Home » Διεθνή

Category Archives: Διεθνή

Μάχη εντυπώσεων για τις θέσεις εργασίας δίνει ο Τραμπ

04auto2-master675Σημαντικό ρόλο στη νίκη του Φρανσουά Ολάντ στις τελευταίες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, το 2012, έπαιξε το σύνθημά του για επιβολή ενός υπερ-φόρου, όπως είχε χαρακτηριστεί τότε, ύψους 75% για όσους έχουν εισόδημα άνω του 1 εκ. ευρώ. Παρότι το μέτρο απέδωσε μερικές εκατοντάδες εκ. ευρώ στα γαλλικά δημόσια ταμεία, δύο μόλις χρόνια μετά την ψήφισή του αποσύρθηκε ως μη αποδοτικό. Παρόλα αυτά απέδωσε τα μέγιστα τόσο στην προεκλογική περίοδο, όσο και στην πρώτη μετεκλογική όταν οι Σοσιαλιστές ήθελαν να δείξουν πως τιμούν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις και την επιλογή των ψηφοφόρων τους.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στα χνάρια του Ολάντ κινείται κι ο νέος αμερικανός πρόεδρος που αναλαμβάνει επίσημα τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου 2016. Στις αποσκευές του για το Λευκό Οίκο, πέραν των άλλων, φέρει πλέον και μια ανακοίνωση που φαίνεται να δικαιώνει πλήρως τις προεκλογικές του επιθέσεις στις αμερικανικές βιομηχανίες που επενδύουν και δημιουργούν θέσεις στο εξωτερικό ενώ πουλούν τα προϊόντα τους στις ΗΠΑ. Η ακύρωση εκ μέρους της δεύτερης μεγαλύτερης αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, της Φορντ, προγραμματισμένης επένδυσης ύψους 1,6 δισ. δολ. στο Μεξικό δείχνει να βάζει φρένο στη μεταφορά θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης στο εξωτερικό. Τίποτε ωστόσο δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Οι επιθέσεις του Τραμπ είναι μια φτηνή μάχη εντυπώσεων για πολλούς λόγους.

Πρώτος λόγος είναι ότι οι απειλές του για επιβολή υψηλότερων φόρων στις εισαγωγές, ακόμη και 35%, προσκρούει στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της βορειοαμερικανικής ελεύθερης ζώνης εμπορίου NAFTA, που ιδρύθηκε πριν 22 χρόνια, κατόπιν αμερικανικής επιμονής. Κάθε προσπάθεια αναθεώρησης τους θα προκαλέσει συγκρούσεις κι επισείει νέα κόστη για τις ΗΠΑ.

Κατά δεύτερο, ο Τραμπ και με αυτή την «επιτυχία» επεκτείνει την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του στην παραδοσιακή εργατική τάξη που εκφράζεται μέσα από το συνδικάτο των εργατών στην αυτοκινητοβιομηχανία UAW, το οποίο αν και σταθερός χρηματοδότης των Δημοκρατικών (παρότι πολέμιος των διεθνών εμπορικών συμφωνιών) χαιρέτησε την ανακοίνωση της Φορντ.

Τρίτο και σημαντικότερο: Ο λόγος για τον οποίο η αμερικανική (κι όχι μόνο) αυτοκινητοβιομηχανία μεταφέρθηκε νότια του Ρίο Γκράντε, σε βαθμό τέτοιο ώστε το 60% των οχημάτων που κατασκευάζονται στο Μεξικό να πουλιούνται στις ΗΠΑ, σχετίζεται με το εργατικό κόστος. Με απλά λόγια, προτιμούν το Μεξικό επειδή το ωρομίσθιο είναι 10 δολ., ενώ στις ΗΠΑ (για τους συνδικαλισμένους εργάτες) είναι 29 δολ. Αργά ή γρήγορα επομένως η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, που με βάση τον αμερικανικό Τύπο είναι θύμα μπούλιγκ(!) από τον Τραμπ, θα θέσει τους δικούς της όρους για να συνεχίσει να επενδύει στις ΗΠΑ: μείωση των εργατικών αμοιβών, χαμηλότερη φορολογία και κατάργηση δαπανηρών ρυθμίσεων, που αφορούν την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος, κ.α.

Η υποχώρηση της Φορντ επομένως δεν είναι νίκη του Τραμπ αλλά προπέτασμα καπνού για μια νέα επίθεση στα δικαιώματα της αμερικανικής εργατικής τάξης εκ μέρους της Φορντ και του Τραμπ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 7 Ιανουαρίου 2017

Με το πρόγραμμα της Εναλλακτικής η Μέρκελ στις εκλογές

 

httpΆρον άρον έκλεισε το φάκελο της αιματηρής επίθεσης στο Βερολίνο, που άφησε πίσω της 12 νεκρούς και τουλάχιστον 48 τραυματίες, η εκτέλεση στο Μιλάνο του βασικού υπόπτου του μακελειού, αφού πρώτα διέφυγε από τη Γερμανία, μέσω Γαλλίας, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη και τώρα αδιευκρίνιστες.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Με τη δολοφονία του Τυνήσιου Ανίς Αμρί ωστόσο ποτέ δε θα γίνει γνωστό κατά ποιόν τρόπο κατάφερε να διαφύγει της αδιάκοπης παρακολούθησης του από τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, παρά το γεγονός ότι είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση, παρότι είχε μόλις το Φεβρουάριο  του 2016 χαρακτηριστεί εν δυνάμει τρομοκράτης από τις υπηρεσίες ασφαλείας, παρότι ήξεραν πως επιχειρούσε να αγοράσει όπλα, κ.α.

Πρόκειται για ερωτηματικά που αυξάνονται όσο η επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου χρησιμοποιείται ως αφορμή για να υλοποιηθεί μια στροφή 180 μοιρών στην πολιτική μετανάστευσης και ασφάλειας στο εσωτερικό του Τέταρτου Ράιχ.

Στο μέτωπο της ασφάλειας η επιχείρηση δημιουργίας κράτους Μεγάλου Αδερφού δικαιολογείται και ωραιοποιείται με πλήθος ρεπορτάζ και αναλύσεων για την έλλειψη καμερών σε δημόσιους χώρους λόγω της αρνητικής κληρονομιάς της Στάζι ή για τον κατακερματισμό των πληροφοριών ασφαλείας ανά κρατίδιο και της απουσίας συγκεντρωτικού μηχανισμού επεξεργασίας τους σε ομοσπονδιακό επίπεδο, λόγω της αρνητικής κληρονομιάς της Γκεστάπο, αυτή τη φορά. Η αλήθεια είναι πώς δεν είναι η πρώτη φορά που το Βερολίνο κρύβεται πίσω από το αποκρουστικό παρελθόν του και το εκμεταλλεύεται για να νομιμοποιήσει τις σημερινές του εξ ίσου αποκρουστικές πολιτικές. Το ίδιο πράττει πχ όταν επικαλείται τον υπερπληθωρισμό του μεσοπολέμου για να εμφανίσει ως επιβεβλημένη την αποπληθωριστική πολιτική που έχει επιβάλλει στην ευρωζώνη. Τώρα, χρησιμοποιεί την επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά για να υλοποιήσει μια μεταρρύθμιση στο μέτωπο της εσωτερικής ασφάλειας αναλόγου βάθους με την «Ατζέντα 2010» και το πακέτο «Χαρτζ 4» στην οικονομία που θα μετατρέψει τη Γερμανία σε αστυνομοκρατούμενο κράτος.

Στο άλλο μέτωπο, της μεταναστευτικής πολιτικής, η γραμμή που άνοιξε τα σύνορα για 1 εκ. μετανάστες από τις αρχές του 2015, είχε αρχίσει να αλλάζει πολύ πριν τη μέρα της επίθεσης. Η αιματοχυσία στις 19 Δεκεμβρίου τη βοήθησε και θα την επιταχύνει. Κυρίως δε, θα φρενάρει τη δυναμική της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία, που ήθελε να μετατρέψει τις ερχόμενες εκλογές σε δημοψήφισμα για τη μεταναστευτική πολιτική της Μέρκελ. Στο πλαίσιο αυτής της στροφής η Μέρκελ στις 6 Δεκεμβρίου ζήτησε την απαγόρευση της μπούρκας. Επίσης, υπερδιπλασιάστηκαν οι «οικειοθελείς» αποχωρήσεις μεταναστών από τη Γερμανία το 2016 έναντι του 2015 (από 20.000 σε 55.000), με δέλεαρ μια επιταγή 3.000 ευρώ. Κυρίως, μειώθηκαν σημαντικά οι εγκρίσεις ασύλου: 52% των Ιρακινών το 2016, έναντι 96,7% το 2015, 52,4% των Αφγανών το 2016 έναντι 77,6% το 2015, 28,4% των Σύρων το 2016 έναντι 99,7% το 2015!

Που να μείνει πολιτικό έδαφος για την Εναλλακτική…

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 31 Ιανουαρίου 2016

SOS! ΗΠΑ απειλούν Κίνα!

 

us-china-si_Προειδοποιητική βολή μιας μείζονος σημασίας αλλαγής πορείας που επίσης στόχευε στη δημιουργία τετελεσμένων και στο τεστάρισμα του αντιπάλου κι όχι προϊόν ασχετοσύνης ήταν η τηλεφωνική επικοινωνία στις 2 Δεκεμβρίου μεταξύ του νεοεκλεγέντα αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, που επίσημα θα αναλάβει καθήκοντα στις 20 Ιανουαρίου, με την ηγέτη της Ταϊβάν, Τσάι Ίνγκ-ουέν.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Οι πρώτες αντιδράσεις εκ μέρους της ομάδας μετάβασης του Τραμπ αποσκοπούσαν στην υποβάθμιση της σημασίας της συνομιλίας των δύο ηγετών προσθέτοντας και αυτό το τηλεφώνημα στις άλλες γκάφες που έχει μέχρι στιγμής κάνει ο ρεπουμπλικάνος ηγέτης. Αστοχία για παράδειγμα θεωρήθηκε η απάντηση που έδωσε στη βρετανίδα πρωθυπουργό Τερέζα Μέι «ενημέρωσέ με, αν ταξιδέψεις στις ΗΠΑ», λες και ένας πρωθυπουργός υπάρχει περίπτωση να επισκεφθεί άλλη πρωτεύουσα για city break χωρίς να τηρηθεί το εθιμοτυπικό πρωτόκολλο των επισκέψεων…

Προϊόν ασχετοσύνης χαρακτηρίστηκε επίσης η υπόσχεση που έδωσε ο Τραμπ στον πακιστανό πρωθυπουργό Ναβάζ Σαρίφ ότι θα επισκεφθεί το Πακιστάν, εξοργίζοντας την Ινδία. Η ενόχληση της Ινδίας προέρχεται από την παραβίαση ενός πρωτοκόλλου που θέλει τον Λευκό Οίκο να ακολουθεί μια ισορροπημένη πολιτική ίσων αποστάσεων μεταξύ των δύο κρατών που βρίσκονται σε συνεχή διαμάχη. Ωστόσο, κατά την άποψή μας, δεν επρόκειτο για ένα ανθρώπινο λάθος που υπαγορεύθηκε από τον παρορμητικό και χειμαρρώδη χαρακτήρα του νέου αμερικανού προέδρου. Ο Τραμπ πριν καν εγκατασταθεί επίσημα στον Λευκό Οίκο έστειλε ένα σαφέστατο μήνυμα: ότι παύει να σέβεται χρόνιες και λεπτές ισορροπίες και στο εξής θα ανταμείβει γενναιόδωρα εκείνες τις χώρες που συντάσσονται με τις ΗΠΑ, όπως είναι το Πακιστάν που επιτρέπει αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς στα εδάφη του από μη επανδρωμένα αμερικανικά αεροσκάφη, ενώ θα τιμωρεί άλλες, όπως είναι η Ινδία που φαίνεται να έχει επιλέξει μια στρατηγική συμμαχία με την Κίνα.

Το γεγονός ότι το τρίτο «λάθος» και σημαντικότερο του Τραμπ στόχευε την Κίνα, κάθε άλλο παρά τυχαίο μπορεί να είναι…

Αναβάθμιση της Ταϊβάν

Η τηλεφωνική επικοινωνία του Τραμπ σήμανε κατάσταση συναγερμού στη διεθνή διπλωματία επειδή ποτέ άλλοτε από το 1979 αμερικανός πρόεδρος δεν είχε μιλήσει με την ηγεσία της Ταϊβάν, την οποία η Κίνα θεωρεί ως αναπόσπαστο τμήμα της. Η Ουάσινγκτον δε, όταν σύναψε εκ νέου σχέσεις με το Πεκίνο το 1979 αποδέχθηκε πλήρως την κινέζικη απαίτηση που συμπυκνώνεται στο δόγμα της «μίας Κίνας». Μοναδική παραφωνία μια άτυπη αμυντική συμφωνία που σύναψε με την Ταιπέι την ίδια χρονιά, βάσει της οποίας την προμηθεύει με πολεμικό υλικό το οποίο εγγυάται την άμυνά της. Ταυτόχρονα οι ΗΠΑ έχουν κάνει σαφές ότι θα θεωρήσουν αιτία πολέμου με την Κίνα τυχόν προσπάθεια της να επανενσωματώσει την Ταϊβάν, τερματίζοντας το καθεστώς αυτονομίας που επέβαλλαν οι εθνικιστές το 1949, που κατέφυγαν στο νησί, μετά την επανάσταση του Μάο. Η Κίνα, από τη μεριά της, έχει κάνει σαφές ότι θα θεωρήσει αιτία πολέμου τυχόν προσπάθεια της Ταϊβάν να αναβαθμίσει το στάτους της, διεκδικώντας την πλήρη και επίσημη απόσχισή της από την Κίνα και τερματίζοντας το σημερινό υβριδικό καθεστώς. Αυτή η εύθραυστη ισορροπία φαίνεται να αμφισβητείται και να λαβαίνει τέλος με το τηλεφώνημα του Τραμπ.

Σε επικοινωνιακό επίπεδο η νέα πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ έσπευσε να επανορθώσει προβάλλοντας την εκδοχή του σφάλματος. Συγκεκριμένα, σε tweet που έγραψε ο Τραμπ, από τον προσωπικό του λογαριασμό τόνισε, πληκτρολογώντας με κεφαλαία γράμματα, ότι δέχτηκε τηλεφώνημα και δεν κάλεσε αυτός την πολιτική ηγεσία της Ταϊβάν. Και πάλι όμως η διόρθωση δεν ήταν πλήρης, καθώς το tweet ξεκίναγε γράφοντας «Η πρόεδρος της Ταϊβάν…». Μια ορολογία πλήρης νοημάτων καθώς η χρήση του όρου «προέδρου» σηματοδοτούσε την  πολιτική αναγνώριση ενός στάτους που δεν διαθέτει σήμερα η Ταϊβάν κι επιθυμεί να αποκτήσει, αναβαθμίζοντας τη θέση της. Στη συνέχεια ακολούθησε κι άλλο tweet του Ντόναλντ Τραμπ με ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου που ισοδυναμούσε με δημόσια συγγνώμη καθώς έγραφε ότι «είναι ενδιαφέρον πώς οι ΗΠΑ πουλούν στην Ταϊβάν στρατιωτικό εξοπλισμό δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά δεν θα έπρεπε να δεχθώ αυτό το τηλεφώνημα για συγχαρητήρια».

Τυπικά, το διπλωματικό επεισόδιο μπορούσε να θεωρηθεί λήξαν, έστω κι αν οι Taipei Times διέψευδαν την αμερικανική εκδοχή υποστηρίζοντας ότι η τηλεφωνική συνομιλία είχε κανονιστεί από το προσωπικό του Τραμπ, κατόπιν μάλιστα της ενημέρωσής του για την κατάσταση στην Ταϊβάν. Ουσιαστικά, ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα μόλις άνοιγε, παρά μάλιστα τις άοκνες προσπάθειες της παραδοσιακής αμερικανικής διπλωματίας να διατηρήσει το ισχύον καθεστώς. Είναι ενδεικτικό ότι την ίδια μέρα με το τηλεφώνημα ο πρόεδρος της Κίνας, Ξι Γινπίνγκ, υποδεχόταν στο Πεκίνο τον πρώην υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ, που πιστώνεται κατά σημαντικό μέρος την αμερικανο-κινέζικη προσέγγιση της δεκαετίας του ’70.

Ευθύνες των Δημοκρατικών

Η αλήθεια είναι ότι το έδαφος για την όξυνση στις κινο-αμερικανικές σχέσεις είχε στρωθεί πολύ καιρό πριν ο Ντόναλντ Τραμπ θέσει στο στόχαστρό του την Κίνα στο πλαίσιο της προεκλογικής του εκστρατείας κατηγορώντας την για διατάραξη της νομισματικής σταθερότητας με αφορμή την ισοτιμία του εθνικού της νομίσματος, κι απειλώντας με φόρο ακόμη και 45% όσες αμερικανικές επιχειρήσεις στέλνουν παραγωγικές δραστηριότητες τους στο εξωτερικό και στη συνέχεια εισάγουν τα προϊόντα τους στην αμερικανική αγορά. Ο δρόμος είχε ανοιχτεί από την προεδρία του Ομπάμα! Γράφει για παράδειγμα ο Τζον Πίλγκερ δημιουργός του ντοκιμαντέρ «Ο επερχόμενος πόλεμος στην Κίνα», στο εναλλακτικό αμερικανικό περιοδικό Counterpunch: «Η άνοδος της Κίνας ως οικονομική δύναμη χαρακτηρίζεται “υπαρξιακή απειλή” απέναντι στο θεϊκό δικαίωμα των ΗΠΑ να διαφεντεύουν και να κυριαρχούν στις ανθρώπινες υποθέσεις. Για να την αντιμετωπίσουν, το 2011 ο πρόεδρος Ομπάμα εξήγγειλε μια “στροφή στην Ασία” που σημαίνει ότι σχεδόν τα δύο τρία των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων των ΗΠΑ θα μεταφερθούν στην Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό μέχρι το 2020. Σήμερα, περισσότερες από 400 αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις περικυκλώνουν την Κίνα με πυραύλους, βομβαρδιστικά, πολεμικά πλοία και, πάνω απ’ όλα, με πυρηνικά όπλα. Από τη βόρεια Αυστραλία, στον Ειρηνικό και την Ιαπωνία, την Κορέα και κατά μήκος της Ευρασίας, του Αφγανιστάν και της Ινδίας, οι βάσεις σχηματίζουν, υποστηρίζει ένας αμερικανός στρατηγικός αναλυτής, “την τέλεια θηλιά”. Σε άλλο σημείο του άρθρου του επίσης αναφέρει πώς «το 2010 η Κλίντον πέταξε στη Μανίλα. Ζήτησε από την πρώην αμερικανική αποικία να ανοίξει ξανά τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις που έκλεισαν τη δεκαετία του ’90, κατόπιν μιας λαϊκής εκστρατείας ενάντια στη βία που προκαλούσαν ειδικότερα απέναντι στις γυναίκες. Η Κλίντον χαρακτήρισε τις αξιώσεις της Κίνας επί των Νήσων Σπράτλι – που βρίσκονται περισσότερα από 7.500 μίλια μακριά από τις ΗΠΑ – απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας».

Φαίνεται επομένως ότι οι ΗΠΑ ετοιμάζονται σιωπηρά και σε πολλά επίπεδα επί χρόνια για να αντιμετωπίσουν τη σοβαρότερη οικονομική απειλή που δέχεται η πλανητική τους κυριαρχία, δηλαδή την Κίνα, στο μοναδικό επίπεδο όπου διατηρούν το αδιαμφισβήτητο προβάδισμα: στο θέατρο του πολέμου. Για να υπηρετήσουν αυτό το στόχο δεν αποκλείεται να ακολουθήσουν μια πολιτική γεφυρώματος του χάσματος με τη Ρωσία, όπως αυτή που πρέσβευε ο Τραμπ στις προεκλογικές του ομιλίες, που θα περιλαμβάνει ακόμη και υποχωρήσεις των ΗΠΑ στα ανοιχτά μέτωπα της Συρίας και της Ουκρανίας, έτσι ώστε να κοπούν οι δεσμοί Μόσχας – Πεκίνου.

Προφανώς μια πορεία όξυνσης των κινεζοαμερικανικών σχέσεων επισείει ασύμμετρα κόστη και για τις ΗΠΑ, που ξεκινούν από τη χείρα βοηθείας του Πεκίνου στα Συμβούλια Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη χαλιναγώγηση της πάντα απρόβλεπτης Β. Κορέας. Και, το σπουδαιότερο, φτάνουν στην κινέζικη χρηματοδότηση των αμερικανικών ελλειμμάτων δεδομένου ότι το Πεκίνο διατηρεί ομόλογα ύψους 1,24 τρισ. δολ., αποτελώντας τον τρίτο σε σειρά κατάταξης επενδυτή επί της αμερικανικής δημοσιονομικής επέκτασης μετά τα ασφαλιστικά ταμεία (3 τρις. δολ.) και την αμερικανική κεντρική τράπεζα (2 τρις. δολ.). Πρόκειται για τοποθετήσεις που κρατούν όμηρο την Αμερική, δεδομένου ότι ακόμη κι αν έχουν επεξεργαστεί εναλλακτικά σενάρια, η μετάβαση σε αυτά θα προκαλέσει πρωτοφανείς σεισμικές δονήσεις.

Παρόλα αυτά η οικονομική παράμετρος όσο κι αν απομακρύνει δεν ακυρώνει το σενάριο μιας πολεμικής αναμέτρησης ΗΠΑ – Κίνας…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 8 Δεκεμβρίου 2016

Ξορκίζουν τον Τραμπ που επώασαν

Τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, στις 8 Νοεμβρίου 2016, αποκάλυψαν πόσο κίβδηλη και κενή περιεχομένου είναι η αστική δημοκρατία. Δημοκρατία κατ’ ευφημισμόν!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αρχικά αξίζει να δούμε ότι πρόεδρος δεν θα εκλεγεί αυτός που συγκέντρωσε τις περισσότερους ψήφους! Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει συγκεντρώσει μέχρι στιγμής 61.201.031 ψήφους (47% του εκλογικού σώματος) και με βάση τις προβολές 306 εκλέκτορες (ή 56,88% του σώματος των εκλεκτόρων που αποτελείται από 538 μέλη). Η Χίλαρι Κλίντον συγκέντρωσε 62.523.126 ψήφους (48% του εκλογικού σώματος), αλλά σε επίπεδο εκλεκτόρων, με βάση τις προβολές, 232 εκλέκτορες (ή 43,12% του σώματος των εκλεκτόρων).

Το πρώτο λοιπόν που παρατηρούμε είναι ότι αντίθετα με τη …δημοκρατική Ευρώπη, όπου συνήθως μια μικρή διαφορά 1 ποσοστιαίας μονάδας στις ψήφους οδηγεί σε κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες 5 ή και 10 ποσοστιαίων μονάδων, στις ΗΠΑ κερδίζει ο …χαμένος. Η Κλίντον συγκέντρωσε 1.322.095 ψήφους περισσότερους από τον Τραμπ και παρ’ όλ’ αυτά θα μπαίνει στον Λευκό Οίκο μόνο κατόπιν πρόσκλησης.

Άρνηση της δημοκρατίας, η αστική δημοκρατία

Το πρώτο συμπέρασμα επομένως που εξάγεται από τις αμερικανικές εκλογές είναι πως ακόμη κι η τυπική δημοκρατία στις ΗΠΑ είναι πουκάμισο αδειανό, κενό γράμμα. Πρόεδρο δεν βγάζουν οι ψηφοφόροι αλλά ένα σύστημα εκλεκτόρων του 19ου αιώνα που σχεδιάστηκε έτσι ώστε η εξ ορισμού επικίνδυνη λαϊκή ψήφος να διαμεσολαβείται και να φιλτράρεται. Πρόκειται για παραδοχή που καταστατικά θεωρεί το λαό ανώριμο να ψηφίσει, ακόμη και μια φορά στα τέσσερα χρόνια. Επομένως, πολύ πριν κλάψουν οι φρουροί της φιλελεύθερης δημοκρατίας για τον νεοεκλεγέντα φαφλατά Τραμπ-ούκο, που θα πάρει στα χέρια του τα πηδάλια της υπερδύναμης, θα έπρεπε να κλάψουν για το εκλογικό σύστημα των ΗΠΑ.

Επί της ουσίας, τα εκλογικά αποτελέσματα τις 8ης Νοεμβρίου προσεγγίζονται καλύτερα αν τα αντιπαραβάλλουμε με τα αποτελέσματα των εξ ίσου διχαστικών εκλογών της 4ης Νοεμβρίου 2008. Τότε ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών Τζον ΜακΚέην είχε συγκεντρώσει 59.948.323 ψήφους. Δηλαδή ο Τραμπ κέρδισε μόλις 1.252.708 ψήφους παραπάνω από τον ΜακΚέην, ο οποίος καλούνταν συνεχώς να απολογηθεί για την πολιτική κληρονομιά του εγκληματία και ηλίθιου Μπους.

Τα πιο ενδιαφέροντα όμως βρίσκονται στο άλλο στρατόπεδο, των Δημοκρατικών. Το 2008 ο Ομπάμα κέρδισε με 69.498.516 ψήφους. Δηλαδή, οι Δημοκρατικοί μέσα σε 8 χρόνια έχασαν 7 εκ. ψήφους! Ο Ομπάμα οδήγησε τους Δημοκρατικούς στα καλύτερα αποτελέσματα κι η Χίλαρι στα χειρότερα.

Ένα βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί εξελέγη πρόεδρος ο Τραμπ. Είναι γιατί υπέστησαν τέτοια εκλογική συντριβή οι Δημοκρατικοί. Ή, γιατί η Χίλαρι αποδείχθηκε τόσο «λίγη» πολιτικά, παρά την πληθωρική στήριξη που βρήκε από τον Τύπο με τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα να υποστηρίζουν την υποψηφιότητά της;

Πραξικόπημα στους Δημοκρατικούς

Η αποχή των δημοκρατικών ψηφοφόρων (καθώς η μείωση των ψήφων τους συνδέεται με την μείωση της γενικής συμμετοχής στις εκλογές από 131,3 εκ. το 2008 σε 121,8 εκ. το 2016) σχετίζεται με την ηττοπάθεια και την απογοήτευση που γέννησε στους οπαδούς του κόμματος η μεροληπτική στάση της ηγεσίας των Δημοκρατικών εναντίον του Μπέρνι Σάντερς, όπως αποκάλυψαν τα περίπου 5.000 mails που έδωσαν στη δημοσιότητα τα Wikileaks, όπου φαινόταν ότι η ηγεσία του κόμματος στις εσωκομματικές προκριματικές εκλογές πριμοδοτούσε την Κλίντον και χαντάκωνε τον Σάντερς. Η αντίδραση των μελών του Δημοκρατικού Κόμματος στο συνέδριο της Φιλαδέλφειας τον Ιούλιο ήταν τόσο έντονη ώστε για πρώτη φορά απειλήθηκε η ενότητα του, με αγανακτισμένους Δημοκρατικούς να διαδηλώνουν, εκτός του συνεδρίου ζητώντας τη φυλάκιση της πρώην υπουργού Εξωτερικών, κι εντός να αποδοκιμάζουν ηχηρά κάθε αναφορά στο όνομά της. Η ηγεσία του κόμματος εκτέθηκε τόσο πολύ όταν αποκαλύφθηκε η εύνοια της προς την Κλίντον, ώστε ζήτησε δημόσια συγγνώμη από τον γερουσιαστή του Βερμόντ.

Η δυναμική του Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος για πρώτη φορά στην επίσημη ιστορία των ΗΠΑ μετά από πολλές δεκαετίες έθεσε δημόσια κι ενώπιον τόσο μεγάλων ακροατηρίων, το αίτημα του σοσιαλισμού, συνδέεται άμεσα με τα μαχητικά ριζοσπαστικά κινήματα που ξέσπασαν τα προηγούμενα χρόνια: από το Occupy Wall Street μέχρι τους καθηγητές του Σικάγου και το κίνημα των εργαζομένων στα επισιτιστικά επαγγέλματα.

Το άδοξο τέλος της υποψηφιότητας του Σάντερς μας επιτρέπει να συμπεράνουμε  πόσο διαβλητές είναι και οι εσωκομματικές εκλογές, βάσει των οποίων επιλέγονται οι υποψήφιοι από κάθε κόμμα. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι οι εσωκομματικές εκλογές δεν αποτελούν παρά μια καλοστημένη και εθιμοτυπική παράσταση με την οποία, σε τελική ανάλυση, η Goldman Sachs προσφέρει στον εκλεκτό της υποψήφιο τη λαϊκή νομιμοποίηση και το χρίσμα κι έτσι η ιδιωτική της επιλογή γίνεται δημόσια τοποθέτηση.

Η αποκάλυψη της εκτεταμένης νοθείας που συνόδευσε τις εσωκομματικές εκλογές, όταν για πρώτη φορά απειλήθηκε το σχέδιο της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας, μεταξύ άλλων, έχει ξεχωριστή σημασία για την Ελλάδα καθώς κατ’ επανάληψη η συγκεκριμένη διαδικασία προκρίνεται από έλληνες πολιτικούς (ΓΑΠ, Μητσοτάκη) ως το απαύγασμα της δημοκρατίας και της λαϊκής συμμετοχής.

Επιπλέον, υπ’ αυτό το πρίσμα αξίζει να επανεξετάσουμε την αξία που έχει το σχέδιο μιας ριζοσπαστικής πτέρυγας να παραμένει στο πλαίσιο ενός μεγάλου κόμματος, με την ελπίδα να κατακτήσει μέσω των τυπικών διαδικασιών την πλειοψηφία για να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Το επιχείρημα το έχουμε ακούσει κατ’ επανάληψη: «Επειδή εκτός του μεγάλου κόμματος καταδικαζόμαστε στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, εντασσόμαστε στις γραμμές του και δίνουμε τη μάχη των συσχετισμών». Έτσι, αποφεύγοντας την περιθωριοποίηση οδηγούνται στη ενσωμάτωση…

Η αμερικανική εμπειρία υπογραμμίζει ότι ένα καθεστωτικό κόμμα έχει, κι αν δεν έχει διαμορφώνει τάχιστα, εκείνους τους μηχανισμούς που επιβάλλουν την γνήσια αστική γραμμή.

Αν κάτι επομένως μένει, είναι ο ευνουχισμός του πολιτικού ριζοσπαστισμού και η απογοήτευση καθώς και η ενσωμάτωση στο σύστημα πρωτοπόρων αγωνιστών που κάθε φορά δελεάζονται από τα οφέλη της εξουσίας…

Όλα τα παραπάνω αποκαλύπτουν ότι η αστική δημοκρατία έχει μετεξελιχθεί σε ένα βαθιά ολιγαρχικό καθεστώς. Αν η αστική δημοκρατία μπορούσε να διεκδικεί το συγκριτικό πλεονέκτημα μετά τη κατάρρευση του 1989 κι επάνω στα συντρίμμια του λεγόμενου υπαρκτού, πλέον αποδεικνύεται ότι είναι ένα σύστημα που υφαρπάζει και νοθεύει τη λαϊκή ψήφο. Η αστική δημοκρατία ούτε καν το δικαίωμα της επιλογής μια φορά στα τέσσερα χρόνια δεν μπορεί να εξασφαλίζει. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι συγκαλυμμένη δικτατορία.

Απογοήτευσε ο Ομπάμα

Επιπλέον, η απογοήτευση των ψηφοφόρων του Δημοκρατικού κόμματος δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς να ληφθούν υπ’ όψη οι αλλεπάλληλες απογοητεύσεις που δημιούργησε η  πολιτική του Ομπάμα. Στη διάρκεια της θητείας του οι στρατιωτικές επεμβάσεις συνεχίστηκαν και εντάθηκαν, όπως και οι κοινωνικές ανισότητες στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Υπολογίζεται ότι μεταξύ 2009 και 2013 (επί προεδρίας Ομπάμα), το ανώτερο 1% των αμερικανών απέσπασε το 85,1% του αυξημένου εισοδήματος που δημιουργήθηκε. Επίσης, το κορυφαίο 1% των οικογενειών σε παναμερικανικό επίπεδο αύξησε το εισόδημά του 25,3 φορές παραπάνω από το υπόλοιπο 99% (Economic Policy Institute, June 16, 2016).

Τούτων δοθέντων δεν προκαλεί καμιά έκπληξη εύρημα δημοσκόπησης που διενεργήθηκε τον Οκτώβριο του 2016 μεταξύ νέων 18 ως 35 ετών (των περίφημων millennials) και το οποίο έδειξε ότι το 88% δεν ήθελε ούτε Κλίντον ούτε Τραμπ ενώ το 23% θα προτιμούσε να χτυπήσει τη γη μετεωρίτης παρά να εκλεγεί ένας από τους δύο… Ο Ομπάμα επομένως δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες που γέννησε η εκλογή του, πριν οκτώ χρόνια. Κι αυτή είναι η δεύτερη αιτία πίσω από την ήττα των Δημοκρατικών…

Η μακρά προεκλογική περίοδος ωστόσο έφερε στην επιφάνεια με επίκεντρο τον Τραμπ ένα ακροδεξιό, βαθιά θρησκευόμενο και συντηρητικό κίνημα, με σημείο κοινωνικής αναφοράς γεωγραφικές περιοχές, ταξικά στρώματα, εισοδηματικές κατηγορίες και επαγγέλματα που επλήγησαν προνομιακά από την πρόσφατη κρίση και την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Ρατσιστές, προτεστάντες αγροτικών και ημιαστικών περιοχών, απόφοιτοι κυρίως της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή και ακόμη χαμηλότερης μόρφωσης με ετήσιο εισόδημα 50-90.000 δολάρια, αποτέλεσαν τη βασική πηγή άντλησης ψήφων εκ μέρους του Ντόναλντ Τραμπ, που με τη ρητορεία του έστρεψε εναντίον του ακόμη και τη γραφειοκρατία του Ρεπουμπλικανικού κόμματος με τους σημαντικότερους ηγέτες του να ζητούν την καταψήφισή του.

Μεταξύ αυτών ο πρώην Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Τζον ΜακΚέην, η υπουργός Εξωτερικών του Μπους Κοντολίζα Ράις, ο υφυπουργός Άμυνας του Μπους και αρχιτέκτονας του πολέμου στο Ιράκ, Πολ Γούλφοβιτς, ο ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν κ.α. Παρόλα αυτά, ο Τραμπ εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ, προβάλλοντας την εικόνα του ακάματου και καινοτόμου επιχειρηματία απέναντι στην αργόσχολη και κρατικοδίαιτη γραφειοκράτισσα Κλίντον που ταυτίστηκε με το παλιό και τη συνέχεια.

Υπό μία έννοια ο Τραμπ πέτυχε εκεί που απέτυχε ο Σάντερς: να ξεπεράσει τα εμπόδια που έθετε το κόμμα του στην τομή την οποία εκπροσωπούσε, και με τη λαϊκή ορμή του να επιβάλει την ατζέντα του πρώτα στο κόμμα και στην συνέχεια στην κοινωνία και την πολιτική ζωή. Οι Δημοκρατικοί των ΗΠΑ (όπως κατ’ αντιστοιχία συμβαίνει με τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη) αποδείχθηκαν πιο ικανοί να καταστέλλουν εσωτερικές εξεγέρσεις. Αντίθετα, η Δεξιά εμφανίζεται πιο ανοιχτή στις ατελείωτες συντηρητικές μετατοπίσεις της πολιτικής, τις οποίες επιβάλει η εμβάθυνση της επίθεσης του κεφαλαίου στις δυνάμεις της εργασίας, στο έδαφος της οικονομικής κρίσης.

Η νίκη του Τραμπ που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σημάνει οπισθοδρόμηση και θα επιφέρει πλήγματα στις δυνάμεις που αγωνίζονται για το μισθό, τα κοινωνικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες, προκάλεσε έναν ασυνήθιστο πανικό στο φιλελεύθερο κατεστημένο. Η φράση του βρετανικού περιοδικού Economist επαναλήφθηκε άπειρες φορές από πολιτικούς κάθε απόχρωσης, με εξαίρεση τους ακροδεξιούς (Άδωνη Γεωργιάδη, Μάκη Βορίδη, κ.α.) «Είναι μια μεγάλη αλλαγή που κάνει τον κόσμο μας πιο επικίνδυνο».

Τομή μέσα στη συνέχεια

Στην πραγματικότητα, οι εξαγγελίες του Τραμπ δεν αποτελούν παρθενογένεση.

Αποτελούν συνέχεια αλλά και τομή της αστικής πολιτικής. Προϊόν του στρατηγικού αδιεξόδου που δημιουργεί η οικονομική κρίση, και το οποίο οδηγεί τις κυρίαρχες ελίτ σε αναζήτηση εναλλακτικών επιλογών, σηματοδοτεί μια σοβαρή στροφή στο παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό, η οποία τροφοδοτεί ακροδεξιά ρεύματα σε όλο τον πλανήτη και κάνει τις επιλογές ενός πολέμου πολύ πιο κοντινές.

Υπογραμμίζοντας το μέγεθος του κινδύνου που εκπροσωπεί ο νέος αμερικάνος πρόεδρος, πρέπει, ωστόσο, σε κάθε εξαγγελία του να αντιστοιχήσουμε πολιτικές όχι μόνο του Μπους αλλά ακόμη και του Ομπάμα, οι οποίες συνιστούν τις αιτίες και τις προϋποθέσεις της τομής Τραμπ.

Στην εξαγγελία του Τραμπ για ακύρωση της συμφωνίας με το Ιράν, τη μόνιμη υποταγή της αμερικανικής πολιτικής στα σχέδια του Σιωνισμού, στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Αυτή η υποταγή κι η σύμπλευσή της με τα αμερικανικά σχέδια υπαγόρευσε την πολιτική κυρώσεων εναντίον του Ιράν, η οποία υπηρετήθηκε ακόμη και από τον Ομπάμα, πριν την υπογραφή της συμφωνίας τον Ιούλιο του 2015.

Η εξαγγελία για απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, δεν ξαφνιάζει και τόσο αν θυμηθούμε ότι οι ΗΠΑ συγκαταλέγονται στις ελάχιστες χώρες που υπέγραψαν μεν αλλά δεν επικύρωσαν το Πρωτόκολλο του Κιότο.

Στον εθνικισμό του Τραμπ, που αποτελεί υποτίθεται προσβολή και πλήγμα στα φιλελεύθερα ιδεώδη, αξίζει να αντιπαραβάλλουμε το κλίμα υστερίας που καλλιεργήθηκε μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001, από τον Μπους αρχικά, αλλά με αμείωτη ένταση κι από φιλελεύθερα έντυπα και δεξαμενές σκέψης, όπως πχ ο Economist εκτός και Το Βήμα ή η Καθημερινή εντός, που τώρα ενοχλούνται από τον εθνικισμό του Τραμπ και τις εξαγγελίες του για απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ των μουσουλμάνων.

Τέλος, απέναντι στις κριτικές των Ευρωπαίων για επιστροφή στον εθνικισμό και τον προστατευτισμό που υποτίθεται ότι κρύβουν οι εξαγγελίες Τραμπ για πάγωμα των εμπορικών συμφωνιών, αξίζει να δούμε τα υλικά συμφέροντα των Ευρωπαίων λόγω του σταθερά  πλεονασματικού εμπορικού τους ισοζυγίου.import

Συγκεκριμένα, από το σημερινό καθεστώς ελεύθερου εμπορίου ο μεγάλος κερδισμένος είναι η ΕΕ, όπως δείχνει το πλεόνασμα στο ισοζύγιο αγαθών που από 90,3 δισ. ευρώ το 2013, ανέβηκε στα 102,3 δισ. ευρώ το 2014 και στα 122,8 δισ. το 2015. Πλεονασματικό κατά 6,6 δισ. ευρώ είναι το ισοζύγιο της Ευρώπης και από το εμπόριο των υπηρεσιών το 2014.

Επομένως πίσω από τις απειλές του Τραμπ ότι θα αυξήσει τους δασμούς ή θα επιβάλλει τον επαναπατρισμό μέρους των αμερικανικών κερδών κρύβεται μέρος του αμερικανικού κεφαλαίου που θέλουν να βάλουν ένα φρένο στην αυξανόμενη εισαγωγική διείσδυση των Ευρωπαίων. Οι εξαγωγείς της γηραιάς ηπείρου βγαίνουν στα κάγκελα γιατί πίσω από τις απειλές του Τραμπ διακρίνουν τον κίνδυνο αν όχι να καταρρεύσει, τουλάχιστον να δεχθεί ρωγμές ένα απίστευτα αποτελεσματικό κι εξ ίσου άνισο πρότυπο οικονομικής πολιτικής, βάσει του οποίου τα κενά που δημιουργεί στην κατανάλωση η παρατεταμένη πολιτική λιτότητας και μείωσης των μισθών τα καλύπτουν οι εξαγωγές. Έτσι, η φιλελευθεροποίηση του διεθνούς εμπορίου είναι απαραίτητο συμπλήρωμα, η άλλη όψη των περικοπών σε μισθούς και ημερομίσθια στο εσωτερικό.

Η αστική πολιτική κρύβοντας αυτά τα διακυβεύματα και κυρίως τη συνέχεια αναζητά κοινωνικές συμμαχίες, την ίδια ώρα που εξυμνεί κι αναπολεί έναν φιλελεύθερο παράδεισο, ο οποίος ποτέ δεν υπήρξε στην καθημερινή ζωή των ανέργων, των επισφαλώς εργαζομένων και των κακοαμειβόμενων, έθαλλε εν τούτοις στα ανάλαφρα πάρτι της εξαγορασμένης προοδευτικής διανόησης στην ανατολική ακτή.

Επιδιώκει να δημιουργήσει μια συσπείρωση γύρω από ένα κοσμοπολίτικο αστικό ιδεώδες που υποτίθεται ξεχειλίζει πολιτισμικής ανεκτικότητας και κοινωνικής ευημερίας, την ίδια ώρα που με την ανοχή της επί χρόνια προετοίμασε την επώαση του φιδιού που τώρα ξορκίζει… Τώρα δε, και στο έδαφος των τετελεσμένων που δημιουργεί η νίκη του Τραμπ, η φιλελεύθερη αστική τάξη ήδη προετοιμάζεται να κάνει εκείνους τους συμβιβασμούς που θα επιτρέψουν την ευόδωση και μακροημέρευση ενός συμφώνου συμβίωσης με τον ακροδεξιό, ρατσιστή Τραμπ.

23 Νοεμβρίου 2016

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Kommon

Φιντέλ, ο επαναστάτης που άλλαξε τη ροή της ιστορίας

Cuban Prime Minister Fidel Castro with cigar during his meeting with U.S. senators Javits and Pell during their meeting in Havana, Cuba, September 29, 1974. (AP Photo/Charles Tasnadi)

Ο κόσμος μας έγινε πιο φτωχός. Μια άσβηστη φλόγα που όσο έκαιγε μας έδινε τη βεβαιότητα ότι το ένδοξο, σχεδόν μυθικό, παρελθόν που νικούσε με μια μαγιά 82 αποφασισμένων, άντεχε σε στρατιωτικές επεμβάσεις της «αήττητης» CIA, κατάφερε να επιβιώσει απέναντι σε 638 απόπειρες δολοφονίες και κυρίως γοήτευε με ένα μοναδικό τρόπο φίλους και συμπαθούντες τελικά μπορούσε με την «αλάνθαστη» συνταγή του να πυρπολήσει και το δικό μας μέλλον δεν είναι πλέον εδώ. Το κενό είναι δυσαναπλήρωτο γιατί η Κούβα ήταν και παραμένει η αχτίδα φωτός μέσα στην ήττα, παρά τις εσωτερικές της αντιφάσεις. Συμβόλιζε και ήταν η νίκη απέναντι στη συντριβή που δέχτηκαν οι επαναστατικές ιδέες τον 20ο αιώνα είτε μέσω του εκφυλισμού των εκμεταλλευτικών κοινωνιών του υπαρκτού στην Ανατολή, είτε μέσω της ενσωμάτωσης και της περιχαράκωσης στη Δύση.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τι κρατάμε λοιπόν, πέρα από τη νοσταλγία για μια εποχή που κλείνει οριστικά;

Το άστρο του Φιντέλ δε θα σβήσει ποτέ επειδή ταυτίστηκε με την επανάσταση. Προκάλεσε την ανατροπή του Μπατίστα, οδήγησε στα άκρα τη σύγκρουση του με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό στο πλαίσιο της κρίσης των πυραύλων τον Οκτώβριο του 1962, χρηματοδότησε και υποστήριξε ποικιλοτρόπως επαναστατικά σκιρτήματα στη δική μας Αμερική και την Αφρική, αρνούμενος την μετεξέλιξη του καπιταλισμού και τον ιστορικό συμβιβασμό. Δεν υποτάχθηκε στους εκβιασμούς των μαφιόζων και του ιμπεριαλισμού, επέλεγε τη σύγκρουση μέχρι και στα τελευταία του, αρνούμενος για παράδειγμα να συναντηθεί με τον Μπάρακ Ομπάμα κατά την επίσκεψή του στην Αβάνα τον Μάρτιο του 2016, που ήταν η πρώτη επίσκεψη αμερικανού προέδρου στο νησί τα τελευταία 88 χρόνια.

Αυτό που επίσης κρατάμε από τον κομαντάντε είναι τον βαθύ του ρεαλισμό, την επαφή που διατηρούσε με τους λαούς που μάχονταν ενάντια στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 κι ενάντια στην πείνα πιο πρόσφατα. Κανείς δεν πρόκειται να καταλάβει το κύρος της Κούβας και του Φιντέλ αν δεν ακούσει πάμφτωχους Λατινοαμερικανούς, που όλο το βιος του είναι πέντε ρούχα, να δηλώνουν ότι οφείλουν το φως τους στους Κουβανούς γιατρούς, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Μιλάγκρο». Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες και πιθανά λαϊκισμός για την ανέμελη και αιθεροβατούσα διανόηση της Δύσης. Αυτά όμως είναι που έκαναν τον Φιντέλ χαρισματικό, να αγαπηθεί από πολλές γενιές Κουβανών κι εκατομμύρια εξαθλιωμένων ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στη σχέση της προσωπικότητας με την ιστορία, κι όχι οι επαναστατικοί βερμπαλισμοί.

Κι αυτό είναι που κρατάμε κι εμείς. Όσοι τουλάχιστον αναφέρονται στην επαναστατική δυνατότητα όχι ως μια επαγγελία για ένα αόριστο μέλλον, αλλά ως ιστορική δυνατότητα που μπορεί να γίνεται άμεσο φόβητρο για τους κυρίαρχους και να κινητοποιεί τους εκμεταλλευόμενους, διεκδικώντας μικρά και μεγάλα.

Σε αυτές τις μάχες ο Φιντέλ θα είναι παρών, θα έχει τη δική του θέση στην καρδιά και το μυαλό μας!

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν στις 27 Νοεμβρίου 2016