Home » Διπλωματία

Category Archives: Διπλωματία

Μεσογειακή άσκηση του ΝΑΤΟ απάντηση στους ρωσικούς βομβαρδισμούς στη Συρία (Πριν, 25/10/2015)

1453825799173421971Η πράγματι εντυπωσιακή διακλαδική άσκηση του ΝΑΤΟ με την επωνυμία «Σύζευξη τρίαινας» που είναι σε εξέλιξη στη Μεσόγειο και θα ολοκληρωθεί στις αρχές Νοεμβρίου (αρκεί να αναφερθεί ότι πέρα από 60 πλοία, 140 αεροσκάφη και 36.000 στρατιώτες, συμμετέχουν και 30 χώρες δηλαδή …2 περισσότερες από τα μέλη του) μπορεί να είχε αποφασιστεί δύο χρόνια πριν, όταν κανείς δεν ήταν σε θέση να προβλέψει τη ρωσική ανάμειξη στη Συρία, υπό το φως ωστόσο των τελευταίων εξελίξεων αποκτά τεράστιους συμβολισμούς. Μετατρέπεται σε επίδειξη δύναμης των Αμερικανών εναντίον της Ρωσίας, μια κάθε άλλο παρά συμβολική υπόδειξη ότι οι ΗΠΑ επ’ ουδενί δε συζητούν έναν άτυπο γεωπολιτικό διαμελισμό της Μεσογείου σε ρωσικό ανατολικό και αμερικανικό δυτικό, και θα συνεχίσουν να αποκαλούν τη Μεσόγειο «mare nostrum».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Όπως ακριβώς συνέβαινε σε όλη την μεταψυχροπολεμική περίοδο, όταν η Ρωσία, οικεία βουλήσει, ποτέ δεν έκανε εμφανή την παρουσία της στη Μεσόγειο, παρότι διατηρούσε δύο ναυτικές βάσεις στο έδαφος της Συρίας.

Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Η αποτελεσματικότητα των ρωσικών βομβαρδισμών στη Συρία (για καταστροφή 819 στόχων κάνει λόγο μέχρι στιγμής η Μόσχα), πολύ περισσότερο αν συγκριθεί με την αμερικανική δημόσια αποστασιοποίηση και ιδιωτική υποστήριξη του Ισλαμικού Κράτους, της δίνει πρωτοφανή περιθώρια διαπραγματεύσεων και οικοδόμησης νέων συμμαχιών με τα γειτονικά κράτη. Καθόλου τυχαία δεν είναι η πρόσφατα εγκαινιασθείσα στρατιωτική συνεργασία της Ρωσίας με την Ιορδανία που καίγεται να εξασφαλίσει τα βόρεια σύνορα της από το Ισλαμικό Κράτος, παρότι ετησίως λαμβάνει από την Ουάσινγκτον 1 δισ. δολ. ως στρατιωτική βοήθεια. Επίσης αναβαθμίζει σημαντικά το κύρος της Μόσχας στους λαούς, που ανήμποροι να αντιδράσουν παρατηρούσαν επί πέντε σχεδόν χρόνια τις ΗΠΑ και τα συμμαχικά τους καθεστώτα στον Περσικό Κόλπο, από κοινού με την Τουρκία, να στηρίζουν με κάθε τρόπο το Ισλαμικό Κράτος.

Παρότι τα άμεσα οφέλη της Ρωσίας είναι τεράστια από κάθε άποψη (λαμβάνοντας επίσης υπ’ όψη τη δημιουργία αντίβαρου στην Ουκρανία και το μήνυμα που έστειλε στους φονταμενταλιστές του Καυκάσου), το μέλλον της Συρίας και του Άσαντ, ο οποίος είχε πετύχει με έναν μαγικό τρόπο να ικανοποιεί τα πιο αταίριαστα δίδυμα (Αμερικάνους και Ρώσους, Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους) παραμένουν άδηλα. Τα συντριπτικά πλήγματα των ρωσικών βομβαρδιστικών θα ολοκληρώνονταν υπό δύο αυστηρές συνθήκες: την προέλαση χερσαίων δυνάμεων που θα εξάλειφαν και τους τελευταίους θύλακες των τζιχαντιστών και, το σημαντικότερο, τη δρομολόγηση μιας ενοποιητικής πολιτικής διαδικασίας που θα αφαιρούσε το έδαφος στο οποίο επωάστηκε ο αυταρχισμός του Άσαντ με τον άλληλοτροφοδοτούμενο μεσαίωνα των τζιχαντιστών. Είναι όροι που ο Άσαντ δεν μπορεί και δε θέλει να υλοποιήσει…

ΣΥΡΙΖΑ: Αναγνώριση της αιγυπτιακής χούντας, υποταγή στο Ισραήλ (Πριν, 7/12/2014)

tsipras_venizelos_910073134Ένα βήμα ακόμη πιο κοντά στην εξουσία ήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Βαγγέλη Βενιζέλο, στο υπουργείο Εξωτερικών την Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου. Οι δηλώσεις του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις συνομιλίες με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης που διήρκεσαν σχεδόν δύο ώρες, προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση, καθώς διαβεβαίωναν ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να υπηρετεί την εξωτερική πολιτική που ακολουθείται απαρέγκλιτα από το 2010 μέχρι σήμερα. «Είναι θέση αρχής ότι τα θέματα εξωτερικής πολιτικής πρέπει να βρίσκονται έξω από το πλαίσιο της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης», ήταν τα λόγια του.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Βρίσκεται όμως, πράγματι έξω από την πολιτική αντιπαράθεση η εξωτερική πολιτική; Μια καταφατική απάντηση συνεπάγεται ότι θεωρείται δεδομένη η συμμετοχή της Ελλάδας στον επιθετικό – ιμπεριαλιστικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ κι ότι θα συνεχίσει η βάση της Σούδας στην Κρήτη να αποτελεί ορμητήριο και προκεχωρημένο φυλάκιο των Αμερικάνων στο πλαίσιο του διαρκούς πολέμου τους στην Μέση Ανατολή. Η συγκεκριμένη επιλογή ωστόσο σημαίνει πως η Ελλάδα στηρίζει ενεργά σχέδια που στρέφονται ενάντια στους λαούς της περιοχής κι υπηρετούν την αμερικανική στρατηγική εδραίωσης της νέας τάξης. Δεν είναι επομένως ουδέτερα ή εκτός πολιτικής ατζέντας θέματα, τουλάχιστον για την Αριστερά…

Η διπλωματία αποκτά πολύ πιο έντονα πολιτικό περιεχόμενο το τελευταίο χρονικό διάστημα λόγω της αυξημένης κινητικότητας που παρατηρείται στην περιοχή με αφορμή τις έρευνες για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Οι δύο τριμερείς Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου και Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ που εγκαινιάστηκαν πρόσφατα σηματοδοτούν τη νομιμοποίηση της αιματοβαμμένης δικτατορίας του Σίσι στην Αίγυπτο, που εγκαταστάθηκε στις 3 Ιουλίου 2013 και μόλις το προηγούμενο Σάββατο, 29 Νοεμβρίου αθώωσε τον Μουμπάρακ από τις κατηγορίες που τον βάραιναν. Αν η εξωτερική πολιτική βρίσκεται εκτός πολιτικής αντιπαράθεσης, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα χορέψει επίσημα επάνω στο πτώμα της αραβικής άνοιξης, και πρέπει να δηλώσει ότι τάσσεται με τους Μουμπάρακ – Σίσι κι όχι με τους Αιγύπτιους που ζουν επί δεκαετίες εξαθλιωμένοι κι υπό το ζυγό μιας χούντας. Επίσης, πρέπει να περιμένουμε ότι Τσίπρας θα συναντηθεί κι επίσημα με τον Σίσι αν γίνει πρωθυπουργός…

Κι αν τα προηγούμενα φαίνονται μακρινά, ας δούμε τι σημαίνει η θέση του Αλ. Τσίπρα ότι «τα θέματα εξωτερικής πολιτικής πρέπει να βρίσκονται έξω από το πλαίσιο της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης» σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, που διέρχεται μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας του. Συγκεκριμένα, η κτηνώδης επίθεση του στον άμαχο πληθυσμό της Γάζας το δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου που άφησε πίσω της 2.000 παλαιστίνιους νεκρούς και μόλις 70 από την μεριά των επιτιθέμενων, οδήγησε μια σειρά από ευρωπαϊκά κράτη να αναγνωρίσουν το κράτος της Παλαιστίνης. Η Σουηδία πιο θαρραλέα κι επίσημα με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, κι άλλα κράτη όπως η Αγγλία, η Γαλλία και η Ισπανία πιο διακριτικά με ψηφοφορίες στη Βουλή, έδωσαν νέα ώθηση στην διαδικασία που ξεκίνησε προ διετίας από τον ΟΗΕ, όπου με 136 ψήφους υπέρ σε σύνολο 193 κρατών αναγνωρίστηκε η Παλαιστίνη ως κράτος. Η πρόσφατη δυναμική των αναγνωρίσεων προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του εβραϊκού κράτους που ξεκίνησε ένα δικό του γύρο πιέσεων, εκβιασμών και προσφοράς οικονομικών ανταλλαγμάτων για να ανακοπεί αυτή η δυναμική.

Οι εντατικές επαφές ελλήνων κυβερνητικών με Ισραηλινούς κι η τριμερής που έχει προαναγγελθεί για τις επόμενες μέρες, σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών στην Αθήνα, όσο κι αν έχουν ως δεσπόζων θέμα τα ενεργειακά αποτελούν για το Ισραήλ ανέλπιστο δώρο. Ελλάδα και Κύπρος του προσφέρουν μια σανίδα σωτηρίας σε ένα περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο εχθρικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχεται πλήρως αυτή την ατζέντα και συμμορφώνεται αδιαμαρτύρητα με αυτές τις επιλογές. Είναι πολύ ενδεικτικό πως ενώ ακόμη και τώρα θα μπορούσε να θέσει πρόταση στη Βουλή να αναγνωριστεί το Παλαιστινιακό κράτος (με πρωτοβουλία 71 βουλευτών που διαθέτει κι όχι μέσω των προέδρων, οπότε θα απορριπτόταν λόγω της πλειοψηφίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ), δοκιμάζοντας έτσι την συνοχή της κυβερνητικής πλειοψηφίας, δεν το έκανε! Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αξιοποίησε την ισχυρή αριθμητικά κοινοβουλευτική του ομάδα για να βοηθήσει ακόμη κι αυτή την Παλαιστινιακή Αρχή στην προώθηση ενός δίκαιου αιτήματός της, που υπηρετεί τα συμφέροντα του παλαιστινιακού λαού.

Ταυτόχρονα αποδέχεται πλήρως τις τριμερείς! Όπως δήλωσε η Ν. Βαλαβάνη, υπεύθυνη Εξωτερικής Πολιτικής, σε συνέντευξή της Στο Κόκκινο «εμείς συμφωνούμε με τις τριμερείς πρωτοβουλίες Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου. Συμφωνούμε με τις προετοιμαζόμενες πρωτοβουλίες σε επίπεδο και κορυφής Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ»! (Εδώ το ηχητικό) Προφανώς πρόκειται για μία τακτική, ράπισμα στο πρόσωπο των αριστερών, που είναι όμως φυσική συνέπεια της επιλογής του ΣΥΡΙΖΑ να σεβαστεί τις συμφωνίες που έχουν υπογράψει οι προηγούμενες κυβερνήσεις και να συνεχίσει να υπηρετεί την στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι εξόχως επιζήμια και ετεροβαρή, όχι μόνο βόμβα στα θεμέλια του διεθνούς δικαίου και προσβολή στην πάλη των λαών.

Ελληνική διπλωματία: ο αυτόχειρας των Βαλκανίων (Επίκαιρα, 26/08-1/9/10)

Σε ιδανικό αυτόχειρα εξελίσσεται η ελληνική διπλωματία στα Βαλκάνια μετά την στρατηγικής σημασίας απόφασή της να διευκολύνει τα αμερικανικά σχέδια στην περιοχή, τροφοδοτώντας – ακόμη και παρά τη θέλησή της – τον αλβανικό εθνικισμό. Αυτό ήταν το μήνυμα που εξέπεμψε η επίσκεψη του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Δ. Δρούτσα στο Κόσσοβο στο τέλος Ιουλίου.

Υπ’ αυτό το πρίσμα η αποτρόπαια δολοφονία του 37χρονου ομογενή Αλέξανδρου Γκούμα στις 12 Αυγούστου στη Χειμάρρα μόνο και μόνο επειδή μιλούσε ελληνικά αποκτά εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Την ενέργεια την καταδίκασε άμεσα και χωρίς περιστροφές η αλβανική ηγεσία καθιστώντας σαφές ότι η ίδια δεν ενθαρρύνει σχετικά φαινόμενα. «Το γραφείο του εισαγγελέα και τα αρμόδια νομικά σώματα θα πρέπει να ρίξουν φως στο περιστατικό της Χειμάρρας, να οδηγήσουν τους δράστες ενώπιον της δικαιοσύνης και να τους επιβάλλουν το μέγιστο ποινής που προβλέπει ο νόμος», δήλωσε μιλώντας στους δημοσιογράφους ο υπουργός Εξωτερικών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ιλίρ Μέτα. Η βαρύτατη κατηγορία με την οποία δε, παρέπεμψε στη συνέχεια ο εισαγγελέας τον δράστη της στυγνής δολοφονίας που έσπευσε να παραδοθεί στις αρχές (ανθρωποκτονία από πρόθεση) δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι η ποινή που θα του επιβληθεί θα είναι αυστηρότατη.

Κι όμως, όλα τα παραπάνω (κατηγορηματική καταδίκη του γεγονότος από την πολιτική ηγεσία και εξάντληση της αυστηρότητας της δικαιοσύνης) δεν αρκούν έτσι ώστε το περιστατικό να θεωρηθεί λήξαν ή ένα ατυχές συμβάν που δεν θα επαναληφθεί. Κάτι τέτοιο άλλωστε αποκλείστηκε όταν μετά την πάροδο λίγων ημερών ομάδα Αλβανών που επέβαιναν σε δύο ΙΧ αυτοκίνητα πυροβόλησαν έξω από το σπίτι του άνανδρα δολοφονημένου Βορειοηπειρώτη. Μια ενέργεια που έδειξε το βάθος της αντιπαράθεσης μεταξύ Αλβανών και Ελλήνων και τη συνέχεια που πολύ πιθανά θα έχουν ανάλογα περιστατικά, η βαθύτερη αιτία των οποίων πρέπει να αναζητηθεί στην έξαρση του αλβανικού εθνικισμού.

Φυσικά ρόλο έχουν παίξει και μια σειρά άλλα γεγονότα όπως η κακομεταχείριση και ο ρατσισμός που υπέστησαν οι Αλβανοί στην Ελλάδα ειδικότερα τη δεκαετία του ’90, πριν ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία. Επίσης η εσωτερική πολιτική αστάθεια, που τείνει να αποκτήσει ενδημικά χαρακτηριστικά. Να υπενθυμίσουμε ότι ακόμη και τώρα, μετά τον τερματισμό της απεργίας πείνας που έκαναν επί 19 ημέρες 20 βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος του Έντι Ράμα μαζί με 200 οπαδούς τους (ζητώντας την επανακαταμέτρηση των ψήφων των περυσινών εκλογών) και την απόφασή τους να προσέλθουν στη Βουλή, τερματίζοντας το μποϋκοτάρισμά της, επιμένουν να μην ψηφίζουν. Ως αποτέλεσμα νομοσχέδια που απαιτούν αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων (όπως όσα αφορούν την μελλοντική ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ) δεν εγκρίνονται. Επίσης, σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση τέτοιων περιστατικών εθνικιστικής βίας διαδραματίζουν κι οι οικονομικές βλέψεις εναντίον των ελληνικών περιουσιών που κλιμακώνονται λόγω του οικοδομικού οργασμού που παρατηρείται στις παραλίες της ραγδαία αναπτυσσόμενης τουριστικά περιοχής που βλέπουν την Αδριατική.

Ο σημαντικότερος ωστόσο λόγος πίσω από το περιστατικό εθνικιστικής βίας σχετίζεται με την αλαζονεία των Αλβανών που διαπιστώνουν ότι ένας – ένας, όλοι οι στόχοι τους στην κατεύθυνση της εθνικιστικής ολοκλήρωσης και της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας υλοποιούνται. Γιατί επομένως να σέβονται την αυτοτέλεια την οποία απολαμβάνουν οι Έλληνες; Σε αυτή την πορεία ενθάρρυνσης των αλυτρωτικών στόχων δυστυχώς συνέβαλε και η ελληνική εξωτερική πολιτική με συγκεκριμένους τρόπους και μάλιστα πολύ πρόσφατα. Αναφερόμαστε στην πέρα για πέρα ατυχή επίσκεψη του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Δ. Δρούτσα στο Κόσοβο την 1η Αυγούστου. Η επίσκεψη έγινε ενώ ήταν ακόμη νωπή η υπογραφή στην απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, που ανακοινώθηκε στις 22 Ιούλη, χαρακτηρίζοντας συμβατή με το διεθνές δίκαιο την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου. Πρακτικά με αυτό τον τρόπο η Αθήνα επικύρωσε την ανεξαρτητοποίησή του, βάζοντας το τελευταίο καρφί στην ισχύ της απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που χαρακτήριζε το Κόσοβο ως επαρχία της Σερβίας. Καθόλου τυχαία σήμερα η πολιτική ηγεσία της Πρίστινας ζητάει και την τυπική αναθεώρηση της σχετικής απόφασης. Επίσης, σε ένα ακραίο δείγμα προκλητικότητάς της, για τα μέχρι τώρα τουλάχιστον δεδομένα, ενημέρωσε τον Ειδικό Αντιπρόσωπο της ΕΕ ότι απαγορεύει στο εξής την είσοδο στο Κόσοβο αξιωματούχων και επισήμων από την Σερβία! Είναι περιστατικά που βεβαιώνουν την κλιμάκωση της αλβανικής επιθετικότητας.

Όλα αυτά μπορούσαν να προβλεφθούν. Η Ελλάδα επομένως δεν είχε κανένα συμφέρον να είναι η πρώτη που θα δηλώσει συμμόρφωση στην απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου αναγνωρίζοντας στην πράξη το μόρφωμα του Κοσόβου, ένα κράτος θνησιγενές, υπόδειγμα αποτυχημένου κράτους, κόμβος κάθε διεθνούς παρανομίας: από εμπόριο ναρκωτικών και όπλων μέχρι πορνεία… Αναγνωρίζοντας το Κόσοβο η ελληνική διπλωματία, που με αυτό τον τρόπο τραβάει τα χαλί κάτω από τα πόδια της, στέλνει τα πιο λάθος μηνύματα σε ό,τι αφορά την Κύπρο (γιατί δηλαδή να μην ξεκινήσει η Άγκυρα μια διεθνή εκστρατεία αναγνώρισης των κατεχομένων επικαλούμενη το προηγούμενο του Κοσόβου;) και πολύ πιο άμεσα σε ό,τι αφορά τον αλβανικό εθνικισμό. Ας μην γελιόμαστε: Η θνησιγένεια του Κοσόβου είναι ορατή σε όλους κι ήταν προφανές από την πρώτη στιγμή ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο δεν είναι βιώσιμο. Η δημιουργία του όμως επιλέγηκε ως ένα ενδιάμεσο βήμα ή αναγκαίο κακό στην κατεύθυνση διάλυσης της εναπομείνασας Γιουγκοσλαβίας και, μακροπρόθεσμα, της δημιουργίας μιας μεγάλης Αλβανίας που θα αποτελεί προκεχωρημένο φυλάκιο της Νέας Τάξης και των ΗΠΑ στη νότια και ανατολική Ευρώπη.

Αναγνωρίζοντας η Ελλάδα το Κόσοβο, όπως έκανε με την επίσκεψη του Δ. Δρούτσα και τις επίσημες επαφές που είχε στην Πρίστινα με τον πρωθυπουργό και τον πρόεδρο της χώρας, στην πράξη εγκαινίασε τον τελευταίο γύρο νομιμοποίησης του Κοσόβου από μια σειρά χώρες που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ, την Αγγλία και τη Γερμανία, αναλογιζόμενες τις συνέπειες που μπορεί να έχει στο εσωτερικό τους η αναγνώριση της αρχής «μία εθνότητα – ένα κράτος». Μεταξύ αυτών ήταν η Ισπανία, το Βέλγιο, η Κύπρος, η Σλοβακία, η Ρουμανία κ.α. Ποια χώρα άλλωστε από αυτές θα είναι η πρώτη που θα αναγνωρίσει το Κόσσοβο είναι και η ερώτηση που υπάρχει στο ηλεκτρονικό δημοψήφισμα της ενημερωτικής ιντερνετικής πύλης του ιδρύματος του Τζορτζ Σόρος που δραστηριοποιείται στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Που να κρύψουν την βιασύνη τους για τη νομιμοποίηση και την αναβάθμιση του προτεκτοράτου;

Εν είδει παρενθέσεως πρέπει να πούμε ότι εξ ίσου αρνητικά για την περιφερειακή σταθερότητα, στα μέτρα ωστόσο της Νέας Τάξης, λειτούργησε και η επίσκεψη του ισραηλινού πρωθυπουργού στην Ελλάδα. Τα δύο γεγονότα έχουν πολλά κοινά καθώς τόσο η επίσκεψη Δ. Δρούτσα στο Κόσοβο όσο και η επίσκεψη Νετανιάχου στην Αθήνα τερμάτισαν μια πολιτική αποστάσεων που κρατούσε η Αθήνα επί χρόνια, αρνούμενη να νομιμοποιήσει τις πιο ακραίες και εμπρηστικές πολιτικές των ΗΠΑ στην περιοχή: Από τα Βαλκάνια μέχρι την Μέση Ανατολή. Η υποδοχή που επιφυλάχθηκε στον Μπ. Νετανιάχου από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου διακόπτοντας και αναιρώντας την φιλο-αραβική πολιτική του παρελθόντος (κι όχι κάνοντάς την πιο… πολυδιάστατη) , αυξάνει τις πιέσεις στα αραβικά καθεστώτα να αναγνωρίσουν το Ισραήλ και να τερματίσουν κι αυτά με τη σειρά τους την πολιτική αποκλεισμού που επισήμως ακολουθούν επί δεκαετίες, με μοναδική εξαίρεση την Αίγυπτο και την Ιορδανία. Αυτό άλλωστε είναι και το μοναδικό ζητούμενο των απ’ ευθείας συνομιλιών για το παλαιστινιακό που ξεκινούν σε μια εβδομάδα: Μια ισραηλινή υπόσχεση για την δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους (που ουδέποτε θα εκπληρωθεί) έναντι της δέσμευσης της Αραβικής Λίγκας να τερματίσει τον αποκλεισμό (που θα αρχίσει να υλοποιείται από την επομένη).

Επιστρέφοντας στα Βαλκάνια, την αναζωπύρωση του αλβανικού εθνικισμού σε όλη την περιοχή επιβεβαιώνει επίσης κι η επιθετικότητα των Αλβανών της ΠΓΔΜ, όπως εκφράστηκε πρόσφατα με δύο περιστατικά. Το πρώτο αφορά το τελεσίγραφο που έστειλαν οι Αλβανοί, με αφορμή την συμπλήρωση δέκα χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας της Οχρίδας που σήμανε το τέλος του εμφυλίου μεταξύ Αλβανών και Σλαβομακεδόνων. Το τελεσίγραφό τους αφορούσε επί της ουσίας το θέμα της ονομασίας, ζητώντας από τα Σκόπια να επιταχύνουν τις διαδικασίες. Συγκεκριμένα, ο Αλί Αχμέτι, επικεφαλής του αλβανικού κόμματος DUI, απείλησε ότι θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση προκαλώντας πολιτική κρίση και πρόωρες εκλογές αν δεν λυθεί το θέμα της ονομασίας μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Νοέμβρη. Στην πράξη η κυβέρνηση του Γκρούεφσκι πιέζεται να ακολουθήσει μια πιο επιθετική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα από Σεπτέμβρη κιόλας με αφορμή την ετήσια γενική συνέλευση του ΟΗΕ. Το δεύτερο περιστατικό που υπογραμμίζει την επιθετικότητα των Αλβανών αφορά την διακριτή εμφάνιση στο εσωτερικό του μουσουλμανικού στοιχείου της ΠΓΔΜ, που αποτελεί το 30% του συνολικού πληθυσμού της, φονταμενταλιστών ουαχαβιτών.

Εν κατακλείδι, η ελληνική διπλωματία εισπράττει από τώρα κιόλας τους δηλητηριασμένους καρπούς της πολιτικής ενθάρρυνσης του αλβανικού εθνικισμού που ακολουθεί, συμμορφούμενη πλήρως με τις αμερικανικές προτεραιότητες στην Βαλκανική. Μια πολιτική που αν μέχρι πρόσφατα δεν είχε καταστροφικά αποτελέσματα λόγω της οικονομικής υπεροχής της Ελλάδας, τον τελευταίο χρόνο γίνεται αυτοχειριαστική στον βαθμό που η προσφυγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ σηματοδοτεί την ραγδαία υποβάθμιση της θέσης της. Φαίνεται έτσι ότι η προσφυγή στο ΔΝΤ και η οικονομική υποδούλωση συμπληρώνεται από την κατάργηση και των τελευταίων βαθμών αυτοτέλειας στην εξωτερική πολιτική, που μόνο αρνητικές εξελίξεις προοιωνίζεται. Ως αποτέλεσμα στην μεν Αλβανία το ελληνικό στοιχείο δέχεται πρωτοφανείς επιθέσεις ενώ από την ΠΓΔΜ θα αυξηθούν οι πιέσεις για κλείσιμο του θέματος της ονομασίας, με όρους φυσικά που θα επιβάλουν οι ΗΠΑ και θα είναι εις βάρος των πάγιων ελληνικών θέσεων. Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου μέχρι στιγμής δεν έχει δείξει ότι επιθυμεί να ακυρώσει αυτά τα σχέδια που πέρα από τα Βαλκάνια αφορούν και το Αιγαίο. Μάλλον το αντίθετο…

Με τουρκικό φέσι οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες (Επίκαιρα, 15-21/4/2010)

Αποστολή στην Τουρκία 

Προάγγελος αρνητικών εξελίξεων για τα ελληνικά συμφέροντα στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων αποτέλεσε η επίσκεψη του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Δημήτρη Δρούτσα, στην Τουρκία, το διήμερο 8 και 9 Απρίλη. Η επίσκεψη αρχικά τόσο του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών στην Τουρκία, όσο και μια αντίστοιχη επίσκεψη του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχ. Χρυσοχοϊδη, είχαν προγραμματιστεί για νωρίτερα. Η προκλητική ωστόσο βόλτα της τουρκικής κορβέτας Μπάφρα ανοιχτά του Σουνίου παραμονή της 25ης Μαρτίου οδήγησε τους δύο υπουργούς να αλλάξουν τα σχέδια τους για να εκφράσουν με αυτόν τον τρόπο τη δυσαρέσκειά τους. Κίνηση απολύτως επιβεβλημένη και λογική που εξέπεμπε το σωστό μήνυμα  στην άλλη πλευρά του Αιγαίου αν δεν ακυρωνόταν σε βαθμό γελοιοποίησης πριν αλέκτωρα φωνήσαι με τον προσδιορισμό της ημερομηνίας επίσκεψης μόλις λίγες μέρες αργότερα. Η μία εβδομάδα έτσι θεωρήθηκε αρκετή(!) για να δείξει το υπουργείο Εξωτερικών την ενόχλησή του απέναντι στις προκλήσεις της Άγκυρας, που ακυρώνουν εκ προοιμίου κι εμπράκτως τις δηλώσεις της για την πρόθεση εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων ή την μετάθεση της ευθύνης των προκλήσεων στο κεμαλικό, στρατιωτικό κατεστημένο, με το οποίο βρίσκεται σε ανταγωνισμό. Οι τελευταίες προκλήσεις στο Αιγαίο των τουρκικών πολεμικών πλοίων κι η ευκολία με την οποία ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, τις κάλυψε (με συνέντευξή του στο Βήμα στις 7 Απρίλη δηλώνοντας ότι οι πλόες τους «ήταν απολύτως σύμφωνοι με το διεθνές δίκαιο και την εθιμική πρακτική») δείχνουν ότι, στον αντίποδα των κυβερνητικών διαβεβαιώσεων κι αυταπατών, ο αρχιτέκτονας του δόγματος του «στρατηγικού βάθους» δεν είναι ο αξιόπιστος συνομιλητής που μπορεί να οδηγήσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε αποκλιμάκωση.

Κάτι που επιβεβαιώθηκε και στην κοινή συνέντευξη Τύπου που έδωσαν Δρούτσας και Νταβούτογλου μετά την μαραθώνια, καθ’ υπέρβαση του προγράμματος, τετ α τετ συνομιλία τους, το πλήρες περιεχόμενο της οποίας δεν έγινε γνωστό (κι ας ελπίσουμε να μην το αντιληφθούμε με οδυνηρό τρόπο…). Μιλώντας ο Αχ. Νταβούτογλου μετά τον έλληνα αναπληρωτή υπουργό τόνισε πως «είμαστε πολύ χαρούμενοι που θα ενταθούν και θα αυξηθούν και αριθμητικά και από πλευράς περιεχομένου οι διερευνητικές συνομιλίες». Και πως να μην είναι χαρούμενοι;

Ο Δ. Δρούτσας μόλις πριν είχε ανακοινώσει έναν κυκεώνα μέτρων και κοινών πρωτοβουλιών που θα επισημοποιηθούν με την έλευση του τούρκου πρωθυπουργού στην Αθήνα, Ρεζέπ Ταγίπ Ερντογάν (η οποία επισπεύσθηκε για να οριστεί αρχές με μέσα Μάη εκφράζοντας έτσι το καλό κλίμα) αφήνοντας όμως έξω από τις ανακοινώσεις του τα πιο ουσιώδη, αυτά που πρωτίστως αφορούν την ελληνική πλευρά. Ανακοινώθηκαν λοιπόν: Για πολλοστή φορά μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης – τα  οποία χρήζουν ξεχωριστής αναφοράς, η σύσταση Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας με τη συμμετοχή επτά υπουργών από την μεριά της Ελλάδας και δέκα από την μεριά των γειτόνων (προς τιμήν πιθανά τ

ης σχέσης 7 προς 10) στα οποία περιλαμβάνονται τα υπουργεία Εσωτερικών, Οικονομίας, Περιβάλλοντος κι Ενέργειας, Παιδείας κ.α. η τακτική συνάντηση των δύο πρωθυπουργών μια φορά το χρόνο και των υπουργών Εξωτερικών ανά εξάμηνο και κορωνίδα όλων «η εντατικοποίηση των διερευνητικών επαφών για το Αιγαίο». Σε αυτό το σημείο παρενέβη ο Νταβούτογλου, με τη σαφήνεια των λόγων που τον χαρακτηρίζει, υπογραμμίζοντας τη διεύρυνση «από πλευράς περιεχομένου των διερευνητικών συνομιλιών». Η επισήμανσή του έχει τεράστια πολιτική σημασία (και δε συνιστά μεταφραστικό λάθος) γιατί κατοχυρώνει το τουρκικό αίτημα ανοίγματος της ατζέντας και συμπερίληψης στις διαπραγματεύσεις κι άλλων θεμάτων πέραν της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, το οποίο είναι το μοναδικό θέμα που επισήμως αναγνωρίζει προς επίλυση η ελληνική διπλωματία, ζητώντας μάλιστα και τον ορισμό αυστηρού χρονοδιαγράμματος, με την εκπνοή του οποίου η διαφορά πρέπει να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Αυτό το πλαίσιο έθεσε ο αναπληρωτής υπουργός Δ. Δρούτσας μια μέρα πριν τις συνομιλίες του στην Άγκυρα, σε συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα Σαμπάχ.

Στις δηλώσεις του όμως ο έλληνας αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, παρουσία του τούρκου υπουργού και του Τύπου, αρνήθηκε να ορίσει με την αυστηρότητα που αρμόζει το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, επιτρέποντας έτσι στον Αχ. Νταβούτογλου να φορέσει τουρκικό φέσι στο νέο πλαίσιο ρύθμισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων που εγκαινιάστηκε με την επίσκεψη του Δ. Δρούτσα και θα επισημοποιηθεί με την επικείμενη επίσκεψη του Ερντογάν στην Αθήνα, που ήδη χαρακτηρίστηκε «ιστορική». Η εξαιρετικά επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα κατεύθυνση ωστόσο αυτού του νέου πλαισίου, είχε θεμελιωθεί κατά την επίσκεψη του ίδιου του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου στην Κωνσταντινούπολη λίγες μέρες μετά τη νίκη του στις εκλογές του Οκτώβρη, όταν και μόνο η επιλογή της Τουρκίας κι όχι της Κύπρου για παράδειγμα ως πρώτης χώρας την οποία επέλεξε να επισκεφθεί έστελνε τα χειρότερα μηνύματα. Στα λόγια και τότε οι διαβεβαιώσεις για τη διαφύλαξη των ελληνικών συμφερόντων περίσσευαν. Χαρακτηριστικότερη όλων – κι από τα πιο επίσημα χείλη – ότι όλα τα εργαλεία για να αναγκαστεί η Άγκυρα να σεβαστεί τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της ενταξιακής της πορείας είναι στο τραπέζι, εννοώντας ότι «και βέτο βάζουμε αν χρειαστεί»!

Στην πράξη τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ χειρότερα – κι είμαστε ακόμη στην αρχή. Για παράδειγμα, κουβέντα δεν ειπώθηκε από τον έλληνα αναπληρωτή υπουργό στις κοινές δηλώσεις σ’ ότι αφορά την υποχρέωση της Άγκυρας να σεβαστεί την υπογραφή της στο Πρωτόκολλο και να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η επικίνδυνη πολιτική ανεπάρκεια της ελληνικής διπλωματίας έλαβε κραυγαλέες διαστάσεις δεδομένου ότι λίγες μέρες πριν η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, από την Άγκυρα κι αυτή, δεν είχε δειλιάσει να υπενθυμίσει στην Τουρκία την υποχρέωσή της. «Να ανοίξετε τα λιμάνια σας στα κυπριακά πλοία, αυτός είναι άμεσος στόχος», ήταν τα λόγια της. Από ελληνικής πλευράς αντίθετα δημοσίως δεν ειπώθηκε το παραμικρό, με αποτέλεσμα η Τουρκία να ενθαρρύνεται να αυθαιρετεί παραβιάζοντας τις πιο βασικές και αυτονόητες υποχρεώσεις της, όπως είναι η αναγνώριση της ύπαρξης ενός κράτους – μέλους που συμμετέχει στην Ένωση στην οποία θέλει κατά τ’ άλλα να ενταχθεί. Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η Ελλάδα παραιτείται από την αξιοποίηση ακόμη και των νόμιμων διπλωματικών μέσων που διαθέτει, τη στιγμή που η Τουρκία ενεργοποιεί στο πλαίσιο του εξελισσόμενου ανταγωνισμού ακόμη και στρατιωτικά μέσα κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Πως είναι δυνατό μια τέτοια γραμμή να αποβεί αποτελεσματική για τον θεμιτό στόχο της εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων;

Λάδι στη φωτιά των ελληνοτουρκικών σχέσεων νομιμοποιώντας και υποδαυλίζοντας την τουρκική επιθετικότητα ρίχνει και το ΝΑΤΟ, όπως φάνηκε με το έγγραφο του αμερικανού διοικητή του υποστρατηγείου του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη που είδε το φως της δημοσιότητας πριν μια εβδομάδα. Στην επιστολή του αμερικανού διοικητή προς τον διοικητή του ελληνικού Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας στη Λάρισα ολόκληρο το Αιγαίο μέχρι την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα κηρύσσεται «γκρίζα ζώνη» μέχρι να αποσαφηνιστεί αν είναι η Ελλάδα ή η Τουρκία που έχει τα κυριαρχικά δικαιώματα! Ουσιαστικά πρόκειται για πλήρη υιοθέτηση των τουρκικών επιχειρημάτων, που αποθρασύνει την Άγκυρα. Το γεγονός ότι το έγγραφο τελικά αποσύρθηκε μετά την κατακραυγή, δεν αναιρεί τον αρνητικό ρόλο για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα που διαδραματίζει το βορειοατλαντικό σύμφωνο όποτε παρεμβαίνει στα επίμαχα θέματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Υπό αυτό το πρίσμα είναι άξιο απορίας πόσο θα συμβάλλουν στη θωράκιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που αναγγέλθηκαν στον βαθμό που βαθαίνουν τη ΝΑΤΟϊκή εμπλοκή. Το πρώτο μέτρο για παράδειγμα αφορά κοινά εκπαιδευτικά προγράμματα στο πλαίσιο της σύμπραξης για την ειρήνη (ΝΑΤΟ). Ενώ το τρίτο από τα πέντε μέτρα που ανακοινώθηκαν από τους δύο υπουργούς αφορά τη «διασύνδεση σε επίπεδο επιτελών, μιας ελληνικής μεραρχίας / ταξιαρχίας στο τουρκικό στρατηγείο υψηλής ετοιμότητας του ΝΑΤΟ (NRDC–TR) και μιας τουρκικής μεραρχίας / ταξιαρχίας στο ελληνικό αναπτυσσόμενο στρατηγείο του ΝΑΤΟ (NDC-GR) για εκπαιδευτικούς λόγους». Δεδομένης της εντελώς αρνητικής εμπειρίας που υπάρχει από άλλα παραδείγματα, όπως με τον επιχειρησιακό έλεγχο ολόκληρου του Αιγαίου από το ΝΑΤΟ στο πλαίσιο της ενοποίησης των εθνικών ορίων ευθύνης, με ποιο σκεπτικό προκρίνεται η βαθύτερη ΝΑΤΟϊκή εμπλοκή;

Συμπερασματικά η παραίτηση της ελληνικής διπλωματίας από την κατοχύρωση και στην πράξη των δηλωμένων θέσεών της, η σιωπηρή αποδοχή των τουρκικών θέσεων για διεύρυνση του περιεχομένου των συνομιλιών και η αναγόρευση του ΝΑΤΟ σε ρόλο εγγυητή της ειρήνης μόνο αρνητικές για τα ελληνικά συμφέροντα εξελίξεις προδικάζει.

Συμφωνίες στρατηγικής σημασίας με τουρκική σφραγίδα (Πριν, 11/4/2010)

Αποστολή στην Τουρκία

 Το ΝΑΤΟ, με επίσημο έγγραφό του, χαρακτηρίζει γκρίζα ζώνη όλο το Αιγαίο!

Στρατηγικού χαρακτήρα αποφάσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις συμφωνήθηκαν κατά την διήμερη επίσκεψη του έλληνα αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα το διήμερο Τετάρτη και Πέμπτη 8 – 9 Απριλίου. Οι αποφάσεις που θέτουν σε εντελώς νέα βάση το πλαίσιο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών διαφορών πρόκειται να επισημοποιηθούν κατά την επίσκεψη του τούρκου πρωθυπουργού Ρεζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα, η οποία μάλιστα αποφασίστηκε να επισπευσθεί. Τυπικά άλλωστε η επίσκεψη του Δ. Δρούτσα στόχευε στην προετοιμασία αυτής της συνάντησης. Επί του περιεχομένου και σε αδρές γραμμές, η κατεύθυνση χειρισμού όλων των θεμάτων κινείται εκ νέου στην τροχιά που είχε εγκαινιάσει ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου την πενταετία 1999 – 2004, όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών (την εποχή που χόρευε ζεϊμπέκικα με τον τούρκο ομόλογό του, Ισμαήλ Τζεμ) και προβλέπει την ρύθμιση όλων των διαφορών, την συζήτηση για τα πάντα – κατά παράβαση της μόνιμης γραμμής της ελληνικής διπλωματίας που συζητά μόνο το θέμα της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο – με επιδιαιτητή τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ. Μια γραμμή που την αποδέχτηκε μεν η κυβέρνηση Καραμανλή την πενταετία 2004 – 2009, την στήριξε στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, όπως για παράδειγμα με τον ορισμό τούρκου διοικητή στη Λάρισα, δεν την «έτρεξε» όμως με τον ίδιο ζήλο.

Η ΝΑΤΟϊκή ομπρέλα που θα ρυθμίζει στο εξής τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, βαθαίνοντας την πρόσδεση της Ελλάδας με τον ιμπεριαλιστικό μισητό οργανισμό, έγινε εμφανής από δύο γεγονότα, ιδιαίτερης πολιτικής σημασίας. Το πρώτο αφορά στα πέντε Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών που ανακοινώθηκαν από την Άγκυρα μετά τη συνάντηση του Δ. Δρούτσα με τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου. Ειδικότερα προβλέπουν: Πρώτο, κοινά εκπαιδευτικά προγράμματα στο πλαίσιο της Σύμπραξης για την Ειρήνη (ΝΑΤΟ), με τη συμμετοχή χωρών μελών της Σύμπραξης για την Ειρήνη, τα συναφή εκπαιδευτικά κέντρα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Δεύτερο, διαλέξεις σε σπουδαστές των Ανωτάτων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων από τους αρχηγούς επιτελείων, στο πλαίσιο ανταλλαγής αμοιβαίων επισκέψεων. Τρίτο, διασύνδεση, σε επίπεδο επιτελών μιας ελληνικής μεραρχίας / ταξιαρχίας στο τουρκικό στρατηγείο υψηλής ετοιμότητας του ΝΑΤΟ και μιας τουρκικής μεραρχίας / ταξιαρχίας στο ελληνικό αναπτυσσόμενο στρατηγείο του ΝΑΤΟ, για εκπαιδευτικούς λόγους. Τέταρτο, οργάνωση αμοιβαίων εθιμοτυπικών επισκέψεων μεταξύ των Σχολών Πολέμου και τέλος, διεξαγωγή κοινών επιστημονικών δραστηριοτήτων μεταξύ των ανωτάτων στρατιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Το πρόβλημα με βάση τα παραπάνω δεν είναι πως το τρικ των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης είναι τόσο παλιό όσο κι οι ελληνοτουρκικές διαφορές, το πρόβλημα έγκειται στο ότι είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του ΝΑΤΟ. Τον μοναδικό που σίγουρα διευκολύνει είναι τους Αμερικάνους οι οποίοι εναγωνίως επιζητούν μια ρύθμιση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Αιγαίο κι ευρύτερα προς όφελος της Τουρκίας. Προς επίρρωση το δεύτερο γεγονός που βεβαιώνει τη ΝΑΤΟϊκή ομπρέλα που ξεδιπλώνεται πάνω από το Αιγαίο, με ευθύνη της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αλλά και της ΝΔ, που έβαλε την υπογραφή της στις σχετικές αποφάσεις: Είναι ειδικότερα επίσημο έγγραφο του ΝΑΤΟ, από το αεροπορικό στρατηγείο της Σμύρνης, που βγήκε στη δημοσιότητα μια μέρα πριν την αναχώρηση του Δ. Δρούτσα για την Τουρκία με βάση το οποίο όλο το Αιγαίο (μέχρι τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο!) ανακηρύσσεται γκρίζα ζώνη μέχρις ότου λυθούν οι διαφορές των δύο χωρών, όπως αναφέρει. Στην πράξη δηλαδή το ΝΑΤΟ (αξιοποιώντας τις εξουσίες που του έχουν παραχωρήσει οι ελληνικές κυβερνήσεις) στο πλαίσιο του ενιαίου επιχειρησιακού ελέγχου αναγνωρίζει, επισημοποιεί κι  αναβαθμίζει εν τέλει τις επιθετικές διεκδικήσεις της Τουρκίας. Δεν υπάρχει επομένως καμιά αμφιβολία ότι η βαθύτερη εμπλοκή του ΝΑΤΟ οξύνει τους ανταγωνισμούς μεταξύ των δύο καπιταλισμών και δυναμιτίζει ακόμη κι αυτή την εύθραυστη σταθερότητα, καθώς υποκινεί τον τουρκικό επεκτατισμό. Το γεγονός ότι μετά τις αντιδράσεις το επίμαχο έγγραφο αποσύρθηκε, δεν έχει την παραμικρή σημασία. Πολύ περισσότερο αν αναλογιστούμε ότι ανάλογες ΝΑΤΟϊκές άδειες βρίσκονταν κατά πάσα πιθανότητα πίσω κι από τις βόλτες που έκοβε η τουρκική κορβέτα Μπάφρα παραμονές της 25ης Μαρτίου ανοιχτά του Σουνίου, κατά παράβαση των κανόνων της αβλαβούς διέλευσης, επιχειρώντας μάλιστα να κάνει νηοψία και σ’ ελληνικό εμπορικό πλοίο!

Οι αποφάσεις που λήφθηκαν μεταξύ του Δ. Δρούτσα και του Αχ. Νταβούτογλου στην Άγκυρα, κι ειδικότερα αυτές που αφορούν την ατζέντα (κι όχι μόνο τον ρυθμό) των διερευνητικών επαφών δίνουν νέα ώθηση στην τουρκική επιθετικότητα. Να σημειωθεί ότι μέχρι στιγμής έχουν πραγματοποιηθεί 40 τέτοιοι γύροι διερευνητικών επαφών χωρίς να έχουν γίνει γνωστά τα αποτελέσματά τους. Τα κέρδη της Άγκυρας φάνηκαν καθαρά από τις δηλώσεις του τούρκου υπουργού Εξωτερικών, ο οποίο τόνισε ότι «είμαστε πολύ χαρούμενοι που θα ενταθούν και θα αυξηθούν και αριθμητικά και από πλευράς περιεχομένου οι διερευνητικές συνομιλίες». Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο τους διευρύνεται αγκαλιάζοντας και νέα θέματα. Επομένως, η επίσημη θέση της ελληνικής διπλωματίας ότι το μοναδικό θέμα συζήτησης που υπάρχει είναι αυτό της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, επιμένοντας μάλιστα να τεθεί και αυστηρό χρονοδιάγραμμα με το πέρας του οποίου η διαφορά θα παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στην πράξη δεν έγινε δεκτή, παραβιάστηκε. Γι αυτό το λόγο δεν έγινε και καμιά σχετική αναφορά στις δηλώσεις των δύο υπουργών. Η υποχώρηση αυτή συνιστά αποδοχή των τουρκικών θέσεων, όπως εκφράστηκαν μια μέρα πριν από τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών σε συνέντευξη που έδωσε στο Βήμα. Εκεί αναφέρει (πέρα από το ότι «οι πλόες που πρόσφατα ακολούθησαν τα πολεμικά μας πλοία στο Αιγαίο είναι απολύτως σύμφωνοι με το διεθνές δίκαιο και την εθιμική πρακτική») με σαφήνεια επίσης πως οι διαφορές μας στο Αιγαίο «μακάρι να ήταν μόνο μία», αφήνοντας έτσι να συμπεριληφθούν από το εύρος του εναέριου χώρου μέχρι τα κυριαρχικά δικαιώματα σε βραχονησίδες.

Η νέα ρύθμιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων που προωθείται από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, θέλοντας και μη, αντανακλά πέρα από τις πολιτικές της ιεραρχήσεις και τη ριζική μεταβολή που έχει συντελεστεί στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Με λίγα λόγια, λόγω της υπό εξέλιξη δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα και της ραγδαίας βελτίωσης παράλληλα που παρατηρείται στην οικονομία της Τουρκίας την τελευταία πενταετία, ένας ιστορικός καταμερισμός αρμοδιοτήτων που εκχωρούσε «στην Τουρκία το βόλι και στην Ελλάδα το πορτοφόλι» ανατρέπεται εκ βάθρων προς όφελος του τουρκικού καπιταλισμού, ο οποίος τώρα διεκδικεί και τα δύο: και το βόλι και το πορτοφόλι. Ευρύτερα μάλιστα, η εξελισσόμενη πορεία υποβάθμισης του ελληνικού καπιταλισμού και της θέσης του στον περιφερειακό και διεθνή καταμερισμό θα ωθεί διαρκώς τις γειτονικές χώρες με τις οποίες διατηρεί ανταγωνιστικές σχέσεις να επαναδιαπραγματευτούν το υπάρχον στάτους κβο προς όφελός τους. Ακόμη και να κλείσουν ανοιχτά μέτωπα, εκμεταλλευόμενες τη θέση σχετικής αδυναμίας της ελληνικής πλευράς. Προς επιβεβαίωση της νέας οικονομικής ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν (στην καλύτερη περίπτωση) το κλείσιμο της ψαλίδας μεταξύ των δύο ανταγωνιστών όπως είναι η χαμηλότερη αποτίμηση κινδύνου της τουρκικής οικονομίας σε σχέση με την ελληνική – όπως αποτιμάται από τα συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου (CDS), η πορεία σύγκλισης στις βαθμολογίες των οίκων αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας – ειδικότερα μετά την προχθεσινή υποβάθμιση της Ελλάδας από τη Fitch, κ.α. Το σημαντικότερο είναι όμως η ελευθερία δράσης που παρέχει στον τουρκικό καπιταλισμό η καλύτερη δημοσιονομική κατάσταση όπως έχει ήδη φανεί κι από την ραγδαία βελτίωση της θέσης του στην ισορροπία των εξοπλισμών. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να μπορεί να προσφέρει κλαδί ελιάς στην Ελλάδα, όπως έκανε πρόσφατα ο τούρκος υπουργός Επικρατείας, Ε. Μπαγίς, προτείνοντας μείωση των εξοπλισμών, με απώτερο στόχο να τιμωρήσει Γερμανία και Γαλλία για το «απαγορευτικό» που έχουν εκδώσει στην πορεία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ και κατά δεύτερο να παγιώσει τη νέα υπό διαμόρφωση αρνητική ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο για τον ελληνικό καπιταλισμό.

Σε κάθε περίπτωση ούτε η τουρκική αστική τάξη ούτε η ελληνική δεν είναι σε θέση να τερματίσουν την οικονομική αιμορραγία που προκαλεί ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών η οποία οξύνει το κοινωνικό ζήτημα και στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Ούτε επίσης πρόκειται να εξομαλυνθούν οι ελληνοτουρκικές διαφορές μέσω του καταιγισμού μέτρων που ανακοινώθηκαν και περιλαμβάνουν από ετήσιες συναντήσεις των δύο πρωθυπουργών και εξαμηνιαίες των δύο υπουργών Εξωτερικών, μέχρι συναντήσεις επτά υπουργών (Εσωτερικών, Άμυνας, Οικονομίας, Ενέργειας και Περιβάλλοντος, Προστασίας του Πολίτη, Παιδείας και Πολιτισμού και Τουρισμού). Αποφάσεις που θα επικυρωθούν κατά την επίσκεψη του τούρκου πρωθυπουργού στην Αθήνα, στις αρχές Μάη και θα σηματοδοτήσουν μια νέα φάση στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Αυτή η φάση όμως θα φέρνει πιο κοντά και δεν θα απομακρύνει τις εντάσεις και τις συγκρούσεις, όπως υπόσχονται.