Ανατρεπτικά και ενωτικά προς τις εκλογές του 2023, της Κατερίνα Θανοπούλου και του Λεωνίδα Βατικιώτη

Από το «Όχι» του λαϊκού κινήματος στη σκληρή φτώχεια και τη μεταμοντέρνα αφήγηση. Τι ηττήθηκε; Ποια είναι η ατομική, συλλογική και κομματική εμπειρία που αποκομίσαμε; Μπορούμε να βγούμε από τα αδιέξοδα και πώς;

Υπάρχουσα κατάσταση

Το πολιτικό – κοινωνικό τοπίο επί του οποίου διεξάγονται οι ζυμώσεις και οι προβληματισμοί εν όψει των εκλογών του 2023 καθορίζεται από τη βιαιότητα της επίθεσης του κεφαλαίου σε αλληλεπίδραση με την στρατηγική ήττα της Αριστεράς και των εργατικών αγώνων.

Οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο οικονομικό, εργασιακό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο, από την κρίση χρέους και τη μνημονιακή εξαρτησιακή διαχείρισή της από όλες τις κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο.

Σε αδρές γραμμές χαρακτηρίζεται από:

– την αυξανόμενη φτωχοποίηση όλο και μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας μας, με πτώση του βιοτικού επιπέδου και της αγοραστικής δύναμης, αύξηση της ελαστικής εργασίας και επισφάλειας,

– τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την εκποίηση δημόσιων δομών και περιουσίας, την ιδιωτικοποίηση παραγωγικού πλούτου, την ένταση στην ταξική διάσταση και την απαξίωση της δημόσιας Παιδείας και Υγείας,

– τις δομικές αλλαγές στο εργασιακό πλαίσιο (συλλογικές συμβάσεις, μισθοί, έλεγχος, λειτουργία σωματείων, κ.ά.), με ταυτόχρονες νομοθετικές ρυθμίσεις ελέγχου και καταστολής σε απεργίες και κινητοποιήσεις.

Οι παραπάνω αλλαγές που αναδεικνύουν τη βίαιη επίθεση του κεφαλαίου αλληλεπιδρούν με την ήττα της Αριστεράς και τις συνέπειες της σε όλα τα επίπεδα.

Πριν, όμως, καταλήξουμε στα διδάγματα της περιόδου, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε, θα πρέπει να διανύσουμε αυτό που οι ψυχαναλυτές θεωρούν αναγκαία στάδια πένθους (Άρνηση, Θυμός, Διαπραγμάτευση, Κατάθλιψη, Αποδοχή) και οι μαρξιστές αυτοκριτική και κριτική, μελέτη και γνώση των υποκειμενικών παραγόντων και των αντικειμενικών συνθηκών, επίγνωση των μεταβολών σε παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις, με στόχους την υπεράσπιση της ζωής, της εργασίας και της αξιοπρέπειας των λαϊκών στρωμάτων και σκοπό την αλλαγή αυτού του συστήματος εκμετάλευσης.

Η παραμονή της Αριστεράς σε κάποιο από τα παραπάνω τέσσερα στάδια αλλά όχι στο απελευθερωτικό τελευταίο οδηγεί και στην αμηχανία της στην εκφορά ενός ολοκληρωμένου πολιτικού σχεδίου τόσο εδώ όσο και παγκόσμια. Αναδεικνύονται, και υπό αυτή την οπτική, οι ελλείψεις στην ιδεολογική, πολιτική συζήτηση και σύνθεση, οι ανοιχτές, ακόμα, πληγές από τις αλλεπάλληλες διασπάσεις, οι εύλογες φοβίες σε συνθετικές, συλλογικές, ενωτικές διαδικασίες, η δυστοκία στη διαχείριση του τώρα και της διαλεκτικής του σχέσης με το στρατηγικό σκοπό, οι αδυναμίες και τα λάθη στις κομματικές, συνδικαλιστικές και ευρύτερα κοινωνικές διαδικασίες και λειτουργίες που αντί να χειραφετούν προσπαθούν να χειραγωγήσουν.

Οι απαντήσεις, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι εύκολες και απαιτούν μία νέα αρχή και μία ειλικρινή επανεκκίνηση που θα θέτει ξανά την αναγκαιότητα μιας απελευθερωτικής, κομμουνιστικής κοινωνίας.

Σε όλα τα προηγούμενα πρέπει να προστεθούν:

– η δεξιά μετακίνηση όλου του πολιτικού φάσματος

– η άνοδος της ρατσιστικής, ξενοφοβικής και ακροδεξιάς ιδεολογίας, και

– η διαφοροποίηση στην ψυχολογία ατόμου και μάζας.

Η ατομική λύση κερδίζει έναντι του συλλογικού αγώνα, η Αριστερά φαντάζει συνολικά αναξιόπιστη σε μία κοινωνία μουδιασμένη και διαρκώς συντηρητικοποιούμενη.

Με βάση την εντροπία το κενό στη φύση καταλαμβάνεται. Το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική. Άρα η ιστορική στιγμή και ο ιστορικός χρόνος είναι καθοριστικής σημασίας για το μετά.

Σε αυτή, λοιπόν, τη συγκυρία, το ζητούμενο κάθε πιθανού σχεδίου εκ μέρους της Αριστεράς είναι η αντιμετώπιση αυτής της διπλής πρόκλησης.

Δηλαδή:

– της ανακοπής της αστικής επίθεσης, ή ακόμα και της ήττας της σε επιμέρους πεδία

– της ανάταξης και αντεπίθεσης του κινήματος.

Πολιτικές προτάσεις

Τα υπάρχοντα σχέδια στο χώρο της Αριστεράς (όπου προφανώς δεν ανήκει ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικός φορέας και όχι ως κοινωνική βάση) απέχουν από τους παραπάνω στόχους σε διαφορετικό βαθμό και για διαφορετικούς λόγους:

Το ΚΚΕ παρά τα πρόσφατα ανοίγματα θέτει ως προϋπόθεση για την κοινή δράση την ένταξη στις γραμμές του. Όποιος διαφωνεί με το πρόγραμμά του (πχ για τον «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε») μένει κι εκτός της μαζικής πάλης, όπως την προωθεί το ΚΚΕ, προφανώς με μαχητικότητα, αυταπάρνηση, κ.λ.π. Η κοινωνική και ταξική του γείωση, όπως και η ιστορική εμπειρία του, ενώ θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση σ΄ ένα γενναίο κάλεσμα μετωπικής συμπόρευσης, συρρικνώνονται στο όνομα της διατήρησης δυνάμεων, της ιδεολογικής καθαρότητας και της εκ του αποτελέσματος δικαίωσης.

Η πλειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά την συρρίκνωσή της, δίνει μια εναγώνια μάχη διατήρησης του κομματικού της κεκτημένου με την αυτάρκεια ότι «μία είναι η αντικαπιταλιστική γραμμή». Ταυτόχρονα, απορρίπτει την μετωπική πολιτική, που την βαφτίζει υποχώρηση, ενώ καλεί -κι αυτή- σε ένταξη στο υπάρχον σχήμα, ψήφο εμπιστοσύνης δηλαδή στην υπάρχουσα γραμμή. Η πρωτοβουλία του ΣΕΚ καθώς και ανένταχτων μελών της να ανοίξουν το διάλογο για μία ευρύτερη συμπόρευση στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας για μια Ενωτική Κίνηση της Ριζοσπαστικής κι Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς θα έπρεπε να αναδειχθεί ως πολιτική διέξοδος και αφετηρία μεγαλύτερων και πιο ελπιδοφόρων αγώνων. Χαρακτηριστική και αναλυτική ήταν η ομιλία του Κώστα Παπαδάκη στον κινηματογράφο Στούντιο στις 19 Δεκεμβρίου 2022.

ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ επομένως καλούν σε ενότητα πίσω από τις γραμμές τους, μέσα από τις οργανώσεις τους και κάτω από τις σημαίες τους…

Εκ μέρους του ΜΕΡΑ 25, ακόμη και οι 7+1 προτάσεις που αποτελούν την πιο αριστερή εκδοχή του δημόσιου λόγου του, κινούνται πιο δεξιά ακόμη κι από τις θέσεις του προ-κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ. Η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται μεν, αλλά δεν τίθεται θέμα εξόδου, ούτε καν εξόδου από το ευρώ! Το ίδιο και για το ΝΑΤΟ· πουθενά δεν τίθεται πρόταση εξόδου. Η δυνατότητα τους δε να ερμηνευτούν ποικιλοτρόπως αφήνουν ανοικτό κάθε ενδεχόμενο για την υλοποίησή τους. Η μετατόπιση θέσεών του σε πιο αριστερές γραμμές (Η Προγραμματική Συστράτευση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και των Κινημάτων που οραματιζόμαστε), η ευφυής τακτική και επικοινωνία αρκετές φορές και η συμμετοχή του σε επιμέρους κινήματα κινούνται σε ένα ασαφές ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο, τόσο ως προς το συνολικό πρόγραμμα ρήξης και τον στρατηγικό σκοπό όσο και ως προς την οργανωτική του λειτουργία. Η μεταμοντέρνα φρασεολογία δημιουργεί εν τέλει αναξιοπιστία ως προς την κοινωνική γείωση του ΜΕΡΑ 25 και την ταξική του αναφορά. H συμπόρευση στη βάση κοινών στόχων σε κινηματικά πεδία και κοινωνικές διεκδικήσεις είναι αναγκαία και δημιουργεί τις επικοινωνιακές λαϊκές και ταξικές γέφυρες στη βάση των προβλημάτων και της λύσης τους, όμως η εκλογική συνεργασία υπηρετεί τελικά ένα άλλο πολιτικό σχέδιο.

Η εμπειρία του παρελθόντος και η αξιοποίησή της ως εργαλείου επανασύνθεσης

Στην απόφαση για την πορεία κάθε πολιτικού – ιδεολογικού ρεύματος μέχρι τις εκλογές πρέπει να βαρύνει, πέραν της συγκυρίας και των προγραμμάτων και το πρόσφατο (πλούσιο σε πειραματισμούς και ήττες) παρελθόν. Τα μελανά του χρώματα δεν διαμορφώθηκαν τόσο από τον βερμπαλιστικό αναχωρητισμό όσο, κυρίως, από τις αυταπάτες (για τον ριζοσπαστισμό και την συγκρουσιακή δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ) και τις διαψεύσεις, που οδήγησαν τον κόσμο της Αριστεράς μέσω των κυβερνητικών λύσεων είτε στην θαλπωρή των θώκων είτε στον συντηρητισμό και στην απογοήτευση. Η διάψευση του οράματος μίας κυβέρνησης της Αριστεράς που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνικό μετασχηματισμό, λαϊκή χειραφέτηση και εξέγερση και η αδυναμία των υπόλοιπων τμήματων και ρευμάτων να κινηθούν ως εκφραστές της λαϊκής αγανάκτησης έχει οδηγήσει, μοιραία, σε υποχωρήσεις, επαναφορές σε μήτρες ή και οπορτουνισμούς.

                Η πρώτη αιτία της υποχώρησης ήταν ότι τα φιλόδοξα σχέδια βρίσκονταν σε πλήρη αναντιστοιχία με την κατάσταση του κινήματος, της εργατικής τάξης και τους ταξικούς συσχετισμούς. Παρότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί, να ανοίξει τον δρόμο για την επαναστατική αλλαγή, υπό ορισμένους αυστηρούς όρους, η πορεία της δεν θα κριθεί από τις βουλευτικές έδρες όσων επαγγέλλονται την Αριστερά ή την ρήξη αλλά από την ταυτόχρονη και διαρκή κοινωνική, εργατική διεκδίκηση και έλεγχο, από τις πολύμορφες κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες που θα προάγουν την αυτενέργεια στις γειτονιές και τους χώρους εργασίας, από την θεωρητική ανάταση της Αριστεράς, από την υπαγωγή κάθε θεσμικής αλλαγής στη βάσανο του συνολικού πλαισίου σύγκρουσης, ρήξης και επαναδημιουργίας. Αυτή η κοινωνική δυναμική μπορεί να αποτελέσει τη βάση στήριξης και να παρέχει την δύναμη ώθησης μιας μαχόμενης Αριστεράς που θέλει να φτάσει μέχρι το τέλος, υπηρετώντας τις δυνατότητες της εποχής μας για δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, κοινωνικό και εργατικό του έλεγχο, αρμονική συνύπαρξη με το περιβάλλον, συνδιαμόρφωση και συμπερίληψη.

Το 2015 βιώσαμε αυτήν την αναντιστοιχία σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμα και η ισχυρή κοινοβουλευτική ομάδα της μετέπειτα ΛΑΕ δεν κατάφερε να βάλει φρένο στο χειρότερο Μνημόνιο από όσα ψηφίστηκαν από το 2010, παρότι η ίδια δεν το ψήφισε. Οι ταξικοί και πολιτικοί συσχετισμοί του 2023 (όπως ενδεικτικά μετριώνται με το ύψος του πραγματικού μισθού και τη δημοκρατία στους χώρους εργασίας) δεν θα ήταν τόσο δραματικοί αν δεν είχε προηγηθεί η ταπεινωτική υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ.

                Η δεύτερη (συνδεόμενη με την πρώτη) αιτία για την υποχώρηση ήταν η υποτίμηση της δύναμης του κεφαλαίου και των πολυπλόκαμων μηχανισμών άσκησης εξουσίας που διαθέτει ο καπιταλισμός. Η σύγκρουση προϋποθέτει τη μελέτη του αντίπαλου, προκειμένου να υπάρξει προετοιμασία οικονομική, κοινωνική, παραγωγική για κάθε ενδεχόμενο και ικανή κοινωνική βάση στήριξης. Αν υπήρχε στοιχειώδης επίγνωση γι’ αυτούς που βρίσκονται στην απέναντι όχθη, θα ήταν λιγότερο αβάσταχτη η ελαφρότητα των υποσχέσεων.

Η ίδια έλλειψη βάθους και προοπτικής χαρακτηρίζει και τα σημερινά σχέδια εκλογικής συνεργασίας με το ΜΕΡΑ25. Η εκλογική εκπροσώπηση δεν μπορεί να αποτελεί τη ραχοκοκκαλιά των πολιτικών συνεργασιών και τον ιεραρχικά πρώτο στόχο, γιατί μετακινεί το πολιτικό επίδικο της συγκυρίας από την ενωτική ταξική, κοινωνική συμπόρευση και ανάταση στην τακτική και επιβιωτική ανάθεση και ενδεχομένως σε άλλη μία ήττα στις σωρρευμένες ήττες της Αριστεράς.

Απέναντι στην άνευ όρων ιεράρχηση του στόχου της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε ορισμένες εξόχως αρνητικές συγκυρίες, όπως η τρέχουσα, προέχει η συγκέντρωση δυνάμεων και η ανασυγκρότησή τους. O στόχος της συγκέντρωσης και μη έκθεσης δυνάμεων σε ναρκοθετημένες πολιτικές προτάσεις προέχει ακόμη και μιας επιλογής που θα προκρίνει για ψήφο το «μικρότερο κακό», μεταξύ μάλιστα δυνάμεων που αρνήθηκαν το πολιτικό μέτωπο…

Υπάρχει διέξοδος;

Απουσιάζει σήμερα, με άλλα λόγια, ένα μαχητικό ρεύμα διεκδικήσεων στην κοινωνία που να βρίσκεται σε διαλεκτική αλληλεπίδραση με τις πολιτικές ζυμώσεις.

Η ύφεση στη λαϊκή και κοινωνική συμμετοχή, στη συλλογική έκφραση και διεκδίκηση με την ταυτόχρονη κρίση εκπροσώπησης και την αποχή από τη σωματειακή λειτουργία, λειτουργούν ανασταλτικά σε θεωρητικούς σχεδιασμούς ρήξης και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον οποιοδήποτε πολιτικό σχεδιασμό. Οι μικρές νίκες της εργατικής τάξης (Cosco, e-food, κ.λπ.) δημιουργούν αισιοδοξία, δείχνουν τον δρόμο και την δυνατότητα νίκης ακόμη και σήμερα, δεν αλλάζουν αυτή την εικόνα.

Το συνολικό πολιτικό σκηνικό φαίνεται μετατοπισμένο στα δεξιά. Μια ακραία νεοφιλελεύθερη ΝΔ, με ακροδεξιούς σχηματισμούς να επανέρχονται στο προσκήνιο, υπηρετεί στο ακέραιο τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και των ευρωπαϊκών και διεθνών προστατών μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να αντιπολιτευτεί, καθώς έχει απωλέσει τα αριστερά, ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά του και να αυξήσει το ποσοστό του, καθώς είναι αναξιόπιστος σε μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, μετά την υποχώρηση και την επί της ουσίας συναίνεση στα κομβικά και μεγάλα επίδικα.

Η σοσιαλδημοκρατία ακροβατεί, στην πολιτική της εκπροσώπηση μεταξύ τριών κομματικών σχηματισμών, που δεν είναι ομοιογενείς εσωτερικά. Στον ΣΥΡΙΖΑ, που επαναφέρει το αίτημα της άλλης μια φοράς κυβέρνησης ή συγκυβέρνησης της Αριστεράς, κυρίως μέσω αντι-δεξιών αντανακλαστικών και συνεργασιών. Ο πόλος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, που χωρίς να διακηρύττει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό, αυξάνει τις δυνάμεις του, καρπώνοντας την υπεραξία της επί σειράς ετών κυβερνητικής και συνδικαλιστικής εξουσίας. Ο χώρος του ΜΕΡΑ25, που πια μη μπορώντας να εκφράσει πραγματικά ή θεωρητικά το λαϊκό και ταξικό αντι-μνημονιακό «Όχι», το οποίο είτε εξοστρακίστηκε, είτε ιδιώτευσε, είτε ενσωματώθηκε, είτε διοχετεύτηκε στην αριστερή πανσπερμία, προσπαθεί να διασωθεί εκλογικά. Ειδικά μετά την αποχώρηση του ενός τρίτου των βουλευτών του το ΜΕΡΑ25, απορροφά άτομα και στελέχη, μέσω μη ισότιμων, στην πράξη, και ανεξάρτητων συνεργασιών, υιοθετώντας πιο αριστερές θέσεις και ευαγγελιζόμενο την ενότητα ενός ευρύτερου μετώπου που θα οδηγούσε σε μία, ως αναφέρει, «πραγματικά προοδευτική κυβέρνηση».

Ωστόσο, ως επωφελή για την εργατική τάξη εμφανίζει την εκλογική του επιτυχία και το ΚΚΕ, το οποίο, όμως, διαθέτει εδραιωμένους δεσμούς με την τάξη και το συνδικαλιστικό της κίνημα.

Είναι φανερή, λοιπόν, η αναντιστοιχία ανάμεσα στις κοινωνικές ανάγκες και την πολιτική τους έκφραση.

Στην βάση των παραπάνω ισχυροποιείται η ανάγκη μιας προωθητικής συγκρότησης και συνεργασίας για την οικοδόμηση ενός πολιτικού μετώπου της αντικαπιταλιστικής, αντισυστημικής και ανεξάρτητης Αριστεράς, όπως συζητήθηκε στην επιτυχημένη εκδήλωση στον κινηματογράφο Στούντιο στις 19 Δεκεμβρίου 2022, με στόχους τόσο τους κοινούς αγώνες όσο και την κοινή εκλογική κάθοδο. Η ανταλλαγή απόψεων που ξετυλίχθηκε έθεσε εκ νέου και σε ανώτερο επίπεδο τους άξονες που είχαν τεθεί στην Αριστερή Πρωτοβουλία Διαλόγου και Δράσης, με τη συμμετοχή των οργανώσεων Αναμέτρηση, ΑΡΑΝ, ΛΑΕ, Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο και ΣΕΚ.

Το δημοσιευμένο κείμενο Τι μπορεί να κάνει η ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική Αριστερά στις εκλογές; των Χρίστου Τουλιάτου και Κώστα Μάρκου δίνει αρκετά αναλυτικά τις αδρές γραμμές και τα επίπεδα μιας μετωπικής συμπόρευσης που δεν θα αποκλείει κοινωνικά και κινηματικά αλλά θα θέτει όρους εκλογικά.

Μένει να δούμε αν η υπέρβαση και η εκφραζόμενη διάθεση τόσο σχημάτων όσο και ανένταχτων, με διαφορετικές διαδρομές και με διακριτή τη συμβολή τους στο κίνημα, τους αγώνες, την Αριστερά και την επαναστατική θεωρία, θα μπορέσουν να λειτουργήσουν καταλυτικά και ενοποιητικά, ώστε, άμεσα, να σαρκωθεί η κοινή μετωπική συνεργασία.

Ο ειλικρινής διάλογος όπως και η αγωνιστική συμπόρευση δεν σταματούν. Η Αριστερά οφείλει στο ρόλο της την ανάδειξη ενός επικαιροποιημένου, σύγχρονου σχεδίου ανασυγκρότησης, υπεράσπισης και αντεπίθεσης. Κάθε κρίκος, κάθε μονάδα, κάθε ιστορικό ρεύμα, κάθε συλλογικότητα ας επιλέξει τη διαδρομή που είτε θα λειτουργήσει προωθητικά, ως αφετηρία μια μακράς μάχης για την αντεπίθεση του κινήματος και την αντικαπιταλιστική ανατροπή είτε ανασχετικά, μέσα είτε από αναποτελεσματικούς κατακερματισμούς είτε από συγκυριακές ενοποιήσεις.

Το σύνθημα «Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος» αντικαθιστώντας το Λαό με την Αριστερά που οραματιζόμαστε, στο πλαίσιο που περιγράψαμε, όπως και η δυναμική μιας τέτοιας μετωπικής έκφρασης και συγκρότησης είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για μια επιτυχημένη συμμετοχή στις εκλογές.

Για το βιβλίο του Δημήτρη Στρατούλη «8 μήνες που συντάραξαν την Ελλάδα» ή γιατί τα πράγματα δεν μπορούσαν να πάνε αλλιώς, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Το κείμενο που ακολουθεί στηρίζεται στην ομιλία του γράφοντα κατά την δημόσια παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Στρατούλη στις 30 Νοεμβρίου στο κατάμεστο Σεράφειο του Δήμου Αθηναίων. Στην παρουσίαση επίσης συμμετείχαν οι: Νίκος Χουντής, Σοφία Σακοράφα και Δημήτρης Σαραφιανός ενώ συντόνιζε ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Μίλησε επίσης κι ο συγγραφέας.

Το βιβλίο του Δημήτρη Στρατούλη «8 μήνες που συντάραξαν την Ελλάδα» (εκδ. Τόπος) αποτελεί μια σοβαρή ευκαιρία για να στραφούμε ξανά στο 2015 και να συζητήσουμε για όσα έγιναν και τις ελπίδες που διαψεύστηκαν. Το βιβλίο περιγράφει με λεπτομέρειες όσα συνέβησαν από τον Ιανουάριο ως και τον Αύγουστο του 2015 και τα ανοιχτά ερωτήματα.

Οι απαντήσεις δεν αφορούν μόνο τους συντρόφους που συμμετείχαν στον ΣΥΡΙΖΑ και στη συνέχεια αποχώρησαν σχηματίζοντας την ΛΑΕ. Αφορούν όλη την Αριστερά, μεταρρυθμιστική και επαναστατική, για έναν λόγο: Επειδή το 2015 έδειξε το άδοξο τέλος ακόμη και των μεταρρυθμίσεων, αν δεν εντάσσονται σε μια στρατηγική που τουλάχιστον έρχεται σε σύγκρουση με τον καπιταλισμό. Έδειξαν ότι η πραγματική Αριστερά που ενδιαφέρεται για την βελτίωση της θέσης των εργαζομένων και της κοινωνικής πλειοψηφίας ή θα αμφισβητεί έμπρακτα τα όρια της καπιταλιστικής κυριαρχίας και θα προκαλεί ρήγματα ή δεν θα είναι Αριστερά. Η ύπαρξή της δε, είναι αυταπόδεικτη στο έδαφος των αδικιών που γεννάει το σημερινό σύστημα και υπερβαίνει τόσο αριθμητικά όσο και κυρίως (λόγω των στόχων) ποιοτικά τις κομμουνιστικές, επαναστατικές δυνάμεις. Σε αυτούς τους σχηματισμούς εναπόκειται να αποφασίσουν αν θα δρουν συμπληρωματικά προς το σύστημα, ή θα υπηρετούν άνευ όρων τα λαϊκά συμφέροντα.

Η άποψή μου δεν συμβαδίζει με την άποψη του συγγραφέα που τονίζει από την εισαγωγή κιόλας (σελ. 17) «ότι κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε αλλιώς». Η καταστροφική εξέλιξη με την υπογραφή του «μνημονίου Τσίπρα» τον Αύγουστο του 2015 κρίνω ότι ήταν μονόδρομος αν πάρουμε υπόψη μας τα ακόλουθα τέσσερα γεγονότα:

Πρώτο, την κατάσταση του εργατικού κινήματος. Να θυμίσω ότι την διετία από τον Μάιο του 2010 (με την μεγαλειώδη πορεία ενάντια στην υπαγωγή στο ΔΝΤ και την κρατική προβοκάτσια στην Μαρφίν) μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012 (με την επίσης μεγαλειώδη πορεία ενάντια στην αναδιάρθρωση του χρέους που συνοδεύτηκε από επίδειξη κρατικής καταστολής), η Ελλάδα έζησε μια ανάταση του κινήματος. Εργατικά σωματεία και ομοσπονδίες, θεματικά κινήματα (ενάντια στο χρέος και τις ιδιωτικοποιήσεις) και πλατείες σηματοδότησαν μια αναπτέρωση του ηθικού της κοινωνίας. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ο κόσμος βγήκε στους δρόμους, φιλοδοξώντας να γίνει πρωταγωνιστής. Η Πρωτοβουλία των Πρωτοβάθμιων Σωματείων αποτέλεσε ένα κύτταρο οργάνωσης και συντονισμού της πρωτοπόρας πτέρυγας του εργατικού κινήματος. Από το 2012 ως το 2015 ωστόσο το κίνημα υποχώρησε, κυριάρχησαν οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες και η ανάθεση των ελπίδων ανατροπής της επίθεσης σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο συγγραφέας αναγνωρίζει την κατάσταση του κινήματος στο βιβλίο. Αναφέρει (σελ. 21): «Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα βρέθηκε στις αρχές του 2010, οπότε ξεκίνησαν τα μνημόνια στη χώρα μας, αποδυναμωμένο, απροετοίμαστο, χωρίς στρατηγική, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς την αναγκαία πολιτική και οργανωτική ικανότητα ανάπτυξης… με σοβαρότατο το πρόβλημα της συμβιβαστικής στάσης της ηγετικής του πλειοψηφίας λόγω κυριαρχίας σε αυτό του κυβερνητικού, εργοδοτικού, γραφειοκρατικού συνδικαλισμού». Ο Δημήτρης Στρατούλης αναγνωρίζει επίσης την πρωτοκαθεδρία του κινήματος. Αναφέρει στη σελ. 328: «Προοδευτική αντιμνημονιακή ανατροπή δε θα μπορούσε να υπάρξει, αν συνεχιζόταν η κινηματική στασιμότητα και η λογική της ανάθεσης σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ».

Δεύτερο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας για να ερμηνεύσουμε την υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι ίδιες του οι αντιφάσεις. Θα συμφωνήσω απόλυτα με τις διαπιστώσεις του συγγραφέα για την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ και την αναίρεση καταστατικών και προγραμματικών δεσμεύσεων από την ηγεσία του. Ακόμη μάλιστα κι από την πρώτη ημέρα της εκλογής του, το βράδυ της Κυριακής 25 Ιανουαρίου, όταν ο Αλ. Τσίπρας στο διάγγελμά του προανήγγειλε ότι θα διαπραγματευτεί «με τους εταίρους μια δίκαιη, αμοιβαία επωφελή και βιώσιμη λύση». Ο συγγραφέας αναφέρει (στη σελ. 47) ότι άλλοι μετάφρασαν ως προσπάθεια εφησυχασμού κι άλλοι ως αυταπάτη της προεδρικής πλειοψηφίας αυτή την δήλωση. Ωστόσο, ο Αλέκος Αναγνωστάκης από τις 4 Ιανουαρίου του 2015 επεσήμαινε τις «γενικόλογες και κατάλληλα διατυπωμένες φράσεις στον λόγο του Αλ. Τσίπρα ώστε να επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες», τονίζοντας την προοπτική «βαθύτερης και οριστικής αφομοίωσης του ΣΥΡΙΖΑ». Για να είμαστε όμως ειλικρινείς πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι όλα όσα υλοποίησε ο Αλ. Τσίπρας και οι συν αυτώ υπήρχαν σπερματικά ως δυνατότητες σε όλες τις κομματικές αποφάσεις. Τα ψηφισμένα ντοκουμέντα του κόμματος είχαν αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο του συμβιβασμού και της συμφωνίας, έστω ως δυνατότητα καίτοι πρόκριναν πιο ριζοσπαστικές λύσεις.

Τρίτο, και σημαντικότερο, στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι η ελλιπής προετοιμασία του ίδιου του Αριστερού Ρεύματος. Πολύ σωστά επαναλαμβάνει ο συγγραφέας με διάφορες αφορμές την παντελή έλλειψη προετοιμασίας του ΣΥΡΙΖΑ για όλα όσα έπρεπε να κάνει από την πρώτη μέρα της εκλογής του. Για να είμαστε και πάλι ειλικρινείς η απουσία προετοιμασίας δεν αφορούσε μόνο το πλαίσιο ρήξης αλλά ακόμη και της αστικής διαχείρισης. Ωστόσο, μια αντίστοιχη έλλειψη προετοιμασίας χαρακτήριζε και το Αριστερό Ρεύμα. Η προετοιμασία του Αριστερού Ρεύματος δεν έπρεπε να επικεντρωθεί μόνο, κατά την άποψή μου, στην έγκαιρη συγγραφή νομοσχεδίων για την ανθρωπιστική κρίση και την διαγραφή των χρεών αλλά στην δημιουργία και ενεργοποίηση κοινωνικών μηχανισμών που θα απέτρεπαν την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ. Τα ερωτήματα που θα έπρεπε να απαντούν με θεωρητικούς και υλικούς όρους τα μέλη και τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος από το καλοκαίρι του 2012 ήταν, για παράδειγμα, τα εξής:

  • Τι θα κάνουμε αν ο Αλ. Τσίπρας υπογράψει συμφωνία με τους δανειστές και νέο μνημόνιο;
  • Ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα ενεργοποιήσουμε για να υλοποιηθεί η ψηφισμένη δέσμευση «καμιά θυσία για το ευρώ»;
  • Ποια είναι εκείνα τα σωματεία του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα που θα σηκώσουν το βάρος της εμβάθυνσης της ρήξης;
  • Υπάρχουν δήμοι που θα μπορούσαν να πρωταγωνιστήσουν; Κι αν προθυμοποιηθούν, τι θα κάνουν;
  • Ποια προπαρασκευή απαιτείται σε διεθνές επίπεδο με όρους λαϊκού κινήματος ώστε να προετοιμαστεί και να θωρακισθεί η ρήξη;

Τα ερωτήματα αυτά δεν τα θέτω εν κενώ! Τα θέτω σε συντρόφους και συναγωνιστές που απέδειξαν στην πράξη ότι είχαν ταχθεί με την ρήξη. Εξ ου και η παραίτησή τους, από υπουργεία μάλιστα πρώτης γραμμής, που πιστεύω ότι κάθε αριστερός πρέπει να αναγνωρίσει ότι αποτέλεσε κορυφαία πράξη ηθικής ακεραιότητας και ανιδιοτέλειας. Όχι μόνο σε ελληνικό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο! Στον αντίποδα, ας αναλογιστούμε πόσα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή και απλοί συμπαθώντες, από βουλευτές και δήμαρχοι μέχρι στελέχη της κρατικής μηχανής, διαπρύσιοι υποστηρικτές της ρήξης και πολέμιοι των μνημονίων μέχρι τον Ιούνιο, έγιναν κήρυκες του συμβιβασμού στη συνέχεια για να μην χάσουν τα οφέλη της εξουσίας…

Τέταρτο και τελευταίο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας για να εξηγήσουμε την κωλοτούμπα Τσίπρα είναι η σημασία που διαδραμάτιζε εκείνη την εποχή η Ελλάδα για το ευρωσύστημα και την ΕΕ. Τούτου δοθέντος, η ρήξη δεν ήταν ένα από τα πολλά ενδεχόμενα, αλλά 100% βεβαιότητα! Η ΕΕ δεν θα άφηνε επ’ ουδενί να εφαρμοστεί ούτε ακόμη κι εκείνο το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης. Επίσης, απέναντι μας δεν είχαμε μόνο τον Σαμαρά και μια παραπαίουσα κυβέρνηση. Απέναντί μας είχαμε όλον τον καπιταλισμό, που εξακολουθούσε ακόμη και το 2015 να θεωρεί την Ελλάδα πειραματόζωο και εργαστήριο. Και σε ένα εργαστήριο δεν επιτρέπεις τίποτε να πάει στραβά. Κι αν πάει, είσαι εκεί για να το διορθώσεις…

Για να το πω αλλιώς: αν το κεφάλαιο έχει χίλιους λόγους και μέσα για να μην αφήσει να ξεδιπλωθεί μια επαναστατική στρατηγική σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, οι λόγοι αυτοί αυξάνονται σε εκθετικό βαθμό σε μια χώρα που έχει στραμμένα πάνω της τα βλέμματα του όλος ο πλανήτης. Εδώ όμως υποτιμήθηκε ο αντίπαλος, παρότι οι εκπρόσωποί του το είχαν κάνει αρκούντως σαφές. «Η Ευρωζώνη θα βυθιζόταν σ’ ένα χάος πέρα από κάθε φαντασία αν είχαμε επιτρέψει να φύγει μια χώρα», είχε τονίσει ο Ντάιζελμπουμ σε μια δήλωση που παραθέτει ο Δημήτρης (σελ. 279). Η παραπάνω αναγνώριση σήμαινε ότι η εκλογική επιτυχία του Ιανουαρίου του 2015 δεν θα έκλεινε αλλά θα άνοιγε την αυλαία μιας μακράς περιόδου σκληρών συγκρούσεων στην Ελλάδα.

Αυτή η παραδοχή δεν γίνεται στο όνομα ενός παιδαριώδους αριστερισμού που λατρεύει να επιδίδεται σε πλειοδοσία μεγαλοστομιών και σε εκείνη την συγκυρία υιοθέτησε την «τακτική του ορίζοντα»: όσο πιο εύκολα η κοινωνία υιοθετούσε λόγω της εμπειρίας της ριζοσπαστικούς στόχους (πχ έξοδος από το ευρώ), τόσο πιο γρήγορα, έθετε επιπλέον στόχους (πχ έξοδος από την ΕΕ). Τμήματα της επαναστατικής Αριστεράς αντί να ενδιαφερθούν να εξασφαλίσουν παραπέρα μαζικοποίηση του αγώνα και νίκες, επιδίδονταν σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να υιοθετήσει το πρόγραμμα τους η κοινωνία, θέτοντάς το μάλιστα ως όρο για αγώνες. Με αποτέλεσμα αντί να ενώνει να διχάζει…

Οι συγκρούσεις προοικονομούνταν από το επίδικο. Από την δεκαετία του ’70 ακόμη, πολύ πριν το ανακαλύψει η ευρωπαϊκή Αριστερά, μέχρι και σήμερα, όπως δείχνει η τραγωδία της επιχείρησης συναινετικού κουρέματος του χρέους που εξελίσσεται στην Αργεντινή, η «ασφάλεια του δημοσίου χρέους» (κατά το ασφάλεια δικαίου) αποτελεί για τον καπιταλισμό αιτία πολέμου. Το απέδειξε! Κι εμείς το ξέραμε: Αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις σποραδικά δίνουν, αποτυχημένες ιδιωτικοποιήσεις κατόπιν πίεσης ανακαλούν, κοινωνικές δαπάνες επιλεκτικά αυξάνουν, δημοσιονομικά ελλίμματα προκαλούν κι ας ορκίζονται στην δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά χρέος κατόπιν απαίτησης των λαών και των κρατών και με τους όρους τους δεν κουρεύουν ποτέ! Εξ ου και η μεθοδική προσπάθεια τυπικής απονομιμοποίησης του δημόσιου χρέους, μέσω του λογιστικού ελέγχου που επιτύχαμε, ως ένα μέσο που θα διευκόλυνε την διαγραφή έστω ενός μέρους του, αλλά με όρους λαϊκούς κι όχι πιστωτών. Κι αυτό μάλιστα προς διάψευση αβασάνιστων προπετειών ότι ο λογιστικός έλεγχος θα νομιμοποιήσει μέρος του χρέους, κ.α.

Δοθέντων των παραπάνω (υποχώρηση κινήματος, κατοχυρωμένη καταστατικά και προγραμματικά, πλειοψηφική δεξιά στροφή ΣΥΡΙΖΑ, ελλιπής προετοιμασία Ρεύματος μπροστά στην αναμενόμενη κυβερνητική υποχώρηση και βεβαιότητα ρήξης) επιχειρώ μια απάντηση στην διαπίστωση του συγγραφέα «για το πολιτικά και ιστορικά τραγικό γεγονός ότι ο ελληνικός λαός δεν τίμησε με την ψήφο του αυτούς που τίμησαν μέχρι τέλους τη δική του ψήφο του και το δικό του “Όχι” στο δημοψήφισμα της 5ης/7/2015», με τις εξής τέσσερις εκτιμήσεις.

  1. Η πορεία που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ κρίθηκε με την εκπαραθύρωση του Αλέκου Αλαβάνου το 2010. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ακόμη και στην Αριστερά την σημασία των προσωπικών ανταγωνισμών, πορειών και φιλοδοξιών. Η εκδίωξή του ωστόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ είχε κατά βάση πολιτικά κίνητρα. Μαζί με την θητεία Αλαβάνου τελείωσε και το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, ως ενός μεταρρυθμιστικού αριστερού κόμματος, με τα δικά του πάντα λόγια. Στη συνέχεια η δεξιά πτέρυγα του κόμματος (Φλαμπουράρης, Σκουρλέτης, Φίλης, Τσακαλώτος, με προεξάρχοντα τον άνθρωπο – γέφυρα της αστικής τάξης με την Αριστερά, Γιάννη Δραγασάκη) καρπώθηκε την δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ γιατί ήξερε ότι το μοναδικό «σημείο πώλησης» ενός αντι-δεξιού κόμματος είναι η αριστερή ρητορική. Μήπως λοιπόν τότε έκλεισε κι ο κύκλος τη αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ;
  2. Παρόλα αυτά, τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος μήπως θα ήταν καλύτερα αν αρνούνταν τα υπουργεία τον Ιανουάριο του 2015; Αν έμεναν εκτός της κυβέρνησης δε θα χρεώνονταν τον συμβιβασμό και την δημιουργία αυταπατών στον κόσμο της Αριστεράς, ενώ θα οργάνωναν την λαϊκή δράση και θα βάθαιναν την θεωρητική τεκμηρίωση, χωρίς να απολογούνται για τις δισημίες και τα αμφίπλευρα ανοίγματα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ… Ο Κ. Μάρκου εύστοχα υπενθύμισε ότι ακόμη και ο Αν. Παπανδρέου στο λαό απευθύνθηκε τον Ιούλιο του 1965 για να ακυρώσει τα σχέδια συμβιβασμού του πατέρα του με το παλάτι…
  3. Παρόλα αυτά, μήπως οι υπουργοί του Αριστερού Ρεύματος έπρεπε να αποχωρήσουν στις 20 Φεβρουαρίου 2015, όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης υπέγραψε, την επαίσχυντη συμφωνία παράτασης της δανειακής σύμβασης; Τότε ακριβώς τερματίστηκε η μεταβατική περίοδος και κρίθηκαν όλα για την κυβέρνηση Τσίπρα. Η υπογραφή του νέου μνημονίου ήταν έκτοτε θέμα χρόνου. Να θυμίσω ότι εντός του Φεβρουαρίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε ανακαλέσει την κατ’ εξαίρεση δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να ανακτούν ρευστότητα έναντι ομολόγων, είχε παγώσει την αποπληρωμή των κερδών των ελληνικών ομολόγων κι άλλα πολλά. Οι προθέσεις είχαν γίνει γνωστές. Δεν διανύαμε μήνα του μέλιτος μεταξύ κυβέρνησης και πιστωτών που επέτρεπε αβρότητες. Προς τι η επίδειξη καλής θέλησης;

Ο συγγραφέας παραθέτει έναν σχετικό προβληματισμό γράφοντας (σελ. 74 και σελ. 289 ερώτηση υπ. αρ. 15) ότι αν έφευγαν από την κυβέρνηση, τότε θα κατηγορούνταν για υπονόμευση. Μα το παιχνίδι είχε ήδη κριθεί και χαθεί. Συνένοχους αναζητούσε ο Αλ. Τσίπρας… Γράφει επίσης ο Δημ. Στρατούλης ότι «η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου δεν θα κατανοούσε αυτή την στρατηγική». Έχει δίκιο αλλά γι’ αυτό ακριβώς έπρεπε να παραιτηθούν: Ο κόσμος της Αριστεράς δεν θα καταλάβαινε επειδή ακόμη δεν είχε αντιληφθεί τη συνέχεια κι έθρεφε αυταπάτες. Η παραίτησή τους θα διέλυε τις ψευδαισθήσεις και θα συνέβαλε στην αποκάλυψη της προδοσίας του ΣΥΡΙΖΑ, έγκαιρα μειώνοντας τις ζημιές! Ο εγκλωβισμός των συντρόφων του Αριστερού Ρεύματος στην λογική της συμμετοχής έφτασε στο αποκορύφωμά της με την παραμονή τους στην κυβέρνηση μέχρι την ανασχηματισμό στις 17/7 και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και στο κόμμα για ακόμη μεγαλύτερο διάστημα.

4. Το άδοξο τέλος της προσπάθειας έντιμων και συνεπών αγωνιστών να συνυπάρξουν έστω ως μειοψηφία σε ένα αστικό κόμμα όπως ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι ο στόχος της προσέγγισης μεγάλων ακροατηρίων ή εκλογής βουλευτών, ως ένα τίμιο μέσο διεύρυνσης της απήχησης, πολλές φορές μπορεί να αποδειχθεί ταφόπλακα της Αριστεράς. Να οδηγήσει σε στρατηγική ήττα ολόκληρη την Αριστερά όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο συγγραφέας στην σελ. 329. Και τούτο τις περισσότερες φορές συμβαίνει ανεξαρτήτως προθέσεων…

Η αγωγή κατά Ν. Μπογιόπουλου – ρελάνς των δοσίλογων και του υπόκοσμου της Χρυσής Αυγής, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Βαριά εκτεθειμένη είναι η κυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη και το υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ή καλύτερα Εθνικιστικής Αντεπίθεσης) για την εκδικητική, εμφυλιοπολεμική και μισαλλόδοξη αγωγή εναντίον του κομμουνιστή δημοσιογράφου Νίκου Μπογιόπουλου. Την αγωγή κατέθεσε η Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Στρατών και θα εκδικαστεί την Πέμπτη 27 Οκτωβρίου στις 9.00. Η παρούσα αγωγή είναι επί της ουσίας αντιγραφή της πρώτης αγωγής που εκδικάστηκε το 2021 και απορρίφθηκε. Οι απόστρατοι ωστόσο δεν το έβαλαν …κάτω κι επανέρχονται ζητώντας την καταβολή 70.000 ευρώ για ηθική βλάβη και την φυλάκιση του Ν. Μπογιόπουλου για 6 μήνες, ως «μέσο εκτελέσεως της απόφασης που θα εκδοθεί».

Η αγωγή ισοδυναμεί με προσπάθεια προσωπικής εξόντωσης, καταστρατηγεί τη ελευθεροτυπία, βάζει φραγμός στην δημοσιογραφία, ισοδυναμεί με νεκρανάσταση της πιο βρόμικης ελληνικής Δεξιάς των μαυραγοριτών και των δωσίλογων συνεργατών των Ναζί και είναι απαράδεκτη πολιτικά και ηθικά!

Αφορμή για την εκδικητική αγωγή στάθηκε άρθρο του Νίκου Μπογιόπουλου που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2020 με το οποίο επέκρινε τις γιορτές μίσους στο Γράμμο και το Βίτσι. Τα ίδια επανέλαβε ο Νίκος Μπογιόπουλος και σε ραδιοφωνική του εκπομπή. Οι γιορτές μίσους καταργήθηκαν επίσημα από το ελληνικό κράτος στις προσπάθειες εθνικής συμφιλίωσης. Με το νόμο δε 1863/1989 για την άρση των συνεπειών του εμφυλίου, καταργήθηκαν κι επίσημα οι όροι «συμμοριτοπόλεμος» και «συμμορίτες», που  αντικαταστάθηκαν με τους όρους «εμφύλιος πόλεμος» και «Δημοκρατικός Στρατός».

Λογικά επομένως θα περιμέναμε όχι μόνο το ελληνικό κράτος αλλά και φορείς που εποπτεύονται και σιτίζονται από τα χρήματα των φορολογουμένων όπως η Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού να έχουν προλάβει όλα αυτά τα 30 χρόνια να κάνουν τις σχετικές …ενημερώσεις στο λεξιλόγιο τους. Κι όχι να αναπαράγουν το περίφημο Διάταγμα του 1947 με το οποίο ο ΔΣΕ βαφτιζόταν «ληστοσυμμορία» κι οι μαχητές του επικηρύσσονταν σαν «ληστές». Έστω ως ένδειξη σεβασμού στην Ελληνική Δημοκρατία που τους πληρώνει για να υπάρχουν… Αντί ωστόσο η Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Στρατού να δείξει ότι σέβεται στους ελληνικούς νόμους, εκεί που δίνει πιστοποιητικά συμμόρφωσης είναι στον εγκληματικό υπόκοσμο της Χρυσής Αυγής μιας κι από κοινού πάνε και καταθέτουν στεφάνια στον Γράμμο, ξεσπαθώνοντας κατά των «κομμουνιστοσυμμοριτών».

Όποιος δε, διατηρούσε ακόμη αμφιβολίες ότι η ταύτιση των απόστρατων με την καταδικασμένη εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής και τους μαυραγορίτες και δωσίλογους συνεργάτες των Ναζί βλάπτει σοβαρά την δημοκρατία, ήρθε η αγωγή κατά του Νίκου Μπογιόπουλου. Υποθέτουμε μάλιστα ότι τα έξοδά της αγωγής, για την οποία θα ανοίγει σαμπάνιες η Χρυσή Αυγή που είναι δημόσιοι θιασώτες του Αδόλφου Χίτλερ και των Ναζί, βαραίνουν το ελληνικό δημόσιο, μιας και η Ένωση Απόστρατων είναι κρατικοδίαιτη. Για την ακρίβεια Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την διοίκησή της να ορίζεται από το υπουργείο. Έτσι όμως αποκαλύπτονται οι πολιτικές ευθύνες της κυβέρνησης Μητσοτάκη και του υπουργού Εθνικιστικής Αντεπίθεσης Νίκου Παναγιωτόπουλου που επιτρέπουν στα υπολείμματα του φασισμού να διώκουν τον Ν. Μπογιόπουλο.

Η Ένωση Αποστράτων, βρίσκοντας φυσιολογικό να γιορτάζει με τους νοσταλγούς των Ναζί και τους υμνητές της γερμανικής κατοχής, έχει καταδικαστεί στη συνείδηση κάθε δημοκράτη ακόμη και κεντρώου πολίτη, μιας κι επέλεξε να ταυτιστεί με τον ρεβανσισμό που εκπροσωπεί η αναθεώρηση της ιστορίας και η αναγέννηση του φασισμού στην Ελλάδα και όλη την Ευρώπη. Με την αγωγή της επιχειρεί να τιμωρήσει όσους και όσες δημοσιογράφους και κριτικά σκεπτόμενους πολίτες επιμένουν να σκέφτονται δημοκρατικά.

Το ερώτημα είναι τι κάνει η κυβέρνηση και το υπουργείο; Θα συνεχίσουν με τη σιωπή και την ανοχή τους να στηρίζουν και να χρηματοδοτούν το αυγό του φιδιού που επαναφέρει τις δίκες φρονημάτων εναντίον ιδεολογικών αντιπάλων;

Σε Ελλάδα και Κύπρο απορρίπτουν την πολιτική ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΗΠΑ και των κυβερνήσεων τους για την Ουκρανία!

Απορρίπτουν οι λαοί Ελλάδας και Κύπρου την ακολουθούμενη πολιτική κατά της Ουκρανίας

Μήπως απορείτε γιατί εξαφανίστηκε από τα ελληνικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης η έρευνα του έκτακτου Ευρωβαρόμετρου για την στάση των πολιτών απέναντι στην Ουκρανία;

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η απάντηση βρίσκεται στις απαντήσεις που έδωσαν οι ερωτηθέντες σε Ελλάδα και Κύπρο: Απαντήσαμε «λάθος», όπως «λάθος» είχαμε απαντήσει στα δημοψηφίσματα του 2004 και του 2015! Και το αποτέλεσμα ήταν η είδηση σχεδόν να εξαφανισθεί από τις ιστοσελίδες του διαδικτύου και τις στήλες των εφημερίδων!

Η συγκεκριμένη έρευνα διεξήχθη από τις 13 ως τις 20 Απριλίου 2022, από την εταιρεία Ipsos που διενεργεί πάντα τις σχετικές έρευνες, για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και δόθηκε στη δημοσιότητα προς τα μέσα Μαΐου.

«Όχι» στην στάση των εθνικών κυβερνήσεων

Το ερώτημα που συμπυκνώνει την στάση των πολιτών απέναντι στην πολιτική των κυβερνήσεων Μητσοτάκη και Αναστασιάδη είναι το εξής: «πόσο ικανοποιημένοι ή ανικανοποίητοι είστε με τον τρόπο που αντέδρασαν στον πόλεμο στην Ουκρανία οι εθνικές αρχές;». Ενώ λοιπόν το 31% στην Ελλάδα απάντησε πολύ και σχετικά ικανοποιημένο (11% + 20%, αντίστοιχα), ένα υπερδιπλάσιο ποσοστό της τάξης του 66% απάντησε σχετικά μη ικανοποιημένο και καθόλου ικανοποιημένο (23% + 43%). Εξ ίσου κατηγορηματικά απορρίπτεται η στάση της κυβέρνησης Αναστασιάδη και στην Κύπρο. Ενώ πολύ και σχετικά ικανοποιημένοι (8% + 31%) απέναντι στην στάση της Λευκωσίας δηλώνει το 39% των ερωτηθέντων, το 54% δηλώνει σχετικά και καθόλου μη ικανοποιημένο (27% + 27%).

Αξίζει να αναφερθεί ότι σε επίπεδο ΕΕ η πλειοψηφία του 54% επιδοκιμάζει την στάση των κυβερνήσεων της, ενώ την απορρίπτει ένα υποδεέστερο ποσοστό της τάξης του 39%. Η ίδια στάση με τον λαό της Ελλάδας και της Κύπρου παρατηρείται επίσης στην Βουλγαρία (65% απόρριψη, 28% αποδοχή), τη Σλοβενία (49% απόρριψη, 39% αποδοχή) και τη Σλοβακία (55% απόρριψη έναντι 39% αποδοχή).

Στην Ελλάδα η απόρριψη της πολιτικής Μητσοτάκη από τους συμμετέχοντες στην έρευνα του Ευρωβαρόμετρου σημαίνει ότι η περίφημη δήλωση του έλληνα πρωθυπουργού για την «σωστή πλευρά της ιστορίας» δεν αφορούσε παρά μια μειοψηφία! Με άλλα λόγια, την πλευρά των Αμερικανών και των Ναζί του τάγματος Αζόφ την επέβαλε ως εθνική γραμμή μια κυβέρνηση που λειτουργούσε παρά κι ενάντια στη βούληση του ελληνικού λαού, χωρίς νομιμοποίηση! Η πλειοψηφία του λαού στην Ελλάδα και την Κύπρο απορρίπτουν τη γραμμή του πολέμου!

Απορρίπτουν και την στάση της ΕΕ

Απορριπτικά επίσης στέκονται Έλληνες και Κύπριοι και απέναντι στη στάση της ΕΕ! Σε ερώτημα για την ικανοποίηση ή μη απέναντι στη αντίδραση της ΕΕ στον πόλεμο στην Ουκρανία, το 69% των Ελλήνων δήλωσε μάλλον μη ικανοποιημένο (26%) ή καθόλου ικανοποιημένο (43%), ενώ πολύ ικανοποιημένο (6%) και μάλλον ικανοποιημένο (23%) δηλώνει συνολικά το 29% όσων ερωτήθηκαν. Το ίδιο και στην Κύπρο. Ενώ μάλλον ικανοποιημένο δήλωσε το 31% και καθόλου ικανοποιημένο το 32%, συνολικά δηλαδή το 63% απέρριψε τη στάση των Βρυξελλών, θετικά την αποτίμησε ένα συνολικό ποσοστό της τάξης του 34% (8% πολύ ικανοποιημένο και 26% μάλλον ικανοποιημένο).

Εντύπωση προκαλεί ότι από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, 10 συνολικά (Βουλγαρία, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Λουξεμβούργο και Σλοβενία, πέραν της Ελλάδας και της Κύπρου) απορρίπτουν την αντίδραση της ΕΕ, ενώ δύο άλλες χώρες (Αυστρία και Πολωνία) είναι διχασμένες: Το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν ικανοποιημένοι είναι ίδιο με το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν μη ικανοποιημένοι.

Παρότι κάθε ερώτηση και απάντηση κρύβει διαφορετικές, ακόμη και αλληλοαποκλειόμενες απόψεις, ο διχασμός των ευρωπαίων πολιτών απέναντι στη γραμμή των Βρυξελλών κάλλιστα μπορεί να ερμηνευθεί ως απόρριψη της φιλοπολεμικής γραμμής, στην οποία οι Βρυξέλλες πρωτοστάτησαν. Η ΕΕ μπορούσε να λειτουργήσει περισσότερο κατευναστικά και δεν το έκανε. Είχε τη δυνατότητα να ασκήσει διπλωματία και να υιοθετήσει μια διαμεσολαβητική στάση, αντί να επιλέξει να ρίχνει λάδι στη φωτιά.

Καθόλου ικανοποιημένοι με το ΝΑΤΟ!

Ενδιαφέρουσα κι εντελώς απρόσμενη είναι επίσης η στάση των πολιτών σε Ελλάδα και Κύπρο, στην ερώτηση σχετικά με την αντίδραση του ΝΑΤΟ στο πόλεμο στην Ουκρανία. Στην Ελλάδα το 74% την απέρριψε (26% δήλωσε μάλλον μη ικανοποιημένο και 48% καθόλου ικανοποιημένο), ενώ ικανοποιημένο δήλωσε το 24% (5% πολύ ικανοποιημένο και 19% μάλλον ικανοποιημένο). Στην δε Κύπρο το 72% των πολιτών απέρριψε τη στάση του ΝΑΤΟ (23% απάντησε μάλλον μη ικανοποιημένο και 49% καθόλου ικανοποιημένο), ενώ 18% την ενέκρινε (4% δήλωσε πολύ ικανοποιημένο και 14% μάλλον ικανοποιημένο). Αξίζει να αναφερθεί ότι Ελλάδα και Κύπρος κατέχουν το ρεκόρ στις απορριπτικές απαντήσεις καθώς σε καμία άλλη χώρα τόσο μεγάλο ποσοστό κατοίκων δεν δήλωσε καθόλου ικανοποιημένο από την στάση του ΝΑΤΟ.

A closeup shot of the waving flag of The North Atlantic Treaty Organization with interesting textures

Συνολικά, θετικά απέναντι στη στάση του ΝΑΤΟ διάκειται το 49% των πολιτών, ενώ αρνητικά το 43%. Το ποσοστό των θετικών και αρνητικών απαντήσεων δεν είναι ωστόσο αναλογικά κατανεμημένο και στις 27 χώρες της ΕΕ. Συνολικά 13 χώρες από τις 27 (σχεδόν οι μισές!) στέκονται αρνητικά: Βουλγαρία, Τσεχία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ουγγαρία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Αυστρία, Σλοβενία και Σλοβακία, μαζί με Ελλάδα και Κύπρο.

Η απόρριψη εκ μέρους Κυπρίων και Ελλήνων του ΝΑΤΟ αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα εξ αιτίας των προτάσεων ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Μια τέτοια προοπτική, που απέκτησε νέα ώθηση μετά την πρόταση για ένταξη Φινλανδίας και Σουηδίας, δεν συναντά την αποδοχή των Κυπρίων! Οι Κύπριοι διατηρώντας ζωντανές τις μνήμες από την πρωταγωνιστική συμμετοχή τους στο κίνημα των Αδεσμεύτων αλλά και την ευγνωμοσύνη που οφείλουν στη Ρωσία, λόγω της στάσης που ανέκαθεν τηρούσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στέκονται αρνητικά στο ενδεχόμενο ένταξής του νησιού στην λυκοσυμμαχία του ΝΑΤΟ, που δεν απέτρεψε την εισβολή στην Κύπρο, ενώ τώρα αρνείται να λάβει τιμωρητικά μέτρα κατά της Τουρκίας.

Καταδίκη των ΗΠΑ!

Απορριπτικά στέκονται απέναντι στη στάση των ΗΠΑ τα 3/4  των πολιτών σε Ελλάδα και Κύπρο. Στο ερώτημα πόσο ικανοποιημένοι ή μη ικανοποιημένοι είστε στον τρόπο αντίδρασης των ΗΠΑ στην Ουκρανία στην Ελλάδα το 73% απάντησε αρνητικά: 22% μάλλον μη ικανοποιημένοι και 51% καθόλου ικανοποιημένοι. Θετικά απάντησε το 24%: 6% απάντησε πολύ ικανοποιημένο και 18% μάλλον ικανοποιημένο. Στην Κύπρο οι διαθέσεις απέναντι στις ΗΠΑ είναι πιο …άγριες: 74% απάντησε αρνητικά (20% δήλωσε ότι είναι μάλλον μη ικανοποιημένο και 54% καθόλου ικανοποιημένο), ενώ 18% το αντίθετο (5% πολύ ικανοποιημένο και 13% μάλλον ικανοποιημένο).

Καίτοι σε επίπεδο ΕΕ η πλειοψηφία στέκεται θετικά απέναντι στην πολιτική των ΗΠΑ στο Ουκρανικό, κατά 47% έναντι 44%, η πλειοψηφία των 27 κρατών μελών της ΕΕ στέκεται αρνητικά! Μη ικανοποιημένοι από την στάση των ΗΠΑ δηλώνουν κατά πλειοψηφία οι πολίτες των ακόλουθων κρατών: Βουλγαρία, Τσεχία, Ιρλανδία, Ισπανία, Γαλλία, Κροατία, Ουγγαρία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Αυστρία, Σλοβενία και Σλοβακία. Και φυσικά Ελλάδα και Κύπρος.

Η απόρριψη των ΗΠΑ από την πλειοψηφία των 27 κρατών μελών της ΕΕ δείχνει ότι η πολιτική υποταγής στην Ουάσιγκτον που ακολουθούν οι Βρυξέλλες είναι επιλογή μιας μειοψηφίας κρατών του ευρωπαϊκού βορρά και της ανατολικής Ευρώπης. Αιχμή του δόρατος στην προσπάθεια αμερικανοποίησης της Ευρώπης είναι τα κρατίδια της Βαλτικής που ο φιλοαμερικανισμός τους από ιδρύσεώς τους συναγωνίζεται το φιλοναζισμό τους. Μάρτυρας οι τιμές που αποδίδουν ακόμη και σήμερα Λιθουανία, Λετονία και Εσθονία σε όσους υπηρέτησαν την Γερμανία στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Μάρτυρας επίσης η ευθύνη τους στη διαίρεση της Ευρώπης σε νέα και παλιά, δια στόματος του υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ Ντόναλντ Ράμσφελντ το 2003 όταν πρωτοστάτησαν στην αποστολή στρατού στο Ιράκ, ενάντια σε Γερμανία, Γαλλία, κ.α.

Τώρα Βερολίνο και Βρυξέλλες τρέχουν τελευταίες και καταϊδρωμένες πίσω από τις Βαλτικές χώρες, αφού πρώτα παραιτούμενες από οποιαδήποτε αυτοτέλεια μετατράπηκαν σε όργανα της Ουάσιγκτον, η οποία πυροδότησε τον πόλεμο στην Ουκρανία, κέρδισε και συνεχίζει να κερδίζει τα μέγιστα από τη συνέχισή του!

Ειδικότερα στην Ελλάδα και την Κύπρο η αρνητική στάση των πολιτών απέναντι στις ΗΠΑ εξηγείται στη βάση των αμερικανικών ευθυνών απέναντι σε κάθε δράμα που έχουμε υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες: από την επταετή δικτατορία και την τουρκική κατοχή της Κύπρου μέχρι τις συνεχείς πολιτικές παρεμβάσεις του αμερικανικού παράγοντα στην ελληνική και κυπριακή πολιτική ζωή. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ωστόσο, που πρωταγωνιστεί στην ικανοποίηση των αμερικανικών αιτημάτων, μόνο ζημιωμένος δεν βγήκε από την ανάμιξη της αμερικανικής πρεσβείας στην πολιτική ζωή της χώρας μας, όπως αποκάλυψε πρόσφατο ρεπορτάζ.

Όχι σε αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού

Η απόρριψη στην Ελλάδα, την Κύπρο και σε άλλες χώρες της στάσης που κράτησαν οι εθνικές τους κυβερνήσεις, η ΕΕ, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ συνάδει πλήρως με την απόρριψη εκ μέρους των πολιτών τους της χρηματοδότησης και αποστολής πολεμικού εξοπλισμού στην Ουκρανία. Είναι μια επιλογή που κατά πλειοψηφία στην ΕΕ εγκρίνεται. Ωστόσο, στην Ελλάδα το 57%, στην Κύπρο το 64%, στη Βουλγαρία το 62%, στην Ουγγαρία το 48% και στη Σλοβακία το 51% των πολιτών απορρίπτουν τις μαζικές αποστολές όπλων στο καθεστώς Ζελένσκυ, που παρατείνουν τον πόλεμο και την αιματοχυσία.

Σκοπό μάλιστα έχουν ομολογημένα πλέον να εξασθενίσουν οικονομικά και στρατιωτικά τη Ρωσία κι όχι φυσικά να προασπίσουν τα σύνορα της Ουκρανίας. Αν στόχος ήταν η εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας, οι δυτικές κυβερνήσεις θα επέβαλαν στον Ζελένσκυ να αποδεχθεί την ουδετεροποίηση της χώρας του κι όχι την μετατροπή της σε προκεχωρημένο φυλάκιο των Αμερικανών…

Η απόρριψη εκ μέρους των Ελλήνων της αποστολής στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία εκθέτει πολλαπλώς την κυβέρνηση Μητσοτάκη που, βάσει αποκαλυπτικού δημοσιεύματος, πραγματοποίησε έξι αποστολές στην Ουκρανία, χωρίς καν να ενημερώσει τη Βουλή ή τα αρμόδια όργανα. Ο οπλισμός μάλιστα που μεταφέρθηκε στην Ουκρανία, μέσω Γερμανίας, περιλάμβανε όχι μόνο καλάζνικοφ, αλλά επίσης αντιαρματικά και πυραύλους που αφαιρέθηκαν από τα νησιά του Αιγαίου!

Ενδιαφέρον πάντως έχει ότι όλα τα ευρήματα του έκτακτου Ευρωβαρόμετρου συμπίπτουν πλήρως με αντίστοιχες έρευνες που πραγματοποιούνται συχνά στην Ελλάδα, αλλά βλέπουν το φως της δημοσιότητας λιγότερο συχνά. Παρά μάλιστα την παραπληροφόρηση στην οποία πρωταγωνιστούν τα επίσημα Μέσα, ελέω λίστας Πέτσα, κοινή συνισταμένη όλων των ερευνών κοινής γνώμης είναι η απόρριψη της πολεμοχαρούς και εμπρηστικής πολιτικής Μητσοτάκη – ΕΕ – ΝΑΤΟ – ΗΠΑ.  

Η δυσφορία μάλιστα απέναντι στη ακολουθούμενη φιλοπολεμική πολιτική μεγαλώνει όσο περνάει ο χρόνος. Στην επαναλαμβανόμενη έρευνα της Public Issue για παράδειγμα, δυσαρεστημένο με τους κυβερνητικούς χειρισμούς στο ζήτημα της Ουκρανίας δήλωνε το 74% των ερωτηθέντων τον Απρίλιο του 2022 (68% τον Μάρτιο), ενώ την τήρηση ουδέτερης στάσης στο ζήτημα της Ουκρανίας ζητούσε το 71% των ερωτηθέντων (65% τον Μάρτιο).

Διαφωνούν με την λογοκρισία και την φιλο-Ουκρανική δημοσιογραφία

Στην αντίθετη κατεύθυνση από την πανευρωπαϊκή, που εγκρίνει την απαγόρευση μετάδοσης στην ΕΕ των ρωσικών κρατικών Μέσων Ενημέρωσης, κινούνται οι Έλληνες οι Κύπριοι οι οποίοι απορρίπτουν την λογοκρισία που επιβλήθηκε σε Russia Today, Sputnik κ.α. κατά 64% και στις δύο χώρες. Έλληνες και Κύριοι έτσι τιμούν τις δημοκρατικές παραδόσεις τους, διαχωριζόμενοι από την αντιδημοκρατική γραμμή των Βρυξελλών, που ενέταξε την ΕΕ στην ίδια κατηγορία χωρών που ανήκει η Τουρκία και η Κίνα όπου απαγορεύεται η μετάδοση μη αρεστών Μέσων Ενημέρωσης. Πρόκειται για μέτρο που ταιριάζει σε ανελεύθερα καθεστώτα, υποβαθμίζει την δημοκρατία στην Ευρώπη και υποτιμάει τους πολίτες τους οποίους θεωρεί λίγο – πολύ αφελείς που κινδυνεύουν να παρασυρθούν από την πληρωμένη «εχθρική» προπαγάνδα…

Διαχωριζόμενοι οι δύο λαοί από την επίσημη ρητορική δεν είναι καθόλου τυχαία εκ μέρους τους η απόρριψη των εθνικών αρχών ως πηγών πληροφόρησης για τον πόλεμο στην Ουκρανία: 60% των Ελλήνων και 54% των Κυπρίων δεν εμπιστεύονται τις εθνικές πηγές πληροφόρησης. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες χώρες όπως στην Σλοβακία και τη Σλοβενία. Έλληνες και Κύπριοι μάλιστα με εξ ίσου μεγάλα ποσοστά απορρίπτουν ως πηγή πληροφόρησης ακόμη και τις ευρωπαϊκές αρχές, τις οποίες προφανώς θεωρούν μεροληπτικές. Το 60% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα και το 56% στην Κύπρο δεν εμπιστεύονται ως πηγή πληροφόρησης για τον πόλεμο στην Ουκρανία τις ευρωπαϊκές αρχές, που καλλιεργούν έναν τυφλό αντιρωσισμό ο οποίος θυμίζει Μακαρθισμό. Η απαγόρευση των παραστάσεων του θεάτρου Μπολσόι στην Ελλάδα από την υπουργό Πολιτισμού Λ. Μενδώνη θα αποτελεί για χρόνια ντροπή κι ένδειξη κρατικού ρατσισμού.

Τέλος, σε κόλαφο για το δημοσιογραφικό επάγγελμα εξελίχθηκε σε πολλές χώρες της ΕΕ κι όχι σε όλες, ο πόλεμος στην Ουκρανία. Στην Ελλάδα το εκπληκτικά υψηλό ποσοστό του 76% δεν εμπιστεύεται τους δημοσιογράφους ως πηγή πληροφοριών για τον πόλεμο στην Ουκρανία! Στην Κύπρο επίσης το 64% απορρίπτει τους δημοσιογράφους.

Μιλώντας για την Ελλάδα, η έλλειψη εμπιστοσύνης στα Μέσα Ενημέρωσης δεν είναι κάτι νέο. Επανέρχεται σε κάθε σχεδόν έρευνα το ζήτημα της ανελευθερίας και εξηγείται από τον θανάσιμο (όπως αποδεικνύεται) εναγκαλισμό τους από την οικονομική εξουσία. Ενδεικτικά, έρευνα του 2021 της Κάπα Research έδειξε ότι το 91% δεν εμπιστεύεται τα ΜΜΕ, ενώ τα εμπιστεύεται μόνο το 9%! Σε χειρότερη θέση από τα ΜΜΕ είναι μόνον οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ενώ σε καλύτερη θέση είναι ακόμη και η εκκλησία! Τα ύστερα του κόσμου…

Παρότι λοιπόν η αναξιοπιστία και η κατάντια των Μέσων στην Ελλάδα δεν είναι νέο φαινόμενο, έκτακτες συγκυρίες όπως η σημερινή που καθιστούν την ενημέρωση επιτακτική ανάγκη δείχνουν πόσο μεγάλο, αβυσσαλέο είναι το κενό μιας ενημέρωσης σφαιρικής και αξιόπιστης. Κυρίως όμως ανεξάρτητης από διεθνή κέντρα και κυβερνήσεις!

Στροφή 180 μοιρών: «Εξορύξεις τέλος» το μήνυμα του Δένδια στην Άγκυρα!

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Διαβάστε προσεκτικά τις ακόλουθες δηλώσεις, χωρίς όμως να στοιχηματίσετε για την προέλευσή τους:

«Η Ελλάδα πιστεύει στις ανανεώσιμες. Η Ελλάδα δεν πρόκειται να αρχίσει να τρυπάει το βυθό της θάλασσας στη Μεσόγειο για να βρει αέριο, για να βρει πετρέλαιο, για έναν πολύ, πολύ απλό λόγο. Χρειαζόμαστε 10 ως 20 χρόνια για να το βρούμε και να το εκμεταλλευτούμε και από πλευρά κόστους θα ήταν πολύ πιο ακριβό από εκείνο της Σαουδικής Αραβίας, για παράδειγμα. Έτσι, οικονομικά δεν οραματίζομαι ότι η Ελλάδα θα γίνει μια πετρελαιο-παραγωγική χώρα. Και με όλο το σεβασμό, το Αιγαίο, για παράδειγμα, είναι ένας παράδεισος στη γη. Δε σχεδιάζουμε να τον μετατρέψουμε σε Κόλπο του Μεξικού. Έτσι, η Ελλάδα ελπίζει ότι θα έχει προσφορά ενέργειας. Η Ελλάδα ελπίζει να έχει πολύ καλές σχέσεις με το Σαουδικό Βασίλειο, αλλά η Ελλάδα δε σχεδιάζει στο ορατό μέλλον να γίνει χώρα παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου».

Τα παραπάνω λόγια δεν ανήκουν σε κάποιον ακτιβιστή της ριζοσπαστικής οικολογίας, διαπρύσιο πολέμιο των εξορύξεων και των ορυκτών καυσίμων. Προέρχονται από τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια, όπως ειπώθηκαν την Πέμπτη 22 Απριλίου σε συνέντευξή του στο δίκτυο Arab News, που αποτελεί όργανο της σαουδαραβικής μοναρχίας. Οι δηλώσεις του έλληνα υπουργού, που έγιναν σε λιγότερο από μια εβδομάδα από την κοινή συνέντευξή του με τον τούρκο ομόλογό του, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, η οποία ερμηνεύτηκε ως ελληνική αντεπίθεση απέναντι στις προκλήσεις της Τουρκίας, προκάλεσαν σοκ στην Αθήνα και «θάφτηκαν» από τον φιλοκυβερνητικό Τύπο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην ιστοσελίδα του υπουργείου όπου μεταφέρεται και η πιο ασήμαντη δήλωση των πολιτικών στελεχών της ελληνικής διπλωματίας, μέχρι το πρωί της Κυριακής τουλάχιστον, δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά. Αντίθετα, κατά την πάγια πρακτική, «κύκλοι» του υπουργείου έσπευσαν με διορθωτικές δηλώσεις να υποβαθμίσουν και να μετριάσουν τη βαρύτητα των υπουργικών δηλώσεων από το Ριάντ.

Οι διορθωτικές δηλώσεις ανέφεραν συγκεκριμένα τα εξής τρία σημεία:

  1. Είναι προφανές ότι τα λεχθέντα δεν αφορούν το υπάρχον ενεργειακό πρόγραμμα της χώρας.
  2. Οι απόψεις του υπουργού Εξωτερικών για την πράσινη ενέργεια και την αειφόρο ανάπτυξη είναι γνωστές και διατυπωμένες κατ’ επανάληψη.
  3. Η παγκόσμια τάση τείνει προς την κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος, της πράσινης ενέργειας και των ανανεώσιμων πηγών και υπηρετείται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως αποδεικνύεται από το μεγάλο βήμα της απολιγνιτοποίησης.

Η αλήθεια είναι ότι πυκνώνουν οι ανακοινώσεις το τελευταίο χρονικό διάστημα για διακοπή των σχεδίων εξόρυξης ακόμη και της εξάρτησης κρατών από το πετρέλαιο. Το πιο πρόσφατο περιστατικό σημειώθηκε στην Καλιφόρνια όπου ο κυβερνήτης της ανακοίνωσε την Παρασκευή 23 Απριλίου ότι η πολιτεία του όχι μόνο θα απαγορεύσει τις σχιστολιθικές εξορύξεις μέχρι το 2024, αλλά ότι σκέφτεται ακόμη και να διακόψει τις εξορύξεις πετρελαίου μέχρι το 2045! Ανάλογη απόφαση έλαβε και η Βουλή της Δανίας στις 3 Δεκεμβρίου 2020, που ως αποτέλεσμα θα έχει μέχρι το 2050 να σταματήσουν όλες οι εξορύξεις στην  Βόρεια Θάλασσα. Η απόφαση της Δανίας, που είναι η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα της ΕΕ και αντλεί πετρέλαιο από τη Βόρεια Θάλασσα από το 1972, αναμένεται πώς θα της κοστίσει 2,1 δισ. δολ. Και η Βουλή της Γαλλίας επίσης αποφάσισε το 2017 να απαγορευτεί σε όλα τα εδάφη της μέχρι το 2040 κάθε εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κατά ψήφισαν μόνο οι βουλευτές της Δεξιάς… Η απόφαση παρότι δεν είναι σημαντική για τις άμεσες συνέπειές της μιας και η ετήσια παραγωγή της Γαλλίας (815.000 τόνοι) ισοδυναμεί με την παραγωγή μόλις λίγων ωρών της Σαουδικής Αραβίας, θα έχει σοβαρότατες έμμεσες επιπτώσεις καθώς συνοδεύτηκε από την απαγόρευση πωλήσεων πετρελαίου και βενζίνης για οχήματα μέχρι το 2040.

Κι αν όλα αυτά ηχούν μακρινά, για να εκτιμήσουμε την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η διακοπή των εξορυκτικών δραστηριοτήτων αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ανάλογα βήματα σημειώνονται και στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, η ισπανική Repsol πρόσφατα ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από τις περιοχές παραχώρησης στην Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο, προς μεγάλη χαρά όσων αγωνίζονταν ενάντια στον εφιάλτη. Διστακτικά εμφανίζονται και τα Ελληνικά Πετρέλαια ως προς τα σχέδια εξορύξεων στα τρία οικόπεδα που έχει εξασφαλίσει δικαιώματα στη Δυτική Ελλάδα, με ρεπορτάζ να κάνουν λόγο για επανεξέταση και αναθεώρηση του προγραμματισμού των ΕΛΠΕ.

Η ακύρωση των σχεδίων εξόρυξης σε όλο τον κόσμο και στη Δυτική Ελλάδα σχετίζεται τόσο με περιβαλλοντικούς λόγους όσο και με την πτώση της τιμής του πετρελαίου δεδομένου ότι όπως φαίνεται και στο συνημμένο διάγραμμα τα …ελαφροαστικά σχέδια μετατροπής της Ελλάδας σε πετρελαιοεξαγωγική χώρα καταστρώθηκαν μια εποχή που η τιμή του πετρελαίου έφτασε σε ιστορικά υψηλά και μη επαναλαμβανόμενα επίπεδα. Στο Αιγαίο παρόλα αυτά η ακύρωση των σχεδίων εξόρυξης δε σχετίζεται με τη στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και την τιμή του πετρελαίου. Η ακύρωση των σχεδίων εξόρυξης στο Αιγαίο αποτελεί πανηγυρική ήττα και εν κρυπτώ άτακτη υποχώρηση της ελληνικής αστικής τάξης μπροστά στην τουρκική απειλή! Πολύ πιθανά να αποτελεί και το μήνυμα το οποίο μετέφερε ο Ν. Δένδιας στην Άγκυρα κατά την πρόσφατη επίσκεψή του, το οποίο κρύφτηκε πίσω από τη λογομαχία στο πλαίσιο των δηλώσεών του με τον τούρκο ομόλογό του, που αποδεικνύεται προπέτασμα καπνού! Συχνότατα άλλωστε στη διπλωματία και την πολιτική οι πιο μεγάλες υποχωρήσεις κρύβονται πίσω από ηρωικές και πομπώδεις εξαγγελίες. Αυτή τη δοκιμασμένη συνταγή, κοινώς ένα σόου εντυπώσεων, επέλεξε και ο Ν. Δένδιας φεύγοντας από την Άγκυρα με μια επικοινωνιακή επιτυχία, ως ελάχιστο αντάλλαγμα για την ταπεινωτική για την ελληνική αστική τάξη απόθεση στα πόδια του σουλτάνου ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου δεκαετίας.

Τιμή βαρελιού αργού πετρελαίου σε δολάρια ΗΠΑ από το 1960

Αξίζει κατ’ αρχήν να σταθούμε στη «διάψευση» των κύκλων του υπουργείου Εξωτερικών, που ακολούθησε τη συνέντυξη. Τα τρία σημεία τους βρίθουν αντιφάσεων. Το πρώτο σημείο εννοεί ότι η ακύρωση των εξορύξεων αφορά μελλοντικές παραχωρήσεις κι ότι οι τρέχουσες θα συνεχιστούν κανονικά. Το πόσο κανονικά θα συνεχιστούν φάνηκε από τη στάση της ελληνικής πλευράς με αφορμή την παρενόχληση του γαλλικού ερευνητικού τη Δευτέρα 19 Απριλίου εντός της ελληνικής ΑΟΖ. Μετά τα όσα είπε ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών στο Arab News η δήλωση της κυβερνητικού εκπροσώπου Αρ. Πελώνη επιδέχεται διαφορετικής από την αρχική ερμηνεία. Ας τη θυμηθούμε ξανά: «το περιστατικό αυτό αφορά  τη γαλλική πλευρά. Θα επαναλάβω ότι εμείς στόχος μας είναι να αναζητηθούν προοπτικές για μια θετική ατζέντα για να υπάρξει σε μια πρώτη φάση ένα κλίμα αποκλιμάκωσης και το κομμάτι αυτό προωθήθηκε κατά την επίσκεψη του Νίκου Δένδια στην Άγκυρα»…

Δες 15.24 και μετά.

Ακόμη πιο ειλικρινής θα ήταν η δήλωση της Αρ. Πελώνη αν συμπληρωνόταν από μία επιπλέον αλήθεια και μια παραδοχή: Η αλήθεια είναι ότι η θετική ατζέντα στην οποία αναφέρθηκε δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, αλλά και την απόσυρση της Ελλάδας από τα σχέδια εξορύξεων, με άλλα λόγια ένα μορατόριουμ σε κάθε είδους ερευνητική δραστηριότητα. Η παραδοχή αφορούσε την παράλειψη της ελληνικής κυβέρνησης από την υποχρέωσή της να ενημερώσει και τους άμεσα ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι πετρελαϊκές εταιρείες που συνέχισαν το έργο τους.

Το δεύτερο σημείο για «γνωστές και διατυπωμένες κατ’ επανάληψη απόψεις» ήρθε να προσθέσει μια εσάνς ρουτίνας ώστε να καλυφθεί η στροφή 180 μοιρών που συντελείται.

Το τρίτο σημείο της «διάψευσης» είναι η αποθέωση της δημιουργικής ασάφειας και της διγλωσσίας. Από την μια, υπάρχει αναφορά στο «μεγάλο βήμα της απολιγνιτοποίησης» που παραπέμπει στις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2019 όταν εξαγγέλθηκε ο ξαφνικός θάνατος των λιγνιτικών μονάδων μέχρι το 2023, έτσι ώστε να μείνει ανοιχτή η πόρτα για μια ανακοίνωση μετά βαΐων και κλάδων για διακοπή του προγράμματος εξορύξεων. Από την άλλη, δεν υπάρχει καμία αναφορά σε «απο-πετρελαιοποίση» της ελληνικής οικονομίας, ανάλογης αυτής που ψήφισε η Γαλλία ή η Δανία, που να δικαιολογεί την υπενθύμιση της απολιγνιτοποίησης.

Όσο για την ταύτιση της απολιγνιτοποίησης με την προαγωγή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτελεί πολιτική απάτη. Στην Ελλάδα η απολιγνιτοποίηση δεν συντελείται για χάρη των φωτοβολταϊκών και των ανεμογεννητριών αλλά για χάρη του Μυτιληναίου. Απολιγνιτοποίηση σημαίνει «φυσικοαεριοποίηση» της ελληνικής οικονομίας, την ίδια ώρα που το φυσικό αέριο χαρακτηρίζεται ελέφαντας στο δωμάτιο και εντείνεται η δημόσια συζήτηση για την απαλλαγή των κρατών. Στην Ελλάδα η κυβέρνηση Μητσοτάκη προς εξυπηρέτηση των ιδιωτών βαφτίζει το φυσικό αέριο ΑΠΕ…

Προσπερνώντας το γράμμα των κυβερνητικών δηλώσεων η συνέντευξη Δένδια σηματοδοτεί τους τίτλους τέλους σε ένα ακόμη αφελές και μικρομέγαλο σχέδιο της ελληνικής αστικής τάξης που ήθελε την κατοχύρωση  των απειλούμενων κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο μέσω της συνεργασίας με τον ιμπεριαλισμό. Το σχέδιο στη χειρότερη εκδοχή του προέβλεπε να κερδίσει ο ιμπεριαλισμός τα πετρέλαια και η Ελλάδα τα θαλάσσια σύνορα, τα οποία πλέον θα εγγυούταν  οι «άσπονδοι» φίλοι μας. Το …ακράδαντο επιχείρημα που συνόδευε την υπεράσπιση αυτής της θέσης ήταν ότι Αμερικάνοι, Γάλλοι και Ισραηλινοί θα είχαν υλικό συμφέρον από την επέκταση των ελληνικών οικονομικών συνόρων! Καθηγητές πανεπιστημίου, γεωπολιτικοί αναλυτές και ιδρύματα υπεράνω πάσης …υποψίας θυσίασαν εκατομμύρια λέξεων για να εξηγούν γιατί ό,τι είναι καλό για την Ελλάδα θα είναι καλό για τις ΗΠΑ, ακόμη κι ότι οι χώρες που θα εκμεταλλευτούν τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες  θα αποτελούσαν ασπίδα προστασίας για την Ελλάδα! Η αντίδραση της Τουρκίας θεωρήθηκε εντελώς  αδιάφορη για να εκτιμηθεί. Ό,τι ανοησίες πίστευε κι ο Ε. Βενιζέλος, πριν εκατό χρόνια. Η διαφορά, ευτυχώς για την Ελλάδα, σε σχέση με τότε είναι πώς η Τουρκία σήμερα βρίσκεται σε υποχώρηση… Η κρίση του καθεστώτος Ερντογάν και οι οικονομικοί τριγμοί όπως αντανακλώνται στην υποχώρηση της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας θέτουν κάποια όρια στα μέτωπα που μπορεί να ανοίξει. Το παραπάνω μικρόνους, επεκτατικό, απειλητικό για την ειρήνη και εχθρικό απέναντι στους λαούς σχέδιο καταστρώθηκε και τροχοδρομήθηκε επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου πριν ακριβώς δέκα χρόνια και υπηρετήθηκε ανεπιφύλακτα και δραστήρια απ’ όλες τις επόμενες κυβερνήσεις: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ.

Και τι έμεινε στο τέλος;

Η αγαστή συνεργασία της Ελλάδας με το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ, η περαιτέρω πρόσδεση της Ελλάδας στο αμερικανικό άρμα σε βαθμό ώστε ο πρέσβης των ΗΠΑ, Τζέφρι Πάιατ, να γράφει στο Βήμα της Κυριακής 25 Απριλίου «δεν υπάρχει όριο σε αυτό που μπορούμε να κάνουμε μαζί ΗΠΑ και Ελλάδα» και δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ νέων αγορών πολεμικού υλικού από Γαλλία και ΗΠΑ το οποίο θα προσφέρεται γενναιόδωρα στο εγκληματικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, όπως συμφώνησε ο Ν. Δένδιας κατά την επίσκεψή του στο Ριάντ. Καθόλου άσχημα για τον ιμπεριαλισμό και την ελληνική αστική τάξη…

Αρέσει σε %d bloggers: