Νέα φτώχεια φέρνει η κρίση (Ουτοπία, Οκτώβρης 2008)

Πρωτοφανείς διαστάσεις έχει προσλάβει η διεθνής κρίση που για πρώτη φορά έκανε την εμφάνισή της τον Αύγουστο του 2007 με αφορμή την «πιστωτική ασφυξία», όπως έμεινε στην ιστορία πλέον η ραγδαία επιδείνωση των όρων δανεισμού στη διατραπεζική αγορά. Το πρόβλημα φυσικά δεν ξεκινούσε από το χώρο των πιστώσεων.

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κορυφαίων πολυεθνικών μονοπωλίων του χρηματοπιστωτικού τομέα επήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα μιας «καινοτομίας», όπως (κατ’ ευφημισμό) αποκαλούταν μέχρι και πριν ενάμισι χρόνο που είχε αναχθεί σε κανόνα με θεμέλιο λίθο την παροχή κτηματικών δανείων ως εγγυήσεων για τον δανεισμό μεταξύ των τραπεζών ποσών που στη συνέχεια έριχναν ξανά στην κτηματική αγορά. Με τι όρους; «Κτηματική αγορά του 105%» περιέγραφε πρόσφατα αμερικανική εφημερίδα τη φούσκα που δημιουργήθηκε στο απόγειο της ανάπτυξης του κατασκευαστικού τομέα και του ευρύτερου κλάδου αγοράς ακινήτων, βοηθούσης φυσικά και της υπερβάλλουσας ρευστότητας ένεκα πολύ χαμηλών επιτοκίων, καθώς για πρώτη φορά και σε αντίθεση με τις πιο απλές αρχές της τραπεζικής όλες σχεδόν οι τράπεζες χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια που όχι απλώς ισοδυναμούσαν με την αξία του υπό αγορά ακινήτου, αλλά ενίοτε την υπερέβαιναν χωρίς τις παραμικρές εγγυήσεις. Υπολογίζεται ότι από τα 15 εκατ. στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν από το 2004 μέχρι το 2007 τα 10 δεν πρόκειται να επιστραφούν.

Η ζημιά εν τούτοις είναι πολύ μεγαλύτερη. Κατ’ αρχήν ακόμη και στους ιθύνοντες παραμένει άγνωστη η ακριβής έκτασή της. Δεν είναι αστείο; Τα εξαιρετικής πολυπλοκότητας εργαλεία διαχείρισης κινδύνου και οι σύνθετες εφαρμογές παρακολούθησης των αγορών που είχαν αναπτύξει τράπεζες ακόμη και πανεπιστήμια δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν που έχουν διασπαρθεί οι νάρκες των δανείων! Μόλις πέρυσι ο Λευκός Οίκος εκτιμούσε το ύψος των επισφαλών δανείων σε 50 δισ. δολάρια. Στη συνέχεια, τον Απρίλιο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο «ανέβασε» τις εκτιμήσεις του φθάνοντας τα 945 δισ. δολ. για να φθάσουμε την Τρίτη 7 Οκτώβρη ο ίδιος ιμπεριαλιστικός οργανισμός, υπεύθυνος για την πείνα σε δεκάδες χώρες του Τρίτου κόσμου όπου επέβαλε τα πιο σκληρά προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων, να ανακοινώσει πως «οι δηλωμένες ζημιές από την αμερικανική αγορά στεγαστικών δανείων και των διασφαλισμένων σε αυτήν χρεογράφων προσεγγίσουν πια τα 1,4 τρισ. δολ.». Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι ακόμη και τώρα, που η μια παραγραφή χρεών διαδέχεται την άλλη και ο ένας τραπεζικός κολοσσός ακολουθεί τον άλλον στην ελεύθερη πτώση του, κανείς δε γνωρίζει με ακρίβεια την έκταση της ζημιάς. Δεν αποκλείεται δηλαδή να ακολουθήσει μια νέα εκτίμηση που θα ανεβάζει ακόμη πιο ψηλά το κόστος. Ο λόγος είναι πως τα υποβαθμισμένα κτηματικά δάνεια πήγαιναν από τράπεζα σε τράπεζα μέσω διαδοχικών μεταβιβάσεων (υπό τη μορφή της εγγύησης ή άλλης) με αποτέλεσμα η διαβρωτική τους επίδραση να έχει προσβάλει ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ακόμη και μετά την έγκριση από την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων του «Σχεδίου Πόλσον» μυθικής αξίας 700 δισ. δολ., την Παρασκευή 3 Οκτώβρη, παρότι μάλιστα προηγήθηκαν ομηρικές αντιπαραθέσεις που ξεκίνησαν με την απόρριψη του σχεδίου από τη Βουλή – πριν ενεργοποιηθούν τα ποικιλώνυμα λόμπι κι αρχίσουν τις πιέσεις, η αντίδραση των χρηματιστηρίων δεν ήταν η αναμενόμενη. Καταποντίστηκαν για την ακρίβεια τη Δευτέρα 3 Οκτώβρη από την Αμερική μέχρι την Ευρώπη και την Ασία.

Συντριβή των χρηματιστηρίων

Η καταβύθιση των χρηματιστηρίων (που έφθασαν σε σχέση με ένα χρόνο πριν να καταγράφουν απώλειες της τάξης του 26% στη Νέα Υόρκη, 29% στο Λονδίνο, 32% στο Τόκιο, 33% στη Φρανκφούρτη, 34% στο Παρίσι, 37% στο Σάο Πάολο και 62% στη Ρωσία τη συγκεκριμένη ημέρα – κι η πτώση συνεχίστηκε τις επόμενες με αμείωτη ένταση) εξέφρασε και συνέπεσε με δύο άλλα γεγονότα που σήμαναν την υποτροπή της κρίσης. Κατ’ αρχήν το πέρασμά της στην Ευρώπη, όπως έδειξαν και οι κατεπείγουσες επιχείρησης διάσωσης χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών κολοσσών (Dexia, Fortis, B&B κ.α.) που οργάνωσαν μια βδομάδα πριν οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου για να μην ξεκινήσει έναν ντόμινο καταρρεύσεων που θα οδηγήσει την Ευρώπη σε βαθιά ύφεση. Συνυπολογίζοντας δε το φάσμα της χρεοκοπίας που αντιμετώπισε τις ίδιες μέρες η Ισλανδία, τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε ήδη η Ευρώπη (με την Ισπανία να πλήττεται από μια κρίση κατάρρευσης της κτηματικής αγοράς εδώ και ένα χρόνο πλέον και την Αγγλία να βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης) και τα συντριπτικά πλήγματα που δέχθηκαν από την έκθεσή τους στην αμερικανική αγορά κτηματικών δανείων κορυφαίες ευρωπαϊκές τράπεζες (με την ελβετική UBS χαρακτηριστικότερο κι όχι μοναδικό παράδειγμα όπως μαρτυρά το γεγονός ότι από τα 590 δισ. δολ. παραγραφών μέχρι στιγμής το 40% έχει πραγματοποιηθεί από ευρωπαϊκές τράπεζες) δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η Ευρώπη ήδη περιδινείται στην πιο βαθιά ύφεση τουλάχιστον κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Η συντριβή των χρηματιστηρίων κατά δεύτερο εξέφρασε το πέρασμα της κρίσης στην πραγματική οικονομία με τη μορφή της επιδείνωσης των όρων δανεισμού που δημιουργούν τεράστια εμπόδια στην κερδοφορία του κεφαλαίου – και για όσες επιχειρήσεις φυτοζωούν στο λυκόφως της οριακής κερδοφορίας, απλώς ανυπέρβλητα. Η έκτακτη σύνοδος των τεσσάρων ευρωπαίων ηγετών, (Άγκελα Μέρκελ, Γκόρντον Μπράουν, Σίλβιο Μπερλουσκόνι και Νικολά Σαρκοζύ) κατόπιν αιτήματος του γάλλου προέδρου, το Σάββατο 4 Οκτώβρη, επιβεβαίωσε την κρισιμότητα της κατάστασης.

Παρότι το Συμβούλιο υπουργών Οικονομικών που έγινε τρεις μέρες (μετά σε μια προσπάθεια να εξειδικευτούν οι αποφάσεις των 4 ηγετών κι απ’ όπου η σημαντικότερη είδηση αφορούσε την εγγύηση των καταθέσεων) αποφάσισε ρητά να μη χρησιμοποιηθούν χρήματα των φορολογουμένων για την διάσωση όσων επιχειρήσεων απειλούνται με χρεοκοπία, πρόταση μάλιστα που είχε καταθέσει ρητά ο Ν. Σαρκοζύ στη σύνοδο των 4 για να απορριφθεί κατηγορηματικά από τη γερμανίδα καγκελάριο και τον βρετανό πρωθυπουργό δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα πανευρωπαϊκό στη σύλληψή του αλλά εθνικό στην εκτέλεσή του σχέδιο Πόλσον είναι ήδη στα χαρτιά. Πολλοί λόγοι συνηγορούν σε αυτό. Κατ’ αρχήν η γερμανίδα καγκελάριος (ακολουθώντας πιστά το ρητό του αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη Μπεν Μπερνάνκι ότι «στα χαρακώματα δεν υπάρχουν άθεοι ούτε στις κρίσεις ιδεολόγοι») δεν δίστασε να σώσει τη Hypo Real Estate Holding μόλις λίγες ώρες πριν προβεί στις σχετικές δηλώσεις εκταμιεύοντας από το γερμανικό δημόσιο ταμείο το αναγκαίο ποσό. Κατά συνέπεια το πρόβλημά του Βερολίνου δεν ήταν να μη νοθευτούν οι αρχές του ανταγωνισμού, αλλά να μη φορτωθούν τη διάσωση των τραπεζών της Πολωνίας, της Λιθουανίας ή, ενδεχομένως πάντα, της Ελλάδας σε μια ακραία περίπτωση που η κρίση θα προσλάβει διαστάσεις εφάμιλλες του 1929. Με την απόφαση που έλαβαν έτσι έστειλαν μήνυμα ο σωθών εαυτόν σωθήτω. Αλλιώς, κανείς να μην περιμένει κοινοτική αλληλεγγύη για να αντιμετωπίσει την επερχόμενη ύφεση και να αρκεστεί στα δικά του δημόσια έσοδα.

Αναπροσανατολισμός δημοσίων δαπανών

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη δηλαδή κι αν η υπόθεση της διάσωσης των απατεώνων γίνει υπόθεση του κάθε ξεχωριστού αστικού κράτους, αυτό δεν μειώνει σε τίποτε την τεράστια σημασία που θα έχει για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Στο βαθμό που στο εξής τα δημόσια έσοδα θα πηγαίνουν για να εξαγοράζει το κράτος χρεοκοπημένους κερδοσκόπους (που στην ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου δοξάζουν την ελεύθερη δράση της αγοράς ζητώντας λιγότερο κράτος για τους εργαζόμενους και στην καθοδική προστρέχουν στην θαλπωρή αγκαλιά του κράτους, που αναλαμβάνει πλέον χρέη ασφαλιστικής εταιρείας του κεφαλαίου) οι κοινωνικές δαπάνες θα μειώνονται κάθετα. Κάθε ευρώ που θα πηγαίνει στις τσέπες της αστικής τάξης για να αποτραπεί μια χρεοκοπία θα είναι ένα ευρώ χαμένο από επιδόματα ανεργίας και δαπάνες για υγεία ή παιδεία. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε εκδοχή του «Σχεδίου Πόλσον» πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά από τους εργαζόμενους γιατί όπως ήδη συμβαίνει στις ΗΠΑ θα σημάνει μια άνευ προηγουμένου, ιστορικών διαστάσεων, αναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών προς όφελος της αστικής τάξης – μάλιστα, των πιο παρασιτικών τμημάτων της.

Προς όφελος της αστικής τάξης λειτουργούν και οι περίφημες ενέσεις ρευστότητας που κάνουν διαρκώς τα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης και της Αμερικής έτσι ώστε να ξεπεραστεί η έλλειψη ρευστού της διατραπεζικής αγοράς και να συνεχίσουν οι πιστώσεις να παρέχονται με τον ίδιο ρυθμό. Ωστόσο, παρά το τεράστιο κόστος αυτών των ενέσεων, παρά ακόμη και τις προαναγγελίες νέων μειώσεων στα επιτόκια από την αμερικανική και την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, σε μια προσπάθεια να αναθερμανθεί η οικονομία και να σταματήσει η αιμορραγία των χρηματιστηρίων (που μόνο στις ΗΠΑ οι απώλειες 15 μηνών ισοδυναμούν με την μείωση του κεφαλαίου των συνταξιοδοτικών ταμείων κατά 2 τρισ. δολ.) τα επιτόκια της διατραπεζικής βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Στις 8 Οκτώβρη για την ακρίβεια το επιτόκιο του αμερικανικού νομίσματος στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου (Libor δολαρίου) ήταν 7,35%, όταν η μέση τιμή από το 2000 μέχρι εκείνη την ημέρα ήταν 3,15% και η χαμηλότερη μόλις 0,01%! Οι απαγορευτικές αυτές συνθήκες δανειοδότησης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σημάνουν χρεοκοπίες, συρρίκνωση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ και ανεργία για τους εργαζόμενους που θα φορτωθούν τα βάρη της κρίσης.

Η κρίση του 2008 που κανείς δεν ξέρει πόσο ακόμη θα συνεχιστεί, τι βάθος θα έχει και ποια επιμέρους τμήματα του κεφαλαίου θα πλήξει (πολλοί για παράδειγμα ήδη φοβούνται την αγορά των πιστωτικών καρτών) έχει τις ρίζες της στην δομική κρίση του καπιταλισμού που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70 με την απότομη πτώση του ποσοστού κέρδους και εξακολουθεί να σέρνεται μέχρι τις μέρες μας, γνωρίζοντας υφέσεις (δεκαετία του ’90 για παράδειγμα στην Αμερική) και εξάρσεις («χρηματιστηριακό κραχ» 1987, σκάσιμο φούσκας νέων τεχνολογιών 2000, κοκ). Παρότι δε κάθε τέτοια υποτροπή γίνεται αντιληπτή με τον πιο έκδηλο τρόπο στη σφαίρα του πλασματικού κεφαλαίου καθώς πάντα συμπίπτει με μια ραγδαία αλλαγή των πιστωτικών συνθηκών, εντούτοις προέρχεται από τη σφαίρα της παραγωγής εκεί που αποσπάται η υπεραξία.

Πείνα φέρνει η έκρηξη των τιμών στα τρόφιμα (Ουτοπία, Μάιος 2008)

Παρελθόν κινδυνεύουν να γίνουν ακόμη κι αυτά τα μικρά βήματα μείωσης της παγκόσμιας φτώχειας που επιτεύχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια λόγω της έκρηξη της τιμής στα βασικότερα είδη διατροφής. Οι υπέρογκες ανατιμήσεις στο σιτάρι, το καλαμπόκι και το ρύζι έχουν φέρει στα πρόθυρα της λιμοκτονίας 100 εκ. άτομα στις πιο φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου ενώ στον Πρώτο, και δη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναστέλλονται – προσωρινά τουλάχιστον – οι σκέψεις για περικοπή των επιδοτήσεων στη γεωργία, καθώς είναι ηλίου φαεινότερες οι τεράστιες ευθύνες της φιλελευθεροποίησης γι αυτή τη δραματική κατάσταση.

 Ως τη χειρότερη κρίση αυτού του είδους για περισσότερα από 30 χρόνια χαρακτήρισε ο Τζέφρεϋ Σακς, διακεκριμένος οικονομολόγος και σύμβουλος του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, την άνοδο στις τιμές των τροφίμων του τελευταίου διαστήματος. Συνολικά, ο δείκτης της τιμής μιας ευρείας κατηγορίας τροφίμων τον τελευταίο χρόνο έχει αυξηθεί κατά 40%, με τις τιμές των πιο βασικών ειδών να καταγράφουν πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις. Από το 2006, για παράδειγμα, η τιμή του ρυζιού έχει αυξηθεί κατά 217%, του σιταριού κατά 136%, του καλαμποκιού κατά 125% και της σόγιας κατά 107%.

Για να γίνει κατανοητή η αναστάτωση που έχουν προκαλέσει αυτές οι ανατιμήσεις πρέπει να τονιστεί ότι επιβαρύνουν πολύ διαφορετικά τα κάθε λογής εισοδήματα. Όσο υψηλότερο είναι ένα εισόδημα τόσο μικρότερη είναι η αναλογία των χρημάτων που δαπανά για τρόφιμα, ενώ αντίθετα ένα χαμηλό εισόδημα έχει την τάση να ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος του στα είδη διατροφής. Έτσι για παράδειγμα στις ΗΠΑ, ακόμη και το φτωχότερο 20% του πληθυσμού δεν δαπανά παρά το 16% των χρημάτων που κερδίζει για τρόφιμα, ενώ αντίθετα η μέση οικογένεια της Νιγηρίας ξοδεύει το 73% του εισοδήματός της για φαγητό. Η κατάσταση φθάνει στα άκρα σε χώρες όπως η Αϊτή όπου τα τρία τέταρτα του πληθυσμού κερδίζουν λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα και ήδη το ένα στα πέντε παιδιά είναι χρόνια υποσιτισμένο. Κατά συνέπεια μια οριακή ανατίμηση που μπορεί να μη γίνει καν αντιληπτή από ένα υψηλό εισόδημα για έναν πένητα μπορεί να σημάνει ότι θα κοιμάται με άδειο στομάχι ακόμη και επί ημέρες.

Εξεγέρσεις απελπισμένων

 

Καθόλου τυχαίο λοιπόν δεν είναι το γεγονός ότι στην Αϊτή οι συγκρούσεις των πεινασμένων με την αστυνομία έλαβαν τη μορφή εξέγερσης και οδήγησαν τελικά στην απομάκρυνση του πρωθυπουργού. Τα γεγονότα στην Αϊτή δεν ήταν και τα μοναδικά. Σε περισσότερες από 30 χώρες του κόσμου, από τη Μπουρκίνα Φάσου μέχρι την Ινδονησία οι διαμαρτυρίες πήραν τη μορφή συγκρούσεων και σε πολλές από αυτές, όπως στη Σενεγάλη ο στρατός κλήθηκε να επιβάλλει την τάξη ή να δώσει πιο πρακτικές λύσεις όπως έγινε για παράδειγμα στην Αίγυπτο όπου οι ένοπλες δυνάμεις ανέλαβαν καθήκοντα …φούρναρη για να παρέχουν φθηνό, επιδοτούμενο ψωμί στους πεινασμένους.

Ακόμη ωστόσο κι αυτές οι λύσεις, αμυντικού και πρόσκαιρου χαρακτήρα, δεν αντιμετωπίζουν τις γενικότερες ανισορροπίες που γεννά η εκτίναξη των τιμών στα τρόφιμα και τα προβλήματα που δημιουργεί για παράδειγμα στα δημόσια οικονομικά – ζήτημα υποδεέστερης σημασίας σε σχέση με την πείνα, καθόλου όμως αμελητέο. Έτσι, η Αίγυπτος για παράδειγμα έχει φθάσει να δαπανά περισσότερα χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό της για να επιδοτεί το ψωμί και τη βενζίνη ώστε να είναι προσιτά στον λαό, παρά για υγεία και εκπαίδευση μαζί!

Το ερώτημα που προκύπτει όλο και πιο έντονα περιστρέφεται γύρω από τις αιτίες αυτής της έκρηξης τιμών. Δύο καθοριστικές και μία ήσσονος σημασία αιτία βρίσκεται πίσω από το πρωτόγνωρο κύμα ανατιμήσεων.

Η μικρότερης σημασίας αιτία αφορά τις κλιματικές αλλαγές. Η παρατεταμένη, σχεδόν υπερδεκαετής, ξηρασία για παράδειγμα στην Αυστραλία και οι πλημμύρες σε πολλές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας έχουν τη δική τους συμβολή περιορίζοντας την άνοδο της παραγωγής που θα μπορούσε υπό κανονικές κλιματολογικές συνθήκες να είχε επιτευχθεί. Ωστόσο, δεδομένου ότι το πρόβλημα δεν έγκειται στην έλλειψη τροφίμων (κατά 2% αναμένεται να αυξηθεί η παγκόσμια παραγωγή ρυζιού φέτος, ανέφεραν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 3 Απρίλη) αλλά στην απλησίαστη τιμή τους η καταστροφή σοδειών από τις κλιματικές αλλαγές δεν αποτελεί σοβαρή αιτία, ως προς το παρόν, της ανόδου της τιμής τους. Αυτό ισχύει γενικά.

Ο παραλογισμός των βιοκαυσίμων

 

Ειδικότερα, ωστόσο, σε ότι αφορά συγκεκριμένα είδη τροφίμων, όπως είναι το καλαμπόκι, η μείωση της παραγωγής τους είναι ορατή και προέρχεται από την καλλιέργεια σπόρων που αξιοποιούνται στην παραγωγή βιοκαυσίμων. Κατ’ αρχήν είναι ανάγκη να πούμε ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερο αμφισβητείται ακόμη και αυτή η συνεισφορά των βιοκαυσίμων στην αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του περιοδικού Τάιμ στις 14 Απρίλη ανέφερε ότι ένα γαλόνι αιθανόλης που παράγεται από καλαμπόκι, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ για παράδειγμα, απαιτεί για την παραγωγή του περισσότερη ενέργεια απ’ όση μπορεί να προσφέρει με την καύση του. Τα βιοκαύσιμα δε που παράγονται σε άλλα σημεία του πλανήτη, όπως στη Βραζιλία ενδεικτικά, με απώτερο στόχο να χρησιμοποιηθούν αντί των συμβατικών καυσίμων με στόχο να μειωθεί η θερμοκρασία της γης, είναι εξ ίσου αμφίβολο το τι καταφέρνουν, δεδομένου ότι η καλλιέργειά τους συντελείται σε αποψιλωμένα δάση του Αμαζόνιου. Η παραγωγή βιοκαυσίμων έτσι (που επινοήθηκε για να αντιμετωπίσει τις εκπομπές καυσαερίων από τα αυτοκίνητα που συντελούν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου) επιτείνει την καταστροφή των δασών και η καταστροφή τους – μέσω πυρκαγιών – το φαινόμενο του θερμοκηπίου!!!

Τα εμπόδια ωστόσο που δημιουργούν τα βιοκαύσιμα στην παροχή φθηνής τροφής στον παγκόσμιο πληθυσμό είναι πολύ πιο άμεσα. Στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι αυτή τη στιγμή το 20% του καλλιεργούμενου καλαμποκιού καταλήγει στην παραγωγή αιθανόλης, ενώ οι καλλιέργειες που θα στραφούν στα βιοκαύσιμα την επόμενη δεκαετία εκτιμάται ότι θα πενταπλασιαστούν. Ίδιος πυρετός, σε βαθμό ώστε πολλοί να μιλούν για νέα φούσκα, παρατηρείται σε όλο τον κόσμο. Η αξία των επενδύσεων σε βιοκαύσιμα από 5 δισ. δολάρια το 1995 έφθασαν το 2005 τα 38 και το 2010 υπολογίζεται να έχουν φθάσει τα 100 δισ. δολάρια. Όσο για το «κόστος ευκαιρίας» τους, αρκεί να αναφέρουμε ότι η ποσότητα καλαμποκιού που απαιτείται για να γεμίσει το ρεζερβουάρ ενός σπορ αυτοκινήτου, αυτού που συνήθως χαρακτηρίζουμε 4 επί 4, μπορεί εναλλακτικά να θρέψει ένα άτομο για έναν ολόκληρο χρόνο.

Στο ερώτημα δηλαδή το ρεζερβουάρ ή τον άνθρωπο η απάντηση που δίνουν οι ΗΠΑ σήμερα, ωθώντας μάλιστα όλο τον υπόλοιπο κόσμο να βαδίσει στα καταστροφικά χνάρια τους, είναι το ρεζερβουάρ. Κι έτσι εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας…

Χαλινάρι στα χρηματιστήρια

 

Η δεύτερη αιτία που έχει οδηγήσει σε εκτόξευση τις τιμές των τροφίμων είναι η εκτεταμένη και άγρια κερδοσκοπία που γίνεται κυρίως στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγου. Οι τιμές των τροφίμων, αλλά και άλλων εμπορευμάτων όπως τα μέταλλα και το πετρέλαιο, οδηγήθηκαν στα ύψη από τη στιγμή που στο χρηματιστήριο του Σικάγου βρήκε απάγκιο η τεράστια ρευστότητα που ξέβρασε η πιστωτική κρίση και η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων. Τοποθετούμενα αυτά τα κεφάλαια και άλλα στη συνέχεια που προσελκύστηκαν από την άνοδο των τιμών, ύψους 300 δισ. δολαρίων κατ’ εκτίμηση των Νιου Γιορκ Τάιμς της Τρίτης 22 Απρίλη, στην αγορά των μελλοντικών συμβολαίων που αφορούν τη συμφωνία εκτέλεσης μιας εμπορικής πράξης στο μέλλον σε μια προκαθορισμένη τιμή κατάφεραν να δημιουργήσουν μια φούσκα άνευ προηγουμένου. Η διαφορά όμως με όλες τις άλλες φούσκες, όπως των νέων τεχνολογιών, είναι ότι αυτή οδηγεί στη δυστυχία εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Διαπιστώνοντας τον αρνητικό ρόλο που διαδραματίζει η αγορά μελλοντικών συμβολαίων στο επίπεδο των τιμών των εμπορευμάτων, η οποία προκαλεί στρεβλώσεις στην αγορά κι όχι εξισορρόπησή της όπως λένε τα εγχειρίδια, μια σειρά χώρες του Τρίτου Κόσμου διέκοψαν τη λειτουργία της! Στην Ινδία συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2007 η κυβέρνηση απαγόρευσε την διαπραγμάτευση μελλοντικών συμβολαίων σε τρία προϊόντα: το ρύζι, το σιτάρι και το καλαμπόκι. Βλέποντας όμως στη συνέχεια πως οι τιμές συνέχισαν να αυξάνονται, ο υπουργός Οικονομίας της Ινδίας διέκοψε εντελώς τη λειτουργία της αγοράς μελλοντικών συμβολαίων, τονίζοντας πως η μοναδική συνεισφορά της, ολοένα και περισσότερο, αφορούσε την κερδοσκοπία. Το ίδιο συνέβη και στην Αιθιοπία στα μέσα Απριλίου. Στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων της Αντίς Αμπέμπα, το νεότερο χρηματιστήριο εμπορευμάτων της Αφρικής αποφασίστηκε να μην επιτρέπονται οι μελλοντικές πράξεις στα επίμαχα τρόφιμα σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η κερδοσκοπία και να αποφευχθεί η ανοδική πορεία των τιμών.

Τα μέτρα δε αυτά λήφθηκαν σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, επειδή οι πιέσεις των πεινασμένων είναι αφόρητες και τα συμφέροντα των κερδοσκόπων δεν πρυτανεύουν όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις ΗΠΑ και τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες, ή την ίδια την ΕΕ που δια στόματος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν Κλοντ Τρισέ, έσπευσε να δηλώσει ότι η κρίση των τροφίμων είναι πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης. Κινήσεις (απελπισίας) όπως αυτές της Ινδίας και της Αιθιοπίας αναμφισβήτητα είναι σταγόνες στον ωκεανό μπροστά στα μυθικά ποσά που έχουν επενδυθεί στα χρηματιστήρια της Δύσης τα οποία δίνουν το σφυγμό της αγοράς. Παρόλα αυτά αποκαλύπτουν την βασικότερη αιτία πίσω από την πείνα που είναι η κερδοσκοπία και η μετατροπή ακόμη και των στοιχειωδέστερων ανθρώπινων αναγκών, όπως είναι η διατροφή, σε αντικείμενο χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης.

Αμφισβητείται η φιλελευθεροποίηση της ΚΑΠ

 

Η κρίση των τροφίμων οδήγησε επιπλέον σε επανεξέταση την ορθότητα των διαρκών αναθεωρήσεων που έχει υποστεί η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία δεκαετία στην κατεύθυνση μείωσης των επιδοτήσεων.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ και η συντελούμενη μείωση των επιδοτήσεων της ευρωπαϊκής γεωργίας έχει προκαλέσει μια κάθετη μείωση του παραγόμενου προϊόντος τόσο στη γεωργία όσο και στην κτηνοτροφία σε κάθε μέλος της ΕΕ, ακόμη και στην Ελλάδα. Στον πίνακα που παραθέτουμε φαίνεται με ακρίβεια αυτή η συρρίκνωση, που αποτελεί την άλλη όψη των πρωτοφανών σε βάθος και ποιότητα αναδιαρθρώσεων που συντελούνται στην γεωργία κι η οποία μπορεί να συνεχίζεται υπό τον όρο ότι φιλελευθεροποιείται το διεθνές εμπόριο και αίρονται οι φραγμοί που το περιορίζουν.

Παραγωγή κυριότερων αγροτικών

προϊόντων στην Ελλάδα (χιλιάδες τόνοι)

ΠΡΟΪΟΝ 2000 2006
Σιτάρι σκληρό 1.450 1.129
Σιτάρι μαλακό 408 251
Αραβόσιτος 1.850 1.710
Καπνός 125 25
Βαμβάκι 1.235 850
Τομάτες βιομηχανικές 1.149 800
Ζαχαρότευτλα 3.146 1.600
Ελαιόλαδο 430 370
Λεμόνια 139 37
Πορτοκάλια 903 880
Μήλα 309 263
Ροδάκινα 1.020 700
Κρέας, σύνολο 492 464
Γάλα, σύνολο 1.896 1.866

Πηγή: Υπουργείο Γεωργίας (παρατίθεται σε Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το έτος 2006, Αθήνα 2007).

Τι συμβαίνει όμως όταν μια σειρά χώρες που αποτελούσαν επί χρόνια την αποθήκη τροφίμων της υφηλίου (στο πλαίσιο προφανώς ενός βαθιά άνισου καταμερισμού) βρίσκονται αντιμέτωπες με την οργή των πολιτών τους και παγώνουν προσωρινά τις εξαγωγές ή τις μειώνουν αποφασιστικά, όπως έκαναν για παράδειγμα η Αργεντινή, η Ινδία, η Ινδονησία, το Βιετνάμ, η Κίνα, η Καμπότζη και η Αίγυπτος, δίνοντας προτεραιότητα στην κάλυψη της εγχώριας ζήτησης; Τότε αμφισβητούνται εκ βάθρων ορισμένα από τα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού, όπως είναι η κατάργηση των επιδοτήσεων και η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου!

Τα όσα δήλωσε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 28 Απριλίου ο (δεξιός) υπουργός Γεωργίας της Γαλλίας, Μισέλ Μπαρνιέ, είναι αποκαλυπτικά! «Αυτό που τώρα αντικρίζουμε στον κόσμο είναι τα αποτελέσματα μιας υπερβολικής φιλελευθεροποίησης της αγοράς. Δεν μπορούμε να αφήσουμε την διατροφή των ανθρώπων στο έλεος της αγοράς. Χρειαζόμαστε μια δημόσια πολιτική, μέσα παρέμβασης και σταθεροποίησης» ήταν τα λόγια του, που αποκτούν ξεχωριστή σημασία λόγω του ότι η Γαλλία αναλαμβάνει την κυκλική προεδρία της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Συνέχισε δε προτείνοντας στις πληττόμενες χώρες να αντιγράψουν την ΚΑΠ! «Νομίζω ότι η ΚΑΠ αποτελεί ένα καλό μοντέλο. Είναι μια πολιτική που μας επιτρέπει να παράγουμε για να τρεφόμαστε. Συνενώνουμε τους πόρους μας για να υποστηρίξουμε την παραγωγή. Η Δυτική Αφρική, η Ανατολή Αφρική, η Λατινική Αμερική και η νότια ακτή της Μεσογείου, όλα αυτά τα μέρη χρειάζονται περιφερειακή κοινή αγροτική πολιτική»! Οι αιτιάσεις του υιοθετήθηκαν σχεδόν στο ακέραιο από τον γερμανό ομόλογό του – κάτι που έχει τη δική του σημασία δεδομένου ότι η Γερμανία αποτελεί το βασικότερο χρηματοδότη της ΚΑΠ η οποία στοιχίζει 56 δισ. ετησίως! Παρόλα αυτά ανέλαβε το κόστος.

Παρότι η συντηρητική αναδιάρθρωση στην ευρωπαϊκή γεωργία δεν πρόκειται να κοπάσει (ως αποτέλεσμα της αυτοτελούς επέκτασης των δυνάμεων του κεφαλαίου και των υπόγειων ταξικών συγκρούσεων που διεξάγονται) είναι εμφανές ότι δηλώσεις όπως οι παραπάνω τονίζουν για μια ακόμη φορά το τεράστιο κοινωνικό τίμημα της ουσιαστικής υπαγωγής στο κεφάλαιο κάθε τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας.

Προμηνύματα νέας οικονομικής κρίσης (Ουτοπία, Φεβρουάριος 2008)

                                                                                                                     Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να περιέλθει η αμερικανική οικονομία σε μια από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου υποδέχθηκαν το νέο χρόνο οι αρχές της χώρας.

Τα μηνύματα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται από το καλοκαίρι του 2007 με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας» που αντιμετώπισαν τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ πρωτευόντως αλλά και της ΕΕ. Οι αρρυθμίες στην αγορά κεφαλαίων εμφανίστηκαν όταν το σκάσιμο της φούσκας των δανείων χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας στην αμερικανική αγορά ακινήτων, ως αποτέλεσμα της προγενέστερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων, έφερε στην επιφάνεια έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό επέκτασης των πιστώσεων που είχαν δημιουργήσει από κοινού τράπεζες και κάθε είδους πιστωτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στη χορήγηση δανείων. Ο μηχανισμός αυτός, με τη μέθοδο της τιτλοποίησης, μετέτρεπε σε εγγυήσεις για νέα δάνεια όσα είχαν ήδη παρασχεθεί με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια φούσκα ιστορικών διαστάσεων η οποία στηριζόταν στα δάνεια που είχαν φτάσει να χορηγούν (έναντι προκαταβολής της τάξης του 5% της αξίας του ακινήτου) ακόμη και σε άπορους! Τι πιο φυσιολογικό επομένως από το να σπάσει κάποια στιγμή αυτή η φούσκα, όταν συγκεκριμένα θα ανακοπτόταν η «πλημμυρίδα καταθέσεων», με την ορολογία του διοικητή της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, που τροφοδοτούσε τη ρευστότητα.

Οι πρώτοι που ένιωσαν τις δραματικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες από την κατάρρευση της αγοράς δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης ήταν οι τράπεζες. Μέχρι την τελευταία μέρα του Ιανουαρίου οι διαγραφές χρεών που αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες ήταν κολοσσιαίες και πρωτοφανείς, αναγκάζοντας πολλές από αυτές να αναζητήσουν «λευκούς ιππότες» σε κρατικά επενδυτικά κεφάλαια αναδυόμενων καπιταλιστικών αγορών (από τη Μέση Ανατολή, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα) που θα τις γλιτώσουν από τη χρεοκοπία. Οι τράπεζες που προέβησαν σε διαγραφές χρεών από τις ΗΠΑ ήταν: Merrill Lynch (24,4 δισ. δολ.), Citigroup (18,1 δισ.), Morgan Stanley (9,4 δισ.), Bank of America (5,3 δισ.), Bear Sterns (1,9 δισ.) και Wachovia (1,5 δισ.). Εξ ίσου σημαντικές ήταν οι διαγραφές χρεών που ανακοίνωσαν και οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Συγκεκριμένα: UBS (18,4 δισ. δολ.), Credit Agricole (3,7 δισ.) HSBC (3,4 δισ.), Deutsche Bank (3,1 δισ.), Societe Generale (3 δισ.) Barclays (2,7 δισ.) και Royal Bank of Scotland (2,5 δισ.). Το τεράστιο ύψος των ποσών που διέγραψαν από τις απαιτήσεις τους μαρτυρά ότι επρόκειτο για ένα σημείο καμπής.

Το μαρτυρά άλλωστε και η ταχύτατη μετάδοση του «ιού των κακών δανείων» και στην πραγματική οικονομία, όπως έδειξε ένα πλήθος ενδείξεων: Η απότομη επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2007 κατά 0,7% (από 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο), η συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς εργασίας τον Ιανουάριο για πρώτη φορά από το 2003 και με επίκεντρο τομείς που δεν άπτονται άμεσα της κρίσης των «φθηνών δανείων» όπως οι τράπεζες, οι κατασκευές και η αγορά ακινήτων, η μείωση των αποδόσεων των μετοχών στα χρηματιστήρια όλου σχεδόν του κόσμου, η δυσμενής αναθεώρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο των προβλέψεων οικονομικής ανόδου για το 2008, που ήταν ήδη χαμηλότερες από το προηγούμενο έτος κ.ο.κ. Τέλος, ο βάσιμος και σοβαρός χαρακτήρας των ανησυχιών επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από τις αμερικανικές αρχές όταν, αφήνοντας για τους αφελείς τους όρκους πίστης στις ικανότητες που έχει το «αόρατο χέρι» της αγοράς να εξασφαλίζει την ισορροπία, προέβησαν σε δύο μέτρα: Αρχικά η κυβέρνηση Μπους, με δικομματική προφανώς συναίνεση, απελευθέρωσε ένα χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 150 δισ. δολ. (που για να αντιληφθούμε τη σοβαρότητά του χρειάζεται να πούμε ότι ανέρχεται στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ!) με τη μορφή κυρίως φοροαπαλλαγών και επενδυτικών κινήτρων προς επιχειρήσεις. Κατά δεύτερο προχώρησαν στην κάθετη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, κατά 1,25% σε 9 ημέρες φθάνοντας τα στο 3%, και διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τα κέρδη των αμερικανικών τραπεζών και φυσικά την άνοδο των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια.

Παρότι ξεφεύγει του παρόντος, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η αμερικανική οικονομία καθώς η παραπάνω (ενδεδειγμένη και προφανής για την αστική τάξη) κίνηση αντιμετώπισης της κρίσης, η μείωση των επιτοκίων, οδηγεί σε παροξυσμό το πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζει με το δολάριο. Ειδικότερα, η πτώση των επιτοκίων καθιστά όλο και λιγότερο ελκυστικό το αμερικανικό νόμισμα με αποτέλεσμα η ισοτιμία του έναντι των ανταγωνιστών του και δη του ευρώ να κατρακυλάει και στη συνέχεια να καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής η κάλυψη των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το πρόβλημα αυτό οξύνεται από την επιμονή που δείχνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κρατάει αμετακίνητα τα επιτόκια στο 4%, επικαλούμενη την αντιμετώπιση των πληθωριστικών φαινομένων με αποτέλεσμα να διευρύνεται η διαφορά μεταξύ των δύο επιτοκίων και η σύγκριση να καθίσταται εντελώς άνιση, εις βάρος του δολαρίου.

Η διαφορετική απάντηση που δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όσο κι αν υπαγορεύεται από τη σχετικά διαφορετική, μέχρι στιγμής, φάση του οικονομικού κύκλου την οποία διατρέχει η γηραιά ήπειρος σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει δώσει μια νέα και σημαντική ώθηση στη συζήτηση που διεξάγεται στα κέντρα αποφάσεων της αστικής τάξης για το ποια είναι εκείνα τα μέτρα που θα αποτρέψουν την εμφάνιση της κρίσης, φέρνοντας στην επιφάνεια τη διχογνωμία που εμφανίζεται. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αλληλοαποκλειόμενες ή ανταγωνιστικές θέσεις. Αυτό φαίνεται με μεγαλύτερη διαύγεια αν εξαλείψουμε το «θόρυβο» που δημιουργούν τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης τα οποία πρωτίστως εκδηλώνονται στη σφαίρα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων των δύο νομισμάτων. Η αμερικανική θέση συνίσταται σε τρία μέτρα: γενναία αύξηση των κρατικών δαπανών (σε μια κοινωνική κατεύθυνση φυσικά διαμετρικά αντίθετη από αυτή του εφαρμοσμένου Κεϋνσιανισμού, καθώς πλέον ωφελημένοι από την αύξηση της ενεργού ζήτησης είναι η αστική τάξη και τα υψηλά εισοδήματα και όχι οι άνεργοι και η φτωχολογιά κατά πως θα υποστήριξαν με αρθρογραφία τους οικονομολόγοι που δε συμμερίζονται την κυρίαρχη ορθοδοξία όπως ο Π. Κρούγκμαν και ο Τζ. Στίγκλιτς), ενεργοποίηση της νομισματικής πολιτικής – όσο ακόμη αυτή προσφέρεται – και επίσης όξυνση του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, με απώτερο στόχο ακόμη και την καταστροφή μη ανταγωνιστικών τμημάτων του και τη διευκόλυνση των τάσεων διεθνοποίησης του αμερικανικού κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι τις μέρες που η FED ανακοίνωνε την μια μείωση επιτοκίων μετά την άλλη και ο Λευκός Οίκος μοίραζε λεφτά στα μεσαία στρώματα και την αστική τάξη, ο Μπους προωθούσε συμφωνία απελευθέρωσης του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ από τη μια και από την άλλη της Κολομβίας, του Παναμά και της Νότιας Κορέας.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, υπό την επίκληση της αντιπληθωριστικής πολιτικής, δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία αναδιάρθρωσης των αγορών εργασίας έτσι ώστε να μειωθεί το άμεσο και έμμεσο εργατικό κόστος (καταργώντας ασφαλιστικά δικαιώματα για παράδειγμα), στις ιδιωτικοποιήσεις και στις πολιτικές βίαιης αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στο έδαφος της ευρωζώνης προς όφελος των κεφαλαίων εκείνων που διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα, με αντίτιμο την επέκταση της ανεργίας. Γι αυτό το λόγο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται βασιλικότερη του βασιλέως απέναντι στην αμερικανική κρατώντας τα επιτόκια ψηλά και εφαρμόζοντας έτσι μια περιοριστική νομισματική πολιτική που δεν ευνοεί την απρόσκοπτη και εκτατική αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Σημασία ωστόσο έχει ότι όσο επώδυνες κοινωνικά λύσεις κι αν υιοθετηθούν με σκοπό να ανακάμψει το ποσοστό κέρδους, η πτώση του οποίου αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, η αντιμετώπιση της στην καλύτερη περίπτωση θα είναι συγκυριακή ή θα αφορά τη μετάθεσή της στο μέλλον, όπως συμβαίνει κατά κόρον από το 1973 και μετά, όταν ξέσπασε για πρώτη φορά η τρέχουσα δομική κρίση. Για το παρόν μένει η αποκάλυψη των εγγενών αντιφάσεων του σημερινού, καταστρεπτικού για τις ανθρώπινες δυνατότητες, τρόπου παραγωγής και μια δυνατότητα που προσφέρεται στην Αριστερά να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, αποκαλύπτοντας τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και τη δυνατότητα του εργαζόμενου ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κεφαλαίου.

Απειλείται οικονομικό ολοκαύτωμα (Πριν, 15/12/2007)

Άνοδος τιμής πετρελαίου και πτώση του δολαρίου

ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ

 Άστραψαν και βρόντησαν οι πρόεδροι της Βενεζουέλας και του Ιράν στην τελευταία σύνοδο των ηγετών των μελών του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών εναντίον των ΗΠΑ. Αυτή τη φορά όμως κανείς, στην κυριολεξία κανείς δεν ήθελε ούτε και μπορούσε να τους κάνει να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους, καθώς η αγωνία που εξέφραζαν με αφορμή την κάθετη πτώση της διεθνούς ισοτιμίας του δολαρίου ήταν κοινή! «Δεν βλέπετε πως το δολάριο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο», ρώτησε από το βήμα ο Ούγκο Τσάβες για να συμπληρώσει: «Λόγω της υποτίμησης του αμερικανικού δολαρίου οι συναλλαγές στο πετρέλαιο θα πρέπει να διεξάγονται με τη χρήση ενός συνδυασμού άλλων ισχυρών σκληρών νομισμάτων και θα πρέπει να απαιτήσουμε από τα χρηματιστήρια πετρελαίου να αντικαταστήσουν το δολάριο με άλλα νομίσματα»! Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ήταν πιο πρακτικός ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα της συνόδου: «Όλοι οι συμμετέχοντες ηγέτες επέδειξαν ενδιαφέρον να αλλάξουν τα αποθεματικά τους σε σκληρό νόμισμα προς όφελος ενός αξιόπιστου σκληρού νομίσματος», δήλωσε με το πέρας των εργασιών, κάνοντας τους αμερικανόδουλους Σαουδάραβες να σπεύσουν πανικόβλητοι με ανακοίνωση Τύπου να διαχωριστούν, τονίζοντας ότι οι ίδιοι ουδέποτε εκδήλωσαν σχετική πρόθεση!

Τα όσα διαμείφθηκαν στον ΟΠΕΚ δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου της τρέχουσας, ιστορικών διαστάσεων οικονομικής κρίσης, όπως ήρθε στην επιφάνεια τον Αύγουστο που μας πέρασε. Η σημασία της είναι πρωτοφανής καθώς αγκαλιάζει, με θανάσιμο τρόπο, τους πιο βασικούς πυλώνες του διεθνούς οικονομικού συστήματος: Από τη δολαριακή του βάση μέχρι την ατμομηχανή του που είναι η ικανότητά του να εγγυάται την αέναη επέκταση της πίστωσης: να παράγει δηλαδή δανεικά, ώστε από τα κράτη και τις επιχειρήσεις μέχρι τα νοικοκυριά να δανείζονται με σχετικά ευνοϊκούς όρους για να καταναλώνουν διασφαλίζοντας την πραγμοποίηση της υπεραξίας. Πλέον καμία σταθερή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη καθώς μια σειρά παράγοντες φαινομενικά ανεξάρτητοι (όπως η κρίση στην αγορά στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης και η πιστωτική ασφυξία από τη μια και η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου από την άλλη) έχουν οδηγήσει στη σύμπτωση κυκλικές και δομικές αιτίες της χρόνιας κρίσης οδηγώντας την καπιταλιστική οικονομία σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο. Η μοναδικότητά του, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζεται από την πασιφανή αδυναμία όλων εκείνων των παλιών εργαλείων που έκαναν για παράδειγμα την άλυτη κρίση του ’73 να μη λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις και να αργοσέρνεται. Ότι είχαν να δώσουν αυτά τα μέσα πλέον το έδωσαν.

 Οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν προβλέπουν ότι θα ξεσπάσει ύφεση στην Αμερική, ανέφερε ο βρετανικός Εκόνομιστ πριν ένα μήνα για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί τον Μάρτιο του 2001 όταν το 95% των οικονομολόγων δήλωνε πως δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση, αλλά και το 1929 όταν οι οικονομολόγοι του Χάρβαρντ διαβεβαίωναν πως «το ενδεχόμενο κρίσης είναι πέραν όλων των πιθανών ενδεχομένων». Καλύτερα λοιπόν να δέσουμε τις ζώνες μας…

 

 Η υποτίμηση του δολαρίου αποτέλεσμα της κρίσης της αμερικάνικης ηγεμονίας

 

Στην πιο περίοπτη θέση των μέσων που αναδύθηκαν στα απόνερα της δομικής κρίσης του 1973 βρίσκεται η λεγόμενη συμφωνία Μπρέτον Γουντς ΙΙ, που ως κύριο χαρακτηριστικό της έχει ότι …ποτέ δεν συνομολογήθηκε, ούτε καν στα λόγια από όσους συμμετείχαν, αλλά επιβλήθηκε όπως περίπου η Pax Americana. Σε αντίθεση με την συμφωνία του Μπρέτον Γουντς που συμφωνήθηκε ρητά με κάθε επισημότητα και προπαρασκευή την επομένη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου προβλέποντας ένα σταθερό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών, εγγυημένο από χρυσό, με τις ΗΠΑ να λειτουργούν ως άμεσος εγγυητής του, το Μπρέτον Γουντς ΙΙ αφορά κατ’ αρχήν την σταθερή πρόσδεση πολλών εθνικών νομισμάτων αναπτυσσόμενων χωρών με το δολάριο σε ένα μάλιστα επίπεδο που μπορεί να χαρακτηριστεί υποτιμημένο γι αυτά, ώστε να διευκολύνονται οι εξαγωγές τους. Το άλλο σκέλος της ανταλλαγής περιλαμβάνει την κατάθεση στις ΗΠΑ, με τον πιο διαφορετικό και πρωτότυπο τρόπο τα τελευταία χρόνια, όλων αυτών των ρευστών διαθέσιμων έτσι ώστε να καλύπτονται τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της και να μπορεί να λειτουργεί ως εγγυητής, χωρίς φυσικά να αναλαμβάνει και δεσμεύσεις. «Από ορισμένες πλευρές το Μπρέττον Γουντς ΙΙ μοιάζει με ένα γιγαντιαίο καρτέλ που ξεπλένει χρήμα. Αγοράζεις τα προϊόντα μου και σε ανταπόδοση σου δίνω τα λεφτά πίσω υπό τη μορφή δανείων», ανέφερε αναλυτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Νοεμβρίου. Αυτό μπορούσε να το πράττει όμως όσο λειτουργούσε ένας άλλος καλολαδωμένος μηχανισμός που κράταγε το δολάριο σε μια αξιοπρεπή ισοτιμία. Βασική κινητήρια δύναμή του ήταν τα αμερικανικά επιτόκια στα οποία θα επανέλθουμε.

Ο μηχανισμός που κρατούσε το δολάριο σε μια υψηλή ισοτιμία κατέρρευσε και ως αποτέλεσμα το αμερικανικό νόμισμα έναντι ενός καλαθιού ισχυρών νομισμάτων έχει χάσει το ένα τέταρτο της αξίας του τα τελευταία πέντε χρόνια ενώ έναντι του ευρώ έφθασε να κατρακυλήσει: από 86 σεντς που ανταλλασσόταν το 2002, εδώ και λίγους μήνες διαπραγματεύεται σταθερά μεταξύ 1,4 και 1,5 δολάρια ανά ευρώ. Η πτώση του δολαρίου είχε πολλαπλές συνέπειες τόσο εντός όσο και εκτός των ΗΠΑ. Στο εξωτερικό οι συνέπειες ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το δολάριο αποτελεί το βασικότερο μέσο με το οποίο γίνονται οι διεθνείς συναλλαγές, αλλά και το βασικότερο νόμισμα στο οποίο τηρούν τα αποθεματικά τους κεντρικές τράπεζες, επενδυτές, κ.α. Στη βάση της πρώτης του λειτουργίας, ως μέσο διεκπεραίωσης των διεθνών ανταλλαγών η κάθετη πτώση της ισοτιμίας του σηματοδότησε την κάθετη πτώση των εσόδων εκείνων των κρατών που το χρησιμοποιούν ως μέσο πληρωμής. Γι αυτό φώναζαν Τσάβες και Αχμαντινετζάντ και γι αυτό οι συνδαιτυμόνες τους κατά βάση συμφωνούσαν, όσο κι αν δεν το παραδέχονταν δημόσια επειδή δε ήθελαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ. Υπό αυτό το πρίσμα η συνεχής άνοδος της τιμής του πετρελαίου είναι κατά ένα σημαντικό μέρος αποτέλεσμα της πτώσης της ισοτιμίας του δολαρίου, για να μπορέσουν οι πετρελαιοεξαγωγικές χώρες να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους, και αυτό το αποτέλεσμα στη συνέχεια γίνεται νέα αιτία πτώσης της ισοτιμίας του αμερικανικού νομίσματος για να μετριαστούν οι επιπτώσεις από την κούρσα ανόδου της τιμής του μαύρου χρυσού. Έτσι, η άνοδος από την αρχή του χρόνου της τιμής του πετρελαίου κατά 60% σε όρους δολαρίου, μεταφράζεται σε άνοδο της τάξης του 51% σε όρους βρετανικής λίρας, 46% σε όρους γιεν και 42% σε όρους ευρώ. Υπολογίζεται μάλιστα ότι η πτώση κατά μια ποσοστιαία μονάδα της ισοτιμίας του δολαρίου οδηγεί το πετρέλαιο σε μια ισόποση αύξηση. Ενώ δεν είναι τυχαίο ότι το πετρέλαιο έφθασε μια ανάσα από τα 100 δολάρια όταν η ισοτιμία του ευρώ προς το δολάριο άγγιξε για πρώτη φορά το 1,5. Αυτός ο μηχανισμός αντιστάθμισης ωστόσο δεν είναι μηδενικού αθροίσματος για τις χώρες που εξάγουν βασικά εμπορεύματα και πιο συγκεκριμένα πετρέλαιο καθώς βλέπουν τα πραγματικά τους έξοδα να υπολείπονται σταθερά αυτών που θα μπορούσαν να εισπράξουν λόγω του μέσου με το οποίο είναι αναγκασμένοι να πραγματοποιούν τις διεθνείς συναλλαγές τους. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο επιτίθενται στις ΗΠΑ χωρίς να παραγνωρίζονται τα πολιτικά κίνητρα: ότι τυχόν αντικατάσταση του δολαρίου θα έχει δραματικές συνέπειες τόσο για την  ισοτιμία του όσο και για το κύρος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο στρέφονται πολλές χώρες κατά του δολαρίου είναι ότι η σταθερή πρόσδεση της ισοτιμίας των νομισμάτων τους προς το δολάριο (όπως έχουν κάνει όλες σχεδόν οι αραβικές χώρες και δεκάδες άλλες από τον Ισημερινό μέχρι την Ουκρανία, εκχωρώντας έτσι στην αμερικάνικη κεντρική τράπεζα το προνόμιο χάραξης πολιτικής επιτοκίων) έχει μετατραπεί σε παράγοντα δημιουργίας πληθωρισμού και μύριων άλλων ανισορροπιών στο εσωτερικό τους. Στα Εμιράτα για παράδειγμα τρίζει εκ θεμελίων το θαύμα που οικοδομείται από τους δεκάδες χιλιάδες μετανάστες καθώς η συνεχής πτώση της πραγματικής αξίας των δολαριακών εμβασμάτων που στέλνουν στις οικογένειές τους στην Ινδία και το Πακιστάν έχει οδηγήσει σε απεργίες, βίαιες μορφές καταστολής και αμφισβήτηση της βιωσιμότητας ενός μοντέλου εκμετάλλευσης ξένης εργατικής δύναμης που απέδιδε επί δεκαετίες. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι οι πληθωριστικές πιέσεις που δημιουργούνται στην οικονομία τους καθώς η αμερικανική κεντρική τράπεζα μειώνει τα επιτόκια για να αποτρέψει την ύφεσή στο εσωτερικό των ΗΠΑ και αυτές οι χώρες που θα ήθελαν μια συγκρατημένη πολιτική επιτοκίων βλέπουν να ανοίγουν οι κρουνοί των χρηματοδοτήσεων, υπερθερμαίνοντας μια ήδη φλεγόμενη οικονομία. Στα Εμιράτα σήμερα συμβαίνει ότι ακριβώς είχε συμβεί στην Αργεντινή το 2001, όταν η δολαριοποιημένη οικονομία οδηγήθηκε σε κρίση λόγω μιας άσχετης πολιτικής επιτοκίων, με αντίστροφους όμως όρους: το πέσο κατέρρευσε υπό το βάρος μιας συσταλτικής νομισματικής πολιτικής όταν ενδεικνυόταν επέκταση, ενώ το ριάλ και το ντιρχάμ απειλούνται από μια εξ ίσου απρόσφορη επεκτατική πολιτική, όταν ενδείκνυται μάζεμα των λουριών. Καθόλου τυχαία λοιπόν, ακόμη και χώρες όπως το Κουβέιτ που θεωρούν αδιαμφισβήτητο τον φιλοαμερικανικό προσανατολισμό τους, εγκαταλείπουν τη μονοσήμαντη νομισματική πολιτική και στη θέση του δολαρίου συνδέουν το εθνικό τους νόμισμα με ένα καλάθι ισχυρών νομισμάτων, στα οποία απλά συμπεριλαμβάνεται και το δολάριο.

Ο τρίτος λόγο για τον οποίο ακούγεται σαν ειρωνεία η φράση «στροφή προς την ποιότητα» που παλιά σήμαινε αγορά δολαρίων είναι ότι η αποτίμηση των αποθεματικών που τηρούν σε δολάρια κατά κανόνα οι κεντρικές τράπεζες οδηγεί συνεχώς σε απώλειες. Ως αποτέλεσμα το ειδικό τους βάρος συνεχώς μειώνεται. Έτσι από 71% που ήταν οι τοποθετήσεις των κεντρικών τραπεζών σε δολάρια το 1999, σήμερα έχουν φτάσει το 64,8%. Από δω και πέρα όμως αρχίζουν τα προβλήματα καθώς οποιαδήποτε περαιτέρω απομάκρυνση από τις δολαριακές τοποθετήσεις, πολύ μάλιστα περισσότερο αν γίνει απότομα, θα σημάνει την περαιτέρω απαξίωση αυτών των τοποθετήσεων. Η μετάβαση έτσι στη νέα κατάσταση επισύρει ένα επιπλέον, διαφορετικό κόστος, το οποίο θα μεγιστοποιηθεί αν η μετάβαση γίνει απότομα. Εδώ συναντιούνται τα στενά οικονομικά συμφέροντα της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας που πουλάει δολάρια με τους ανά τον κόσμο πελάτές της οι οποίοι αγοράζουν, καθώς τους κρατάει όμηρους και είναι σαν να τους λέει «αν με κάψετε καήκατε».

Αυτή η ισορροπία ωστόσο, υπό το βάρος των υψηλών διακυβευμάτων με τα οποία είναι αντιμέτωπη η αμερικάνικη οικονομία, έχασε το σασπένς της από τη στιγμή που η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα άρχισε ξανά να μειώνει τα επιτόκια του δολαρίου και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράτησε τα επιτόκια του ευρώ στο ύψος τους προσφέροντας έτσι μια επωφελέστατη εναλλακτική λύση για τις τοποθετήσεις σε ξένο νόμισμα. Χωρίς κόστος μπορούν επομένως να εγκαταλείψουν το δολάριο οι κεντρικές τράπεζες όλου του κόσμου από τη στιγμή που ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, αποσαφήνισε ότι δεν πρόκειται να μείνει απαθής μπροστά στους κινδύνους της ύφεσης και θα μειώνει τα επιτόκια του δολαρίου, όπως ακριβώς είχε κάνει και ο προκάτοχός του Γκρίνσπαν οδηγώντάς τα από το 6,5% στο 1%!

Η διαφαινόμενη μείωση των αμερικάνικων επιτοκίων καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι η τρέχουσα πτώση του δολαρίου δεν θα είναι συγκυριακή ή κυκλική ανάλογη της πτώσης που καταγράφηκε το 1977-79, το 1985-88 και το 1993-95, για να ανακάμψει στη συνέχεια. Οι πιθανότητες να αποβεί για το δολάριο ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας τόσο καταστροφικός όσο απέβη και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος για τη βρετανική λίρα αυξάνονται αν δούμε τη σταδιακή συρρίκνωση του ειδικού βάρους της αμερικάνικης στην παγκόσμια οικονομίας και την παράλληλη άνοδο του ειδικού βάρους των αναπτυσσομένων όπως συνηθίζεται να λέγονται περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών. Η συσσώρευση στα χέρια τους τεράστιου πλούτου εξ αιτίας της ανόδου των τιμών των βασικών προϊόντων την τελευταία πενταετία έχει ενισχύσει τη θέση τους στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Η ευκολία με την οποία έσπευσαν να παίξουν το ρόλο του «λευκού ιππότη» αραβικά και ασιατικά επενδυτικά κεφάλαια σώζοντας το τελευταίο τρίμηνο από τη χρεοκοπία τραπεζικούς κολοσσούς όπως τη Citibank, τη Barclays, τη Bear Sterns, τη Merryll Lynch και την εβδομάδα που μας πέρασε την ελβετική UBS ή η είδηση ότι τα δύο τρίτα των μετοχών του χρηματιστηρίου του Λονδίνου ελέγχονται από μεσανατολικά κεφάλαια δείχνουν μια ιστορικής σημασίας αλλαγή των οικονομικών συσχετισμών.

Η φούσκα των ακινήτων απειλεί

Η ΥΦΕΣΗ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΝΟΔΟ!!!

 

Όσο όμως κι αν οι αποφάσεις για τις τοποθετήσεις νομισμάτων έγιναν ευκολότερες από την ευκαμψία που έδειξε η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα και την εμμονή των ευρωπαίων να δίνουν προτεραιότητα στις διαδικασίες εκκαθάρισης κεφαλαίου που υποκινούν τα αμετάβλητα – παρά τις διεθνείς εκκλήσεις – ψηλά επιτόκια του ευρώ, το σασπένς δεν εξαφανίστηκε. Αντίθετα έγινε μεγαλύτερο και μετατοπίστηκε, αφορώντας τα εξής: Πρώτο, τις πηγές από τις οποίες οι ΗΠΑ θα καλύπτουν τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών τους και δεύτερον, το μίγμα πολιτικής που θα εφαρμόσουν πιεζόμενοι από τη μια να μειώσουν άμεσα τα επιτόκια για να αποτραπεί η ύφεση και από την άλλη να τα αυξήσουν για να ενισχυθεί το δολάριο και να στηριχτεί το ισοζύγιο. Οι επιλογές δεν είναι άπειρες και κάθε μια έχει κόστος!

Μέχρι και πρόσφατα, στο πλαίσιο του Μπρέττον Γουντς ΙΙ που προαναφέραμε, οι ΗΠΑ ήταν η τραπεζική θυρίδα όλου του κόσμου έχοντας επινοήσει και εφαρμόσει έναν σκανδαλώδη στη σύλληψη του μηχανισμό για να μαζεύουν αυτά τα λεφτά και να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου. Στον πυρήνα του είχε τη δημιουργία χρεογράφων στη βάση υλικών περιουσιακών στοιχείων, εσχάτως και όλο και περισσότερο στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης. Έτσι με την ίδια συχνότητα που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου όλου του κόσμου κατέληγαν στις ΗΠΑ για να χρηματοδοτήσουν εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και αμέσως μετά τη φούσκα των μετοχών νέας τεχνολογίας, με την ίδια ακριβώς ταχύτητα όλη την προηγούμενη πενταετία κατέληγαν να χρηματοδοτούν την αμερικανική κτηματική αγορά. Οι χαμηλές αποδόσεις των κρατικών χρεογράφων παρέμεναν έτσι αδιάφορες μια και ο ιδιωτικός τομέας αναλάμβανε να δημιουργήσει τα κίνητρα για την προσέλευση των κεφαλαίων. Η ανοχή που επέδειχναν επομένως οι αμερικάνικες πιστωτικές αρχές στην Άγρια Δύση της κτηματικής φούσκας δεν είναι και τόσο δύσκολο να εξηγηθεί.

Το ρευστό που εισέρεε μετατρεπόταν σε δάνεια τα οποία έφθασαν να χορηγούνται χωρίς καμιά εγγύηση. Τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης  από 8,5% που ήταν στο σύνολο των κτηματικών δανείων στα τέλη του 2003 μετά από δύο χρόνια έφθασαν το 20%. Η αφειδώλευτη χορήγησή τους υποκινούσε παράλληλα έναν οικοδομικό οργασμό και μία άνοδο των τιμών των κατοικιών. Πέρυσι τέτοια εποχή, στο τέλος του 2006 δηλαδή, η αξία όλων των σπιτιών στις ΗΠΑ είχε φθάσει το 153% του αμερικανικού ΑΕΠ, για να μειωθεί στις 30 Σεπτέμβρη του 2007 στο 150% του ΑΕΠ κι αφού πρώτα στο τέλος του δεύτερου τριμήνου 2,1 εκατ. σπίτια έμεναν άδεια! Για να έχουμε και ένα μέτρο σύγκρισης για τη φούσκα των ακινήτων να αναφέρουμε ότι η φούσκα των μετοχών δεν είχε αγγίξει τέτοια ύψη, καθώς στο ανώτατο σημείο η κεφαλαιοποίησή της έφθασε το 136% του ΑΕΠ …μόνο.

Το ερώτημα που τώρα γεννιέται είναι με ποιο τρόπο θα καλύψουν άμεσα όπως απαιτείται οι αμερικάνικες αρχές το κενό που άφησε πίσω της η φούσκα των ακινήτων καθώς συνέβαλε στη χρηματοδότηση του ελλείμματος.

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Κρίση παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων

ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΖΗΜΙΕΣ

 

Η ζημιά που δημιουργήθηκε από τη φούσκα των ακινήτων ξεπερνάει κατά πολύ το πρόβλημα χρηματοδότησης του αμερικανικού ισοζυγίου γιατί πρώτον οι διαστάσεις της είναι πρωτοφανείς και παραμένουν ακόμη άγνωστες, δεύτερον, είναι πλανητική ξεπερνάει δηλαδή τα περιορισμένα σύνορα των ΗΠΑ και τρίτον έχει κάνει μετάσταση στο πιο νευραλγικό σημείο του σύγχρονου καπιταλισμού: εκεί που παράγονται οι πιστώσεις.

Η αμερικανική βιομηχανία των ακινήτων θα μείνει στην ιστορία της απάτης καθώς μετέτρεπε τα κουρελόχαρτα που υπέγραφαν ακόμη και οι άποροι για να αγοράσουν δάνεια σε εγγυήσεις τις οποίες στη συνέχεια εκχωρούσε στους δανειστές της για να παρασυρθούν μετά σε μια δίνη αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων, με αποτέλεσμα σήμερα στην κυριολεξία κανείς να μην ξέρει που ακριβώς βρίσκονται. Τα πιθανά σημεία εξαιρουμένων των γνωστών τραπεζών υπολογίζονται σε 11.000! Θα χρειαστεί να περάσουν πολλές μέρες από το νέο χρόνο για να γίνει αυτό γνωστό καθώς μία – μία οι μεγαλύτερες τράπεζες που ενεπλάκησαν θα δημοσιεύουν τους ισολογισμούς τους, εμφανίζοντας τις μαύρες τρύπες. Το σύνολο των απωλειών που αναμένεται τελικά να καταγράψουν (έχοντας συνυπολογίσει τις ζημιές ύψους 50 δισ. δολ. που έχουν μέχρι τώρα γίνει γνωστές από τις τράπεζες που προαναφέραμε) εκτιμάται ακόμη και σε 400 δισ. δολάρια, όταν το σκάσιμο της φούσκας της νέας τεχνολογίας συνοδεύτηκε από ζημιές ύψους 93 δισ. δολ. …μόνο. Πρόκειται για ποσά που εμπεριέχουν και αέρα, κυρίως όμως αποτελούν παραγωγικές δυνατότητες της κοινωνίας που θυσιάζονται στο βωμό των οπισθοδρομικών και εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής για να ξεπεραστεί η κρίση. Φαίνεται έτσι ότι η τεχνική διάχυσης κινδύνου που επιλέγηκε κατάφερε το ακατόρθωτο: να μολύνει το πιστωτικό σύστημα από την μια άκρη ως την άλλη, ελαχιστοποιώντας πάντως τις απώλειες κάθε μεμονωμένης τράπεζας. Εντυπωσιακό επίσης, πέρα από ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι η κρίση δεν περιορίστηκε μόνο στις ΗΠΑ αλλά έθιξε κολοσσούς από την Ελβετία, την Αγγλία, τη Γερμανία κ.α.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι το πρόβλημα ρευστότητας που έχει εμφανιστεί από τον Αύγουστο λόγω των βάσιμων υποψιών που έχει το κάθε πιστωτικό ίδρυμα για το άλλο πως καταγράφει απώλειες και δεν θα μπορέσει να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει όταν ζητάει δανεικά από τη διατραπεζική. Ως αποτέλεσμα η μείωση των λεγόμενων «εμπορικών γραμματίων» που παρατηρείται είναι θεαματική και άνευ προηγουμένου. «Ούτε μία φορά από το 1973 που ξεκίνησε η αμερικανική κεντρική τράπεζα να μετράει αυτά τα μεγέθη δεν μειώθηκαν με τέτοια ταχύτητα αυτές οι χρηματοδοτικές αρτηρίες», τόνιζαν οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 29 Νοέμβρη. Για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες εύρεσης ρευστού εν όψει των αυξημένων πάντα αναγκών του τέλους του έτους οι σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου (ΗΠΑ, Ευρωζώνης, Αγγλίας, Καναδά και Ελβετίας) συμφώνησαν την Τετάρτη να δημιουργήσουν ένα μηχανισμό παροχής ρευστού που θα διοχετεύει επιτόπου όσες ενέσεις ρευστού χρειάζεται η αγορά πριν οι ανάγκες προσλάβουν τη μορφή χιονοστιβάδας οδηγώντας τα επιτόκια σε τριψήφια μαυραγορίτικα επίπεδα και τις τράπεζες στη χρεοκοπία όπως συνέβη με την βρετανική Northern Rock τον Σεπτέμβριο. Τελευταία φορά που στήθηκε ανάλογος μηχανισμός άμεσης βοήθειας ήταν την 11η Σεπτέμβρη του 2001…

Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η κρίση που έχει ξεσπάσει στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία από τον Αύγουστο, με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας», ακόμη και αν δεν προσλάβει βίαιες ή εκρηκτικές μορφές το επόμενο διάστημα, όπως συνέβη για παράδειγμα το 1930 ή το 1973 και παραμείνει μια ακόμη πυορροούσα πληγή δίπλα στις πέντε έξη ακόμη που έχουν ανοίξει αυτή την τριακονταετία, σηματοδοτεί έναν μετασχηματισμό βαθιά αντιδραστικό, καταστροφικό για τις εκρηκτικά αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και αποκαλυπτικό για την αδυναμία του κεφαλαίου να συνεχίσει να διοικεί την κοινωνία.

Τζόγος με το στάρι και το γάλα (Πριν 26/10/2007)

Πείνα προκαλεί η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία

 Η διοχέτευση του αμύθητου συσσωρευμένου πλούτου στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων εκτόξευσε τις τιμές των τροφίμων

Οι κινητοποιήσεις που έγιναν στην Ιταλία πριν μερικές εβδομάδες ενάντια στην αύξηση των τιμών των ζυμαρικών αν δεν χαρακτηρίστηκαν γραφικές πέρασαν απαρατήρητες. Ωστόσο, μια σειρά από γεγονότα βεβαιώνουν ότι ζούμε το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της εποχής των άφθονων και φθηνών τροφίμων που ξεκίνησε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και από επαγγελία έγινε πράξη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπό την πίεση των νωπών ακόμη οδυνηρών εμπειριών και χάρη στη διάθεση από το κράτος τεράστιων πόρων υπό τη μορφή επιδοτήσεων. Τι άλλο σημαίνει η πρόσφατη εκτίναξη των τιμών μιας σειράς βασικών τροφίμων όπως το σιτάρι (που από τον Απρίλιο μέχρι σήμερα η τιμή του έχει διπλασιαστεί), το ρύζι (που η τιμή του από το 2000 έχει αυξηθεί κατά 50%), το γάλα, το καλαμπόκι, η σόγια, ή το (πολύ φοβικό είναι αλήθεια) καμπανάκι συναγερμού που χτυπούν μια σειρά διεθνείς οργανισμοί για την επερχόμενη «κρίση τροφίμων»!

Η τιμή δεν εκτινάχθηκε μόνο στα παραπάνω είδη αλλά σε όλα ανεξαιρέτως τα βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στα ειδικά χρηματιστήρια του Σικάγο, της Νέας Υόρκης, και αλλού όπως πετρέλαιο, χρυσός, σιδηρομεταλλεύματα, χαλκός, ψευδάργυρος, ζαχαροκάλαμο, φοινικέλαιο, ζωοτροφές και πολλά άλλα. Η άνοδος που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες ξεπερνάει κάθε πρόβλεψη. Ο δείκτης τον οποίο έχει καταρτίσει ο βρετανικός Εκόνομιστ για να παρακολουθεί την πορεία των τιμών στην αγορά εμπορευμάτων έχει διπλασιάσει την τιμή του από το 2000 μέχρι τώρα. Τον προηγούμενο μήνα, το Σεπτέμβριο, ειδικότερα, οι αποδόσεις που κατέγραψε ο σχετικός δείκτης του Ρόιτερς ήταν οι υψηλότερες από το 1975.

Τρεις είναι οι αιτίες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την – αρνητική – εξέλιξη. Ξεκινώντας από τις λιγότερες σημαντικές, ξεχωρίζει η αυξημένη ζήτηση που παρατηρείται από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας ειδικά για πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες στην ανέγερση και τη συντήρηση παραγωγικών εγκαταστάσεων, αστικών υποδομών και ιδιωτικών κατοικιών. Μια δεύτερη νεοεμφανιζόμενη αιτία (την οποία θα συναντάμε όλο και συχνότερα στο μέλλον) ακούει στο όνομα βιοκαύσιμα. Πρόκειται για τη σωστή απάντηση στο πιο λάθος ερώτημα που μπορεί να τεθεί: πως είναι δυνατό να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε ΙΧ αυτοκίνητα με την ίδια και μεγαλύτερη συχνότητα χωρίς να εκπέμπουμε αέρια που αυξάνουν τη θερμοκρασία του πλανήτη. Η δέσμευση μιας σειράς χωρών όπως των ΗΠΑ, τη Κίνας και της Ιαπωνίας, αλλά και της ΕΕ να προέρχεται από εναλλακτικές πηγές το 10% των καυσίμων που καταναλώνονται έχει οδηγήσει εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργειών σε όλο τον κόσμο να διοχετεύονται στην παραγωγή εθανόλης και άλλων βιοκαυσίμων. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα το 20% του καλαμποκιού πέρυσι έγινε εθανόλη – καλύπτοντας τη ζήτηση καυσίμων μόνο του 2% των αυτοκινήτων! Επίσης μια σειρά από χώρες πλειοδοτούν σε ανακοινώσεις για να προσφέρουν την πρώτη ύλη παραγωγής βιοκαυσίμων στην ακόρεστη αμερικανική αγορά. Η ινδική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα αφιερώσει σε αυτή την καλλιέργεια 14 εκ. εκτάρια, η Ινδονησία 26 εκ., η Βραζιλία 120 εκ., η Νότια Αφρική – που θρέφει πέρα από εκατομμύρια πεινασμένους όπως και όλες οι υπόλοιπες χώρες την ευγενική φιλοδοξία να γίνει η Μέση Ανατολή των βιοκαυσίμων – 400 εκ., κοκ.! Αυτές οι καλλιέργειες δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα περιορίσουν την παραγωγή τροφίμων που απευθύνονται στη διατροφή. Όσο κι αν πάντοτε τα τελευταία χρόνια η πείνα προερχόταν από την άνιση διανομή και όχι την ελλιπή παραγωγή τροφίμων είναι ηλίου φαεινότερο αυτή τη στιγμή ότι η ραγδαία επεκτεινόμενη βιομηχανία των βιοκαυσίμων θα επιτείνει το πρόβλημα της άνισης διανομής των τροφίμων.

Καμιά ωστόσο από τις παραπάνω αιτίες δεν θα οδηγούσε σε τέτοια ύψη την τιμή των εμπορεύσιμων προϊόντων αν όλα αυτά τα χρόνια δεν αναπτυσσόταν με επίκεντρο τα επίμαχα είδη μια πρωτοφανή χρηματιστηριακή κερδοσκοπία. Τεράστια ποσά – που υπολογίζονται σε 80 δισ. δολάρια αυτή τη στιγμή από 30 δισ. που ήταν πριν τρία χρόνια – έχουν τοποθετηθεί σε ένα ατελείωτο πλήθος επενδυτικών προϊόντων που με τη μέθοδο της πλημμυρίδας ωθούν τις τιμές συνεχώς προς τα πάνω. «Από την εποχή ακόμη που έσκασε η φούσκα των μετοχών υψηλής τεχνολογίας, οι επενδυτές αρέσκονται να διαφοροποιούνται από τις μετοχές και τα κυβερνητικά ομόλογα. Αυτό έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς εμπορεύσιμων στο χρηματιστήριο επενδυτικών κεφαλαίων που βασίζονται στα εμπορεύματα τα οποία έκαναν τα στοιχεία ενεργητικού προσβάσιμα σε μια πολύ μεγαλύτερη γκάμα επενδυτών. Τελευταίο παράδειγμα από την Μπάρκλεϊς Γκλόμπαλ Ινβέστορς, ένα μεγάλο διαχειριστή στοιχείων ενεργητικού, είναι ένα επενδυτικό κεφάλαιο που βασίζεται στις τιμές της ξυλείας. Η Γουόλ Στριτ οργανώνεται για να ανταποκριθεί στη ζήτηση: έρευνα συμβούλων επιλογής προσωπικού διαπίστωσε ότι τα ποσοστά πρόσληψης αντικριστών εμπορευμάτων αυξήθηκαν κατά 33% από πέρυσι», ανέφερε ο προηγούμενος Εκόνομιστ!

Το γεγονός δε ότι τώρα συγκεντρώθηκαν στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων αυτά τα ποσά εξηγείται αν δούμε την πτώση των επιτοκίων του δολαρίου τον Αύγουστο, που έκανε λιγότερο ελκυστικές τις τοποθετήσεις στο αμερικάνικο νόμισμα, την πτώση της ισοτιμίας του έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων, όπως και τις κρίσεις στην στεγαστική πίστη και την πιστωτική ασφυξία που δημιουργήθηκε στη συνέχεια. «Κερδοσκοπικό χρήμα που έρεε σε ομόλογα υψηλών αποδόσεων και δομημένη πίστη αναζητά τώρα νέα πατρίδα», έγραφε χαρακτηριστικά το βρετανικό έντυπο.

Πρώτο θύμα της κερδοσκοπίας ήταν αναμφισβήτητα ο μαύρος χρυσός. «Οι τιμές του πετρελαίου που ξεπέρασαν τα 90 δολάρια το βαρέλι την Παρασκευή είναι πιο πιθανό να φτάσουν τα 100 παρά τα 80 δολάρια τον επόμενο μήνα σύμφωνα με τον αριθμό των στοιχημάτων που έχουν παιχτεί στην προθεσμιακή αγορά του Χρηματιστηρίου Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης» έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ της Δευτέρας κάνοντας οποιοδήποτε σχόλιο για τον κυνισμό του καπιταλισμό – καζίνο απλά …περιττό και αχρείαστο! Αξίζει μόνο να πούμε ότι μια γενίκευση που θα χάραζε τη γραμμή μεταξύ αεριτζήδων τραπεζιτών από τη μια και καπιταλιστών της μεταποίησης από την άλλη είναι παραπλανητική καθώς παραβλέπει ότι σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταλλουργία για παράδειγμα όπου κυριαρχούν τρεις(!) πολυεθνικές, η χειραγώγηση των τιμών γίνεται κοινή συναινέση και κυρίως κοινή ωφελεία…

Ο ίδιος ακριβώς μηχανισμός που ωθεί τις τιμές του πετρελαίου προς τα πάνω προκαλεί τις τάσεις ανατίμησης και σε όλα τα βασικά προϊόντα. Στα είδη διατροφής όμως, και δεν μιλάμε για αστακό ή χαβιάρι, είναι που φαίνεται ο ανθρωποφαγικός χαρακτήρας του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Οι συνέπειες από την αύξηση της τιμής των τροφίμων είναι άμεσες και δραματικές. Θα τις νιώσουν πρώτ’ απ’ όλους τα 850 εκατομμύρια που επισήμως πεινούν και σιτίζονται με τα στοιχειώδη από τη διεθνή βοήθεια. Στον βαθμό όμως που η αξία της βοήθειας παραμένει λίγο – πολύ σταθερή χωρίς να ακολουθεί τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις των τροφίμων, με τα ίδια χρήματα θα αγοράζονται μικρότερες ποσότητες τροφίμων και θα σιτίζονται λιγότεροι άνθρωποι κάθε χρονιά. Ήδη τα Ηνωμένα Έθνη, που τονίζουν ότι ένας τόνος βοήθειας που ξεκίναγε πέρυσι από τις ΗΠΑ στοίχιζε 363 δολάρια και φέτος έχει πάει στα 611 δολάρια αυξήθηκε η τιμή του δηλαδή κατά 68%, έχουν περικόψει επισιτιστικά προγράμματα στην Ουγκάντα και την Καμπότζη.

Τα αποτελέσματα θα φανούν και στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό καθώς οι κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τα χρηματιστήρια παρέχουν την εύσχημο αφορμή για επιπλέον κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τη βιομηχανία τροφίμων. Γιατί όταν κατά κοινή ομολογία η τιμή του σταριού δεν αντιστοιχεί παρά στο 5% της τιμής του ψωμιού, τι άλλο από κερδοσκοπία είναι η ανακοίνωση της πολυεθνικής Ντανόν ότι θα αυξήσει τις τιμές της κατά 10%; Οι νέα αυτές τιμές που θα επιβάλλει η βιομηχανία τροφίμων θα σημάνουν την επιδείνωση των όρων διαβίωσης για εκατομμύρια εργαζόμενους στην ΕΕ που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας λόγω της παρατεταμένης λιτότητας και της ανεργίας. Στη βάση αυτών των ορατών τάσεων οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς της Τετάρτης τόνιζαν σε υπότιτλο ανάλυσής τους πως «οι ανερχόμενες τιμές μάλλον προαναγγέλλουν την πρώτη παγκόσμια έλλειψη τροφίμων από τη δεκαετία του ‘70», κι επίσης ότι «πολλές κυβερνήσεις προβληματίζονται αιφνιδίως για την ασφάλεια σε τρόφιμα και τις επιπτώσεις στην πολιτική σταθερότητα καθώς οι τιμές για πολλά είδη πρώτης ανάγκης εκτοξεύονται»!

Καθόλου τυχαία ο οξυδερκέστατος ο νομπελίστας οικονομολόγος Αμάρτυα Σεν διακρίνοντας τα ανυπέρβλητα εμπόδια που θέτει ο σημερινός τρόπος παραγωγής, τονίζει στο βιβλίο Η πείνα στην ιστορία (εκδ. Πολύτροπον, 2006) πως «η πείνα και ο λιμός πρέπει να αντιμετωπιστούν ως οικονομικά φαινόμενα υπό ευρεία έννοια – που να περιλαμβάνουν την παραγωγή, τη διανομή, και την αξιοποίηση της τροφής – και όχι σαν αντανακλάσεις των προβλημάτων της παραγωγής τροφίμων αυτής καθαυτής»!

Υπάρχουν όμως πολλά συμπεράσματα που εξάγονται από τα παραπάνω. Κατ’ αρχήν, προς διάψευση των υμνητών της ελεύθερης αγοράς, το χρηματιστήριο εμπορευμάτων δείχνει ότι η «πολύ αγορά» (δηλαδή η καθολική και αδιαμεσολάβητη κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας) δεν οδηγεί σε πτώση των τιμών, αλλά σε άνοδο. Δεν συντελεί ώστε να γίνει πιο «δημοκρατική» η χρήση του καπιταλιστικού εμπορεύματος, αλλά στη στέρησή του από την πλειοψηφία. Δεν παράγει ισότητα αλλά τεράστιες αντιθέσεις. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι πως αποδεικνύεται ότι τα τεράστια άλματα που έχει κάνει η παραγωγικότητα της εργασίας και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τις τελευταίες δεκαετίες δεν αρκούν για να ξεπεραστεί η πείνα και να δραπετεύσει ο άνθρωπος – παραγωγός του κοινωνικού πλούτου από το βασίλειο της ανάγκης και της εξαχρείωσης…