Διαγραφή μέρους του δημόσιου χρέους της πέτυχε η Αργεντινή!

argentinaΤου Λεωνίδα Βατικιώτη

«Νέο κεφάλαιο στις διαπραγματεύσεις για το δημόσιο χρέος» άνοιξε η Αργεντινή! Με αυτό τους το σχόλιο οι Financial Times απέδωσαν με τον πιο εύστοχο και συμπυκνωμένο τρόπο το επίτευγμα της νέας κυβέρνησης της λατινοαμερικανικής χώρας. Η διαγραφή του 45% περίπου σε ένα χρέος ύψους 65 δισ. δολαρίων (με συνολικό χρέος που φτάνει τα 340 δισ. ή 90% του ΑΕΠ) δείχνει τις μεγάλες δυνατότητες διαγραφής του δημόσιου χρέους που μπορούν να εφαρμόσουν οι κυβερνήσεις σε βάρος των διεθνών πιστωτών, δημιουργώντας τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο.

Το παράδειγμα της Αργεντινής αξίζει να μελετηθεί γιατί δείχνει τι πρέπει και μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση, ακόμη κι εντός του καπιταλισμού, ακόμη και μια κυβέρνηση που δεν είναι επαναστατική, αν θέλει να διαγράψει μέρος έστω του δημόσιου χρέους της, δημιουργώντας έτσι τους αναγκαίους (αλλά προφανώς μη επαρκείς όρους) για να ασκηθεί μια φιλολαϊκή πολιτική. Η κυβέρνηση του προέδρου Φερνάντες πολύ πριν τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2019, όταν ηττήθηκε ο νεοφιλελεύθερος Μαουρίτσιο Μάκρι, είχε κάνει σαφές ότι μπροστά στο δίλημμα αν θα δοθούν χρήματα στο λαό ή τους διεθνείς πιστωτές θα προτιμήσει να στηρίξει τον λαό της Αργεντινής.

Οι υποψίες μήπως πρόκειται για μια ακόμη προεκλογική υπόσχεση που έμελλε να συντριβεί στις μυλόπετρες των πάντα …απρόβλεπτων συγκυριών διαλύθηκαν αμέσως μετά την εκλογή της κυβέρνησης. Διαλύθηκαν όχι μόνο με συνεχείς δηλώσεις αξιωματούχων κατά των διεθνών πιστωτών που ωθούσαν τις τιμές των ομολόγων στα Τάρταρα, αλλά και με έργα. Πριν ακόμη σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση και αναλάβουν οι νέοι υπουργοί, οι πρωταγωνιστές των τωρινών εξελίξεων μελέτησαν σοβαρά την πρόσφατη εμπειρία χωρών που βρέθηκαν αντιμέτωποι με διεθνείς πιστωτές, ρώτησαν κι έμαθαν, παρότι η εμπειρία της Αργεντινής με εννέα παύσεις πληρωμών – χρεοκοπίες στην ιστορία της είναι ανυπολόγιστης σημασίας. Για όποιον φυσικά δεν θεωρεί ως δικά του τα συμφέροντα της Blackrock, που στην Αργεντινή έκατσε στην άλλη μεριά του τραπεζιού και λειτούργησε ως επίσημος διαπραγματευτής απέναντι στην κυβέρνηση εκφράζοντας τους μεγάλους κατόχους ομολόγων.

Με την ίδια αποφασιστικότητα που η νέα κυβέρνηση της Αργεντινής δήλωνε αποφασισμένη να βάλει σε προτεραιότητα τα λαϊκά συμφέροντα έναντι των συμφερόντων των πιστωτών, οικοδομούσε ένα διεθνές μέτωπο υποστήριξης και αλληλεγγύης που θωράκιζε το Μπουένος Άιρες. Κορυφαία του πράξη και μορφή έκφρασης το άρθρο που υπογράψαμε 138 οικονομολόγοι απ’ όλο τον κόσμο, με το οποίο ζητούταν η ελάφρυνση του δημόσιου χρέους της Αργεντινής. Την έκκληση υπέγραφαν από Μαρξιστές, Νεοσουμπετεριανούς και άλλους ετερόδοξους οικονομολόγους μέχρι νομπελίστες και άλλους που στέκονται στο κέντρο της οικονομικής ορθοδοξίας (Ανουάρ Σαΐχ, Μαρκ Ουάισμπροτ, Τζέιμς Γκαλμπρέιθ, Τζέφρεϋ Σακς, Ντάνι Ρόντρικ, Τομά Πικετί, Μαριάνα Ματζουκάτο, κ.α.).

Κι ενώ η μια προθεσμία που έδινε στους πιστωτές για συμφωνία η κυβέρνηση της Αργεντινής μετά την άλλη αποδεικνυόταν άκαρπη, φτάνοντας στις έξι συνολικά, οι τιμές των ομολόγων κατέρρεαν φτάνοντας να διαπραγματευτούν ακόμη και κάτω από το 30% της τιμής τους, όπως φαίνεται στο συνημμένο διάγραμμα του Bloomberg. Έτσι, μετά από οκτώ μήνες διαπραγματεύσεων  και μια συνέντευξη του υπουργού Οικονομικών Μαρτίν Γκουζμάν στην κυριακάτικη εφημερίδα Pagina 12 την  προηγούμενη Κυριακή 2 Αυγούστου, όπου έστειλε το τελευταίο και οριστικό τελεσίγραφο στους πιστωτές και ανήγγειλε ότι «η ατμομηχανή της ανάπτυξης θα είναι στο εξής η εσωτερική αγορά», δηλώνοντας με αυτό τον τρόπο την προθυμία τους να αναλάβουν ξανά το κόστος αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές (ως άμεσο αποτέλεσμα του ναυαγίου των διαπραγματεύσεων και της μονομερούς στάσης πληρωμών) οι πιστωτές αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν. Τα νέα ομόλογα θα εκδοθούν στο 55% της αρχικής αξίας των παλιών! Το σημαντικότερο είναι πως αυτή η αναδιάρθρωση δεν συνοδεύτηκε από κανένα νέο όρο για την μακροοικονομική πολιτική της Αργεντινής ή την κοινωνική πολιτική και την πολιτική μισθών, όπως συνέβη για παράδειγμα στην Ελλάδα το 2012.

 

Γ620x-1ια τον πρόεδρο Φερνάντες, που έχει στο εξής να διαχειριστεί δύο καυτά μέτωπα, τα δύσκολά είναι μπροστά του. Τόσο ο νέος γύρος διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ για τους όρους αποπληρωμής του δανείου που έλαβε ο πρώην πρόεδρος Μαουρίτσιο Μάκρι όσο και η κοινωνική πολιτική του θα κρίνουν κατά πόσο θα αποδειχθούν αληθινές οι προσδοκίες που δημιούργησε. Και το χειρότερο ωστόσο σενάριο να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε τίποτε δεν μειώνει την επιτυχία που κατήγαγε η Αργεντινή εναντίον των ξένων πιστωτών.

Αξίζει ωστόσο να αναφερθεί ότι το Μπουένος Άιρες εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο τη συγκυρία της πανδημίας, θέτοντας ως επιτακτική προτεραιότητα την ανάγκη άσκησης επεκτατικής οικονομικής πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο διαπραγματεύθηκε και πέτυχε ελάφρυνση του χρέους του Ισημερινού ακόμη και ο δεξιός πρόεδρός του (και καταδότης Τζουλιάν Ασάντζ) Λένιν Μορένο, με πολύ χειρότερους όρους.

Ενώ η Αργεντινή πέτυχε έναν θρίαμβο που θα έπρεπε να αποτελεί πολύτιμο οδηγό για τις κυβερνήσεις και τους λαούς όλου του κόσμου η επιτυχία της έγινε δεκτή με ένα τείχος σιωπής από τα Μέσα Ενημέρωσης. Λες και όλες οι εφημερίδες και οι τηλεοράσεις υπάγονται ιδιοκτησιακά στο χαρτοφυλάκιο της μαφίας των επενδυτικών κεφαλαίων. Το σημερινό πέπλο σιωπής είναι περιττό να ειπωθεί ότι αντιβαίνει πλήρως με αργεντινολογία του 2014 – 2015. Στην Ελλάδα ιδιαίτερα οι περιπέτειες της Αργεντινής το 2014, όταν το κεφάλαιο Elliott Management του κερδοσκόπου Πολ Σίνγκερ προχώρησε ακόμη και σε κατασχέσεις δημόσιας περιουσίας της, προβάλλονταν εν είδει μαθήματος και απειλής για το τι μπορεί να συμβεί αν μια κυβέρνηση συγκρουστεί με τους πιστωτές. Εκ των υστέρων κρίνοντας δεν πήγαν χαμένες οι απειλές τους.

Και τώρα, που αυτή η σύγκρουση απέβη επιτυχής στην Αργεντινή και οι πιστωτές υποχώρησαν …άκρα του τάφου σιωπή.

Πρώτη δημοσίευση: Kommon, 10 Αυγούστου 2020

Απόφαση Συνόδου Κορυφής ΕΕ, 21 Ιουλίου: Ανασυγκρότηση με τα υλικά της καταστροφής, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Με ψυχρολουσία για τους ηγέτες του ευρωπαϊκού Νότου ισοδυναμούσε η απόφαση των 27 ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανακοινώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Τρίτης 21 Ιουλίου. Η απόφαση διαψεύδει τις ελπίδες που είχαν δημιουργηθεί για μια γενναιόδωρη χείρα βοηθείας που θα επούλωνε τις πληγές που άφησε η πανδημία του κορονοϊού καθώς, πρώτο, συνοδεύεται από όρους εφαρμογής αντιλαϊκών πολιτικών στο εσωτερικό της χώρας (αιρεσιμότητες) και, δεύτερο, ενισχύει την ηγεμονική θέση των βόρειων χωρών εντός της ΕΕ, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας.

Η αλήθεια είναι ότι οι τέσσερις βορειοευρωπαϊκές χώρες (Ολλανδία, Δανία, Σουηδία και Αυστρία) που πήραν τη σκυτάλη από την Γερμανία, αναλαμβάνοντας τον ρόλο που έπαιζε ο Σόιμπλε το 2015 έτσι ώστε η Μέρκελ να έχει σταθερά το ρόλο της «καλής και στοργικής μητέρας όλων των Ευρωπαίων», εξασφάλισαν το σημαντικότερο απ’ όσα ζητούσαν, την ύπαρξη αιρεσιμοτήτων, απαιτώντας απλώς και μόνο να ισχύσουν απαρέγκλιτα οι κανόνες λειτουργίας της ΕΕ. Στο άρθρο Α19 της απόφασης (σελίδα 6) ορίζεται με σαφήνεια: «Τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας θα πρέπει να αξιολογηθούν από την Επιτροπή εντός δύο μηνών από την υποβολή τους. Τα κριτήρια της συνεκτικότητας με τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις… θα πρέπει να λαμβάνουν την υψηλότερη βαθμολογία στην αξιολόγηση».

Το κατ’ εξοχήν επομένως κριτήριο αξιολόγησης των προγραμμάτων ανάκαμψης θα είναι η συνάφεια του με τις Ειδικές ανά Χώρα Συστάσεις. Πρόκειται για μια δέσμη υποδείξεων άσκησης οικονομικής πολιτικής, που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Η Ελλάδα λόγω Μνημονίων, που τυπικά έληξαν τον Αύγουστο του 2018, άργησε να ενταχθεί στη σχετική διαδικασία, που εν ολίγοις ισοδυναμεί με στενή παρακολούθηση των κρατικών προϋπολογισμών των κρατών μελών, σε βαθμό ακόμη κι ενεργούς εμπλοκής της Επιτροπής στη χάραξη μακροοικονομικής πολιτικής σε κάθε κράτος μέλος. Αφορώντας δε όλα τα κράτη μέλη κι όχι μόνο όσα προσέφυγαν για διακρατικό ή θεσμικό (επίσημο) δανεισμό δεν συμπίπτει με το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας στο οποίο έχουν περιέλθει Ελλάδα, Κύπρος, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι Συστάσεις που εκδόθηκαν από την Επιτροπή τον Μάιο του 2020 περιλάμβαναν για δεύτερη φορά την Ελλάδα. Προβλέπουν τέσσερις οδηγίες προς την κυβέρνηση, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι ανούσιες γενικολογίες, όπως για παράδειγμα «να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας». Περιλαμβάνονται ωστόσο στις Συστάσεις και συγκεκριμένες κατευθύνσεις, η υλοποίηση των οποίων θα κρίνει την εκταμίευση των κονδυλίων του Κεφαλαίου Ανάκαμψης. Αναφέρουν συγκεκριμένα οι Συστάσεις: «εφαρμογή μέτρων όπως τα καθεστώτα μειωμένου ωραρίου εργασίας» (δεύτερη σύσταση), «να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τις προγραμματικές δεσμεύσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο της Ευρωομάδας στις 22 Ιουνίου 2018». Η σημασία που αποδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην απόφαση του Γιούρογκρουπ του Ιουνίου 2018 (τις οποίες υπέγραψε ο ΣΥΡΙΖΑ, για να μην ξεχνιόμαστε) φαίνεται κι από το γεγονός ότι η δέσμευση απέναντι στις ίδιες αποφάσεις του Γιούρογκρουπ του Ιουνίου του 2018 περιλαμβάνεται και στις Ειδικές Συστάσεις ανά Χώρα του 2019.

Ας θυμηθούμε τι υπέγραψε προ διετίας ο ΣΥΡΙΖΑ για να ξέρουμε από τι θα εξαρτηθεί η εκταμίευση των κονδυλίων του Κεφαλαίου Ανάκαμψης. Εν συντομία, δημοσιονομικά πλεονάσματα ύψους 3,5% μέχρι το 2022 και 2,2% από το 2023 ως το 2060, τμηματική επιστροφή των κερδών των ελληνικών ομολόγων (SMP, ANFA) υπό τον όρο προώθησης των μεταρρυθμίσεων και κατόπιν έγκρισης από το Γιούρογκρουπ, υπαγωγή της Ελλάδας στο Μηχανισμό Ενισχυμένης Εποπτείας και ασυλία τόσο των στελεχών του ΤΑΙΠΕΔ που διώκονται για απάτη, όσο και του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, Γ. Γεωργίου, για την παραποίηση των στοιχείων του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος ώστε να μπει η Ελλάδα στα μνημόνια (περισσότερα εδώ), κ.α.. Αυτά όλα, που υπογράφηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ, θέλει να διαφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κι από την υλοποίησή τους θα εξαρτηθεί η εκταμίευση των ποσών του Κεφαλαίου Ανάκαμψης!

Κατά συνέπεια, οι αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων ότι η εκταμίευση των νέων κονδυλίων δεν συνοδεύεται από αιρεσιμότητες, είναι στάχτη στα μάτια του ελληνικού λαού. Τα κεφάλαια θα εισρέουν όσο θα αυξάνονται οι εργαζόμενοι που θα εντάσσονται στο καθεστώς μειωμένου χρόνου εργασίας! Προϋπόθεση επομένως για να έρθουν τα κεφάλαια είναι η φτωχοποίηση των εργαζομένων και η ελαστικοποίηση της εργασίας! Ποτέ άλλοτε η ΕΕ δεν συνάρτησε την εκταμίευση τόσων δισ. με την άμεση εξαθλίωση τόσων εκατομμυρίων εργαζομένων!

Εξ ίσου σοβαρό είναι ότι και τα κονδύλια που αποφασίστηκαν υπολείπονται σημαντικά του αρχικού σχεδιασμού κι ας έμεινε αμείωτη η συνολική αξία του Κεφαλαίου Ανάκαμψης στα 750 δισ. ευρώ. Η επιμονή των βορειοευρωπαϊκών χωρών να μειωθεί το μέρος των επιχορηγήσεων και να αυξηθεί το τμήμα των δανείων είχε ως αποτέλεσμα έναν εντελώς απρόβλεπτο ακρωτηριασμό δαπανών που θα ωφελούσαν την ευρωπαϊκή κοινωνία. Για παράδειγμα το πρόγραμμα EU4Health αρχικού προϋπολογισμού 7,7 δισ. ευρώ ακυρώθηκε εντελώς, η ενίσχυση της έρευνας στο πλαίσιο του προγράμματος Ορίζοντας 2020 από 13,5 δισ. ευρώ θα λάβει τελικά 5 δισ., το επενδυτικό πρόγραμμα InvestEU από 30,3 δισ. ευρώ θα λάβει μόλις 5,6 δισ., το πρόγραμμα ενίσχυσης της υπαίθρου Rural Development από 15 δισ. μειώθηκε στα 7,5 δισ., ενώ το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης που θα ενισχυόταν με 30 δισ. ευρώ τελικά θα λάβει μόνο 10 δισ. Άραγε θα ακυρωθεί και το πλάνο της απολιγνιτοποίησης από την κυβέρνηση της ΝΔ ή μήπως θα επεκταθεί σε τριπλάσιο χρόνο μετά την μείωση των κονδυλίων κατά δύο τρίτα;

Ωστόσο, η μεγαλύτερη ακύρωση των διθυράμβων προήλθε από την αλλαγή της σχέσης επιχορηγήσεων – δανείων. Το αρχικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προέβλεπε ότι από τα 750 δισ. ευρώ τα 500 θα ήταν επιχορηγήσεις και τα 250 δάνεια. Μετά από απαίτηση των πλούσιων, βόρειων χωρών υπό την μορφή των χορηγήσεων θα δοθούν 390 δισ. ευρώ και υπό μορφή δανείων τα υπόλοιπα 360 δισ. ευρώ. Ο εκβιασμός τους όχι απλώς πέτυχε, αλλά είχε ως αποτέλεσμα να φύγουν από την τετραήμερη σύνοδο και με λεφτά στην …τσέπη. Ειδικότερα συμφωνήθηκε οι τέσσερις χώρες που αποτέλεσαν τον νεοφιλελεύθερο πολιορκητικό κριό επιβάλλοντας την μονεταριστική ορθότητα να ωφεληθούν με 7,5 σχεδόν δισ. ευρώ, υπό την μορφή επιστροφών. Συγκεκριμένα θα λάβουν: Γερμανία (3,671 δισ.), Ολλανδία (1,921 δισ.), Σουηδία (1,069 δισ.) Αυστρία (565 εκ.) και Δανία (377 εκ. ευρώ). Τα ποσά αυτά ωστόσο, που μάλλον δόθηκαν εν είδει ανταλλάγματος για να αποδεχθούν έστω αυτό τον συμβιβασμό, ανατρέπουν επί τα χείρω την σχέση Βορράς Νότου στην ΕΕ, ενισχύοντας την θέση των ανεπτυγμένων πλούσιων χωρών, που έχουν ωφεληθεί το μέγιστο μέχρι στιγμής από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.  Ενδεικτική είναι η σύγκριση μεταξύ της οικονομίας της Ολλανδίας και της Ιταλίας, με την πρώτη από το έτος ένταξης στο ευρώ να έχει μεγεθυνθεί πάνω από 30% και την δεύτερη λιγότερο από 3%. Προφανώς, αν δεν υπήρχε το κοινό νόμισμα ούτε η Ολλανδία θα είχε καταγάγει τέτοιο θρίαμβο, ούτε η Ιταλία τέτοια βουτιά…

Έχοντας ως προϋπόθεση την εντατικότερη εφαρμογή της ακολουθούμενης πολιτικής, τόσο τα κονδύλια του Κεφαλαίου Ανάκαμψης συνολικής αξίας 750 δισ. ευρώ (από τα οποία στην Ελλάδα αντιστοιχούν έως 32 δισ. ευρώ) όσο και τα κονδύλια του κοινοτικού προϋπολογισμού για την περίοδο 2021-2027, συνολικής αξίας 1,074 τρισ. ευρώ, είναι αυταπάτη να αναμένεται κάποια βελτίωση της θέσης των εργαζομένων εξ αιτίας αυτών των χρηματοδοτήσεων.

Το μοναδικό αποτέλεσμα αυτού του πακτωλού χρημάτων θα είναι η βελτίωση της θέσης του κεφαλαίου έναντι της εργασίας και φυσικά των βόρειων χωρών και του κεφαλαίου τους έναντι του Νότου και των εργαζομένων τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αυξήσεις που ανακοίνωσε ο Κ. Χατζηδάκης από το βήμα της Βουλής στις επιδοτήσεις για αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου, σκούτερ και ποδηλάτου και η αύξηση του ανώτατου ποσού επιδότησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιστρέφουν στη Γερμανία και στις άλλες χώρες παραγωγούς και εξαγωγείς ηλεκτρικών αυτοκινήτων τα ποσά που εγκρίνουν για ενίσχυση της …Ελλάδας. Στην Ελλάδα μένει η αύξηση του στόλου των αυτοκινήτων που αποτελεί κορυφαία πράξη επιβάρυνσης του περιβάλλοντος, η άνοδος του εμπορικού ελλείμματος και η συρρίκνωση του οικογενειακού εισοδήματος που θα πηγαίνει σε δόσεις για την αποπληρωμή του νέου αυτοκινήτου. Όλα αυτά φυσικά θα επισκιαστούν μπροστά στον παραπλανητικό στόχο που προβάλει η κυβέρνηση να κατευθυνθεί στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής το 30% των κονδυλίων…

Μια ένδειξη των αλλαγών που κυοφορούνται στην Ελλάδα με αφορμή τις αναμενόμενες χρηματοδοτήσεις ήλθε από το πόρισμα της Επιτροπής Πισσαρίδη. Οι προτάσεις της θα μπορούσαν κάλλιστα να αφορούν δεκάδες άλλες χώρες του κόσμου. Είναι είτε ευσεβείς πόθοι (άνοδος επενδύσεων και εξαγωγών) ή παραγγελία του ΣΕΒ (εισαγωγή κεφαλαιοποιητικού συστήματος στον δεύτερο πυλώνα κοινωνικής ασφάλισης, αύξηση μεγέθους ελληνικών επιχειρήσεων). Σε κάθε περίπτωση το πόρισμα Πισσαρίδη που ομνύει στο άνοιγμα της αγοράς και την φιλελευθεροποίηση της οικονομίας θα αποτελέσει αιτία οικονομικής στασιμότητας και κοινωνικής καθυστέρησης. Άλλωστε, αν η απελευθέρωση των επαγγελμάτων και η φιλελευθεροποίηση της αγοράς αποτελούσαν μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας, η Ελλάδα δεν θα έχανε το 26,4% του ΑΕΠ τους μετά την εφαρμογή των υπερφιλελεύθερων μέτρων των μνημονίων, την προηγούμενη δεκαετία…

Δεν μπορεί, δεν πληρώνει η Αργεντινή!

Ιστορική σημασίας είναι η μάχη που δίνει η Αργεντινή να διαγράψει μέρος του δημοσίου χρέους της. Η σύγκρουση κορυφώθηκε την Παρασκευή 22 Μαΐου, όταν έληγαν υποχρεώσεις της Αργεντινής ύψους 500 εκ. δολ. κι η κυβέρνηση της χώρας αρνήθηκε να τις εξυπηρετήσει, όπως είχε προαναγγείλει ότι θα πράξει. Η αντίδραση των αγορών συμπυκνώθηκε στην ανακοίνωση των οίκων αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Fitch και Standard and Poor’s την Τρίτη 26 Μαΐου που υποβάθμισαν το χρέος της Αργεντινής σε D (Default) που ισοδυναμεί με χρεοκοπία και RD (Restricted Default) που ισοδυναμεί με επιλεκτική χρεοκοπία, αντίστοιχα. Στο ίδιο καθεστώς της επιλεκτικής χρεοκοπίας είχε τοποθετηθεί κι η Ελλάδα προ δεκαετίας όταν (σε συμφωνία με τους πιστωτές) προχώρησε στην μη πληρωμή ορισμένων ομολόγων.

Η σύγκρουση ωστόσο που διεξάγεται στην Αργεντινή είναι τελείως διαφορετική γιατί η μερική αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της (συγκεκριμένα 65 δισ. δολ. σε ένα σύνολο 324 δισ. δολ. που αντιστοιχεί στο 90% του ΑΕΠ της) εξελίσσεται σε σύγκρουση με τους διεθνείς πιστωτές της. Η πρόταση της Αργεντινής αφορούσε μεταξύ άλλων 3ετή περίοδο χάριτος στην αποπληρωμή, μετάθεση των αποπληρωμών μετά το 2030, 5,5% μείωση στο κεφάλαιο και 62% μείωση στα επιτόκια (από 7% στο 2,3%). Η συγκεκριμένη πρόταση έγινε δεκτή από ένα ασυνήθιστα ευρύ φάσμα προσωπικοτήτων που ξεκινούσε από τον Πάπα Φραγκίσκο και την υποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών αμερικανίδα Ελίζαμπεθ Γουόρεν κι έφτανε σε δεκάδες οικονομολόγους απ’ όλον τον κόσμο (εδώ η ανοιχτή επιστολή τους) όπου συμπεριλαμβάνονταν Νομπελίστες, κορυφαίοι μαρξιστές, κ.α. Η συσπείρωση που πέτυχε η Αργεντινή δείχνει πόσο ώριμο είναι σήμερα το αίτημα της διαγραφής μέρους του χρέους, ακόμη και σε αστικούς κύκλους.

Το αιτιολογικό εκ μέρους της (περονιστικής πολιτικής παράδοσης) κυβέρνησης της Αργεντινής ήταν απίστευτα προφανές: Προτεραιότητα έχουν οι κοινωνικές ανάγκες των 45 εκ. Αργεντίνων (το 35% εκ των οποίων ζει στη φτώχεια, που μεταξύ των παιδιών ξεπερνάει το 52%) κι όχι οι διεθνείς πιστωτές! Σε άρθρο γνώμης που έγραψε ο υπουργός Οικονομικών, Μάρτιν Γκούζμαν, στους Financial Times τόνισε ότι «στο νέο κόσμο του covid-19 δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να δαπανούμε το 20% των δημοσίων δαπανών μας ή και περισσότερα για πληρωμές χρέους – όπως ορισμένοι πιστωτές έχουν στην πράξη ζητήσει. Είναι απλώς αδύνατο». Η κυβέρνηση του Αλμπέρτο Φερνάντες μάλιστα για να δείξει πώς εννοεί ότι λέει και να χτίσει τις αναγκαίες κοινωνικές συμμαχίες εντός, ανακοίνωσε αυξήσεις στις συντάξεις κατά 6,12% από την 1η Ιουνίου. Πρόκειται για αύξηση που θα ωφελήσει 16 εκ. συνταξιούχους ή το 80% του συνόλου ενώ ξεπερνά κατά πολύ τον πληθωρισμό! Κινείται μάλιστα στον αντίποδα της νέας παγκόσμιας οικονομικής ορθοδοξίας, που υποτίθεται ελέω covid-19, προτάσσει παντού μειώσεις μισθών και συντάξεων και επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Η Αργεντινή για μια ακόμη φορά κάνει τη διαφορά…

Τι ακριβώς θα γίνει στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που είναι σε εξέλιξη και αναμένεται να τερματιστούν στις 2 Ιουνίου παραμένει ακόμη άγνωστο. Ενδιαφέρον έχει ωστόσο ότι η Αργεντινή επικαλείται εναντίον των διεθνών πιστωτών ακόμη και το ΔΝΤ. Ειδικότερα ο διεθνής οργανισμός, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο μπροστά από το βήμα που έκανε με αφορμή το ελληνικό χρέος όταν μετά από πολλά αποδέχτηκε την ανάγκη ελάφρυνσής του (υπό τον όρο να μην θιγεί ούτε ένα δολάριο από το δικό του μέρος), σε ανακοίνωση που εξέδωσε τον Φεβρουάριο του 2020 αναγνώριζε ότι το χρέος της Αργεντινής δεν είναι πλέον βιώσιμο. Συγκεκριμένα, επειδή το πέσο έχει υποτιμηθεί κατά 40%, τα σπρεντ έχουν αυξηθεί κατά 1.100 μονάδες βάσης, τα διεθνή συναλλαγματικά αποθέματα έχουν μειωθεί κατά 20 δις. δολ., το πραγματικό ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί περισσότερο απ’ όσο εκτιμούταν και το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 90% του ΑΕΠ (13% πάνω από τις προβλέψεις) προέκρινε μια επέμβαση στο χρέος, επιμένοντας φυσικά ότι θα πρέπει να γίνει από κοινού με τους πιστωτές. Παρότρυνση που η κάθε πλευρά στη πορεία ερμήνευσε με το δικό της τρόπο.

Η στάση του ΔΝΤ δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τις τεράστιες ευθύνες που φέρει για την υπερχρέωση της Αργεντινής, μετά την δανειοδότηση του προηγούμενου νεοφιλελεύθερου προέδρου της χώρας Μαουρίτσιο Μάκρι με δύο δάνεια ύψους 57 δισ. δολ. το 2018. Μέρος δε εξ αυτών χρησιμοποιήθηκαν για την προεκλογική εκστρατεία του πρώην προέδρου, όπως μου έδειξαν με αδιάσειστα στοιχεία Αργεντίνοι κατά την επίσκεψή μου στη χώρα το Νοέμβριο (εδώ το σχετικό ρεπορτάζ)! Πώς μετά να μην δώσει το ΔΝΤ το πράσινο φως έστω και με κρύα καρδιά για την αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους…

Η έκβαση των διαπραγματεύσεων του υπουργού Οικονομικών Μαρτίν Γκούζμαν με τους ιδιώτες πιστωτές θα έχει ιστορική σημασία επειδή δεν αφορά μόνο την Αργεντινή. Εδώ και ένα τουλάχιστον χρόνο είναι σε εξέλιξη μια αργή πορεία δημοσιονομικού εκτροχιασμού όλων των αναδυομένων αγορών, εξ αιτίας της φυγής κεφαλαίων από την περιφέρεια του καπιταλισμού προς τις μητροπόλεις. Το χρέος τους που αυξάνεται απειλητικά κάθε μήνα ανέρχεται πλέον σε 2,5 τρισ. δολ. Οι διεθνείς πιστωτές, που στην περίπτωση της Αργεντινής έχουν διασπαστεί, αν αποδεχτούν τα αιτήματα των Περονιστών ξέρουν ότι σύντομα θα ακολουθήσουν δεκάδες άλλες χώρες κυρίως της Αφρικής και της Ασίας. Γι’ αυτό και προχώρησαν στην κήρυξη της Αργεντινής σε χρεοκοπία παρότι το κόστος από την αναδιάρθρωση απέχει ελάχιστα από την αποτίμηση της αγοράς ενώ κι η ίδια η χρεοκοπία επισείει για τους πιστωτές επιπλέον κόστη. Μεταξύ άλλων το δεδικασμένο μιας κατά πάντων κήρυξης στάσης πληρωμών που θα λειτουργούσε παραλυτικά για τις αγορές…

Η στάση της Αργεντινής δείχνει ότι το αίτημα της διαγραφής μέρους έστω του δημόσιου χρέους επανέρχεται! Η έκρηξη του δημόσιου χρέους λόγω της μεγάλης ύφεσης και των έκτακτων δαπανών για την αντιμετώπιση της πανδημίας επιβάλει νέες πρωτοβουλίες ενάντια στους πιστωτές, με στόχο να βρεθούν πόροι για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και τη χορήγηση αυξήσεων. Κι αν αυτό είναι εμφανές και αυταπόδεικτο στην Αργεντινή όπου το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 90% του ΑΕΠ και η ύφεση στο 5,7%, τι είναι στην Ελλάδα όπου το δημόσιο χρέος θα φτάσει το 200% του ΑΕΠ και η ύφεση το 10%;

Κρίσιμη η αναδιάρθρωση του χρέους της Αργεντινής προς τους ιδιώτες

Πηγή: Project Syndicate, 6 Μαΐου 2020

Μετάφραση: Λ.Β.

Joseph E. Stiglitz, Edmund S. Phelps, Carmen M. Reinhart

Ζητείται από τους πιστωτές της Αργεντινής να δεχθούν μια πρόταση που θα μειώσει τη ροή των εσόδων τους αλλά θα τις κάνει βιώσιμες. Μια υπεύθυνη απόφαση θα δημιουργήσει ένα θετικό προηγούμενο, όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως όλον.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – Η πανδημία του Covid-19 έχει ωθήσει την ανθρωπότητα προς τη χειρότερη παγκόσμια ύφεση της σύγχρονης εποχής. Η πίεση στα δημόσια οικονομικά έχει γίνει τεράστια, ειδικότερα προς τις αναπτυσσόμενες χώρες που ήταν ήδη ιδιαίτερα υπερχρεωμένες.

Η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ξεκινήσει διάφορες πρωτοβουλίες για να ελαφρύνουν την επιβάρυνση του δημόσιου χρέους σε αυτή την εξαιρετική κατάσταση. Ως πρώτο βήμα, οι χώρες του G20 συμφώνησαν να προσφέρουν ένα μορατόριουμ για το επίσημο διμερές χρέος των 76 φτωχότερων οικονομιών του κόσμου.

Αυτή η στιγμή θέτει το ύστατο τεστ για τη διεθνή οικονομική αρχιτεκτονική. Η «βιωσιμότητα» είναι ένας όρος συνεχώς παρών στα παγκόσμια χρηματοοικονομικά και τις επενδύσεις, κι αυτό για καλό λόγο. Η αρχή που ενσωματώνει – όπως στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ – αναφέρεται στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Κι αυτές οι αρχές ταιριάζουν απόλυτα όταν ερχόμαστε στο δημόσιο χρέος των αγωνιζόμενων αναπτυσσόμενων χωρών.

Στον αντίποδα αυτού του σκηνικού παγκόσμιας έκτακτης ανάγκης, η Αργεντινή βρίσκεται στην πιο κρίσιμη στιγμή της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της με έναν δημιουργικό τρόπο, με καλή πίστη και με την υποστήριξη όλων των εγχώριων πολιτικών ομάδων. Από το 2016, όταν η χώρα απέκτησε ξανά πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, οι πιστωτές του εξωτερικού έπαιξαν ένα στοίχημα συγκεντρώνοντας χρέος με μεγάλα κουπόνια, συμβατό όμως μόνο με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά μεγέθυνσης που δεν επιτεύχθηκαν. Τον Φεβρουάριο, πριν η κρίση του COVID-19 οξυνθεί, το ΔΝΤ κατέληξε ότι το δημόσιο χρέος της Αργεντινής είναι «μη βιώσιμο». Υπάρχει συναίνεση ότι το χρέος είναι αβάσταχτο, με τις πληρωμές τόκων να έχουν διπλασιαστεί ως μερίδιο των δημοσίων εσόδων. Για να το πούμε ωμά, το κόστος αναχρηματοδότησης έχει γίνει υπερβολικά υψηλό.

Μια επαναδιαπραγμάτευση απαιτεί την δέσμευση όλων των μερών. Η Αργεντινή έχει παρουσιάσει στους ιδιώτες πιστωτές της μια υπεύθυνη προσφορά που εκφράζει επαρκώς την ικανότητα πληρωμών της χώρας: μια τριετή περίοδο χάριτος με μια ελάχιστη μείωση στο κεφάλαιο και μια σημαντική μείωση στο επιτόκιο. Η πρόταση συμβαδίζει με την τεχνική ανάλυση του ΔΝΤ, που αναφέρει ότι θα απαιτηθεί μια ουσιαστική ελάφρυνση χρέους από τους ιδιώτες πιστωτές της Αργεντινής για να ανακτηθεί, με υψηλή πιθανότητα, η βιωσιμότητα του χρέους.

Η ελάφρυνση του χρέους είναι ο μόνος δρόμος να πολεμήσουμε την πανδημία και να θέσουμε την οικονομία σε μια βιώσιμη τροχιά. Πριν τη κρίση, η Παγκόσμια τράπεζα εκτιμούσε ότι η αστική φτώχεια στην Αργεντινή βρισκόταν στο 35,5% και η παιδική φτώχεια στο 52,3%. Τα Ηνωμένα Έθνη τώρα θεωρούν την επίπτωση του σοκ στη χώρα ως μία από τις χειρότερες στην περιοχή, με το ΔΝΤ να προβλέπει συρρίκνωση 5,7% του ΑΕΠ το 2020.

Από τους πιστωτές ζητείται η περικοπή της ροής των εσόδων τους, ενώ θα λάβουν εύλογα επιτόκια στο μέλλον. Η Αργεντινή έχει επιβεβαιώσει τη βούλησή της να εξυπηρετήσει το αναδιαρθρωμένο χρέος, ακριβώς επειδή θα γίνει εφικτό με τα νέα, προτεινόμενα επιτόκια. Μόνο μια οικονομία που μεγεθύνεται βιώσιμα μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της δεσμεύσεις διαχρονικά.

Η διαφορά στην αντιμετώπιση κεφαλαίου και τόκων είναι σχεδιασμένη με ακρίβεια για να ανακουφίσει το βάρος από την εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ η χώρα πολεμάει τον Covid-19 κι εργάζεται να επαναφέρει την μεγέθυνση. Επίσης, η μείωση του μέσου κουπονιού στα ομόλογα που προσφέρει η Αργεντινή (από το τρέχων μέσο όρο του 7% στο 2,3%) είναι εύλογη, δεδομένου του τρέχοντος παγκόσμιου περιβάλλοντος στα επιτόκια.

Σε αυτή την εξαιρετική στιγμή, η πρόταση της Αργεντινής παρουσιάζει επίσης μια ευκαιρία για τη διεθνή χρηματοοικονομική κοινότητα να δείξει ότι μπορεί να επιλύσει μια κρίση δημόσιου χρέους με έναν διατεταγμένο, αποτελεσματικό και βιώσιμο τρόπο. Η απουσία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δε θα πρέπει να στερήσει υπερχρεωμένες χώρες από τη δυνατότητα να προστατεύσουν το λαό τους και να επιφέρουν οικονομική ανάκαμψη κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που θυμόμαστε.

Πιστεύουμε ότι μια βιώσιμη συμφωνία ωφελεί και τις δύο πλευρές: μια οικονομία 45 εκ. ανθρώπων που αγωνίζεται και τους ίδιους τους πιστωτές. Τώρα είναι η ώρα για τους ιδιώτες πιστωτές να δράσουν με καλή πίστη. Μια υπεύθυνη απόφαση θα δημιουργήσει ένα θετικό προηγούμενο, όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως όλον.

Αυτό το σχόλιο συνυπογράφεται επίσης από τους εξής:                     

Jeffrey D. Sachs, Columbia University, 

Dani Rodrik, Harvard Kennedy School, 

Thomas Piketty, School for Advanced Studies in the Social Sciences, 

Mariana Mazzucato, University College London, 

Kenneth Rogoff, former IMF chief economist and Harvard University, 

Brad Setser, Council on Foreign Relations, 

Ricardo Hausmann, former IADB Chief Economist and Harvard Kennedy School, 

Carlos Ominami, former Economy Minister, Chile, 

Yu Yongding, former member of the Monetary Policy Committee, People’s Bank of China,

Erik Berglof, former EBRD chief economist and London School of Economics, 

Nora Lustig, Tulane University, 

Nelson Barbosa, former Minister of Finance and Planning,

Justin Yifu Lin, former World Bank chief economist and Peking University, 

Partha Dasgupta, University of Cambridge, 

Kevin P. Gallagher, Boston University, 

Stephany Griffith-Jones, Columbia University, 

Stephanie Blankenburg, UNCTAD,

Richard Kozul-Wright, UNCTAD, 

Ricardo French Davis, University of Chile, 

James K. Galbraith, University of Texas, 

Jean-Paul Fitoussi, Sciences Po, 

Amar Bhattacharya, Brookings Institution, 

Robert Boyer, National Scientific Research Council, 

Robert Pollin, University of Massachusetts-Amherst, 

Robert Howse, NYU Law, 

Giovanni Dosi, Scuola Superiore Sant’Anna, 

Juan Carlos Moreno Brid, National Autonomous University of Mexico, 

Josh Bivens, Economic Policy Institute, 

Arjun Jayadev, Azim Premji University, 

David Soskice, London School of Economics, 

Jayati Ghosh, Professor of Economics, Jawaharlal Nehru University, 

Mauro Gallegati, Università Politecnica Delle Marche, 

Natalya Naqvi, London School of Economics, 

Daniela Gabor, UWE Bristol, 

Marcus Miller, University of Warwick, 

John E. Roemer, Yale University, 

William H. Janeway, University of Cambridge, 

Dean Baker, Center for Economic and Policy Research and University of Utah, 

Gerald Epstein, University of Massachusetts-Amherst,

Anwar Shaikh, New School University, 

Kaushik Basu, Cornell University, 

Matias Vernengo, Bucknell University, 

Philippe Aghion, London School of Economics, 

Anne Laure Delatte, Centre d’Etudes Prospectives et d’Informations Internationales, 

Sudhir Anand, London School of Economics, 

Christoph Trebesch, University of Kiel,

John Weeks, University of London, 

David Vines, University of Oxford, 

Saskia Sassen, Columbia University, 

Sandra Polaski, Boston University, 

Thomas Pogge, Yale University, 

Rhys Jenkins, University of East Anglia, 

Jurgen Kaiser, Jubilee Germany, 

Gary A. Dymski, University of Leeds, 

Andreas Antoniades, University of Sussex, 

Raphael Kaplinsky, University of Sussex, 

Diane Elson, University of Essex, 

Ernst Stetter, former secretary general, Foundation for European Progressive Studies, 

Ozlem Onaran, University of Greenwich, 

Todd Howland, Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, 

Isabel Ortiz, Columbia University, 

Carolina Alves, University of Cambridge, 

Eric LeCompte, Jubilee USA Network,

Richard Jolly, University of Sussex, 

Christoph Trebesch, University of Kiel,

Diego Sanchez-Ancochea, University of Oxford, 

Mark Weisbrot, Center for Economic and Policy Research, 

Lara Merling, International Trade Union Confederation, 

Pedro Mendes Loureiro, University of Cambridge, 

Ilene Grabel, University of Denver, 

Sabri Öncü, CAFRAL,

David Hall, University of Greenwich, 

Jose Esteban Castro, Newcastle University, 

Andy McKay, University of Sussex, 

Stefano Prato, Society for International Development, 

Rosemary Thorp, University of Oxford, 

Barry Herman, The New School for Public Engagement, 

Andres Aruaz, former Minister of Knowledge and Central Bank General Director, Ecuador, 

Manuel Alcántara, University of Salamanca, 

Alex Izurieta, UNCTAD, 

Michael Cichon, UNU Maastricht, 

Biswajit Dhar, Jawaharlal Nehru University, 

Jens Martens, Global Policy Forum, 

Nicolas Pons-Vignon, University of the Witwatersrand, 

Jean Saldanha, European Network on Debt and Development (Eurodad), 

Leonidas Vatikiotis, Debtfree Project, 

Valpy FitzGerald, University of Oxford, 

Giovanni Andrea Cornia, University of Florence, 

Matthias Thiemann, Sciences Po, 

Yılmaz Akyüz, former chief economist, South Centre, Geneva, 

Stephan Schulmeister, University of Vienna, 

Eduardo Strachman, São Paulo State University, 

Peter Dorman, Evergreen State College,

C.P. Chandrasekhar, Jawaharlal Nehru University, 

Leopoldo Rodriguez, Portland State University, 

Chris Tilly, University of California Los Angeles, 

Tracy Mott, University of Denver, 

Jeffrey Madrick, Schwartz Rediscovering Government Initiative, 

Günseli Berik, University of Utah, 

Joseph Ricciardi, Babson College, 

Lorenzo Pellegrini, Erasmus University Rotterdam, 

Erinc Yeldan, Bilkent University, 

Sunil Ashra, Management Development Institute, 

Mustafa Özer, Anadolu University, Turkey, 

Rolph van der Hoeven, Erasmus University Rotterdam, 

Al Campbell, University of Utah,

Antonella Palumbo, Università Roma Tre,

Arthur MacEwan, University of Massachusetts Boston, 

Neva Goodwin, Tufts University, 

Korkut Boratav, Turkish Social Science Association, 

Michael Ash, University of Massachusetts-Amherst, 

Alicia Puyana, Facultad Latinoamericana de Ciencias Sociales, Mexico, 

John Willoughby, American University, 

Marco Palacios, El Colegio de Mexico, 

Reza Mazhari, Gonbad Gavous University, Iran, 

Ann Markusen, University of Minnesota, 

Renee Prendergast, Queens University, 

Michael Moore, University of Warwick, 

Carlos A. Carrasco, Universidad de Monterrey, Mexico, 

Robert Lynch, Washington College, 

John Schmitt, Economic Policy Institute, 

Venkatesh Athreya, Bharathidasan University, 

Jeff Faux, Economic Policy Institute, 

Kunibert Raffer, University of Vienna, 

Jenik Radon, Columbia University, 

Maria Joao Rodrigues, Foundation for European Progressive Studies, 

Stephanie Seguino, University of Vermont, 

Gustavo Indart, University of Toronto, 

Cyrus Bina, University of Minnesota, 

Alberto Minujin, The New School, 

Philip Alston, NYU, 

Sudhir Anand, London School of Economics, 

José Gabriel Palma, Cambridge University, 

Michael A. Cohen, The New School, 

Jeff Powell, University of Greenwich, and 

Rob Johnson, President, INET. 

Απορρίπτουν το κορονο-ομόλογο, το Eurogroup σπρώχνει την Ιταλία στον Καιάδα

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δεν πρόκειται για αδιέξοδο. Η απόφαση του Eurogorup, που συνεδρίαζε όλη τη νύχτα ισοδυναμεί, με καθαρή και ξάστερη απόρριψη του αιτήματος των ευρωπαϊκών χωρών του νότου για έκδοση κοινού ομολόγου. Το αίτημα είχε κατατεθεί κι επισήμως με την κοινή επιστολή που έδωσαν στη δημοσιότητα οι εννέα αρχηγοί κρατών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου και του έλληνα πρωθυπουργού.

Χάρη στην επιμονή της Ιταλίας και της Ισπανίας να αποφασίσουν οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης υπέρ της έκδοσης κοινού ομολόγου το θέμα επανήλθε στη συνεδρίαση του Eurogroup της 7ης Απριλίου. Κι εκεί η Ολλανδία – δορυφόρος της Γερμανίας αρνήθηκε να δεχτεί την απαίτηση του ιταλού υπουργού Οικονομικών, Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι, να συμπεριληφθεί στο τελικό ανακοινωθέν σαφής αναφορά στην αμοιβαιοποίηση του χρέους ως εργαλείο οικονομικής ανάκαμψης. Το άλλο αίτημα της Ρώμης αφορούσε την άνευ όρων και αιρεσιμοτήτων χρήση δανείων από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Το βάθος του διχασμού φάνηκε ακόμη κι από την απόρριψη του «οδικού χάρτη» που πρότεινε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λέγιεν, για έναν συντεταγμένο τερματισμό του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης που επεβλήθη λόγω κορονοϊού. Η αριστοκράτισσα γερμανίδα έβαλε στον …πάγο το έτοιμο ανακοινωθέν λόγω της διαφωνίας Ιταλίας, Ισπανίας και Γαλλίας που αντέτειναν ότι κάθε τέτοιο σχέδιο πρέπει να συνταχθεί από κοινού με τις κυβερνήσεις κι όχι να τους παρουσιάζεται στο «παρά πέντε». Αν  κάτι προσπάθησε να κάνει η Επιτροπή έστω και τώρα ήταν να επαναφέρει τον συντονισμό των εθνικών πολιτικών που κατά το ξέσπασμα της κρίσης εμφάνιζε εικόνα στρατού ατάκτων, δίνοντας αφορμή για σχόλια περί ανυπαρξίας της ΕΕ. Το απώτερο ζητούμενο φυσικά ήταν και παραμένει η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς, που δέχθηκε μια πρωτοφανή απειλή με τα κλεισίματα των συνόρων, τις αρπαγές κρίσιμου υλικού, την απόφαση της Γερμανίας να καλύψει πρώτα την εθνική της αγοράς με ιατρικές προμήθειες και μετά να επιτρέψει εξαγωγές, κ.α.

Οι Ιταλοί φυσικά δεν έχουν κανέναν λόγο να βοηθήσουν την Επιτροπή να σώσει την κοινή αγορά, όταν στο εσωτερικό τους η κοινωνία αποσυντίθεται, ο κόσμος πεινάει και τα συσσίτια έχουν βγει ξανά στους δρόμους του ιταλικού νότου για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κορονο-ομόλογα τώρα, όπως και τα ευρω-ομόλογα στο αποκορύφωμα της κρίσης του ευρώ το 2011, δεν θα έλυναν το πρόβλημα της πείνας. Θα αποτελούσαν ωστόσο μια χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους της Γερμανίας και του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης για να δείξουν ότι είναι σε θέση να υποστούν ένα κόστος ως αντιστάθμιση στα τεράστια οφέλη που έχουν δρέψει από την ευρωζώνη. Προς επίρρωση τα ελλειμματικά εμπορικά ισοζύγια των νότιων χωρών… Ούτε αυτό δεν έκαναν και σε ένα μεγάλο βαθμό πλήρως προβλέψιμα: Το ευρώ δεν δημιουργήθηκε για να διανέμει τον πλούτο ούτε καν μεταξύ διαφορετικών κρατών. Δημιουργήθηκε για να επιβάλει με δομικό τρόπο την λιτότητα και να θωρακίσει την ηγεμονική θέση της Γερμανίας στη νέα αρχιτεκτονική.

Ωστόσο, αν η άρνηση της Γερμανίας και των δορυφόρων της (Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία) στην αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους διασώζει την πολιτική της αιώνιας λιτότητας που είναι η πεμπτουσία του ευρώ, είναι πολύ αμφίβολο αν θα διασώσει την ενότητα της ΕΕ. Στην Ιταλία, την ώρα που φτάνει βοήθεια από Ρωσία, Κίνα και Κούβα, οι κριτικές ενάντια στην ΕΕ κάθε μέρα αυξάνονται κι ακούγονται όλο και πιο δυνατά. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση ένα ασυνήθιστα  μεγάλο ποσοστό της τάξης του 67% μεταξύ των ερωτηθέντων θεώρησε μειονέκτημα την συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ όταν το Νοέμβριο του 2018 ως μειονέκτημα είχε θεωρήσει την συμμετοχή της Ιταλίας στην ΕΕ το 47% των ερωτηθέντων.

Οι Financial Times μάλιστα υποστηρίζουν «ότι μεταξύ της φιλο-ευρωπαϊκής ελίτ υπάρχει ένα ανερχόμενο αίσθημα εγκατάλειψης της χώρας από τους γείτονες της». Να θυμίσουμε δε ότι στην κοινωνία, όπως δείχνουν σταθερά οι εθνικές κάλπες, οι πολίτες ψηφίζουν κατά πλειοψηφία εναντίον του ευρώ. Την αντι-ΕΕ στροφή της ιταλικής ελίτ την εκφράζει στη βρετανική εφημερίδα, που διαθέτει μια αυξημένη εμπειρία επί του θέματος, ιταλίδα πολιτικός που πρόσφατα δημιούργησε το δικό της κόμμα για να υποστηρίξει την …ΕΕ και τώρα δήλωνε για τους φιλοευρωπαίους: «Μια μαζική, μαζική στροφή συμβαίνει στην Ιταλία».

Την κρισιμότητα της κατάστασης στην Ιταλία την εξέφρασε τόσο ο 78χρονος πρόεδρος της χώρας Σέρτζιο Ματαρέλα, που αποτελούσε το «ευρωπαϊκό», δηλαδή φιλο-ΕΕ, αντίβαρο απέναντι στην προηγούμενη κυβέρνηση συμμαχίας Λίγκας και Πέντε Αστέρων όταν δήλωνε προς τους Ευρωπαίους «ελπίζω να καταλάβετε καλά πριν να είναι πολύ αργά», όσο κι ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ όταν δήλωνε στους Financial Times ότι η κατάσταση στην Ιταλία είναι ακόμη πιο σοβαρή απ’ όσο ήταν κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Τα πλήγματα που δέχεται το φιλικό προς τις Βρυξέλλες στρατόπεδο στην Ιταλία μεγεθύνονται λόγω του ότι στην κυβέρνηση βρίσκεται μια κυβέρνηση συνεργάσιμη με την ΕΕ, που αντικατέστησε την προηγούμενη ετερόκλητη εκ πρώτης όψης, ακροδεξιά στην πράξη κυβέρνηση, η οποία στεκόταν εχθρικά απέναντι στην ΕΕ, με τον αντιπρόεδρό της Ματέο Σαλβίνι να κηρύσσει διμέτωπο απέναντι στους μετανάστες  στο Νότο και στους Γερμανούς στο Βορρά.

Ακόμη και η παραίτηση του ιταλού προέδρου Μάουρο Φεράρι από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ERC), την ίδια μέρα που συνεδρίασε το Eurogroup, με μια επιστολή που στην πρώτη της κιόλας παράγραφο τονίζει «σας παρακαλώ συγχωρήστε με αλλά πιστεύω στην επιστήμη στην υπηρεσία της κοινωνίας», δείχνει ότι αυτή τη στιγμή στην Ιταλία αλλάζουν εκ βάθρων οι όροι του παιχνιδιού. Οι παραπάνω από 17.000 νεκροί από την πανδημία και οι εισβολές των φτωχών στα σούπερ μάρκετ για να προμηθευτούν φαγώσιμα στον ιταλικό νότο χαράσσουν εκ νέου τις συντεταγμένες και προοικονομούν βαθιές αλλαγές…