Home » Διεθνή

Category Archives: Διεθνή

Στα χακί ντύνεται και η Σουηδία!

Ημερομηνία σταθμός θα είναι η 11η Σεπτεμβρίου 2017 στην ιστορία της Σουηδίας καθώς η πολιτική ουδετερότητας που με συνέπεια ακολουθούσε εδώ και πολλές δεκαετίες επί της ουσίας τερματίζεται. Οι κοινές ασκήσεις διάρκειας τριών εβδομάδων που θα πραγματοποιήσει με την ενεργή παρουσία 1.000 αμερικανών στρατιωτών(!) και εκατοντάδων άλλων από Δανία, Νορβηγία, Φινλανδία, Γαλλία, Εσθονία και Λιθουανία σφίγγουν ακόμη περισσότερο τη ΝΑΤΟϊκή λαβίδα γύρω από τη Ρωσία. Στο επίκεντρο των ασκήσεων θα είναι η ίδια η σουηδική πρωτεύουσα, η Στοκχόλμη, όπως και το νησάκι Γκότλαντ που βρίσκεται στο μέσο της Βαλτικής θάλασσας και κατά γενική ομολογία όποιος ελέγχει αυτό το νησί, ελέγχει ταυτόχρονα τις εναέριες και θαλάσσιες οδούς προς τις Βαλτικές χώρες.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η συμμετοχή των αμερικανών στρατιωτών στην άσκηση ξάφνιασε επειδή η Σουηδία όπως και η γειτονική της Φινλανδία είναι από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που δεν ανήκουν στον επιθετικό πολεμικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ. Η αμυντική της θωράκιση εξασφαλίζεται μέσω διμερούς συμφωνίας μες τις ΗΠΑ. Πέρυσι με αφορμή την άνοδο του Τραμπ κι ενώ η Σουηδία διένυε προεκλογική περίοδο σχεδόν όλα τα σημερινά κόμματα της αντιπολίτευσης υποστήριξαν την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, με το σκεπτικό ότι η άμυνα της δεν θα υπόκειται στη βούληση του κάθε αμερικανού προέδρου και θα είναι θεσμικά διασφαλισμένη.

Μοναδική παραφωνία σε αυτή την φιλοπολεμική συναίνεση αποτελούσε το κυβερνών κόμμα, το οποίο όμως δε δίστασε όταν κέρδισε τις εκλογές να αναγγείλει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών κατά 25% μέχρι το τέλος της δεκαετίας, συμμετέχοντας στην παγκόσμια κούρσα εξοπλισμών.

Επίσης, σύμφωνα με δήλωση κορυφαίου διπλωμάτη που μετέφεραν οι Financial Times την Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου «με τα έργα του σε αυτή την άσκηση ο σουηδός υπουργός Άμυνας Πίτερ Χούλτκβιστ κάνει περισσότερα για να φέρει τη Σουηδία πιο κοντά στο ΝΑΤΟ σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλον στην αντιπολίτευση».

Κι ως γνωστόν μετρούν οι πράξεις, όχι τα λόγια…

Πηγή: neaselida.news

Advertisements

Επίδειξη δύναμης από τη Μαδρίτη εναντίον της Καταλονίας

Στην Βαρκελώνη θα είναι στραμμένα τα μάτια όλης της Ευρώπης αύριο, 11 Σεπτεμβρίου, καθώς ανέκαθεν οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν για να τιμηθεί η μέρα εθνικής ανεξαρτησίας τους ήταν βαρόμετρο του εθνικού φρονήματος των Καταλανών. Κι αυτή τη φορά η Μαδρίτη θέλει να ξέρει περισσότερο από κάθε άλλη επέτειο ποιες είναι οι διαθέσεις των Καταλανών.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αλήθεια είναι ότι τα νούμερα που δίνουν οι δημοσκοπήσεις εν όψει του δημοψηφίσματος δεν συμβαδίζουν με την αποφασιστικότητα και τη συνοχή που επιδεικνύει η πολιτική ηγεσία της Καταλονίας, υπό τον 54χρονο πρώην δημοσιογράφο Καρλς Πουιγκντεμόντ, να διεκδικήσει την απόσχισή της από την Ισπανία με κάθε κόστος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, ενώ η πλειοψηφία των Καταλανών, που έχουν όχι μόνο δική τους γλώσσα αλλά επίσης δική τους ιστορία και πολιτισμό, επιθυμεί το δημοψήφισμα, υπέρ της ανεξαρτητοποίησης τάσσεται ένα ποσοστό λίγο πάνω από 40%.

Η τοπική κυβέρνηση της Καταλονίας δε χάνει ευκαιρία να δείχνει το καθεστώς εκμετάλλευσης που έχει επιβάλλει η Μαδρίτη σε βάρος της Καταλονίας των 7,5 εκ. κατοίκων και των 17 εκ. ξένων τουριστών που είναι η πιο πλούσια περιοχή της Ισπανίας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το ισοζύγιο των δοσοληψιών μεταξύ Καταλονίας και κεντρικής κυβέρνησης ανέρχεται σε 9,8 δισ. ευρώ που ισοδυναμεί με το 5,02% του καταλανικού ΑΕΠ. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η διαχείριση εκ μέρους της Βαρκελώνης αυτού του ποσού θα έκανε κατά 1.300 ευρώ πιο πλούσιο τον κάθε Καταλανό…

Το ενδιαφέρον της κυβέρνησης πηγάζει από την εξάντληση μέχρι στιγμής όλων των διαθέσιμων νομικών μέσων για να απαγορεύσει το δημοψήφισμα που έχει προγραμματιστεί για την Κυριακή 1 Οκτωβρίου. Ένα δημοψήφισμα που θα έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και με βάση νόμο που ψηφίστηκε το αποτέλεσμά του θα υλοποιηθεί εντός 2 ημερών! Η κυβέρνηση από τη μεριά της έχει δηλώσει ότι «δεν πρόκειται να διεξαχθεί κανένα δημοψήφισμα την 1η Οκτωβρίου», αφήνοντας ανοιχτό κάθε ενδεχόμενο: από τα «συμβατικά», όπως να κατάσχει η αστυνομία τις κάλπες, να μην επιτρέψει να ανοίξουν τα εκλογικά τμήματα και να συλλάβει την καταλανική πολιτική ηγεσία, κατ’ εφαρμογή αλλεπάλληλων δικαστικών αποφάσεων που έχουν χαρακτηρίσει παράνομο το δημοψήφισμα αναγνωρίζοντας μόνο στην κεντρική κυβέρνηση το δικαίωμα για μια τέτοια απόφαση, μέχρι τα «πυρηνικά», δηλαδή ακύρωση του καθεστώτος περιορισμένης αυτονομίας που απολαμβάνει η Καταλονία μαζί με 16 άλλες τοπικές κυβερνήσεις, ανάληψη όλων των εξουσιών διοίκησής της από τη Μαδρίτη και αποστολή αστυνομικών δυνάμεων από την  πρωτεύουσα για να επιβάλλουν το νόμο. Ενδεχόμενο που είναι προφανές ότι θα οδηγούσε στα πρόθυρα του εμφυλίου, χωρίς να είναι ακόμη σίγουρο κατά πόσο ακόμη και τα πιο απλά μέτρα που είναι αποφασισμένη να εφαρμόσει η Μαδρίτη για να διαφυλάξει το καθεστώς που ιδρύθηκε το 1978 δε θα οδηγήσουν σε απρόβλεπτες συγκρούσεις και πρωτοφανείς καταστάσεις. Τουλάχιστον για τη Δυτική Ευρώπη.

Πηγή: εφημερίδα Πριν

Ξέγνοιαστος περίπατος της Μέρκελ με τη βοήθεια των σοσιαλδημοκρατών

Όποιος επιχειρήσει να μεταφέρει στις εκλογές που θα διεξαχθούν στη Γερμανία στις 24 Σεπτεμβρίου τις εκ βάθρων ανατροπές που σηματοδότησαν οι εκλογές στις ΗΠΑ το Νοέμβριο του 2016 με την μετεωρική άνοδο του Τραμπ, ή την απαξίωση του παραδοσιακού πολιτικού σκηνικού που προκάλεσαν οι προεδρικές εκλογές του Μαΐου στη Γαλλία με το δίδυμο Λεπέν – Μακρόν να ανατρέπει τη χρόνια ισορροπία γύρω από το δίπολο κεντροδεξιάς – σοσιαλδημοκρατών, ή ακόμη και τα απογοητευτικά αποτελέσματα για την Τερέζα Μέι στις βρετανικές κάλπες που την οδήγησαν να μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που προκάλεσε πρόωρες εκλογές, θα διαψευστεί οικτρά!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το Βερολίνο φαίνεται να απέχει έτη φωτός από την Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και το Παρίσι. Η δε Άνγκελα Μέρκελ διεκδικεί την τέταρτη θητεία της στη γερμανική καγκελαρία και μοιάζει σχεδόν ατσαλάκωτη, χωρίς να κουβαλάει κανένα βαρίδι από το μακρινό 2005 όταν κέρδισε τις πρώτες εκλογές, λες και δεν έχει να απολογηθεί για τίποτε απ’ όσα συνέβησαν αυτά τα 12 χρόνια.

Αυτή η εικόνα επιφανειακής (και γνήσια γερμανικής) ηρεμίας αντανακλάται πιστά στις δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας έξι εβδομάδες πριν ανοίξουν τα εκλογικά τμήματα. Συγκεκριμένα, η δεξιά συμμαχία χριστιανοδημοκρατών και χριστιανοκοινωνιστών (CDU-CSU) αναμένεται να κερδίσει από 37% έως 40%, το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD 24-25%,το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία AfD 10%, το φιλο-επιχειρηματικό φιλελεύθερο κόμμα FDP από 8% ως 9%, το κόμμα της Αριστεράς 9% και οι Πράσινοι 7%.

Το παραπάνω αποτέλεσμα, όσο κι αν είναι αναμενόμενο, περιλαμβάνει μια μείζονα ανατροπή. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου για πρώτη φορά από το 1945 θα εκπροσωπηθεί ένα κόμμα της ρατσιστικής άκρας Δεξιάς στη γερμανική βουλή, καθώς ποτέ άλλοτε δεν είχαν καταφέρει συγγενείς πολιτικοί σχηματισμοί νοσταλγοί του χιτλερισμού να ξεπεράσουν το όριο του 5% που επιτρέπει την αντιπροσώπευση στη Βουλή. Με βάση πολιτικές έρευνες που έχουν δει πρόσφατα το φως της δημοσιότητας η δεξαμενή απ’ όπου αντλεί ψήφους η φασιστική Δεξιά για να φτάσει στο 10% δεν περιλαμβάνει μόνο τα απομεινάρια του ναζισμού, που αποτελούν ντροπή της ανθρωπότητας. Δηλαδή, υπέργηρους πλέον οπαδούς των Ναζί και συντηρητικούς συνταξιούχους της Βαυαρίας και του υπόλοιπου γερμανικού Νότου. Περιλαμβάνουν επίσης, σε αυξανόμενο βαθμό και μεσήλικες, μέλη της παραδοσιακής, φθίνουσας ποσοτικά, εργατικής τάξης. Η στράτευσή των «μπλε κολάρων» γύρω από την Εναλλακτική για τη Γερμανία αποτελεί μια επιπλέον ένδειξη συντηρητικοποίησης της Γερμανίας όπως επίσης τα αυξημένα ποσοστά αποδοχής της Μέρκελ στη νεολαία, σε σχέση με το εθνικό μέσο όρο. Ειδικότερα, διαψεύδοντας μια διαχρονική σταθερά των δημοσκοπήσεων σε Βορρά και Νότο που θέλει τη νεολαία να έλκεται από την Αριστερά και τις ιδέες της κοινωνικής αλλαγής, δημοσκόπηση του ιδρύματος FORSA έδειξε ότι οι νέοι μεταξύ 18 και 21 ετών σε ποσοστό 57% επιλέγουν την Μέρκελ (και μόλις 21% τον υποψήφιο των σοσιαλδημοκρατών, Μάρτιν Σουλτς) όταν σε όλες τις ηλικίες το ποσοστό αποδοχής της ανέρχεται στο 53%.

Η εκλογική επιτυχία της γερμανικής Δεξιάς δεν είναι ωστόσο τίποτε περισσότερο από την άλλη όψη της παταγώδους αποτυχίας της γερμανικής Αριστεράς, σε κάθε εκδοχή, καθώς όλες της οι εκφάνσεις αν κάτι προσθέτουν είναι επιπλέον αιτίες για να της γυρίσουν οι ψηφοφόροι την πλάτη τους. Οι Πράσινοι λόγω της ευθύνης που επωμίστηκαν συναινώντας στο διαμελισμό και το βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας το 1999, και το κόμμα της Αριστεράς αποδεχόμενο και ψηφίζοντας σχέδια περικοπής κοινωνικών δαπανών σε εκείνα τα κρατίδια όπου συμμετείχε σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Δύσκολο έως αδύνατο επομένως να πείσει ότι αποτελεί μια αταλάντευτη δύναμη εναντίωσης στη λιτότητα. Στη ίδια δεινή επίσης θέση βρίσκεται και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που εξακολουθεί να είναι ταυτισμένο αφενός με τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ και αφετέρου με τα έργα και τις ημέρες του «μεγάλου συνασπισμού» με την Μέρκελ. Σε αυτό το πλαίσιο ακόμη και η ώθηση που του έδωσε η ανακοίνωση της υποψηφιότητας Σουλτς, φτάνοντας στο σημείο να συγκεντρώνει ίδια ποσοστά με τη Μέρκελ την πρώτη περίοδο, πολύ γρήγορα εξανεμίστηκε, όταν ο αέρας ανανέωσης αποδείχθηκε σκέτος …αέρας.

Η απογοήτευση που προκαλεί όλη η Αριστερά δεν θα ήταν τόσο κραυγαλέα κι άξια σχολιασμού αν πίσω από την επίπλαστη εικόνα ευημερίας και ξέγνοιαστης σταθερότητας που δημιουργεί η Μέρκελ (με σύμβολο μια δική της φωτογραφία από τις διακοπές στο Νότιο Τιρόλο φορώντας επί πέντε συναπτά έτη τα ίδια ρούχα – υπόδειγμα έξυπνου και καινοτόμου πολιτικού μάρκετινγκ, εδώ το σχετικό δημοσίευμα) και ενάντια σε αυτή την εικόνα δεν υπήρχαν εντονότατες κοινωνικές αντιθέσεις που, κατά τη γνώμη του γράφοντα, όσο κι αν κρύβονται κάτω από το χαλί αργά ή γρήγορα θα βγουν στην επιφάνεια. Η δημοσκοπική ως προς το παρόν άνοδος της Εναλλακτικής, ακόμη και εν έτει 2017 όταν η κρίση που προκάλεσε το μεταναστευτικό με την πολιτική ανοικτών θυρών την οποία υιοθέτησε η Μέρκελ ανήκει στο παρελθόν, είναι μια στρεβλή ως διαστροφική έκφραση αυτής της συσσωρευμένης κοινωνικής αγανάκτησης.

Η κοινωνική δυσφορία είναι αποτέλεσμα των οξύτατων ταξικών αντιθέσεων που κορυφώθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Την προηγούμενη δεκαετία το κενό που χώριζε το κατά κεφαλήν εισόδημα της Γερμανίας απ’ όλες τις άλλες χώρες πολλαπλασιάστηκε. Έτσι το 2016 το κατά κεφαλήν εισόδημα της Γερμανίας έφτασε τα 34.500 ευρώ, ενώ της Γαλλίας τα 31.700, της Αγγλίας τα 31.400, της ευρωζώνης τα 29.600, της ΕΕ τα 26.900, της Ιταλίας τα 25.900 κοκ. Αυτά τα χρόνια ωστόσο, η εισοδηματική άνοδος δεν ήταν συμμετρική. Παρότι μάλιστα το ποσοστό ανεργίας έχει μειωθεί σε επίπεδα ρεκόρ στο 5,5%, το ποσοστό των φτωχών αυξάνεται σταθερά, αγγίζοντας πλέον το 16%, από 14% που ήταν πριν 14 χρόνια.

«Αλλά αν και η ανεργία συρρικνώθηκε, τα χαμηλότερα εισοδήματα κέρδισαν λιγότερα αρχικά σε σχέση με τους καλύτερα αμειβόμενους», έγραφαν οι Financial Times στις 17 Αυγούστου. «Καθοριστικό ρόλο στη μείωση της ανεργίας» συνέχιζε το βρετανικό φύλλο «και στην άνοδο της απασχόλησης στο επίπεδο ρεκόρ των 44 εκ. διαδραμάτισε η επέκταση των λεγόμενων mini jobs, ελάχιστα ρυθμισμένων, θέσεων εργασίας μερικής απασχόλησης από 4,1 εκ. το 2002 σε πάνω από 7,5 εκ. αυτό το χρόνο. Οι υποστηρικτές τους ισχυρίζονται ότι έχουν δημιουργηθεί ευκαιρίες, για παράδειγμα, για μητέρες ανήλικων παιδιών, φοιτητές και συνταξιούχους. Οι επικριτές όμως υποστηρίζουν ότι τα mini jobs συχνά αντικαθιστούν θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης, κυρίως στον επισιτισμό και το λιανικό εμπόριο. Το συνδικάτο DGB υποστηρίζει ότι αντί να ανοίξουν το δρόμο για μόνιμες θέσεις εργασίας τα mini jobs δημιουργούν αδιέξοδο για τους εργαζόμενους».

Ο Μάρτιν Σουλτς, διαβλέποντας αυτή την κοινωνική πόλωση, επέλεξε ως βασικό σύνθημα της προεκλογικής εκστρατείας των σοσιαλδημοκρατών το σλόγκαν «καιρός για περισσότερη ισότητα, καιρός για Μάρτιν Σουλτς». Ήταν η εποχή των μεγάλων προσδοκιών. Πολύ σύντομα όμως ήρθε η απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα. Όταν για την ακρίβεια ο Σουλτς έπρεπε να δώσει σάρκα και οστά στο σύνθημά του, υποσχόμενος για παράδειγμα καλύτερες, υψηλότερα αμειβόμενες και πιο ποιοτικές θέσεις εργασίας κι αντί αυτών επέλεξε να επιδείξει τη συνέχεια στο πρόγραμμα των σοσιαλδημοκρατών, περιορίζοντας το «ριζοσπαστισμό» του σε αιτήματα μείωσης των φορολογικών συντελεστών. Δηλαδή εκφυλίζοντάς τον…

Τι πιο φυσιολογικό μετά για το 40% των πιο φτωχών Γερμανών, που δεν έχουν κανένα περιουσιακό στοιχείο ούτε καν καταθέσεις στην τράπεζα, από το να γυρίσουν την πλάτη στην υπαρκτή Αριστερά κι η Μέρκελ να ετοιμάζεται για έναν ακόμη εκλογικό περίπατο στο δρόμο (με τις …λεύκες) που άνοιξε η σοσιαλδημοκρατία;

Πηγή: περιοδικό Επίκαιρα

Με αφορμή τις ψευδείς ειδήσεις φιμώνουν το ίντερνετ

Η ψηφιακή επεξεργασία που υπέστη η φωτογραφία της Κλαούντια Καρντινάλε στην επίσημη αφίσα του 70ου κινηματογραφικού φεστιβάλ Καννών, ώστε να εξαφανιστούν λίγα περιττά κιλά και η γάμπα της πανέμορφης ηθοποιού που χορεύει περιχαρής σε μια ιταλική ταράτσα να γίνει ακόμη πιο κομψή, ελάχιστους απασχόλησε πέραν των συνήθων υπόπτων του (μικρό)κοσμου της δημοσιογραφίας, του θεάματος και της διαφήμισης. Και δικαίως. Η «δικτατορία της μεζούρας» που έχει επιβάλλει η βιομηχανία της μόδας, όσο κι αν υποβάλλει σε στερήσεις, αναπαράγοντας στερεότυπα και διακρίσεις, είναι χάδι μπροστά σε άλλες δικτατορίες όπως της ανεργίας, της φτώχειας και της πείνας.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Με έναν γοητευτικό τρόπο ωστόσο, πρέπει να ομολογήσουμε, επανήλθε στη δημόσια συζήτηση ένα ερώτημα που απασχολεί την πολιτική, τον Τύπο και το διαδίκτυο εντονότατα τους τελευταίους μήνες: τι είναι αληθινό και τι όχι στην εποχή του ίντερνετ; Ερώτημα που αν περιορίζεται στις αισθητικές επεμβάσεις του photoshop, προφανώς, δεν επηρεάζει την πολιτική και τις ζωές μας.

Τι γίνεται όμως όταν η κατασκευασμένη πραγματικότητα, σύμφωνα με ορισμένες κατηγορίες, εκλέγει προέδρους;

Τι γίνεται πολύ περισσότερο όταν μετατρέπεται σε αφορμή για νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο να φιμώσουν το ίντερνετ;

Οι ψευδείς ειδήσεις πρώτο θέμα

Η συζήτηση κορυφώθηκε, κι έκτοτε συνεχίζεται αμείωτη, με αφορμή τις αμερικανικές εκλογές το Νοέμβριο του 2016. Όταν έγινε αντιληπτό πως στην εκλογή του αμερικανού μεγιστάνα της αγοράς ακινήτων συνέβαλε η παρέμβαση που ξεδιπλώθηκε στο διαδίκτυο, μέσω ανυπόληπτων ή μικρής απήχησης λογαριασμών και Μέσων Ενημέρωσης, που χρησιμοποιούσαν κατά κόρον ψεύδη! Ο σεβασμός απέναντι στην αλήθεια του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ, πολύ καιρό πριν λάβει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για να διεκδικήσει να γίνει ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν ήταν κι η καλύτερη δυνατή. Με tweet, για παράδειγμα, αμφισβήτησε ευθέως το επίσημο ποσοστό ανεργίας των ΗΠΑ που κυμαίνεται γύρω στο 5%, γράφοντας ότι είναι 3 και 4 φορές μεγαλύτερο, χωρίς να κάνει τον κόπο να επιχειρηματολογήσει για την άποψή του. Στις αρχές Μαρτίου άφησε εκατομμύρια ανθρώπους άναυδους όταν δήλωσε πως ο Μπάρακ Ομπάμα είχε στήσει μηχανισμό στον πύργο Τραμπ, όπου ήταν το στρατηγείο του μέχρι να εγκατασταθεί στον Λευκό Οίκο, για να τον παρακολουθεί. Μια επίθεση που δε συνηθίζεται από έναν εν ενεργεία απέναντι σε έναν πρώην πρόεδρο. Είχαν προηγηθεί παντελώς αβάσιμοι ισχυρισμοί, μέσω πάλι του twitter που έχει αναδειχθεί στο προσφιλές του μέσο επικοινωνίας, ότι τον ψήφισε αριθμός ρεκόρ εκλεκτόρων ενώ η αντίπαλός του ψηφίστηκε από 3 εκ. παράνομους ψηφοφόρους! Ισχυρισμός που αν, διαλανθάνοντας της προσοχής του αρχισυντάκτη, δημοσιευόταν ακόμη και σε λαθρόβιο μέσο ενημέρωσης όφειλε να προκαλέσει 1-2 παραιτήσεις την ημέρα της δημοσίευσης.

Οι ψευδείς ειδήσεις ωστόσο προσέλαβαν διαστάσεις πλημμυρίδας όταν μέσα ενημέρωσης και λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναμετάδιδαν χείμαρρους ψεύτικων «ειδήσεων» και «πληροφοριών» υπέρ του Τραμπ. Κορυφαία στιγμή αυτής της πλημμυρίδας ήταν η είδηση για τη στήριξη που προσέφερε ο Ποντίφικας στον Τραμπ. Μια είδηση που αναπαράχθηκε τόσο μαζικά, ώστε και μόνο η επανάληψή της έπειθε έναν ανυποψίαστο αναγνώστη για την αλήθεια της. Καθόλου τυχαία λίγες εβδομάδες αργότερα ήρθε το λεξικό της Οξφόρδης να αναδείξει τη λέξη «μετα-αλήθεια» ως λέξη της περυσινής χρονιάς…

Τραμπ εναντίον New York Times

Η διαμάχη περί των «ψευδών ειδήσεων» δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τη σφοδρότατη, ιστορικά πρωτοφανή, σύγκρουση του Τραμπ με το φιλελεύθερο κατεστημένο, στο οποίο εντάσσεται ακόμη κι η δικαστική εξουσία. Αιχμή του δόρατος ωστόσο αυτού του κατεστημένου αποδείχθηκαν εμβληματικές εφημερίδες όπως οι New York Times και τηλεοπτικά δίκτυα όπως το CNN που, κατά την πάγια αμερικανική πρακτική η οποία θέλει όλα τα Μέσα στην προεκλογική περίοδο να δηλώνουν με ποιόν υποψήφιο τάσσονται, στρατεύθηκαν υπέρ της Χίλαρι Κλίντον. Και το 2016 ωστόσο και μετά την ορκωμοσία του Τραμπ στις 20 Ιανουαρίου 2017 η σύγκρουση τους με τον Λευκό Οίκο υπερέβη κατ’ επανάληψη τα εσκαμμένα.

Απρόβλεπτο παραπροϊόν αυτής της διαμάχης ήταν τα ρεκόρ τηλεθέασης των καθιερωμένων συνεντεύξεων Τύπων του Λευκού Οίκου, στην απογευματινή ζώνη, που οδήγησαν στα Τάρταρα της τηλεθέασης τις σαπουνόπερες που κατακλύζουν τους αμερικανικούς δέκτες. Ουδέν κακόν αμιγές καλού…

Στο πλαίσιο αυτής της διαμάχης του ο νέος αμερικανός πρόεδρος επέστρεψε τις κατηγορίες περί «ψευδών ειδήσεων» στους εμπνευστές τους, σε μια προσπάθεια να απαξιώσει την αξιοπιστία και την εγκυρότητα ιστορικών μέσων ενημέρωσης που έχουν ενσωματώσει στους κανόνες δεοντολογίας τους τη φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα. Το «κόντυμά» τους επιχειρήθηκε ταυτόχρονα με την προβολή μέσων ενημέρωσης που λόγω της ακροδεξιάς ιδεολογίας τους και της θρησκοληψίας που τα διακατείχε κινούνταν πάντα στη σφαίρα του γραφικού, πχ Christian Broadcasting Network, Breitbart News (με το διευθυντή του Στίβεν Μπανόν να γίνεται επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού του Τραμπ), NewsMax, Daily Caller, Life Zette, Gateway Pundit, κ.α. Επί Τραμπ ωστόσο αυτά τα Μέσα στρογγυλοκάθησαν στην αίθουσα Τύπου του Λευκού Οίκου, έπαιρναν πρώτα ερώτηση, που πάντα ήταν εκ των προτέρων γνωστή και φυσικά την είχε δώσει ο Λευκός Οίκος στοχεύοντας στη δημιουργία εντυπώσεων. Έτσι ανατράπηκαν ισορροπίες δεκαετιών στη δημοσιογραφική επετηρίδα, προκαλώντας οργή σε δημοσιογράφους ειδησεογραφικών πρακτορείων και εφημερίδων παγκόσμιας απήχησης με μακρά θητεία που ξαφνικά, και κατά παράβαση του πρωτοκόλλου, δεν έπαιρναν καν ερώτηση! Παρόλα αυτά, όσες φορές κι αν ο εκπρόσωπος Τύπου του νέου αμερικανού προέδρου εξαπέλυσε την κατηγορία περί «ψευδών ειδήσεων» στα παραδοσιακά Μέσα για να δικαιολογήσει την αλλαγή βάρδιας που επιχείρησε, προσπαθώντας να στηρίξει τα δικά του μέσα ενημέρωσης, η κατηγορία βαραίνει, σχεδόν αποκλειστικά το στρατόπεδο του Τραμπ. Ποτέ άλλοτε τόσο μαζικά και συντεταγμένα δε χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ειδήσεις για να δημιουργήσουν πολιτικές εντυπώσεις και να καθοδηγήσουν την ψήφο των πολιτών.

Παρόλα αυτά πρέπει να πάσχει από αμνησία κάποιος για να μη θυμάται τα δημοσιογραφικά κατορθώματα στα οποία επιδόθηκαν εφημερίδες και τηλεοπτικά δίκτυα – προπύργια του φιλελεύθερου κατεστημένου, αντιστρέφοντας την αλήθεια, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες! Αφήνουμε δηλαδή εκτός σχολιασμού δημοσιογραφικές γκάφες ολκής που μπορούν να αποδοθούν σε αυτό που πολύ εύστοχα περιέγραψε ο Ντένζελ Ουάσινγκτον λέγοντας ότι «ένα από τα αποτελέσματα της υπερβολικής πληροφόρησης είναι η ανάγκη να είσαι πρώτος, κι όχι πλέον να λες την αλήθεια». Μόνο και μόνο επομένως για να φανεί ότι τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης δεν διαθέτουν πλέον το κύρος για να αποφασίζουν ποιο μέσο είναι αξιόπιστο και ποιο όχι να υπενθυμίσουμε τρία σχετικά πρόσφατα περιστατικά: Πρώτο, το BBC, καλύπτοντας το 2011 την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη το πλήθος που έδειξε να ζητωκραυγάζει την αλλαγή του καθεστώτος δεν προερχόταν από την πρωτεύουσα της χώρας, την Τρίπολη, αλλά από την Ινδία… Δεύτερο, τα βίντεο που μετέδωσαν βελγικά δίκτυα για να καλύψουν τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών τον Μάρτιο του 2016 περιέγραφαν μια χαρά τον πανικό μεταξύ των επιβατών είχαν όμως μια αδυναμία: Προέρχονταν από την επίθεση που έγινε στο αεροδρόμιο της Μόσχας το 2011. Τρίτο, το CNN και το BBC καλύπτοντας τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 δε δίστασαν να χαλκεύσουν την ώρα της μετάδοσης για να δείξουν την ετοιμότητά τους με αποτέλεσμα το ρεπορτάζ και τα σχετικά πλάνα να φαίνεται ότι μεταδόθηκαν πριν την επίθεση…

Ως συμπέρασμα ας κρατήσουμε ότι οι ψευδείς ειδήσεις δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Υπήρχαν και πριν την έλευση του Τραμπ και μεταδίδονταν μάλιστα από τα θεωρούμενα έγκυρα Μέσα… Επιπλέον, είναι υπερβολή που προσβάλλει τη νοημοσύνη όλων μας να αποδίδεται η νίκη του Τραμπ στις ψευδείς ειδήσεις κι όχι πχ στην απογοήτευση που προκάλεσε στον κόσμο της εργασίας η ταύτιση της Κλίντον με τη Γουόλ Στριτ…

Προεκλογικά κίνητρα από την Μέρκελ

Τούτου δοθέντος η ζέση που επέδειξε η Γερμανία να ποινικοποιήσει στις αρχές Μαρτίου τη δημοσίευση ψευδών ειδήσεων στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης μόνο ως προσπάθεια φίμωσης του ίντερνετ μπορεί να μεταφραστεί. Συγκεκριμένα ψηφίστηκε η επιβολή προστίμων που μπορεί να φτάσει τα 50 εκ. ευρώ στα κοινωνικά δίκτυα και 5 εκ. ευρώ στους ιδιώτες που διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις. Επιπλέον, κοινωνικά δίκτυα όπως το facebook είναι υποχρεωμένα μέχρι και το τέλος του 2017 να προσλάβουν έως και 700 άτομα με αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης τον έλεγχο του περιεχομένου των δημοσιεύσεων, ενώ στο εξής θα δημοσιεύουν σε σταθερή τριμηνιαία βάση εκθέσεις με θέμα ουσιαστικά την καταστολή που ασκούν. Η βιασύνη της Γερμανίας δεν εξηγείται μόνο βάσει της ισχυρής παράδοσης κρατικού ελέγχου σε ζητήματα που άπτονται της ελευθερίας του λόγου. Ερμηνεύεται επίσης και λόγω των επικείμενων εκλογών καθώς το Βερολίνο φοβάται ότι τα ισχυρότατα ακροδεξιά – νεοφασιστικά ρεύματα που υπάρχουν στη Γερμανία μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν τις τακτικές που αξιοποιήθηκαν στις ΗΠΑ την προεκλογική περίοδο, προσπερνώντας τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Το νέο πλαίσιο επομένως επιβλήθηκε για μικροπολιτικούς, προεκλογικούς λόγους.

Η επίθεση στο διαδίκτυο εκ μέρους του Βερολίνου δεν αποκλείεται να χρησιμοποιείται κι ως όχημα ώστε τα νέα Μέσα, που κατά βάση έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ, να χάσουν μέρος της αυξανόμενης οικονομικής τους επιρροής. Ο ιδρυτής του facebook, Μαρκ Ζούκερμπεργκ, έχει δηλώσει ότι στόχος του είναι να δημιουργήσει την τέλεια προσωποποιημένη εφημερίδα για κάθε άτομο στον πλανήτη. Η Μέρκελ έτσι τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια τους προκειμένου να στηρίξει το παραδοσιακό εκδοτικό κατεστημένο της γερμανικής υπερδύναμης. Βάζει φίμωτρο με άλλα λόγια στην ελευθερία του διαδικτύου δημιουργώντας ένα σύγχρονο Υπουργείο Αλήθειας μόνο και μόνο για χάρη  των ιστορικών κέντρων εξουσίας.

Άλλες χώρες της Ευρώπης έχουν αρνηθεί να λάβουν τόσο αυστηρά μέτρα καταστολής, σεβόμενες την ανοιχτή κουλτούρα που συνοδεύει εγγενώς το ίντερνετ. Στη Γαλλία για παράδειγμα δημοσιογράφοι της Le Monde έλαβαν πρωτοβουλία ενημέρωσης των μαθητών με στόχο να μάθουν να διασταυρώνουν τις πληροφορίες που πέφτουν στην αντίληψή τους. Στην Αγγλία, επίσης, όταν ρωτήθηκαν οι αρμόδιοι διέψευσαν ότι σκοπεύουν να ψηφίσουν ανάλογους νόμους.

Εν κατακλείδι, οι υπάρχοντες νόμοι περί συκοφαντικής δυσφήμισης, μεταξύ πολλών άλλων, είναι υπεραρκετοί για να προστατευθούν οι πολίτες από αναίτιες και υβριστικές επιθέσεις στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Παραπέρα, είναι υπόθεση του καθενός, όπως ίσχυε σε κάθε εποχή, να διασταυρώνει τις ειδήσεις που διαβάζει, με τον κάθε ένα που διακινεί ψευδείς ειδήσεις από την άλλη να κρίνεται για ό,τι γράφει και μεταδίδει. Κάθε άλλη προσπάθεια χειραγώγησης και ελέγχου αποτελεί ανοιχτή ή συγκαλυμμένη λογοκρισία…

31 Μαρτίου 2017

Πηγή: μηνιαίο περιοδικό Nexus

Ο τυφώνας Χάρβεϊ παρασέρνει τον Τραμπ

450.000 αναζήτησαν βοήθεια

300.000 έμειναν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα

30.000 τοποθετήθηκαν σε προσωρινά καταφύγια

3.500 διασώθηκαν

30 νεκροί εξ αιτίας της καταιγίδας

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Όλα ήταν άρτια σκηνοθετημένα: Ανήμερα του  Δεκαπενταύγουστου ο Ντόναλντ Τραμπ έχοντας εκ δεξιών του τον υπουργό Οικονομικών κι εξ ευωνύμων την υπουργό Μεταφορών ξεκίνησε τη συνέντευξη Τύπου ξεδιπλώνοντας μια εκτύπωση ίση με το ύψος του που ήταν γεμάτη πράσινα, μπλε, κόκκινα, κίτρινα και διάφανα τετράγωνα, ρόμβους και κύκλους κάθε μεγέθους. Έτσι ήθελε να δείξει το δαιδαλώδες, γραφειοκρατικό καθεστώς που επιβλήθηκε επί προεδρίας Ομπάμα για την κατασκευή των δημόσιων υποδομών. Η πρώτη εντύπωση ήταν καταιγιστική: Τι φταίει για την απαρχαίωση του υποδειγματικού κάποτε οδικού δικτύου; Μα, οι υπερβολικές ρυθμίσεις! (Κι όχι φυσικά οι περικοπές των σχετικών δαπανών που κατευθύνθηκαν στη χρηματοδότηση των πολέμων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ). Στο στόχαστρο του αμερικανού προέδρου ειδικότερα βρέθηκαν περιορισμοί που λάβαιναν υπ’ όψη τους την κλιματική αλλαγή. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, επέβαλλαν να υπολογίζεται η άνοδος της στάθμης της θάλασσας για να μην εξαφανίζονται οι δρόμοι και οι γέφυρες μετά από μια πλημμύρα.

Η πολιτική αδιαφορίας του Τραμπ απέναντι στους κινδύνους της υπερθέρμανσης ήταν από τότε εγκληματική, ακόμη δηλαδή κι αν υποθέσουμε ότι δεν γνώριζε τίποτε για τον τυφώνα Χάρβεϊ, που έπληξε το Χιούστον και το νοτιοανατολικό Τέξας, καθώς υπήρχε πληθώρα στοιχείων που έδειχνε ότι η κλιματική αλλαγή είναι παρούσα κι όχι ένα υποθετικό, καταστροφολογικό σενάριο για το απώτερο μέλλον. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια όλου του 2017, για πρώτη φορά στην ιστορία η θερμοκρασία στην επιφάνεια της θάλασσας του Κόλπου του Μεξικού δεν έπεσε ούτε μια μέρα κάτω από 23 βαθμούς Κελσίου, διαμορφώνοντας έτσι ιδανικές συνθήκες για την αύξηση της υγρασίας που αυξάνει περαιτέρω την ατμοσφαιρική θερμοκρασία ευνοώντας τη δημιουργία τυφώνων. Κι αν όλα αυτά είναι περίπλοκα για το μυαλό του Τραμπ υπάρχουν πρόσφατα στοιχεία που βεβαιώνουν ότι έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποτελούν τη νέα μας κανονικότητα: Από το 2010 έχουν καταγραφεί στις ΗΠΑ 20 τυφώνες, εκ των οποίων οι 7 από το 2016, μέσα δηλαδή στον ενάμιση τελευταίο χρόνο! Οι λιγότερο σοβαρές πλημμύρες στις παραλιακές πόλεις των ΗΠΑ τα τελευταία 20 χρόνια έχουν αυξηθεί κατά 150% και τα τελευταία 5 χρόνια κατά 30%!

Είμαστε μάρτυρες επομένως μιας ιστορικής βαρύτητας αλλαγής των κλιματολογικών συνθηκών με δραματικές επιπτώσεις στην οικονομική ζωή που πλήττει όλη την κοινωνική κλίμακα αν και με διαφορετικό τρόπο. Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο Χιούστον, που είναι ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά λιμάνια και η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη των ΗΠΑ με πληθυσμό στη μητροπολιτική πόλη 6,9 εκ. άτομα ξεπέρασαν σύμφωνα με προκαταρκτική εκτίμηση της Moody’s τα 75 δισ. ευρώ. Εξ αυτών τα 25 δισ. αφορούν επιχειρήσεις και χαμένη οικονομική δυναμικότητα. Πετρελαϊκοί κολοσσοί, για παράδειγμα, όπως η Exxon Mobil και η Royal Dutch Shell αναγκάστηκαν να διακόψουν τη δραστηριότητά τους, ακυρώνοντας την εξόρυξη του 24% της παραγωγής του Κόλπου, για να μη βρεθούν προ δυσάρεστων απροόπτων όπως έγινε το 2005 με τον τυφώνα Κατρίνα (που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως η σημαντικότερη οικονομική καταστροφή, καθώς το κόστος της ξεπέρασε τα 160 δισ. δολ.). Ο τυφώνας Χάρβεϊ που θεωρείται ο χειρότερος των τελευταίων 50 ετών έπληξε πάνω από το 20% της παραγωγικής δυναμικότητας των  αμερικανικών διυλιστηρίων που ισοδυναμεί με 4 εκ. βαρέλια ημερησίως. Το κύμα ανόδου στις τιμές καταναλωτή, ακόμη και κατά 20% με αποτέλεσμα να φτάσουν στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο ετών, ανακόπηκε με έναν καταιγισμό συμφωνιών μεταφοράς πετρελαίου στη λονδρέζικη ναυλαγορά που αφορούσε ευρωπαϊκά δεξαμενόπλοια . «Ευρωπαϊκός στολίσκος από δεξαμενόπλοια ετοιμάζεται να καταπλεύσει προς τις ΗΠΑ στον απόηχο της τροπικής καταιγίδας Χάρβεϊ», έγραφαν οι Financial Times στις 30 Αυγούστου. Άμεσο αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθούν στα ουράνια τα ναύλα που από 3.500 δολ. την ημέρα σε μια εβδομάδα εξαπλασιάστηκαν φτάνοντας τα 20.000! Μάννα εξ ουρανού επομένως για ορισμένους οι φυσικές καταστροφές…

Η βάση της οικονομικής πυραμίδας ωστόσο, δηλαδή τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, μετρούν μόνο ζημιές από τον τυφώνα Χάρβεϊ. Η ασύμμετρη υποβάθμιση στην κοινωνική θέση των πιο φτωχών νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων που προκαλεί κάθε φυσική καταστροφή ήρθε στην επιφάνεια πρόσφατα από έρευνα του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνιας και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης. Στο επίκεντρό της ήταν οι αποζημιώσεις μετά την καταιγίδα Σάντυ του 2012, που προκάλεσε ζημιές ύψους 70 δισ. δολ. Βάσει ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκε στις 29 Αυγούστου στην εφημερίδα Wall Street Journal, που μένει εχθρική απέναντι στην αγορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, το 50% όσων είχαν κάλυψη σε ιδιωτικές ασφαλιστικές και υπέστησαν ζημιές δεν πήρε ούτε ένα δολάριο για αποζημίωση, ενώ με βάση την ίδια έρευνα το 31% αποζημιώθηκε για ένα μόνο μέρος των ζημιών που υπέστη. Επομένως οι 8 στους 10, εξ όσων μπορούσαν και πλήρωναν, εξήλθαν φτωχότεροι. Κι υπάρχουν φυσικά κοινωνικές κατηγορίες που στερούνταν ακόμη κι αυτής της δυνατότητας…

Η οφειλόμενη στον άνθρωπο κλιματική αλλαγή των τελευταίων χρόνων, που προεξοφλεί νέους Κατρίνα, Σάντυ και Χάρβεϊ επιβάλλει μια ριζική αλλαγή προσανατολισμού στην οικονομική πολιτική σε δύο κατευθύνσεις. Αρχικά, στην επίταση των προσπαθειών για ανάσχεση της ανόδου της θερμοκρασίας του πλανήτη. Πιο άμεσα, για γενναίες κρατικές δαπάνες αγοράς υλικών ή παροχής υπηρεσιών που ως στόχο θα έχουν οι φτωχοί να μη γίνονται φτωχότεροι μετά από κάθε καταιγίδα. Στόχοι που είναι φυσικά ασύμβατοι με την πολιτική λιτότητας και περικοπών.

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα