Τζόγος με το στάρι και το γάλα (Πριν 26/10/2007)

Πείνα προκαλεί η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία

 Η διοχέτευση του αμύθητου συσσωρευμένου πλούτου στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων εκτόξευσε τις τιμές των τροφίμων

Οι κινητοποιήσεις που έγιναν στην Ιταλία πριν μερικές εβδομάδες ενάντια στην αύξηση των τιμών των ζυμαρικών αν δεν χαρακτηρίστηκαν γραφικές πέρασαν απαρατήρητες. Ωστόσο, μια σειρά από γεγονότα βεβαιώνουν ότι ζούμε το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της εποχής των άφθονων και φθηνών τροφίμων που ξεκίνησε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και από επαγγελία έγινε πράξη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπό την πίεση των νωπών ακόμη οδυνηρών εμπειριών και χάρη στη διάθεση από το κράτος τεράστιων πόρων υπό τη μορφή επιδοτήσεων. Τι άλλο σημαίνει η πρόσφατη εκτίναξη των τιμών μιας σειράς βασικών τροφίμων όπως το σιτάρι (που από τον Απρίλιο μέχρι σήμερα η τιμή του έχει διπλασιαστεί), το ρύζι (που η τιμή του από το 2000 έχει αυξηθεί κατά 50%), το γάλα, το καλαμπόκι, η σόγια, ή το (πολύ φοβικό είναι αλήθεια) καμπανάκι συναγερμού που χτυπούν μια σειρά διεθνείς οργανισμοί για την επερχόμενη «κρίση τροφίμων»!

Η τιμή δεν εκτινάχθηκε μόνο στα παραπάνω είδη αλλά σε όλα ανεξαιρέτως τα βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στα ειδικά χρηματιστήρια του Σικάγο, της Νέας Υόρκης, και αλλού όπως πετρέλαιο, χρυσός, σιδηρομεταλλεύματα, χαλκός, ψευδάργυρος, ζαχαροκάλαμο, φοινικέλαιο, ζωοτροφές και πολλά άλλα. Η άνοδος που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες ξεπερνάει κάθε πρόβλεψη. Ο δείκτης τον οποίο έχει καταρτίσει ο βρετανικός Εκόνομιστ για να παρακολουθεί την πορεία των τιμών στην αγορά εμπορευμάτων έχει διπλασιάσει την τιμή του από το 2000 μέχρι τώρα. Τον προηγούμενο μήνα, το Σεπτέμβριο, ειδικότερα, οι αποδόσεις που κατέγραψε ο σχετικός δείκτης του Ρόιτερς ήταν οι υψηλότερες από το 1975.

Τρεις είναι οι αιτίες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την – αρνητική – εξέλιξη. Ξεκινώντας από τις λιγότερες σημαντικές, ξεχωρίζει η αυξημένη ζήτηση που παρατηρείται από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας ειδικά για πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες στην ανέγερση και τη συντήρηση παραγωγικών εγκαταστάσεων, αστικών υποδομών και ιδιωτικών κατοικιών. Μια δεύτερη νεοεμφανιζόμενη αιτία (την οποία θα συναντάμε όλο και συχνότερα στο μέλλον) ακούει στο όνομα βιοκαύσιμα. Πρόκειται για τη σωστή απάντηση στο πιο λάθος ερώτημα που μπορεί να τεθεί: πως είναι δυνατό να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε ΙΧ αυτοκίνητα με την ίδια και μεγαλύτερη συχνότητα χωρίς να εκπέμπουμε αέρια που αυξάνουν τη θερμοκρασία του πλανήτη. Η δέσμευση μιας σειράς χωρών όπως των ΗΠΑ, τη Κίνας και της Ιαπωνίας, αλλά και της ΕΕ να προέρχεται από εναλλακτικές πηγές το 10% των καυσίμων που καταναλώνονται έχει οδηγήσει εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργειών σε όλο τον κόσμο να διοχετεύονται στην παραγωγή εθανόλης και άλλων βιοκαυσίμων. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα το 20% του καλαμποκιού πέρυσι έγινε εθανόλη – καλύπτοντας τη ζήτηση καυσίμων μόνο του 2% των αυτοκινήτων! Επίσης μια σειρά από χώρες πλειοδοτούν σε ανακοινώσεις για να προσφέρουν την πρώτη ύλη παραγωγής βιοκαυσίμων στην ακόρεστη αμερικανική αγορά. Η ινδική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα αφιερώσει σε αυτή την καλλιέργεια 14 εκ. εκτάρια, η Ινδονησία 26 εκ., η Βραζιλία 120 εκ., η Νότια Αφρική – που θρέφει πέρα από εκατομμύρια πεινασμένους όπως και όλες οι υπόλοιπες χώρες την ευγενική φιλοδοξία να γίνει η Μέση Ανατολή των βιοκαυσίμων – 400 εκ., κοκ.! Αυτές οι καλλιέργειες δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα περιορίσουν την παραγωγή τροφίμων που απευθύνονται στη διατροφή. Όσο κι αν πάντοτε τα τελευταία χρόνια η πείνα προερχόταν από την άνιση διανομή και όχι την ελλιπή παραγωγή τροφίμων είναι ηλίου φαεινότερο αυτή τη στιγμή ότι η ραγδαία επεκτεινόμενη βιομηχανία των βιοκαυσίμων θα επιτείνει το πρόβλημα της άνισης διανομής των τροφίμων.

Καμιά ωστόσο από τις παραπάνω αιτίες δεν θα οδηγούσε σε τέτοια ύψη την τιμή των εμπορεύσιμων προϊόντων αν όλα αυτά τα χρόνια δεν αναπτυσσόταν με επίκεντρο τα επίμαχα είδη μια πρωτοφανή χρηματιστηριακή κερδοσκοπία. Τεράστια ποσά – που υπολογίζονται σε 80 δισ. δολάρια αυτή τη στιγμή από 30 δισ. που ήταν πριν τρία χρόνια – έχουν τοποθετηθεί σε ένα ατελείωτο πλήθος επενδυτικών προϊόντων που με τη μέθοδο της πλημμυρίδας ωθούν τις τιμές συνεχώς προς τα πάνω. «Από την εποχή ακόμη που έσκασε η φούσκα των μετοχών υψηλής τεχνολογίας, οι επενδυτές αρέσκονται να διαφοροποιούνται από τις μετοχές και τα κυβερνητικά ομόλογα. Αυτό έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς εμπορεύσιμων στο χρηματιστήριο επενδυτικών κεφαλαίων που βασίζονται στα εμπορεύματα τα οποία έκαναν τα στοιχεία ενεργητικού προσβάσιμα σε μια πολύ μεγαλύτερη γκάμα επενδυτών. Τελευταίο παράδειγμα από την Μπάρκλεϊς Γκλόμπαλ Ινβέστορς, ένα μεγάλο διαχειριστή στοιχείων ενεργητικού, είναι ένα επενδυτικό κεφάλαιο που βασίζεται στις τιμές της ξυλείας. Η Γουόλ Στριτ οργανώνεται για να ανταποκριθεί στη ζήτηση: έρευνα συμβούλων επιλογής προσωπικού διαπίστωσε ότι τα ποσοστά πρόσληψης αντικριστών εμπορευμάτων αυξήθηκαν κατά 33% από πέρυσι», ανέφερε ο προηγούμενος Εκόνομιστ!

Το γεγονός δε ότι τώρα συγκεντρώθηκαν στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων αυτά τα ποσά εξηγείται αν δούμε την πτώση των επιτοκίων του δολαρίου τον Αύγουστο, που έκανε λιγότερο ελκυστικές τις τοποθετήσεις στο αμερικάνικο νόμισμα, την πτώση της ισοτιμίας του έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων, όπως και τις κρίσεις στην στεγαστική πίστη και την πιστωτική ασφυξία που δημιουργήθηκε στη συνέχεια. «Κερδοσκοπικό χρήμα που έρεε σε ομόλογα υψηλών αποδόσεων και δομημένη πίστη αναζητά τώρα νέα πατρίδα», έγραφε χαρακτηριστικά το βρετανικό έντυπο.

Πρώτο θύμα της κερδοσκοπίας ήταν αναμφισβήτητα ο μαύρος χρυσός. «Οι τιμές του πετρελαίου που ξεπέρασαν τα 90 δολάρια το βαρέλι την Παρασκευή είναι πιο πιθανό να φτάσουν τα 100 παρά τα 80 δολάρια τον επόμενο μήνα σύμφωνα με τον αριθμό των στοιχημάτων που έχουν παιχτεί στην προθεσμιακή αγορά του Χρηματιστηρίου Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης» έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ της Δευτέρας κάνοντας οποιοδήποτε σχόλιο για τον κυνισμό του καπιταλισμό – καζίνο απλά …περιττό και αχρείαστο! Αξίζει μόνο να πούμε ότι μια γενίκευση που θα χάραζε τη γραμμή μεταξύ αεριτζήδων τραπεζιτών από τη μια και καπιταλιστών της μεταποίησης από την άλλη είναι παραπλανητική καθώς παραβλέπει ότι σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταλλουργία για παράδειγμα όπου κυριαρχούν τρεις(!) πολυεθνικές, η χειραγώγηση των τιμών γίνεται κοινή συναινέση και κυρίως κοινή ωφελεία…

Ο ίδιος ακριβώς μηχανισμός που ωθεί τις τιμές του πετρελαίου προς τα πάνω προκαλεί τις τάσεις ανατίμησης και σε όλα τα βασικά προϊόντα. Στα είδη διατροφής όμως, και δεν μιλάμε για αστακό ή χαβιάρι, είναι που φαίνεται ο ανθρωποφαγικός χαρακτήρας του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Οι συνέπειες από την αύξηση της τιμής των τροφίμων είναι άμεσες και δραματικές. Θα τις νιώσουν πρώτ’ απ’ όλους τα 850 εκατομμύρια που επισήμως πεινούν και σιτίζονται με τα στοιχειώδη από τη διεθνή βοήθεια. Στον βαθμό όμως που η αξία της βοήθειας παραμένει λίγο – πολύ σταθερή χωρίς να ακολουθεί τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις των τροφίμων, με τα ίδια χρήματα θα αγοράζονται μικρότερες ποσότητες τροφίμων και θα σιτίζονται λιγότεροι άνθρωποι κάθε χρονιά. Ήδη τα Ηνωμένα Έθνη, που τονίζουν ότι ένας τόνος βοήθειας που ξεκίναγε πέρυσι από τις ΗΠΑ στοίχιζε 363 δολάρια και φέτος έχει πάει στα 611 δολάρια αυξήθηκε η τιμή του δηλαδή κατά 68%, έχουν περικόψει επισιτιστικά προγράμματα στην Ουγκάντα και την Καμπότζη.

Τα αποτελέσματα θα φανούν και στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό καθώς οι κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τα χρηματιστήρια παρέχουν την εύσχημο αφορμή για επιπλέον κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τη βιομηχανία τροφίμων. Γιατί όταν κατά κοινή ομολογία η τιμή του σταριού δεν αντιστοιχεί παρά στο 5% της τιμής του ψωμιού, τι άλλο από κερδοσκοπία είναι η ανακοίνωση της πολυεθνικής Ντανόν ότι θα αυξήσει τις τιμές της κατά 10%; Οι νέα αυτές τιμές που θα επιβάλλει η βιομηχανία τροφίμων θα σημάνουν την επιδείνωση των όρων διαβίωσης για εκατομμύρια εργαζόμενους στην ΕΕ που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας λόγω της παρατεταμένης λιτότητας και της ανεργίας. Στη βάση αυτών των ορατών τάσεων οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς της Τετάρτης τόνιζαν σε υπότιτλο ανάλυσής τους πως «οι ανερχόμενες τιμές μάλλον προαναγγέλλουν την πρώτη παγκόσμια έλλειψη τροφίμων από τη δεκαετία του ‘70», κι επίσης ότι «πολλές κυβερνήσεις προβληματίζονται αιφνιδίως για την ασφάλεια σε τρόφιμα και τις επιπτώσεις στην πολιτική σταθερότητα καθώς οι τιμές για πολλά είδη πρώτης ανάγκης εκτοξεύονται»!

Καθόλου τυχαία ο οξυδερκέστατος ο νομπελίστας οικονομολόγος Αμάρτυα Σεν διακρίνοντας τα ανυπέρβλητα εμπόδια που θέτει ο σημερινός τρόπος παραγωγής, τονίζει στο βιβλίο Η πείνα στην ιστορία (εκδ. Πολύτροπον, 2006) πως «η πείνα και ο λιμός πρέπει να αντιμετωπιστούν ως οικονομικά φαινόμενα υπό ευρεία έννοια – που να περιλαμβάνουν την παραγωγή, τη διανομή, και την αξιοποίηση της τροφής – και όχι σαν αντανακλάσεις των προβλημάτων της παραγωγής τροφίμων αυτής καθαυτής»!

Υπάρχουν όμως πολλά συμπεράσματα που εξάγονται από τα παραπάνω. Κατ’ αρχήν, προς διάψευση των υμνητών της ελεύθερης αγοράς, το χρηματιστήριο εμπορευμάτων δείχνει ότι η «πολύ αγορά» (δηλαδή η καθολική και αδιαμεσολάβητη κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας) δεν οδηγεί σε πτώση των τιμών, αλλά σε άνοδο. Δεν συντελεί ώστε να γίνει πιο «δημοκρατική» η χρήση του καπιταλιστικού εμπορεύματος, αλλά στη στέρησή του από την πλειοψηφία. Δεν παράγει ισότητα αλλά τεράστιες αντιθέσεις. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι πως αποδεικνύεται ότι τα τεράστια άλματα που έχει κάνει η παραγωγικότητα της εργασίας και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τις τελευταίες δεκαετίες δεν αρκούν για να ξεπεραστεί η πείνα και να δραπετεύσει ο άνθρωπος – παραγωγός του κοινωνικού πλούτου από το βασίλειο της ανάγκης και της εξαχρείωσης…

Πιστωτική ασφυξία (Πριν, 28/9/2007)

 Το φάντασμα της κρίσης στοιχειώνει τις αγορές

Προπομπός χειρότερων εξελίξεων η χρεοκοπία της βρετανικής κτηματικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ

Από το 1860 είχαν να επαναληφθούν σκηνές σαν κι αυτές που συνέβησαν έξω από τα υποκαταστήματα της βρετανικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ, που είναι η πέμπτη μεγαλύτερη κτηματική τράπεζα της Αγγλίας, πριν δύο εβδομάδες. Εκατοντάδες πελάτες της τράπεζας, μεσήλικες οι περισσότεροι και ευυπόληπτοι νοικοκυραίοι στεκόντουσαν στη σειρά από τα ξημερώματα στα περισσότερα υποκαταστήματα για να αποσύρουν τις καταθέσεις τους άρον – άρον! Ακόμη και η διαβεβαίωση του ίδιου του πρωθυπουργού ότι τα χρήματά τους είναι εγγυημένα και ασφαλή μέχρι την τελευταία λίρα δε στάθηκε ικανή να τους εφησυχάσει και μόνο μετά από δυο μέρες υποχώρησε ο φόβος και διαλύθηκαν οι σειρές!

Η βόμβα που έσκασε στην Αγγλία οδηγώντας στη χρεοκοπία την εν λόγω τράπεζα, το πλέον ιστορικό και αδιαμφισβήτητο λίκνο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος προκαλώντας ένα πρωτοφανές πλήγμα στο κύρος και τη φερεγγυότητα που προσφέρει, είχε οπλιστεί μήνες πριν, στην αμερικανική αγορά και ειδικότερα στον κλάδο των στεγαστικών δανείων των φτωχών: στην αγορά κτηματικών δανείων υψηλού ρίσκου. Η χρεοκοπία αρχικά δύο κερδοσκοπικών κεφαλαίων και δύο υποκαταστημάτων γερμανικών τραπεζών που είχαν επενδύσει στην εν λόγω αγορά, παρότι ήταν αναμενόμενη από καιρό, έφερε στην επιφάνεια μια τεραστίων διαστάσεων φούσκα, με τον διακριτικό τίτλο «τιτλοποίηση δανείων». Οι τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην εν λόγω αγορά χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια, παραβιάζοντας τους πιο στοιχειώδεις κανόνες διασφάλισής τους, επενδύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο κεφάλαια που εξασφάλιζαν δανειζόμενες από την αγορά. Τα κεφάλαια αυτά τα αγόραζαν εκχωρώντας στους πιστωτές τους χρέη πελατών τα οποία είχαν ήδη τιτλοποιήσει. Μεταβιβάζοντας έτσι τις μελλοντικές τους εισπράξεις έστησαν ένα μηχανισμό παραγωγής ρευστού που μεταφραζόταν σε δάνεια, ο οποίος οδήγησε πρόσκαιρα την ιδιοκατοίκηση στις ΗΠΑ σε ποσοστά ρεκόρ. Η χρεοκοπία των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων προκάλεσε μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών, οι οποίες πλέον συνειδητοποίησαν ότι το χαρτομάνι που είχαν στα θησαυροφυλάκιά τους ήταν πιθανό σε λίγο καιρό να άξιζε όσο η τιμή του χαρτιού στο οποίο είχαν εκτυπωθεί. Η πρώτη – αμυντική – κίνηση των τραπεζών ήταν να κλείσουν τις στρόφιγγες της διατραπεζικής αγοράς από την οποία βρίσκουν ρευστό οι τράπεζες για να καλύψουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους. Έτσι το επιτόκιο της διατραπεζικής (libor) ενώ υπό κανονικές συνθήκες κυμαίνεται λίγα εκατοστά της ποσοστιαίας μονάδας πάνω από τα επιτόκια που ορίζουν οι κεντρικές τράπεζες, τις κρίσιμες εκείνες ημέρες το «καπέλο» έτεινε στη μία ποσοστιαία μονάδα και τράπεζες με οριακή δυνατότητα όπως η Νόρθερν Ροκ αδυνατούσαν να επωμιστούν τους όρους δανεισμού για να καλύψουν τους πελάτες τους! Στις 9 και 10 Αυγούστου για παράδειγμα στις ΗΠΑ όπου το επίσημο επιτόκιο ήταν 5,25%, το επιτόκιο της διατραπεζικής έφθανε στο 6% και στην Ευρώπη που το επιτόκιο ήταν 4% στη διατραπεζική έφθανε το 4,7%! Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 δεν είχαν παρουσιαστεί τόσο σημαντικά προβλήματα στην αγορά του χρήματος. «Η διατραπεζική αγορά συνέχιζε να λειτουργεί!», όπως έγραφε μετ’ επιτάσεως ο βρετανικός Ομπσέρβερ, πριν καταλήξει ότι «τα διακυβεύματα συνεπώς τώρα είναι πολύ σοβαρότερα και η δική μου πρόβλεψη είναι πως έρχονται χειρότερα».

Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι η αφορμή (και τίποτε περισσότερο) για να σχηματισθούν ουρές έξω από τη Νόρθερν Ροκ στάθηκε ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας, που όταν οι συνάδελφοί του στη Νέα Υόρκη και την Φρανκφούρτη έκαναν τη μια ένεση ρευστού μετά την άλλη στη διατραπεζική αγορά, χωρίς να υπολογίζουν το κόστος, αυτός έδινε διαλέξεις στους πανικόβλητους άρχοντες του Σίτι περί laissez fair κατακεραυνώνοντας την ανάληψη υψηλών κινδύνων και επαινώντας την αξία του ανταγωνισμού και τη χρησιμότητα του δαρβινισμού. Τα εγκώμια στο νεοφιλελευθερισμό δεν άντεξαν ούτε μία ημέρα. Με παρέμβαση της Ντάουνιγκ Στριτ (για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία πόσο κενές περιεχομένου είναι οι εξαγγελίες για την ανεξαρτησία των κεντρικών πιστωτικών ιδρυμάτων) η κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας υποχρεώθηκε να καλύψει άμεσα τις ανάγκες της Νόρθερν Ροκ σε ρευστό και να αποσοβηθούν έτσι τα χειρότερα. Η οργή ωστόσο του Σίτι (για την καθυστερημένη αντίδραση της κεντρικής τράπεζας, τον διεθνή διασυρμό που υπέστη και τον πρωτοφανή κίνδυνο που αντιμετώπισε) καθώς είδε μπροστά του να ορθώνεται το φάντασμα της κρίσης του ’30 πλημμύρισε τις σελίδες των οικονομικών εντύπων και πολύ πιθανά να οδηγήσει στην αντικατάσταση του κεντρικού τραπεζίτη.

Τα χειρότερα ωστόσο δεν πέρασαν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μόλις τη Δευτέρα προειδοποίησε ότι η κρίση ενδέχεται να είναι παρατεταμένη. Ο Άλαν Γκρίνσπαν, προηγούμενος πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και πατέρας της μεγαλύτερης φούσκας των τελευταίων δεκαετιών, αυτής της Νέας Οικονομίας, δήλωσε πως αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να περάσει η κρίση στην πραγματική οικονομία. Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση στρέφεται τώρα το ενδιαφέρον. Τα μέτρα που έλαβε η αμερικανική κεντρική τράπεζα για να αποτρέψει μια ραγδαία συρρίκνωση των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας ήταν η μείωση των επιτοκίων του δολαρίου στο 4,75% από 5,25% έτσι ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας και να καταστούν ελκυστικές (συγκρινόμενες με τις αποδόσεις του δολαρίου) οι αποδόσεις των μετοχών. Η άνοδος των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια επιβεβαίωσε αυτές τις προσδοκίες για δύο όμως μόνο μέρες. Ταυτόχρονα οι κίνδυνοι που δημιουργούνται από την πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου (που απέναντι στο ευρώ καταγράφει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο) είναι πολύ πιο άμεσοι και σοβαροί. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη σφίγγα. Παρότι υπερέβαλλε αυτόν όταν έπρεπε να ρίξει μετρητό στη διατραπεζική για να ξεπεραστεί η πιστωτική ασφυξία, όπως έκαναν και οι Αμερικάνοι, η Φρανκφούρτη δε δέχθηκε να μειώσει τα επιτόκια της αρνούμενη να παραβεί τον αιώνιο όρκο πίστης στην προτεραιότητα της αντιπληθωριστικής πολιτικής. Άσκησε δηλαδή πιο άγρια νεοφιλελεύθερη πολιτική από τους Αμερικάνους, δηλώνοντας έτσι ότι η γενναιοδωρία της αφορά μόνο τους απατεώνες της κερδοσκοπίας. Φεσωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις που διψούν για φθηνό ρευστό θα συνεχίσουν να δανείζονται με αδικαιολόγητα υψηλά επιτόκια. Η πολιτική αυτή όσο κι αν φαίνεται αντιφατική επί της ουσίας είναι βαθιά συνεκτική καθώς με απόλυτη συνέπεια μεταφέρει το κόστος διαχείρισης της κρίσης στην κοινωνία.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά τα επιτόκια και τη νομισματική πολιτική που (όπως είχε φανεί και στην Ιαπωνία) ακόμη κι αρνητικά να γίνουν αν η κρίση έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά δεν επιλύεται με παρεμβάσεις στη σφαίρα της κυκλοφορίας του χρήματος. Και η κρίση που ταλανίζει τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο έχει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: είναι δομική και χρόνια. Γνήσιο τέκνο ενός εκ φύσεως ασταθούς συστήματος που παράγει κρίσεις με την ίδια φυσικότητα που διαχωρίζει την προσφορά από τη ζήτηση
η τρέχουσα κρίση έλκει την καταγωγή της από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, είναι κρίση που απορρέει από το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και σέρνεται στο χρόνο άλυτη κάνοντας τη μια μετάσταση μετά την άλλη: από την πτώση των χρηματιστηρίων του ’87 στην καθίζηση του ’91 πάλι στην Αμερική, από τις χρεοκοπίες των τίγρεων της Νοτιοανατολικής Ασίας και την κατρακύλα του ρουβλιού και του πέσο στη φούσκα του Νάσντακ, κι από κει στην κτηματική αγορά χαμηλής διαβάθμισης και την πιστωτική ασφυξία του 2007.

Οι λύσεις που δόθηκαν σε αυτές τις κρίσεις οδηγώντας σε αλλεπάλληλους μικρότερους κύκλους ανόδου και καθόδου σε αυτό το παρατεταμένο χρονικό διάστημα δεν κατάφεραν ούτε μια στιγμή να οδηγήσουν τους ουσιαστικότερους δείκτες (κερδοφορίας για παράδειγμα) στα επίπεδα που βρίσκονταν τη «χρυσή εποχή» της μεταπολεμικής ανόδου. Ως αποτέλεσμα αυτές οι λύσεις δεν απαίτησαν μόνο τεράστιο κοινωνικό κόστος αλλά αποδείχθηκαν και σισύφειες. Το οφθαλμοφανές δε γεγονός ότι όλες αυτές οι κρίσεις έχουν ως επίκεντρο τη σφαίρα των νομισμάτων, των χρηματιστηρίων και του πλασματικού κεφαλαίου δεν είναι τόσο καινοφανές όσο βιάζεται να υποδηλώσει και να δικαιολογήσει εκ των προτέρων η εκρηκτική ανάπτυξη του χρηματιστηριακού κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες – μετά την κρίση του ’70 και σαν αποτέλεσμά αυτής. Απ’ όταν γραφόταν το Κεφάλαιο το ίδιο συνέβαινε οδηγώντας τον Μαρξ να υποστηρίξει ότι η έλλειψη δανειακού χρηματικού κεφαλαίου, η χρεοκοπία των κερδοσκόπων και τα αυξανόμενα εμπόδια στην αποπληρωμή των χρεών (…καλήν ώρα) αποτελούν το αντεστραμμένο είδωλο των εμποδίων που συναντά η άνοδος της εκμετάλλευσης και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Κι ενίοτε προπομπό βαθύτερων κρίσεων.