Προμηνύματα νέας οικονομικής κρίσης (Ουτοπία, Φεβρουάριος 2008)

                                                                                                                     Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να περιέλθει η αμερικανική οικονομία σε μια από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου υποδέχθηκαν το νέο χρόνο οι αρχές της χώρας.

Τα μηνύματα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται από το καλοκαίρι του 2007 με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας» που αντιμετώπισαν τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ πρωτευόντως αλλά και της ΕΕ. Οι αρρυθμίες στην αγορά κεφαλαίων εμφανίστηκαν όταν το σκάσιμο της φούσκας των δανείων χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας στην αμερικανική αγορά ακινήτων, ως αποτέλεσμα της προγενέστερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων, έφερε στην επιφάνεια έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό επέκτασης των πιστώσεων που είχαν δημιουργήσει από κοινού τράπεζες και κάθε είδους πιστωτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στη χορήγηση δανείων. Ο μηχανισμός αυτός, με τη μέθοδο της τιτλοποίησης, μετέτρεπε σε εγγυήσεις για νέα δάνεια όσα είχαν ήδη παρασχεθεί με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια φούσκα ιστορικών διαστάσεων η οποία στηριζόταν στα δάνεια που είχαν φτάσει να χορηγούν (έναντι προκαταβολής της τάξης του 5% της αξίας του ακινήτου) ακόμη και σε άπορους! Τι πιο φυσιολογικό επομένως από το να σπάσει κάποια στιγμή αυτή η φούσκα, όταν συγκεκριμένα θα ανακοπτόταν η «πλημμυρίδα καταθέσεων», με την ορολογία του διοικητή της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, που τροφοδοτούσε τη ρευστότητα.

Οι πρώτοι που ένιωσαν τις δραματικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες από την κατάρρευση της αγοράς δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης ήταν οι τράπεζες. Μέχρι την τελευταία μέρα του Ιανουαρίου οι διαγραφές χρεών που αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες ήταν κολοσσιαίες και πρωτοφανείς, αναγκάζοντας πολλές από αυτές να αναζητήσουν «λευκούς ιππότες» σε κρατικά επενδυτικά κεφάλαια αναδυόμενων καπιταλιστικών αγορών (από τη Μέση Ανατολή, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα) που θα τις γλιτώσουν από τη χρεοκοπία. Οι τράπεζες που προέβησαν σε διαγραφές χρεών από τις ΗΠΑ ήταν: Merrill Lynch (24,4 δισ. δολ.), Citigroup (18,1 δισ.), Morgan Stanley (9,4 δισ.), Bank of America (5,3 δισ.), Bear Sterns (1,9 δισ.) και Wachovia (1,5 δισ.). Εξ ίσου σημαντικές ήταν οι διαγραφές χρεών που ανακοίνωσαν και οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Συγκεκριμένα: UBS (18,4 δισ. δολ.), Credit Agricole (3,7 δισ.) HSBC (3,4 δισ.), Deutsche Bank (3,1 δισ.), Societe Generale (3 δισ.) Barclays (2,7 δισ.) και Royal Bank of Scotland (2,5 δισ.). Το τεράστιο ύψος των ποσών που διέγραψαν από τις απαιτήσεις τους μαρτυρά ότι επρόκειτο για ένα σημείο καμπής.

Το μαρτυρά άλλωστε και η ταχύτατη μετάδοση του «ιού των κακών δανείων» και στην πραγματική οικονομία, όπως έδειξε ένα πλήθος ενδείξεων: Η απότομη επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2007 κατά 0,7% (από 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο), η συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς εργασίας τον Ιανουάριο για πρώτη φορά από το 2003 και με επίκεντρο τομείς που δεν άπτονται άμεσα της κρίσης των «φθηνών δανείων» όπως οι τράπεζες, οι κατασκευές και η αγορά ακινήτων, η μείωση των αποδόσεων των μετοχών στα χρηματιστήρια όλου σχεδόν του κόσμου, η δυσμενής αναθεώρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο των προβλέψεων οικονομικής ανόδου για το 2008, που ήταν ήδη χαμηλότερες από το προηγούμενο έτος κ.ο.κ. Τέλος, ο βάσιμος και σοβαρός χαρακτήρας των ανησυχιών επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από τις αμερικανικές αρχές όταν, αφήνοντας για τους αφελείς τους όρκους πίστης στις ικανότητες που έχει το «αόρατο χέρι» της αγοράς να εξασφαλίζει την ισορροπία, προέβησαν σε δύο μέτρα: Αρχικά η κυβέρνηση Μπους, με δικομματική προφανώς συναίνεση, απελευθέρωσε ένα χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 150 δισ. δολ. (που για να αντιληφθούμε τη σοβαρότητά του χρειάζεται να πούμε ότι ανέρχεται στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ!) με τη μορφή κυρίως φοροαπαλλαγών και επενδυτικών κινήτρων προς επιχειρήσεις. Κατά δεύτερο προχώρησαν στην κάθετη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, κατά 1,25% σε 9 ημέρες φθάνοντας τα στο 3%, και διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τα κέρδη των αμερικανικών τραπεζών και φυσικά την άνοδο των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια.

Παρότι ξεφεύγει του παρόντος, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η αμερικανική οικονομία καθώς η παραπάνω (ενδεδειγμένη και προφανής για την αστική τάξη) κίνηση αντιμετώπισης της κρίσης, η μείωση των επιτοκίων, οδηγεί σε παροξυσμό το πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζει με το δολάριο. Ειδικότερα, η πτώση των επιτοκίων καθιστά όλο και λιγότερο ελκυστικό το αμερικανικό νόμισμα με αποτέλεσμα η ισοτιμία του έναντι των ανταγωνιστών του και δη του ευρώ να κατρακυλάει και στη συνέχεια να καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής η κάλυψη των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το πρόβλημα αυτό οξύνεται από την επιμονή που δείχνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κρατάει αμετακίνητα τα επιτόκια στο 4%, επικαλούμενη την αντιμετώπιση των πληθωριστικών φαινομένων με αποτέλεσμα να διευρύνεται η διαφορά μεταξύ των δύο επιτοκίων και η σύγκριση να καθίσταται εντελώς άνιση, εις βάρος του δολαρίου.

Η διαφορετική απάντηση που δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όσο κι αν υπαγορεύεται από τη σχετικά διαφορετική, μέχρι στιγμής, φάση του οικονομικού κύκλου την οποία διατρέχει η γηραιά ήπειρος σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει δώσει μια νέα και σημαντική ώθηση στη συζήτηση που διεξάγεται στα κέντρα αποφάσεων της αστικής τάξης για το ποια είναι εκείνα τα μέτρα που θα αποτρέψουν την εμφάνιση της κρίσης, φέρνοντας στην επιφάνεια τη διχογνωμία που εμφανίζεται. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αλληλοαποκλειόμενες ή ανταγωνιστικές θέσεις. Αυτό φαίνεται με μεγαλύτερη διαύγεια αν εξαλείψουμε το «θόρυβο» που δημιουργούν τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης τα οποία πρωτίστως εκδηλώνονται στη σφαίρα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων των δύο νομισμάτων. Η αμερικανική θέση συνίσταται σε τρία μέτρα: γενναία αύξηση των κρατικών δαπανών (σε μια κοινωνική κατεύθυνση φυσικά διαμετρικά αντίθετη από αυτή του εφαρμοσμένου Κεϋνσιανισμού, καθώς πλέον ωφελημένοι από την αύξηση της ενεργού ζήτησης είναι η αστική τάξη και τα υψηλά εισοδήματα και όχι οι άνεργοι και η φτωχολογιά κατά πως θα υποστήριξαν με αρθρογραφία τους οικονομολόγοι που δε συμμερίζονται την κυρίαρχη ορθοδοξία όπως ο Π. Κρούγκμαν και ο Τζ. Στίγκλιτς), ενεργοποίηση της νομισματικής πολιτικής – όσο ακόμη αυτή προσφέρεται – και επίσης όξυνση του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, με απώτερο στόχο ακόμη και την καταστροφή μη ανταγωνιστικών τμημάτων του και τη διευκόλυνση των τάσεων διεθνοποίησης του αμερικανικού κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι τις μέρες που η FED ανακοίνωνε την μια μείωση επιτοκίων μετά την άλλη και ο Λευκός Οίκος μοίραζε λεφτά στα μεσαία στρώματα και την αστική τάξη, ο Μπους προωθούσε συμφωνία απελευθέρωσης του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ από τη μια και από την άλλη της Κολομβίας, του Παναμά και της Νότιας Κορέας.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, υπό την επίκληση της αντιπληθωριστικής πολιτικής, δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία αναδιάρθρωσης των αγορών εργασίας έτσι ώστε να μειωθεί το άμεσο και έμμεσο εργατικό κόστος (καταργώντας ασφαλιστικά δικαιώματα για παράδειγμα), στις ιδιωτικοποιήσεις και στις πολιτικές βίαιης αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στο έδαφος της ευρωζώνης προς όφελος των κεφαλαίων εκείνων που διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα, με αντίτιμο την επέκταση της ανεργίας. Γι αυτό το λόγο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται βασιλικότερη του βασιλέως απέναντι στην αμερικανική κρατώντας τα επιτόκια ψηλά και εφαρμόζοντας έτσι μια περιοριστική νομισματική πολιτική που δεν ευνοεί την απρόσκοπτη και εκτατική αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Σημασία ωστόσο έχει ότι όσο επώδυνες κοινωνικά λύσεις κι αν υιοθετηθούν με σκοπό να ανακάμψει το ποσοστό κέρδους, η πτώση του οποίου αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, η αντιμετώπιση της στην καλύτερη περίπτωση θα είναι συγκυριακή ή θα αφορά τη μετάθεσή της στο μέλλον, όπως συμβαίνει κατά κόρον από το 1973 και μετά, όταν ξέσπασε για πρώτη φορά η τρέχουσα δομική κρίση. Για το παρόν μένει η αποκάλυψη των εγγενών αντιφάσεων του σημερινού, καταστρεπτικού για τις ανθρώπινες δυνατότητες, τρόπου παραγωγής και μια δυνατότητα που προσφέρεται στην Αριστερά να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, αποκαλύπτοντας τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και τη δυνατότητα του εργαζόμενου ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κεφαλαίου.

Απειλείται οικονομικό ολοκαύτωμα (Πριν, 15/12/2007)

Άνοδος τιμής πετρελαίου και πτώση του δολαρίου

ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ

 Άστραψαν και βρόντησαν οι πρόεδροι της Βενεζουέλας και του Ιράν στην τελευταία σύνοδο των ηγετών των μελών του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών εναντίον των ΗΠΑ. Αυτή τη φορά όμως κανείς, στην κυριολεξία κανείς δεν ήθελε ούτε και μπορούσε να τους κάνει να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους, καθώς η αγωνία που εξέφραζαν με αφορμή την κάθετη πτώση της διεθνούς ισοτιμίας του δολαρίου ήταν κοινή! «Δεν βλέπετε πως το δολάριο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο», ρώτησε από το βήμα ο Ούγκο Τσάβες για να συμπληρώσει: «Λόγω της υποτίμησης του αμερικανικού δολαρίου οι συναλλαγές στο πετρέλαιο θα πρέπει να διεξάγονται με τη χρήση ενός συνδυασμού άλλων ισχυρών σκληρών νομισμάτων και θα πρέπει να απαιτήσουμε από τα χρηματιστήρια πετρελαίου να αντικαταστήσουν το δολάριο με άλλα νομίσματα»! Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ήταν πιο πρακτικός ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα της συνόδου: «Όλοι οι συμμετέχοντες ηγέτες επέδειξαν ενδιαφέρον να αλλάξουν τα αποθεματικά τους σε σκληρό νόμισμα προς όφελος ενός αξιόπιστου σκληρού νομίσματος», δήλωσε με το πέρας των εργασιών, κάνοντας τους αμερικανόδουλους Σαουδάραβες να σπεύσουν πανικόβλητοι με ανακοίνωση Τύπου να διαχωριστούν, τονίζοντας ότι οι ίδιοι ουδέποτε εκδήλωσαν σχετική πρόθεση!

Τα όσα διαμείφθηκαν στον ΟΠΕΚ δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου της τρέχουσας, ιστορικών διαστάσεων οικονομικής κρίσης, όπως ήρθε στην επιφάνεια τον Αύγουστο που μας πέρασε. Η σημασία της είναι πρωτοφανής καθώς αγκαλιάζει, με θανάσιμο τρόπο, τους πιο βασικούς πυλώνες του διεθνούς οικονομικού συστήματος: Από τη δολαριακή του βάση μέχρι την ατμομηχανή του που είναι η ικανότητά του να εγγυάται την αέναη επέκταση της πίστωσης: να παράγει δηλαδή δανεικά, ώστε από τα κράτη και τις επιχειρήσεις μέχρι τα νοικοκυριά να δανείζονται με σχετικά ευνοϊκούς όρους για να καταναλώνουν διασφαλίζοντας την πραγμοποίηση της υπεραξίας. Πλέον καμία σταθερή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη καθώς μια σειρά παράγοντες φαινομενικά ανεξάρτητοι (όπως η κρίση στην αγορά στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης και η πιστωτική ασφυξία από τη μια και η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου από την άλλη) έχουν οδηγήσει στη σύμπτωση κυκλικές και δομικές αιτίες της χρόνιας κρίσης οδηγώντας την καπιταλιστική οικονομία σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο. Η μοναδικότητά του, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζεται από την πασιφανή αδυναμία όλων εκείνων των παλιών εργαλείων που έκαναν για παράδειγμα την άλυτη κρίση του ’73 να μη λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις και να αργοσέρνεται. Ότι είχαν να δώσουν αυτά τα μέσα πλέον το έδωσαν.

 Οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν προβλέπουν ότι θα ξεσπάσει ύφεση στην Αμερική, ανέφερε ο βρετανικός Εκόνομιστ πριν ένα μήνα για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί τον Μάρτιο του 2001 όταν το 95% των οικονομολόγων δήλωνε πως δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση, αλλά και το 1929 όταν οι οικονομολόγοι του Χάρβαρντ διαβεβαίωναν πως «το ενδεχόμενο κρίσης είναι πέραν όλων των πιθανών ενδεχομένων». Καλύτερα λοιπόν να δέσουμε τις ζώνες μας…

 

 Η υποτίμηση του δολαρίου αποτέλεσμα της κρίσης της αμερικάνικης ηγεμονίας

 

Στην πιο περίοπτη θέση των μέσων που αναδύθηκαν στα απόνερα της δομικής κρίσης του 1973 βρίσκεται η λεγόμενη συμφωνία Μπρέτον Γουντς ΙΙ, που ως κύριο χαρακτηριστικό της έχει ότι …ποτέ δεν συνομολογήθηκε, ούτε καν στα λόγια από όσους συμμετείχαν, αλλά επιβλήθηκε όπως περίπου η Pax Americana. Σε αντίθεση με την συμφωνία του Μπρέτον Γουντς που συμφωνήθηκε ρητά με κάθε επισημότητα και προπαρασκευή την επομένη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου προβλέποντας ένα σταθερό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών, εγγυημένο από χρυσό, με τις ΗΠΑ να λειτουργούν ως άμεσος εγγυητής του, το Μπρέτον Γουντς ΙΙ αφορά κατ’ αρχήν την σταθερή πρόσδεση πολλών εθνικών νομισμάτων αναπτυσσόμενων χωρών με το δολάριο σε ένα μάλιστα επίπεδο που μπορεί να χαρακτηριστεί υποτιμημένο γι αυτά, ώστε να διευκολύνονται οι εξαγωγές τους. Το άλλο σκέλος της ανταλλαγής περιλαμβάνει την κατάθεση στις ΗΠΑ, με τον πιο διαφορετικό και πρωτότυπο τρόπο τα τελευταία χρόνια, όλων αυτών των ρευστών διαθέσιμων έτσι ώστε να καλύπτονται τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της και να μπορεί να λειτουργεί ως εγγυητής, χωρίς φυσικά να αναλαμβάνει και δεσμεύσεις. «Από ορισμένες πλευρές το Μπρέττον Γουντς ΙΙ μοιάζει με ένα γιγαντιαίο καρτέλ που ξεπλένει χρήμα. Αγοράζεις τα προϊόντα μου και σε ανταπόδοση σου δίνω τα λεφτά πίσω υπό τη μορφή δανείων», ανέφερε αναλυτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Νοεμβρίου. Αυτό μπορούσε να το πράττει όμως όσο λειτουργούσε ένας άλλος καλολαδωμένος μηχανισμός που κράταγε το δολάριο σε μια αξιοπρεπή ισοτιμία. Βασική κινητήρια δύναμή του ήταν τα αμερικανικά επιτόκια στα οποία θα επανέλθουμε.

Ο μηχανισμός που κρατούσε το δολάριο σε μια υψηλή ισοτιμία κατέρρευσε και ως αποτέλεσμα το αμερικανικό νόμισμα έναντι ενός καλαθιού ισχυρών νομισμάτων έχει χάσει το ένα τέταρτο της αξίας του τα τελευταία πέντε χρόνια ενώ έναντι του ευρώ έφθασε να κατρακυλήσει: από 86 σεντς που ανταλλασσόταν το 2002, εδώ και λίγους μήνες διαπραγματεύεται σταθερά μεταξύ 1,4 και 1,5 δολάρια ανά ευρώ. Η πτώση του δολαρίου είχε πολλαπλές συνέπειες τόσο εντός όσο και εκτός των ΗΠΑ. Στο εξωτερικό οι συνέπειες ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το δολάριο αποτελεί το βασικότερο μέσο με το οποίο γίνονται οι διεθνείς συναλλαγές, αλλά και το βασικότερο νόμισμα στο οποίο τηρούν τα αποθεματικά τους κεντρικές τράπεζες, επενδυτές, κ.α. Στη βάση της πρώτης του λειτουργίας, ως μέσο διεκπεραίωσης των διεθνών ανταλλαγών η κάθετη πτώση της ισοτιμίας του σηματοδότησε την κάθετη πτώση των εσόδων εκείνων των κρατών που το χρησιμοποιούν ως μέσο πληρωμής. Γι αυτό φώναζαν Τσάβες και Αχμαντινετζάντ και γι αυτό οι συνδαιτυμόνες τους κατά βάση συμφωνούσαν, όσο κι αν δεν το παραδέχονταν δημόσια επειδή δε ήθελαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ. Υπό αυτό το πρίσμα η συνεχής άνοδος της τιμής του πετρελαίου είναι κατά ένα σημαντικό μέρος αποτέλεσμα της πτώσης της ισοτιμίας του δολαρίου, για να μπορέσουν οι πετρελαιοεξαγωγικές χώρες να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους, και αυτό το αποτέλεσμα στη συνέχεια γίνεται νέα αιτία πτώσης της ισοτιμίας του αμερικανικού νομίσματος για να μετριαστούν οι επιπτώσεις από την κούρσα ανόδου της τιμής του μαύρου χρυσού. Έτσι, η άνοδος από την αρχή του χρόνου της τιμής του πετρελαίου κατά 60% σε όρους δολαρίου, μεταφράζεται σε άνοδο της τάξης του 51% σε όρους βρετανικής λίρας, 46% σε όρους γιεν και 42% σε όρους ευρώ. Υπολογίζεται μάλιστα ότι η πτώση κατά μια ποσοστιαία μονάδα της ισοτιμίας του δολαρίου οδηγεί το πετρέλαιο σε μια ισόποση αύξηση. Ενώ δεν είναι τυχαίο ότι το πετρέλαιο έφθασε μια ανάσα από τα 100 δολάρια όταν η ισοτιμία του ευρώ προς το δολάριο άγγιξε για πρώτη φορά το 1,5. Αυτός ο μηχανισμός αντιστάθμισης ωστόσο δεν είναι μηδενικού αθροίσματος για τις χώρες που εξάγουν βασικά εμπορεύματα και πιο συγκεκριμένα πετρέλαιο καθώς βλέπουν τα πραγματικά τους έξοδα να υπολείπονται σταθερά αυτών που θα μπορούσαν να εισπράξουν λόγω του μέσου με το οποίο είναι αναγκασμένοι να πραγματοποιούν τις διεθνείς συναλλαγές τους. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο επιτίθενται στις ΗΠΑ χωρίς να παραγνωρίζονται τα πολιτικά κίνητρα: ότι τυχόν αντικατάσταση του δολαρίου θα έχει δραματικές συνέπειες τόσο για την  ισοτιμία του όσο και για το κύρος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο στρέφονται πολλές χώρες κατά του δολαρίου είναι ότι η σταθερή πρόσδεση της ισοτιμίας των νομισμάτων τους προς το δολάριο (όπως έχουν κάνει όλες σχεδόν οι αραβικές χώρες και δεκάδες άλλες από τον Ισημερινό μέχρι την Ουκρανία, εκχωρώντας έτσι στην αμερικάνικη κεντρική τράπεζα το προνόμιο χάραξης πολιτικής επιτοκίων) έχει μετατραπεί σε παράγοντα δημιουργίας πληθωρισμού και μύριων άλλων ανισορροπιών στο εσωτερικό τους. Στα Εμιράτα για παράδειγμα τρίζει εκ θεμελίων το θαύμα που οικοδομείται από τους δεκάδες χιλιάδες μετανάστες καθώς η συνεχής πτώση της πραγματικής αξίας των δολαριακών εμβασμάτων που στέλνουν στις οικογένειές τους στην Ινδία και το Πακιστάν έχει οδηγήσει σε απεργίες, βίαιες μορφές καταστολής και αμφισβήτηση της βιωσιμότητας ενός μοντέλου εκμετάλλευσης ξένης εργατικής δύναμης που απέδιδε επί δεκαετίες. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι οι πληθωριστικές πιέσεις που δημιουργούνται στην οικονομία τους καθώς η αμερικανική κεντρική τράπεζα μειώνει τα επιτόκια για να αποτρέψει την ύφεσή στο εσωτερικό των ΗΠΑ και αυτές οι χώρες που θα ήθελαν μια συγκρατημένη πολιτική επιτοκίων βλέπουν να ανοίγουν οι κρουνοί των χρηματοδοτήσεων, υπερθερμαίνοντας μια ήδη φλεγόμενη οικονομία. Στα Εμιράτα σήμερα συμβαίνει ότι ακριβώς είχε συμβεί στην Αργεντινή το 2001, όταν η δολαριοποιημένη οικονομία οδηγήθηκε σε κρίση λόγω μιας άσχετης πολιτικής επιτοκίων, με αντίστροφους όμως όρους: το πέσο κατέρρευσε υπό το βάρος μιας συσταλτικής νομισματικής πολιτικής όταν ενδεικνυόταν επέκταση, ενώ το ριάλ και το ντιρχάμ απειλούνται από μια εξ ίσου απρόσφορη επεκτατική πολιτική, όταν ενδείκνυται μάζεμα των λουριών. Καθόλου τυχαία λοιπόν, ακόμη και χώρες όπως το Κουβέιτ που θεωρούν αδιαμφισβήτητο τον φιλοαμερικανικό προσανατολισμό τους, εγκαταλείπουν τη μονοσήμαντη νομισματική πολιτική και στη θέση του δολαρίου συνδέουν το εθνικό τους νόμισμα με ένα καλάθι ισχυρών νομισμάτων, στα οποία απλά συμπεριλαμβάνεται και το δολάριο.

Ο τρίτος λόγο για τον οποίο ακούγεται σαν ειρωνεία η φράση «στροφή προς την ποιότητα» που παλιά σήμαινε αγορά δολαρίων είναι ότι η αποτίμηση των αποθεματικών που τηρούν σε δολάρια κατά κανόνα οι κεντρικές τράπεζες οδηγεί συνεχώς σε απώλειες. Ως αποτέλεσμα το ειδικό τους βάρος συνεχώς μειώνεται. Έτσι από 71% που ήταν οι τοποθετήσεις των κεντρικών τραπεζών σε δολάρια το 1999, σήμερα έχουν φτάσει το 64,8%. Από δω και πέρα όμως αρχίζουν τα προβλήματα καθώς οποιαδήποτε περαιτέρω απομάκρυνση από τις δολαριακές τοποθετήσεις, πολύ μάλιστα περισσότερο αν γίνει απότομα, θα σημάνει την περαιτέρω απαξίωση αυτών των τοποθετήσεων. Η μετάβαση έτσι στη νέα κατάσταση επισύρει ένα επιπλέον, διαφορετικό κόστος, το οποίο θα μεγιστοποιηθεί αν η μετάβαση γίνει απότομα. Εδώ συναντιούνται τα στενά οικονομικά συμφέροντα της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας που πουλάει δολάρια με τους ανά τον κόσμο πελάτές της οι οποίοι αγοράζουν, καθώς τους κρατάει όμηρους και είναι σαν να τους λέει «αν με κάψετε καήκατε».

Αυτή η ισορροπία ωστόσο, υπό το βάρος των υψηλών διακυβευμάτων με τα οποία είναι αντιμέτωπη η αμερικάνικη οικονομία, έχασε το σασπένς της από τη στιγμή που η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα άρχισε ξανά να μειώνει τα επιτόκια του δολαρίου και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράτησε τα επιτόκια του ευρώ στο ύψος τους προσφέροντας έτσι μια επωφελέστατη εναλλακτική λύση για τις τοποθετήσεις σε ξένο νόμισμα. Χωρίς κόστος μπορούν επομένως να εγκαταλείψουν το δολάριο οι κεντρικές τράπεζες όλου του κόσμου από τη στιγμή που ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, αποσαφήνισε ότι δεν πρόκειται να μείνει απαθής μπροστά στους κινδύνους της ύφεσης και θα μειώνει τα επιτόκια του δολαρίου, όπως ακριβώς είχε κάνει και ο προκάτοχός του Γκρίνσπαν οδηγώντάς τα από το 6,5% στο 1%!

Η διαφαινόμενη μείωση των αμερικάνικων επιτοκίων καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι η τρέχουσα πτώση του δολαρίου δεν θα είναι συγκυριακή ή κυκλική ανάλογη της πτώσης που καταγράφηκε το 1977-79, το 1985-88 και το 1993-95, για να ανακάμψει στη συνέχεια. Οι πιθανότητες να αποβεί για το δολάριο ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας τόσο καταστροφικός όσο απέβη και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος για τη βρετανική λίρα αυξάνονται αν δούμε τη σταδιακή συρρίκνωση του ειδικού βάρους της αμερικάνικης στην παγκόσμια οικονομίας και την παράλληλη άνοδο του ειδικού βάρους των αναπτυσσομένων όπως συνηθίζεται να λέγονται περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών. Η συσσώρευση στα χέρια τους τεράστιου πλούτου εξ αιτίας της ανόδου των τιμών των βασικών προϊόντων την τελευταία πενταετία έχει ενισχύσει τη θέση τους στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Η ευκολία με την οποία έσπευσαν να παίξουν το ρόλο του «λευκού ιππότη» αραβικά και ασιατικά επενδυτικά κεφάλαια σώζοντας το τελευταίο τρίμηνο από τη χρεοκοπία τραπεζικούς κολοσσούς όπως τη Citibank, τη Barclays, τη Bear Sterns, τη Merryll Lynch και την εβδομάδα που μας πέρασε την ελβετική UBS ή η είδηση ότι τα δύο τρίτα των μετοχών του χρηματιστηρίου του Λονδίνου ελέγχονται από μεσανατολικά κεφάλαια δείχνουν μια ιστορικής σημασίας αλλαγή των οικονομικών συσχετισμών.

Η φούσκα των ακινήτων απειλεί

Η ΥΦΕΣΗ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΝΟΔΟ!!!

 

Όσο όμως κι αν οι αποφάσεις για τις τοποθετήσεις νομισμάτων έγιναν ευκολότερες από την ευκαμψία που έδειξε η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα και την εμμονή των ευρωπαίων να δίνουν προτεραιότητα στις διαδικασίες εκκαθάρισης κεφαλαίου που υποκινούν τα αμετάβλητα – παρά τις διεθνείς εκκλήσεις – ψηλά επιτόκια του ευρώ, το σασπένς δεν εξαφανίστηκε. Αντίθετα έγινε μεγαλύτερο και μετατοπίστηκε, αφορώντας τα εξής: Πρώτο, τις πηγές από τις οποίες οι ΗΠΑ θα καλύπτουν τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών τους και δεύτερον, το μίγμα πολιτικής που θα εφαρμόσουν πιεζόμενοι από τη μια να μειώσουν άμεσα τα επιτόκια για να αποτραπεί η ύφεση και από την άλλη να τα αυξήσουν για να ενισχυθεί το δολάριο και να στηριχτεί το ισοζύγιο. Οι επιλογές δεν είναι άπειρες και κάθε μια έχει κόστος!

Μέχρι και πρόσφατα, στο πλαίσιο του Μπρέττον Γουντς ΙΙ που προαναφέραμε, οι ΗΠΑ ήταν η τραπεζική θυρίδα όλου του κόσμου έχοντας επινοήσει και εφαρμόσει έναν σκανδαλώδη στη σύλληψη του μηχανισμό για να μαζεύουν αυτά τα λεφτά και να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου. Στον πυρήνα του είχε τη δημιουργία χρεογράφων στη βάση υλικών περιουσιακών στοιχείων, εσχάτως και όλο και περισσότερο στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης. Έτσι με την ίδια συχνότητα που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου όλου του κόσμου κατέληγαν στις ΗΠΑ για να χρηματοδοτήσουν εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και αμέσως μετά τη φούσκα των μετοχών νέας τεχνολογίας, με την ίδια ακριβώς ταχύτητα όλη την προηγούμενη πενταετία κατέληγαν να χρηματοδοτούν την αμερικανική κτηματική αγορά. Οι χαμηλές αποδόσεις των κρατικών χρεογράφων παρέμεναν έτσι αδιάφορες μια και ο ιδιωτικός τομέας αναλάμβανε να δημιουργήσει τα κίνητρα για την προσέλευση των κεφαλαίων. Η ανοχή που επέδειχναν επομένως οι αμερικάνικες πιστωτικές αρχές στην Άγρια Δύση της κτηματικής φούσκας δεν είναι και τόσο δύσκολο να εξηγηθεί.

Το ρευστό που εισέρεε μετατρεπόταν σε δάνεια τα οποία έφθασαν να χορηγούνται χωρίς καμιά εγγύηση. Τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης  από 8,5% που ήταν στο σύνολο των κτηματικών δανείων στα τέλη του 2003 μετά από δύο χρόνια έφθασαν το 20%. Η αφειδώλευτη χορήγησή τους υποκινούσε παράλληλα έναν οικοδομικό οργασμό και μία άνοδο των τιμών των κατοικιών. Πέρυσι τέτοια εποχή, στο τέλος του 2006 δηλαδή, η αξία όλων των σπιτιών στις ΗΠΑ είχε φθάσει το 153% του αμερικανικού ΑΕΠ, για να μειωθεί στις 30 Σεπτέμβρη του 2007 στο 150% του ΑΕΠ κι αφού πρώτα στο τέλος του δεύτερου τριμήνου 2,1 εκατ. σπίτια έμεναν άδεια! Για να έχουμε και ένα μέτρο σύγκρισης για τη φούσκα των ακινήτων να αναφέρουμε ότι η φούσκα των μετοχών δεν είχε αγγίξει τέτοια ύψη, καθώς στο ανώτατο σημείο η κεφαλαιοποίησή της έφθασε το 136% του ΑΕΠ …μόνο.

Το ερώτημα που τώρα γεννιέται είναι με ποιο τρόπο θα καλύψουν άμεσα όπως απαιτείται οι αμερικάνικες αρχές το κενό που άφησε πίσω της η φούσκα των ακινήτων καθώς συνέβαλε στη χρηματοδότηση του ελλείμματος.

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Κρίση παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων

ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΖΗΜΙΕΣ

 

Η ζημιά που δημιουργήθηκε από τη φούσκα των ακινήτων ξεπερνάει κατά πολύ το πρόβλημα χρηματοδότησης του αμερικανικού ισοζυγίου γιατί πρώτον οι διαστάσεις της είναι πρωτοφανείς και παραμένουν ακόμη άγνωστες, δεύτερον, είναι πλανητική ξεπερνάει δηλαδή τα περιορισμένα σύνορα των ΗΠΑ και τρίτον έχει κάνει μετάσταση στο πιο νευραλγικό σημείο του σύγχρονου καπιταλισμού: εκεί που παράγονται οι πιστώσεις.

Η αμερικανική βιομηχανία των ακινήτων θα μείνει στην ιστορία της απάτης καθώς μετέτρεπε τα κουρελόχαρτα που υπέγραφαν ακόμη και οι άποροι για να αγοράσουν δάνεια σε εγγυήσεις τις οποίες στη συνέχεια εκχωρούσε στους δανειστές της για να παρασυρθούν μετά σε μια δίνη αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων, με αποτέλεσμα σήμερα στην κυριολεξία κανείς να μην ξέρει που ακριβώς βρίσκονται. Τα πιθανά σημεία εξαιρουμένων των γνωστών τραπεζών υπολογίζονται σε 11.000! Θα χρειαστεί να περάσουν πολλές μέρες από το νέο χρόνο για να γίνει αυτό γνωστό καθώς μία – μία οι μεγαλύτερες τράπεζες που ενεπλάκησαν θα δημοσιεύουν τους ισολογισμούς τους, εμφανίζοντας τις μαύρες τρύπες. Το σύνολο των απωλειών που αναμένεται τελικά να καταγράψουν (έχοντας συνυπολογίσει τις ζημιές ύψους 50 δισ. δολ. που έχουν μέχρι τώρα γίνει γνωστές από τις τράπεζες που προαναφέραμε) εκτιμάται ακόμη και σε 400 δισ. δολάρια, όταν το σκάσιμο της φούσκας της νέας τεχνολογίας συνοδεύτηκε από ζημιές ύψους 93 δισ. δολ. …μόνο. Πρόκειται για ποσά που εμπεριέχουν και αέρα, κυρίως όμως αποτελούν παραγωγικές δυνατότητες της κοινωνίας που θυσιάζονται στο βωμό των οπισθοδρομικών και εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής για να ξεπεραστεί η κρίση. Φαίνεται έτσι ότι η τεχνική διάχυσης κινδύνου που επιλέγηκε κατάφερε το ακατόρθωτο: να μολύνει το πιστωτικό σύστημα από την μια άκρη ως την άλλη, ελαχιστοποιώντας πάντως τις απώλειες κάθε μεμονωμένης τράπεζας. Εντυπωσιακό επίσης, πέρα από ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι η κρίση δεν περιορίστηκε μόνο στις ΗΠΑ αλλά έθιξε κολοσσούς από την Ελβετία, την Αγγλία, τη Γερμανία κ.α.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι το πρόβλημα ρευστότητας που έχει εμφανιστεί από τον Αύγουστο λόγω των βάσιμων υποψιών που έχει το κάθε πιστωτικό ίδρυμα για το άλλο πως καταγράφει απώλειες και δεν θα μπορέσει να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει όταν ζητάει δανεικά από τη διατραπεζική. Ως αποτέλεσμα η μείωση των λεγόμενων «εμπορικών γραμματίων» που παρατηρείται είναι θεαματική και άνευ προηγουμένου. «Ούτε μία φορά από το 1973 που ξεκίνησε η αμερικανική κεντρική τράπεζα να μετράει αυτά τα μεγέθη δεν μειώθηκαν με τέτοια ταχύτητα αυτές οι χρηματοδοτικές αρτηρίες», τόνιζαν οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 29 Νοέμβρη. Για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες εύρεσης ρευστού εν όψει των αυξημένων πάντα αναγκών του τέλους του έτους οι σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου (ΗΠΑ, Ευρωζώνης, Αγγλίας, Καναδά και Ελβετίας) συμφώνησαν την Τετάρτη να δημιουργήσουν ένα μηχανισμό παροχής ρευστού που θα διοχετεύει επιτόπου όσες ενέσεις ρευστού χρειάζεται η αγορά πριν οι ανάγκες προσλάβουν τη μορφή χιονοστιβάδας οδηγώντας τα επιτόκια σε τριψήφια μαυραγορίτικα επίπεδα και τις τράπεζες στη χρεοκοπία όπως συνέβη με την βρετανική Northern Rock τον Σεπτέμβριο. Τελευταία φορά που στήθηκε ανάλογος μηχανισμός άμεσης βοήθειας ήταν την 11η Σεπτέμβρη του 2001…

Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η κρίση που έχει ξεσπάσει στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία από τον Αύγουστο, με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας», ακόμη και αν δεν προσλάβει βίαιες ή εκρηκτικές μορφές το επόμενο διάστημα, όπως συνέβη για παράδειγμα το 1930 ή το 1973 και παραμείνει μια ακόμη πυορροούσα πληγή δίπλα στις πέντε έξη ακόμη που έχουν ανοίξει αυτή την τριακονταετία, σηματοδοτεί έναν μετασχηματισμό βαθιά αντιδραστικό, καταστροφικό για τις εκρηκτικά αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και αποκαλυπτικό για την αδυναμία του κεφαλαίου να συνεχίσει να διοικεί την κοινωνία.

Τζόγος με το στάρι και το γάλα (Πριν 26/10/2007)

Πείνα προκαλεί η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία

 Η διοχέτευση του αμύθητου συσσωρευμένου πλούτου στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων εκτόξευσε τις τιμές των τροφίμων

Οι κινητοποιήσεις που έγιναν στην Ιταλία πριν μερικές εβδομάδες ενάντια στην αύξηση των τιμών των ζυμαρικών αν δεν χαρακτηρίστηκαν γραφικές πέρασαν απαρατήρητες. Ωστόσο, μια σειρά από γεγονότα βεβαιώνουν ότι ζούμε το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της εποχής των άφθονων και φθηνών τροφίμων που ξεκίνησε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και από επαγγελία έγινε πράξη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπό την πίεση των νωπών ακόμη οδυνηρών εμπειριών και χάρη στη διάθεση από το κράτος τεράστιων πόρων υπό τη μορφή επιδοτήσεων. Τι άλλο σημαίνει η πρόσφατη εκτίναξη των τιμών μιας σειράς βασικών τροφίμων όπως το σιτάρι (που από τον Απρίλιο μέχρι σήμερα η τιμή του έχει διπλασιαστεί), το ρύζι (που η τιμή του από το 2000 έχει αυξηθεί κατά 50%), το γάλα, το καλαμπόκι, η σόγια, ή το (πολύ φοβικό είναι αλήθεια) καμπανάκι συναγερμού που χτυπούν μια σειρά διεθνείς οργανισμοί για την επερχόμενη «κρίση τροφίμων»!

Η τιμή δεν εκτινάχθηκε μόνο στα παραπάνω είδη αλλά σε όλα ανεξαιρέτως τα βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στα ειδικά χρηματιστήρια του Σικάγο, της Νέας Υόρκης, και αλλού όπως πετρέλαιο, χρυσός, σιδηρομεταλλεύματα, χαλκός, ψευδάργυρος, ζαχαροκάλαμο, φοινικέλαιο, ζωοτροφές και πολλά άλλα. Η άνοδος που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες ξεπερνάει κάθε πρόβλεψη. Ο δείκτης τον οποίο έχει καταρτίσει ο βρετανικός Εκόνομιστ για να παρακολουθεί την πορεία των τιμών στην αγορά εμπορευμάτων έχει διπλασιάσει την τιμή του από το 2000 μέχρι τώρα. Τον προηγούμενο μήνα, το Σεπτέμβριο, ειδικότερα, οι αποδόσεις που κατέγραψε ο σχετικός δείκτης του Ρόιτερς ήταν οι υψηλότερες από το 1975.

Τρεις είναι οι αιτίες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την – αρνητική – εξέλιξη. Ξεκινώντας από τις λιγότερες σημαντικές, ξεχωρίζει η αυξημένη ζήτηση που παρατηρείται από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας ειδικά για πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες στην ανέγερση και τη συντήρηση παραγωγικών εγκαταστάσεων, αστικών υποδομών και ιδιωτικών κατοικιών. Μια δεύτερη νεοεμφανιζόμενη αιτία (την οποία θα συναντάμε όλο και συχνότερα στο μέλλον) ακούει στο όνομα βιοκαύσιμα. Πρόκειται για τη σωστή απάντηση στο πιο λάθος ερώτημα που μπορεί να τεθεί: πως είναι δυνατό να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε ΙΧ αυτοκίνητα με την ίδια και μεγαλύτερη συχνότητα χωρίς να εκπέμπουμε αέρια που αυξάνουν τη θερμοκρασία του πλανήτη. Η δέσμευση μιας σειράς χωρών όπως των ΗΠΑ, τη Κίνας και της Ιαπωνίας, αλλά και της ΕΕ να προέρχεται από εναλλακτικές πηγές το 10% των καυσίμων που καταναλώνονται έχει οδηγήσει εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργειών σε όλο τον κόσμο να διοχετεύονται στην παραγωγή εθανόλης και άλλων βιοκαυσίμων. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα το 20% του καλαμποκιού πέρυσι έγινε εθανόλη – καλύπτοντας τη ζήτηση καυσίμων μόνο του 2% των αυτοκινήτων! Επίσης μια σειρά από χώρες πλειοδοτούν σε ανακοινώσεις για να προσφέρουν την πρώτη ύλη παραγωγής βιοκαυσίμων στην ακόρεστη αμερικανική αγορά. Η ινδική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα αφιερώσει σε αυτή την καλλιέργεια 14 εκ. εκτάρια, η Ινδονησία 26 εκ., η Βραζιλία 120 εκ., η Νότια Αφρική – που θρέφει πέρα από εκατομμύρια πεινασμένους όπως και όλες οι υπόλοιπες χώρες την ευγενική φιλοδοξία να γίνει η Μέση Ανατολή των βιοκαυσίμων – 400 εκ., κοκ.! Αυτές οι καλλιέργειες δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα περιορίσουν την παραγωγή τροφίμων που απευθύνονται στη διατροφή. Όσο κι αν πάντοτε τα τελευταία χρόνια η πείνα προερχόταν από την άνιση διανομή και όχι την ελλιπή παραγωγή τροφίμων είναι ηλίου φαεινότερο αυτή τη στιγμή ότι η ραγδαία επεκτεινόμενη βιομηχανία των βιοκαυσίμων θα επιτείνει το πρόβλημα της άνισης διανομής των τροφίμων.

Καμιά ωστόσο από τις παραπάνω αιτίες δεν θα οδηγούσε σε τέτοια ύψη την τιμή των εμπορεύσιμων προϊόντων αν όλα αυτά τα χρόνια δεν αναπτυσσόταν με επίκεντρο τα επίμαχα είδη μια πρωτοφανή χρηματιστηριακή κερδοσκοπία. Τεράστια ποσά – που υπολογίζονται σε 80 δισ. δολάρια αυτή τη στιγμή από 30 δισ. που ήταν πριν τρία χρόνια – έχουν τοποθετηθεί σε ένα ατελείωτο πλήθος επενδυτικών προϊόντων που με τη μέθοδο της πλημμυρίδας ωθούν τις τιμές συνεχώς προς τα πάνω. «Από την εποχή ακόμη που έσκασε η φούσκα των μετοχών υψηλής τεχνολογίας, οι επενδυτές αρέσκονται να διαφοροποιούνται από τις μετοχές και τα κυβερνητικά ομόλογα. Αυτό έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς εμπορεύσιμων στο χρηματιστήριο επενδυτικών κεφαλαίων που βασίζονται στα εμπορεύματα τα οποία έκαναν τα στοιχεία ενεργητικού προσβάσιμα σε μια πολύ μεγαλύτερη γκάμα επενδυτών. Τελευταίο παράδειγμα από την Μπάρκλεϊς Γκλόμπαλ Ινβέστορς, ένα μεγάλο διαχειριστή στοιχείων ενεργητικού, είναι ένα επενδυτικό κεφάλαιο που βασίζεται στις τιμές της ξυλείας. Η Γουόλ Στριτ οργανώνεται για να ανταποκριθεί στη ζήτηση: έρευνα συμβούλων επιλογής προσωπικού διαπίστωσε ότι τα ποσοστά πρόσληψης αντικριστών εμπορευμάτων αυξήθηκαν κατά 33% από πέρυσι», ανέφερε ο προηγούμενος Εκόνομιστ!

Το γεγονός δε ότι τώρα συγκεντρώθηκαν στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων αυτά τα ποσά εξηγείται αν δούμε την πτώση των επιτοκίων του δολαρίου τον Αύγουστο, που έκανε λιγότερο ελκυστικές τις τοποθετήσεις στο αμερικάνικο νόμισμα, την πτώση της ισοτιμίας του έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων, όπως και τις κρίσεις στην στεγαστική πίστη και την πιστωτική ασφυξία που δημιουργήθηκε στη συνέχεια. «Κερδοσκοπικό χρήμα που έρεε σε ομόλογα υψηλών αποδόσεων και δομημένη πίστη αναζητά τώρα νέα πατρίδα», έγραφε χαρακτηριστικά το βρετανικό έντυπο.

Πρώτο θύμα της κερδοσκοπίας ήταν αναμφισβήτητα ο μαύρος χρυσός. «Οι τιμές του πετρελαίου που ξεπέρασαν τα 90 δολάρια το βαρέλι την Παρασκευή είναι πιο πιθανό να φτάσουν τα 100 παρά τα 80 δολάρια τον επόμενο μήνα σύμφωνα με τον αριθμό των στοιχημάτων που έχουν παιχτεί στην προθεσμιακή αγορά του Χρηματιστηρίου Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης» έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ της Δευτέρας κάνοντας οποιοδήποτε σχόλιο για τον κυνισμό του καπιταλισμό – καζίνο απλά …περιττό και αχρείαστο! Αξίζει μόνο να πούμε ότι μια γενίκευση που θα χάραζε τη γραμμή μεταξύ αεριτζήδων τραπεζιτών από τη μια και καπιταλιστών της μεταποίησης από την άλλη είναι παραπλανητική καθώς παραβλέπει ότι σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταλλουργία για παράδειγμα όπου κυριαρχούν τρεις(!) πολυεθνικές, η χειραγώγηση των τιμών γίνεται κοινή συναινέση και κυρίως κοινή ωφελεία…

Ο ίδιος ακριβώς μηχανισμός που ωθεί τις τιμές του πετρελαίου προς τα πάνω προκαλεί τις τάσεις ανατίμησης και σε όλα τα βασικά προϊόντα. Στα είδη διατροφής όμως, και δεν μιλάμε για αστακό ή χαβιάρι, είναι που φαίνεται ο ανθρωποφαγικός χαρακτήρας του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Οι συνέπειες από την αύξηση της τιμής των τροφίμων είναι άμεσες και δραματικές. Θα τις νιώσουν πρώτ’ απ’ όλους τα 850 εκατομμύρια που επισήμως πεινούν και σιτίζονται με τα στοιχειώδη από τη διεθνή βοήθεια. Στον βαθμό όμως που η αξία της βοήθειας παραμένει λίγο – πολύ σταθερή χωρίς να ακολουθεί τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις των τροφίμων, με τα ίδια χρήματα θα αγοράζονται μικρότερες ποσότητες τροφίμων και θα σιτίζονται λιγότεροι άνθρωποι κάθε χρονιά. Ήδη τα Ηνωμένα Έθνη, που τονίζουν ότι ένας τόνος βοήθειας που ξεκίναγε πέρυσι από τις ΗΠΑ στοίχιζε 363 δολάρια και φέτος έχει πάει στα 611 δολάρια αυξήθηκε η τιμή του δηλαδή κατά 68%, έχουν περικόψει επισιτιστικά προγράμματα στην Ουγκάντα και την Καμπότζη.

Τα αποτελέσματα θα φανούν και στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό καθώς οι κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τα χρηματιστήρια παρέχουν την εύσχημο αφορμή για επιπλέον κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τη βιομηχανία τροφίμων. Γιατί όταν κατά κοινή ομολογία η τιμή του σταριού δεν αντιστοιχεί παρά στο 5% της τιμής του ψωμιού, τι άλλο από κερδοσκοπία είναι η ανακοίνωση της πολυεθνικής Ντανόν ότι θα αυξήσει τις τιμές της κατά 10%; Οι νέα αυτές τιμές που θα επιβάλλει η βιομηχανία τροφίμων θα σημάνουν την επιδείνωση των όρων διαβίωσης για εκατομμύρια εργαζόμενους στην ΕΕ που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας λόγω της παρατεταμένης λιτότητας και της ανεργίας. Στη βάση αυτών των ορατών τάσεων οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς της Τετάρτης τόνιζαν σε υπότιτλο ανάλυσής τους πως «οι ανερχόμενες τιμές μάλλον προαναγγέλλουν την πρώτη παγκόσμια έλλειψη τροφίμων από τη δεκαετία του ‘70», κι επίσης ότι «πολλές κυβερνήσεις προβληματίζονται αιφνιδίως για την ασφάλεια σε τρόφιμα και τις επιπτώσεις στην πολιτική σταθερότητα καθώς οι τιμές για πολλά είδη πρώτης ανάγκης εκτοξεύονται»!

Καθόλου τυχαία ο οξυδερκέστατος ο νομπελίστας οικονομολόγος Αμάρτυα Σεν διακρίνοντας τα ανυπέρβλητα εμπόδια που θέτει ο σημερινός τρόπος παραγωγής, τονίζει στο βιβλίο Η πείνα στην ιστορία (εκδ. Πολύτροπον, 2006) πως «η πείνα και ο λιμός πρέπει να αντιμετωπιστούν ως οικονομικά φαινόμενα υπό ευρεία έννοια – που να περιλαμβάνουν την παραγωγή, τη διανομή, και την αξιοποίηση της τροφής – και όχι σαν αντανακλάσεις των προβλημάτων της παραγωγής τροφίμων αυτής καθαυτής»!

Υπάρχουν όμως πολλά συμπεράσματα που εξάγονται από τα παραπάνω. Κατ’ αρχήν, προς διάψευση των υμνητών της ελεύθερης αγοράς, το χρηματιστήριο εμπορευμάτων δείχνει ότι η «πολύ αγορά» (δηλαδή η καθολική και αδιαμεσολάβητη κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας) δεν οδηγεί σε πτώση των τιμών, αλλά σε άνοδο. Δεν συντελεί ώστε να γίνει πιο «δημοκρατική» η χρήση του καπιταλιστικού εμπορεύματος, αλλά στη στέρησή του από την πλειοψηφία. Δεν παράγει ισότητα αλλά τεράστιες αντιθέσεις. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι πως αποδεικνύεται ότι τα τεράστια άλματα που έχει κάνει η παραγωγικότητα της εργασίας και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τις τελευταίες δεκαετίες δεν αρκούν για να ξεπεραστεί η πείνα και να δραπετεύσει ο άνθρωπος – παραγωγός του κοινωνικού πλούτου από το βασίλειο της ανάγκης και της εξαχρείωσης…

Πιστωτική ασφυξία (Πριν, 28/9/2007)

 Το φάντασμα της κρίσης στοιχειώνει τις αγορές

Προπομπός χειρότερων εξελίξεων η χρεοκοπία της βρετανικής κτηματικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ

Από το 1860 είχαν να επαναληφθούν σκηνές σαν κι αυτές που συνέβησαν έξω από τα υποκαταστήματα της βρετανικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ, που είναι η πέμπτη μεγαλύτερη κτηματική τράπεζα της Αγγλίας, πριν δύο εβδομάδες. Εκατοντάδες πελάτες της τράπεζας, μεσήλικες οι περισσότεροι και ευυπόληπτοι νοικοκυραίοι στεκόντουσαν στη σειρά από τα ξημερώματα στα περισσότερα υποκαταστήματα για να αποσύρουν τις καταθέσεις τους άρον – άρον! Ακόμη και η διαβεβαίωση του ίδιου του πρωθυπουργού ότι τα χρήματά τους είναι εγγυημένα και ασφαλή μέχρι την τελευταία λίρα δε στάθηκε ικανή να τους εφησυχάσει και μόνο μετά από δυο μέρες υποχώρησε ο φόβος και διαλύθηκαν οι σειρές!

Η βόμβα που έσκασε στην Αγγλία οδηγώντας στη χρεοκοπία την εν λόγω τράπεζα, το πλέον ιστορικό και αδιαμφισβήτητο λίκνο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος προκαλώντας ένα πρωτοφανές πλήγμα στο κύρος και τη φερεγγυότητα που προσφέρει, είχε οπλιστεί μήνες πριν, στην αμερικανική αγορά και ειδικότερα στον κλάδο των στεγαστικών δανείων των φτωχών: στην αγορά κτηματικών δανείων υψηλού ρίσκου. Η χρεοκοπία αρχικά δύο κερδοσκοπικών κεφαλαίων και δύο υποκαταστημάτων γερμανικών τραπεζών που είχαν επενδύσει στην εν λόγω αγορά, παρότι ήταν αναμενόμενη από καιρό, έφερε στην επιφάνεια μια τεραστίων διαστάσεων φούσκα, με τον διακριτικό τίτλο «τιτλοποίηση δανείων». Οι τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην εν λόγω αγορά χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια, παραβιάζοντας τους πιο στοιχειώδεις κανόνες διασφάλισής τους, επενδύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο κεφάλαια που εξασφάλιζαν δανειζόμενες από την αγορά. Τα κεφάλαια αυτά τα αγόραζαν εκχωρώντας στους πιστωτές τους χρέη πελατών τα οποία είχαν ήδη τιτλοποιήσει. Μεταβιβάζοντας έτσι τις μελλοντικές τους εισπράξεις έστησαν ένα μηχανισμό παραγωγής ρευστού που μεταφραζόταν σε δάνεια, ο οποίος οδήγησε πρόσκαιρα την ιδιοκατοίκηση στις ΗΠΑ σε ποσοστά ρεκόρ. Η χρεοκοπία των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων προκάλεσε μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών, οι οποίες πλέον συνειδητοποίησαν ότι το χαρτομάνι που είχαν στα θησαυροφυλάκιά τους ήταν πιθανό σε λίγο καιρό να άξιζε όσο η τιμή του χαρτιού στο οποίο είχαν εκτυπωθεί. Η πρώτη – αμυντική – κίνηση των τραπεζών ήταν να κλείσουν τις στρόφιγγες της διατραπεζικής αγοράς από την οποία βρίσκουν ρευστό οι τράπεζες για να καλύψουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους. Έτσι το επιτόκιο της διατραπεζικής (libor) ενώ υπό κανονικές συνθήκες κυμαίνεται λίγα εκατοστά της ποσοστιαίας μονάδας πάνω από τα επιτόκια που ορίζουν οι κεντρικές τράπεζες, τις κρίσιμες εκείνες ημέρες το «καπέλο» έτεινε στη μία ποσοστιαία μονάδα και τράπεζες με οριακή δυνατότητα όπως η Νόρθερν Ροκ αδυνατούσαν να επωμιστούν τους όρους δανεισμού για να καλύψουν τους πελάτες τους! Στις 9 και 10 Αυγούστου για παράδειγμα στις ΗΠΑ όπου το επίσημο επιτόκιο ήταν 5,25%, το επιτόκιο της διατραπεζικής έφθανε στο 6% και στην Ευρώπη που το επιτόκιο ήταν 4% στη διατραπεζική έφθανε το 4,7%! Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 δεν είχαν παρουσιαστεί τόσο σημαντικά προβλήματα στην αγορά του χρήματος. «Η διατραπεζική αγορά συνέχιζε να λειτουργεί!», όπως έγραφε μετ’ επιτάσεως ο βρετανικός Ομπσέρβερ, πριν καταλήξει ότι «τα διακυβεύματα συνεπώς τώρα είναι πολύ σοβαρότερα και η δική μου πρόβλεψη είναι πως έρχονται χειρότερα».

Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι η αφορμή (και τίποτε περισσότερο) για να σχηματισθούν ουρές έξω από τη Νόρθερν Ροκ στάθηκε ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας, που όταν οι συνάδελφοί του στη Νέα Υόρκη και την Φρανκφούρτη έκαναν τη μια ένεση ρευστού μετά την άλλη στη διατραπεζική αγορά, χωρίς να υπολογίζουν το κόστος, αυτός έδινε διαλέξεις στους πανικόβλητους άρχοντες του Σίτι περί laissez fair κατακεραυνώνοντας την ανάληψη υψηλών κινδύνων και επαινώντας την αξία του ανταγωνισμού και τη χρησιμότητα του δαρβινισμού. Τα εγκώμια στο νεοφιλελευθερισμό δεν άντεξαν ούτε μία ημέρα. Με παρέμβαση της Ντάουνιγκ Στριτ (για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία πόσο κενές περιεχομένου είναι οι εξαγγελίες για την ανεξαρτησία των κεντρικών πιστωτικών ιδρυμάτων) η κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας υποχρεώθηκε να καλύψει άμεσα τις ανάγκες της Νόρθερν Ροκ σε ρευστό και να αποσοβηθούν έτσι τα χειρότερα. Η οργή ωστόσο του Σίτι (για την καθυστερημένη αντίδραση της κεντρικής τράπεζας, τον διεθνή διασυρμό που υπέστη και τον πρωτοφανή κίνδυνο που αντιμετώπισε) καθώς είδε μπροστά του να ορθώνεται το φάντασμα της κρίσης του ’30 πλημμύρισε τις σελίδες των οικονομικών εντύπων και πολύ πιθανά να οδηγήσει στην αντικατάσταση του κεντρικού τραπεζίτη.

Τα χειρότερα ωστόσο δεν πέρασαν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μόλις τη Δευτέρα προειδοποίησε ότι η κρίση ενδέχεται να είναι παρατεταμένη. Ο Άλαν Γκρίνσπαν, προηγούμενος πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και πατέρας της μεγαλύτερης φούσκας των τελευταίων δεκαετιών, αυτής της Νέας Οικονομίας, δήλωσε πως αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να περάσει η κρίση στην πραγματική οικονομία. Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση στρέφεται τώρα το ενδιαφέρον. Τα μέτρα που έλαβε η αμερικανική κεντρική τράπεζα για να αποτρέψει μια ραγδαία συρρίκνωση των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας ήταν η μείωση των επιτοκίων του δολαρίου στο 4,75% από 5,25% έτσι ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας και να καταστούν ελκυστικές (συγκρινόμενες με τις αποδόσεις του δολαρίου) οι αποδόσεις των μετοχών. Η άνοδος των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια επιβεβαίωσε αυτές τις προσδοκίες για δύο όμως μόνο μέρες. Ταυτόχρονα οι κίνδυνοι που δημιουργούνται από την πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου (που απέναντι στο ευρώ καταγράφει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο) είναι πολύ πιο άμεσοι και σοβαροί. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη σφίγγα. Παρότι υπερέβαλλε αυτόν όταν έπρεπε να ρίξει μετρητό στη διατραπεζική για να ξεπεραστεί η πιστωτική ασφυξία, όπως έκαναν και οι Αμερικάνοι, η Φρανκφούρτη δε δέχθηκε να μειώσει τα επιτόκια της αρνούμενη να παραβεί τον αιώνιο όρκο πίστης στην προτεραιότητα της αντιπληθωριστικής πολιτικής. Άσκησε δηλαδή πιο άγρια νεοφιλελεύθερη πολιτική από τους Αμερικάνους, δηλώνοντας έτσι ότι η γενναιοδωρία της αφορά μόνο τους απατεώνες της κερδοσκοπίας. Φεσωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις που διψούν για φθηνό ρευστό θα συνεχίσουν να δανείζονται με αδικαιολόγητα υψηλά επιτόκια. Η πολιτική αυτή όσο κι αν φαίνεται αντιφατική επί της ουσίας είναι βαθιά συνεκτική καθώς με απόλυτη συνέπεια μεταφέρει το κόστος διαχείρισης της κρίσης στην κοινωνία.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά τα επιτόκια και τη νομισματική πολιτική που (όπως είχε φανεί και στην Ιαπωνία) ακόμη κι αρνητικά να γίνουν αν η κρίση έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά δεν επιλύεται με παρεμβάσεις στη σφαίρα της κυκλοφορίας του χρήματος. Και η κρίση που ταλανίζει τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο έχει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: είναι δομική και χρόνια. Γνήσιο τέκνο ενός εκ φύσεως ασταθούς συστήματος που παράγει κρίσεις με την ίδια φυσικότητα που διαχωρίζει την προσφορά από τη ζήτηση
η τρέχουσα κρίση έλκει την καταγωγή της από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, είναι κρίση που απορρέει από το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και σέρνεται στο χρόνο άλυτη κάνοντας τη μια μετάσταση μετά την άλλη: από την πτώση των χρηματιστηρίων του ’87 στην καθίζηση του ’91 πάλι στην Αμερική, από τις χρεοκοπίες των τίγρεων της Νοτιοανατολικής Ασίας και την κατρακύλα του ρουβλιού και του πέσο στη φούσκα του Νάσντακ, κι από κει στην κτηματική αγορά χαμηλής διαβάθμισης και την πιστωτική ασφυξία του 2007.

Οι λύσεις που δόθηκαν σε αυτές τις κρίσεις οδηγώντας σε αλλεπάλληλους μικρότερους κύκλους ανόδου και καθόδου σε αυτό το παρατεταμένο χρονικό διάστημα δεν κατάφεραν ούτε μια στιγμή να οδηγήσουν τους ουσιαστικότερους δείκτες (κερδοφορίας για παράδειγμα) στα επίπεδα που βρίσκονταν τη «χρυσή εποχή» της μεταπολεμικής ανόδου. Ως αποτέλεσμα αυτές οι λύσεις δεν απαίτησαν μόνο τεράστιο κοινωνικό κόστος αλλά αποδείχθηκαν και σισύφειες. Το οφθαλμοφανές δε γεγονός ότι όλες αυτές οι κρίσεις έχουν ως επίκεντρο τη σφαίρα των νομισμάτων, των χρηματιστηρίων και του πλασματικού κεφαλαίου δεν είναι τόσο καινοφανές όσο βιάζεται να υποδηλώσει και να δικαιολογήσει εκ των προτέρων η εκρηκτική ανάπτυξη του χρηματιστηριακού κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες – μετά την κρίση του ’70 και σαν αποτέλεσμά αυτής. Απ’ όταν γραφόταν το Κεφάλαιο το ίδιο συνέβαινε οδηγώντας τον Μαρξ να υποστηρίξει ότι η έλλειψη δανειακού χρηματικού κεφαλαίου, η χρεοκοπία των κερδοσκόπων και τα αυξανόμενα εμπόδια στην αποπληρωμή των χρεών (…καλήν ώρα) αποτελούν το αντεστραμμένο είδωλο των εμποδίων που συναντά η άνοδος της εκμετάλλευσης και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Κι ενίοτε προπομπό βαθύτερων κρίσεων.