Διαπραγματεύσεις άνευ λόγου (Πριν, 24/1/2010)

ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Συνεχίζονται οι πιέσεις ΗΠΑ και ΕΕ

Χωρίς καμιά ελπίδα εξεύρεσης λύσης ξεκινά αύριο η δεύτερη φάση των εντατικών διαπραγματεύσεων μεταξύ του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, και του ηγέτη των κατεχομένων, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Στην ατζέντα του νέου κύκλου των εντατικών διαπραγματεύσεων περιλαμβάνονται η διακυβέρνηση, η οικονομία και ευρωπαϊκά θέματα. Βαριά ωστόσο ρίχνει τη σκιά του στις διαπραγματεύσεις, υπέρ των ελληνοκυπριακών θέσεων, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στο Λονδίνο με την οποία δικαιώνεται ο ελληνοκύπριος Μελέτης Αποστολίδης, που προσέφυγε εναντίον του βρετανού Όραμς με αφορμή την ιδιοποίηση της περιουσίας του στα κατεχόμενα. Να σημειωθεί δε πως συνήγορος υπεράσπισης του βρετανού σφετεριστή ήταν η Σέρι Μπλερ, σύζυγος του πρώην βρετανού πρωθυπουργού, Τόνι Μπλερ. Παρόλα αυτά το «δίκαιο του καταπατητή και του εισβολέα» κατέπεσε, δίνοντας πρόκριμα στις ελληνοκυπριακές θέσεις στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων.

Το ερώτημα ωστόσο πλέον αφορά στο τι επί της ουσίας εξυπηρετεί η συνέχισή τους. Όπως φάνηκε κι από την ενημέρωση του Δ. Χριστόφια προς την ελληνική πολιτική ηγεσία το προηγούμενο Σαββατοκύριακο η Λευκωσία πλέον έχει ξεγράψει οποιαδήποτε ελπίδα έθρεφε για εξεύρεση λύσης. Στην επιστολή μάλιστα που απέστειλε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, την γερμανίδα καγκελάριο, Μέρκελ και του δύο ηγέτες της ΕΕ (Μπαρόζο, Ρομπέι), κατηγορεί την τουρκοκυπριακή πλευρά ότι οι προτάσεις της βρίσκονται εκτός του πλαισίου της συμφωνημένης βάσης κι επίσης εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ και των αρχών της ΕΕ. Ουσιαστικά δηλαδή προανήγγειλε το τέλος των διαπραγματεύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνέχιση των διαπραγματεύσεων εξυπηρετεί μόνο τα προσχήματα, καθώς η διακοπή τους με ευθύνη της Λευκωσίας θα δυσχέραινε την διεθνή διαπραγματευτική της θέση με αποτέλεσμα σε ένα νέο, πιθανό μελλοντικό γύρο διαπραγματεύσεων να ξεκινούσε από μειονεκτική θέση.

Αξιοθαύμαστη παρόλα αυτά είναι η επιμονή του διεθνούς παράγοντα να πιέζει στην κατεύθυνση εξεύρεσης λύσης. Μετά την Χίλαρι Κλίντον που με τηλεφωνήματά της πίεσε τη Λευκωσία να αποδεχτεί τις τουρκικές θέσεις, τις οποίες τις χαρακτήρισε θετικές ενώπιον του τούρκου ομολόγου της, Αχμέτ Νταβούτογλου, τη σκυτάλη πήραν οι Βρυξέλλες. Στο πλαίσιο μονοήμερης επίσκεψής του στη Λευκωσία ο πρόεδρος της ΕΕ, Χέρμαν Βαν Ρομπέι, τόνισε την ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού, χωρίς ωστόσο να ασκήσει κριτική στην τουρκοκυπριακή πλευρά για την αδιαλλαξία της και το προκλητικό περιεχόμενο των προτάσεών της.

Μήνυμα Παπανδρέου… προς ΗΠΑ, μέσω Τουρκίας (Πριν, 10/10/2009)

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

 Χείρα φιλίας παρά το αμόκ παραβιάσεων

Την συνέχιση στο εξής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από το σημείο που την είχε αφήσει ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου, ως υπουργός Εξωτερικών των κυβερνήσεως Σημίτη, θέλησε να επισημάνει, με τα λεγόμενα του ίδιου, η επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη προχθές Παρασκευή. Ειδικότερα, η επίσκεψη στον τάφο του φίλου του, πρώην υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Ισμαΐλ Τζεμ, κι οι συναντήσεις που πραγματοποίησε με τον οικουμενικό πατριάρχη και τον τούρκο ομόλογό του, Ταγίπ Ερντογάν, θέλησαν κατά τον ίδιο να στείλουν μήνυμα φιλίας προς τον τουρκικό λαό. Το τόνισε άλλωστε ρητώς με ολιγόλεπτη ομιλία του προς τα τουρκικά μέσα.

Στην πραγματικότητα το μήνυμα που έστειλε η επίσκεψή του αφορούσε την αδιατάραχτη ενότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, τόσο επί ΠΑΣΟΚ όσο κι επί ΝΔ. Αρκεί να θυμηθούμε το 2004 την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού τότε Κ. Καραμανλή που μόλις είχε αναλάβει πρωθυπουργός να παντρέψει την κόρη του Ερντογάν, πιστεύοντας – ματαιοπονώντας δηλαδή – πως η οικοδόμηση προσωπικών σχέσεων μπορεί να μετριάσει την τουρκική επιθετικότητα κι αρνούμενος να βγάλει τα προφανή συμπεράσματα για τα μηδενικά αποτελέσματα που είχαν τα ζεϊμπέκικα του Γιωργάκη με τον Τζεμ. (Λες κι η εξωτερική πολιτική είναι θέμα προσωπικών γνωριμιών…) Επίσης, πέραν των συμβολισμών, η αδιατάρακτη ενότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όπως διαμορφώνεται στο πλαίσιο της λυκοσυμμαχίας του ΝΑΤΟ φαίνεται κι από τη δογματική εμμονή της ελληνικής εξωτερικής στη θέση ότι η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ θα ακυρώσει την επιθετικότητά της. Αυτά έλεγε η Ντόρα, αυτά λέει κι ο Γιωργάκης, παρότι η πραγματικότητα τους διαψεύδει καθημερινά!

Επιλέγοντας επομένως ο πρωθυπουργός να είναι η Τουρκία η πρώτη χώρα που θα επισκεφθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του το μήνυμα που έστειλε είχε ως βασικό παραλήπτη τις ΗΠΑ, τις οποίες διαβεβαίωσε έτσι ότι οι προσπάθειες διευθέτησης θα συνεχιστούν παρά τις καθημερινές και συνεχώς οξυνόμενες προκλήσεις των τουρκικών μαχητικών πάνω από τα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο.

Ως αποτέλεσμα αυτής του της επιλογής, και της παράλληλης απροθυμίας του για παράδειγμα να είναι η Κύπρος η πρώτη χώρα την οποία θα επισκεφθεί όπως όφειλε να κάνει δείχνοντας την συμπαράστασή του στον Δ. Χριστόφια, στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ εκδηλώθηκε δυσφορία, καθώς η στάση του κρίθηκε υποτελής και δουλική. Οι ενστάσεις αφορούσαν επίσης την άστοχη επιλογή του να είναι μια διάσκεψη υπουργών Εξωτερικών, στην οποία παραβρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, άτυπη μάλιστα, η πρώτη του συμμετοχή σε διεθνείς διασκέψεις. Επιλογή που μπορεί να προκρίθηκε στη βάση της συγκυρίας ή του «τι ξέρει να κάνει καλύτερα», στην πράξη όμως υποβαθμίζει το κύρος του, μετατρέποντας την διπλή του ιδιότητα ως πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών σε σημείο αδυναμίας, όχι υπεροχής.

Δόλωμα για την ένταξη στην ΕΕ η «Ατζέντα 2014» (Πριν, 21/11/2009)

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΣΕΡΒΙΑ, ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ, ΒΟΣΝΙΑ – ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ, ΑΛΒΑΝΙΑ

Τέσσερα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων περιελάμβανε η επίσκεψη του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Δημήτρη Δρούτσα, που ολοκληρώθηκε χθες το πρωί: Τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη και την Αλβανία. Στόχος της επίσκεψής του ήταν η προώθηση της «Ατζέντα 2014», όπως έχει χαρακτηριστεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών, Γ. Παπανδρέου, η πρωτοβουλία επίσπευσης της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ έτσι ώστε η ενσωμάτωσή τους στην ΕΕ να συμπέσει με την συμπλήρωση 100 ετών από την δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου της Αυστρίας στο Σεράγεβο που έδωσε το έναυσμα για το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο Βελιγράδι η συνάντηση με τον υπουργό Εξωτερικών Βουκ Τζέρεμιτς και τον πρόεδρο Μπόρις Τάντιτς έγινε στο καλύτερο δυνατό κλίμα που υφίσταται μεταξύ των δύο χωρών όπως επιβεβαιώθηκε και την άνοιξη, πιο πρόσφατα, όταν το ΠΑΣΟΚ έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στις πιέσεις προς το Σοσιαλιστικό Κόμμα (του Μιλόσεβιτς) να συμμετάσχει στην φιλοδυτική κυβέρνηση.

Στην Ποντγκόριτσα η συνάντηση με τον πρωθυπουργό Μίλο Ντζουκάνοβιτς έγινε στο πλαίσιο των προσδοκιών που υπάρχουν για την κατάργηση της βίζας που θα διευκολύνει τις διασυνοριακές επαφές και μετακινήσεις.

Στο Σεράγεβο οι συζητήσεις επικαλύφθηκαν από τις πιέσεις που ασκούν Βρυξέλλες και ΝΑΤΟ στη Σερβική Δημοκρατία να δεχτεί την διάλυση της και τη διάχυση των Σέρβων στην κροατομουσουλμανική ομοσπονδία ώστε να δοθεί τέλος στο δυσλειτουργικό καθεστώς που καθιέρωσε η συμφωνία του Ντέιτον.

Στα Τίρανα, τέλος, η επίσκεψη του έλληνα αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών επικαλύφθηκε από τον «ανένδοτο» που διεξάγει η αντιπολίτευση ενάντια στην καλπονοθεία του Μπερίσα και τη μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας προχθές το απόγευμα, ενώ ο Δ. Δρούτσας συναντιόταν με τον πρωθυπουργό Σαλί Μπερίσα.

Η βασική επιχειρηματολογία της ελληνικής κυβέρνησης είναι πως η ΕΕ, αποτελώντας το πιο πετυχημένο πείραμα ειρήνης, μπορεί να εγγυηθεί το τερματισμό των συγκρούσεων στην περιοχή. Με αυτό το δόλωμα – που αδυνατεί να εξηγήσει γιατί δεν έχει ακόμη επιλυθεί το Κυπριακό παρά τις περί αντιθέτου προσδοκίες όταν εισερχόταν η Κύπρος στην ΕΕ το 2004 – η Αθήνα επιχειρεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια και στις Βρυξέλλες και να παρουσιαστεί ως η τοπική υπερδύναμη, αναβαθμίζοντας την (περιθωριακή κατά τα’ άλλα) θέση της…

Οι συσχετισμοί σε Βαλκάνια – Μεσόγειο (2-3/1/2010, περ. Μετροπόλιταν)

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
  • Δεν είναι πανάκεια η ένταξη στην ΕΕ

Η «Ατζέντα 2014» είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια τους τελευταίους τρεις μήνες. Εν συντομία πρόκειται για τον στόχο ένταξης όλων των χωρών της Δυτικής Βαλκανικής στην ΕΕ μέχρι το 2014, όταν θα συμπληρώνονται 100 χρόνια από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Η υψηλή θέση που καταλαμβάνει στην ατζέντα της ελληνικής διπλωματίας η «Ατζέντα 2014» έγινε σαφής όταν ο Γιώργος Παπανδρέου, επέλεξε να κάνει την πρώτη του επίσκεψη ως πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών στην Τουρκία για να την παρουσιάσει στους υπουργούς Εξωτερικών της Βαλκανικής κι επίσης με το πιο πρόσφατο ταξίδι (18-21 Νοέμβρη) του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Δ. Δρούτσα, σε τέσσερις βαλκανικές χώρες: τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη και την Αλβανία.

Η «Ατζέντα 2014» έρχεται κατ’ αρχήν στα μάτια των υπόλοιπων κρατών μελών της ΕΕ να διαλύσει πιθανές εντυπώσεις που ενδέχεται να δημιουργηθούν από το βέτο στο αίτημα ένταξης της ΠΓΔΜ, όσο δεν λύνεται το πρόβλημα της ονομασίας. Με την «Ατζέντα 2014» επέρχεται μια ισορροπία καθώς η Αθήνα δεν εμφανίζεται να αποτελεί ένα συνεχές εμπόδιο στα σχέδια διεύρυνσης της ΕΕ, αλλά δείχνει ότι πάνω απ’ όλα είναι παράγοντας προώθησης αυτού του στόχου. Έτσι το μπλοκάρισμα των Σκοπίων παύει να λειτουργεί επιβαρυντικά για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Παράλληλα ωστόσο η ελληνική διπλωματία επιχειρεί να αναβαθμίσει και τη διπλωματική της θέση στη χερσόνησο του Αίμου, μέσω αυτού του στόχου, στρεφόμενη προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτα και κύρια στις βαλκανικές πρωτεύουσες καθώς επιχειρεί να τις πείσει ότι οι στόχοι της ένταξης στην ΕΕ κι της αναβάθμισης της διεθνούς τους θέσης έχουν ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα. Κατά δεύτερο προς τις Βρυξέλλες στο βαθμό που η Αθήνα αξιοποιεί την γειτνίασή της με αυτές τις χώρες, μετατρέποντας το αδύνατο σημείο της σε ισχυρό, και επιδιώκει να αυξήσει τη διαπραγματευτική της ικανότητα. Κάθε ένας από αυτούς τους στόχους ωστόσο συνοδεύεται κι από έναν ισχυρότατο αντίλογο: Γιατί οι Βαλκανικές χώρες να επιλέξουν την Ελλάδα ως «όχημα» διεθνοποίησής τους κι όχι κάποια άλλη ισχυρή χώρα της ΕΕ, όπως είναι η Γερμανία; Δεδομένου δε, ότι η γειτνίαση δεν αποτελεί επαρκή λόγο. Το ίδιο ισχύει και για τις Βρυξέλλες: γιατί να δώσουν στην Αθήνα το ρόλο του τοποτηρητή της ΕΕ στην περιοχή;

Η σημαντικότερη ωστόσο αμφισβήτηση της «Ατζέντας 2014» πηγάζει από τις εσωτερικές της αντιφάσεις κι όχι από τις έξωθεν σκοπιμότητες. Ειδικότερα, η «Ατζέντα 2014» υποδηλώνει ρητά ή άρρητα πως η ένταξη στην ΕΕ θα αποτελέσει πανάκεια για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή. Στα Βαλκάνια όμως κανείς δεν ξεχνάει τον εμπρηστικό ρόλο που διαδραμάτισε η ΕΕ – τουλάχιστον οι ατμομηχανές της, όπως για παράδειγμα η Γερμανία – στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τα ποτάμια αίματος που έτρεχαν επί χρόνια. Τελευταίο παράδειγμα η αναγνώριση του Κοσόβου από 22 κράτη μέλη της ΕΕ κι η στρατιωτική της παρουσία εκεί που αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο και τα όσα προβλέπει για το Κόσοβο, δηλαδή την απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας που το ορίζει ως επαρχία της Σερβίας. Κατά συνέπεια η ΕΕ δεν αποτελεί τον επί της γης παράδεισο. Το βεβαιώνει και το παράδειγμα της Κύπρου, όπου η ένταξή της δεν έλυσε το πρόβλημα της παράνομης, τουρκικής κατοχής όπως πολλοί πίστευαν ότι θα γινόταν αυτόματα σχεδόν. Και για να έρθουμε στα πιο πρόσφατα, ο αρνητικός ρόλος της ΕΕ φάνηκε κι από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, όπου και τα 27 κράτη μέλη θεώρησαν φυσιολογικό να συνεχίσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα παρότι εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Με τα έργα της κατά συνέπεια η ΕΕ υποσκάπτει το κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γιατί στα εύθραυστα Βαλκάνια να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας κι ενίσχυσης της διεθνούς νομιμότητας; Ο αρνητικός ρόλος της ΕΕ φάνηκε κι από τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε η σουηδική προεδρία στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης πιέζοντας τη Σερβική Δημοκρατία να διαλυθεί, για το καλό… της χώρας.

Ανατολικότερα τέλος, η πρόσφατη αλλαγή κυβερνητικής σκυτάλης στη Βουλγαρία οδηγεί κατά πάσα πιθανότητα σε ναυάγιο την ενεργειακή συμφωνία που είχε συνάψει η προηγούμενη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση με την Μόσχα. Πρόκειται για αλλαγή που αν ολοκληρωθεί θα έχει τεράστιες συνέπειες και για την Ελλάδα καθώς θα επανεξετασθεί η κατασκευή του ρωσικού αγωγού South Stream όπως και του Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Μέχρι στιγμής οι πιέσεις που ασκούν οι ΗΠΑ με την επιτόπια παρουσία στη Σόφια του ειδικού απεσταλμένου τους για θέματα ενέργειας στην Ευρασία, Ρίτσαρντ Μόρνινγκσταρ, δεν επιτρέπουν να ελπίζουμε για τα καλύτερα…

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ
  • Ολέθριες σχέσεις

Η απόφαση της Ελλάδας να απέχει από την πολύ κρίσιμη ψηφοφορία που έγινε στον ΟΗΕ στα μέσα Νοεμβρίου για την έκθεση Γκολντστόουν, στην οποία το Ισραήλ κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου, αποτελεί τροχιοδεικτική βολή για την πορεία που θα ακολουθήσουν οι σχέσεις των δύο χωρών. Εξ ίσου δηλωτικό – κραυγαλέα δηλωτικό, θα λέγαμε – γεγονός για την αναθέρμανση των σχέσεων των δύο χωρών μετά την ψυχρότητα της δεκαετίας του ‘80, αποτέλεσε η κοινή ελληνο-ισραηλινή στρατιωτική άσκηση «Ένδοξος Σπαρτιάτης» που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2008 και θεωρήθηκε προσομοίωση επίθεσης στο Ιράν. Επίσης, η αποκάλυψη πέρυσι τέτοιες σχεδόν ημέρες, πως η τροφοδοσία του ισραηλινού στρατού με πυρομαχικά κι ενδεχομένως βόμβες φωσφόρου που έριχνε αφειδώς στους Παλαιστίνιους της Γάζας, θα γινόταν από το λιμάνι του Αστακού. (Εύκολο είναι μετά να ψηφίσεις στον ΟΗΕ εναντίον του Ισραήλ;)

Όλα τα παραπάνω διαβεβαιώνουν ότι η ελληνική διπλωματία έχει επιλέξει ποιος θα είναι ο στρατηγικός της σύμμαχος στη ευαίσθητη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το γεγονός μάλιστα ότι η πολιτική αναθέρμανσης των διμερών σχέσεων υπηρετήθηκε πιστά και χωρίς αποκλείσεις τόσο από την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή όσο κι από τη σημερινή κυβέρνηση υπογραμμίζει πως αποτελεί στρατηγική επιλογή και των δύο κομμάτων εξουσίας. Δεν είναι ωστόσο μια πολιτική που μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς κλυδωνισμούς και μεγάλο κόστος.

Το Ισραήλ στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία δίνει μια μάχη πολιτικής και διπλωματικής επιβίωσης, καθώς κινδυνεύει – αν δεν το έχει ήδη πάθει – να δεχτεί ένα μη αντιστρεπτό πλήγμα στη δημόσια εικόνα του, λόγω των όσων έχει πράξει. Η έκθεση του νοτιοαφρικανού δικαστή Γκολντστόουν που – επιτέλους! – για πρώτη φορά στοιχειοθετεί τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου από τον ισραηλινό στρατό στη Γάζα κατά τη διάρκεια του πολέμου των 22 ημερών πέρυσι, ήταν μια τεράστια επιτυχία για όσους μάχονταν ώστε το Ισραήλ να λογοδοτήσει για τα εγκλήματά του κι οι υπεύθυνοι να καθίσουν στο σκαμνί. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η εξαφάνιση από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες κατά την επίθεση στη Γάζα οποιωνδήποτε προσωπικών στοιχείων των ανώτερων αξιωματικών του ισραηλινού στρατού, έτσι ώστε να μην υποστούν νομικές συνέπειες για τις βαρβαρότητές τους. Την ίδια τύχη δεν είχε όμως η υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ εκείνη την εποχή, κι επικεφαλής του κόμματος Καντίμα, Τζίπι Λίβνι, για την οποία μόλις πριν μία εβδομάδα οι βρετανικές εισαγγελικές αρχές εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης! Για να μην υποστεί την ταπείνωση που δέχθηκε ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, ο οποίος είχε καταλήξει στη φυλακή όταν επισκέφθηκε το Λονδίνο πολλά χρόνια μετά την παράδοση της εξουσίας, η Λίβνι ακύρωσε την επίσκεψή της στο Λονδίνο. Οι μύδροι που εξαπέλυσε το εβραϊκό κράτος εναντίον της Αγγλίας υπογραμμίζουν τον κίνδυνο που διατρέχει να έχει την τύχη της Νότιας Αφρικής τη δεκαετία του ’80. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έπαιξε κι η κυβερνητική αλλαγή που έγινε πέρυσι στο Ισραήλ, με αποτέλεσμα να κερδίσουν τις εκλογές οι πιο αδιάλλακτες, εθνικιστικές κι ακροδεξιές δυνάμεις. Ο διορισμός δε του ακραίου σιωνιστή Άβιγκτορ Λίμπερμαν στη θέση του υπουργού Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι η διεθνής κοινότητα είναι στην πραγματικότητα αντιμέτωπη με ένα κράτος που δεν επιθυμεί την ειρήνη και τη συμφιλίωση με την Παλαιστίνη, ούτε την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.

Σε αυτό το πλαίσιο τα σχέδια αναθέρμανσης των σχέσεων Ισραήλ και Ελλάδας, όταν πλέουν κρατούν αποστάσεις από το εβραϊκό κράτος ακόμη κι οι ΗΠΑ, υπονομεύουν την αξιοπιστία της χώρας και το κύρος της στην περιοχή.

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
  • Το τέλος μίας σχέσης;

Η επίσκεψη του προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια, τον Ιούνιο στη Συρία, παρότι έγινε δεκτή με θετικότατο τρόπο κι από τους δύο λαούς και με ευμενή σχόλια από τον Τύπο δεν βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με την γραμμή της ελληνικής διπλωματίας. Να θυμίσουμε κατ’ αρχήν ότι η προηγούμενη υπουργός Εξωτερικών, Ντόρα Μπακογιάννη, όταν είχε επισκεφθεί την Μέση Ανατολή αμέσως μετά την επίθεση του Ισραήλ στον Λίβανο το καλοκαίρι του 2006, επιδεικτικά είχε αρνηθεί να συμπεριλάβει και τη Δαμασκό στις πρωτεύουσες που επισκέφθηκε. Η επιλογή της δεν ήταν δύσκολο να ερμηνευθεί. Η φιλολογία για τον Άξονα του Κακού στον οποίο η Συρία κατείχε εξέχουσα θέση μεσουρανούσε, ενώ μόλις λίγα χρόνια πριν το ερώτημα ήταν πότε κι όχι αν οι ΗΠΑ θα εισβάλλουν στη Συρία – μέχρι που η απάντηση δόθηκε από την ιρακινή αντίσταση. Η ελληνική διπλωματία λοιπόν ακολουθώντας κατά γράμμα την γραμμή του Μπους που θεώρησε την Μέση Ανατολή κοιτίδα της τρομοκρατίας, αποστασιοποιήθηκε συνειδητά χάνοντας σπουδαία ερείσματα που οικοδομήθηκαν επί χρόνια κι επέτρεψαν στην Ελλάδα (για πρώτη φορά στην πραγματικότητα κι όχι στο φαντασιακό της πολιτικής ηγεσίας) να διαδραματίσει περιφερειακό ρόλο.

Ο αναπροσανατολισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είχε ξεκινήσει με την άνοδο του Κ. Σημίτη στην εξουσία όταν τεκμήριο προοδευτικότητας έγινε η ευρωδουλικότητα κι η Ελλάδα με ύφος που θα ζήλευαν οι πιο σνομπ αποικιοκράτες απέστρεφε μετά βδελυγμίας το βλέμμα της από το Νότο και την Ανατολή κι είχε μάτια μόνο για τη Δύση και το Βορρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Κ. Σημίτης δεν επισκέφθηκε ούτε μία φορά κάποια αραβική χώρα. Κι ο Κ. Καραμανλής στα χνάρια του βάδισε, επί της ουσίας. Η επίσκεψή του μετά της συζύγου του κάποια Χριστούγεννα στο Κάιρο κι η μετέπειτα ολιγόωρη επίσκεψή του στο Κατάρ για να ξεπουλήσει την Ολυμπιακή δεν αναιρούν το γεγονός ότι κι επί δικής του πρωθυπουργίας το κενό μεταξύ αραβικών κρατών κι Ελλάδας μεγάλωσε απότομα. Κυρίως όμως ανησυχητικά, μια και κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει τη στήριξη των αραβικών χωρών στα διεθνή της μέτωπα. Όσο μάλιστα η Τουρκία χάνει τα κοσμικά της χαρακτηριστικά με την εδραίωση των Ισλαμιστών στην εξουσία κι επιδιώκει να γίνει εκφραστής όλων των μουσουλμάνων και των Αράβων, τόσο λιγότερο προφανής θα είναι η θετική στάση των χωρών της Μέσης Ανατολής απέναντι στην Ελλάδα. Ας αναλογιστούμε τι δραματικές συνέπειες μπορεί να έχει για το Κυπριακό αν οι αραβικές χώρες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, επιλέξουν την δεύτερη επιβραβεύοντας τις θαρραλέες πολιτικές κινήσεις του Ερντογάν: από την καταδίκη της σφαγής στη Γάζα πέρυσι κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Νταβός μέχρι την πρόσφατη αναγνώριση από την Τεχεράνη του αυτονόητου δικαιώματος του Ιράν, όπως και κάθε κράτους, να αναπτύξει δικό του πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας!

Η νέα πολιτική ηγεσία που προέκυψε μετά τις πρόσφατες εκλογές υπόσχεται βελτίωση των σχέσεων με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Γι αυτόν μάλιστα το σκοπό αναμένεται να επισκεφθεί τις αραβικές πρωτεύουσες ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Δημ. Δρούτσας, τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου. Ακόμη και τούτη η επίσκεψη όμως, που είναι ένα αναγκαίο πρώτο βήμα, δεν είναι αρκετή. Η μοναδική δυνατότητα για να κερδηθεί ο χαμένος χρόνος (15 σχεδόν ετών!) είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, Γ. Παπανδρέου, να επισκεφθεί τις χώρες της Μέσης Ανατολής κι επίσης να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ξεβάλτωμα των συσσωρευμένων αδιεξόδων που όσο μένουν άλυτα δεν πρόκειται να γνωρίσει ειρήνη η Μ. Ανατολή κι ούτε φυσικά οι γύρω χώρες. Κορυφαίο όλων (και αδιάψευστο μέτρο για την αποτίμηση του φιλειρηνικού χαρακτήρα κάθε πολιτικής) είναι η επίλυση του Παλαιστινιακού με βάση τα διεθνή ψηφίσματα: με την προώθηση του στόχου δημιουργίας ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Ιδού η Ρόδος!

Επίσκεψη ΑΝΥΠΕΞ Δ. Δρούτσα σε Βαλτικές (Πριν, 17/01/2010)

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΛΕΤΟΝΙΑ, ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

Την πρωτεύουσα της Λετονίας, Ρίγα, και της Λιθουανίας, Βίλνιους, επισκέφθηκε ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών την Τετάρτη και την Πέμπτη. Η επίσκεψη του Δημήτρη Δρούτσα στις δύο βαλτικές πρωτεύουσες έγινε με απώτερο στόχο τη βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών. Μέχρι στιγμής οι διμερείς σχέσεις (πέραν των όσων προβλέπονται από τη συμμετοχή των χωρών σε διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ) χωρίς να έχουν επηρεαστεί αρνητικά από κάποιο γεγονός είναι σχεδόν ανύπαρκτες, λόγω έλλειψης θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος. Το κενό αυτό πολλές φορές στο παρελθόν καλύφθηκε σε βάρος της ελληνικής διπλωματίας. Έτσι, το υπουργείο Εξωτερικών επέλεξε να επενδύσει στην δημιουργία σχέσεων με αυτές τις χώρες ώστε σε περίπτωση κρίσιμων ψηφοφοριών εντός της ΕΕ όταν θα κρίνονται προτάσεις της ελληνικής διπλωματίας να μπορεί να ελπίζει στη θετική τους ψήφο.

Σε αυτό το πλαίσιο ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών ανέπτυξε τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης για την «Ατζέντα 2014» που αφορά την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ κατά την επόμενη πενταετία. Επίσης λόγω του ότι η Λιθουανία θα αναλάβει την προεδρία της ΕΕ ένα εξάμηνο μετά την Ελλάδα (πρώτο και δεύτερο εξάμηνο του 2014) συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες για το νέο σύστημα προεδριών που προβλέπει η Συνθήκη της Λισσαβόνας, όπου θα υπάρχει στενότερη συνεργασία μεταξύ των χωρών που αναλαμβάνουν διαδοχικά την προεδρία.

Πέραν των θεμάτων που αναπτύχθηκαν στις επαφές του έλληνα υπουργού με τους ομολόγους του και άλλους αξιωματούχους, τα δύο θέματα που δεσπόζουν στη Λετονία σχετίζονται κατ’ αρχήν με το ειδεχθές πακέτο μέτρων που επιβλήθηκε κατ’ εντολή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πέρυσι για να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Τη νύχτα μάλιστα που η ελληνική αντιπροσωπεία βρισκόταν στη Ρίγα υπήρχαν αυξημένα μέτρα ασφαλείας λόγω της συμπλήρωσης ενός χρόνου από την ημέρα που ξέσπασαν λαϊκές αντιδράσεις απέναντι στα αντιλαϊκά μέτρα οι οποίες οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης. Τα μέτρα ειδικότερα πρόβλεπαν απόλυση του 10% των δημοσίων υπαλλήλων, μείωση των μισθών κατά 20%, κλείσιμο μεγάλων νοσοκομείων, κ.α. Το δεύτερο θέμα που δεσπόζει στην επικαιρότητα αφορά στις έρευνες που γίνονται για να εξακριβωθούν οι λεπτομέρειες της εμπλοκής της χώρας στο πρόγραμμα μυστικών φυλακών της CIA καθώς εκεί μεταφέρονταν ύποπτοι για συμμετοχή σε τρομοκρατία και βασανίζονταν.