Απορρίπτουν τον Νετανιάχου οι Εβραίοι των ΗΠΑ

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Άκρως ενδιαφέροντα και καθόλου προφανή είναι τα ευρήματα έρευνας που πραγματοποίησε το αμερικανικό κέντρο Pew Research Centre και δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 21 Μαΐου. Προς διάψευση μιας αντίληψης που θέλει τους Εβραίους των ΗΠΑ να συντάσσονται πίσω από τον Νετανιάχου και να υποστηρίζουν ομόθυμα τα εμπρηστικά και εγκληματικά του σχέδια, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων απορρίπτει τόσο το Νετανιάχου όσο και τον Τραμπ!

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τους τελευταίους 14 μήνες της θητείας Τραμπ αφότου η Ουάσινγκτον μετακίνησε την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Με βάση λοιπόν τα αποτελέσματα της έρευνας, η πλειοψηφία των Εβραίων στην Αμερική με συντριπτικό ποσοστό της τάξης 71% χαρακτηρίζονται ως Δημοκράτες ή δηλώνουν ότι κλίνουν προς το Δημοκρατικό Κόμμα (έναντι 26% που τάσσονται με το Ρεπουμπλικανικό), ενώ μια ακόμη μεγαλύτερη πλειοψηφία της τάξης του 73% απορρίπτουν την πολιτική του Τραμπ. Ποσοστό της τάξης του 76% επίσης δήλωναν ότι τα πράγματα στη χώρα τους είναι σε λάθος κατεύθυνση.

Πλήγμα στα σιωνιστικά σχέδια αποτέλεσε και η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ο Θεός έδωσε τη γη όπου βρίσκεται σήμερα το Ισραήλ στους Εβραίους. Οι περισσότεροι, το 42%, απάντησαν αρνητικά. Μόνο το 32% απάντησε θετικά, ενώ το 24% δήλωσε πώς δεν πιστεύει στο Θεό ή σε κάποια ανώτερη δύναμη. Κατά πλειοψηφία δε οι ερωτηθέντες (60%) απάντησαν πώς ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ.

Η αποστασιοποίηση των Εβραίων των ΗΠΑ από τα επεκτατικά σχέδια του σιωνιστή Νετανιάχου δεν αναιρεί τις θερμές σχέσεις που έχουν αναπτύξει με τον Νετανιάχου όχι μόνο χιλιάδες υπερορθόδοξοι Εβραίοι που σπεύδουν στα κατεχόμενα να κατοικήσουν στους επικοισμούς αλλά και κορυφαία λόμπι όπως το AIPAC. Αυτό που μάθαμε με την έρευνα του Pew είναι πώς το AIPAC, σε αντίθεση με άλλες εβραϊκές προοδευτικές αντι-σιωνιστικές οργανώσεις, που στηρίζει θερμά και υλικά τον Νετανιάχου δεν εκφράζει την άποψη της πλειοψηφίας των Εβραίων στις ΗΠΑ!

Η απόρριψη που δηλώνουν οι Εβραίοι των ΗΠΑ στα επεκτατικά σχέδια του Νετανιάχου, όσο και αν ακυρώνουν την κυρίαρχη φιλολογία που θέλει το Νετανιάχου να δρα ως αιχμή του δόρατος ενός ολόκληρου λαού, συμβαδίζει πλήρως με τα εκλογικά αποτελέσματα στο Ισραήλ. Τα τελευταία 2 χρόνια στο Ισραήλ έχουν διεξαχθεί 4 εκλογικές αναμετρήσεις, χωρίς το κόμμα του Νετανιάχου, Λικούντ, να καταφέρνει να σχηματίσει κυβέρνηση, ενώ σε 1 εξ αυτών των αναμετρήσεων (Σεπτέμβριος 2019) δεν εξελέγη καν πρώτο κόμμα. Τον Απρίλιο του 2019 το Λικούντ συγκέντρωσε 35 έδρες και 26,46% των ψήφων, τον Σεπτέμβριο του 2019 συγκέντρωσε 32 έδρες και 25,10% των ψήφων, τον Μάρτιο του 2020 κέρδισε 36 έδρες και 29,46% των ψήφων και στις τελευταίες εκλογές τον Μάρτιο του 2021 το Λικούντ κέρδισε το χαμηλότερο ποσοστό του 24,2% και τις λιγότερες έδρες, μόλις 30! Ο δε συνασπισμός πέριξ του Λικούντ εξασφάλισε μόλις 52 έδρες, που υπολείπονται κατά 9 των αναγκαίων εδρών για να εξασφαλίσει τη δηλωμένη της Κνεσέτ, που έχει 120 έδρες.

Η πολιτική κρίση στην οποία παραδέρνει το Ισραήλ είναι αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών του ίδιου του Νετανιάχου («Μπίμπι» για τους φίλους) ο οποίος υπονομεύει κάθε προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης, εκμεταλλευόμενος την πρώτη θέση του Λικούντ, ώστε να αποτρέψει το ενδεχόμενο να οδηγηθεί σε ειδικό δικαστήριο. Η εκδίκαση και η φυλάκιση του Νετανιάχου ωστόσο είναι απλώς θέμα χρόνου. Τα σκάνδαλα στα οποία έχει αναμιχθεί είναι τόσα πολλά που δεν πρόκειται να γλιτώσει.

Η στάση των Εβραίων από τις ΗΠΑ και των Ισραηλινών που αρνούνται να του δώσουν με την ψήφο τους λευκή επιταγή υπογραμμίζει την αποτυχία του Νετανιάχου να εξασφαλίσει ειρήνη, όσο υπάρχει καθεστώς κατοχής για τους Παλαιστίνιους. Επίσης, ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να μιλάει εξ ονόματος του λαού του, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι ειδικά στο Ισραήλ η απόρριψη του Νετανιάχου ισοδυναμεί με μια στροφή των ψηφοφόρων στη λύση των δύο κρατών, που αποτελεί την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ειρήνη στην περιοχή. Μέχρι τότε δυστυχώς υπάρχει πολύ δρόμος…

Τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή και ο ρόλος της Τουρκίας, συνέντευξη Λεωνίδα Βατικιώτη στον Πάρη Καρβουνόπουλο

Πηγή: Militaire

Η σοβαρή κρίση στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Λωρίδα της Γάζας απασχολεί όλο τον κόσμο που ανησυχεί για την κλιμάκωση της. Ωστόσο όπως εξηγεί ο δημοσιογράφος Λεωνίδας Βατικιώτη, έμπειρος στην ανάλυση των θεμάτων που έχουν να κάνουν με την αραβοϊσραηλινό διαμάχη, όσα βλέπουμε να εξελίσσονται αυτές τις ημέρες είναι κυρίως “έργο” του Μπ.Νετανιάχου, ο οποίος εξυπηρετεί την προσωπική του στρατηγική. Εξηγεί αναλυτικά την άποψη του και περιγράφει τις συνθήκες ζωής των Παλαιστίνιων οι οποίες γίνονται όλο και πιο δραματικές και δύσκολες. 

Ο Λεωνίδας Βατικιώτης μιλά για το ρόλο και τις επιδιώξεις της Τουρκίας στην περιοχή και μας υπενθυμίζει κάτι που μάλλον δεν θέλουμε να θυμόμαστε: η αδιαφορία της πολιτισμένης Δύσης για όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη έχει δώσει άπλετο χώρο στον Ερντογάν να παριστάνει τον προστάτη τους.

Φωτιά στην Παλαιστίνη και την Μέση Ανατολή βάζει ο Νετανιάχου

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Φωτιά σε ολόκληρη την Μέση Ανατολή κι όχι μόνο στην Παλαιστίνη επιχειρεί να βάλει ο υπόδικος Μπενιαμίν Νετανιάχου για να γλιτώσει το δικαστήριο!

Τα δραματικά και αιματηρά γεγονότα που εξελίσσονται τις τελευταίες εβδομάδες στην ανατολική Ιερουσαλήμ με επίκεντρο το τέμενος του Αλ Ακσά είναι μια χονδροειδής προβοκάτσια εκ μέρους του Ισραήλ με ένα και μοναδικό ζητούμενο: την δημιουργία μιας έκρυθμης κατάστασης έκτακτης ανάγκης που θα εδραιώσει τη θέση του αμφιλεγόμενου και διεφθαρμένου Νετανιάχου στην πολιτική σκηνή της χώρας του η οποία βυθίζεται στην κρίση. Ό,τι έκανε και ο σφαγέας της Βηρυτού, Αριέλ Σαρόν, προκαλώντας τη δεύτερη ιντιφάντα …

Αφορμή για τις πρόσφατες διαδηλώσεις των Παλαιστίνιων στάθηκε η επιχειρούμενη έξωση 6 οικογενειών από τα σπίτια τους στη ανατολική Ιερουσαλήμ όπου ζούσαν επί έναν αιώνα, ώστε να υλοποιηθεί ένα ακόμη σχέδιο εποικισμού.

Η υφαρπαγή γης στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και η προσάρτησή της στο Ισραήλ είναι μια πάγια πρακτική των Εβραίων εποίκων, που επιχειρούν με αυτόν τον τρόπο να εξαφανίσουν την ιστορική Παλαιστίνη και να διευρύνουν τα γεωγραφικά όρια του Ισραήλ. Ειδικότερα όμως στην ανατολική Ιερουσαλήμ η προσπάθεια του Ισραήλ είναι να κάνει τη ζωή των Αράβων …αβίωτη ώστε να σηκωθούν να φύγουν και οι περιουσίες τους να περάσουν στο εβραϊκό κράτος. Έτσι, να στερείται νοήματος όχι μόνο το αίτημα, που έχει κατ’ επανάληψη ψηφιστεί από τον ΟΗΕ για παλαιστινιακό κράτος, αλλά και για ανακήρυξη της ανατολικής Ιερουσαλήμ σε πρωτεύουσά του…

Ενώ η εποικιστική προσπάθεια του Ισραήλ είναι συνεχής και καθημερινή, όσο συνεχής είναι και η καταδίκη των πράξεων του από τη διεθνή κοινότητα όπως για παράδειγμα την ΕΕ που χαρακτηρίζει παράνομους όλους τους εβραϊκούς εποικισμούς, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών μόνο συνηθισμένα δεν ήταν. Ενώ όλη την προηγούμενη εβδομάδα η σύγκρουση γύρω από την παλαιστινιακή γειτονιά Σεΐχ Τζαρά κορυφωνόταν, λάδι στη φωτιά των συγκρούσεων έριξε η απαγόρευση των δυνάμεων κατοχής προς τους Άραβες να επισκεφθούν το τέμενος Αλ Ακσά που για τους μουσουλμάνους αποτελεί το τρίτο πιο ιερό μνημείο, μετά την Μέκα και την Τζέντα. Οι προκλήσεις των Ισραηλινών κορυφώθηκαν με μαζικές διαδηλώσεις τους στην πύλη της Δαμασκού όπου, ζηλεύοντας τη δόξα των Ναζί στη Γερμανία της δεκαετίας του ’30 ζητωκραύγαζαν «θάνατος στους Άραβες» και ζητούσαν να τους διώξουν από την Ιερουσαλήμ.

Τα πράγματα μπορούσαν να γίνουν ακόμη χειρότερα κι όλοι το ήξεραν γιατί την Δευτέρα 10 Ιουνίου αναμενόταν η απόφαση του δικαστηρίου για την έξωση των παλαιστινιακών οικογενειών από τη Σεΐχ Τζαρά, ό,τι τέλος πάντων μπορούσαν να περιμένουν και οι Εβραίοι τη δεκαετία του ’30 αν προσέφευγαν σε ένα γερμανικό δικαστήριο… Η Δευτέρα 10 Μαΐου ωστόσο είναι η ημέρα που ο Σιωνισμός γιορτάζει την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ στον πόλεμο των 6 ημερών, το 1967. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι Σιωνιστές βγαίνουν στους δρόμους περιφέροντας το μίσος τους εναντίον των Αράβων. Σοβαροί πολιτικοί του Ισραήλ, προφανώς μετριοπαθείς, έκαναν απεγνωσμένες εκκλήσεις να μην ανακοινωθεί η απόφαση του δικαστηρίου την Δευτέρα 10 Μαΐου για να αποφευχθούν μοιραίοι κι αναπόφευκτοι συνειρμοί. Να μη θεωρηθεί δηλαδή ότι η έξωση των Παλαιστινίων στο πλαίσιο του εποικισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση της εθνοκάθαρσης κατά των Αράβων που ξεκίνησε με τη Νάκμπα το 1948 και κορυφώθηκε με τον Πόλεμο των 6 ημερών με άλλα …μέσα. Εις μάτην…

Το δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του τη Δευτέρα, προς μεγάλη χαρά των Σιωνιστών μιας κι έτσι την ίδια μέρα από τους Ισραηλινούς γιορτάστηκε τόσο η κατάκτηση της ανατολικής Ιερουσαλήμ όσο και η δικαστική ήττα των έξι οικογενειών που διεκδικούσαν να συνεχίσουν να μένουν εκεί που ζούσαν εδώ κι έναν αιώνα.

Από την άλλη μεριά αναμενόμενη ήταν και η οργισμένη αντίδραση των Παλαιστινίων για πολλούς λόγους: Όχι μόνο γιατί αποκαλύφθηκε ότι η ισραηλινή δικαιοσύνη είναι μεροληπτική και όργανο του πιο επιθετικού και βάρβαρου Σιωνισμού. Οι πύραυλοι που έριξε η Χαμάς από τη Γάζα ήταν η αναμενόμενη και πλήρως προβλέψιμη απάντησή της στην είσοδο του ισραηλινού στρατού στο τέμενος του Αλ Ακσά που πραγματοποιήθηκε την ίδια ακριβώς μέρα, τη Δευτέρα! Η Χαμάς έθεσε τις κόκκινες γραμμές για όλη την παλαιστινιακή αντίσταση που θεωρεί αδιαπραγμάτευτη την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους, όχι μόνο ως θρησκευτικού συμβόλου!

Η ασύμμετρη απάντηση του εβραϊκού κράτους, με αεροπορικές επιθέσεις που οδήγησαν στο θάνατο 20 Παλαιστίνιους οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν γυναικόπαιδα, έδειξε ταυτόχρονα ότι η κλιμάκωση της σύγκρουσης με τους Παλαιστίνιους αποτελεί στρατηγική επιλογή. Επίσης, ότι το Ισραήλ δεν επιθυμεί την ειρήνη και την αρμονική συμβίωση με τους Παλαιστίνιους στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ (παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του 1967, με δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων και πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ) αλλά οικοδομεί ένα κράτος απαρτχάιντ, ανάλογο της Νότιας Αφρικής στηριγμένο στην εθνική και φυλετική καθαρότητα και τις διώξεις με βάση τη φυλή και το θρήσκευμα.

Η στρατηγική επιλογή του Νετανιάχου να ποντάρει στην όξυνση της καταπίεσης των Παλαιστινίων με σημείο αναφοράς την ανατολική Ιερουσαλήμ φάνηκε επίσης με αφορμή τις εσχάτως ματαιωθείσες παλαιστινιακές εκλογές. Η είσοδος του 2021 δημιούργησε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ελπίδες για το Παλαιστινιακό με αφορμή τη συμφωνία μεταξύ Φατάχ και Χαμάς για τη διενέργεια βουλευτικών και προεδρικών εκλογών στις 22 Μαΐου και 31 Ιουλίου. Η διενέργεια εκλογών στη Δυτική Όχθη και την Γάζα δημιούργησε για πρώτη φορά αισιοδοξία υπέρβασης της αντιπαλότητας μεταξύ Φατάχ η οποία ελέγχει τη Δυτική Όχθη και Χαμάς, η οποία ελέγχει τη Γάζα. Ο διχασμός κρατάει από το 2006 όταν ένοπλες παλαιστινιακές δυνάμεις, προφανώς …αυτοβούλως και υπό την ηγεσία του Μοχάμεντ Νταχλάν, ανέλαβαν να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που προκάλεσε στον ιμπεριαλισμό η εκλογική νίκη της ισλαμιστικής μεν αλλά ανυποχώρητης και γι’ αυτό σεβαστής απ’ όλους Χαμάς. Η ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ Χαμάς και δυνάμεων του Νταχλάν οδήγησε στην παρανομία της Χαμάς στην ανέκαθεν κοσμική Δυτική Όχθη και στην απόλυτη κυριαρχία της στην ανέκαθεν μουσουλμανική Γάζα.

Ο διχασμός αποτέλεσε θείο δώρο για το Ισραήλ γιατί δίπλα σε όλες τις άλλες δικαιολογίες με τις οποίες αρνούνταν να εκπληρώσει τις διεθνείς υποχρεώσεις του πρόσθεσε ακόμη μία: Ότι η Παλαιστίνη στερείται αντιπροσωπευτικής και ενιαίας πολιτικής ηγεσίας. Το γεγονός φυσικά ότι αυτό συνέβη κατόπιν δικής του παρέμβασης έμενε ασχολίαστο…

Οι ελπίδες που δημιούργησε η εξαγγελία των εκλογών αποδείχθηκαν πολύ μεγάλες για να είναι αληθινές, όταν στα τέλη Απριλίου ο προερχόμενος από τη Φατάχ 86χρονος πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, που βρίσκεται στην εξουσία από το 2006 ανακοίνωσε προς έκπληξη πολλών την ακύρωση των εκλογών! Για την απόφασή του επικαλέστηκε την απόφαση των Ισραηλινών να μην επιτρέψουν στους Παλαιστίνιους της κατεχόμενης ανατολικής Ιερουσαλήμ να πάρουν μέρος στην ψηφοφορία. Αυτή η απόφαση του Ισραήλ αποδοκιμάστηκε ακόμη και από τον επικεφαλής της Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ, Τζόζεφ Μπορέλ, που κάλεσε το Ισραήλ να διευκολύνει τη διενέργεια των εκλογών σε όλα τα παλαιστινιακά εδάφη.

Εκ πρώτης όψεως η απόφασή του Αμπάς (που χαρακτηρίστηκε πραξικοπηματική από τη Χαμάς) έμοιαζε εύλογη: Οι εκλογές θα κατέληγαν στη δικαίωση του Ισραήλ που έχει θέσει ως ύψιστο στόχο του την προσάρτηση της ανατολικής Ιερουσαλήμ και την ακύρωση του στόχου να αναγορευτεί πρωτεύουσα του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους. Μια δεύτερη ανάγνωση ωστόσο πείθει ότι ακόμη κι έτσι τα οφέλη των Παλαιστινίων από την υπέρβαση του διαχωρισμού μεταξύ Γάζας και Δυτικής Όχθης θα ήταν απείρως περισσότερα από το νέο διχασμό που θα δημιουργούταν μεταξύ Γάζας – Δυτικής Όχθης από την μια και ανατολικής Ιερουσαλήμ από την άλλη.

Στην απόφαση του Αμπάς, ο οποίος μάλλον έχασε την τελευταία ευκαιρία της ζωής του να ενώσει τον λαό του, μάλλον βάρυναν καθοριστικά οι εξελίξεις που πυροδότησαν οι εκλογές. Αρχικά, η αναμφισβήτητη πρωτιά της Χαμάς όχι μόνο στη Γάζα αλλά και στη Δυτική Όχθη.

Επίσης, οι εξελίξεις εντός της Φατάχ. Η συμμετοχή στις εκλογές τριών ψηφοδελτίων με ηγέτες προερχόμενους από τη Φατάχ προεξοφλούσε όχι μόνο το πολιτικό τέλος του κέντρου που ηγούταν ο Αμπάς αλλά επίσης μια πρωτόγνωρη πόλωση κι επιπλέον ένα μέτωπο αγώνα που θα προκαλούσε ριζικές αλλαγές στον προσανατολισμό του παλαιστινιακού κινήματος. Οι τρεις επικεφαλής είναι: ο ηγέτης της ιντιφάντα του 1987 και του 2000 Μαρουάν Μπαργούτι που παραμένει στις φυλακές του Ισραήλ καταδικασμένος πολλές φορές ισόβια με την κατηγορία πέντε δολοφονιών, αλλά κατά κοινή ομολογία εντελώς αυθαίρετα μόνο και μόνο για να ακυρωθεί το τεράστιο πολιτικό του κεφάλαιο. Δεύτερος, ο Νασέρ αλ Κίντβα αντιπρόσωπος της Παλαιστίνης στον ΟΗΕ και ανιψιός του Αραφάτ που διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με τον 61χρονο Μπαργούτι και τρίτος, ο σκοτεινός …Μοχάμεντ Νταχλάν, που εκπροσωπεί ό,τι πιο ενδοτικό, συμβιβασμένο και διεφθαρμένο διαθέτει στους κόλπους της η Παλαιστινιακή Αρχή. Οι εκλογές θα διαμόρφωναν έναν εντελώς διαφορετικό πολιτικό τοπίο στην Παλαιστίνη, αναγεννώντας τις ελπίδες δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους, βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ. Απ’ ότι φάνηκε όμως δεν ήταν μόνο οι Ισραηλινοί που φοβήθηκαν τις προοπτικές επιστροφής των Παλαιστινίων στους δρόμους του αγώνα…

Δεν είναι ειρωνεία της τύχης αλλά το τίμημα της πολιτικής έντασης, μια συγκρίσιμη πολιτική κρίση που βιώνει το Ισραήλ όπου εδώ και δύο χρόνια έχει πραγματοποιήσει τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις, χωρίς να καταφέρει να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση. Τελευταία φορά ήταν στις 4 Απριλίου όταν το κόμμα του Νετανιάχου, του μακροβιότερου πρωθυπουργού του εβραϊκού κράτους, συγκέντρωσε 52 έδρες, θέλοντας 61 για να εξασφαλίσει πλειοψηφία. Αιτία της μετατροπής του Ισραήλ σε εβραϊκή Banana Republic, κατά τη ρήση του αρθρογράφου των New York Times Τόμας Φρίντμαν, είναι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου που έχει μετέλθει κάθε μέσου το οποίο είναι ανθρωπίνως δυνατό για να αποφύγει το ειδικό δικαστήριο. Διεφθαρμένος μέχρι μυελού οστέων κι εκμεταλλευόμενος στο έπακρο την εκλογική επιρροή του Λικούντ, που όμως πάντα υπολείπεται της αναγκαίας για σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης, ο Νετανιάχου βρίσκεται στην εξουσία από το 2009 καταφεύγει κάθε φορά σε εκλογές ώστε να ακυρώσει το ενδεχόμενο εκλογής κυβέρνησης που θα τον κάνει να λογοδοτήσει…

Η βαθιά πολιτική σαπίλα που υπάρχει στην «μοναδική δημοκρατία της Μέσης Ανατολής», όπως πολλοί μάλλον κατ’ ευφημισμό ή ως ένδειξη χιούμορ αρέσκονται να χαρακτηρίζουν το Ισραήλ, σκεπάζεται με την καταφυγή στον πολιτικό εξτρεμισμό, όπως συνέβη τη Δευτέρα 10 Μαΐου, όταν οι Σιωνιστές εισέβαλαν στο τέμενος του Αλ Ακσά και δικαίωσαν δικαστικά το πρόγραμμα εποικισμού υπό τις ιαχές του αφιονισμένου όχλου τιμώντας έτσι την ημέρα της εβραϊκής Ιερουσαλήμ.

Αναγκαίο να ειπωθεί ότι τα επεκτατικά σχέδια του Ισραήλ εκθέτουν ανεπανόρθωτα τις μοναρχίες των αραβικών και μουσουλμανικών κρατών που έσπευσαν το 2019, υπό τις οδηγίες του Τραμπ, να κανονικοποιήσουν τις σχέσεις τους με το εβραϊκό κράτος, ελπίζοντας σε «δουλειές» για τις οικογένειές τους με το Ισραήλ. Συγκεκριμένα, Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σουδάν και Μαρόκο στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ προσέφεραν στο Ισραήλ την πολυπόθητη νομιμοποίηση, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αιγύπτου και της Ιορδανίας και γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους προγενέστερες αποφάσεις που έθεταν ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κανονικοποίηση τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ. Πλέον καλούνται να απολογηθούν. Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν σε όλες τις χώρες της περιοχής ως απάντηση στα ισραηλινά εγκλήματα αποδεικνύουν ότι ακόμη και σήμερα το Παλαιστινιακό, ως συνέπεια του ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού, συνεχίζει να αποτελεί αιτία ριζοσπαστικοποίησης. Και η υποστήριξη στους Παλαιστίνιους υποχρέωση κάθε δημοκρατικού πολίτη.

Χωρίς ρήξεις και με κρίσιμα διατάγματα συμβολικής σημασίας ξεκίνησε η θητεία Μπάιντεν

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια, όταν εγκαταστάθηκε ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο και άρχισε να υπογράφει ένα – ένα τα προεδρικά διατάγματα για την ακύρωση της συμμετοχής των ΗΠΑ στη Συμφωνία για το Κλίμα, για την έναρξη του εμπορικού πολέμου με Μεξικό, Καναδά, Κίνα, κ.α. δημιουργήθηκε ένα ερώτημα: Κατά πόσο εκείνη η έξαψη οφειλόταν στον ενθουσιασμό που διακατέχει κάθε νεοφώτιστο και θα περάσει ή ήρθε για να μείνει. Τα χρόνια που ακολούθησαν διέψευσαν όσους πίστευαν ότι ο Τραμπ θα ακολουθούσε την πεπατημένη.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Μπάιντεν κατέβαλε μια ανάλογη προσπάθεια να δείξει ότι οι ΗΠΑ αλλάζουν πορεία σε ορισμένα επιλεκτικά και συμβολικά πεδία, όπως είναι για παράδειγμα απέναντι στην κλιματική αλλαγή με αφορμή την ακύρωση της άδειας κατασκευής του γιγαντιαίου αγωγού μεταφοράς πετρελαίου Keystone XL, το θέμα των μεταναστών με αφορμή την επαναφορά του δικαιώματος εισόδου στις ΗΠΑ πολιτών μουσουλμανικών χωρών, το θέμα του σεβασμού στους πολυμερείς οργανισμούς με αφορμή το πάγωμα της διαδικασίας αποχώρησης των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τέλος το κοινωνικό ζήτημα, με αφορμή την πρωτοβουλία του νέου προέδρου να υπογράψει την αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια και την επανέναρξη των συσσιτίων για τους φτωχούς. Ο κατακλυσμός των προεδρικών διαταγμάτων αποτέλεσε τομή με τη θητεία Τραμπ. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει κι αφορά την επομένη από το σβήσιμο των φώτων: Ο Μπάιντεν θα κλείσει οριστικά το κεφάλαιο που άνοιξε ο Τραμπ ή θα αποδειχθεί μια σύντομη παρένθεση;  Το ερώτημα αποκτά βαρύτητα δεδομένου ότι ο Τραμπ δεν είναι πλέον αουτσάιντερ στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, όπως ήταν το 2016. Τα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του έστρεψε το κόμμα πιο δεξιά οδηγώντας το σε συγχρωτισμό με την άκρα Δεξιά σε τέτοιο σημείο ώστε το 53% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων να δηλώνει σε δημοσκόπηση ότι προτιμά τον πρώην πρόεδρο ως επόμενο υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών. Έπεται ο Μάικ Πενς που συγκεντρώνει το 12% των προτιμήσεων μόλις! Υπάρχουν και χειρότερα: Στην τρίτη θέση των επιλογών των δεξιών ψηφοφόρων βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο μεγαλύτερος γιός του 45ου προέδρου… Κρατάμε επομένως ότι το Ρεπουμπλικανικό κόμμα του 2021 ταιριάζει πλέον περισσότερο στον Τραμπ.

Εκεί που αναμφισβήτητα θα κάνει τη διαφορά ο Τζο Μπάιντεν είναι στο θέμα του κλίματος. Ήδη η επιστροφή των ΗΠΑ στην συμφωνία του Παρισιού είναι γεγονός κι αυτό όχι για να ικανοποιήσει τους δημότες της γαλλικής πρωτεύουσας όπως δήλωσε ο Ρεπουμπλικανός Τεντ Κρους για να εισπράξει μια πληρωμένη απάντηση από την Αλεξάνδρια Οκάσιο Κορτές η οποία τον ρώτησε αν ο σεβασμός στη Συνθήκη της Γενεύης επιβάλλεται χάρη της θετικής άποψης των κατοίκων της ελβετικής πόλης… Η επιστροφή των ΗΠΑ στη Συνθήκη του Παρισιού, που ως κορυφαίο στόχο έχει τη δέσμευση να μην υπερβεί η αύξηση της θερμοκρασίας μέχρι το τέλος του αιώνα τους 2 βαθμούς Κελσίου και στην καλύτερη περίπτωση τους 1,5 βαθμούς, όπως και ο δεσμευτικός στόχος για απανθρακοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των ΗΠΑ ως το 2035, πέραν του αναγκαίου σεβασμού στο περιβάλλον εξυπηρετούν και τα ηγεμονικά σχέδια των ΗΠΑ. Η υποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και τους κλιματικούς στόχους, επέτρεψε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα να αναπτύξουν διμερείς συμφωνίες και να πρωταγωνιστήσουν σε μια τεχνολογία αιχμής που θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες, σε βάρος ή έστω εν απουσία των αμερικανικών συμφερόντων.

Προτεραιότητα για το νέο αμερικανό πρόεδρο αποτελεί και η Ευρώπη. Η βελτίωση των διμερών σχέσεων θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να ανάψει εκ νέου τις μηχανές του ΝΑΤΟ, ακυρώνοντας αποσχιστικές και υπονομευτικές τάσεις όπως του Μακρόν που είχε χαρακτηρίσει το βορειοατλαντικό σύμφωνο ως κλινικά νεκρό. Για τον Μπάιντεν το κλείσιμο των ρηγμάτων στο ΝΑΤΟ, που θα σηματοδοτήσει και τη διακοπή της προσέγγισης Μόσχας – Βερολίνου, αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για το μακροπρόθεσμο σχέδιο αντιμετώπισης της Ρωσίας. Άμεσα, με αφορμή την ανάγκη έναρξης διαπραγματεύσεων για την ανανέωση της Συνθήκης μείωσης των πυρηνικών New Start που λήγει στις 5 Φεβρουαρίου, θα δούμε ενσταντανέ που επί Τραμπ δεν είδαμε λόγω των ανόητων κατηγοριών που εξαπέλυαν οι Δημοκρατικοί στον Τραμπ, περί υπόγεια συνεργασίας με τον Πούτιν. Ωστόσο, καίτοι το κλίμα εντός των ΗΠΑ ήταν ψυχροπολεμικό κατά της Ρωσίας, οι διμερείς σχέσεις τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια δεν δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα, με εξαίρεση το Nord Stream 2. Στο εξής αυτό το ιδιότυπο μορατόριουμ, με ευθύνη των ΗΠΑ, τερματίζεται!

Σε διαφορετική κατεύθυνση θα κινηθούν οι σχέσεις με την Κίνα: Προς ταχεία αναθέρμανση! Ταυτόχρονα οι δασμοί που επέβαλλε ο Τραμπ είναι πολύ αμφίβολο αν και πότε θα ανακληθούν. Έτσι, ενώ σε πολιτικό επίπεδο θα υπάρξει μια σύντομη επιστροφή στις μέρες του Ομπάμα, σε οικονομικό επίπεδο ελάχιστα θα αλλάξουν. Tο σύνθημα «Η Αμερική Πρώτα» μπορεί να μην το ξαναδούμε σε μακό, καπελάκια και μπάνερ, θα συνεχίσουμε όμως να το βλέπουμε στην πράξη. Ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να επιβάλλει στο αμερικανικό δημόσιο πολιτική προτίμησης προμηθειών από εγχώριους παραγωγούς ενώ θεωρείται σίγουρη η επιβολή ενός νέου φόρου σε όσες εταιρείες των ΗΠΑ δημιουργούν και διατηρούν θέσεις εργασίας στο εξωτερικό. Κι όσο για τις αντιδράσεις που αναμένεται να προκύψουν εκ μέρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στους κανόνες φιλελευθεροποίησης του οποίου αναγκάστηκαν να πειθαρχήσουν όλες οι χώρες του κόσμου) θα μάθουμε για μια κόμη φορά ότι μερικοί κόμποι δεν λύνονται, …κόβονται. Οι ΗΠΑ δείχνοντας την αποφασιστικότητα τους να συνεχίσουν την πολιτική του Τραμπ στο μέτωπο του προστατευτισμού επιδιώκουν την μεταρρύθμιση του ΠΟΕ σε μια κατεύθυνση που λίγο πολύ όλοι μπορούμε να φανταστούμε: μερικές χώρες να είναι πιο ίσες από τις άλλες…

Αυτούσια θα εφαρμοστεί η πολιτική του Τραμπ και στο Παλαιστινιακό. Ο Μπάιντεν έχει δηλώσει πώς δεν πρόκειται να στείλει την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Τελ Αβίβ όπου ήταν μέχρι και το 2018 , πριν ο Τραμπ διατάξει τη μεταφορά της στη Ιερουσαλήμ. Αυτή όμως η επιλογή ευνοεί τα σιωνιστικά επεκτατικά σχέδια και υπονομεύει, στην πράξη ακυρώνει, τις αποφάσεις του ΟΗΕ για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ. Την ίδια ώρα που ο Μπάιντεν θα στηρίζει τα εμπρηστικά σχέδια του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή σε βάρος των Παλαιστινίων, έστω δια τη ανοχής του, αποστάσεις φέρεται ότι θα κρατήσει από τη Σαουδική Αραβία, την οποία χαρακτήρισε «κράτος παρία», ενώ θέμα χρόνου είναι μια συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ το ενδιαφέρον του για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας ποτέ δεν έφτασε στο σημείο υιοθέτησης αιτημάτων που θα έβαζαν ένα τέρμα στην γιγάντωση των κατασταλτικών μηχανισμών. Η αστυνομία έτσι θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται πλουσιοπάροχα, όπως συνέβαινε επί Τραμπ και επί Ομπάμα, όταν κάθε χρονιά ο αριθμός των έγχρωμων που σκοτώνονταν από αστυνομικά πυρά μεγάλωνε…

Οι ταλαντεύσεις και οι αμφισημίες του Μπάιντεν, εντός κι εκτός των ΗΠΑ, ακόμη και τώρα που οι εικόνες από την ορκωμοσία είναι νωπές και πιο νωπές ακόμη κι απειλητικές είναι οι εικόνες από την εισβολή των ακροδεξιών στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, δεν εγγυώνται ότι το πείραμα Τραμπ θα περάσει στην ιστορία, όπως θα μπορούσε να συμβεί αν ο Μπάιντεν επέλεγε τομές, εντός των ορίων έστω του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ. Αν για παράδειγμα ακύρωνε μέρος των φοιτητικών χρεών, αν δημιουργούσε σύστημα καθολικής υγειονομικής ασφάλισης για όλους, αν αφιέρωνε μέρος από τα 1,9 τρισ. δολ. του νέου πακέτου υποστήριξης της οικονομίας για να υποστηρίξει τις δημόσιες υποδομές, κ.α. Αρνούμενος να προβεί σε τέτοιες ρήξεις η οριακή πλειοψηφία που έχει συγκεντρώσει σε Γερουσία και Βουλή είναι πολύ πιθανό να έχει την τύχη της αντίστοιχης πλειοψηφίας που είχε συγκεντρώσει κι ο Ομπάμα το 2008: να φυλλορροήσει στις επόμενες ενδιάμεσες εκλογές, ανοίγοντας το δρόμο για την επιστροφή του Τραμπ ή κάποιου ομοιώματός του…

Facebook και Twitter λογόκριναν τον Τραμπ για να σώσουν το τομάρι τους και τις 26 πιο …βρόμικες λέξεις του κόσμου

Η απόφαση των δύο μεγαλύτερων ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης να αναστείλουν τους λογαριασμούς του αμερικανού προέδρου, μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, εκ πρώτης όψεως έβριθε ηθικών διλημμάτων που δεν απαντώνται εύκολα για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και κραυγαλέων αντιφάσεων που προκαλούν γέλιο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές: αν κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση της πρόσβασης στο Twitter του αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί μια νέα αιματοχυσία, γιατί θεωρήθηκε αδιάφορη η συνέχιση της διατήρησης εκ μέρους του των κωδικών του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Το Twitter είναι πιο επικίνδυνο από τα πυρηνικά;

Η επιλογή του facebook και του Twitter πολύ λίγο έχει να κάνει με όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Κυρίως σχετίζονται με τη μάχη επιβίωσης που δίνουν οι κολοσσοί του διαδικτύου. Και σε αυτή την μάχη όσα είχε να τους προσφέρει η συμπόρευσή τους με τον Τραμπ τους τα προσέφερε από το 2017 που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο μέχρι τώρα, που αναχωρεί. Στο εξής, αν κάποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει μια ακόμη ξέγνοιαστη τετραετία, ή τουλάχιστον την αποφυγή των χειρότερων, είναι η εύνοια των Δημοκρατικών και του Τζον Μπάιντεν. Σε αυτήν ακριβώς την εύνοια αποσκοπούσε η απόφαση αναστολής των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου! Ήταν ένα δώρο στους Δημοκρατικούς κι έτσι ακριβώς το περιέγραψε ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μαρκ Ρούμπιο μιλώντας στο Fox News την Κυριακή 10/1: «Είναι πολύ κυνικό… Ο λόγος που αυτοί οι τύποι το κάνουν είναι επειδή οι Δημοκρατικοί πρόκειται  να πάρουν την εξουσία και το βλέπουν σαν έναν τρόπο να πάνε με το πλευρό τους για να αποφύγουν οποιουσδήποτε περιορισμούς ή κάθε είδους νόμους που θα περάσουν για να να τους πλήξουν»

Τα χειρότερα για το ολιγοπώλιο του Διαδικτύου τα περιέγραψε η γερμανίδα καγκελάριος και στη συνέχεια ο εκπρόσωπός της στην ασυνήθιστα ωμή και αναπάντεχη δήλωση της ενάντια στην λογοκρισία του αμερικανού προέδρου. Η Άνγκελα Μέρκελ με την ίδια σαφήνεια που αποδοκίμασε την αναστολή των λογαριασμών του Τραμπ χαρακτηρίζοντας την ως «προβληματική» παραβίαση «θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου», ζήτησε από τις ΗΠΑ να αναπαράγουν το παράδειγμα της Γερμανίας στην ψήφιση και εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την υποκίνηση σε βία. Οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής έχουν αναθέσει την υποχρέωση στις ίδιες τις πλατφόρμες. Κι αυτή η απόκλιση αποτελεί μια θεμελιώδη διαφορά στην προσέγγιση του ίντερνετ μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.

Προς αποφυγή παρανοήσεων λοιπόν, η Μέρκελ δε ζήτησε να μην υφίσταται λογοκρισία στο ίντερνετ. Ζήτησε την λογοκρισία να την ασκεί το κράτος, μέσω νόμων, κι όχι οι κολοσσοί του διαδικτύου επικαλούμενοι τους όρους χρήσης των υπηρεσιών τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, Στέφεν Σάιμπερτ, επικαλέστηκε νόμο που τέθηκε σε ισχύ το 2018 βάσει του οποίου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης υποχρεούνται να αποσύρουν παράνομο υλικό που έχει αναρτηθεί στην πλατφόρμα τους εντός 24 ωρών, από τη στιγμή που θα τους γίνει η γνωστοποίηση. Αλλιώς αντιμετωπίζουν πρόστιμο που μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 50 εκ. ευρώ! Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λε Μερ ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε σαν αναρμόδια την «ψηφιακή ολιγαρχία» να επιβάλλει λογοκρισία και να αποφασίσει ποιος δικαιούται να …ομιλεί, προκειμένου όμως να εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα στο κράτος: «Η ρύθμιση της ψηφιακή αρένας είναι θέμα του κυρίαρχου λαού, των κυβερνήσεων και της δικαιοσύνης» ήταν τα λόγια του. Για το κατά πόσο δε, εννοεί την εξουσία του κυρίαρχου λαού, αρκεί να θυμηθούμε τη βαρβαρότητα της γαλλικής αστυνομίας εναντίον των Κίτρινων Γιλέκων…

Η διαμάχη για το «ποιος θα ρυθμίσει το ίντερνετ» δεν διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όσο κι αν μετά την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη έλαβε αυτή την μορφή. Γενικευμένες είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η σύγκρουση συμπυκνώνεται στην παράγραφο 230 του νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ψηφίστηκε το 1996, κι αποτελεί μήλο της έριδας. Πρόκειται για 26 λέξεις – κορυφαίο παράδειγμα  διαμορφωτικού κι όχι αποτυπωτικού δικαίου – επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μετέπειτα ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ και η γιγάντωση των εταιρειών που έχουν δώσει στο ίντερνετ τη σημερινή εμπορευματοποιημένη και αποχαυνωτική μορφή του. Αναφέρουν κατά λέξη: «Κανένας πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας υπολογιστών δεν θα αντιμετωπιστεί ως εκδότης ή ομιλητής οποιασδήποτε πληροφορίας παρέχεται από από έναν άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».

Κοινώς, οι πλατφόρμες δε φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι δημοσιεύουν οι χρήστες. Αντίθετα με τους εκδότες εφημερίδων ακόμη και βιβλίων που είναι υπόλογοι για ό,τι γράψει καθένας και καθεμία στις σελίδες τους, οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών δε φέρουν καμία ευθύνη. Επάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση άνθισαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μιας κι ο καθένας μπορούσε να διατυπώνει όχι μόνο την άποψή του, αλλά το …μακρύ του και το κοντό του. Μάλιστα όσο πιο τερατώδης ήταν μια άποψη, μια πρόβλεψη, μια «είδηση», όσο πιο χυδαία μια επίθεση, κοκ, τόσο περισσότερες επισκέψεις δεχόταν η διπλανή διαφήμιση! Απουσία νομικής ευθύνης τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν θερμοκήπια παραπληροφόρησης και νεκροταφεία της ενημέρωσης, προς επιβεβαίωση ενός κλασσικού νόμου της νομισματικής θεωρίας, βάσει του οποίου σε μια παράλληλη κυκλοφορία ενός «καλού» κι ενός «κακού» νομίσματος, κυριαρχεί το «κακό»! Έτσι το facebook στηρίχθηκε αρχικά και στήριξε στη συνέχεια τον φθηνό εντυπωσιασμό, τις διαδόσεις, το λόγο μίσους, τις προσβολές και τις ύβρεις για να καταντήσει συνώνυμο της ευτέλειας.

Κι όσο ανέβαινε η υπερβολή τόσο μεγάλωναν τα έσοδα των κολοσσών του διαδικτύου για να φτάσουμε μόνο το 2020 η χρηματιστηριακή αξία των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών της Σίλικον Βάλεϋ να φτάνει τα 7,2 τρισ. δολ., ενώ τέσσερις διαδικτυακές εταιρείες (Google, Apple, Amazon, Microsoft) να διατηρούν τα σκήπτρα των επιδόσεων, ξεπερνώντας εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της παραγωγής και του εμπορίου…

Οι 26 λέξεις, που αποτέλεσαν το ευαγγέλιο της διαδικτυακής χάβρας, θεωρείται βέβαιο ότι θα τροποποιηθούν. Είχε δεσμευτεί δημόσια ακόμη κι ο Τζο Μπάιντεν προεκλογικά για την ακύρωσή του νομικού φραγμού στη δίωξη των ιντερνετικών εταιρειών για το περιεχόμενο που αναρτούν. Οι Δημοκρατικοί επίσης είχαν εξαγγείλει όχι μόνο για το Facebook (με αφορμή την εξαγορά του Instagram και του WhatsApp) αλλά και για την Google (με αφορμή τα 10 δισ. δολ. που έδινε ετησίως στην Apple κ.α. για να εξασφαλίζει προτεραιότητα στα προϊόντα της) ότι θα ενεργοποιηθούν έρευνες για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων, κατ’ αντιστοιχία όσων εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για την ΑΤΤ και τη Citibank. Υπέρ της ακύρωσης του άρθρου 230 έχει ταχθεί ακόμη κι η Νάνσυ Πελόσι (χαρακτηρίζοντας το άρθρο «δώρο» στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας) η οποία αποτελεί όχι απλώς σταθερή αξία και βαρύ πυροβολικό των Δημοκρατικών, αλλά και το βαθύ τους κράτος. Κριτική στο άρθρο 230 είχε ασκήσει ακόμη κι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ποιός δίνει σημασία στα λόγια του… Χρήζει πάντως αναφοράς γιατί δείχνει το βαθμό της συναίνεσης γύρω από την αλλαγή του νόμου του Κλίντον.

Από την άλλη υπάρχει ένας σοβαρότατος λόγος για να συνεχιστεί η σημερινή αθλιότητα, με τη διαιώνιση του άρθρου 230: η «κινέζικη απειλή»! Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τάξης στο ίντερνετ θα οδηγήσει στο ξεφούσκωμα των αμερικανικών εταιρειών και στην ανάδυση των κινέζων ανταγωνιστών. Σοβαρό αντικίνητρο όχι μόνο για τον Τραμπ, αλλά και για τον Μπάιντεν…

Παράλληλα, η προσπάθεια της ιντερνετικής βιομηχανίας επικεντρώνεται στον μετριασμό της ζημιάς που θα επέλθει. Με βάση δημοσιεύματα είναι διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα αρκεί να μην ξεπεραστεί ένα όριο: να μην αντιμετωπισθεί ως εκδότης και να αναλάβει τη νομική ευθύνη. Σε αυτό το βωμό όχι μόνο το Facebook και το Twitter αλλά επιπλέον Google, Amazon, TikTok, Pinterest, Snap κι άλλοι έσπευσαν να αναπαράξουν τις απαγορεύσεις κατεβάζοντας ακόμη και το Parler, το ακροδεξιό Twitter, για να μείνει χωρίς φωνή ο Τραμπ.

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονταν αρχικά: Η ευκολία με την οποία λογόκριναν τον Τραμπ facebook και Twitter δεν προήλθε από την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ειρήνη ή να διακόψουν το λόγο μίσους και τα σωρηδόν ψέματα που λέει ο απερχόμενος, ανόητος αμερικανός πρόεδρος. Η λογοκρισία επιβλήθηκε από το ολιγοπώλιο του διαδικτύου για να διαφυλάξει την ασυδοσία του…