Τεχνητή νοημοσύνη κατά παραγγελία των «μεγάλων του διαδικτύου»

Εκπρόσωποι των μεγαλύτερων κολοσσών του ίντερνετ συζήτησαν και αποφάσισαν για τους κανόνες ηθικής που θα διέπουν την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης κατ’ εντολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πλαίσιο εφαρμογών όπου θα κυριαρχεί η αναζήτηση του κέρδους.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τα όσα έγραψε στην ημερήσια γερμανική εφημερίδα Τάγκεσπιγκελ (Tagesspiegel) στις 8 Απριλίου ο καθηγητής Θεωρητικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μάιντζ, Τόμας Μέτζινγκερ, θα έπρεπε να είχαν προκαλέσει αν όχι μία-δύο παραιτήσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τουλάχιστον έναν ευρείας έκτασης και ουσιαστικό δημόσιο διάλογο για την Τεχνητή Νοημοσύνη στην ευρωπαϊκή ήπειρο.[i] Το άρθρο γνώμης του Γερμανού διανοούμενου είδε το φως της δημοσιότητας την ίδια μέρα με το κείμενο που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπό τον τίτλο «Οδηγίες ηθικής για αξιόπιστη Τεχνητή Νοημοσύνη».[ii] Εν συντομία, πρόκειται για έναν «οδηγό καλής συμπεριφοράς» στο ραγδαία αναπτυσσόμενο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Συγγραφείς αυτού του οδηγού ήταν η «Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για την Τεχνητή Νοημοσύνη», την οποία συγκρότησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η οποία αποτελούνταν από 52 εμπειρογνώμονες, μεταξύ αυτών και ο Γερμανός καθηγητής. Μαζί του, εκπρόσωποι ερευνητικών κέντρων και επίσης των μεγαλύτερων πολυεθνικών του διαδικτύου και όχι μόνο: Google, IBM, Bosch, SAP, Orange, Nokia, AXA, Bayer, κ.ά.

Το κείμενο της Επιτροπής είναι γραμμένο στη συνήθη… εμπνευσμένη, πρωτότυπη, απαλλαγμένη από αμφισημίες και κυρίως φιλική προς τον χρήστη γλώσσα που χρησιμοποιεί η Επιτροπή… «Η αξιόπιστη τεχνητή νοημοσύνη περιλαμβάνει  τρία συστατικά στα οποία θα πρέπει να ανταποκρίνεται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του κύκλου ζωής του συστήματος. Πρώτο, θα πρέπει να είναι  νομότυπη, συμμορφούμενη με όλους τους εφαρμοστέους νόμους και ρυθμίσεις. Δεύτερο, θα πρέπει να είναι ηθική, εξασφαλίζοντας την τήρηση των ηθικών αρχών και αξιών και, τρίτο, εύρωστη τόσο από τεχνική όσο και από κοινωνική σκοπιά, καθώς, ακόμη και με καλές προθέσεις, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να προκαλέσουν  ακούσια ζημιά», αναφέρεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες της επιτελικής σύνοψης, όπου ξεκαθαρίζεται ότι αυτές οι κατευθύνσεις θέτουν το πλαίσιο για την επίτευξη μιας αξιόπιστης Τεχνητής Νοημοσύνης. Στη συνέχεια περιγράφονται τα θεμέλια, οι απαιτήσεις και οι τεχνικές και μη-τεχνικές μέθοδοι για την υλοποίηση μιας αξιόπιστης Τεχνητής Νοημοσύνης.

Προς το τέλος δε των κατευθύνσεων της Επιτροπής αναφέρονται παραδείγματα ευκαιριών, αλλά και πεδία «κρίσιμου προβληματισμού», όπως χαρακτηρίζονται. Στις ευκαιρίες περιλαμβάνεται η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η δημιουργία βιώσιμων υποδομών, η βελτίωση της υγείας και της ευημερίας, κ.λπ. Από την άλλη, παρατίθενται συγκεκριμένα πεδία που «εγείρουν προβληματισμό», κατά την ορολογία της Ομάδας Ειδικών Υψηλού Επιπέδου, όπως για παράδειγμα η ταυτοποίηση και η παρακολούθηση ατόμων με μεθόδους Τεχνητής Νοημοσύνης, η εν αγνοία των ανθρώπων επαφή τους με καλυμμένα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης, η «κοινωνική αξιολόγηση»[1] και το πλέον δραματικό, το χειρότερο όλων, η ανάπτυξη αυτόνομων οπλικών συστημάτων.

Ανάπτυξη θανατηφόρων όπλων

«Στις μέρες μας, άγνωστος αριθμός κρατών και βιομηχανιών ερευνά και αναπτύσσει θανατηφόρα αυτόνομα οπλικά συστήματα, που εκτείνονται από πυραύλους ικανούς για επιλεκτική στόχευση μέχρι μηχανές που μαθαίνουν με γνωσιακές δεξιότητες και αποφασίζουν ποιον, πότε και πού θα πολεμήσουν, χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτό θέτει θεμελιώδεις ηθικούς προβληματισμούς, όπως το γεγονός ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ανεξέλεγκτη κούρσα εξοπλισμών σε επίπεδα άνευ ιστορικού προηγουμένου και να δημιουργήσει στρατιωτικά περιβάλλοντα στα οποία ο ανθρώπινος έλεγχος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου ανύπαρκτος και οι κίνδυνοι κακής λειτουργίας είναι μη διαχειρίσιμοι», αναφέρεται κατά λέξη στο κείμενο. Στη συνέχεια οι 52 Εμπειρογνώμονες επικαλούνται κάλεσμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την επείγουσα ανάπτυξη μιας κοινής, νομικά δεσμευτικής θέσης που θα διαχειρίζεται ηθικά και νομικά ζητήματα ανθρώπινου ελέγχου, εποπτείας, λογοδοσίας και εφαρμογής του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και στρατιωτικών στρατηγικών.

Η θέση της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων είναι σκανδαλωδώς συντηρητική σε σύγκριση με τις συζητήσεις και τις πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί, σε διεθνές μάλιστα επίπεδο. Η πλέον εμβληματική υιοθετήθηκε από μια ομάδα γνωστών επιστημόνων στην οποία συμμετείχαν ακόμη και διακεκριμένοι πρόεδροι εταιρειών ρομποτικής και προηγμένης τεχνολογίας, όπως ο Έλον Μουσκ της Tesla. Με κοινή τους επιστολή προς τον ΟΗΕ τον Αύγουστο του 2017 ζήτησαν από τον οργανισμό να αναλάβει πρωτοβουλίες με τις οποίες να εμποδίσει, μέσω μιας διεθνούς συμφωνίας, την ανάπτυξη και χρήση ρομποτικών μηχανών σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η έκκληση προς τον ΟΗΕ ήταν η κατάληξη της Διεθνούς Διάσκεψης για την Τεχνητή Νοημοσύνη που πραγματοποιήθηκε το 2017 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Κατά συνέπεια, η ΕΕ δε χρειαζόταν να ανοίξει νέους δρόμους, αρκούσε να προσθέσει το ειδικό της βάρος σε υπαρκτές πρωτοβουλίες!

Σε αυτό το τοπίο, όπου τα επιχειρήματα έχουν ήδη αναπτυχθεί, ξεδιπλώθηκε η κριτική του Γερμανού καθηγητή Μέτζινγκερ, που εκκινούσε από το θεωρητικό πλαίσιο. «Η ιστορία της αξιόπιστης Τεχνητής Νοημοσύνης είναι μια αφήγηση του μάρκετινγκ, επινόηση της βιομηχανίας, ένα παραμυθάκι για τους αυριανούς πελάτες», έγραψε στην Τάγκεσπιγκελ. «Η υποκείμενη καθοδηγητική ιδέα μιας “αξιόπιστης Τεχνητής Νοημοσύνης” είναι πρώτα και κύρια εννοιολογική ανοησία. Οι μηχανές δεν είναι αξιόπιστες. Μόνο οι άνθρωποι μπορούν να είναι αξιόπιστοι (ή αναξιόπιστοι)». Η κριτική του Γερμανού φιλοσόφου δεν εξαντλείται στη σφαίρα των ιδεών. «Η σύνθεση της Ομάδας Υψηλού Επιπέδου για την Τεχνητή Νοημοσύνη είναι μέρος του προβλήματος. Αποτελείται μόνο από τέσσερις επιστήμονες του κλάδου της ηθικής (ethicists), μαζί με 48 που δεν προέρχονται από τον κλάδο της ηθικής (non-ethicists, στο πρωτότυπο, με το υπονοούμενο να είναι κάτι περισσότερο από εμφανές) εκπροσώπους της πολιτικής, των πανεπιστημίων, της κοινωνίας των πολιτών και πάνω απ’ όλα της βιομηχανίας… Υπάρχουν καλοί και ευφυείς άνθρωποι εκεί και αξίζει να τους ακούσουμε. Ωστόσο, παρότι η Ομάδα περιλάμβανε πολλούς έξυπνους ανθρώπους, το πηδάλιο δεν μπορεί να αφεθεί στη βιομηχανία».

Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ότι το πηδάλιο δεν έπρεπε να αφεθεί στη βιομηχανία της υψηλής τεχνολογίας, ακολούθησαν οι αποκαλύψεις του: «Ως μέλος της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων, είμαι απογοητευμένος από το αποτέλεσμα που τώρα παρουσιάστηκε. Οι οδηγίες είναι χλιαρές, κοντόφθαλμες και σκόπιμα ασαφείς. Αγνοούν τους μακροχρόνιους κινδύνους, συγκαλύπτουν δύσκολα προβλήματα (“εξηγησιμότητα”) με ρητορική, παραβιάζουν βασικές αρχές του ορθολογισμού και προσποιούνται ότι γνωρίζουν πράγματα που κανείς πραγματικά δεν γνωρίζει».

«Κρίσιμος προβληματισμός», αντί για «κόκκινες γραμμές»

Ο Μέτζινγκερ γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένος: «Η δουλειά μου ήταν να αναπτύξω, κατά τη διάρκεια πολλών μηνών συζήτησης, τις “κόκκινες γραμμές” – μη-διαπραγματεύσιμες ηθικές αρχές που ορίζουν τι δε θα πρέπει να γίνει με την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Ευρώπη. Η χρήση θανάσιμων αυτόνομων οπλικών συστημάτων ήταν ένα εμφανές θέμα στη λίστα μας, όπως επίσης και η υποστηριζόμενη από τεχνητή νοημοσύνη αξιολόγηση των πολιτών από το κράτος (κοινωνική αξιολόγηση) και, κατ’ αρχήν, η χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης που οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν περαιτέρω και να ελέγξουν. Κατάλαβα ότι όλο αυτό δεν ήταν στην πραγματικότητα επιθυμητό, μόνον όταν ο Φιλανδός πρόεδρος της Ομάδας Υψηλού Επιπέδου Πεκά Αλά-Πιετιλά (πρώην Nokia) μου ζήτησε με ευγενική φωνή αν θα μπορούσαμε να αποσύρουμε τη φράση «μη-διαπραγματεύσιμο» από το έγγραφο. Στο επόμενο βήμα, πολλοί αντιπρόσωποι της βιομηχανίας και μέλη της ομάδας ενδιαφέρθηκαν για ένα “θετικό όραμα” επιμένοντας κατηγορηματικά να φύγει πλήρως από το κείμενο η φράση “κόκκινες γραμμές” – παρότι ακριβώς αυτές οι κόκκινες γραμμές ήταν η εντολή μας. Το δημοσιευμένο έγγραφο δεν περιλαμβάνει καμία συζήτηση για “κόκκινες γραμμές”, τρεις διαγράφηκαν εντελώς και οι υπόλοιπες θόλωσαν. Στη θέση τους υπάρχει μόνο συζήτηση περί “κρίσιμου προβληματισμού”».

Ο Γερμανός φιλόσοφος ολοκληρώνει την κριτική του, καταγγέλλοντας τις Βρυξέλλες ότι με ανάλογες πρωτοβουλίες παραπλανούν την κοινωνία. «Αυτό το φαινόμενο είναι ένα παράδειγμα “ηθικού ξεπλύματος”. Η βιομηχανία οργανώνει και καλλιεργεί ηθικές διαμάχες για να αγοράσει χρόνο – να εκτρέψει την προσοχή του κοινού και να αποτρέψει ή τουλάχιστον να καθυστερήσει αποτελεσματική ρύθμιση και πολιτικές αποφάσεις». Επισημαίνει μάλιστα τον ακόλουθο και αρκετά οικείο μας κίνδυνο: «όπως με τα fake news, θα έχουμε τώρα ένα πρόβλημα με τα fake ethics που θα περιλαμβάνουν πολλά προπετάσματα καπνού και αντικατοπτρισμούς, καλοαμειβόμενους βιομηχανικούς φιλοσόφους, αυτο-επινόηση σφραγίδων ποιότητας και μη-επικυρωμένα πιστοποιητικά “Ethical AI Made in Europe”».  

Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε στους μεγάλους του διαδικτύου τη δυνατότητα να ορίσουν το πλαίσιο και την κατεύθυνση ανάπτυξης των εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης. Έτσι, ως κριτήριο επιλογής θεμιτών και αθέμιτων εφαρμογών, ορίστηκε στην πράξη το επιχειρηματικό κέρδος. Η αναγόρευση των επιχειρηματικών κολοσσών σε άτυπη μεν, πλήρους αρμοδιοτήτων δε, ρυθμιστική αρχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, όταν θεωρητικά η ίδια αρμοδιότητα θα μπορούσε να είχε δοθεί σε ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια, κ.τ.ό. θα αποβεί στο τέλος εμπόδιο για την ίδια την ανάπτυξή της, καθώς θα κυριαρχήσει το βραχυπρόθεσμο εταιρικό συμφέρον σε βάρος όχι μόνο των θεμελιωδών ανθρώπινων ελευθεριών, αλλά και των δυνατοτήτων που προσφέρει η ίδια η επιστήμη.

Στην Ευρώπη θα συμβεί, αν δεν έχει ήδη συμβεί, ό,τι παρατηρείται εδώ και χρόνια στις ΗΠΑ. Το περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια στο περιοδικό ΜΙΤ Technology Review η Άμυ Γουέμπ, συγγραφέας του βιβλίου The Big Nine: How the Tech Titans and Their Thinking Machines Could Warp Humanity. Δικής της μάλιστα επινόησης είναι και το αρκτικόλεξο G-MAFIA, με το οποίο περιγράφει εν συντομία τους μεγάλους τους διαδικτύου: Google, Microsoft, Amazon, Facebook, IBM, Apple. Αναφέρει κατά λέξη: «Στις ΗΠΑ υποφέρουμε επίσης από τραγική έλλειψη προβλέψεων. Αντί να δημιουργήσουμε μια μεγάλη στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη ή για το δικό μας μακροπρόθεσμο μέλλον, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει απογυμνώσει χρηματοδοτικά την επιστήμη και την τεχνολογική έρευνα. Έτσι, το χρήμα πρέπει να έρθει από τον ιδιωτικό τομέα. Οι επενδυτές όμως αναμένουν ένα είδος ανταμοιβής. Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν μπορείς να προγραμματίσεις τις ανακαλύψεις σου στην έρευνα και την ανάπτυξη, όταν εργάζεσαι στη θεμελιώδη τεχνολογία και την έρευνα. Θα ήταν τρομερό αν οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες είχαν την πολυτέλεια να εργάζονται πράγματι σκληρά χωρίς να πρέπει να οργανώσουν ένα ετήσιο συνέδριο, όπου θα πρέπει να επιδείξουν τα πιο πρόσφατα και σημαντικότερα επιτεύγματά τους. Αντίθετα, τώρα έχουμε αναρίθμητα παραδείγματα κακών αποφάσεων που έλαβε κάποιος στη G-MAFIA, πιθανά επειδή εργάζονταν γρήγορα. Αρχίζουμε να βλέπουμε τα αρνητικά αποτελέσματα  της σύγκρουσης μεταξύ της πραγματοποίησης έρευνας προς το καλύτερο όφελος της ανθρωπότητας από τη μια και της επιδίωξης να κάνουμε τους επενδυτές χαρούμενους από την άλλη».[iii]

Ο τεχνολογικός ντετερμινισμός επιστρέφει

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ωστόσο, οι ελπίδες που δημιουργούνται με την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα επιτεύγματα της τεχνολογίας μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος της πλειοψηφίας, διορθώνοντας  το υπάρχον υπόδειγμα διανομής και αναδιανομής εισοδήματος (όπως σε αδρές γραμμές ορίζεται από τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας[iv] και την πτώση των μισθών[v]), είναι αβάσιμες και συνιστούν ευσεβείς πόθους. Όλο και περισσότερο η Τεχνητή Νοημοσύνη παρουσιάζεται σαν ένα αόρατο χέρι που θα διορθώσει τα κακώς κείμενα (από φτώχεια μέχρι ανισότητες), λες και η παρουσία τους ήταν αποτέλεσμα τεχνολογικής υστέρησης. Αρχικά, αυτή η αντίληψη είναι προϊόν της θεωρίας του τεχνολογικού ντετερμινισμού. «Σύμφωνα με αυτήν, η τεχνολογία είναι στην πραγματικότητα ένας ανεξάρτητος παράγοντας και οι τεχνολογικές αλλαγές προκαλούν τις κοινωνικές αλλαγές. Στην ισχυρότερη εκδοχή της, η θεωρία υποστηρίζει ότι οι τεχνολογικές αλλαγές είναι η σημαντικότερη αιτία των κοινωνικών αλλαγών. Σύμφωνα με τον τεχνολογικό ντετερμινισμό, η τεχνολογία επιδρά στην κοινωνία απ’ έξω».[vi]

Η πραγματικότητα, όπως εύκολα μπορεί να συνοψιστεί σε μια εικόνα με τους μεγάλους του διαδικτύου να κρατούν το πηδάλιο της Τεχνητής Νοημοσύνης, που αργά ή γρήγορα θα μετατρέψουν και αυτό το πεδίο σε μια τεράστια εμποροπανήγυρη, όπως συνέβη με την ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ επί Μπιλ Κλίντον το 1996,[vii] διαψεύδει ανάλογες ευγενικές ομολογουμένως προσδοκίες. Αυτή η πραγματικότητα συνάδει πλήρως με όσα υποστηρίζει εις εκ των τριών ιδρυτών της Πολιτικής Οικονομίας, ο Ντέιβιντ Ρικάρντο, ο οποίος στο θεμελιώδες έργο του προσγειώνει απότομα υψιπετείς ουτοπίες, συμπεραίνοντας ότι ο καταστρεπτικός ρόλος των μηχανών για τα συμφέροντα της εργασίας «δεν είναι προϊόν προκαταλήψεων ή πλάνης, αλλά συμφωνεί με τις ορθές αρχές της Πολιτικής Οικονομίας» (σελ. 375).[viii] Λίγες σελίδες παρακάτω δε, συμπεραίνει ότι «οι μηχανές και η εργασία βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό» (σελ. 378). Προς επίρρωση έρχονται τα όσα απογοητευτικά και απαισιόδοξα είναι σε εξέλιξη επί των ημερών μας στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης…


[1] Πρόκειται για ένα οργουελικής έμπνευσης σύστημα που έχει ήδη εφαρμοστεί στην Κίνα και ενοποιεί πληροφορίες για τον κάθε πολίτη οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου (από τη συνέπεια στην αποπληρωμή των δόσεων ενός δανείου μέχρι πιθανές κλήσεις από την τροχαία και καταδίκες από δικαστήρια) δημιουργώντας ως κοινή συνισταμένη έναν πίνακα βαθμολογίας που χρησιμοποιείται ακόμη και για τον  καθορισμό επιτοκίου δανεισμού από τις τράπεζες.


[i] EU Guidelines: Ethics washing made in Europe, 8.4.2019, Tagesspiegel, https://www.tagesspiegel.de/politik/eu-guidelines-ethics-washing-made-in-europe/24195496.html [Τελευταία πρόσβαση: 30.5.2019]

[ii] European Commission, Ethics Guidelines for Trustworthy AI, Independent High-Level Expert Group on Artificial Intelligence set up by the European Commission, https://ec.europa.eu/digital-single-market/en/news/ethics-guidelines-trustworthy-ai [Τελευταία πρόσβαση: 30.5.2019].

[iii] Hao, K. (26.2.2019), “Why A.I. Is a Threat to Democracy – and What We Can Do to Stop It”, MIT Technology Review.

[iv] Παπαθεοδώρου Χρ. (2019), «Φτώχεια και λιτότητα στην Ελλάδα της κρίσης: Η ενδυνάμωση του νεοφιλελευθερισμού και η συρρίκνωση του συστήματος κοινωνικής προστασίας»,στο: Κ. Δημουλάς – Γ. Κουζής (επιμ.), Κρίση και κοινωνική πολιτική, αδιέξοδα και λύσεις,  εκδ. Τόπος, σελ. 45-65.

[v] D. Autor et. al. “The Fall of the Labor Share and the Rise of the Superstar Firms“, NBER, May 2, 2017. 

[vi] Makenzie D. & Wajcman J., «Η κοινωνική διάπλαση της τεχνολογίας: πώς το ψυγείο απέκτησε το βουητό του»,  στο: Ανδριάνα Βλάχου (επιμ.), Πολιτική οικονομία του καπιταλισμού, εκδ. Κριτική, 2009, σελ. 351-382. Μια άλλη εκδοχή του ίδιου άρθρου:  McKenzie D. & Wajcman (1999), “Introductory essay: The social shaping of technology”, London School of Economics and Political Science, LSE Research Online:  https://eprints.lse.ac.uk/28638/1/Introductory%20essay%20%28LSERO%29.pdf [Τελευταία πρόσβαση: 30.5.2019]

[vii] Σμυρναίος Ν. (2018), Το ολιγοπώλιο του διαδικτύου, πώς οι Google, Apple, Facebook, Amazon και Microsoft πήραν τον έλεγχο της ψηφιακής μας ζωής, Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις. 

[viii] Ρικάρντο Ντ. (1992), Αρχαί πολιτικής οικονομίας και φορολογίας, μετφρ. Νίκ. Π. Κωνσταντινίδη, Εισαγωγή: Δ. Καλιτσουνάκι, εκδ. Γκοβόστης.

Πηγή: Περιοδικό Δημοσιογραφία

Κρυφτό με τα μονοπώλια του ίντερνετ

Όταν μια οικονομία δεν μπορεί να υποτιμήσει το εθνικό της νόμισμα, μειώνει τους μισθούς. Κι όταν μια άλλη οικονομία  δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα μονοπώλια επιδίδεται σε δικαστικές έρευνες και διαμάχες. Προς απόδειξη όσα συμβαίνουν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού με τα διαδικτυακά μονοπώλια.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στις Ηνωμένες Πολιτείες το υπουργείο Δικαιοσύνης ξεκίνησε έρευνα για να εξακριβώσει αν κατά τη γιγάντωσή τους οι μεγάλοι του διαδικτύου χρησιμοποίησαν μεθόδους που παραβίαζαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Με βάση ενημέρωση του ίδιου του υπουργείου Δικαιοσύνης, που όταν έγινε γνωστή την Τρίτη 23 Ιουλίου οι μετοχές του Facebook, της Amazon και της εταιρείας – ιδιοκτήτριας της Google μειώθηκαν κατά 1% (δεν επήλθε δηλαδή κι η συντέλεια του κυβερνοχώρου), αντικείμενο της έρευνας θα είναι αν οι τεχνολογικές πλατφόρμες «έχουν πετύχει δύναμη επί της αγοράς κι αν εμπλέκονται σε πρακτικές που έχουν μειώσει τον ανταγωνισμό, έχουν καταπνίξει την καινοτομία ή έχουν με άλλους τρόπους βλάψει τους καταναλωτές». Η αμερικανική δικαιοσύνη έχει ήδη επιβάλλει ένα πρόστιμο – μαμούθ ύψους 5 δισ. δολ. στο Facebook για την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών του, ενώ μόλις πριν λίγες ημέρες η Google υποχρεώθηκε να καταβάλλει 13 εκ. δολ. για τον ίδιο λόγο με αφορμή την εφαρμογή Street View.

Η …δικομανία έχει καταβάλλει και την από δω μεριά του Ατλαντικού, απ’ όπου ξεκίνησε άλλωστε και η τάση κοντέματος των μεγάλων του διαδικτύου μέσω της δικαστικής οδού. Αναφερόμενοι στο παρελθόν, ξεχωρίζουν οι αποφάσεις και τα πρόστιμα κατά της Google, εναντίον του Google Android και της Microsoft, με αφορμή την προεγκατάσταση λογισμικού που ευνοούσε την κυριαρχία δικών τους εφαρμογών, έναντι ανταγωνιστικών, και φυσικά το πρόστιμο ύψους 13 δισ. ευρώ εναντίον της Apple για φοροαποφυγή.

Η νέα όμως έρευνα που ξεκίνησε η επίτροπος της ΕΕ υπεύθυνη για θέματα τήρησης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, η θητεία της οποίας λήγει τον Οκτώβριο, εναντίον της Amazon, εισάγει την αντιμονοπωλιακή έρευνα σε νέα και αχαρτογράφητα νερά. Αφορμή για την έρευνα είναι ο διπλός ρόλος της εταιρείας του Τζεφ Μπέζος τόσο ως τόπος αγοράς μέσω της πλατφόρμας που προσφέρει, όσο κι ως πωλητής χιλιάδων προϊόντων. Στο μικροσκόπιο της έρευνας θα βρεθούν οι τεχνικές που χρησιμοποιούσε η εταιρεία για να προωθεί τις δικές της πωλήσεις σε βάρος άλλων εταιρειών πώλησης ή και παραγωγής. Ειδικότερα, θα εξετασθεί πώς αξιοποιούσε τα μεγάλα δεδομένα που συσσώρευε από τις επισκέψεις εκατομμυρίων καταναλωτών προς όφελός της. Το θέμα έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον επειδή θα αγγίξει τα μεγάλα δεδομένα: ένα πεδίο άγνωστο στους νομοθέτες και τις ρυθμιστικές αρχές που διαφέρει κατά πολλούς και σημαντικούς τρόπους από τα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού. Αποτελεί όμως ένα τεράστιας αξίας περιουσιακό στοιχείο.

Μένει ωστόσο να δούμε και την αντίδραση του Λευκοί Οίκου που δεν έχει δείξει να κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Ούτε και τώρα πρόκειται να το κάνει παρότι ο Τζεφ Μπέζος αγοράζοντας τη φιλελεύθερη εφημερίδα Washington Post και εξελίσσοντάς την σε προμαχώνα κατά του ολοκληρωτισμού που πρεσβεύει ο Τραμπ μετατράπηκε σε πολέμιο του αμερικανού προέδρου.

Η μαχητική στάση που τηρεί η αμερικανική κυβέρνηση υπερασπίζοντας τα αμερικανικά μονοπώλια φάνηκε στην περίπτωση του νέου φόρου που θα επιβάλλει η Γαλλία. Ο «ψηφιακός φόρος» ύψους 3% που αναμένεται να ψηφιστεί από μέρα σε μέρα, θα έχει όμως αναδρομική ισχύ από 1/1/2019, θα επιβαρύνει επιχειρήσεις με παγκόσμια έσοδα άνω των 750 εκ. ευρώ και ψηφιακές πωλήσεις στη Γαλλία άνω των 25 εκ. ευρώ. Από το ταμείο εκτιμάται ότι θα περάσουν γύρω στις 30 επιχειρήσεις, με τη συντριπτική τους πλειοψηφία να είναι αμερικανικές. Μεταξύ τους ωστόσο συμπεριλαμβάνονται Κινέζικες, Γερμανικές, Αγγλικές ακόμη και Γαλλικές τεχνολογικές επιχειρήσεις. Ο ψηφιακός φόρος δεν έγινε κατορθωτό να επιβληθεί σε επίπεδο ΕΕ λόγω των αντιδράσεων που πρόβαλαν η Σουηδία, η Φινλανδία, η Δανία και η Ιρλανδία. Παρόλα αυτά υπάρχουν άλλες χώρες έτοιμες να αντιγράψουν το γαλλικό παράδειγμα, όπως η Αγγλία που θα επιβάλει φόρο 2% στα έσοδα μηχανών αναζήτησης, πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης και τόπων αγοράς από τον Απρίλιο του 2020, ενώ θα ακολουθήσουν η Αυστρία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο.

https://www.cnbc.com/video/2019/07/26/breaking-president-trump-responds-to-frances-tax-on-american-companies-might-impose-wine-tax.html

Ο Λευκός Οίκος αποφάσισε να επέμβει πριν το φαινόμενο της φορολόγησης των μεγάλων του διαδικτύου προσλάβει μαζικές διαστάσεις. Έτσι, στις 10 Ιουλίου ξεκίνησε επίσημη έρευνα στις ΗΠΑ για να ελεγχθεί κατά πόσο ο ψηφιακός φόρος αποτελεί διάκριση εναντίον αμερικανικών εταιρειών, προκαλώντας τους δυσανάλογα υψηλή επιβάρυνση. Η έρευνα, που θα μπορούσε να διαρκέσει ακόμη κι ένα έτος, διεξάγεται στο πλαίσιο όσων προβλέπει ένας εμπορικός νόμος του 1974. Τον ίδιο ακριβώς νόμο επικαλείται ο Τραμπ για να επιβάλει δασμούς εναντίον της Κίνας… Εύκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο γαλλικός ψηφιακός φόρος εισάγει μεροληψία έναντι αμερικανικών εταιρειών θα ακολουθήσουν κυρώσεις και εμπορικοί δασμοί εναντίον της Γαλλίας.

Εν κατακλείδι, ενώ η έκβαση των δικαστικών διαμαχών παραμένει άγνωστη και σε κάθε περίπτωση θα αποδειχθεί ότι διεξάγεται πολύ αργά για να τιθασευθεί η μονοπωλιακή κυριαρχία των «μεγάλων του ίντερνετ» αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η οργισμένη αντίδραση του Λευκού Οίκου απέναντι σε κάθε προσπάθεια να θιγούν τα αμερικανικά μονοπώλια.

Πηγή: Νέα Σελίδα

Συρρικνώνονται οικονομικά οι μεγάλοι του διαδικτύου

Δύσκολη εποχή για τους τεχνολογικούς γίγαντες που βλέπουν τις τιμές των μετοχών τους, και κατ’ επέκταση την κεφαλαιοποίηση των εταιρειών και την προσωπική περιουσία ιδρυτών και εξεχόντων στελεχών τους, να συρρικνώνονται ραγδαία. Οι τιμές των μετοχών των Apple, Microsoft, Amazon και Alphabet (Google), αφού έφθασαν στο υψηλότερο σημείο της τελευταίας πενταετίας μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου του 2018, στα τέλη Νοεμβρίου διέγραψαν έντονη καθοδική πορεία που ξεκίνησε το Σεπτέμβριο, επιστρέφοντας στα επίπεδα της άνοιξης του ίδιου χρόνου. Πολύ χειρότερα ήταν τα πράγματα για το Facebook, με την πτώση να είναι τόσο μεγάλη που η τιμή της μετοχής του δημοφιλέστερου Μέσου Κοινωνικής Δικτύωσης κινείται πλέον στα επίπεδα του Μαρτίου του 2017. Μάλιστα, αν για τις τέσσερις πρώτες εταιρείες μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πορεία της μετοχής ακολουθεί τη συνολική καθοδική πορεία των μετοχών των αμερικανικών χρηματιστηρίων, είναι δηλαδή μια κυκλική πορεία στενά συνδεδεμένη με το κλείσιμο του σχεδόν δεκαετούς κύκλου χρηματιστηριακής ανόδου που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2009, για το Facebook δεν είναι έτσι. Η εταιρεία του Μαρκ Ζάκερμπεργκ έχει κατά κοινή ομολογία μπει σε μια πορεία παρακμής μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου με την Cambridge Analytica, που δεν μπορεί παρά να αντανακλάται και στην πορεία της μετοχής της. Ήρθε για να μείνει επομένως η πτώση της τιμής της μετοχής του Facebook, που έστω και καθυστερημένα επιβεβαιώνει κριτικές που έχουν διατυπωθεί εδώ και πολλά χρόνια και οι οποίες καταλήγουν ότι πρόκειται για μια τεραστίων διαστάσεων φούσκα.[i]

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το Facebook ωστόσο δεν είναι η εξαίρεση. Ακόμη κι αν επιβεβαιωθούν οι πιο ήπιες ερμηνείες για την πορεία των μετοχών του περίφημου «ολιγοπωλίου του διαδικτύου»[ii] που αποδίδουν την πτώση σε κυκλικές αιτίες, το 2018 θα αποτελέσει σημείο τομής στην εξέλιξή του, με έναν κύκλο πλανητικής εξάπλωσης και οικονομικής μεγέθυνσης να κλείνει οριστικά. Τους τίτλους τέλους βάζουν τέσσερις ήσσονος σημασίας λόγοι και ένας πολύ σοβαρός.

Ξεκινώντας από τις λιγότερο σημαντικές αιτίες που υπονομεύουν την ευρωστία των «εταιρειών σούπερ-σταρ», όπως τις αποκαλεί ο καθηγητής του ΜΙΤ David Autor, ξεχωρίζουν εμπόδια που θέτουν οι ίδιοι οι χρήστες στην εμπορευματοποίηση του διαδικτύου και τα οποία περιορίζουν θεαματικά τα έσοδα ιστοσελίδων και Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, όπως οι ad blockers που απαγορεύουν την εμφάνιση διαφημίσεων. Η απόρριψη των διαφημίσεων από ένα κοινό μάλιστα που δεν απορρίπτει για ιδεολογικούς λόγους την εμπορευματοποίηση, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κι ως η «αφύπνιση των χρηστών» ή η «ανάκτηση του χαμένου χώρου στην οθόνη». Με βάση στοιχεία από την πλατφόρμα OnAudience.com, που υποστηρίζει ότι το 20%  των συνδεδεμένων ενήλικων χρηστών χρησιμοποιεί τέτοιας μορφής απαγορευτικό, το κόστος που προκάλεσαν οι ad blockers το 2016 ανήλθε σε 15,8 δισεκ. δολάρια, ενώ μια χρονιά πριν, 11 δισεκ. δολάρια. Το γεγονός μάλιστα ότι οι χρήστες ηλικίας 18-24 ετών είναι 109% πιο πιθανό να χρησιμοποιούν ad blocker σε σχέση με τους μεγαλύτερους σε ηλικία, προσθέτει παραπάνω πονοκεφάλους σε όσους πόνταραν στα διαφημιστικά έσοδα, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα κοινό ευεπίφορο στην κατανάλωση. Το τείχος απέναντι στην επέλαση των διαφημιστών προσθέτει επιπλέον βαθμούς δυσκολίας στις μη επιλύσιμες ως προς το παρών εξισώσεις όσων αναζητούν ένα επιχειρηματικό μοντέλο για τα Μέσα την εποχή του Snapchat που να είναι βιώσιμο· έστω και βραχυπρόθεσμα, όπως το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Εκ των έσω προέρχεται και η δεύτερη πηγή συρρίκνωσης των κερδών για τους μεγάλους του διαδικτύου. Συγκεκριμένα, αυτούς που χτίζουν όλη μέρα κι όλη νύχτα τη «Θήβα την επτάπυλη»· τους εργαζόμενους. Στις 6 Νοεμβρίου 2018 έγραφαν με έκδηλη έκπληξη οι New York Times: «Η πιο αξιοσημείωτη πλευρά της απεργίας την προηγούμενη εβδομάδα μπορεί να μην ήταν η εκτιμώμενη συμμετοχή 20.000 ανθρώπων ή η παγκόσμια απήχησή της ή ότι επιτεύχθηκε σε λιγότερο από μια εβδομάδα. Ήταν ο τρόπος που οι διοργανωτές ταύτισαν τη δράση τους με έναν ευρύτερο εργατικό αγώνα, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα σχεδόν ανήκουστη μεταξύ εύπορων εργαζομένων στην τεχνολογία. «Είναι μέρος ενός αναπτυσσόμενου κινήματος», έγραψαν οι διοργανωτές σε ένα δελτίο Τύπου, «όχι μόνο στην τεχνολογία, αλλά σε όλη τη χώρα, περιλαμβάνοντας δασκάλους, εργαζόμενους στα φαστ φουντ και άλλους που χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να επιφέρουν πραγματική αλλαγή». Και συνέχιζε η Νεοϋορκέζικη εφημερίδα: «Για δεκαετίες η Κοιλάδα του Πυριτίου ήταν το σημείο εκκίνησης για μια αόριστα ουτοπική μορφή ατομικισμού – την ιδέα ότι ένας μηχανικός, μοναχός του με ένα φορητό υπολογιστή και μια σύνδεση ίντερνετ, μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Η ταξική συνείδηση ήταν passé. Τα συνδικάτα ήταν εχθρός της καινοτομίας, μια άγκυρα που καθηλώνει στο σήμερα»[iii]. Όλα αυτά προφανώς ανασκευάζονται, όταν οι πρωταγωνιστές του παραπάνω ρεπορτάζ, που κατά την αμερικανική εφημερίδα θυμίζουν τους πιο μαχητικούς οργανωτές των εργατών του 20ού αιώνα, είναι το προσωπικό της… Google! Βγήκαν δε στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούν ενάντια, πρώτο στη συνεργασία της εταιρείας με το αμερικανικό Πεντάγωνο σε προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης (ας μην αναρωτηθούμε καλύτερα τι είδαν οι άνθρωποι και εξεγέρθηκαν…), δεύτερο στη συνεργασία της εταιρείας με τις κινεζιέες αρχές για την κατασκευή μιας αυτο-λογοκρινόμενης μηχανής αναζήτησης και, τρίτο, λόγω της ανοχής που επέδειξε η διοίκηση απέναντι σε θέματα σεξουαλικής παρενόχλησης εργαζομένων και διακρίσεων από προϊσταμένους. Επομένως, ο έλεγχος που ζητούν να έχουν οι εργαζόμενοι στα συμβόλαια και το φρένο που βάζουν σε έργα, τα οποία καταπατούν πολιτικές ελευθερίες, περιορίζουν την κερδοφορία των τεχνολογικών γιγάντων. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μεγαλύτερη ευκαιρία που δίνεται πλέον στους χρήστες να καταργήσουν εφαρμογές, οι οποίες καταγράφουν προτιμήσεις κι επιλογές προς διευκόλυνση των διαφημιστών.

Τροχοπέδη για τα κέρδη αποτελούν και οι αυξήσεις στο ωρομίσθιο που ανακοίνωσε η Amazon. Η απόφαση του Τζεφ Μπέζος δεν ήταν αποτέλεσμα φιλευσπλαχνίας ούτε δημοκρατικού πλουραλισμού, όπως αυτόν που επιδεικνύει η εφημερίδα Washington Post, την οποία αγόρασε ο Μπέζος το 2013, μετατρέποντάς την σε προμαχώνα της μάχης εναντίον του Τραμπ. Μάρτυρας τα όσα ανατριχιαστικά περιέγραφε ο βρετανικός Guardian για την πρόσληψη από μια θυγατρική της Amazon ειδικών μάνατζερ με προϋπηρεσία στη διάλυση συνδικάτων κι εργατικών αγώνων, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν την ίδρυση σωματείου και τη διεκδίκηση αυξήσεων.[iv] Ο Τζεφ Μπέζος ανακοίνωσε αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια στις ΗΠΑ (από 11 δολάρια) και 10,5 λίρες για τους εργαζόμενους στο Λονδίνο και 9,5 για όσους μένουν εκτός Λονδίνου (από 8 λίρες) στην Αγγλία. Αυτό συνέβη, πρώτον, επειδή ο ριζοσπάστης γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, ετοιμαζόταν να καταθέσει πρόταση νόμου στις ΗΠΑ για την αύξηση του ωρομισθίου των εργαζομένων στην Amazon, δεύτερον, επειδή ο Μπέζος δεν έβρισκε πλέον προσωπικό να εργαστεί στις επιχειρήσεις του και, τρίτον, επειδή, ειδικά μετά τις απεργίες που έγιναν τους προηγούμενους μήνες, η φήμη της Amazon έχει πληγεί και θεωρείται ταυτόσημη της πιο βάρβαρης εκμετάλλευσης. Οι εργαζόμενοι, που ουρούν σε μπουκάλια για να μη χάσουν το πριμ παραγωγικότητας, και τα ασθενοφόρα, που είναι εγκατεστημένα έξω από τις εγκαταστάσεις της Amazon στην Πενσυλβάνια, επειδή στοιχίζουν φθηνότερα από τα κλιματιστικά, μετατρέπουν σε θέμα αρχής για κάθε ευσυνείδητο αναγνώστη να στραφεί σε ανταγωνιστές της Amazon για την ηλεκτρονική αγορά βιβλίων.

Ο τρίτος λόγος για τον οποίο οι μεγάλοι του διαδικτύου πρέπει να αποχαιρετήσουν την εποχή των παχιών αγελάδων σχετίζεται με τις ζυμώσεις που είναι σε εξέλιξη για μια αποτελεσματική φορολόγησή τους. Είναι ήδη γνωστή η ασύλληπτη καινοτομία που έχουν επιδείξει εταιρείες, όπως η Apple και η Google, στην αξιοποίηση ευνοϊκών φορολογικών καθεστώτων στην Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο, ενώ η Amazon, για να επιλέξει πού θα χτίσει τις εγκαταστάσεις της, ζητάει ως όρο φοροαπαλλαγές. Αυτό το κλίμα ωστόσο αλλάζει. Στην Αγγλία, ο υπουργός Οικονομικών Φιλ Χάμοντ, που έχει τέτοια μανία με τις λεπτομέρειες ώστε τον αποκαλούν (σε ελεύθερη απόδοση) «εξελόφυλο Φιλ», ζήτησε με την κατάθεση του προϋπολογισμού στις αρχές Νοεμβρίου, οι μεγάλοι του διαδικτύου με κερδοφόρα δράση στη χώρα του να πληρώσουν επιτέλους φόρο ψηφιακών υπηρεσιών (digital services tax) το 2020. Το μέτρο, που θα εφαρμοστεί μόνο σε κερδοφόρες εταιρείες με ετήσια έσοδα από συγκεκριμένες υπηρεσίες άνω των 500 εκατ. Λιρών, στοχεύει ευθέως σε Amazon, eBay, Facebook και Google. Με βάση ρεπορτάζ των Financial Times, «στοχεύει να προστατεύσει μικρότερες εταιρείες, που έχουν την έδρα τους στην Αγγλία και είναι ανήμπορες να μεταφέρουν τα έσοδα τους σε φιλικότερα φορολογικά καθεστώτα και να ικανοποιήσει μια αυξανόμενη λαϊκή άποψη ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες πληρώνουν λιγότερους φόρους απ’ ό,τι θα έπρεπε στην Αγγλία».[v]

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται κι ο Γάλλος πρόεδρος, Μανουέλ Μακρόν, που έχει κατ’ επανάληψη υποστηρίξει δημόσια ότι δεν αποκλείεται να ακολουθήσει την Αγγλία και να επιβάλει φόρο ύψους 2% στα έσοδα των μεγάλων (φοροφυγάδων) του διαδικτύου. Η πρόταση του Μακρόν διατυπώνεται σαν απειλή λόγω της απροθυμίας της ΕΕ να κινηθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά στην κατεύθυνση επιβολής ενός φόρου στα έσοδα των GAFA (Google, Apple, Facebook, Amazon) ύψους 3%, όπως έχουν ήδη συζητήσει οι υπουργοί Οικονομικών των 28 – χωρίς όμως να καταλήξουν. Πεισματικά αντίθετη στέκεται η Γερμανία, που φοβάται ότι τυχόν φορολόγηση των συγκεκριμένων αμερικανικών εταιρειών θα προκαλέσει τη μήνι της Ουάσινγκτον και μια τιμωρητική φορολόγηση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, όπως κατ’ επανάληψη έχει απειλήσει ο Τραμπ. Επιπλέον, «επιχειρήσεις σε κλάδους, όπως η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, είναι αντίθετες σε έναν ευρωπαϊκό φόρο που θα στοχεύει εταιρείες, οι οποίες εμπλέκονται στην πώληση δεδομένων. Οι εταιρείες αυτοκινήτων φοβούνται πως τέτοιοι φόροι θα μπορούσαν να επιβάλουν κυρώσεις στις ίδιες για τις τεχνολογίες έξυπνων αυτοκινήτων που συγκεντρώνουν προσωπικά στοιχεία από οδηγούς».[vi] Πρακτικά, για χάρη της κρατικοδίαιτης γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, που έχει εξελιχθεί σε ελέφαντα στο ευρωπαϊκό δωμάτιο, δεν πρόκειται η ΕΕ να επιβάλει φόρο ψηφιακών υπηρεσιών, ανοίγοντας έτσι όμως τον δρόμο για να επιβληθεί αυτός ο φόρος από μεμονωμένα κράτη-μέλη. Μένει να δούμε ποια θα το επιχειρήσουν…

Ο τέταρτος λόγος για τον οποίο οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας εισέρχονται σε μια νέα εποχή υψηλότερου κόστους σχετίζεται με τον υπό εξέλιξη εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Εταιρείες-κατασκευαστές, όπως η Apple, που δεν εξαντλούν τη δραστηριότητά τους στην παραγωγή λογισμικού, θα επωμιστούν μέρος των δασμών ύψους 25% στα βιομηχανικά προϊόντα αξίας 50 δισεκ. δολαρίων, που επέβαλε ήδη η Ουάσιγκτον. Η διάχυση του κόστους των νέων δασμών γίνεται εμφανής, αν λάβουμε υπόψη ότι, με βάση στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, το 32,2% των κινέζικων εξαγωγών τηλεπικοινωνιακών υλικών και εξοπλισμού γραφείου κατευθύνεται στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Καμιά άλλη χώρα δεν συμμετέχει τόσο ενεργά στο αναπτυσσόμενο ενδο-εταιρικό εμπόριο! Για παράδειγμα, στον ίδιο κλάδο, η συμμετοχή των ευρωπαϊκών εξαγωγών στις αλυσίδες αξίας είναι 19,5%, των ΗΠΑ 7,9%, της Νότιας Κορέας 7,4%, κ.λπ.

Τέλος, το μεσουράνημα των μεγάλων του διαδικτύου συμπίπτει και με το τέλος του διαδικτύου, όπως το ξέραμε. Εκ μέρους των ΗΠΑ, ο κίνδυνος εμφανίζεται υπό την μορφή μιας απειλής που αντιπροσωπεύουν Κίνα, Ρωσία κι άλλες χώρες απέναντι σε ένα ελεύθερο και ανεπίδεκτο λογοκρισίας ίντερνετ. Ο πρώην σύμβουλος καινοτομίας του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών και στενός συνεργάτης της Χίλαρι Κλίντον, Άλεκ Ρος, μεταφέρει ωστόσο μια διαφορετική ερμηνεία για το ίντερνετ εκ μέρους των ανταγωνιστών των ΗΠΑ: «Ένας Κινέζος διευθύνων σύμβουλος μου είπε ότι πιστεύει πως ο πλούτος και η ισχύς που αποκόμισε η Αμερική ως κέντρο της εμπορευματοποίησης του διαδικτύου παρέτεινε κατά δέκα χρόνια την κυριαρχία της ως υπερδύναμης».[vii] Η ερμηνεία του Κινέζου επιχειρηματία επιβεβαιώνεται από τον μεγαλύτερο ήρωα της σύγχρονης εποχής, τον Έντουαρντ Σνόουντεν, πληροφορικάριο της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας NSA, που αποκάλυψε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν μέχρι και πότε πήγαινε στην τουαλέτα η Μέρκελ. «Στην αντιδικία για το ποιος ελέγχει το διαδίκτυο, οι άνθρωποι της NSA έδιναν μια δυσοίωνη απάντηση: “Εμείς”», αναφέρεται χαρακτηριστικά.[viii] Απέναντι σε αυτήν την ωμή πραγματικότητα ενός ίντερνετ που παλινδρομεί μεταξύ άκρατης εμπορευματοποίησης και οργουελικής παρακολούθησης, οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ θέτουν απερίφραστα πλέον το αίτημα της «κυβερνο-κυριαρχίας» (cyber-sovereignty, ανεξαρτησία του κυβερνοχώρου θα το αποδίδαμε 2-3 δεκαετίες παλιότερα). «Η Κίνα έχει προβάλει την “κυβερνο-κυριαρχία” ως μια οργανωτική αρχή της διακυβέρνησης του διαδικτύου, σε ευθεία αντίθεση προς την αμερικανική υποστήριξη ενός παγκόσμιου κι ανοικτού διαδικτύου. Με τα λόγια του Κινέζου προέδρου Ξι, η κυβερνο-κυριαρχία αντιπροσωπεύει “το δικαίωμα των μεμονωμένων κρατών να επιλέγουν ανεξάρτητα τον δικό τους δρόμο για την κυβερνο-ανάπτυξη, το μοντέλο της κυβερνο-ρύθμισης και δημόσιες πολιτικές για το διαδίκτυο και να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κυβερνοχώρου σε ισότιμη βάση”».[ix]

Το αίτημα της «online κυριαρχίας» απέναντι στις ΗΠΑ τίθεται ακόμη κι από τη γερμανική Δεξιά. Σε μελέτη του γερμανικού ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ, αναφέρεται: «η πολιτιστική διαμάχη για online κυριαρχία μεταξύ της αμερικανικής εταιρείας ίντερνετ (Facebook) και της γερμανικής κυβέρνησης έγινε υπερβολικά εμφανής. Οι όροι εξυπηρέτησης του ίντερνετ προέρχονται από ένα σύστημα αμερικανικών νόμων και αξιών. Το δείχνει η διαχείριση της φωτογραφίας με το κοριτσάκι που κάηκε από τη βόμβα ναπάλμ. Το γυμνό είναι περισσότερο ταμπού εκεί απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Τα ναζιστικά σύμβολα, από την άλλη πλευρά, δεν είναι πρόβλημα. Πώς λοιπόν η Γερμανία θα διασφαλίσει ότι οι γερμανικοί νόμοι γίνονται σεβαστοί στο Facebook, μια αμερικανική πλατφόρμα, κι ότι δεν μας επιβάλλονται οι αμερικανικές αξίες;».[x]

Εν κατακλείδι οι αντιθέσεις που γεννάει το διαδίκτυο, όπως λειτουργεί σήμερα, είναι υπερβολικά μεγάλες για να συνεχίσει να υπάρχει με τη σημερινή του μορφή: γεωπολιτικές συγκρούσεις, οικονομικοί ανταγωνισμοί, ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ακόμη και πολιτιστικές-πολιτικές αιτίες ωθούν στον κατακερματισμό του διαδικτύου. Οι πρώτοι που θα νιώσουν τη συρρίκνωση του διαδικτύου θα είναι οι «μεγάλοι», που με προνομιακούς όρους το εκμεταλλεύονταν από τη γέννησή του μέχρι σήμερα κι ευθύνονται για τη σημερινή του παρακμή.


[i] Ehrenberg N. (2011), “Signs of a bubble in social sites – Facebook value estimate falls short of oft-cited figures”, Science & Society, 19 Νοεμβρίου, http://www.sciencenews.org

[ii] Σμυρναίος Ν. (2018), Το ολιγοπώλιο του διαδικτύου – Πώς οι Google, Apple, Facebook, Amazon και Microsoft  πήραν τον έλεγχο της ψηφιακής μας ζωής,Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις – Advanced Media Institute.

[iii] Scheiber, N. (2018), «In Google Walkout, Workers Reject Silicon Valley Individualism», The New York Times, 6 Νοεμβρίου. 

[iv] Sainato M. (2018), “They want us to be robots: Whole Foods workers fear Amazon’s changes”, The Guardian, 1 Οκτωβρίου.

[v] Hill, A. in London, Khan M. in Brussels and Waters R. in San Francisco (2018), “The Global Hunt to tax Big Tech”, Financial Times, 2 Νοεμβρίου.

[vi] Όπ.π.

[vii] Ρος Ά. (2017), Οι βιομηχανίες του μέλλοντος, εκδ. Ίκαρος, σελ. 117.   

[viii] Χάρντινγκ Λ. (2014), Φάκελος Σνόουντεν – Η ιστορία του Νο 1 καταζητούμενου στον κόσμο, εκδ. Καστανιώτη, σελ 187.

[ix] Segal, Ad. (2018), “When China Rules the Web”, Foreign Affairs, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, σελ. 10-18.

[x] Torben, St. (2018,) “Of Facebook Revolutions and Twitter Presidents”, Konrad Adenauer Stiftung, International reports, Issue 1, 16 Απριλίου.

Πηγή: Περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος 18, Φθινόπωρο – χειμώνας 2019

Πρόβες πολέμου Huawei – Google

«Η Κίνα είναι ο μόνος μεγάλος πολιτισμός που δε γνώρισε επική ποίηση. Δεν είναι ότι δεν υπήρξαν έπη αλλά κατόπιν χάθηκαν», τονίζει ο γάλλος φιλόσοφος και σινολόγος Φρανσουά Ζυλλιέν στο εξαιρετικό του βιβλίο Εγκώμιο της απραξίας, η αποτελεσματικότητα στην κινέζικη σκέψη (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017). «Η Κίνα δεν συνέλαβε καν τη δυνατότητα του έπους. Η Κίνα δεν έχει βάρδους, ούτε αοιδούς». Το κενό αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι για τον συγγραφέα. «Η απουσία αυτή… αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης αιτίας: η Κίνα η οποία στοχάστηκε την αποτελεσματικότητα με βάση την εικόνα της διακριτικής ωρίμανσης ενός φυτού, την οποία ο γεωργός υποβοηθά με έμμεσο τρόπο, δεν μπορούσε παρά να αδιαφορήσει γι’ αυτή τη δοξολόγηση, γι’ αυτή τη δραματοποίηση της πράξης –της εξόχως θεατρικής πράξης- που συναντάμε στην επική ποίηση».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ένα πεδίο που εφαρμόστηκε η κινέζικη αντίληψη περί αποτελεσματικότητας αφήνοντας άπαντες, ειδικούς και μη, άναυδους ήταν οι εξελίξεις γύρω από τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας 5ης γενιάς. Εδώ οι Κινέζοι χωρίς τυμπανοκρουσίες, φιέστες και κομπορρημοσύνες έχουν βρεθεί στην κορυφή της τεχνολογίας κι όλοι οι υπόλοιποι τους ακολουθούν! Κι όταν μιλάμε για 5G δεν αναφερόμαστε απλά και μόνο σε υψηλές ταχύτητες που διευκολύνουν να βλέπουμε ταινίες. Αναφερόμαστε στο νευραλγικό σύστημα και μαζί τη σπονδυλική στήλη της ψηφιακής οικονομίας, που μπορεί να συνενώνει και να εξυπηρετεί από τράπεζες και νοσοκομεία μέχρι την πολιτική αεροπορία και τη διαχείριση «έξυπνων πόλεων».

Για να φανεί η πρωτοκαθεδρία (δεν πρόκειται για δημοσιογραφική υπερβολή) της Κίνας αρκεί να αναφέρουμε ότι τα περισσότερα κατοχυρωμένα πρότυπα – διπλώματα ευρεσιτεχνίας στον κόσμο τα έχει η κινέζικη Huawei (1.554). Ενώ ακολουθούν η φινλανδική Nokia (1.427), οι δύο νοτιοκορεάτικες Samsung (1.316) και LG (1.274) και στην πέμπτη θέση βρίσκεται πάλι μια κινέζικη εταιρεία, η ΖΤΕ (1.208). Ορθά παρατηρήσατε ότι στην πρώτη πεντάδα των εταιρειών με κατοχυρωμένες πατέντες δε βρίσκεται ούτε μία αμερικανική! Το πόσο μπροστά βρίσκεται η Huawei στην παραγωγή υλικού και λογισμικού για τα δίκτυα πέμπτης γενιάς, αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι μέχρι στιγμής έχει παραδώσει πάνω από 30.000 σταθμούς βάσης σε Ευρώπη, Αφρική και Ασία, ενώ στην Κίνα έχει εγκαταστήσει το πρώτο ενεργό δίκτυο από τις αρχές του 2019. Η ετοιμότητά της Huawei μάλιστα είναι τέτοια ώστε στους αφρικανικούς αγώνες ποδοσφαίρου που θα ξεκινήσουν στις 15 Ιουνίου στην Αίγυπτο θα κάνει μια μικρή επίδειξη δύναμης θέτοντας σε δοκιμαστική λειτουργία δίκτυο πέμπτης γενιάς που θα καλύπτει όλους τους αγώνες. Αυτά συμβαίνουν σε νησίδες στην Ασία και την Αφρική, την οποία η Κίνα όλο κι εντονότερα αντιμετωπίζει ως πίσω αυλή της.

Τα επιτεύγματα της Huawei αντανακλώνται επιπλέον στα μερίδια αγοράς που καταλαμβάνουν τα κινητά της (εδώ αναλυτικά). Ο κινέζικος γίγαντας τον Απρίλιο του 2019 καταλάμβανε την τρίτη θέση στις προτιμήσεις των καταναλωτών (9%), μετά τη Samsung (32%) και την Apple (23%), όταν τον Απρίλιο του 2018 καταλάμβανε ένα μερίδιο της τάξης του 6%.

Υπήρχαν λοιπόν πάρα πολλοί και σοβαροί λόγοι για υπογράψει ο Ντόναλντ Τραμπ στις 17 Μαΐου προεδρικό διάταγμα με το οποίο απαγόρευσε στις αμερικανικές εταιρείες να χρησιμοποιούν εξοπλισμό από εταιρείες που κρίνονται ως απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, έτσι όπως χαρακτηρίστηκε η Huawei. Ο αμερικανός υπουργός Εμπορίου μάλιστα πρόσθεσε την κινέζικη πολυεθνική και 70 θυγατρικές της σε μαύρη λίστα των εταιρειών που απαγορεύεται οι αμερικανικές εταιρείες να τους πουλούν υλικό και τεχνολογία χωρίς άδεια της κυβέρνησης. Κι όλα τα παραπάνω μάλιστα με την επίκληση της ασφάλειας των δεδομένων, όταν μέχρι στιγμής οι μόνες επιβεβαιωμένες παρακολουθήσεις γίνονταν από τη NSA, με τη βοήθεια των μεγάλων του διαδικτύου. Στα απόνερα αυτών των αποφάσεων ανακοίνωσε η Google ότι αναστέλλει όλες τις ανανεώσεις λογισμικού στα κινητά της Huawei, με εξαίρεση εκείνες που καλύπτονται από άδειες ελεύθερου λογισμικού. Πρόκειται για μια κλιμάκωση που αν και ήταν αναμενόμενη θα έχει πολλαπλές επιπτώσεις.

Πρώτο, το πέρασμα στο δίκτυο πέμπτης γενιάς θα καθυστερήσει απελπιστικά. Η απαγόρευση του Τραμπ στις ΗΠΑ και οι πιέσεις που ανεπιτυχώς κατά κύριο λόγο (ευτυχώς) άσκησε στην Ευρώπη δεν πλήττουν μόνο τη Huawei. Πλήττουν επίσης και την μετάβαση στο 5G, δεδομένου ότι ο πάντα …καινοτόμος ιδιωτικός τομέας, όπως τον χαρακτηρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι λάτρεις της αγοράς, στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ βρίσκεται απελπιστικά πίσω. Κι ο Τραμπ μπροστά στον ορατό κίνδυνο να μετατραπούν οι ΗΠΑ σε ουραγό λειτουργεί σαν λουδίτης του 19ου αιώνα, βάζοντας φραγμό στην τεχνολογική πρόοδο. Αποδεικνύεται έτσι ότι οι σπονδές στον καταναλωτή και τον ανταγωνισμό είναι σκέτη υποκρισία!

Δεύτερο, η απαγόρευση τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα θα λειτουργήσει ενισχυτικά για τη Huawei που ήδη το 2018 παρήγαγε ολοκληρωμένα κυκλώματα αξίας 7,5 δισ. μόνη της, ενώ προμηθευόταν από εξωτερικούς συνεργάτες άλλα, αξίας 21 δισ. Η αναμενόμενη εδώ και καιρό απόφαση των Τραμπ – Google θα ωθήσει τους Κινέζους να επιταχύνουν τα σχέδια κάλυψης των αναγκών τους εκ των έσω, όπως έγραψε η διοίκηση της κινέζικης εταιρείας σε επιστολή προς το προσωπικό της, ενώ όσα έγιναν με τη Huawei θα λειτουργήσουν σαν καμπανάκι κινδύνου και για άλλους κλάδους της κινέζικης οικονομίας.

Τρίτο, το διαδίκτυο κατακερματίζεται περισσότερο, με ευθύνη μάλιστα αυτών που δικαιολόγησαν την άνευ προηγουμένου μονοπωλιακή τους δύναμη, όπως η Google, στο όνομα των ανοιχτών αγορών. Πλέον όμως οι μάσκες πέφτουν κι αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι η οικονομική δύναμη των υπερεθνικών γιγάντων ποτέ δεν ήταν μονωμένη από πολιτική επιρροή, σε βαθμό μάλιστα ώστε σε εποχές όξυνσης των γεωπολιτικών αντιθέσεων όπως η σημερινή τα μονοπώλια, που αποδεικνύεται ότι έχουν πατρίδα, να μετατρέπονται σε μακρύ χέρι και αιχμή του δόρατος των κυβερνήσεων, διεξάγοντας στον κυβερνο-χώρο πρόβες του πολέμου που έρχεται.

Πηγή: Νέα Σελίδα

Διάσπαση στα 3 για το μονοπώλιο του Facebook

Νέα ώθηση στη συζήτηση για το μέλλον του ίντερνετ έδωσε το μακροσκελές άρθρο του Κρις Χιούτζες, ενός εκ των ιδρυτών του Facebook στους New York Times, που ζητούσε να επιβληθεί στον δημοφιλέστερο τόπο κοινωνικής δικτύωσης η αυστηρότερη των αντιμονοπωλιακών ποινών, που προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία: τη διάσπαση της εταιρείας. Εδώ το πλήρες άρθρο.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο δημόσιος διάλογος για τους μεγάλους του διαδικτύου έχει φουντώσει τα τελευταία λίγα χρόνια με πολλές και διάφορες αφορμές: από την απροθυμία τους να πληρώσουν φόρους και την επινοητικότητα που επιδεικνύουν στη φοροαποφυγή, θέμα που πρέπει να ομολογήσουμε απασχολεί όλο και λιγότερο τους πολιτικούς, (διάβασε εδώ) μέχρι τον έλεγχο που ασκούν στην ενημέρωση και την επικοινωνία που καταλήγει στην πολιτική χειραγώγηση των ψηφοφόρων (βλέπε σκάνδαλο Cambridge Analytica) ή τον εξοστρακισμό των εναλλακτικών απόψεων, μέχρι την μονοπωλιακή κυριαρχία τους στην αγορά σε σημείο να έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον ασφυκτικού ελέγχου. Παρότι μάλιστα η συζήτηση αφορά συνήθως τους τέσσερις του διαδικτύου (Facebook, Amazon, Google, Apple), όλο και περισσότερο εστιάζεται στο Facebook για τους προφανείς λόγους: επειδή η δύναμη του ξεπερνάει ακόμη και τη δύναμη πολλών κυβερνήσεων… Η κριτική μάλιστα δεν καταλάγιασε ούτε μετά την απόφαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC) για επιβολή προστίμου ύψους 5 δισ. δολ., που αναμένεται να ανακοινωθεί σύντομα κι επίσημα.

Το άρθρο του συνιδρυτή του Facebook (6.000 λέξεων!) που αποχώρησε από την εταιρεία πριν δέκα χρόνια άνοιξε τον ασκό του Αιόλου καθώς η κριτική του εδράζεται στις αξίες της ελεύθερης αγοράς που, υποτίθεται, ότι παραβιάζονται από την κυριαρχία του Facebook. «Ο Άνταμ Σμιθ είχε δίκιο: Ο ανταγωνισμός υποκινεί τη μεγέθυνση και την καινοτομία», τονίζει στην παρέμβασή του που δημοσιεύθηκε στις 9 Μαΐου, ενώ σε άλλο σημείο φτάνει να «στολίζει» τον Μαρκ Ζούκερμπεργκ με την μεγαλύτερη ύβρη: «Η επιρροή του Μαρκ είναι άνευ προηγουμένου και μη-Αμερικανική»!

Το σκεπτικό του Χιούτζες είναι συνεκτικό και πειστικό. Ξεκινάει περιγράφοντας τη δύναμη που έχει συγκεντρώσει o Μακ Ζούκερμπεργκ, ειδικά μετά την εξαγορά του Instagram το 2012 και του WhatsApp το 2014 εξασφαλίζοντας έτσι στον όμιλο πρόσβαση στα πιο διαφορετικά κοινά: «Η επιρροή του Μαρκ είναι ιλιγγιώδης, πολύ πέραν οποιουδήποτε άλλου στον ιδιωτικό τομέα ή την κυβέρνηση. Ο Μαρκ ελέγχει περίπου το 60% των ψήφων. Ο Μαρκ μπορεί να αποφασίσει μόνος του πώς να διαμορφώσει τους αλγόριθμους του Facebook για να προσδιοριστεί τι βλέπουν οι άνθρωποι στα News Feeds, ποιες ρυθμίσεις απορρήτου μπορούν να χρησιμοποιήσουν κι ακόμη ποια μηνύματα μπορούν να παραλάβουν… Ο Μαρκ είναι ένα καλό, ευγενικό πρόσωπο» συνεχίζει πριν εξαπολύσει το ένα από τα δύο πιο ιοβόλα βέλη του που παραμένει ωστόσο σε ένα επίπεδο προσωπικό. «Αλλά είμαι θυμωμένος μαζί του επειδή η εστίασή του στην μεγέθυνση τον οδήγησε να θυσιάσει την ασφάλεια και την ευγένεια για τα κλικ»!

Η αλήθεια είναι πώς η αναζήτηση των κλικ στο ίντερνετ δεν αντιπροσωπεύει κάποια ιδιαιτερότητα του Μαρκ. Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος ενός επιχειρηματικού μοντέλου που στηρίχθηκε ευθύς εξ αρχής στην αναζήτηση διαφημιστικών εσόδων, μέσω των κλικ. Ο Μαρκ επομένως πολύ φοβόμαστε ότι δεν κάνει κάτι διαφορετικό απ’ ότι κάνουν όλοι οι υπόλοιποι. Απλώς το κάνει καλύτερα…

Μάρτυρας είναι οι επιδόσεις της αυτοκρατορίας του Μαρκ, με το Facebook να έχει 2,38 δισ. άτομα ενεργούς χρήστες, το WhatsApp 1,68, ο Messenger 1,38 και το Instagram 1,08. Οι ανταγωνιστικές πλατφόρμες απέχουν σημαντικά: Το Youtube έχει 1,98 δισ. μηνιαίους χρήστες, το WeChat 1,1 δισ., το TikTok 500 εκ., το Reddit 330 εκ., το Twitter επίσης 330 εκ. το LinkedIn 303 εκ. και το Snapchat 287 εκ. μηνιαίους χρήστες. Αυτή ακριβώς η μονοπωλιακή δύναμη του είναι που προκάλεσε άνοδο της τιμής της μετοχής του κατά 7%, προσθέτοντας επιπλέον 30 δισ. δολ. στην αξία του, ακόμη και μετά το πρόστιμο που του επιβλήθηκε. Σαν οι μέτοχοι να επιβράβευσαν το μονοπώλιο του διαδικτύου με ένα μπόνους εξαπλάσιο του προστίμου, παρακινώντας το να συνεχίσει να παραβιάζει νόμους και οδηγίες!

Πριν ο Χιούτζες καταθέσει την πρώτη του πρόταση για διάσπαση του Facebook ερμηνεύει τη διστακτικότητα των αρχών να πράξουν ό,τι έπραξαν με την Standard Oil και την AT&T με μια εμβριθή και συμπυκνωμένη ανάλυση του ιδεολογικού κλίματος των τελευταίων δεκαετιών, που δεν έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε σε γραπτά ανθρώπων της αγοράς∙ κι αυτό είναι το δεύτερο ιοβόλο βέλος του: «Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, μια μικρή αλλά αφοσιωμένη ομάδα οικονομολόγων, νομικών και διαμορφωτών πολιτικής έσπειραν τους σπόρους αυτού του κυνισμού. Τα επόμενα 40 χρόνια χρηματοδότησαν ένα δίκτυο δεξαμενών σκέψης, δημοσιογράφων, κοινωνικών λεσχών, ακαδημαϊκών κέντρων και Μέσων Ενημέρωσης να διδάξουν μια ανερχόμενη γενιά ότι τα ιδιωτικά συμφέροντα προηγούνται των δημοσίων. Το “ευαγγέλιό” τους ήταν απλό: Οι “ελεύθερες αγορές” είναι δυναμικές και παραγωγικές ενώ οι κυβερνήσεις είναι γραφειοκρατικές και αναποτελεσματικές. Αυτή η στροφή, συνδυασμένη με μια φορολογία και ρυθμιστική πολιτική φιλική προς τις επιχειρήσεις εγκαινίασε μια περίοδο εξαγορών και συγχωνεύσεων που δημιούργησε τις μεγα-εταιρείες»!

Παρότι η εμπειρική διαπίστωση του συνιδρυτή του Facebook εξηγεί πλήρως την ασυνήθιστη ανοχή που απολαμβάνει το μονοπώλιο του Ζούκερμπεργκ κι αποκλείει την εφαρμογή ριζικών μέτρων εναντίον του, ο Χιούτζες προτείνει την αναίρεση της συγχώνευσης με το Instagram και το WhatsApp, έστω κι εκ των υστέρων, ώστε να δημιουργηθούν 3 ξεχωριστές εταιρείες, και τη δημιουργία μιας νέας ρυθμιστικής αρχής που θα επιβλέπει τις εταιρείες του ίντερνετ. Είναι προτάσεις που έχουν διατυπωθεί κατ’ επανάληψη δημόσια και όσο κι αν φαίνονται αναγκαίες για δισεκατομμύρια ανθρώπους στη γη, θωρούνται ύβρη για μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να ομνύει στις μεγα-εταιρείες και τα μονοπώλια!

Πηγή: Νέα Σελίδα

Η επέλαση του καπιταλισμού της επιτήρησης

Νέα δεδομένα δημιούργησε ο νόμος που ψήφισε η Αυστραλιανή κυβέρνηση με αφορμή τη ζωντανή μετάδοση από πλατφόρμες του ίντερνετ της σφαγής στην Κράιστσερτς βάσει του οποίου τα στελέχη των εταιρειών του διαδικτύου που αποτυγχάνουν να αποτρέψουν ανάλογες μεταδόσεις σκηνών βίας θα αντιμετωπίζουν ακόμη και την ποινή της φυλάκισης.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αντίδραση της αυστραλιανής κυβέρνησης ήταν ασυνήθιστα αυστηρή για το κεκτημένο αυτορύθμισης που έχει πλέον παγιωθεί στο διαδίκτυο, βάσει του οποίου επαφίεται στις ίδιες τις εταιρείες που μονοπωλούν τη λειτουργία του να διαμορφώσουν τους κανόνες που θα διασφαλίζουν τους χρήστες από τις καταχρήσεις. Ο νόμος που ψήφισε η Καμπέρα συμβάδιζε με το μέλλον που περιέγραφαν οι συγγραφείς του βιβλίου Ποιος ελέγχει το ίντερνετ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2006 και προέβλεπε ένα διαδίκτυο κατακερματισμένο με βάση τα εθνικά σύνορα εξ αιτίας των μέτρων που θα λαμβάνουν οι εθνικές κυβερνήσεις για να προστατέψουν τους πολίτες τους.

Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι τα πράγματα εξελίχθηκαν στην διαμετρικά αντίθεση κατεύθυνση, απ’ αυτή που προέβλεπαν οι Γκόλντσιμθ και Γου. Οι προσπάθειες να μπει ένα όριο στην πλανητική δράση των μονοπωλίων του ίντερνετ έχουν αποτύχει παταγωδώς και πλέον έχει διαμορφωθεί μια δυστοπία που συγκεντρώνει  τα πιο αποκρουστικά χαρακτηριστικά όσων άλλων δυστοπιών έχουν προϋπάρξει σε πραγματικό χρόνο και τόπο. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η δήλωση του διευθύνοντα συμβούλου της Walt Disney, σύμφωνα με το Variety: «Ο Χίτλερ θα είχε αγαπήσει τα μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Είναι», πρόσθεσε «τα πιο ισχυρά εργαλεία μάρκετινγκ που θα προσδοκούσε ένας εξτρεμιστής».

Ο ζοφερός κόσμος του διαδικτύου παρουσιάζεται με μια ασυνήθιστη εμβρίθεια και καθαρότητα σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα στα αγγλικά, με τίτλο Η εποχή του καπιταλισμού της επιτήρησης – Η μάχη για ένα ανθρώπινο μέλλον στο νέο όριο της εξουσίας (Public Affairs, 2019). Η συγγραφέας του, Σοσάνα Ζούμποφ (εδώ η προσωπική της ιστοσελίδα) δεν είναι άγνωστη. Το 1988, όταν ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες καθηγήτριες στο Business School του Χάρβαρντ, έγραψε το βιβλίο με τίτλο Η εποχή των έξυπνων μηχανών: Το μέλλον της εργασίας και της εξουσίας, όπου περιέγραφε τις επιπτώσεις από την εισαγωγή των υπολογιστών στην εργασία και τις εταιρείες.

Το τελευταίο της βιβλίο όμως δεν αρκείται στις περιγραφές και είναι ασυνήθιστα αποκαλυπτικό και προβλεπτικό για τις ανατροπές που είναι σε εξέλιξη ή επωάζονται. Σημείο αφετηρίας της είναι πώς «οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας είναι περισσότερο διαδεδομένες από τον ηλεκτρισμό, φθάνοντας σε 3 από τα 7 δισ. ανθρώπων του κόσμου. Τα συναφή διλλήματα σχετικά με τη γνώση, το κύρος και την εξουσία δεν περιορίζονται πλέον στους χώρους εργασίας όπως συνέβαινε τη δεκαετία του 1980. Τώρα οι ρίζες τους διατρέχουν βαθιά τις αναγκαιότητες της καθημερινής ζωής, μεσολαβώντας σχεδόν σε κάθε μορφή κοινωνικής συμμετοχής».

Επιχειρώντας να ορίσει αυτή τη νέα πραγματικότητα χρησιμοποιεί εργαλεία ανάλυσης από την Πολιτική Οικονομία και άλλες επιστήμες. «Ο καπιταλισμός της επιτήρησης διεκδικεί μονομερώς την ανθρώπινη εμπειρία σαν μια δωρεάν πρώτη ύλη για να τη μεταφράσει σε συμπεριφορικά δεδομένα. Παρότι ορισμένα από αυτά τα δεδομένα εφαρμόζονται στη βελτίωση προϊόντων ή υπηρεσιών, τα υπόλοιπα δηλώνονται σαν ιδιόκτητη συμπεριφορική υπεραξία, που τροφοδοτούν προηγμένες παραγωγικές διαδικασίες γνωστές σαν “ευφυείς μηχανές” και παρασκευάζουν προϊόντα πρόβλεψης που προβλέπουν τι θα κάνεις τώρα, σύντομα και αργότερα. Στο τέλος, αυτά τα προϊόντα πρόβλεψης εμπορεύονται σε ένα νέο είδος αγοράς για προϊόντα πρόβλεψης που αποκαλώ μελλοντικές αγορές συμπεριφοράς».

Περιγράφοντας  την εισβολή των μεγάλων του διαδικτύου στην προσωπική μας ζωή η συγγραφέας του σπουδαίου βιβλίου Η εποχή του καπιταλισμού της επιτήρησης γράφει: «Με τον αναπροσανατολισμό από τη γνώση στην εξουσία, δεν είναι πια αρκετό να αυτοματοποιήσουν τις ροές πληροφοριών για εμάς∙ ο στόχος είναι να αυτοματοποιήσουν εμάς. Σε αυτή τη φάση της εξέλιξης του καπιταλισμού της επιτήρησης τα μέσα παραγωγής υπάγονται σε αυξανόμενα σύνθετα και περιεκτικά μέσα “συμπεριφορικού μετασχηματισμού”». Για τη Ζούμποφ «η ψηφιακή σύνδεση είναι ένα μέσο για άλλους εμπορικούς σκοπούς. Στην ουσία του, ο καπιταλισμός της επιτήρησης είναι παρασιτικός και αυτοαναφορικός. Αναβιώνει τη παλιά εικόνα του Καρλ Μαρξ για τον καπιταλισμό σαν ένα βαμπίρ που θρέφεται από την εργασία, αλλά με μια απροσδόκητη ανατροπή. Αντί για την εργασία, ο καπιταλισμός της επιτήρησης θρέφεται από κάθε πλευρά εμπειρίας του κάθε ανθρώπου».

Η καθηγήτρια του Χάρβαρντ υποδεικνύει την δημοφιλέστερη μηχανή αναζήτησης ως εκείνη την εταιρεία που με τις εφαρμογές της οδήγησε την επιτήρηση σε επίπεδα αδιανόητα ακόμη και για τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα: «Η Google επινόησε και τελειοποίησε τον καπιταλισμό της επιτήρησης με τον ίδιο τρόπο κατά βάση που έναν αιώνα πριν η General Motors επινόησε και τελειοποίησε τον καπιταλισμό των μάνατζερ. Η Google ήταν ο πρωτοπόρος του καπιταλισμού της επιτήρησης στη σκέψη και την πράξη, το χονδρό πορτοφόλι για έρευνα και ανάπτυξη, ο σκαπανέας στον πειραματισμό και την εφαρμογή, αλλά δεν είναι πλέον μόνη της».

Τέλος, περιγράφει με τα εξής λόγια αυτό το πανταχού παρών αν και άυλο δίκτυο παρακολουθήσεων και καταγραφών που έχει δημιουργηθεί: «Ο καπιταλισμός της επιτήρησης απασχολεί πολλές τεχνολογίες αλλά δεν μπορεί να εξισωθεί με καμιά τεχνολογία.  Οι λειτουργίες του μπορεί να απασχολούν πλατφόρμες, αλλά αυτές οι λειτουργίες δεν είναι οι ίδιες οι πλατφόρμες. Απασχολεί ευφυείς μηχανές, αλλά δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτές τις μηχανές. Παράγει αλγορίθμους κι εξαρτάται από αυτούς αλλά δεν είναι το ίδιο με αλγόριθμους».

Το βιβλίο της Ζούμποφ για το σύγχρονο καπιταλισμό αποδίδει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο πώς οι νέες τεχνολογίες που υποσχέθηκαν να απελευθερώσουν τον άνθρωπο από την ανάγκη έχουν μετατραπεί σε νέα δεσμά.

Πηγή: Νέα Σελίδα