Αφγανιστάν: Προσυμφωνημένη παράδοση σκυτάλης στους μεταλλαγμένους Ταλιμπάν

Ούτε Αβάνα του 1959, ούτε Σαϊγκόν του 1975, ούτε Τεχεράνη του 1979. Παρά τις επιφανειακές ομοιότητες, η Καμπούλ του 2021 περισσότερο θυμίζει τις πρωτεύουσες των ανατολικών χωρών από το Βερολίνο μέχρι την Βαρσοβία κι από την Πράγα μέχρι τη Σόφια την περίοδο 1989-1990, όταν η μετάβαση από το ένα καθεστώς στο άλλο έγινε στο πλαίσιο αναίμακτων και προσυμφωνημένων διαδικασιών, παρά την ορμητική εισβολή των λαών στο προσκήνιο της ιστορίας στην Κούβα, το Βιετνάμ και το Ιράν.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η κατάληψη της Καμπούλ ήταν θέμα χρόνου και αντικείμενο εξαντλητικών διαπραγματεύσεων με άπειρα μπρος πίσω εδώ και τουλάχιστον μία διετία. Εδώ περιγράφονται ακόμη και οι όροι της αλλαγής σκυτάλης που συζητιόταν σε γνώση του Τύπου από το 2019 κι υλοποιούνται σήμερα.

Προφανώς, η κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν δεν ήταν ευκταία εκ μέρους των Αμερικανών. Ούτε μάλιστα ήταν προβλέψιμη σε ό,τι αφορά το χρόνο που εκδηλώθηκε, με μια ταχύτητα που παρέπεμπε στο περίφημο blitzkrieg. Κι εδώ έγκειται μια από τις πολλές αποτυχίες των Αμερικανών: η ικανότητά τους να αξιολογήσουν την ταχύτητα με την οποία προέλαυναν στην χώρα οι Ταλιμπάν, κατακτώντας την μια πόλη μετά την άλλη, μέχρι την Κυριακή 15 Αυγούστου που εισήλθαν στην Καμπούλ. Αυτή ωστόσο ήταν η μικρότερη σε σημασία αποτυχία τους.

Η μεγαλύτερη αποτυχία τους ήταν να εγκαθιδρύσουν στο Αφγανιστάν μετά την εισβολή τους το 2001 μια κυβέρνηση που θα μετέτρεπε την ορεινή ασιατική χώρα σε προπύργιο του ιμπεριαλισμού στην Κεντρική Ασία: ένα είδος προκεχωρημένου φυλακίου και απόρθητης στρατιωτικής βάσης που θα απειλούσε τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν, θα βοηθούσε να πάρουν υπό τον έλεγχό τους τα ενεργειακά αποθέματα της περιοχής και θα επέτρεπε να αλλάξουν άρδην οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί σε όλη την Ασία. Όλα τ΄ άλλα περί εθνογένεσης (nation building), σε μια χώρα φυλετικά και γλωσσικά κατακερματισμένη, δεν ήταν παρά προπέτασμα καπνού και υλικό για να έχει να συζητάει η ευρωπαϊκή και αμερικανική διανόηση…

Το σχέδιο των Αμερικάνων νεοσυντηρητικών δε έχαιρε πρωτοτυπίας. Από την μετεμφυλιακή Ελλάδα και την μεταπολεμική Γερμανία μέχρι την Ιαπωνία και την Κορέα, δεκάδες φορές ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ανέτρεψε βίαια με τη χρήση στρατιωτικών μέσων φιλικές προς τους πολίτες κυβερνήσεις και καθεστώτα, εγκαθιδρύοντας αισχρά μειοψηφικές μεν αλλά αρεστές πολιτικές ελίτ που με την πάροδο του χρόνου, τις απαραίτητες συμμαχίες και πακτωλούς χρημάτων εδραιώθηκαν οι ίδιες και συνέβαλαν στην εδραίωση της Pax Americana.

Το τι πήγε στραβά στην περίπτωση του Αφγανιστάν το περιέγραψε απόρρητη έκθεση των αμερικανικών Αρχών που είδε το φως της δημοσιότητας από την εφημερίδα Washington Post (τα περίφημα Afghanistan Papers) τον Δεκέμβριο του 2019. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο (που αποτέλεσε επίσης τη βάση βιβλίου) το οποίο συντάχθηκε από το Γραφείο του αμερικανού Ειδικού Επιθεωρητή για την Γενική Ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν. Στις σελίδες του απεικονίζεται η ανατομία ενός αποτυχημένου κράτους υπό αμερικανική επιτήρηση και πλήρη ευθύνη. Ποτάμια αίματος μεταξύ αμάχων και άκρατη διαφθορά μεταξύ των κυβερνητικών σε βαθμό τέτοιο ώστε οι Αφγανοί να αναρωτιούνται αν το μεγαλύτερο κακό είναι οι Ταλιμπάν ή η κυβέρνησή τους…

Οι αιτίες της αμερικανικής υποχώρησης δηλώθηκαν ωστόσο με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια από τον ίδιο τον αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν την επομένη της κατάληψης της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν: «Ως πρόεδρος των ΗΠΑ είμαι αμετάπειστος ότι συγκεντρώνουμε την προσοχή μας στις απειλές που αντιμετωπίζουμε σήμερα, το 2021 και όχι στις απειλές του χθες». Οι απειλές του χθες συμπυκνώνονται στους στόχους του πολέμου κατά της «διεθνούς τρομοκρατίας» που κήρυξε ο Μπους, την επομένη των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, πριν δηλαδή 20 χρόνια. Οι «απειλές του σήμερα» δεν είναι τίποτε άλλο από την Κίνα. Ο Τραμπ άλλωστε που τροχιοδρόμησε την συμφωνία με τους Ταλιμπάν προ διετίας και δεν έχανε ευκαιρία να χαρακτηρίζει τα θερμά μέτωπα της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας σαν «πολέμους των Δημοκρατικών» κρατώντας τις αποστάσεις του ήταν ο πρώτος που αναγόρευσε την Κίνα σε υπ’ αριθμόν ένα και στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ. Υπ’ αυτό το πρίσμα αν σε κάποιον ανήκουν τα εύσημα για τη στρατηγικής σημασίας σύλληψη απεγκλωβισμού των Αμερικανών από το Αφγανιστάν είναι στον Τραμπ, κι όχι στους Δημοκρατικούς. Ο Ομπάμα μάλιστα που εξελέγη χαρακτηρίζοντας ως δίκαιο πόλεμο αυτό του Αφγανιστάν θα μείνει στην ιστορία ως ο πρόεδρος που διέταξε την μεγαλύτερη αποστολή αμερικανών στρατιωτών στο Αφγανιστάν πολλαπλασιάζοντας τα αδιέξοδα της υπερδύναμης.

Μαζί με την αναβάθμιση της κινέζικης απειλής οφείλουμε επίσης να πάρουμε υπ’ όψη μας δύο ακόμη λόγους που συνέβαλαν εξ ίσου σοβαρά στην παράδοση της σκυτάλης στους Ταλιμπάν: Πρώτο, η οικονομική κρίση στο εσωτερικό των ΗΠΑ και το πρόγραμμα των Δημοκρατικών που προτάσσει την αθρόα οικονομική στήριξη των αμερικανικών νοικοκυριών. Ως σήμερα ο πόλεμος στο Αφγανιστάν στοίχισε το ασύλληπτο ποσό των 2 τρισ. δολ! Κάθε παραπάνω ημέρα παραμονής στο Αφγανιστάν είναι ένα επίδομα που δεν θα δοθεί σε μια οικογένεια φτωχών. Δεύτερο, η ενεργειακή μετάβαση. Η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλάζει άρδην και τον χάρτη των στρατιωτικών επεμβάσεων, ανατρέποντας προτεραιότητες της μεταπολεμικής εποχής, όταν μήλο της έριδας αποτελούσαν χώρες με κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ποτέ ωστόσο η βελούδινη μετάβαση του Αφγανιστάν δεν θα είχε συμβεί αν οι Ταλιμπάν δεν υπόσχονταν ότι η διακυβέρνησή τους στο εξής δεν πρόκειται επ’ ουδενί να θυμίζει την περίοδο 1996-2001. Η πρώτη τους και σημαντικότερη δέσμευση έναντι των Δυτικών είναι ότι το έδαφός τους δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά ως εφαλτήριο για την εξαπόλυση διεθνών τρομοκρατικών ενεργειών. Επαναλήφθηκε τόσες πολλές φορές από δυτικούς ηγέτες (για τους οποίους είναι θέμα χρόνου η διπλωματική αναγνώριση του νέου καθεστώτος) που μάλλον ήταν το πρώτο άρθρο της συμφωνίας που σε λίγα χρόνια θα ανακαλύψουν δημοσιογράφοι και ιστορικοί. Με αυτή τη διαβεβαίωση ξεκίνησε την ομιλία του προς τους δημοσιογράφους κι ο εκπρόσωπος Τύπου των Ταλιμπάν, στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε. Μεταξύ άλλων διαβεβαιώσεών του για ελευθερία του Τύπου, γενική αμνηστία και δικαιώματα των γυναικών, πάντα στο πλαίσιο του Ισλάμ 🙂  έστειλε και το ακόλουθο μήνυμα προς τον Λευκό Οίκο: «Θέλω να διαβεβαιώσω τη διεθνή κοινότητα περιλαμβανομένων και των ΗΠΑ ότι κανείς δεν πρόκειται να ζημιωθεί. Δε θέλουμε ούτε εσωτερικούς ούτε εξωτερικούς εχθρούς».

Είναι αυτονόητο πώς κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι ακριβώς θα γίνει. Κατά πόσο δηλαδή οι Ταλιμπάν θα τηρήσουν την υπόσχεσή τους και θα μεταλλαχθούν σε μια ισλαμική δικτατορία όπως η Σαουδική Αραβία, που δε χορταίνουν να αγαπάνε όλες οι Δυτικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως των εγκλημάτων που διαπράττει στην Υεμένη κι εναντίον ακόμη και πολιτικών αντιπάλων της όπως ο δημοσιογράφος Κασόγκι που ακρωτηριάστηκε με αλυσοπρίονο κατόπιν εντολής του δικτάτορα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν.

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο για τις ΗΠΑ δεν είναι να χτίσουν μια κοινοβουλευτική δημοκρατία στο Αφγανιστάν. Ποτέ δεν ήταν! Το ζητούμενο είναι να αποκτήσουν ένα ακόμη φιλικό καθεστώς, που μπορεί κάλλιστα να συνεχίσει να επιβάλει μαντήλα ή μπούρκα και να απαγορεύει  τη συμμετοχή των γυναικών σε πολλές δραστηριότητες, από την εκπαίδευση μέχρι την  πολιτική, όπως κάνουν όλες σχεδόν οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, υπό την ανοχή όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά κι όλων των ευρωπαϊκών ηγεσιών.

Το μέλλον των Ταλιμπάν δεν θα κριθεί από τα δημοκρατικά δικαιώματα που θα παραχωρήσουν για τα οποία κόπτονται τώρα Μέσα και πολιτικοί της Δύσης, αλλά (πέραν των όρων της συμφωνίας) από την στήριξη που θα προσφέρουν στις ΗΠΑ στους θερμούς ή ψυχρούς πολέμους εναντίον του Ιράν, της Ρωσίας και της Κίνας. Είναι ακριβώς αυτή η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η ιερή συμμαχία ΗΠΑ και Μουζαχεντίν αρχικά και Ταλιμπάν στη συνέχεια τις δεκαετίες του ’70 και ‘80. Γιατί όχι και τώρα;

Κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της Γερμανίας η νέα ΕΕ

Πηγή: NewsCenter

Σαν θύμα της υπερβολικής …δημοκρατίας εμφάνισε ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας της χώρα του μιλώντας στους γερμανούς διπλωμάτες στις 7 Ιουνίου: «Δεν μπορούμε πλέον να είμαστε όμηροι εκείνων που παραλύουν την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική μέσω των βέτο που υποβάλουν. Επομένως, το λέω ανοιχτά: το βέτο πρέπει να φύγει, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι και εμείς μπορούμε να καταψηφιστούμε»!

Λεωνίδας Βατικιώτης

Το μήνυμα του Χάικο Μάας ερμηνεύτηκε σαν απειλή. Στην πραγματικότητα ήταν κατά πολύ χειρότερο: ήταν προειδοποίηση. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών εισήλθε στο τελευταίο στάδιο που προηγείται της αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών και πλέον προετοιμάζει την κοινή γνώμη και τις πολιτικές ηγεσίες των άλλων κρατών – μελών της ΕΕ θέτοντας δημόσια τις αξιώσεις του. Στο αποκορύφωμα μάλιστα της υποκρισίας του το Βερολίνο φαίνεται διατεθειμένο ακόμη και να χάσει στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής ψηφοφορίας. Πρόκειται για κακόγουστο θέατρο μιας και το Βερολίνο κέρδιζε άνετα αποσπώντας ομοφωνίες ακόμη και όταν οι αποφάσεις που λαμβάνονταν στα ευρωπαϊκά όργανα ισοδυναμούσαν με τον οικονομικό θάνατο σειράς ευρωπαϊκών χωρών. Ας θυμηθούμε όσα συνέβησαν προ δεκαετίας στο απόγειο της κρίσης του ευρώ… Όταν λοιπόν ακόμη και τότε η Γερμανία αξιοποιούσε στο έπακρο κρυφούς και φανερούς μηχανισμούς επιβολής για να προσδώσει την κατάλληλη θεσμική ισχύ στα πιο ιδιοτελή της συμφέροντα, σιγά που θα περάσει στο στρατόπεδο των χαμένων όταν θεσπιστεί η πλειοψηφία στα δύο πεδία που εξακολουθεί να ισχύει: τη φορολογία και την εξωτερική πολιτική!

Αφορμή για το ξέσπασμα του γερμανού υπουργού Εξωτερικών στάθηκε η αντίδραση της Ουγγαρίας όταν η ΕΕ επιδίωξε στο αποκορύφωμα της πρόσφατης σφαγής στη Γάζα να εκδώσει ένα ψήφισμα με το οποίο ζητούσε ανακωχή. Το αυταρχικό καθεστώς της Ουγγαρίας δείχνοντας για πολλοστή φορά τους στενούς του δεσμούς με το Ισραήλ, ακύρωσε τη δυνατότητα της κοινής ανακοίνωσης που όσο κι αν δεν χαριζόταν ούτε στο Ισραήλ, ούτε στη Χαμάς, έθετε προ των ευθυνών του το Ισραήλ.

Κι αν αυτή η διαμάχη έμεινε μεταξύ των ειδημόνων, το βέτο που συζητήθηκε ευρέως τέθηκε από Ουγγαρία (πάλι) και Πολωνία και αφορούσε το νέο προϋπολογισμό της ΕΕ και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ειδικότερα, η αδιαλλαξία τους εκδηλώθηκε με αφορμή την επιδίωξη των Βρυξελλών να θεσπίσουν ταυτόχρονα πολιτικά εργαλεία παρέμβασης, που σύμφωνα με Βουδαπέστη και Βαρσοβία υπονόμευαν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

Σημασία έχει ότι ανεξαρτήτως των πρόσφατων αφορμών (που δεν λείπουν) η ομοφωνία στο σύστημα αποφάσεων έχει τεθεί στο στόχαστρο των γερμανικών επιθέσεων εδώ και χρόνια. Ενδεικτικά, το είχε προτείνει ακόμη κι πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ. Ενώ είναι σίγουρο ότι το θέμα θα τεθεί στην «Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης».

Η πρωτοβουλία της Γερμανίας να ανοίξει τη συζήτηση για την κατάργηση της ομοφωνίας, φέρνει στην επιφάνεια τα γερμανικά σχέδια απόλυτης κυριαρχίας στην ΕΕ και την Ευρώπη. Η ύπαρξη του βέτο στην ΕΕ για περισσότερο από μισό αιώνα εξασφάλιζε ότι κανενός κράτους μέλους τα συμφέροντα δεν πρόκειται να θυσιαστούν στο όνομα της ενιαίας Ευρώπης, σε επίπεδο τυπικό πάντα και σύμφωνα με τις ιδρυτικές διακηρύξεις. Γιατί η πράξη από τη θεωρία απείχε πιο πολύ από την απόσταση που χωρίζει το κατά κεφαλήν εισόδημα του ευρωπαϊκού κέντρου από την περιφέρεια. Για να το πούμε ακόμη πιο απλά: Κανείς δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει ότι σε κρίσιμες συγκυρίες, οι λεκτικές επιθέσεις που δέχτηκε το 2011 στη Σύνοδο Κορυφής ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γιώργος Παπανδρέου, όταν ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προσχωρήσει σε δημοψήφισμα όπως περιγράφηκαν από τον τότε Ισπανό πρωθυπουργό Θαπατέρο, δεν αποτελούν τον κανόνα. Συνέβαιναν ωστόσο σε περιβάλλον ομοφωνίας…

Η κατάργηση της ομοφωνίας συμβαίνει σε μια διπλή συγκυρία. Από την μια η Γερμανία νιώθει τέτοια αυτοπεποίθηση που δεν έχει πια την ανάγκη να λαβαίνει υπ’ όψη της τα συμφέροντα των μικρότερων χωρών. Η συμμετοχή τους στην ΕΕ είναι αδιαπραγμάτευτη, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε ακόμη και την δεκαετία του ’80 στον ευρωπαϊκό Νότο, ενώ ακόμη και οι κυβερνήσεις τους ελάχιστα διαπραγματεύονται όσα τους αναλογούν, και πάλι αντίθετα με ό,τι συνέβαινε την δεκαετία του ’80. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις των κρατών της ανατολικής Ευρώπης διαπραγματεύονται μεν τη θέση τους στη διεθνή σκακιέρα αλλά όχι μόνο απέναντι στο Βερολίνο. Συχνά, συχνότατα στην απέναντι μεριά του τραπεζιού, ενίοτε και δίπλα τους, κάθεται η Ουάσινγκτον, όπως το είδαμε να συμβαίνει το 2003, με την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ κι ουκ  λίγες φορές έκτοτε, με ποικίλες αφορμές. Σε αυτό το πλαίσιο η επαναφορά της πλειοψηφίας ισοδυναμεί με το κλείσιμο της πόρτας στην Ουάσινγκτον!

Παρόλα αυτά, η κατάργηση της ομοφωνίας δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα οδηγήσει σε μια ΕΕ πολύ πιο γερμανική και λιγότερη φιλική στα μικρά κράτη μέλη και τους λαούς. Τότε το Βερολίνο δεν θα είναι καν υποχρεωμένο να αναζητάει συμβιβασμούς ή να παραχωρεί ανταλλάγματα αν θέλει να επιβάλλει την πολιτική του. Θα είναι αρκετή η σφυρηλάτηση και η εμβάθυνση του γαλλογερμανικού άξονα ή η διαμόρφωση ενός διευθυντηρίου μεταξύ των πλούσιων χωρών του βορρά, που θα αποφασίζουν για τα πάντα μεταξύ τους…

Απορρίπτουν τον Νετανιάχου οι Εβραίοι των ΗΠΑ

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Άκρως ενδιαφέροντα και καθόλου προφανή είναι τα ευρήματα έρευνας που πραγματοποίησε το αμερικανικό κέντρο Pew Research Centre και δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 21 Μαΐου. Προς διάψευση μιας αντίληψης που θέλει τους Εβραίους των ΗΠΑ να συντάσσονται πίσω από τον Νετανιάχου και να υποστηρίζουν ομόθυμα τα εμπρηστικά και εγκληματικά του σχέδια, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων απορρίπτει τόσο το Νετανιάχου όσο και τον Τραμπ!

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τους τελευταίους 14 μήνες της θητείας Τραμπ αφότου η Ουάσινγκτον μετακίνησε την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Με βάση λοιπόν τα αποτελέσματα της έρευνας, η πλειοψηφία των Εβραίων στην Αμερική με συντριπτικό ποσοστό της τάξης 71% χαρακτηρίζονται ως Δημοκράτες ή δηλώνουν ότι κλίνουν προς το Δημοκρατικό Κόμμα (έναντι 26% που τάσσονται με το Ρεπουμπλικανικό), ενώ μια ακόμη μεγαλύτερη πλειοψηφία της τάξης του 73% απορρίπτουν την πολιτική του Τραμπ. Ποσοστό της τάξης του 76% επίσης δήλωναν ότι τα πράγματα στη χώρα τους είναι σε λάθος κατεύθυνση.

Πλήγμα στα σιωνιστικά σχέδια αποτέλεσε και η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ο Θεός έδωσε τη γη όπου βρίσκεται σήμερα το Ισραήλ στους Εβραίους. Οι περισσότεροι, το 42%, απάντησαν αρνητικά. Μόνο το 32% απάντησε θετικά, ενώ το 24% δήλωσε πώς δεν πιστεύει στο Θεό ή σε κάποια ανώτερη δύναμη. Κατά πλειοψηφία δε οι ερωτηθέντες (60%) απάντησαν πώς ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ.

Η αποστασιοποίηση των Εβραίων των ΗΠΑ από τα επεκτατικά σχέδια του σιωνιστή Νετανιάχου δεν αναιρεί τις θερμές σχέσεις που έχουν αναπτύξει με τον Νετανιάχου όχι μόνο χιλιάδες υπερορθόδοξοι Εβραίοι που σπεύδουν στα κατεχόμενα να κατοικήσουν στους επικοισμούς αλλά και κορυφαία λόμπι όπως το AIPAC. Αυτό που μάθαμε με την έρευνα του Pew είναι πώς το AIPAC, σε αντίθεση με άλλες εβραϊκές προοδευτικές αντι-σιωνιστικές οργανώσεις, που στηρίζει θερμά και υλικά τον Νετανιάχου δεν εκφράζει την άποψη της πλειοψηφίας των Εβραίων στις ΗΠΑ!

Η απόρριψη που δηλώνουν οι Εβραίοι των ΗΠΑ στα επεκτατικά σχέδια του Νετανιάχου, όσο και αν ακυρώνουν την κυρίαρχη φιλολογία που θέλει το Νετανιάχου να δρα ως αιχμή του δόρατος ενός ολόκληρου λαού, συμβαδίζει πλήρως με τα εκλογικά αποτελέσματα στο Ισραήλ. Τα τελευταία 2 χρόνια στο Ισραήλ έχουν διεξαχθεί 4 εκλογικές αναμετρήσεις, χωρίς το κόμμα του Νετανιάχου, Λικούντ, να καταφέρνει να σχηματίσει κυβέρνηση, ενώ σε 1 εξ αυτών των αναμετρήσεων (Σεπτέμβριος 2019) δεν εξελέγη καν πρώτο κόμμα. Τον Απρίλιο του 2019 το Λικούντ συγκέντρωσε 35 έδρες και 26,46% των ψήφων, τον Σεπτέμβριο του 2019 συγκέντρωσε 32 έδρες και 25,10% των ψήφων, τον Μάρτιο του 2020 κέρδισε 36 έδρες και 29,46% των ψήφων και στις τελευταίες εκλογές τον Μάρτιο του 2021 το Λικούντ κέρδισε το χαμηλότερο ποσοστό του 24,2% και τις λιγότερες έδρες, μόλις 30! Ο δε συνασπισμός πέριξ του Λικούντ εξασφάλισε μόλις 52 έδρες, που υπολείπονται κατά 9 των αναγκαίων εδρών για να εξασφαλίσει τη δηλωμένη της Κνεσέτ, που έχει 120 έδρες.

Η πολιτική κρίση στην οποία παραδέρνει το Ισραήλ είναι αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών του ίδιου του Νετανιάχου («Μπίμπι» για τους φίλους) ο οποίος υπονομεύει κάθε προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης, εκμεταλλευόμενος την πρώτη θέση του Λικούντ, ώστε να αποτρέψει το ενδεχόμενο να οδηγηθεί σε ειδικό δικαστήριο. Η εκδίκαση και η φυλάκιση του Νετανιάχου ωστόσο είναι απλώς θέμα χρόνου. Τα σκάνδαλα στα οποία έχει αναμιχθεί είναι τόσα πολλά που δεν πρόκειται να γλιτώσει.

Η στάση των Εβραίων από τις ΗΠΑ και των Ισραηλινών που αρνούνται να του δώσουν με την ψήφο τους λευκή επιταγή υπογραμμίζει την αποτυχία του Νετανιάχου να εξασφαλίσει ειρήνη, όσο υπάρχει καθεστώς κατοχής για τους Παλαιστίνιους. Επίσης, ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να μιλάει εξ ονόματος του λαού του, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι ειδικά στο Ισραήλ η απόρριψη του Νετανιάχου ισοδυναμεί με μια στροφή των ψηφοφόρων στη λύση των δύο κρατών, που αποτελεί την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ειρήνη στην περιοχή. Μέχρι τότε δυστυχώς υπάρχει πολύ δρόμος…

Τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή και ο ρόλος της Τουρκίας, συνέντευξη Λεωνίδα Βατικιώτη στον Πάρη Καρβουνόπουλο

Πηγή: Militaire

Η σοβαρή κρίση στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Λωρίδα της Γάζας απασχολεί όλο τον κόσμο που ανησυχεί για την κλιμάκωση της. Ωστόσο όπως εξηγεί ο δημοσιογράφος Λεωνίδας Βατικιώτη, έμπειρος στην ανάλυση των θεμάτων που έχουν να κάνουν με την αραβοϊσραηλινό διαμάχη, όσα βλέπουμε να εξελίσσονται αυτές τις ημέρες είναι κυρίως “έργο” του Μπ.Νετανιάχου, ο οποίος εξυπηρετεί την προσωπική του στρατηγική. Εξηγεί αναλυτικά την άποψη του και περιγράφει τις συνθήκες ζωής των Παλαιστίνιων οι οποίες γίνονται όλο και πιο δραματικές και δύσκολες. 

Ο Λεωνίδας Βατικιώτης μιλά για το ρόλο και τις επιδιώξεις της Τουρκίας στην περιοχή και μας υπενθυμίζει κάτι που μάλλον δεν θέλουμε να θυμόμαστε: η αδιαφορία της πολιτισμένης Δύσης για όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη έχει δώσει άπλετο χώρο στον Ερντογάν να παριστάνει τον προστάτη τους.

Φωτιά στην Παλαιστίνη και την Μέση Ανατολή βάζει ο Νετανιάχου

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Φωτιά σε ολόκληρη την Μέση Ανατολή κι όχι μόνο στην Παλαιστίνη επιχειρεί να βάλει ο υπόδικος Μπενιαμίν Νετανιάχου για να γλιτώσει το δικαστήριο!

Τα δραματικά και αιματηρά γεγονότα που εξελίσσονται τις τελευταίες εβδομάδες στην ανατολική Ιερουσαλήμ με επίκεντρο το τέμενος του Αλ Ακσά είναι μια χονδροειδής προβοκάτσια εκ μέρους του Ισραήλ με ένα και μοναδικό ζητούμενο: την δημιουργία μιας έκρυθμης κατάστασης έκτακτης ανάγκης που θα εδραιώσει τη θέση του αμφιλεγόμενου και διεφθαρμένου Νετανιάχου στην πολιτική σκηνή της χώρας του η οποία βυθίζεται στην κρίση. Ό,τι έκανε και ο σφαγέας της Βηρυτού, Αριέλ Σαρόν, προκαλώντας τη δεύτερη ιντιφάντα …

Αφορμή για τις πρόσφατες διαδηλώσεις των Παλαιστίνιων στάθηκε η επιχειρούμενη έξωση 6 οικογενειών από τα σπίτια τους στη ανατολική Ιερουσαλήμ όπου ζούσαν επί έναν αιώνα, ώστε να υλοποιηθεί ένα ακόμη σχέδιο εποικισμού.

Η υφαρπαγή γης στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και η προσάρτησή της στο Ισραήλ είναι μια πάγια πρακτική των Εβραίων εποίκων, που επιχειρούν με αυτόν τον τρόπο να εξαφανίσουν την ιστορική Παλαιστίνη και να διευρύνουν τα γεωγραφικά όρια του Ισραήλ. Ειδικότερα όμως στην ανατολική Ιερουσαλήμ η προσπάθεια του Ισραήλ είναι να κάνει τη ζωή των Αράβων …αβίωτη ώστε να σηκωθούν να φύγουν και οι περιουσίες τους να περάσουν στο εβραϊκό κράτος. Έτσι, να στερείται νοήματος όχι μόνο το αίτημα, που έχει κατ’ επανάληψη ψηφιστεί από τον ΟΗΕ για παλαιστινιακό κράτος, αλλά και για ανακήρυξη της ανατολικής Ιερουσαλήμ σε πρωτεύουσά του…

Ενώ η εποικιστική προσπάθεια του Ισραήλ είναι συνεχής και καθημερινή, όσο συνεχής είναι και η καταδίκη των πράξεων του από τη διεθνή κοινότητα όπως για παράδειγμα την ΕΕ που χαρακτηρίζει παράνομους όλους τους εβραϊκούς εποικισμούς, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών μόνο συνηθισμένα δεν ήταν. Ενώ όλη την προηγούμενη εβδομάδα η σύγκρουση γύρω από την παλαιστινιακή γειτονιά Σεΐχ Τζαρά κορυφωνόταν, λάδι στη φωτιά των συγκρούσεων έριξε η απαγόρευση των δυνάμεων κατοχής προς τους Άραβες να επισκεφθούν το τέμενος Αλ Ακσά που για τους μουσουλμάνους αποτελεί το τρίτο πιο ιερό μνημείο, μετά την Μέκα και την Τζέντα. Οι προκλήσεις των Ισραηλινών κορυφώθηκαν με μαζικές διαδηλώσεις τους στην πύλη της Δαμασκού όπου, ζηλεύοντας τη δόξα των Ναζί στη Γερμανία της δεκαετίας του ’30 ζητωκραύγαζαν «θάνατος στους Άραβες» και ζητούσαν να τους διώξουν από την Ιερουσαλήμ.

Τα πράγματα μπορούσαν να γίνουν ακόμη χειρότερα κι όλοι το ήξεραν γιατί την Δευτέρα 10 Ιουνίου αναμενόταν η απόφαση του δικαστηρίου για την έξωση των παλαιστινιακών οικογενειών από τη Σεΐχ Τζαρά, ό,τι τέλος πάντων μπορούσαν να περιμένουν και οι Εβραίοι τη δεκαετία του ’30 αν προσέφευγαν σε ένα γερμανικό δικαστήριο… Η Δευτέρα 10 Μαΐου ωστόσο είναι η ημέρα που ο Σιωνισμός γιορτάζει την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ στον πόλεμο των 6 ημερών, το 1967. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι Σιωνιστές βγαίνουν στους δρόμους περιφέροντας το μίσος τους εναντίον των Αράβων. Σοβαροί πολιτικοί του Ισραήλ, προφανώς μετριοπαθείς, έκαναν απεγνωσμένες εκκλήσεις να μην ανακοινωθεί η απόφαση του δικαστηρίου την Δευτέρα 10 Μαΐου για να αποφευχθούν μοιραίοι κι αναπόφευκτοι συνειρμοί. Να μη θεωρηθεί δηλαδή ότι η έξωση των Παλαιστινίων στο πλαίσιο του εποικισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση της εθνοκάθαρσης κατά των Αράβων που ξεκίνησε με τη Νάκμπα το 1948 και κορυφώθηκε με τον Πόλεμο των 6 ημερών με άλλα …μέσα. Εις μάτην…

Το δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του τη Δευτέρα, προς μεγάλη χαρά των Σιωνιστών μιας κι έτσι την ίδια μέρα από τους Ισραηλινούς γιορτάστηκε τόσο η κατάκτηση της ανατολικής Ιερουσαλήμ όσο και η δικαστική ήττα των έξι οικογενειών που διεκδικούσαν να συνεχίσουν να μένουν εκεί που ζούσαν εδώ κι έναν αιώνα.

Από την άλλη μεριά αναμενόμενη ήταν και η οργισμένη αντίδραση των Παλαιστινίων για πολλούς λόγους: Όχι μόνο γιατί αποκαλύφθηκε ότι η ισραηλινή δικαιοσύνη είναι μεροληπτική και όργανο του πιο επιθετικού και βάρβαρου Σιωνισμού. Οι πύραυλοι που έριξε η Χαμάς από τη Γάζα ήταν η αναμενόμενη και πλήρως προβλέψιμη απάντησή της στην είσοδο του ισραηλινού στρατού στο τέμενος του Αλ Ακσά που πραγματοποιήθηκε την ίδια ακριβώς μέρα, τη Δευτέρα! Η Χαμάς έθεσε τις κόκκινες γραμμές για όλη την παλαιστινιακή αντίσταση που θεωρεί αδιαπραγμάτευτη την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους, όχι μόνο ως θρησκευτικού συμβόλου!

Η ασύμμετρη απάντηση του εβραϊκού κράτους, με αεροπορικές επιθέσεις που οδήγησαν στο θάνατο 20 Παλαιστίνιους οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν γυναικόπαιδα, έδειξε ταυτόχρονα ότι η κλιμάκωση της σύγκρουσης με τους Παλαιστίνιους αποτελεί στρατηγική επιλογή. Επίσης, ότι το Ισραήλ δεν επιθυμεί την ειρήνη και την αρμονική συμβίωση με τους Παλαιστίνιους στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ (παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του 1967, με δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων και πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ) αλλά οικοδομεί ένα κράτος απαρτχάιντ, ανάλογο της Νότιας Αφρικής στηριγμένο στην εθνική και φυλετική καθαρότητα και τις διώξεις με βάση τη φυλή και το θρήσκευμα.

Η στρατηγική επιλογή του Νετανιάχου να ποντάρει στην όξυνση της καταπίεσης των Παλαιστινίων με σημείο αναφοράς την ανατολική Ιερουσαλήμ φάνηκε επίσης με αφορμή τις εσχάτως ματαιωθείσες παλαιστινιακές εκλογές. Η είσοδος του 2021 δημιούργησε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ελπίδες για το Παλαιστινιακό με αφορμή τη συμφωνία μεταξύ Φατάχ και Χαμάς για τη διενέργεια βουλευτικών και προεδρικών εκλογών στις 22 Μαΐου και 31 Ιουλίου. Η διενέργεια εκλογών στη Δυτική Όχθη και την Γάζα δημιούργησε για πρώτη φορά αισιοδοξία υπέρβασης της αντιπαλότητας μεταξύ Φατάχ η οποία ελέγχει τη Δυτική Όχθη και Χαμάς, η οποία ελέγχει τη Γάζα. Ο διχασμός κρατάει από το 2006 όταν ένοπλες παλαιστινιακές δυνάμεις, προφανώς …αυτοβούλως και υπό την ηγεσία του Μοχάμεντ Νταχλάν, ανέλαβαν να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που προκάλεσε στον ιμπεριαλισμό η εκλογική νίκη της ισλαμιστικής μεν αλλά ανυποχώρητης και γι’ αυτό σεβαστής απ’ όλους Χαμάς. Η ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ Χαμάς και δυνάμεων του Νταχλάν οδήγησε στην παρανομία της Χαμάς στην ανέκαθεν κοσμική Δυτική Όχθη και στην απόλυτη κυριαρχία της στην ανέκαθεν μουσουλμανική Γάζα.

Ο διχασμός αποτέλεσε θείο δώρο για το Ισραήλ γιατί δίπλα σε όλες τις άλλες δικαιολογίες με τις οποίες αρνούνταν να εκπληρώσει τις διεθνείς υποχρεώσεις του πρόσθεσε ακόμη μία: Ότι η Παλαιστίνη στερείται αντιπροσωπευτικής και ενιαίας πολιτικής ηγεσίας. Το γεγονός φυσικά ότι αυτό συνέβη κατόπιν δικής του παρέμβασης έμενε ασχολίαστο…

Οι ελπίδες που δημιούργησε η εξαγγελία των εκλογών αποδείχθηκαν πολύ μεγάλες για να είναι αληθινές, όταν στα τέλη Απριλίου ο προερχόμενος από τη Φατάχ 86χρονος πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, που βρίσκεται στην εξουσία από το 2006 ανακοίνωσε προς έκπληξη πολλών την ακύρωση των εκλογών! Για την απόφασή του επικαλέστηκε την απόφαση των Ισραηλινών να μην επιτρέψουν στους Παλαιστίνιους της κατεχόμενης ανατολικής Ιερουσαλήμ να πάρουν μέρος στην ψηφοφορία. Αυτή η απόφαση του Ισραήλ αποδοκιμάστηκε ακόμη και από τον επικεφαλής της Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ, Τζόζεφ Μπορέλ, που κάλεσε το Ισραήλ να διευκολύνει τη διενέργεια των εκλογών σε όλα τα παλαιστινιακά εδάφη.

Εκ πρώτης όψεως η απόφασή του Αμπάς (που χαρακτηρίστηκε πραξικοπηματική από τη Χαμάς) έμοιαζε εύλογη: Οι εκλογές θα κατέληγαν στη δικαίωση του Ισραήλ που έχει θέσει ως ύψιστο στόχο του την προσάρτηση της ανατολικής Ιερουσαλήμ και την ακύρωση του στόχου να αναγορευτεί πρωτεύουσα του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους. Μια δεύτερη ανάγνωση ωστόσο πείθει ότι ακόμη κι έτσι τα οφέλη των Παλαιστινίων από την υπέρβαση του διαχωρισμού μεταξύ Γάζας και Δυτικής Όχθης θα ήταν απείρως περισσότερα από το νέο διχασμό που θα δημιουργούταν μεταξύ Γάζας – Δυτικής Όχθης από την μια και ανατολικής Ιερουσαλήμ από την άλλη.

Στην απόφαση του Αμπάς, ο οποίος μάλλον έχασε την τελευταία ευκαιρία της ζωής του να ενώσει τον λαό του, μάλλον βάρυναν καθοριστικά οι εξελίξεις που πυροδότησαν οι εκλογές. Αρχικά, η αναμφισβήτητη πρωτιά της Χαμάς όχι μόνο στη Γάζα αλλά και στη Δυτική Όχθη.

Επίσης, οι εξελίξεις εντός της Φατάχ. Η συμμετοχή στις εκλογές τριών ψηφοδελτίων με ηγέτες προερχόμενους από τη Φατάχ προεξοφλούσε όχι μόνο το πολιτικό τέλος του κέντρου που ηγούταν ο Αμπάς αλλά επίσης μια πρωτόγνωρη πόλωση κι επιπλέον ένα μέτωπο αγώνα που θα προκαλούσε ριζικές αλλαγές στον προσανατολισμό του παλαιστινιακού κινήματος. Οι τρεις επικεφαλής είναι: ο ηγέτης της ιντιφάντα του 1987 και του 2000 Μαρουάν Μπαργούτι που παραμένει στις φυλακές του Ισραήλ καταδικασμένος πολλές φορές ισόβια με την κατηγορία πέντε δολοφονιών, αλλά κατά κοινή ομολογία εντελώς αυθαίρετα μόνο και μόνο για να ακυρωθεί το τεράστιο πολιτικό του κεφάλαιο. Δεύτερος, ο Νασέρ αλ Κίντβα αντιπρόσωπος της Παλαιστίνης στον ΟΗΕ και ανιψιός του Αραφάτ που διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με τον 61χρονο Μπαργούτι και τρίτος, ο σκοτεινός …Μοχάμεντ Νταχλάν, που εκπροσωπεί ό,τι πιο ενδοτικό, συμβιβασμένο και διεφθαρμένο διαθέτει στους κόλπους της η Παλαιστινιακή Αρχή. Οι εκλογές θα διαμόρφωναν έναν εντελώς διαφορετικό πολιτικό τοπίο στην Παλαιστίνη, αναγεννώντας τις ελπίδες δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους, βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ. Απ’ ότι φάνηκε όμως δεν ήταν μόνο οι Ισραηλινοί που φοβήθηκαν τις προοπτικές επιστροφής των Παλαιστινίων στους δρόμους του αγώνα…

Δεν είναι ειρωνεία της τύχης αλλά το τίμημα της πολιτικής έντασης, μια συγκρίσιμη πολιτική κρίση που βιώνει το Ισραήλ όπου εδώ και δύο χρόνια έχει πραγματοποιήσει τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις, χωρίς να καταφέρει να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση. Τελευταία φορά ήταν στις 4 Απριλίου όταν το κόμμα του Νετανιάχου, του μακροβιότερου πρωθυπουργού του εβραϊκού κράτους, συγκέντρωσε 52 έδρες, θέλοντας 61 για να εξασφαλίσει πλειοψηφία. Αιτία της μετατροπής του Ισραήλ σε εβραϊκή Banana Republic, κατά τη ρήση του αρθρογράφου των New York Times Τόμας Φρίντμαν, είναι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου που έχει μετέλθει κάθε μέσου το οποίο είναι ανθρωπίνως δυνατό για να αποφύγει το ειδικό δικαστήριο. Διεφθαρμένος μέχρι μυελού οστέων κι εκμεταλλευόμενος στο έπακρο την εκλογική επιρροή του Λικούντ, που όμως πάντα υπολείπεται της αναγκαίας για σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης, ο Νετανιάχου βρίσκεται στην εξουσία από το 2009 καταφεύγει κάθε φορά σε εκλογές ώστε να ακυρώσει το ενδεχόμενο εκλογής κυβέρνησης που θα τον κάνει να λογοδοτήσει…

Η βαθιά πολιτική σαπίλα που υπάρχει στην «μοναδική δημοκρατία της Μέσης Ανατολής», όπως πολλοί μάλλον κατ’ ευφημισμό ή ως ένδειξη χιούμορ αρέσκονται να χαρακτηρίζουν το Ισραήλ, σκεπάζεται με την καταφυγή στον πολιτικό εξτρεμισμό, όπως συνέβη τη Δευτέρα 10 Μαΐου, όταν οι Σιωνιστές εισέβαλαν στο τέμενος του Αλ Ακσά και δικαίωσαν δικαστικά το πρόγραμμα εποικισμού υπό τις ιαχές του αφιονισμένου όχλου τιμώντας έτσι την ημέρα της εβραϊκής Ιερουσαλήμ.

Αναγκαίο να ειπωθεί ότι τα επεκτατικά σχέδια του Ισραήλ εκθέτουν ανεπανόρθωτα τις μοναρχίες των αραβικών και μουσουλμανικών κρατών που έσπευσαν το 2019, υπό τις οδηγίες του Τραμπ, να κανονικοποιήσουν τις σχέσεις τους με το εβραϊκό κράτος, ελπίζοντας σε «δουλειές» για τις οικογένειές τους με το Ισραήλ. Συγκεκριμένα, Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σουδάν και Μαρόκο στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ προσέφεραν στο Ισραήλ την πολυπόθητη νομιμοποίηση, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αιγύπτου και της Ιορδανίας και γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους προγενέστερες αποφάσεις που έθεταν ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κανονικοποίηση τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ. Πλέον καλούνται να απολογηθούν. Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν σε όλες τις χώρες της περιοχής ως απάντηση στα ισραηλινά εγκλήματα αποδεικνύουν ότι ακόμη και σήμερα το Παλαιστινιακό, ως συνέπεια του ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού, συνεχίζει να αποτελεί αιτία ριζοσπαστικοποίησης. Και η υποστήριξη στους Παλαιστίνιους υποχρέωση κάθε δημοκρατικού πολίτη.