκ. δολ., μια αμερικανική εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων που είναι εξειδικευμένη στη διάλυση των σωματείων. Πρόκειται για μια από τις πολλές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τόσο εργαλεία του σύγχρονου μάνατζμεντ όσο και τις δοκιμασμένες τακτικές του Μακαρθισμού και του Χούβερ, προκειμένου να επιτύχουν το φιλελεύθερο ιδεώδες που αντιμάχεται κάθε συλλογική έκφραση πιστεύοντας ότι ακυρώνει τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Κι αν όχι αυτόν σίγουρα τα κέρδη της ιδιοκτησίας… Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας δεν δικαιώνει τους αγωνιστές εργάτες που προσέτρεξαν στο σωματείο για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, δείχνοντας τη δεινή θέση στην οποία έχει βρεθεί η σημερινή εργατική τάξη κολλημένη στον τοίχο από την ανεργία και την υπερχρέωση.

Το ίδιο το ντοκιμαντέρ όμως αποτελεί μια απρόβλεπτη και πειστική υπεράσπιση των συλλογικών αγώνων και της συνδικαλιστικής δράσης. Το αποτέλεσμα δεν θα ήταν αυτό που βλέπουμε στις οθόνες μας αν ο Μπάρακ και η Μισέλ Ομπάμα, που είχαν την ευθύνη της παραγωγής, δεν ανέθεταν τη σκηνοθεσία στη Τζούλια Ράιχερτ και τον Στίβεν Μπόγκναρ. Η Ράιχερτ έχει στο βιογραφικό της σπουδαία ντοκιμαντέρ με σημαντικότερα το Union Maids για τις προσπάθειες οργάνωσης των γυναικών τη δεκαετία του 1930 και το Seeing Red που αναφέρεται στην ιστορία του Αμερικάνικου Κομμουνιστικού Κόμματος. Πιο πρόσφατα δε, κατέγραψε με το φακό της το κλείσιμο του εργοστασίου της General Motors στο Ντέιτον, αναδεικνύοντας  τις συνέπειες της κρίσης του 2008 στον κόσμο της εργασίας. Εδώ πιθανά βρίσκεται και ο συνδετικός κρίκος με τον πρώην αμερικανό πρόεδρο, Μπάρακ Ομπάμα, δεδομένου ότι το βάπτισμα του πυρός ως πρόεδρος το έλαβε με ένα αμφιλεγόμενο πακέτο διάσωσης της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας που το 2008 δέχτηκε έναν πρωτοφανή κλυδωνισμό. Ωστόσο, η διάσωση των δύο αμερικανικών αυτοκινητοβιομηχανιών (General Motors και Chrysler) δεν έγινε χωρίς τη θυσία εργατικών δικαιωμάτων! Ως όρος για την διάθεση 18 δισ. δολ. από τα λεφτά των αμερικανών φορολογουμένων  προβλεπόταν και η καρατόμηση εργατικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο συμφωνίας της νεοπαγούς τότε κυβέρνησης Ομπάμα με το συνδικάτο UAW. Ο Ομπάμα πιθανά επιστρέφει στον …τόπο του εγκλήματος για να δείξει ότι η δική του συμφωνία ήταν το μικρότερο κακό, σε σύγκριση με ό,τι ερχόταν…

Όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνθήκες εργασίας. Κανείς δε θα διαφωνήσει ότι οι συνθήκες εργασίας στις ισχυρότερες αμερικανικές πολυεθνικές Amazon, τα Wall Mart και τα Mac Donald’s αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή για τις εργατικές κατακτήσεις. Υπάρχουν όμως και χειρότερα όπως το περίφημο 996 (δουλειά από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ για 6 ημέρες την εβδομάδα), που είναι κανόνας στην τομέα της πληροφορικής της Κίνας, όπως και σε πολλούς άλλους κλάδους. Σε τέτοιο βαθμό ώστε οι Κινέζοι πληροφορικάριοι εξεγέρθηκαν αξιοποιώντας την παγκόσμια πλατφόρμα ανάπτυξης λογισμικού GitHub, η οποία  ανήκει στην Microsoft, όπου προγραμματιστές όλου του κόσμου μοιράζονται κώδικα και εργαλεία λογισμικού. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι η Κίνα, κατά την προσφιλή της τακτική πολύ πρόσφατα είχε απαγορεύσει την πρόσβαση σε αυτή την ιστοσελίδα, όπως έχει κάνει με το Facebook, Twitter κι άλλες πλατφόρμες. Αναγκάστηκε όμως να υποχωρήσει κατόπιν διαμαρτυριών των κινέζων μηχανικών που έμεναν εκτός των τεχνολογικών εξελίξεων. Ο αναβρασμός ενάντια στην υπερεργασία ξεκίνησε με αφορμή ένα ποστ που εμφανιζόταν να έχει αναρτηθεί από το χρήστη 996icu, σα να λέμε 996μεθ εκ του όρου Μονάδα Εντατικής Θεραπείας! Έκτοτε, η απήχηση του θέματος ήταν τεράστια. Το δικό του μάλιστα ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ακόμη και το Twitter για ένα χρονικό διάστημα μπλόκαρε αναρτήσεις που περιείχαν συνδέσμους στο 996.ICU, εγείροντας την ανησυχία μήπως ο δημοφιλής τόπος αναρτήσεων του προέδρου Τραμπ αναπαράγει τα μοντέλα κινέζικης λογοκρισίας. Γρήγορα ωστόσο το μπλοκάρισμα στο Twitter ακυρώθηκε, με την εταιρεία να δικαιολογείται επικαλούμενη τον αλγόριθμο αντιμετώπισης ανεπιθύμητων αναρτήσεων. Στην ίδια λίστα κινέζοι χρήστες ανάρτησαν και μια άλλη μαύρη λίστα εταιρειών όπου οι εργαζόμενοι δουλεύουν ακόμη περισσότερες από 72 ώρες. Μεταξύ αυτών είναι η κινέζικη γιγαντιαία πολυεθνική λιανικής Alibaba, η κατασκευάστρια των κινητών τηλεφώνων Huawei, κ.α. Υπάρχουν επομένως κι ακόμη χειρότερα από το 996. Στον αντίποδα ωστόσο αυτών των τάσεων ξεχώρισε η λίστα 955, με εταιρείες που σέβονται το 40ωρο.

Ο νέος «ιός» λοιπόν της υπερεργασίας των 72 ωρών την εβδομάδα που εξαπλώνεται ταχύτατα ξεπερνάει και απειλεί ακόμη και τα αμερικανικά εργασιακά ήθη, συνιστώντας μια πρωτοφανή οπισθοδρόμηση για όλον τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό. Η σημασία που αποδίδει επομένως η Τζούλια Ράιχερτ μόνο τυχαία δεν είναι κι ούτε μπορεί να ειπωθεί ότι αθωώνει τα κάτεργα της Silicon Valley… Επισημαίνει απλώς ότι έπονται και χειρότερα, κι όχι μάλιστα για το μακρινό μας μέλλον…

Στις μεγάλες αρετές του ντοκιμαντέρ περιλαμβάνεται η αποφυγή της προσωποποίησης των απειλών. Τα κοντινά πλάνα και οι προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών, είτε είναι εργάτες κι εργάτριες ένθεν κι ένθεν, είτε ο Αμερικανός πρόεδρος του εργοστασίου είτε ο κινέζος δισεκατομμυριούχος, δεν ενθαρρύνουν ρατσιστικές συμπεριφορές, ανάλογες αυτών που υποκινεί το σύνθημα του Τραμπ «Πρώτα η Αμερική». Οι στιγμές των πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ Κινέζων κι Αμερικάνων εργατών, όταν οι Κινέζοι στις ΗΠΑ εξασκούνται στη χρήση όπλων κι οι Αμερικάνοι στην Κίνα μυούνται στα εξαντλητικά ωράρια και την εργασιακή πειθαρχία σε μια αίθουσα γεμάτη σφυροδρέπανα είναι από τις πιο ευρηματικές.

Με εξ ίσου μεγάλο ενδιαφέρον αναμένονται και τα επόμενα «παραδοτέα» της συμφωνίας που υπέγραψε το ζεύγος Ομπάμα με το Netflix. Μεταξύ αυτών θα είναι η μεταφορά σε ντοκιμαντέρ του νέου βιβλίου του Μάικλ Λιούις (συγγραφέα του καταπληκτικού βιβλίου Το μεγάλο σορτάρισμα, που γυρίστηκε και ταινία) με τίτλο Ο πέμπτος κίνδυνος. Το βιβλίο, που παρέμεινε στη λίστα των New York Times με τα ευπώλητα επί 14 εβδομάδες, στρέφεται ενάντια στην κυβέρνηση Τραμπ κι εν όψει των προεδρικών εκλογών θα οδηγήσει την πολιτική αντιπαράθεση στα ύψη…

Περιοδικό Επίκαιρα, 14 Σεπτεμβρίου, τεύχος 409

Δεν είναι ο Joker, είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός

Όλγα Μοσχοχωρίτου, Λεωνίδας Βατικιώτης

Ζήτω ο αμερικανικός κινηματογράφος!

Με το αριστούργημα του Τοντ Φίλιπς το Χόλιγουντ για πολλοστή φορά επαναφέρει την Πολιτική στις αίθουσες κινηματογράφου. Ο Τζόκερ είναι μια βαθιά πολιτική ταινία γι’ αυτό και το FBI τοποθέτησε στις αίθουσες της Νέας Υόρκης πράκτορές του για να προλάβει και να καταστείλει αντιδράσεις του κοινού, που θα εμπνευστούν απ’ όσα δείχνει η ταινία.

Ο Τζόκερ είναι ένας κακοποιημένος στην παιδική του ηλικία, ψυχικά διαταραγμένος μεσήλικας σε επαγγελματικό αδιέξοδο. Ακριβώς εδώ παύει η ιστορία του να περιστρέφεται γύρω από μια εξαιρετική περίπτωση. Όλες οι εμπλοκές γύρω από τις οποίες υφαίνεται το σενάριο είναι η καθημερινότητα όλων μας:

Είναι το παρακμιακό και συρρικνούμενο κράτος πρόνοιας που παύει να χορηγεί φάρμακα και ψυχολογική υποστήριξη στους ψυχικά ασθενείς…

Είναι οι πάμφτωχοι συνταξιούχοι καταδικασμένοι να ζουν μέσα στις στερήσεις που εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους σε κάποιο οικονομικό και πολιτικό μεγιστάνα…

Είναι η επίδειξη κυνισμού και η πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι στους φτωχούς, ως υποκατάστατο της κατάργησης του κράτους πρόνοιας…

Είναι η εκπληκτική αντίθεση πλούτου φτώχειας, όπως συμπυκνώνεται από την μια στο φτωχικό διαμέρισμα που κατοικεί ο Άρθουρ Φλεκ και στους βρόμικους, γεμάτους άστεγους δρόμους που περιφέρεται κι από την άλλη στο παλάτι το οποίο κατοικεί φρουρούμενος ο υποψήφιος δήμαρχος Τόμας Γουέιν και στην απαστράπτουσα αίθουσα συναυλιών…

Είναι ο καθημερινός σκυλίσιος ανταγωνισμός στους χώρους εργασίας με τις αλληλοϋπονομεύσεις, τα πισώπλατα μαχαιρώματα και τις προσβολές, που ενίοτε συμπληρώνεται με την υποκρισία…

Είναι η αλητεία των στελεχών της Γουόλ Στριτ που χαρακτηρίζονται ως ευυπόληπτοι πολίτες αλλά ξεδίνουν σε μια μοναχική επιβάτη του μετρό και αμέσως μετά δεν διστάζουν να δείρουν τον Τζόκερ…

Είναι οι χαρισματικοί αλλά αδίστακτοι τηλεαστέρες, δολοφόνοι χαρακτήρα on air, που εξασφαλίζουν τα χειροκροτήματα κατόπιν παραγγελίας της φωτεινής επιγραφής και καλούν στα στούντιο ανυποψίαστους θαυμαστές τους για να γελάσουν μαζί τους.

Είναι ο κοινωνικός αυτοματισμός, μέσω των δεκτών μας που διασύρει όποιον απεργεί πολύ περισσότερο αν αυτοί είναι εργάτες στην καθαριότητα, υπό την επίκληση του φόβου για εμφάνιση ασθενειών, κ.α.

Είναι η απάντηση των μεταλλαγμένων γατών απέναντι στην ανύπαρκτη απειλή των μεταλλαγμένων ποντικιών.

Είναι το μίσος ενάντια στους πλούσιους και την αστυνομία που περιμένει να ανάψει μια σπίθα για να μετατραπεί σε πυρκαγιά κι άλλα πολλά.

Ο σκηνοθέτης καθόλου τυχαία τοποθετεί χρονικά την ταινία του στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές δεκαετίας ’80, την εποχή της ανόδου του νεοφιλελευθερισμού όταν στις ΗΠΑ εγκαταλείπονται ακόμη κι αυτές οι μικρές προσπάθειες δημιουργίας ενός συνεκτικού κράτους πρόνοιας. Είναι μια εποχή που ακόμη κι αν έκλεισε με την εκλογή του Τραμπ, έγινε για να τη διαδεχθεί μια άλλη, χειρότερη…

Η ταινία είναι ένα αριστούργημα από κάθε άποψη: κουστούμια, μουσική, ήχος, φωτογραφία, διάλογοι. Όλα μαζί υπηρετούν ένα πρωτότυπο σενάριο, που κυρίως όμως είναι βαθιά πολιτικό.

Κι αν τα παραπάνω αποτελούν τη μεγάλη εικόνα, αυτό που κάνει την ταινία ένα πραγματικό έργο τέχνης είναι όλα όσα υποβόσκουν.

Όλα αυτά που σου μεταφέρουν έναν κόμπο στο λαιμό και αισθάνεσαι να σε αφορούν, προσωπικά κι ότι η Γκόθαμ που πνίγεται στα σκουπίδια είναι η δική σου πόλη και ότι το ξερό, άρρωστο γέλιο του Joker που μετατρέπεται σε κλαυθμό, είναι και δικό σου γέλιο.

Είναι ευφυέστατο το σενάριο που χρησιμοποιεί μια πραγματική νόσο (το χωρίς συναισθηματικό ισοδύναμο, γέλιο, είναι παράπλευρο σύμπτωμα της σχιζοφρένειας και άλλων νευρολογικών νόσων) για να καταδείξει μία κοινωνία που νοσεί στο σύνολό της. Που την εξανάγκασαν να γελά, να είναι κωμική ήτοι υποτίθεται να γλεντά τη ζωή.

Ενώ είναι μια κοινωνία που στο εσωτερικό της βρίσκεται σε ανελέητο ταξικό πόλεμο. Και ακόμα χειρότερα. Οι αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, οι μητροπόλεις του καπιταλισμού που εξάγουν πόλεμο, καταστρέφονται οι ίδιες, από μόνες τους, σαν να τις τρώνε εσωτερικά, καρκινικά κύτταρα που πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα.

Κι οι άνθρωποι, απελπισμένοι, που τους ζητούν παρά τη δυστυχία που τους έχουν εξαναγκάσει να ζουν, να φορούν τη μάσκα του κλόουν για να επιζήσουν, όταν θα εξεγερθούν ενάντια στην ελίτ που έχει το θράσος να τους ενοχοποιήσει για την ίδια τη φτώχεια που τους έχει ρίξει, θα το κάνει με την ίδια ανελέητη απελπισία που έχει ήδη περιπέσει.

Μέσα σ’ αυτόν τον κοινωνικό και προσωπικό όλεθρο, οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να ζουν κάτω από την επιβολή της «αναγκαστικής ευτυχίας»

«Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έκανε την εμφάνισή της στις ΗΠΑ και μια νέα “επιστήμη της ευτυχίας”, βάση της οποίας αποτελεί η αποκαλούμενη θετική ψυχολογία. Σήμερα, πολλά χρόνια μετά, γιατροί και σύμβουλοι προσωπικής ανάπτυξης (life coaching), διασημότητες τύπου Όπρα Γουίνφρεϊ και πάσης φύσεως ειδικοί, είναι έτοιμοι να μας διδάξουν πώς να είμαστε ευτυχισμένοι.
Το κίνημα της θετικής ψυχολογίας υποστηρίζει πως η ευτυχία αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα προσωπικών επιλογών, ότι ο καθένας μπορεί, με την αρωγή των ειδικών και την επεξεργασία των σκέψεων και των συναισθημάτων του, να γίνει ευτυχισμένος και πως μια φυσιολογική ζωή δεν εξαρτάται από την απουσία δυσκολιών και από το πώς αισθάνεται ο καθένας, αλλά από τη διαρκή επιδίωξη να αισθανόμαστε διαρκώς ολοένα πιο ευτυχισμένοι.
Αλλά όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά και προβάλλονται από τους ειδικούς της ευτυχίας, η πρακτική αυτή, αντλεί τη δύναμή της από την υπόσχεση ότι αποτελεί πανάκεια για όλα τα ενδημικά προβλήματα του νεοφιλελευθερισμού. Και επιμένει πως οι ρίζες των προβλημάτων πρέπει να αναζητηθούν στους ανθρώπους και όχι στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα».
Τα παραπάνω δεν αποτελούν δικές μας σκέψεις. Είναι αποσπάσματα από τις επιστημονικές απόψεις της διακεκριμένης κοινωνιολόγου Έβα Ιλούζ, καθηγήτριας στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, και του ισπανού ψυχολόγου Έντγκαρ Καμπάνας, συγγραφείς του δοκιμίου Happycratie. Comment l’industrie du bonheur a pris le contrôle de nos vies (Ευτυχιοκρατία – Πώς η βιομηχανία της ευτυχίας ελέγχει τις ζωές μας).

Ο Joker λοιπόν θα τους κάνει τη χάρη και με το σχηματισμένο με αίμα στόμα του κλόουν θα τους φωνάξει: «Ένα γέλιο θα σας θάψει…»

Πηγή: Kommon

Κρουαζιερόπλοια εναντίον Γαληνοτάτης

Πιο εύστοχος και επίκαιρος δεν θα μπορούσε να ήταν ο Βρετανός καλλιτέχνης Μπάνκσυ! Η φετινή του εντελώς απρόβλεπτη παρέμβαση στην Μπιενάλε της Βενετίας με θέμα την εισβολή των κρουαζιερόπλοιων στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία έφερε στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που ξεπερνάει την αισθητική όχληση(δες εδώ)! Απειλεί και την ίδια τη Βενετία, όπως φάνηκε με το ατύχημα που συνέβη την Κυριακή 2 Ιουνίου 2019. Το ατύχημα προκλήθηκε όταν ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο 13 ορόφων και 60.000 τόνων με δυνατότητα μεταφοράς 2.500 επιβατών της ιταλικής εταιρείας Msc προσέκρουσε στο λιμάνι παρασέρνοντας ένα μικρό τουριστικό πλοίο που ήταν ήδη σταματημένο και τραυματίζοντας ελαφρά 5 επιβαίνοντες. Οπουδήποτε αλλού κι εν είχε συμβεί το ίδιο επεισόδιο (όπως διαβάσαμε ότι συνέβη το 2011 στη Βαλτική ξανά με ευθύνη του ίδιου πλοίου) θα περνούσε απαρατήρητο. Το πολύ – πολύ να το ανέφερε ο τοπικός Τύπος. Στη Βενετία όμως έγινε θέμα, και για το διεθνή ακόμη Τύπο, επειδή επιβεβαίωσε την κριτική και τις ανησυχίες που διατυπώνονται εδώ και χρόνια.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι αντιδράσεις προέρχονται πρώτα και κύρια από του κατοίκους της Βενετίας που τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ξένοι μέσα στην ίδια τους πόλη. Πρωί – βράδυ ο ήχος που διαπερνά δρομάκια, γέφυρες και πλατείες προέρχεται από τις ρόδες των βαλιτσών που σέρνουν τα στίφη των τουριστών (30 εκ. προσελκύει ετησίως η Βενετία των 270.000 κατοίκων) κι ο ορίζοντας, που ενέπνευσε τον Καναλέτο να γεμίσει τους πίνακες του με ουρανό κάνοντας τους πιο ανήσυχους επισκέπτες να έχουν διαρκώς υψωμένα τα βλέμματα τους για να συλλάβουν τη μαγεία που συνεπήρε τον πιο διάσημο Βενετό ζωγράφο, να διακόπτεται και να ρυπαίνεται από τα υπερμεγέθη κρουαζιερόπλοια.

Entrance to the Grand Canal, Venice – Canaletto

Μάλιστα, το κρουαζιερόπλοιο που προκάλεσε το πρόσφατο ατύχημα δεν ήταν κι από τα μεγαλύτερα. Ανήκει σε εκείνη την κατηγορία, κάτω των 96.000 τόνων, στην οποία επιτρέπεται η διέλευση του καναλιού! Έτσι όμως φαίνεται πόσο αναποτελεσματικά κι επιδερμικά είναι τα μέτρα που έχουν εφαρμόσει για να θέσουν ένα όριο στην επέλαση των κρουαζιερόπλοιων, κατ’ απαίτηση των κατοίκων της Βενετίας. Οι ντόπιοι διαδηλώνουν τακτικότατα στις πλατείες και τους δρόμους της πόλης ενάντια στα κρουαζιερόπλοια και την επέλαση των τουριστών. Πανό και αυτοκόλλητα με το σήμα του απαγορευτικού επάνω σε κρουαζιερόπλοια, βαλίτσες με ρόδες, σελφοκόνταρα κ.α. υπάρχουν σχεδόν σε κάθε γωνία και καφέ, σχεδόν παντού.

Η κυβέρνηση όμως δεν είναι διατεθειμένη να επιβάλει απαγορεύσεις. Κι αυτό μάλιστα παρότι όχι μόνο στη Βενετία, αλλά σε κάθε σχετικό προορισμό από την Βαρκελώνη μέχρι τη Σαντορίνη, όλοι γνωρίζουν ότι τα έσοδα στην τουριστική αγορά είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Οι επιβάτες των κρουαζιερόπλοιων προμηθεύονται κατά την αποβίβασή τους ακόμη και το μπουκάλι το νερό, ενώ μέσα στο πλοίο πωλούνται καρτ ποστάλ από κάθε πόλη που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα επισκέψεων.

Από την άλλη, η υποδοχή των χιλιάδων τουριστών στοιχίζει. Είναι τα κόστη εκσυγχρονισμού και επέκτασης στα λιμάνια ώστε να μπορούν να δέσουν αυτά τα γιγαντιαία πλοία. Κι εξ ίσου σοβαρά είναι τα κόστη που προκαλούν ακόμη και με την ολιγόωρη επίσκεψή τους σε ένα τουριστικό προορισμό, δεδομένων των ανθρώπινων αναγκών που πρέπει να ικανοποιηθούν. Όλα αυτά είναι κόστη που ματαφέρονται είτε στον κρατικό προϋπολογισμό, κι εν τέλει τους φορολογούμενους, είτε στην τοπική κοινωνία που πρέπει να μάθει να ζει με την επέλαση των τουριστών και το θόρυβό τους. Στην άλλη άκρη του φάσματος αυτών των «εξωτερικοτήτων» υπάρχουν ωστόσο κέρδη. Η ιταλική ιδιοκτησία του κρουαζιερόπλοιου που τράκαρε στο βενετσιάνικο ντοκ, έστω κι αν η εταιρεία έχει την έδρα της στην Ελβετία, μας βοηθάει να καταλάβουμε γιατί οι ιταλικές κυβερνήσεις, είτε είναι κεντροαριστερές είτε ακροδεξιές, δείχνουν τέτοια αδιαφορία και ανοχή απέναντι στην καταστροφή που προκαλούν τα κρουαζιερόπλοια.

Η ανάγκη επανεξέτασης των όρων του τουρισμού και των μετακινήσεων, υπό την αυστηρή προϋπόθεση να μην στραφεί σε βάρος των πιο φτωχών επισκεπτών κάτω από την ταμπέλα της προσέλκυσης «ποιοτικού τουρισμού», επιβεβαιώθηκε τις προηγούμενες μέρες κι από το Έβερεστ. Αλλεπάλληλα ρεπορτάζ για την κοσμοσυρροή που παρατηρείται και τις ουρές χιλιομέτρων που σχηματίζονται στην υψηλότερη βουνοκορφή του κόσμου από ορειβάτες μας οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: σε μια εποχή απίστευτης ευκολίας στις μετακινήσεις και μείωσης του κόστους τους, σε μια εποχή που τα μακρινά ταξίδια από προνόμιο πλούσιων και ανθρώπων της περιπέτειας μέχρι και την προπολεμική περίοδο πλέον στοιχίζουν πιο φθηνά από μια επίσκεψη σε μια κοντινή πόλη με το αυτοκίνητο, λόγω βενζίνης, διοδίων, κ.α., η ασυδοσία των κρουαζιερόπλοιων, για αρχή, δεν μπορεί να είναι αυτονόητη. Αν θέλουμε φυσικά να διατηρηθούν ως έχουν ευαίσθητα οικοσυστήματα και ανθρώπινες κατασκευές όπως τα σπίτια στη Βενετία που απειλούνται σοβαρά από τα κύματα που σηκώνουν τα γιγαντιαία κρουαζιερόπλοια για να φτάσουν όσο το δυνατό πιο κοντά στην πλατεία του Αγίου Μάρκου.

Η παρέμβαση πάντως που συμπύκνωσε όλες τις αντιφάσεις της περιόδου προήλθε από τον βουλευτή της Αριστεράς, Νικόλα Φρατογιάννι, που δήλωσε τα εξής: «Είναι πραγματικά παράξενο που μια χώρα η οποία επιχειρεί να σταματάει την είσοδό στα λιμάνια της σε καράβια που έχουν σώσει κόσμο στη θάλασσα, να επιτρέπει σε αυτά τα γιγαντιαία θηρία από ατσάλι να απειλούν τη Βενετία με μακελειό»…

 Πηγή: Νέα Σελίδα

Stamboul Train: Το φάντασμα του φασισμού από το Όριαν Εξπρές στις πτήσεις της Ryanair

Στον κόσμο του Γκράχαμ Γκριν τα πάντα ήταν τοποθετημένα τέλεια. Είτε η ιστορία του εξελισσόταν στην Σαϊγκόν (Ήσυχος Αμερικανός) είτε στο Μεξικό (Η δύναμη και η δόξα) ποτέ στην αφήγησή δεν υπήρχε κάτι τυχαία.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Έχοντας προσφέρει τις υπηρεσίες του ως πράκτορας στο βρετανικό στέμμα αναγνώριζε και σεβόταν όχι μόνο τις λεπτές διαφορές αλλά και τις άπειρες αντιφάσεις των πρωταγωνιστών της ιστορίας, ακόμη και κάθε εποχής.

Έτσι και στην υπέροχη παράσταση Stamboul Train, που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά Στο Τρένο στο Ρουφ. Όλοι οι ήρωες του και οι σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους αναπαριστούν με εκπληκτική γνησιότητα τους όρους που έφεραν το ναζισμό. Το έργο εκτυλίσσεται το 1933 και παρότι τα σημάδια της επερχόμενης ναζιστικής λαίλαπας ήταν οφθαλμοφανή κανείς δεν ανησυχούσε για τίποτε ή σχεδόν κανείς…

Μια αδίστακτη δημοσιογράφος, υπόδειγμα κυνισμού, που ξεπερνούσε τον έναν ηθικό φραγμό μετά τον άλλο πιο γρήγορα από τα χωριά που πέρναγε το Όριαν Εξπρές οδεύοντας για την Κωνσταντινούπολη κι ως μοναδική της αποστολή είχε να βγάλει αποκλειστικά θέματα που να γίνουν πρωτοσέλιδα.

Ο εβραίος έμπορας που θεωρούταν και αντιμετωπιζόταν σαν μίασμα, άνθρωπος δεύτερης κατηγορίας αν και αστός. Το απαξιωτικό βλέμμα των συνεπιβατών του ήταν κανόνας κι ο ίδιος είχε μάθει να ζει με αυτό, χαμηλώνοντας ενοχικά το δικό του πρόσωπο, όποτε τύχαινε να διασταυρωθεί η πορεία του με άλλον.

Ο παππάς που στο πρώτο μισό του έργου ωρύεται «υπάρχουν ράγιες» για να δικαιολογήσει ότι τα πάντα είναι δοσμένα από το Θεό, αποδοκιμάζοντας έτσι την πρόταση να αλλάξει το τρένο ρότα, ενώ στο δεύτερο μισό του έργου μετατρέπεται σε αστυνόμο, δικαστή και δεσμώτη για να δολοφονήσει εν ψυχρώ τον γιουγκοσλάβο κομμουνιστή.

Ένας νάρκισσος συγγραφέας που ξεχείλιζε από επιτήδευση, οίηση και κοινοτοπίες στην εναγώνια αναζήτηση της δημοσιότητας. Με την ίδια φυσικότητα που πρόσβελνε τον εβραίο έμπορο όποτε τύχαινε να διασταυρωθούν τα βλέμματά τους, εξ ίσου αβασάνιστα στο τέλος του έργου χαιρέτισε ναζιστικά όταν από το βάθος ακούστηκε ο ναζιστικός ύμνος.

Μια πάμφτωχη χορεύτρια που κατευθυνόμενη κι αυτή στην Κωνσταντινούπολη για να δουλέψει σε κάτι παραστάσεις λιποθυμάει από την πείνα και αιωρείται μεταξύ του έρωτά της προς τον πλούσιο Εβραίο και όσων της λέει ο Γιουγκοσλάβος κομμουνιστής.

Το σημείο τομής όμως του έργου, εκεί που η γραμμική αφήγηση ανατρέπεται είναι όταν ο παπάς που βγάζοντας τα ράσα αποδεικνύεται αστυνόμος σκοτώνει τον γιουγκοσλάβο κομμουνιστή. Είναι η επανάσταση στο Βελιγράδι που ξέσπασε τρεις μέρες πριν για να ηττηθεί από την αστυνομία η στιγμή που ο Γράχαμ Γκριν τοποθετεί ως το κορυφαίο γεγονός που φέρνει τα πάνω κάτω στο Όριαν Εξπρές το οποίο ξαφνικά από σύμβολο του πρόωρου αστικού κοσμοπολιτισμού και της εξωευρωπαϊκής γεωγραφικής επέκτασης του κεφαλαίου μετατρέπεται σε σκοτεινή φυλακή για να υποδεχθεί στη συνέχεια το ναζισμό, μέσω χαχανητών. Τα λόγια του κομμουνιστή εξόριστου ακόμη και λίγο πριν δολοφονηθεί προμήνυαν την επερχόμενη θύελλα γι’ αυτό και έπεσε νεκρός!

Ο δε συγγραφέας, από τα λαμπρότερα μυαλά που άφησε στο πέρασμά το ο 20ος αιώνας, ας μην επικριθεί ότι καταφεύγει σε ευκολίες και μανιχαϊστικά σχήματα. Στρατευμένος στην Αριστερά μέσα στον πολυτάραχο και μυθιστορηματικό του βίο, είχε δηλώσει ότι «ένας κομμουνιστής οφείλει να έχει αμφιβολίες όπως κι εμείς οι καθολικοί έχουμε τις δικές μας». 

Το Stamboul Train συγκαταλέγεται στις καλύτερες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων όχι μόνο βάσει του ίδιου του έργου, αλλά και βάσει των ερμηνειών, της σκηνοθεσίας, της μουσικής, των κουστουμιών, κ.α. Τα πιο βαθιά συγχαρητήρια όμως τα οφείλουμε σε όσους ξεχώρισαν κι επέλεξαν να ανεβάσουν αυτό το έργο που λειτουργεί ως σειρήνα συναγερμού. Οι συνηχήσεις με το σήμερα είναι κραυγαλέες. Η άνοδος της ακροδεξιάς σε όλο τον κόσμο, η επιστροφή του ρατσισμού απέναντι στους πρόσφυγες, τους Άραβες, και τους Μουσουλμάνους, η εκπόρνευση της διανόησης και της κυρίαρχης δημοσιογραφίας είναι και σήμερα το ίδιο έντονα παρούσες, μόνο που το σκηνικό δεν είναι τα βαγόνια του Όριαν Εξπρές αλλά οι πτήσεις της Ryanair…

Παραστάσεις: Κάθε  Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Πηγή: Kommon

The Post – Απαγορευμένα μυστικά: Χόλιγουντ εναντίον Τραμπ, Σπίλμπεργκ εναντίον όλων

Μαθήματα πολιτικής εγρήγορσης και κοινωνικών αντανακλαστικών δίνει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με τη νέα του ταινία, The Post: Απαγορευμένα Μυστικά.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η ταινία, που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πιο πολιτική ταινία της σεζόν (εκμηδενίζοντας για παράδειγμα την μεταμοντέρνα Δουνκέρκη, του Κρίστοφερ Νόλαν, που για να μη θίξει τη Γερμανία αποφεύγει να δείξει αγκυλωτούς σταυρούς ακόμη και Ναζί στρατιώτες), επιστρέφει στο πρόσφατο παρελθόν, ανακαλώντας μια από τις κορυφαίες στιγμές της αμερικανικής δημοσιογραφίας, για να μιλήσει για το σήμερα.

Η ιστορία εξελίσσεται σε μια πολύβουη και πνιγμένη στις μικρότητες αίθουσα συντακτών και κορυφώνεται γύρω από το ερώτημα αν η Washington Post θα δημοσιεύσει ή όχι μια μυστική έκθεση που μοιράζονταν Πεντάγωνο, CIA και Λευκός Οίκος η οποία έλεγε τα ανείπωτα: Ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν εξ αρχής χαμένος και δινόταν για το κύρος της Αμερικής και μόνον! 60.000 νεκροί ως τότε για έναν πόλεμο που οι Αμερικάνοι δε θα κέρδιζαν ποτέ και συνεχιζόταν κατά 10% για να προστατευθεί το Νότιο Βιετνάμ, κατά 20% για ανάσχεση στον κομμουνισμό και κατά 70% για το κύρος των ΗΠΑ. Οι συνειρμοί με το σήμερα είναι παραπάνω από προφανείς αν στη θέση του Βιετνάμ βάλουμε το Αφγανιστάν, στη θέση του Νότιου Βιετνάμ τη Σαουδική Αραβία ή το Πακιστάν και στο κύρος των ΗΠΑ τα συμφέροντα των πετρελαϊκών εταιρειών ή ακόμη κι αν δε βάλουμε τίποτε κι αφήσουμε το κύρος των ΗΠΑ.

Η απόφαση για να δημοσιευθούν τα έγγραφα δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε προφανής, καθώς κάθε στιγμή εκκρεμούσε το ενδεχόμενο της φυλάκισης των δημοσιογράφων και της εκδότριας, της οικονομικής κατάρρευσης της εφημερίδας και όχι μόνο.

Κι εδώ ακριβώς είναι το μεγαλείο του Σπίλμπεργκ. Τόσο η από …σύμπτωση εκδότρια  Κάθριν Γκαραμ, (η οποία κληρονομεί την εφημερίδα μετά την αυτοκτονία του συζύγου της) όσο και ο …επίμονος διευθυντής Μπεν Μπράντλι αστειεύονταν, έτρωγαν, έπιναν, έκαναν διακοπές στα εξοχικά και τις θαλαμηγούς υπουργών και …πάνω! «Δεν είναι εύκολο να λες όχι» ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία, όταν η εκδότρια και ο διευθυντής παλεύουν για να υπερβούν τον κακό τους εαυτό, κατηγορώντας ο ένας τον άλλον για τις σχέσεις του με την εξουσία! Οι άνθρωποι που επέφεραν το μεγαλύτερο πλήγμα στον Νίξον ως τότε (γιατί τον επόμενο χρόνο, το 1972, ακολούθησε το Watergate) απολάμβαναν τη φιλία, τις ανέσεις και το γόητρο που προσέφεραν τα σουαρέ και οι φιλοφρονήσεις με την πολιτική εξουσία. Με αντίτιμο φυσικά τη σιωπή τους…

Κι εδώ, ξανά, αποκαλύπτεται το μεγαλείο του Σπίλμπεργκ. Όποιος περίμενε να θαυμάσει μια Μέριλ Στριπ, που να επαναλαμβάνει την ερμηνεία που έδωσε στη Σιδηρά Κυρία υποδυόμενη τη Μάργκαρετ Θάτσερ, (επιλέγοντας σκηνοθετική αδεία να παρακάμψει την πραγματικότητα) διαψεύδεται! Γιατί ο 72χρονος σκηνοθέτης δε θέλει μόνο να δείξει την ικανότητα των δημοσιογραφικών οργανισμών να παράγουν ειδήσεις και αποκαλύψεις, κάνοντας το έδαφος να …τρίζει. Σε ποιον δημοσιογράφο που έχει επισκεφθεί πιεστήριο δεν έχει περάσει από το μυαλό η ίδια αλληγορία, που ευφυώς χρησιμοποιεί ο Σπίλμπεργκ, τη στιγμή που παίρνουν μπρος οι τυπογραφικές μηχανές; Ο Σπίλμπεργκ δείχνει ότι και στο σήμερα τη διαφορά μπορούν να την κάνουν και άνθρωποι καθημερινοί, που ξεχειλίζουν από ταλαντεύσεις και δεν είναι σίγουροι για το επόμενο βήμα τους. Αυτοί που δεν περιμένεις! Ξεχάστε τους ορκισμένους, ατσάλινους χαρακτήρες που ανά πάσα στιγμή είναι διατεθειμένοι να τα ρισκάρουν όλα για όλα κι είναι γεννημένοι μόνο για τα μεγάλα. Διαφορετικά ειπωμένο, το μήνυμα του Σπίλμπεργκ είναι να κοιταχτούμε γύρω μας και αναζητήσουμε να βρούμε αυτούς πουν θα κάνουν τη διαφορά, περνώντας στην άλλη όχθη… Προς επίρρωση το γεγονός ότι το σενάριο υπογράφει επίσης μια πρωτοεμφανιζόμενη δημιουργός, η Χάνα Λιζ.

Παρότι η ταινία, που γυρίστηκε μέσα σε ένα χρόνο, δείχνει το δρόμο στους αμερικάνους εκδότες και δημοσιογράφους που δέχονται πρωτοφανείς εκβιασμούς, προσβολές, πιέσεις και αμφισβητήσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον κύκλο του, όπως επίσης και στις γυναίκες για να διεκδικήσουν τη θέση που τους ανήκει, είναι εμφανές ότι το μήνυμά της ξεπερνάει κατά πολύ την αμερικανική βιομηχανία ενημέρωσης ή το κίνημα διαμαρτυριών εναντίον των σεξουαλικών παρενοχλήσεων…

Καθόλου απαρατήρητη τέλος δεν περνάει η αντίθεση γύρω από την οποία περιστρέφεται η ταινία: τη σύγκρουση μεταξύ τραπεζιτών από τη μια που προσφέρουν το ζεστό χρήμα, αποφασίζοντας για τον αριθμό των ρεπόρτερ,  και από την άλλη των δημοσιογράφων – εκδοτών. Απεχθείς και αυθαίρετοι όροι δανεισμού, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να γυρίζουν μπούμεραγκ για τον Τύπο, και η άποψη των δανειστών για την ίδια την ύλη της εφημερίδας φέρνουν στην επιφάνεια το θανάσιμο κίνδυνο που αντιπροσωπεύει για το δικαίωμα της ενημέρωσης η διαρκώς επεκτεινόμενη χρηματοπιστωτική βιομηχανία…

Εδώ το τρέιλερ της ταινίας.

Πηγή: Kommon