Facebook και Twitter λογόκριναν τον Τραμπ για να σώσουν το τομάρι τους και τις 26 πιο …βρόμικες λέξεις του κόσμου

Η απόφαση των δύο μεγαλύτερων ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης να αναστείλουν τους λογαριασμούς του αμερικανού προέδρου, μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, εκ πρώτης όψεως έβριθε ηθικών διλημμάτων που δεν απαντώνται εύκολα για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και κραυγαλέων αντιφάσεων που προκαλούν γέλιο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές: αν κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση της πρόσβασης στο Twitter του αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί μια νέα αιματοχυσία, γιατί θεωρήθηκε αδιάφορη η συνέχιση της διατήρησης εκ μέρους του των κωδικών του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Το Twitter είναι πιο επικίνδυνο από τα πυρηνικά;

Η επιλογή του facebook και του Twitter πολύ λίγο έχει να κάνει με όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Κυρίως σχετίζονται με τη μάχη επιβίωσης που δίνουν οι κολοσσοί του διαδικτύου. Και σε αυτή την μάχη όσα είχε να τους προσφέρει η συμπόρευσή τους με τον Τραμπ τους τα προσέφερε από το 2017 που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο μέχρι τώρα, που αναχωρεί. Στο εξής, αν κάποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει μια ακόμη ξέγνοιαστη τετραετία, ή τουλάχιστον την αποφυγή των χειρότερων, είναι η εύνοια των Δημοκρατικών και του Τζον Μπάιντεν. Σε αυτήν ακριβώς την εύνοια αποσκοπούσε η απόφαση αναστολής των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου! Ήταν ένα δώρο στους Δημοκρατικούς κι έτσι ακριβώς το περιέγραψε ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μαρκ Ρούμπιο μιλώντας στο Fox News την Κυριακή 10/1: «Είναι πολύ κυνικό… Ο λόγος που αυτοί οι τύποι το κάνουν είναι επειδή οι Δημοκρατικοί πρόκειται  να πάρουν την εξουσία και το βλέπουν σαν έναν τρόπο να πάνε με το πλευρό τους για να αποφύγουν οποιουσδήποτε περιορισμούς ή κάθε είδους νόμους που θα περάσουν για να να τους πλήξουν»

Τα χειρότερα για το ολιγοπώλιο του Διαδικτύου τα περιέγραψε η γερμανίδα καγκελάριος και στη συνέχεια ο εκπρόσωπός της στην ασυνήθιστα ωμή και αναπάντεχη δήλωση της ενάντια στην λογοκρισία του αμερικανού προέδρου. Η Άνγκελα Μέρκελ με την ίδια σαφήνεια που αποδοκίμασε την αναστολή των λογαριασμών του Τραμπ χαρακτηρίζοντας την ως «προβληματική» παραβίαση «θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου», ζήτησε από τις ΗΠΑ να αναπαράγουν το παράδειγμα της Γερμανίας στην ψήφιση και εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την υποκίνηση σε βία. Οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής έχουν αναθέσει την υποχρέωση στις ίδιες τις πλατφόρμες. Κι αυτή η απόκλιση αποτελεί μια θεμελιώδη διαφορά στην προσέγγιση του ίντερνετ μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.

Προς αποφυγή παρανοήσεων λοιπόν, η Μέρκελ δε ζήτησε να μην υφίσταται λογοκρισία στο ίντερνετ. Ζήτησε την λογοκρισία να την ασκεί το κράτος, μέσω νόμων, κι όχι οι κολοσσοί του διαδικτύου επικαλούμενοι τους όρους χρήσης των υπηρεσιών τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, Στέφεν Σάιμπερτ, επικαλέστηκε νόμο που τέθηκε σε ισχύ το 2018 βάσει του οποίου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης υποχρεούνται να αποσύρουν παράνομο υλικό που έχει αναρτηθεί στην πλατφόρμα τους εντός 24 ωρών, από τη στιγμή που θα τους γίνει η γνωστοποίηση. Αλλιώς αντιμετωπίζουν πρόστιμο που μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 50 εκ. ευρώ! Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λε Μερ ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε σαν αναρμόδια την «ψηφιακή ολιγαρχία» να επιβάλλει λογοκρισία και να αποφασίσει ποιος δικαιούται να …ομιλεί, προκειμένου όμως να εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα στο κράτος: «Η ρύθμιση της ψηφιακή αρένας είναι θέμα του κυρίαρχου λαού, των κυβερνήσεων και της δικαιοσύνης» ήταν τα λόγια του. Για το κατά πόσο δε, εννοεί την εξουσία του κυρίαρχου λαού, αρκεί να θυμηθούμε τη βαρβαρότητα της γαλλικής αστυνομίας εναντίον των Κίτρινων Γιλέκων…

Η διαμάχη για το «ποιος θα ρυθμίσει το ίντερνετ» δεν διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όσο κι αν μετά την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη έλαβε αυτή την μορφή. Γενικευμένες είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η σύγκρουση συμπυκνώνεται στην παράγραφο 230 του νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ψηφίστηκε το 1996, κι αποτελεί μήλο της έριδας. Πρόκειται για 26 λέξεις – κορυφαίο παράδειγμα  διαμορφωτικού κι όχι αποτυπωτικού δικαίου – επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μετέπειτα ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ και η γιγάντωση των εταιρειών που έχουν δώσει στο ίντερνετ τη σημερινή εμπορευματοποιημένη και αποχαυνωτική μορφή του. Αναφέρουν κατά λέξη: «Κανένας πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας υπολογιστών δεν θα αντιμετωπιστεί ως εκδότης ή ομιλητής οποιασδήποτε πληροφορίας παρέχεται από από έναν άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».

Κοινώς, οι πλατφόρμες δε φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι δημοσιεύουν οι χρήστες. Αντίθετα με τους εκδότες εφημερίδων ακόμη και βιβλίων που είναι υπόλογοι για ό,τι γράψει καθένας και καθεμία στις σελίδες τους, οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών δε φέρουν καμία ευθύνη. Επάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση άνθισαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μιας κι ο καθένας μπορούσε να διατυπώνει όχι μόνο την άποψή του, αλλά το …μακρύ του και το κοντό του. Μάλιστα όσο πιο τερατώδης ήταν μια άποψη, μια πρόβλεψη, μια «είδηση», όσο πιο χυδαία μια επίθεση, κοκ, τόσο περισσότερες επισκέψεις δεχόταν η διπλανή διαφήμιση! Απουσία νομικής ευθύνης τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν θερμοκήπια παραπληροφόρησης και νεκροταφεία της ενημέρωσης, προς επιβεβαίωση ενός κλασσικού νόμου της νομισματικής θεωρίας, βάσει του οποίου σε μια παράλληλη κυκλοφορία ενός «καλού» κι ενός «κακού» νομίσματος, κυριαρχεί το «κακό»! Έτσι το facebook στηρίχθηκε αρχικά και στήριξε στη συνέχεια τον φθηνό εντυπωσιασμό, τις διαδόσεις, το λόγο μίσους, τις προσβολές και τις ύβρεις για να καταντήσει συνώνυμο της ευτέλειας.

Κι όσο ανέβαινε η υπερβολή τόσο μεγάλωναν τα έσοδα των κολοσσών του διαδικτύου για να φτάσουμε μόνο το 2020 η χρηματιστηριακή αξία των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών της Σίλικον Βάλεϋ να φτάνει τα 7,2 τρισ. δολ., ενώ τέσσερις διαδικτυακές εταιρείες (Google, Apple, Amazon, Microsoft) να διατηρούν τα σκήπτρα των επιδόσεων, ξεπερνώντας εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της παραγωγής και του εμπορίου…

Οι 26 λέξεις, που αποτέλεσαν το ευαγγέλιο της διαδικτυακής χάβρας, θεωρείται βέβαιο ότι θα τροποποιηθούν. Είχε δεσμευτεί δημόσια ακόμη κι ο Τζο Μπάιντεν προεκλογικά για την ακύρωσή του νομικού φραγμού στη δίωξη των ιντερνετικών εταιρειών για το περιεχόμενο που αναρτούν. Οι Δημοκρατικοί επίσης είχαν εξαγγείλει όχι μόνο για το Facebook (με αφορμή την εξαγορά του Instagram και του WhatsApp) αλλά και για την Google (με αφορμή τα 10 δισ. δολ. που έδινε ετησίως στην Apple κ.α. για να εξασφαλίζει προτεραιότητα στα προϊόντα της) ότι θα ενεργοποιηθούν έρευνες για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων, κατ’ αντιστοιχία όσων εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για την ΑΤΤ και τη Citibank. Υπέρ της ακύρωσης του άρθρου 230 έχει ταχθεί ακόμη κι η Νάνσυ Πελόσι (χαρακτηρίζοντας το άρθρο «δώρο» στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας) η οποία αποτελεί όχι απλώς σταθερή αξία και βαρύ πυροβολικό των Δημοκρατικών, αλλά και το βαθύ τους κράτος. Κριτική στο άρθρο 230 είχε ασκήσει ακόμη κι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ποιός δίνει σημασία στα λόγια του… Χρήζει πάντως αναφοράς γιατί δείχνει το βαθμό της συναίνεσης γύρω από την αλλαγή του νόμου του Κλίντον.

Από την άλλη υπάρχει ένας σοβαρότατος λόγος για να συνεχιστεί η σημερινή αθλιότητα, με τη διαιώνιση του άρθρου 230: η «κινέζικη απειλή»! Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τάξης στο ίντερνετ θα οδηγήσει στο ξεφούσκωμα των αμερικανικών εταιρειών και στην ανάδυση των κινέζων ανταγωνιστών. Σοβαρό αντικίνητρο όχι μόνο για τον Τραμπ, αλλά και για τον Μπάιντεν…

Παράλληλα, η προσπάθεια της ιντερνετικής βιομηχανίας επικεντρώνεται στον μετριασμό της ζημιάς που θα επέλθει. Με βάση δημοσιεύματα είναι διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα αρκεί να μην ξεπεραστεί ένα όριο: να μην αντιμετωπισθεί ως εκδότης και να αναλάβει τη νομική ευθύνη. Σε αυτό το βωμό όχι μόνο το Facebook και το Twitter αλλά επιπλέον Google, Amazon, TikTok, Pinterest, Snap κι άλλοι έσπευσαν να αναπαράξουν τις απαγορεύσεις κατεβάζοντας ακόμη και το Parler, το ακροδεξιό Twitter, για να μείνει χωρίς φωνή ο Τραμπ.

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονταν αρχικά: Η ευκολία με την οποία λογόκριναν τον Τραμπ facebook και Twitter δεν προήλθε από την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ειρήνη ή να διακόψουν το λόγο μίσους και τα σωρηδόν ψέματα που λέει ο απερχόμενος, ανόητος αμερικανός πρόεδρος. Η λογοκρισία επιβλήθηκε από το ολιγοπώλιο του διαδικτύου για να διαφυλάξει την ασυδοσία του…

Η εξαίρεση του Γιώργου Δελαστίκ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα μικρό απόσπασμα από το κεφάλαιο με τίτλο «Αξιοπιστία και πολιτική ένταξη στο δημοσιογραφικό έργο του Γιώργου Δελαστίκ ή το αίτημα της αντικειμενικότητας στην εποχή των άκρων», που περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο των εκδόσεων Τόπος με τίτλο «Η δημοσιογραφία ως τέχνη, αφιέρωμα στο Γιώργο Δελαστίκ», σε επιμέλεια Βασίλη Μπρούμα. Στον τόμο επίσης, πέραν του επιμελητή, γράφουν ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου και η Μαριάννα Τζιαντζή. Η εισαγωγή είναι του Θανάση Σκαμνάκη. 

Η προσφορά του Γιώργου Δελαστίκ στην δημοσιογραφία αφορά πρώτα και κύρια την πεντακάθαρη και συνειδητή πολιτική του στάση, την απέχθεια που έθρεφε απέναντι στις διφορούμενες και πολύσημες διατυπώσεις που ανθούν στην δημοσιογραφία. Άκρως επιλεκτικά, αξίζει να θυμηθούμε τη στάση που κράτησε απέναντι σε κομβικά ζητήματα, που αποτέλεσαν διαχωριστική γραμμή στην κοινωνία και κατ’ επέκταση στον Τύπο, μένοντας στα πιο πρόσφατα: Η πολεμική του απέναντι στον μεγάλο συμβιβασμό του ΚΚΕ που οδήγησε στις κυβερνήσεις συνεργασίας του 1989 και 1990. Η στάση του απέναντι στις ΗΠΑ όταν με αφορμή τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους έγκαιρα πρόβλεψε όχι μόνο ότι οι Αμερικανοί ζητούσαν μια αφορμή για να πάρουν υπό τον έλεγχό τους τον ενεργειακό πλούτο της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής αλλά και την προσπάθειά τους να χτίσουν ένα παγκόσμιο αστυνομικό κράτος. Η στάση του απέναντι στο Σχέδιο Ανάν για την Κύπρο όταν αποκάλυψε τον διχοτομικό του χαρακτήρα.  Η απερίφραστη πολεμική του απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Γερμανία λόγω των προσπαθειών τους να φτωχοποιήσουν τους λαούς και να ακυρώσουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.  Δεν θα ξεχάσω ποτέ αμέσως μετά την συνταξιοδότησή του να δηλώνει περήφανος που έκλεισε την επαγγελματική του σταδιοδρομία πρωταγωνιστώντας στην μάχη κατά των Μνημονίων και υπέρ του «Όχι» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, λέγοντας ότι «αυτά τα χρόνια αύξησα τη χρησιμότητά μου στον λαό».

Το αποτύπωμα του Γιώργου Δελαστίκ δεν θα ήταν τόσο έντονο και επιδραστικό αν η πολιτική του στάση ως κομμουνιστής και γνήσια έκφραση  του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης δεν συνδυαζόταν και δεν τροφοδοτούνταν από το συνεχές του διάβασμα και την εργατικότητά του. Η έφεσή του στις ξένες γλώσσες ήταν παροιμιώδης κι αντικείμενο συζήτησης και αστείων σε όλη τη δημοσιογραφία. Εξ ίσου αξιοθαύμαστη όμως ήταν η εμμονή του στο διάβασμα του Τύπου. Η εξοικείωση του με τις ξένες γλώσσες τού έδινε τη δυνατότητα όχι απλώς να διαβάζει αλλά επίσης να καταλαβαίνει τον τρόπο που σκέφτονταν και λειτουργούσαν αρχηγοί κρατών και διεθνών οργανισμών. Ξένες και ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά, ακόμη και ανακοινώσεις κομμάτων ή οργανισμών τις διάβαζε προσεκτικά, χωρίς να προσπερνάει αδιάφορα ούτε μία λέξη. Δεν θα ξεχάσω ένα Σάββατο πρωί του Οκτωβρίου του 2009 όταν διάβαζε στην Βιβλιοσυνεργατική, όπου γινόταν η γραφιστική επεξεργασία του Πριν, τις δηλώσεις του τότε διοικητή της Τράπεζας Ελλάδας, Γιάννη Προβόπουλου, για τον εκτροχιασμό υποτίθεται του δημοσιονομικού ελλείμματος, να λέει «κάτι ετοιμάζουν αυτοί».

Το μεγαλύτερο χάρισμα του Γιώργου Δελαστίκ ήταν η ανιδιοτέλεια και η λαϊκότητά του. Ο Γιώργος αρνούταν να φορέσει επώνυμα ρούχα. Έγραφε πάντα με ένα στυλό συγκεκριμένης μάρκας σημερινής αξίας 20 ως 30 λεπτών του ευρώ και πήγαινε σταθερά στις λαϊκές αγορές για να ψωνίσει φρούτα, λαχανικά, κ.α. Παρότι ο σεβασμός που του έθρεφαν πρόεδροι της Δημοκρατίας, πρωθυπουργοί, υπουργοί, διπλωμάτες και κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες ήταν δεδομένη, και κάλλιστα θα μπορούσε να περνάει την ώρα του αλλάζοντας φιλοφρονήσεις μαζί τους, ποτέ δεν σύχναζε στα πολιτικά στέκια και τα στέκια της δημοσιογραφίας. Στους φίλους του Γιώργου συμπεριλαμβάνονταν κουρείς της Ομόνοιας, μηχανοδηγοί του ΟΣΕ και του ΗΣΑΠ που τον ήξεραν και πάντα τον καλούσαν μπροστά για να συζητήσουν από τα δρομολόγια των συρμών, μέχρι την πολιτική κατάσταση. («Πάλι πρώτη θέση ταξίδεψες;» ήταν η απάντηση όταν μας έλεγε για τη μείωση των δρομολογίων του ΗΣΑΠ…) Στους φίλους του επίσης συμπεριλαμβάνονταν εστιάτορες από τη Νέα Φιλαδέλφεια και την Κηφισιά μέχρι το Πέραμα και τον Κορυδαλλό με τους οποίους συζητούσε και πάντα είχε έναν καλό λόγο να πει για όποιο φαγητό του άρεσε, το λάδι που χρησιμοποιούσαν, κ.α. Δεν θα ξεχάσω μια φορά, όταν μετά από ένα ραντεβού στην Πλατεία Κολωνακίου ψάχναμε ένα καφέ για να κάτσουμε να συζητήσουμε. Παρά την αποπνικτική κι αφόρητη ζέστη που είχε καταμεσής του Ιουλίου ούτε καν εξέτασε το ενδεχόμενο να επιλέξουμε τα γνωστά καφέ της πλατείας (Da Capo, Λυκόβρυση, Βιβλιοθήκη, κλπ.) που ήταν δίπλα μας όπου φιλάρεσκα ως ηδονιστικά συναθροίζεται η δημοσιογραφία. Για πολλοστή φορά καφέ ήπιαμε στα καφενεία κάτω από την Πλατεία Ομόνοιας, όπου ο καφές εσπρέσο παραμένει ακόμη άγνωστος.

Ο Γιώργος Δελαστίκ ξεχώριζε για την αγάπη που έθρεφε στο νέο. Ο ίδιος από τα ελάχιστα για τα οποία καυχιόταν ήταν για τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο της Πάτρας μια εποχή που εισάγονταν οι πρώτοι υπολογιστές. Μέχρι το τέλος της επαγγελματικής του πορείας δεν έμαθε ποτέ να χρησιμοποιεί υπολογιστή γιατί δεν ήθελε να περάσει το χρόνο του ως συνταξιούχος διαβάζοντας εφημερίδες από την πιο απομακρυσμένη γωνιά του πλανήτη. Είχε ένα απαρχαιωμένο κινητό τηλέφωνο που το άνοιγε κατ’ εξαίρεση. Παρόλα αυτά ήταν ασυνήθιστα ευεπίφορος στις νέες ιδέες και τα νέα μέσα της δημοσιογραφίας είτε αυτά αφορούσαν τα ιστορικά βιβλία του Κυριάκου Σιμόπουλου την δεκαετία του ‘90, τα ντοκιμαντέρ του Άρη Χατζηστεφάνου την δεκαετία των Μνημονίων, τις αποκαλύψεις του Τζουλιάν Ασάντζ και του Έντουαρντ Σνόουντεν για την κατά Σ. Ζούμποφ «εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού» που τους χαρακτήριζε σύγχρονους ήρωες της ελευθερίας, κ.α.

Η αποτίμηση της παρακαταθήκης του Γιώργου Δελαστίκ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς μια αναφορά στην γενναιοδωρία και την δοτικότητά του, την αναγνωρίσιμη από μακριά ειλικρίνεια των προθέσεων του, την  προθυμία του να μπαίνει μπροστά αναλαμβάνοντας το μερίδιο που του αναλογεί στην υπόθεση της αλλαγής της κοινωνίας. Η έκδοση του Πριν, ως περιοδικό πρώτα και εφημερίδα στη συνέχεια της ανεξάρτητης Αριστεράς, έφερε την σφραγίδα του κατά πολλούς τρόπους. Η δυνατότητά της να απευθύνεται σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο από τα όρια της επαναστατικής Αριστεράς να το κινητοποιεί και να το συγκινεί, η ευρύτητα των θεμάτων που καταπιανόταν και κυρίως η πολιτική αυτοπεποίθηση που ανέδυε την έκαναν μια έκδοση – σταθμό όχι μόνο για την ελληνική Αριστερά αλλά κι ευρύτερα για τον Τύπο. Ενδεικτικό στοιχείο αυτής της αυτοπεποίθησης της ήταν οι συνεντεύξεις αστών πολιτικών και προσωπικοτήτων που φιλοξενούσε.  Επίσης, τα θέματα γεωπολιτικής με τα οποία καταπιανόταν συστηματικά μέσα από την αρθρογραφία του, αποκαλύπτοντας τις αντιθέσεις και τις αδυναμίες της αστικής πολιτικής, προς διάψευση μιας καρικατούρας διεθνούς ανάλυσης που υποτιμούσε, λόγω άγνοιας, τις αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού. Πλευρά επίσης της γενναιοδωρίας του ήταν ο χρόνος που θυσίαζε για να διδάξει και να στηρίξει νέους δημοσιογράφους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται κι ο γράφων. Δεν θα ξεχάσω την ευκολία με τη οποία παραιτήθηκε από μια εφημερίδα όταν ο εκδότης της απέλυσε φίλο του δημοσιογράφο επειδή συμμετείχε σε απεργία  της ΕΣΗΕΑ. Και δεν ήταν το μοναδικό τίμημα που πλήρωσε. Η πρώτη του απόλυση από την εφημερίδα Πρώτη, όπου εργάστηκε μετά τον Ριζοσπάστη, κι η τελευταία απόλυσή του από την εφημερίδα Καθημερινή επί διεύθυνσης Α. Καρκαγιάννη, λίγες μόλις ώρες πριν προσληφθεί στην εφημερίδα κι αναλάβει την διεύθυνσή της ο Α. Παπαχελάς, είναι ορισμένες μόνο από τις φορές που τιμωρήθηκε για τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα και την αξιοπρέπεια του.

Με αυτή άλλωστε την λέξη, αξιοπρέπεια, έκλεινε την επιστολή του προς την ΕΣΗΕΑ για να διαμαρτυρηθεί για την απόλυσή του από την Καθημερινή: «Με αξιοπρέπεια, Γιώργος Δελαστίκ»…

Αφορμή στάθηκε ένα ανυπόγραφο σχόλιο στην πρώτη σελίδα του Πριν της 1ης Απριλίου 2007, με τίτλο «Διασπορά πρακτόρων», στο οποίο περιγράφονταν οι κυοφορούμενες αλλαγές στα ΜΜΕ. Αξίζει να το αναδημοσιεύσουμε. Έγραφε λοιπόν:

«Αναδιατάσσουν τους πράκτορες τους στα ελληνικά ΜΜΕ οι Αμερικανοί, τοποθετώντας τους σε θέσεις κλειδιά τηλεοπτικών σταθμών και πρωτίστως εφημερίδων σ’ αυτή τη φάση. Τους μετακινούν μεθοδικά από το ένα έντυπο στο άλλο, επιδιώκοντας να μεγιστοποιήσουν τις δυνατότητες προβολής των αμερικανικών θέσεων. Έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι οι σχέσεις τους με ορισμένους εκδότες δεν αρκούν για να τους διασφαλίσουν το πέρασμα της αμερικανικής γραμμής και των αρχών που σταδιακά θα διαμορφώσουν μια ελληνική κοινή γνώμη ευνοϊκή προς τις ΗΠΑ, οι Αμερικανοί ασχολούνται μεθοδικά με το να διασπείρουν τους πράκτορές τους στον ευρύτερο δυνατό αριθμό εντύπων, αποφεύγοντας άχρηστες υπερσυγκεντρώσεις ανθρώπων τους σε ορισμένα έντυπα, όσο σημαντικά και αν είναι αυτά.

Το γεγονός ότι το σύνολο σχεδόν των μεγάλων ελληνικών εφημερίδων πολιτικής επιρροής έχει περιέλθει σε φάση «τέλους εποχής» λόγω εξάντλησης των βιολογικών ορίων των περισσότερων παραδοσιακών εκδοτών και λόγω υπέρογκων χρεών, διευκολύνει τα μέγιστα τα σχέδια των Αμερικανών.

Αλλαγές κυοφορούνται και στο ιδιοκτησιακό καθεστώς πολλών ΜΜΕ. Κυκλοφορούν ήδη αρκετές φήμες και πληροφορίες για μυστηριώδεις υπεράκτιες εταιρείες που γίνονται κάτοχοι αξιόλογων ποσοστών του μετοχικού κεφαλαίου εταιρειών που κατέχουν ΜΜΕ. Η ουσία είναι πως ο αμερικανικός έλεγχος επί ελληνικών Μέσων ενημέρωσης ουδέποτε ήταν τόσο ισχυρός όσο σήμερα, αν πιστέψει κανείς τα όσα λέγονται. Πρόκειται για εξέλιξη με μοιραίες πολιτικές επιπτώσεις».

Η απόλυση του Γιώργου Δελαστίκ από την Καθημερινή εξελίχθηκε ταχύτατα σε πολιτικό θέμα.

Όλα τα παραπάνω πολύ λίγο απαντούν σε ένα ερώτημα που αφορά όλη την δημοσιογραφία: ο Γιώργος Δελαστίκ πώς κατάφερε να οικοδομήσει μια τέτοια διεισδυτικότητα, προβλεπτική ικανότητα και εγκυρότητα στις αναλύσεις του, παρότι ποτέ δεν έκρυψε τις πολιτικές τους απόψεις; Αναγκαίο να ειπωθεί ότι από τα δεκάδες χιλιάδες άρθρα που έγραψε, επώνυμα και ανώνυμα, δεν έλειψαν ούτε οι αστοχίες, εκτιμήσεις δηλαδή που δεν επιβεβαιώθηκαν, ούτε οι πολιτικές υπερβολές προς το τέλος της επαγγελματικής του πορείας. Πρόκειται ωστόσο για αμελητέες ποσότητες που δεν ακυρώνουν τη βαρύτητα και τη μοναδικότητα του έργου του.

Κατά την άποψή μου η σπουδαιότητα της δημοσιογραφικής παρακαταθήκης του Γιώργου Δελαστίκ εδράζεται στον βαθύ σεβασμό που έδειχνε στα γεγονότα και την περιέργεια που είχε να μάθει τι ακριβώς συνέβη με κάθε δυνατή λεπτομέρεια ώστε να σχηματίσει άποψη και να ερμηνεύσει τα κίνητρα κάθε απόφασης ή πράξης. Προς επιβεβαίωση της ρήσης του κοινωνιολόγου Ντανιέλ Πατρίκ Μοϊνιχάν ότι «ο καθένας δικαιούται να έχει τη δική του άποψη για τα γεγονότα αλλά όχι τα δικά του γεγονότα». Η απέχθειά του απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χαρακτηριστικά, δεν τον έκανε να προσποιείται χάρη εντυπωσιασμού ότι γνωρίζει ή να προσπερνάει θέματα που δεν γνώριζε. Με την απαράμιλλη εργατικότητά του αφιέρωνε ατελείωτες ώρες να διαβάζει αποφάσεις οργάνων της ΕΕ, του ΝΑΤΟ κι άλλων οργανισμών. Οι γνώσεις του δε, του επέτρεπαν να ερμηνεύει σύνθετες έννοιες και καταστάσεις. Ο Γιώργος Δελαστίκ είχε ένα σπάνιο κριτήριο να συνδέει χάρη στην ευρυμάθεια και το βάθος της σκέψης που τον χαρακτήριζαν  φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους …τελείες.  Έτσι, να μπορεί να συγκροτεί μια πλήρη ή σχεδόν πλήρη ερμηνεία ενός πολιτικού ή διπλωματικού γεγονότος συγκροτώντας στο σύνολο ένα συνεκτικό και πειστικό σχέδιο. Η σε βάθος γνώση του από τη μια και η γνήσια λαϊκότητά του από την άλλη, σε συνδυασμό με την εργασιομανία του, τον ωθούσαν ως υποχρέωση στη συνέχεια να γράφει με τον πιο απλό, κατανοητό κι εύληπτο τρόπο ακόμη και το πιο περίπλοκο θέμα. Ο Γιώργος Δελαστίκ όσο απεχθανόταν αρκτικόλεξα χωρίς την επεξήγησή τους, ξενικές και λόγιες φράσεις χωμένες στα κείμενα είτε για λόγους ευκολίας είτε ως επίδειξη γνώσεων, άλλο τόσο αγαπούσε να εξηγεί, να γράφει και να μιλάει για θέματα της επικαιρότητας: από τα πιο τετριμμένα, όπως θέματα της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας, μέχρι τα πιο εξεζητημένα, όπως θέματα  διεθνούς πολιτικής και διπλωματίας. Η γραφή του Γιώργου Δελαστίκ έφτανε στα μεγάλα κοινά γιατί χωρίς να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια επικοινωνούσε με τις αγωνίες και τις προσλαμβάνουσές τους, σεβόταν την αντικειμενικότητα ως πραγματικότητα γιατί ήθελε να την αλλάξει.

Με βάση την εξελισσόμενη σύγχρονη συζήτηση, σε δύο κατευθύνσεις οφείλει να στραφεί η δημοσιογραφία, αν θέλει να συνεχίσει να είναι αναγκαία στο χαοτικό τοπίο που έχει διαμορφώσει η υπερπροσφορά πληροφοριών: το βάθος και το πλαίσιο. Η δημοσιογραφία του Γιώργου Δελαστίκ έφερε αυτά τα χαρακτηριστικά πολύ πριν εμφανιστεί ο ανταγωνισμός των Νέων Μέσων ως βασικά γνωρίσματά της. Γι’ αυτό τον λόγο κατέκτησε την εγκυρότητα και αξιοπιστία και παραμένει ακόμη και σήμερα άξια μελέτης και αναφοράς.

Το δε κενό του Γιώργου αναντικατάστατο…

Εφημερίδες στο έλεος αρπακτικών κεφαλαίων

Ως πρώτο θέμα στο ιδιαίτερης απήχησης ενημερωτικό σημείωμα του Ιανουαρίου που εκδίδουν το Ινστιτούτο Reuters και το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης σκιαγραφώντας τις εξελίξεις στο χώρο της ενημέρωσης έχουν επιλεγεί «πέντε πράγματα που πρέπει ο καθένας να ξέρει για το μέλλον της δημοσιογραφίας».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ανάμεσα σε εύστοχες παρατηρήσεις για τη δύναμη που διαθέτουν πλέον οι πλατφόρμες να ελέγχουν την πρόσβαση του κοινού στις ειδήσεις και την απώλεια της εμπιστοσύνης του κοινού προς τη δημοσιογραφία βρίσκεται ένα ακόμη συμπέρασμα για τις προκλήσεις που δέχονται τα επιχειρηματικά μοντέλα που χρηματοδοτούν την ειδησεογραφία «εξασθενώντας την επαγγελματική δημοσιογραφία, κι αφήνοντας τα μέσα Ενημέρωσης πιο ευάλωτα σε εμπορικές και πολιτικές πιέσεις».

Τελευταίο κρούσμα σε αυτό τον ατελείωτο χορό εμπορικών, δηλαδή οικονομικών πιέσεων προς τη βιομηχανία των Μέσων, που εκ των πραγμάτων στρέφεται εναντίον της δημοσιογραφίας, είναι η εμβληματική κεντροδεξιού προσανατολισμού καθημερινή γαλλική εφημερίδα Le Monde. Η Le Monde, που ιδρύθηκε το 1944 καρά παραγγελία του Σαρλ ντε Γκωλ, απέφυγε τη χρεοκοπία τελευταία στιγμή το 2010 όταν ανέλαβαν να τη χρηματοδοτήσουν τρεις Γάλλοι εκατομμυριούχοι. Την αυτοτέλεια του δημοσιογραφικού έργου ανέλαβε να διαφυλάξει ένα σχήμα που αποκαλέστηκε «πόλος της ανεξαρτησίας» στο οποίο συμμετείχαν δημοσιογράφοι, εργαζόμενοι και αναγνώστες, κι εξακολουθεί να ελέγχει το 25% του μετοχικού κεφαλαίου.

Τον Οκτώβριο του 2018 ωστόσο άρχισε να δοκιμάζεται αυτή η λεπτή ισορροπία που αξίζει να κρατήσουμε ότι θεωρεί εκ προοιμίου, «καταστατικά», απειλή για την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας τον έλεγχό της από μεγιστάνες κι αυτό μάλιστα δε συνέβη σε κάποια απομακρυσμένη Δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης. Τότε, ένας εκ των «τριών σωματοφυλάκων» που πράγματι έσωσαν την Le Monde το 2010, ο «γνωστός» μας από το 2015 τραπεζίτης της Lazard, Ματιού Πιγκάς, πούλησε το μερίδιό του που ανέρχεται στο 49% του μετοχικού κεφαλαίου στον Τσέχο δισεκατομμυριούχο Ντανιέλ Κρετίνσκι. Η σχέση του με την ενημέρωση είναι ίδια με τη σχέση που έχει το επαγγελματικό ποδόσφαιρο με τις εφημερίδες, αν κρίνουμε από το έτερο απόκτημά του την Σπάρτα Πράγας, ή οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη και τη Μελίτη με τα newsroom, αν κρίνουμε από την προσφορά που κατέθεσε πέρυσι ο τσέχος ολιγάρχης στο σχετικό διαγωνισμό στο πλαίσιο της περίφημης «αποεπένδυσης» της ΔΕΗ.

Η Le Monde ωστόσο δεν ήταν το μοναδικό θύμα του Κρετίνσκι από την γαλλική εκδοτική βιομηχανία. Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα αγόρασε τα εβδομαδιαία περιοδικά France Dimanche, Marianne, Elle, Tele 7 Jours και Ici Paris. Τα κίνητρα του δε, γίνονται ορατά, και παύει οποιαδήποτε συζήτηση περί πολιτικού ενδιαφέροντος «φρανκοφιλίας» κι άλλων σχετικών παραπλανητικών δικαιολογιών, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι το 2017 ήταν η πρώτη χρονιά από το 2010 που η εμβληματική γαλλική εφημερίδα πέρασε στην κερδοφορία καταφέρνοντας να πενταπλασιάσει στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο τον αριθμό των συνδρομητών της, φτάνοντας τους 180.000. Το ζητούμενο επομένως εκ μέρους του 43χρονου τσέχου επενδυτή ήταν να βγάλει γρήγορο κέρδος. Επιδίωξη που θα λειτουργήσει σε βάρος της δημοσιογραφίας, μειώνοντας κυκλοφορία και συνδρομητές σε δεύτερο χρόνο, επιταχύνοντας έτσι την κρίση του Τύπου.

Αυτό ωστόσο που πειραματικά γίνεται στην Ευρώπη, να εισέρχονται δηλαδή στον Τύπο κι ευρύτερα στην ενημέρωση επενδυτικά κεφάλαια ή, κοινώς, καπιταλιστές της αρπαχτής, που ως μόνο τους ζητούμενο έχουν την εξασφάλιση υψηλού και γρήγορου κέρδους, στις ΗΠΑ έχει εξελιχθεί σε γάγγραινα και κανόνα μαζί, ένα ορμητικό τσουνάμι που παρασέρνει τα πάντα. Ένα θαυμάσιο ρεπορτάζ των Financial Times στις 25 Φεβρουαρίου 2019 περιέγραφε το εφιαλτικό τοπίο που έχουν δημιουργήσει στον αμερικανικό Τύπο τα επενδυτικά κεφάλαια, που βάζουν το τελευταίο καρφί στην κρίση του Τύπου. Ανέφερε ειδικότερα ότι σε 41 Πολιτείες 882 εφημερίδες βρίσκονται υπό τον έλεγχο 7 επενδυτικών ομίλων (Gatehouse Media, Digital First Media, CNHI, tronc/Tribune, BH Media Group, Civitas Media και 10/13 Communications). Στην άλλη όψη του νομίσματος της εξαγοράς έναντι πινακίου φακής ιστορικών τίτλων από funds, βρίσκεται το λουκέτο που μπήκε τα τελευταία 15 χρόνια σε 1.800 εφημερίδες κι η δημιουργία μιας γενιάς προβληματικών εφημερίδων, που φυτοζωούν και αποκαλούνται «εφημερίδες – φαντάσματα», οι οποίες εκτιμώνται από 1.000 ως 1.500! Σε όρους ανθρώπινου δυναμικού, οι απώλειες στον Τύπο ξεπερνούν τις απώλειες στα λιγνιτορυχεία, παρότι στις ΗΠΑ η λεγόμενη μεταλιγνιτική εποχή δεν χάραξε ποτέ! Σύμφωνα με το Γραφείο Εργατικών Στατιστικών των ΗΠΑ ο κλάδος των εφημερίδων το 2016 απασχολούσε 174.000 άτομα, όταν το 2001 απασχολούσε 412.000! Η σύγκρουση συμφέροντος που προκύπτει και τα επιπλέον πλήγματα που θα δεχθεί η ενημέρωση στο πλαίσιο της εξαγοράς χιλιάδων Μέσων από «αρπακτικά κεφάλαια» έγινε εμφανές από μήνυση που κατέθεσε μέτοχος ενός εξ αυτών των «κεφαλαίων γύπες», της Digital First Media, προς τους διαχειριστές του. Τους κατηγόρησε ότι χρησιμοποιούν ακόμη κι αυτά τα γλίσχρα κέρδη που αφήνουν οι εφημερίδες για να χρηματοδοτούν επενδύσεις σε χρεοκοπημένες εταιρείες ακινήτων του Μεξικού και σε ελληνικά ομόλογα, αξίας μάλιστα 86 εκ. δολ.!

Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ποτέ η βιομηχανία της ενημέρωσης δεν ανήκε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Τώρα ωστόσο είμαστε μάρτυρες μιας ποιοτικής τομής αποτέλεσμα τόσο της ραγδαίας εξάπλωσης της δράσης επενδυτικών κεφαλαίων αγνώστου ποιότητας και προέλευσης όσο και της αδυναμίας του Τύπου να χρηματοδοτηθεί με ίδια μέσα. Το αποτέλεσμα θα είναι η υποβάθμιση της ποιότητας της ενημέρωσης και της ελευθεροτυπίας και η εξάπλωση των πλαστών ειδήσεων, που θα πολλαπλασιάζονται όσο θα εξαλείφεται το μέτρο σύγκρισης της ποιοτικής, αξιόπιστης και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας.

Αυτή όμως είναι μια δημοσιογραφία που κοστίζει…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Για μια επανεκκίνηση της δημοσιογραφίας

Λεωνίδας Βατικιώτης

Ξεχωριστή στιγμή για την ελληνική δημοσιογραφία και τη συζήτηση που διεξάγεται για το μιντιακό τοπίο αποτέλεσαν τα συμπεράσματα του συνεδρίου που διοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου, «Επικοινωνία και Νέα Δημοσιογραφία».  Στο συνέδριο κατατέθηκαν εισηγήσεις περισσότερων από 250 επιστημόνων και μίλησαν 105 εισηγητές από τις πιο διαφορετικές χώρες του κόσμου: Γαλλία, Γερμανία, Τουρκία, Ρωσία, ΗΠΑ, Μεξικό και πολλές ακόμη χώρες. Το πιο σημαντικό ωστόσο είναι ότι δεκάδες φοιτητές, δημοσιογράφοι και πολίτες συμμετείχαν στο ζωντανό διάλογο που αναπτύχθηκε επί 3 ημέρες, από τις 27 ως τις 29 Σεπτεμβρίου.

Στο ζωντανό διάλογο συνέβαλε σημαντικά η παρουσία πολλών επαγγελματιών δημοσιογράφων που πήραν μέρος σε πάνελ μαζί με ακαδημαϊκούς. Έτσι, τα εμπόδια και τα ερωτηματικά που γεννιούνται καθημερινά «εν θερμώ» διασταυρώθηκαν με θεωρητικές αναζητήσεις που συνήθως μένουν στις σελίδες των επιστημονικών περιοδικών και ανακοινώσεων ή τα αμφιθέατρα.

Απάνθισμα αυτών των προβληματισμών ήταν οι «6+1 προτάσεις για τη Δημοσιογραφία». Είναι ένα κείμενο ουσιαστικού κι εξαντλητικού διαλόγου που επιχειρεί να θέσει τις βάσεις για τη δημοσιογραφία του αύριο. Τουλάχιστον να περιγράψει τι απέτυχε, τι δεν μπορεί και δεν πρέπει να επαναληφθεί πχ. το δίπολο αυτορρύθμιση/απορρύθμιση και οι μισθοί εξαθλίωσης. Επιπλέον, ανοίγει τη συζήτηση για επιτυχημένες πρακτικές όπως είναι η διαφάνεια στις προσωπικές τοποθετήσεις, που αυξάνουν την αξιοπιστία δημοσιογράφων και ΜΜΕ, όπως ο ταχύτερος αποχαρακτηρισμός κρατικών εγγράφων προς διευκόλυνση της έρευνας.

Το σπουδαιότερο ωστόσο είναι ότι με αυτές τις διαπιστώσεις, η φιλοδοξία του Advanced Media που συνδέεται με το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών «Επικοινωνία και Νέα Δημοσιογραφία» του ΑΠΚΥ σε επίπεδο έρευνας και εφαρμοσμένων έργων στα δύο πεδία δεν είναι να κλείσει, αλλά να ανοίξει η συζήτηση κι αυτό το κείμενο να εμπλουτιστεί παραπέρα.

Οι προτάσεις είναι οι εξής:

Ιδιαίτερα σημαντικό να προχωρήσει ο «Γραμματισμός στα Μέσα» ή media literacy. Δηλαδή η ενίσχυση της κριτικής ικανότητας – ήδη από το σχολείο – όσων έρχονται σε επαφή με την ενημέρωση. Μόνος τρόπος να αποκρουσθεί η εισβολή των fake news στη δημόσια ζωή.

Οι όροι απασχόλησης των σημερινών δημοσιογράφων, με τις χαμηλές αμοιβές κι ακόμη περισσότερο την υπερεντατικοποίηση της απασχόλησης, δεν προσκρούουν απλώς στην εργασιακή νομοθεσία. Δημιουργώντας αλλοτρίωση, καταστρέφουν το ίδιο το «προϊόν» των Μέσων. Συνδυασμός νομικής και συλλογικής πίεσης στις επιχειρήσεις Μέσων Ενημέρωσης, μπορεί να οδηγήσει στη συνειδητοποίηση της ζημιάς που προκαλείται.

Όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης σήμερα αξίας καταλήγει στους «μεγάλους του Διαδικτύου». Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο, όμως μόνον αν ένα μέρος αυτής της αξίας – μέσω φορολόγησης ή άλλης αντίστοιχης διαδικασίας –  ανακατευθυνθεί στην ενίσχυση της ποιότητας, θα υπάρξει αντίστοιχο «αύριο» στη δημοσιογραφική παραγωγή.

Η συνεχής τεχνολογική μεταβολή υποχρεώνει σε συνεχή βελτίωση της κατάρτισης όλων των δραστηριοποιούμενων στον χώρο των media. Οι επιχειρήσεις Μέσων Ενημέρωσης οφείλουν να επωμισθούν το κόστος αυτής της συνεχούς προσαρμογής.

Η αναζήτηση, από μεμονωμένους δημοσιογράφους ή μικρές ομάδες, πρότυπων μορφών δραστηριοποίησης αξίζει να ενισχύεται. Είτε με πόρους από κοινωφελή ιδρύματα ή/και κονδύλια καινοτομίας, είτε με μορφές crowdfunding, είτε σε λογική crowdsourcing (δηλαδή είτε με συλλογή πόρων από το κοινό, είτε με από κοινού οργανωμένη δραστηριοποίηση ενδιαφερομένων).

Η συνεργασία της ακαδημαϊκής έρευνας με τον εργασιακό χώρο των δημοσιογράφων μπορεί να δημιουργήσει χρήσιμες συνέργειες. Η ενίσχυση πλατφορμών συγκέντρωσης και κωδικοποίησης υλικού, «ανοιχτού» προς αξιοποίηση, θα συμβάλει στην ποιότητα.

Η καθιέρωση στο εσωτερικό των – μεγάλων τουλάχιστον – Μέσων Ενημέρωσης ενός θεσμού «Συνηγόρου του Μέσου», που θα λειτουργούσε κυρίως υπέρ του αναγνώστη, θα ήταν σημαντική κίνηση σεβασμού στις αρχές της δεοντολογίας (διασταύρωση των ειδήσεων, παράθεση αντίθετης γνώμης κλπ.).

Εδώ το πλήρες κείμενο.

Πηγή: Νέα Σελίδα