Χωρίς ρήξεις και με κρίσιμα διατάγματα συμβολικής σημασίας ξεκίνησε η θητεία Μπάιντεν

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια, όταν εγκαταστάθηκε ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο και άρχισε να υπογράφει ένα – ένα τα προεδρικά διατάγματα για την ακύρωση της συμμετοχής των ΗΠΑ στη Συμφωνία για το Κλίμα, για την έναρξη του εμπορικού πολέμου με Μεξικό, Καναδά, Κίνα, κ.α. δημιουργήθηκε ένα ερώτημα: Κατά πόσο εκείνη η έξαψη οφειλόταν στον ενθουσιασμό που διακατέχει κάθε νεοφώτιστο και θα περάσει ή ήρθε για να μείνει. Τα χρόνια που ακολούθησαν διέψευσαν όσους πίστευαν ότι ο Τραμπ θα ακολουθούσε την πεπατημένη.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Μπάιντεν κατέβαλε μια ανάλογη προσπάθεια να δείξει ότι οι ΗΠΑ αλλάζουν πορεία σε ορισμένα επιλεκτικά και συμβολικά πεδία, όπως είναι για παράδειγμα απέναντι στην κλιματική αλλαγή με αφορμή την ακύρωση της άδειας κατασκευής του γιγαντιαίου αγωγού μεταφοράς πετρελαίου Keystone XL, το θέμα των μεταναστών με αφορμή την επαναφορά του δικαιώματος εισόδου στις ΗΠΑ πολιτών μουσουλμανικών χωρών, το θέμα του σεβασμού στους πολυμερείς οργανισμούς με αφορμή το πάγωμα της διαδικασίας αποχώρησης των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τέλος το κοινωνικό ζήτημα, με αφορμή την πρωτοβουλία του νέου προέδρου να υπογράψει την αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια και την επανέναρξη των συσσιτίων για τους φτωχούς. Ο κατακλυσμός των προεδρικών διαταγμάτων αποτέλεσε τομή με τη θητεία Τραμπ. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει κι αφορά την επομένη από το σβήσιμο των φώτων: Ο Μπάιντεν θα κλείσει οριστικά το κεφάλαιο που άνοιξε ο Τραμπ ή θα αποδειχθεί μια σύντομη παρένθεση;  Το ερώτημα αποκτά βαρύτητα δεδομένου ότι ο Τραμπ δεν είναι πλέον αουτσάιντερ στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, όπως ήταν το 2016. Τα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του έστρεψε το κόμμα πιο δεξιά οδηγώντας το σε συγχρωτισμό με την άκρα Δεξιά σε τέτοιο σημείο ώστε το 53% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων να δηλώνει σε δημοσκόπηση ότι προτιμά τον πρώην πρόεδρο ως επόμενο υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών. Έπεται ο Μάικ Πενς που συγκεντρώνει το 12% των προτιμήσεων μόλις! Υπάρχουν και χειρότερα: Στην τρίτη θέση των επιλογών των δεξιών ψηφοφόρων βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο μεγαλύτερος γιός του 45ου προέδρου… Κρατάμε επομένως ότι το Ρεπουμπλικανικό κόμμα του 2021 ταιριάζει πλέον περισσότερο στον Τραμπ.

Εκεί που αναμφισβήτητα θα κάνει τη διαφορά ο Τζο Μπάιντεν είναι στο θέμα του κλίματος. Ήδη η επιστροφή των ΗΠΑ στην συμφωνία του Παρισιού είναι γεγονός κι αυτό όχι για να ικανοποιήσει τους δημότες της γαλλικής πρωτεύουσας όπως δήλωσε ο Ρεπουμπλικανός Τεντ Κρους για να εισπράξει μια πληρωμένη απάντηση από την Αλεξάνδρια Οκάσιο Κορτές η οποία τον ρώτησε αν ο σεβασμός στη Συνθήκη της Γενεύης επιβάλλεται χάρη της θετικής άποψης των κατοίκων της ελβετικής πόλης… Η επιστροφή των ΗΠΑ στη Συνθήκη του Παρισιού, που ως κορυφαίο στόχο έχει τη δέσμευση να μην υπερβεί η αύξηση της θερμοκρασίας μέχρι το τέλος του αιώνα τους 2 βαθμούς Κελσίου και στην καλύτερη περίπτωση τους 1,5 βαθμούς, όπως και ο δεσμευτικός στόχος για απανθρακοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των ΗΠΑ ως το 2035, πέραν του αναγκαίου σεβασμού στο περιβάλλον εξυπηρετούν και τα ηγεμονικά σχέδια των ΗΠΑ. Η υποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και τους κλιματικούς στόχους, επέτρεψε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα να αναπτύξουν διμερείς συμφωνίες και να πρωταγωνιστήσουν σε μια τεχνολογία αιχμής που θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες, σε βάρος ή έστω εν απουσία των αμερικανικών συμφερόντων.

Προτεραιότητα για το νέο αμερικανό πρόεδρο αποτελεί και η Ευρώπη. Η βελτίωση των διμερών σχέσεων θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να ανάψει εκ νέου τις μηχανές του ΝΑΤΟ, ακυρώνοντας αποσχιστικές και υπονομευτικές τάσεις όπως του Μακρόν που είχε χαρακτηρίσει το βορειοατλαντικό σύμφωνο ως κλινικά νεκρό. Για τον Μπάιντεν το κλείσιμο των ρηγμάτων στο ΝΑΤΟ, που θα σηματοδοτήσει και τη διακοπή της προσέγγισης Μόσχας – Βερολίνου, αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για το μακροπρόθεσμο σχέδιο αντιμετώπισης της Ρωσίας. Άμεσα, με αφορμή την ανάγκη έναρξης διαπραγματεύσεων για την ανανέωση της Συνθήκης μείωσης των πυρηνικών New Start που λήγει στις 5 Φεβρουαρίου, θα δούμε ενσταντανέ που επί Τραμπ δεν είδαμε λόγω των ανόητων κατηγοριών που εξαπέλυαν οι Δημοκρατικοί στον Τραμπ, περί υπόγεια συνεργασίας με τον Πούτιν. Ωστόσο, καίτοι το κλίμα εντός των ΗΠΑ ήταν ψυχροπολεμικό κατά της Ρωσίας, οι διμερείς σχέσεις τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια δεν δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα, με εξαίρεση το Nord Stream 2. Στο εξής αυτό το ιδιότυπο μορατόριουμ, με ευθύνη των ΗΠΑ, τερματίζεται!

Σε διαφορετική κατεύθυνση θα κινηθούν οι σχέσεις με την Κίνα: Προς ταχεία αναθέρμανση! Ταυτόχρονα οι δασμοί που επέβαλλε ο Τραμπ είναι πολύ αμφίβολο αν και πότε θα ανακληθούν. Έτσι, ενώ σε πολιτικό επίπεδο θα υπάρξει μια σύντομη επιστροφή στις μέρες του Ομπάμα, σε οικονομικό επίπεδο ελάχιστα θα αλλάξουν. Tο σύνθημα «Η Αμερική Πρώτα» μπορεί να μην το ξαναδούμε σε μακό, καπελάκια και μπάνερ, θα συνεχίσουμε όμως να το βλέπουμε στην πράξη. Ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να επιβάλλει στο αμερικανικό δημόσιο πολιτική προτίμησης προμηθειών από εγχώριους παραγωγούς ενώ θεωρείται σίγουρη η επιβολή ενός νέου φόρου σε όσες εταιρείες των ΗΠΑ δημιουργούν και διατηρούν θέσεις εργασίας στο εξωτερικό. Κι όσο για τις αντιδράσεις που αναμένεται να προκύψουν εκ μέρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στους κανόνες φιλελευθεροποίησης του οποίου αναγκάστηκαν να πειθαρχήσουν όλες οι χώρες του κόσμου) θα μάθουμε για μια κόμη φορά ότι μερικοί κόμποι δεν λύνονται, …κόβονται. Οι ΗΠΑ δείχνοντας την αποφασιστικότητα τους να συνεχίσουν την πολιτική του Τραμπ στο μέτωπο του προστατευτισμού επιδιώκουν την μεταρρύθμιση του ΠΟΕ σε μια κατεύθυνση που λίγο πολύ όλοι μπορούμε να φανταστούμε: μερικές χώρες να είναι πιο ίσες από τις άλλες…

Αυτούσια θα εφαρμοστεί η πολιτική του Τραμπ και στο Παλαιστινιακό. Ο Μπάιντεν έχει δηλώσει πώς δεν πρόκειται να στείλει την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Τελ Αβίβ όπου ήταν μέχρι και το 2018 , πριν ο Τραμπ διατάξει τη μεταφορά της στη Ιερουσαλήμ. Αυτή όμως η επιλογή ευνοεί τα σιωνιστικά επεκτατικά σχέδια και υπονομεύει, στην πράξη ακυρώνει, τις αποφάσεις του ΟΗΕ για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ. Την ίδια ώρα που ο Μπάιντεν θα στηρίζει τα εμπρηστικά σχέδια του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή σε βάρος των Παλαιστινίων, έστω δια τη ανοχής του, αποστάσεις φέρεται ότι θα κρατήσει από τη Σαουδική Αραβία, την οποία χαρακτήρισε «κράτος παρία», ενώ θέμα χρόνου είναι μια συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ το ενδιαφέρον του για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας ποτέ δεν έφτασε στο σημείο υιοθέτησης αιτημάτων που θα έβαζαν ένα τέρμα στην γιγάντωση των κατασταλτικών μηχανισμών. Η αστυνομία έτσι θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται πλουσιοπάροχα, όπως συνέβαινε επί Τραμπ και επί Ομπάμα, όταν κάθε χρονιά ο αριθμός των έγχρωμων που σκοτώνονταν από αστυνομικά πυρά μεγάλωνε…

Οι ταλαντεύσεις και οι αμφισημίες του Μπάιντεν, εντός κι εκτός των ΗΠΑ, ακόμη και τώρα που οι εικόνες από την ορκωμοσία είναι νωπές και πιο νωπές ακόμη κι απειλητικές είναι οι εικόνες από την εισβολή των ακροδεξιών στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, δεν εγγυώνται ότι το πείραμα Τραμπ θα περάσει στην ιστορία, όπως θα μπορούσε να συμβεί αν ο Μπάιντεν επέλεγε τομές, εντός των ορίων έστω του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ. Αν για παράδειγμα ακύρωνε μέρος των φοιτητικών χρεών, αν δημιουργούσε σύστημα καθολικής υγειονομικής ασφάλισης για όλους, αν αφιέρωνε μέρος από τα 1,9 τρισ. δολ. του νέου πακέτου υποστήριξης της οικονομίας για να υποστηρίξει τις δημόσιες υποδομές, κ.α. Αρνούμενος να προβεί σε τέτοιες ρήξεις η οριακή πλειοψηφία που έχει συγκεντρώσει σε Γερουσία και Βουλή είναι πολύ πιθανό να έχει την τύχη της αντίστοιχης πλειοψηφίας που είχε συγκεντρώσει κι ο Ομπάμα το 2008: να φυλλορροήσει στις επόμενες ενδιάμεσες εκλογές, ανοίγοντας το δρόμο για την επιστροφή του Τραμπ ή κάποιου ομοιώματός του…

Facebook και Twitter λογόκριναν τον Τραμπ για να σώσουν το τομάρι τους και τις 26 πιο …βρόμικες λέξεις του κόσμου

Η απόφαση των δύο μεγαλύτερων ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης να αναστείλουν τους λογαριασμούς του αμερικανού προέδρου, μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, εκ πρώτης όψεως έβριθε ηθικών διλημμάτων που δεν απαντώνται εύκολα για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και κραυγαλέων αντιφάσεων που προκαλούν γέλιο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές: αν κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση της πρόσβασης στο Twitter του αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί μια νέα αιματοχυσία, γιατί θεωρήθηκε αδιάφορη η συνέχιση της διατήρησης εκ μέρους του των κωδικών του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Το Twitter είναι πιο επικίνδυνο από τα πυρηνικά;

Η επιλογή του facebook και του Twitter πολύ λίγο έχει να κάνει με όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Κυρίως σχετίζονται με τη μάχη επιβίωσης που δίνουν οι κολοσσοί του διαδικτύου. Και σε αυτή την μάχη όσα είχε να τους προσφέρει η συμπόρευσή τους με τον Τραμπ τους τα προσέφερε από το 2017 που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο μέχρι τώρα, που αναχωρεί. Στο εξής, αν κάποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει μια ακόμη ξέγνοιαστη τετραετία, ή τουλάχιστον την αποφυγή των χειρότερων, είναι η εύνοια των Δημοκρατικών και του Τζον Μπάιντεν. Σε αυτήν ακριβώς την εύνοια αποσκοπούσε η απόφαση αναστολής των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου! Ήταν ένα δώρο στους Δημοκρατικούς κι έτσι ακριβώς το περιέγραψε ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μαρκ Ρούμπιο μιλώντας στο Fox News την Κυριακή 10/1: «Είναι πολύ κυνικό… Ο λόγος που αυτοί οι τύποι το κάνουν είναι επειδή οι Δημοκρατικοί πρόκειται  να πάρουν την εξουσία και το βλέπουν σαν έναν τρόπο να πάνε με το πλευρό τους για να αποφύγουν οποιουσδήποτε περιορισμούς ή κάθε είδους νόμους που θα περάσουν για να να τους πλήξουν»

Τα χειρότερα για το ολιγοπώλιο του Διαδικτύου τα περιέγραψε η γερμανίδα καγκελάριος και στη συνέχεια ο εκπρόσωπός της στην ασυνήθιστα ωμή και αναπάντεχη δήλωση της ενάντια στην λογοκρισία του αμερικανού προέδρου. Η Άνγκελα Μέρκελ με την ίδια σαφήνεια που αποδοκίμασε την αναστολή των λογαριασμών του Τραμπ χαρακτηρίζοντας την ως «προβληματική» παραβίαση «θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου», ζήτησε από τις ΗΠΑ να αναπαράγουν το παράδειγμα της Γερμανίας στην ψήφιση και εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την υποκίνηση σε βία. Οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής έχουν αναθέσει την υποχρέωση στις ίδιες τις πλατφόρμες. Κι αυτή η απόκλιση αποτελεί μια θεμελιώδη διαφορά στην προσέγγιση του ίντερνετ μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.

Προς αποφυγή παρανοήσεων λοιπόν, η Μέρκελ δε ζήτησε να μην υφίσταται λογοκρισία στο ίντερνετ. Ζήτησε την λογοκρισία να την ασκεί το κράτος, μέσω νόμων, κι όχι οι κολοσσοί του διαδικτύου επικαλούμενοι τους όρους χρήσης των υπηρεσιών τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, Στέφεν Σάιμπερτ, επικαλέστηκε νόμο που τέθηκε σε ισχύ το 2018 βάσει του οποίου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης υποχρεούνται να αποσύρουν παράνομο υλικό που έχει αναρτηθεί στην πλατφόρμα τους εντός 24 ωρών, από τη στιγμή που θα τους γίνει η γνωστοποίηση. Αλλιώς αντιμετωπίζουν πρόστιμο που μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 50 εκ. ευρώ! Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λε Μερ ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε σαν αναρμόδια την «ψηφιακή ολιγαρχία» να επιβάλλει λογοκρισία και να αποφασίσει ποιος δικαιούται να …ομιλεί, προκειμένου όμως να εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα στο κράτος: «Η ρύθμιση της ψηφιακή αρένας είναι θέμα του κυρίαρχου λαού, των κυβερνήσεων και της δικαιοσύνης» ήταν τα λόγια του. Για το κατά πόσο δε, εννοεί την εξουσία του κυρίαρχου λαού, αρκεί να θυμηθούμε τη βαρβαρότητα της γαλλικής αστυνομίας εναντίον των Κίτρινων Γιλέκων…

Η διαμάχη για το «ποιος θα ρυθμίσει το ίντερνετ» δεν διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όσο κι αν μετά την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη έλαβε αυτή την μορφή. Γενικευμένες είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η σύγκρουση συμπυκνώνεται στην παράγραφο 230 του νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ψηφίστηκε το 1996, κι αποτελεί μήλο της έριδας. Πρόκειται για 26 λέξεις – κορυφαίο παράδειγμα  διαμορφωτικού κι όχι αποτυπωτικού δικαίου – επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μετέπειτα ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ και η γιγάντωση των εταιρειών που έχουν δώσει στο ίντερνετ τη σημερινή εμπορευματοποιημένη και αποχαυνωτική μορφή του. Αναφέρουν κατά λέξη: «Κανένας πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας υπολογιστών δεν θα αντιμετωπιστεί ως εκδότης ή ομιλητής οποιασδήποτε πληροφορίας παρέχεται από από έναν άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».

Κοινώς, οι πλατφόρμες δε φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι δημοσιεύουν οι χρήστες. Αντίθετα με τους εκδότες εφημερίδων ακόμη και βιβλίων που είναι υπόλογοι για ό,τι γράψει καθένας και καθεμία στις σελίδες τους, οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών δε φέρουν καμία ευθύνη. Επάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση άνθισαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μιας κι ο καθένας μπορούσε να διατυπώνει όχι μόνο την άποψή του, αλλά το …μακρύ του και το κοντό του. Μάλιστα όσο πιο τερατώδης ήταν μια άποψη, μια πρόβλεψη, μια «είδηση», όσο πιο χυδαία μια επίθεση, κοκ, τόσο περισσότερες επισκέψεις δεχόταν η διπλανή διαφήμιση! Απουσία νομικής ευθύνης τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν θερμοκήπια παραπληροφόρησης και νεκροταφεία της ενημέρωσης, προς επιβεβαίωση ενός κλασσικού νόμου της νομισματικής θεωρίας, βάσει του οποίου σε μια παράλληλη κυκλοφορία ενός «καλού» κι ενός «κακού» νομίσματος, κυριαρχεί το «κακό»! Έτσι το facebook στηρίχθηκε αρχικά και στήριξε στη συνέχεια τον φθηνό εντυπωσιασμό, τις διαδόσεις, το λόγο μίσους, τις προσβολές και τις ύβρεις για να καταντήσει συνώνυμο της ευτέλειας.

Κι όσο ανέβαινε η υπερβολή τόσο μεγάλωναν τα έσοδα των κολοσσών του διαδικτύου για να φτάσουμε μόνο το 2020 η χρηματιστηριακή αξία των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών της Σίλικον Βάλεϋ να φτάνει τα 7,2 τρισ. δολ., ενώ τέσσερις διαδικτυακές εταιρείες (Google, Apple, Amazon, Microsoft) να διατηρούν τα σκήπτρα των επιδόσεων, ξεπερνώντας εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της παραγωγής και του εμπορίου…

Οι 26 λέξεις, που αποτέλεσαν το ευαγγέλιο της διαδικτυακής χάβρας, θεωρείται βέβαιο ότι θα τροποποιηθούν. Είχε δεσμευτεί δημόσια ακόμη κι ο Τζο Μπάιντεν προεκλογικά για την ακύρωσή του νομικού φραγμού στη δίωξη των ιντερνετικών εταιρειών για το περιεχόμενο που αναρτούν. Οι Δημοκρατικοί επίσης είχαν εξαγγείλει όχι μόνο για το Facebook (με αφορμή την εξαγορά του Instagram και του WhatsApp) αλλά και για την Google (με αφορμή τα 10 δισ. δολ. που έδινε ετησίως στην Apple κ.α. για να εξασφαλίζει προτεραιότητα στα προϊόντα της) ότι θα ενεργοποιηθούν έρευνες για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων, κατ’ αντιστοιχία όσων εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για την ΑΤΤ και τη Citibank. Υπέρ της ακύρωσης του άρθρου 230 έχει ταχθεί ακόμη κι η Νάνσυ Πελόσι (χαρακτηρίζοντας το άρθρο «δώρο» στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας) η οποία αποτελεί όχι απλώς σταθερή αξία και βαρύ πυροβολικό των Δημοκρατικών, αλλά και το βαθύ τους κράτος. Κριτική στο άρθρο 230 είχε ασκήσει ακόμη κι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ποιός δίνει σημασία στα λόγια του… Χρήζει πάντως αναφοράς γιατί δείχνει το βαθμό της συναίνεσης γύρω από την αλλαγή του νόμου του Κλίντον.

Από την άλλη υπάρχει ένας σοβαρότατος λόγος για να συνεχιστεί η σημερινή αθλιότητα, με τη διαιώνιση του άρθρου 230: η «κινέζικη απειλή»! Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τάξης στο ίντερνετ θα οδηγήσει στο ξεφούσκωμα των αμερικανικών εταιρειών και στην ανάδυση των κινέζων ανταγωνιστών. Σοβαρό αντικίνητρο όχι μόνο για τον Τραμπ, αλλά και για τον Μπάιντεν…

Παράλληλα, η προσπάθεια της ιντερνετικής βιομηχανίας επικεντρώνεται στον μετριασμό της ζημιάς που θα επέλθει. Με βάση δημοσιεύματα είναι διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα αρκεί να μην ξεπεραστεί ένα όριο: να μην αντιμετωπισθεί ως εκδότης και να αναλάβει τη νομική ευθύνη. Σε αυτό το βωμό όχι μόνο το Facebook και το Twitter αλλά επιπλέον Google, Amazon, TikTok, Pinterest, Snap κι άλλοι έσπευσαν να αναπαράξουν τις απαγορεύσεις κατεβάζοντας ακόμη και το Parler, το ακροδεξιό Twitter, για να μείνει χωρίς φωνή ο Τραμπ.

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονταν αρχικά: Η ευκολία με την οποία λογόκριναν τον Τραμπ facebook και Twitter δεν προήλθε από την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ειρήνη ή να διακόψουν το λόγο μίσους και τα σωρηδόν ψέματα που λέει ο απερχόμενος, ανόητος αμερικανός πρόεδρος. Η λογοκρισία επιβλήθηκε από το ολιγοπώλιο του διαδικτύου για να διαφυλάξει την ασυδοσία του…

Σε σημείο καμπής ο αγώνας του Παλαιστινιακού λαού

Για το Ισραήλ και τους συμμάχους του το 2020 αποτέλεσε ένα από τα καλύτερα χρόνια από ιδρύσεως του: Τόσο οι διπλωματικές αναγνωρίσεις που πέτυχε όσο και η προώθηση της κατοχής στα παλαιστινιακά εδάφη συνιστούν επιβράβευση της επιθετικής, εμπρηστικής πολιτικής που ακολουθεί αδιαλείπτως τα τελευταία 25 χρόνια, μετά τη δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν.

Στην πραγματικότητα στην εξωτερική του πολιτική και τις διπλωματικές του σχέσεις το Ισραήλ πυροβόλησε τα πόδια του, καταφέρνοντας για μια ακόμη φορά να ταυτιστεί με την πολιτική αστάθεια και την επιθετικότητα στις διεθνείς σχέσεις, κοινώς ένα ακόμη κράτος ταραξίας. Ενώ ο κανόνας θέλει τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών να προωθεί το διεθνές δίκαιο και την κατανόηση μεταξύ των κρατών, η αναγνώριση του Ισραήλ από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Σουδάν υλοποιήθηκε είτε στο πλαίσιο προώθησης επιθετικών σχεδίων, όπως είναι η λυκοσυμμαχία του Ισραήλ με τα σουνιτικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής με στόχο την περικύκλωση του Ιράν, κι ως όρος για την πώληση αμερικανικών όπλων, είτε ως αποτέλεσμα κρατικών εκβιασμών όπως η περίφημη λίστα των ΗΠΑ με τα κράτη που υποθάλπουν την τρομοκρατία, μιας και η άλλη όψη της «διπλωματικής πρώτης» Σουδάν – Ισραήλ ήταν η έξοδος του Σουδάν από αυτήν τη λίστα. Αποδείχθηκε έτσι η αξία χρήσης της: ως μέσο εκβιασμών για την υποταγή ανεξάρτητων κρατών και την υιοθέτηση των αμερικανικών προτεραιοτήτων στην εξωτερική τους πολιτική.

Το επιβλαβές για το διεθνές δίκαιο και την πολιτική σταθερότητα αποτέλεσμα που είχαν οι διπλωματικές επιτυχίες του Ισραήλ φάνηκε από την αποχαλίνωση των επεκτατικών, κατακτητικών σχεδίων του στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Με βάση εκτιμήσεις ισραηλινών οργανώσεων ειρήνης και μόνο με βάση τα σχέδια ανέγερσης νέων εβραϊκών οικισμών που είχαν ανακοινωθεί ως τον Οκτώβριο του 2020 (συγκεκριμένα 12.159 κατοικίες) η χρονιά της πανδημίας αποδείχθηκε χρονιά ρεκόρ στην ανέγερση παράνομων οικισμών. Ποτέ άλλοτε, από το 2012 που ξεκίνησε την καταγραφή η οργάνωση Ειρήνη Τώρα, δεν ανακοινώθηκε ένας τόσος μεγάλος αριθμός εποικισμών, βάσει της έκθεσής της. Οι εποικισμοί πρέπει να αναφερθεί ότι έχουν καταδικαστεί κατ’ επανάληψη από τον ΟΗΕ, με πιο πρόσφατη ψηφοφορία αυτή του 2016, από την οποία απείχαν οι ΗΠΑ, όπως πάντα.

Το 2020 κορυφώθηκαν επίσης οι προσπάθειες οικονομικού στραγγαλισμού των Παλαιστινίων και της Παλαιστινιακής Αρχής, εν είδει τιμωρίας της επειδή απέρριψε το ισραηλινής έμπνευσης σχέδιο ειρήνευσης, που ισοδυναμεί με ακύρωση της Συμφωνίας του Όσλο και δεκάδων αποφάσεων του ΟΗΕ για ένα πλαίσιο επίλυσης που ως ακρογωνιαίους λίθους θα έχει ένα κυρίαρχο παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Δεν είναι μόνο η συρρίκνωση έως εξαφάνιση των διεθνών δωρεών χάρη στις οποίες συντηρείται η Παλαιστινιακή Αρχή που από κοινού με την παράνομη κατάσχεση των φόρων που υποχρεούται να παρέχει το Ισραήλ στη Ραμάλα τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια της Αρχής. Είναι επίσης η συντονισμένη προσπάθεια Ισραήλ και ΗΠΑ να τερματιστούν οι διεθνείς (αμερικανικές κατά βάση, μέσω της UNRWA) δωρεές προς τους παλαιστίνιους πρόσφυγες που ζουν στα γειτονικά κράτη, κυρίως σε Λίβανο, Συρία και Ιορδανία. Η προσπάθειά τους επιχειρήθηκε να καλυφθεί κι από μια απόφαση του ΟΗΕ να ακυρώσει το καθεστώς προσφύγων για τα παιδιά και τα εγγόνια όσων διώχθηκαν το 1948 από τα παλαιστινιακά εδάφη, που ευτυχώς δεν πέρασε. Αν περνούσε αυτή η απόφαση, που είχε κυρίως πολιτικά συνεπαγόμενα με την έννοια της παραγραφής των εγκλημάτων κατά των Παλαιστινίων το 1948, τότε η συντήρηση των εκατομμυρίων προσφύγων Παλαιστινίων θα γινόταν υπόθεση κρατών που είτε είναι χρεοκοπημένα είτε σε μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση! Κοινώς θα οδηγούνταν στην πείνα…

Αποδείχθηκε επομένως ότι τα διπλωματικά κέρδη που συγκέντρωσε το Ισραήλ δεν τα εξαργύρωσε στην κατεύθυνση επιβολής μιας λύσης με τους Παλαιστινίους υπό καλύτερους όρους, αλλά πάντα στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Χρησιμοποίησε την υποταγή τριών ακόμη αραβικών κρατών για να οξύνει την καταπίεση των Παλαιστινίων και να κάνει τη ζωή τους ακόμη πιο φριχτή και αφόρητη.

Η όξυνση της ισραηλινής επιθετικότητας, ως άμεσο αποτέλεσμα της εύνοιας που επέδειξε ο Τραμπ κατά τη θητεία του, προκάλεσε ωστόσο σοβαρότατες αντιδράσεις και στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της Παλαιστίνης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με εξαίρεση το ακροδεξιό απολυταρχικό καθεστώς της Ουγγαρίας και την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη, αυξάνονται με εκθετικό βαθμό οι αντιδράσεις απέναντι στην υπό εξέλιξη πολιτική εθνοκάθαρσης, που αντιγράφει τα έργα και τις ημέρες του νοτιοαφρικανικού απαρτχάιντ. Ενδεικτική ήταν η κοινή επιστολή 1.080 βουλευτών από 25 ευρωπαϊκές χώρες προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους ηγέτες τους, ενάντια στην παράνομη προσάρτηση από το Ισραήλ παλαιστινιακών εδαφών από τη Δυτική Όχθη. Έκφραση της συσσωρευμένης οργής εναντίον της βάρβαρης ισραηλινής κατοχής ήταν και η ανοιχτή διαφοροποίηση του επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Τζόζεπ Μπορέλ από το αμερικανο-ισραηλινό σχέδιο. Η ευρωπαϊκή στάση όσο κι αν βρίθει αντιφάσεων μιας και δε συνοδεύεται από οικονομικές κι άλλες κυρώσεις κατά του Ισραήλ, που δε διστάζει να ψηφίζει εν ω μεταξύ ακόμη και αδιανόητους για ένα δημοκρατικό κράτος νόμους φυλετικής καθαρότητας όπως έκανε το 2018, απέχει προς ώρας τουλάχιστον σημαντικά από την αποσταθεροποιητική στάση των ΗΠΑ.   

Κι εντός της Παλαιστίνης, ωστόσο, όσοι κι όσες πιστεύουν ότι η μακρά σιωπή που παρατηρούμε, μέσω μιας διερχόμενης από αλλεπάλληλα φίλτρα πληροφόρησης, θα διαρκέσει για πολύ …απατώνται. Η Παλαιστίνη βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η απώλεια των ελπίδων ειρηνικής επίλυσης του προβλήματος της κατοχής. Η δήλωση του 85χρονου προέδρου της Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, τον Μάιο του 2020 ότι η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και το κράτος της Παλαιστίνης παύουν πλέον να δεσμεύονται από τις υπογεγραμμένες συμφωνίες, «περιλαμβανομένων και των συμφωνιών ασφαλείας», αποτελεί σημείο τομής και μη επιστροφής στη Συμφωνία του Όσλο του 1993. Παράλληλα, η σταδιακή έξοδος από την πολιτική μιας γενιάς Παλαιστινίων που ταυτίστηκε με τις αυταπάτες συνοδεύεται από την αναβάθμιση του κύρους οργανώσεων και στελεχών της αντίστασης που έμειναν μακριά από τη συνδιαλλαγή με το Ισραήλ. Στο πλαίσιο αυτής της νέας ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των Παλαιστινίων, προς όφελος της πτέρυγας του αγώνα και σε βάρος των ενδοτικών, εξελίσσονται εδώ και μήνες οι διαπραγματεύσεις μεταξύ παλαιστινιακών οργανώσεων πότε στην Τουρκία και πότε στην  Αίγυπτο για τον καθορισμό κοινά αποδεκτής ημερομηνίας διεξαγωγής εκλογών, για πρώτη φορά μετά το 2006 όταν αμφιλεγόμενα κέντρα της Παλαιστινιακής Αρχής, με επικεφαλής τον Νταχλάν, απάντησαν με εμφύλιο στη νίκη της Χαμάς. Ως αποτέλεσμα έκτοτε η διάσπαση των Παλαιστινίων μεταξύ κυρίως της Φατάχ που ελέγχει τη Δυτική Όχθη και της Χαμάς που ελέγχει τη Γάζα, αποτελεί εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια αντίστασης. Μένει να δούμε αν ο Μαχμούντ Αμπάς κλείνοντας τον πολιτικό του κύκλο θα ακολουθήσει το δρόμο του Γιασέρ Αραφάτ, δηλαδή θα εγκαταλείψει τις ταλαντεύσεις και θα ανοίξει το δρόμο για μια νέα σελίδα αγώνα του λαού του, που θα φέρει πιο κοντά την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους σε σύγκρουση με τα σχέδια Ισραήλ και ΗΠΑ…

Βενεζουέλα: Τελειώνει η αμφισβήτηση του Τσαβισμού στις 6 Δεκεμβρίου;

Ιδιαίτερα κρίσιμη αναμέτρηση όχι μόνο για τον Τσαβισμό αλλά και για τη διεθνή κοινότητα, θα αποδειχθούν οι εκλογές της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου στη Βενεζουέλα για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης. Το αποτέλεσμά τους αναμένεται με ξεχωριστό ενδιαφέρον γιατί η προεξοφλημένη νίκη του Τσαβισμού θα σημάνει το τέλος της αμφισβήτησης της κυβέρνησης του Νικολά Μαδούρο που ξεκίνησε το 2015, όταν η δεξιά αντιπολίτευση πέτυχε μια συντριπτική εκλογική νίκη στην ψηφοφορία για την Εθνοσυνέλευση, κερδίζοντας με 65% κι εκλέγοντας 109 βουλευτές, έναντι 65 βουλευτών που είχε κερδίσει η αριστερή κυβέρνηση. Η πρώτη ήττα του Τσαβισμού μετά την πρώτη νίκη του Τσάβες το 1998 έστρωσε το δρόμο για την ανακήρυξη του Γκουαϊδό πρώτα σε πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης και στη συνέχεια σε «ενδιάμεσο πρόεδρο» της Βενεζουέλας πραγματοποιώντας ένα συνταγματικό πραξικόπημα, το οποίο αγκαλιάστηκε από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Η ψήφος των Βενεζολάνων υπέρ της Δεξιάς το 2015 ερμηνεύτηκε κυρίως ως ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στον Τσαβισμό και ειδικότερα απέναντι στον καλπάζοντα πληθωρισμό, τη διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα και τις ελλείψεις σημαντικών αγαθών.

Από τότε μέχρι σήμερα ωστόσο έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, παρότι οι αμερικανικές κυρώσεις συνεχίζουν να γονατίζουν την οικονομία της Βενεζουέλας. Με βάση τον Economist της 28ης Νοεμβρίου, οι αμερικανικές κυρώσεις έχουν κοστίσει διαφυγόντα έσοδα ύψους από 17 ως 31 δισ. δολ., ένα ποσό που αντιστοιχεί από το ένα τρίτο ως ένα πέμπτο του συρρικνωμένου ετήσιου ΑΕΠ της χώρας. «Μόνο αυτό το χρόνο η κυβέρνηση έπρεπε να συρρικνώσει τις εισαγωγές κατά το ήμισυ, επιδεινώνοντας τη φτώχεια», ανέφερε το βρετανικό έντυπο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία επομένως ότι η ευθύνη για την εξαθλίωση στη Βενεζουέλα ανήκει αποκλειστικά και μόνο στις αμερικανικές κυρώσεις. Παρόλα αυτά, το κλίμα έχει αντιστραφεί έκτοτε και θεωρείται βέβαιη η νίκη του Τσαβισμού στις εκλογές της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου, αν και μένει να αποδειχθεί η επίπτωση στο εκλογικό αποτέλεσμα της διάσπασης που παρατηρείται για πρώτη φορά στο στρατόπεδο των μπολιβαριανών δυνάμεων. Συγκεκριμένα, ξέχωρα από το μπλοκ πέριξ του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV), στις εκλογές θα πάρει μέρος με δικούς του υποψηφίους το μέτωπο Λαϊκή Επαναστατική Εναλλακτική (ARP), που έχει συγκροτηθεί με άξονα το Κομμουνιστικό Κόμμα και στο πρόγραμμα του περιλαμβάνεται η εμβάθυνση και ανάπτυξη του σοσιαλιστικού – επαναστατικού προσανατολισμού του Τσαβισμού.

Ο Νικολά Μαδούρο, που κέρδισε με τις εκλογές του 2019 μια δεύτερη εξαετή θητεία, έχει δεσμευθεί ότι θα σεβαστεί και θα αναγνωρίσει οποιοδήποτε εκλογικό αποτέλεσμα ανακοινωθεί το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου – περιττό να ειπωθεί ότι οποιαδήποτε σύγκριση με τις ΗΠΑ (από το χρόνο ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων, μέχρι τη στάση του νυν προέδρου) είναι περιττή και κατατάσσει τη χώρα του Τραμπ σε τριτοκοσμική μπανανία . Ο ίδιος ο Τραμπ και μαζί του η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν ανακοινώσει ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα, ακολουθώντας τον φαιδρό Γκουαϊδό που έχει καλέσει σε αποχή από τις εκλογές, έτσι ώστε να μην αναγνωρίσει τη νέα Εθνοσυνέλευση και να συνεχίσει να περιφέρεται στους διεθνείς οργανισμούς ως πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης! Γι’ αυτή τους τη στάση Τραμπ και Βρυξέλλες επικαλούνται πολλά επιχειρήματα, που είναι το ένα πιο γελοίο από το άλλο: από την πολιτική ένταξη των μελών του ανωτάτου εκλογικού δικαστηρίου στο Καράκας και την αμφισβήτηση της μυστικότητας της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μέχρι το φόβο της πανδημίας που υποτίθεται ότι θα μειώσει τη συμμετοχή στις εκλογές. Τα επιχειρήματα Τραμπ και ΕΕ, βάσει των οποίων αρνήθηκαν να στείλουν παρατηρητές στη Βενεζουέλα για να επιβλέψουν το αδιάβλητο των εκλογών, είναι σαθρά! Αν ίσχυαν για τη Βενεζουέλα γιατί δεν ίσχυαν  και για τις ΗΠΑ που ψήφισαν ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες έκτακτης ανάγκης πριν ένα μήνα; Και στις ΗΠΑ τα μέλη του ανωτάτου δικαστηρίου είναι ασυνήθιστα φιλικοί προς τους Ρεπουμπλικανούς, σε βαθμό να υπάρχει συζήτηση πλέον για το κατά πόσο έχει νόημα να συζητούμε περί ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, ενώ η αμφισβήτηση της λεγόμενης επιστολικής ψήφου και το επιχείρημα της χαμηλής συμμετοχής λόγω πανδημίας σε σημείο να ζητήσει αναβολή των εκλογών ήρθε από τον Τραμπ! Κι ό,τι ο Τραμπ απέτυχε να επιβάλει στις ΗΠΑ επιχειρεί να το επιβάλει στη Βενεζουέλα, με την ΕΕ να υιοθετεί αυτούσια τα επιχειρήματα του…

Η στάση ωστόσο που θα κρατήσει ο Τζο Μπάιντεν δεν έχει γίνει ακόμη γνωστή. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ακόμη και πολύ πρόσφατα έχει χαρακτηρίσει το Ν. Μαδούρο «απλά και ξάστερα δικτάτορα», ενώ έχει εκφράσει την υποστήριξή του στον κρετίνο Γκουαϊδό. Από την άλλη, οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας είναι σίγουρο ότι θα χρησιμοποιήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής για να αναθερμάνουν τις σχέσεις τους  με τη Βενεζουέλα. Μένει να δούμε αν στις ΗΠΑ ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να υποστηρίζει τον Γκουαϊδό κι έτσι αποδειχθεί συνέχεια του Τραμπ  κα μαζί με αυτόν την ίδια προσήλωση στα πραξικοπήματα και αποστροφή στις εκλογές επιδείξει και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών…

Η παρένθεση του Τζο Μπάιντεν

Για τους χιλιάδες αμερικανούς πολίτες που συγκεντρώθηκαν στην Ουάσινγκτον να γιορτάσουν τη νίκη του Τζο Μπάιντεν, φορώντας πολλοί εξ αυτών μακό του κινήματος Black Lives Matter με συνθήματα όπως Defund the Police, σημασία δεν είχε αυτό που ερχόταν, όσο αυτό που τελείωνε: Μια θητεία που απέδειξε ότι στην πολιτική ποτέ μην λες …ποτέ, μιας και αποδείχτηκε ότι είναι δυνατό να υπάρξει πρόεδρος χειρότερος ακόμη κι από τον Τζορτζ Μπους τζούνιορ: ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο δισεκατομμυριούχος 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να μην κήρυξε τόσους πολέμους όσους ο προκάτοχός του, σηματοδότησε ωστόσο με τα έργα του μια τόσο δεξιά στροφή που συγκρίνεται μόνο με την αντεπανάσταση του Ρέιγκαν: τα δισεκατομμύρια που έρρεαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του 1% και ο θεσμικός κι επίσημος ρατσισμός στο εσωτερικό και οι οικονομικοί πόλεμοι εναντίον όλων (από Κίνα μέχρι Καναδά, Μεξικό και Ευρώπη) στο εξωτερικό αποτέλεσαν την κορυφή του παγόβουνου μιας φιλόδοξης ατζέντας που ξεπέρασε κατά πολύ τα αμερικανικά σύνορα.

Το δυσάρεστο όχι μόνο για όσους ζητωκραύγαζαν υπέρ του Μπάιντεν αλλά και για όλο τον πλανήτη είναι ότι αυτή η ατζέντα  πολύ δύσκολα θα αλλάξει. Στα βασικά της κεφάλαια θα μείνει ίδια και απαράλλακτη.

Κατ’ αρχήν λόγω των γνωστών, σε όλο το πολιτικό φάσμα, αντικειμενικών συνθηκών. Το ανώτατο δικαστήριο κατά τη θητεία του Μπάιντεν θα ελέγχεται από μια ρεπουμπλικανική πλειοψηφία 6 στους 9, που δεν είναι συντριπτική μόνο με αριθμητικούς όρους αλλά και με ιδεολογικούς. Κατά πολλούς από τη δεκαετία του ‘30 έχουν να καθίσουν στις νευραλγικές θέσεις του δικαστές που να είναι τόσο βαθιά στρατευμένοι στα ιδανικά της οικογένειας, της θρησκείας, της οπλοφορίας και του ατομικού πλουτισμού κι εχθροί κάθε είδους κοινωνικής παροχής, όπως ακόμη και η υγεία. Μια κρίσιμη ψηφοφορία που αναμένεται τις επόμενες εβδομάδες για το νόμο της καθολικής φροντίδας υγείας που ψηφίστηκε επί Ομπάμα, αποτελώντας σκιά των εξαγγελιών του, θα δείξει με βάση όλες τις προβλέψεις πεντακάθαρα την ταξική μεροληψία του δικαστηρίου και θα λειτουργήσει σαν το τελευταίο καρφί στο νόμο που επιχείρησε να εξανθρωπίσει τον αμερικανικό καπιταλισμό. Οι συσχετισμοί του ανώτατου δικαστηρίου θα λειτουργήσουν ως απαράβατο όριο κάθε προσπάθειας του Μπάιντεν να στραφεί αριστερά, υιοθετώντας στοιχεία από το προεκλογικό πρόγραμμα του Μπέρνι Σάντερς.

Μια επιπλέον σειρά εμποδίων στον πρώην αντιπρόεδρο του Μπαράκ Ομπάμα  θέτουν οι συσχετισμοί στη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Στα εκλογικά αποτελέσματα υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση: Παρότι ο Μπάιντεν συγκέντρωσε αριθμό ψήφων ρεκόρ (77 εκ. μέχρι στιγμής έναντι 66 εκ. της Χ. Κλίντον το 2016 και του Μπ. Ομπάμα το 2012 και 70 εκ. του Μπ. Ομπάμα το 2008) είναι σίγουρο ότι δεν θα κερδίσει την πλειοψηφία και στα δύο σώματα. Η αδικία σε βάρος του Μπάιντεν γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν λάβουμε υπ’ όψη ότι ο αριθμός των ψήφων του αποτελεί ρεκόρ, μιας και κανένας άλλος πρόεδρος δεν έχει συγκεντρώσει τόσους πολλούς.  Ωστόσο, η άνοδος της συμμετοχής στις εκλογές (να λοιπόν που η πόλωση και ο διχασμός έχουν και τα καλά τους) οδήγησε σε αύξηση και τις ψήφους των Ρεπουμπλικανών. Ως αποτέλεσμα ο Μπάιντεν αναδεικνύεται με μια μικρή διαφορά, που μικραίνει ακόμη περισσότερο όταν μεταφράζεται σε θέσεις γερουσιαστών και βουλευτών, ελέω ενός βαθιά ολιγαρχικού και παραμορφωτικού, όχι απλώς πλειοψηφικού, εκλογικού συστήματος που διαθέτουν οι ΗΠΑ.

Από την άλλη είναι και ο …δρόμος. Εύκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι η πολιτική πίεση που άσκησαν τα εκατομμύρια εγχρώμων και λευκών διαδηλωτών που βγήκαν στους δρόμους των ΗΠΑ την άνοιξη και το καλοκαίρι για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην αστυνομοκρατία και τον ρατσισμό θα πάψει να υφίσταται. Δεν ισχύει ωστόσο το ίδιο για το αντίπαλο δέος. Τα κατακάθια της αμερικανικής κοινωνίας που βγήκαν στους δρόμους (ως απάντηση στο κίνημα BLM) βλέπε Proud Boys κι άλλοι πολλοί υπό τη σημαία της ανωτερότητας της λευκής φυλής, τώρα θα κληθούν στα όπλα, για να αντιμετωπίσουν το σοσιαλισμό που υποτίθεται θα φέρει ο Μπάιντεν. Με όλη την οργή που συσσωρεύει το αίσθημα αδικίας που φρόντισε να ενσταλάξει ο Τραμπ μιλώντας για εκλογική νοθεία. Ακόμη επομένως κι αν όλες οι προσφυγές του για ακύρωση ψήφων πέσουν στο κενό, η αμφισβήτησή του στα αποτελέσματα και την επιστολή ψήφο θα έχει καταφέρει να αποτελέσει την καύσιμη ύλη για μια εκστρατεία της αμερικανικής ακροδεξιάς μακράς διάρκειας (τουλάχιστον μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του 2022) που θα πιέζει τα προερχόμενα από τους Ρεπουμπλικανούς μέλη του Κογκρέσου και θα κόβει γέφυρες, αποτρέποντας τον 46ο αμερικανό πρόεδρο από την αναζήτηση ψήφων στα δεξιά του.

Η πιο άμεση πρόκληση ωστόσο για τον αμερικανό πρόεδρο βρίσκεται μπροστά του και είναι η αντιμετώπιση της πανδημίας. Ήδη στις ΗΠΑ τα ρεκόρ πέφτουν το ένα μετά το άλλο: Αριθμός διασωληνωμένων, κρούσματα και μετάδοση υπόσχονται τα χειρότερα. Με την ανάληψη των καθηκόντων του στις 20 Ιανουαρίου ο Τζο Μπάιντεν, αν για να δείξει την αλλαγή στάσης του στην κλιματική αλλαγή αρκεί η υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού,  για να στηρίξει το σύστημα υγείας θα πρέπει να προχωρήσει στη λήψη ουσιαστικών και δαπανηρών μέτρων. Επίσης, να συγκρουστεί με το σύμπλεγμα ασφαλιστικών – νοσοκομειακών και φαρμακευτικών εταιρειών που έχει αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνο για την ευημερία των Αμερικανών από το περίφημο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα. Η αναθεώρηση επί το ριζισπαστικότερο της υγειονομικής μεταρρύθμισης του Ομπάμα αποτελεί αίτημα της συντριπτικής πλειοψηφίας μεταξύ όσων συμφωνούν με τη διατήρησή της. Έρευνα του Fox News που διενεργήθηκε μεταξύ 26 Οκτωβρίου και 3 Νοεμβρίου σε 29.000 πολίτες από 50 Πολιτείες έδειξε ότι μόνο το 14% επιθυμεί να μείνει ως έχει. Το 40% επέλεξε την βελτίωσή της.

Ο βίος και η πολιτεία μέχρι σήμερα του Τζο Μπάιντεν τον έχουν χαρακτηρίσει ως άνθρωπο του κέντρου και γεφυροποιό. Αν το παρελθόν διατηρεί κάποια σημασία και προβλεπτική ικανότητα, και δεν επαληθευτεί η ρήση του Βίαντα του Πριηνέα «αρχή άνδρα δείξει» με το νέο πρόεδρο των ΗΠΑ να μην εκμεταλλεύεται τη συγκυρία και το αξίωμά του για μικρές έστω υπερβάσεις, τότε οι φτωχοί των ΗΠΑ θα συνεχίσουν να πληρώνουν βαρύτατο φόρο αίματος από την εξάπλωση της πανδημίας και μετά την 20η Ιανουαρίου. Κι έτσι μετά βεβαιότητας η θητεία Μπάιντεν θα αποτελέσει μια σύντομη παρένθεση στον μακρύ χειμώνα του Τραμπ…