Κρίσιμη η αναδιάρθρωση του χρέους της Αργεντινής προς τους ιδιώτες

Πηγή: Project Syndicate, 6 Μαΐου 2020

Μετάφραση: Λ.Β.

Joseph E. Stiglitz, Edmund S. Phelps, Carmen M. Reinhart

Ζητείται από τους πιστωτές της Αργεντινής να δεχθούν μια πρόταση που θα μειώσει τη ροή των εσόδων τους αλλά θα τις κάνει βιώσιμες. Μια υπεύθυνη απόφαση θα δημιουργήσει ένα θετικό προηγούμενο, όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως όλον.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – Η πανδημία του Covid-19 έχει ωθήσει την ανθρωπότητα προς τη χειρότερη παγκόσμια ύφεση της σύγχρονης εποχής. Η πίεση στα δημόσια οικονομικά έχει γίνει τεράστια, ειδικότερα προς τις αναπτυσσόμενες χώρες που ήταν ήδη ιδιαίτερα υπερχρεωμένες.

Η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ξεκινήσει διάφορες πρωτοβουλίες για να ελαφρύνουν την επιβάρυνση του δημόσιου χρέους σε αυτή την εξαιρετική κατάσταση. Ως πρώτο βήμα, οι χώρες του G20 συμφώνησαν να προσφέρουν ένα μορατόριουμ για το επίσημο διμερές χρέος των 76 φτωχότερων οικονομιών του κόσμου.

Αυτή η στιγμή θέτει το ύστατο τεστ για τη διεθνή οικονομική αρχιτεκτονική. Η «βιωσιμότητα» είναι ένας όρος συνεχώς παρών στα παγκόσμια χρηματοοικονομικά και τις επενδύσεις, κι αυτό για καλό λόγο. Η αρχή που ενσωματώνει – όπως στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ – αναφέρεται στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Κι αυτές οι αρχές ταιριάζουν απόλυτα όταν ερχόμαστε στο δημόσιο χρέος των αγωνιζόμενων αναπτυσσόμενων χωρών.

Στον αντίποδα αυτού του σκηνικού παγκόσμιας έκτακτης ανάγκης, η Αργεντινή βρίσκεται στην πιο κρίσιμη στιγμή της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της με έναν δημιουργικό τρόπο, με καλή πίστη και με την υποστήριξη όλων των εγχώριων πολιτικών ομάδων. Από το 2016, όταν η χώρα απέκτησε ξανά πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, οι πιστωτές του εξωτερικού έπαιξαν ένα στοίχημα συγκεντρώνοντας χρέος με μεγάλα κουπόνια, συμβατό όμως μόνο με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά μεγέθυνσης που δεν επιτεύχθηκαν. Τον Φεβρουάριο, πριν η κρίση του COVID-19 οξυνθεί, το ΔΝΤ κατέληξε ότι το δημόσιο χρέος της Αργεντινής είναι «μη βιώσιμο». Υπάρχει συναίνεση ότι το χρέος είναι αβάσταχτο, με τις πληρωμές τόκων να έχουν διπλασιαστεί ως μερίδιο των δημοσίων εσόδων. Για να το πούμε ωμά, το κόστος αναχρηματοδότησης έχει γίνει υπερβολικά υψηλό.

Μια επαναδιαπραγμάτευση απαιτεί την δέσμευση όλων των μερών. Η Αργεντινή έχει παρουσιάσει στους ιδιώτες πιστωτές της μια υπεύθυνη προσφορά που εκφράζει επαρκώς την ικανότητα πληρωμών της χώρας: μια τριετή περίοδο χάριτος με μια ελάχιστη μείωση στο κεφάλαιο και μια σημαντική μείωση στο επιτόκιο. Η πρόταση συμβαδίζει με την τεχνική ανάλυση του ΔΝΤ, που αναφέρει ότι θα απαιτηθεί μια ουσιαστική ελάφρυνση χρέους από τους ιδιώτες πιστωτές της Αργεντινής για να ανακτηθεί, με υψηλή πιθανότητα, η βιωσιμότητα του χρέους.

Η ελάφρυνση του χρέους είναι ο μόνος δρόμος να πολεμήσουμε την πανδημία και να θέσουμε την οικονομία σε μια βιώσιμη τροχιά. Πριν τη κρίση, η Παγκόσμια τράπεζα εκτιμούσε ότι η αστική φτώχεια στην Αργεντινή βρισκόταν στο 35,5% και η παιδική φτώχεια στο 52,3%. Τα Ηνωμένα Έθνη τώρα θεωρούν την επίπτωση του σοκ στη χώρα ως μία από τις χειρότερες στην περιοχή, με το ΔΝΤ να προβλέπει συρρίκνωση 5,7% του ΑΕΠ το 2020.

Από τους πιστωτές ζητείται η περικοπή της ροής των εσόδων τους, ενώ θα λάβουν εύλογα επιτόκια στο μέλλον. Η Αργεντινή έχει επιβεβαιώσει τη βούλησή της να εξυπηρετήσει το αναδιαρθρωμένο χρέος, ακριβώς επειδή θα γίνει εφικτό με τα νέα, προτεινόμενα επιτόκια. Μόνο μια οικονομία που μεγεθύνεται βιώσιμα μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της δεσμεύσεις διαχρονικά.

Η διαφορά στην αντιμετώπιση κεφαλαίου και τόκων είναι σχεδιασμένη με ακρίβεια για να ανακουφίσει το βάρος από την εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ η χώρα πολεμάει τον Covid-19 κι εργάζεται να επαναφέρει την μεγέθυνση. Επίσης, η μείωση του μέσου κουπονιού στα ομόλογα που προσφέρει η Αργεντινή (από το τρέχων μέσο όρο του 7% στο 2,3%) είναι εύλογη, δεδομένου του τρέχοντος παγκόσμιου περιβάλλοντος στα επιτόκια.

Σε αυτή την εξαιρετική στιγμή, η πρόταση της Αργεντινής παρουσιάζει επίσης μια ευκαιρία για τη διεθνή χρηματοοικονομική κοινότητα να δείξει ότι μπορεί να επιλύσει μια κρίση δημόσιου χρέους με έναν διατεταγμένο, αποτελεσματικό και βιώσιμο τρόπο. Η απουσία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δε θα πρέπει να στερήσει υπερχρεωμένες χώρες από τη δυνατότητα να προστατεύσουν το λαό τους και να επιφέρουν οικονομική ανάκαμψη κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που θυμόμαστε.

Πιστεύουμε ότι μια βιώσιμη συμφωνία ωφελεί και τις δύο πλευρές: μια οικονομία 45 εκ. ανθρώπων που αγωνίζεται και τους ίδιους τους πιστωτές. Τώρα είναι η ώρα για τους ιδιώτες πιστωτές να δράσουν με καλή πίστη. Μια υπεύθυνη απόφαση θα δημιουργήσει ένα θετικό προηγούμενο, όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως όλον.

Αυτό το σχόλιο συνυπογράφεται επίσης από τους εξής:                     

Jeffrey D. Sachs, Columbia University, 

Dani Rodrik, Harvard Kennedy School, 

Thomas Piketty, School for Advanced Studies in the Social Sciences, 

Mariana Mazzucato, University College London, 

Kenneth Rogoff, former IMF chief economist and Harvard University, 

Brad Setser, Council on Foreign Relations, 

Ricardo Hausmann, former IADB Chief Economist and Harvard Kennedy School, 

Carlos Ominami, former Economy Minister, Chile, 

Yu Yongding, former member of the Monetary Policy Committee, People’s Bank of China,

Erik Berglof, former EBRD chief economist and London School of Economics, 

Nora Lustig, Tulane University, 

Nelson Barbosa, former Minister of Finance and Planning,

Justin Yifu Lin, former World Bank chief economist and Peking University, 

Partha Dasgupta, University of Cambridge, 

Kevin P. Gallagher, Boston University, 

Stephany Griffith-Jones, Columbia University, 

Stephanie Blankenburg, UNCTAD,

Richard Kozul-Wright, UNCTAD, 

Ricardo French Davis, University of Chile, 

James K. Galbraith, University of Texas, 

Jean-Paul Fitoussi, Sciences Po, 

Amar Bhattacharya, Brookings Institution, 

Robert Boyer, National Scientific Research Council, 

Robert Pollin, University of Massachusetts-Amherst, 

Robert Howse, NYU Law, 

Giovanni Dosi, Scuola Superiore Sant’Anna, 

Juan Carlos Moreno Brid, National Autonomous University of Mexico, 

Josh Bivens, Economic Policy Institute, 

Arjun Jayadev, Azim Premji University, 

David Soskice, London School of Economics, 

Jayati Ghosh, Professor of Economics, Jawaharlal Nehru University, 

Mauro Gallegati, Università Politecnica Delle Marche, 

Natalya Naqvi, London School of Economics, 

Daniela Gabor, UWE Bristol, 

Marcus Miller, University of Warwick, 

John E. Roemer, Yale University, 

William H. Janeway, University of Cambridge, 

Dean Baker, Center for Economic and Policy Research and University of Utah, 

Gerald Epstein, University of Massachusetts-Amherst,

Anwar Shaikh, New School University, 

Kaushik Basu, Cornell University, 

Matias Vernengo, Bucknell University, 

Philippe Aghion, London School of Economics, 

Anne Laure Delatte, Centre d’Etudes Prospectives et d’Informations Internationales, 

Sudhir Anand, London School of Economics, 

Christoph Trebesch, University of Kiel,

John Weeks, University of London, 

David Vines, University of Oxford, 

Saskia Sassen, Columbia University, 

Sandra Polaski, Boston University, 

Thomas Pogge, Yale University, 

Rhys Jenkins, University of East Anglia, 

Jurgen Kaiser, Jubilee Germany, 

Gary A. Dymski, University of Leeds, 

Andreas Antoniades, University of Sussex, 

Raphael Kaplinsky, University of Sussex, 

Diane Elson, University of Essex, 

Ernst Stetter, former secretary general, Foundation for European Progressive Studies, 

Ozlem Onaran, University of Greenwich, 

Todd Howland, Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, 

Isabel Ortiz, Columbia University, 

Carolina Alves, University of Cambridge, 

Eric LeCompte, Jubilee USA Network,

Richard Jolly, University of Sussex, 

Christoph Trebesch, University of Kiel,

Diego Sanchez-Ancochea, University of Oxford, 

Mark Weisbrot, Center for Economic and Policy Research, 

Lara Merling, International Trade Union Confederation, 

Pedro Mendes Loureiro, University of Cambridge, 

Ilene Grabel, University of Denver, 

Sabri Öncü, CAFRAL,

David Hall, University of Greenwich, 

Jose Esteban Castro, Newcastle University, 

Andy McKay, University of Sussex, 

Stefano Prato, Society for International Development, 

Rosemary Thorp, University of Oxford, 

Barry Herman, The New School for Public Engagement, 

Andres Aruaz, former Minister of Knowledge and Central Bank General Director, Ecuador, 

Manuel Alcántara, University of Salamanca, 

Alex Izurieta, UNCTAD, 

Michael Cichon, UNU Maastricht, 

Biswajit Dhar, Jawaharlal Nehru University, 

Jens Martens, Global Policy Forum, 

Nicolas Pons-Vignon, University of the Witwatersrand, 

Jean Saldanha, European Network on Debt and Development (Eurodad), 

Leonidas Vatikiotis, Debtfree Project, 

Valpy FitzGerald, University of Oxford, 

Giovanni Andrea Cornia, University of Florence, 

Matthias Thiemann, Sciences Po, 

Yılmaz Akyüz, former chief economist, South Centre, Geneva, 

Stephan Schulmeister, University of Vienna, 

Eduardo Strachman, São Paulo State University, 

Peter Dorman, Evergreen State College,

C.P. Chandrasekhar, Jawaharlal Nehru University, 

Leopoldo Rodriguez, Portland State University, 

Chris Tilly, University of California Los Angeles, 

Tracy Mott, University of Denver, 

Jeffrey Madrick, Schwartz Rediscovering Government Initiative, 

Günseli Berik, University of Utah, 

Joseph Ricciardi, Babson College, 

Lorenzo Pellegrini, Erasmus University Rotterdam, 

Erinc Yeldan, Bilkent University, 

Sunil Ashra, Management Development Institute, 

Mustafa Özer, Anadolu University, Turkey, 

Rolph van der Hoeven, Erasmus University Rotterdam, 

Al Campbell, University of Utah,

Antonella Palumbo, Università Roma Tre,

Arthur MacEwan, University of Massachusetts Boston, 

Neva Goodwin, Tufts University, 

Korkut Boratav, Turkish Social Science Association, 

Michael Ash, University of Massachusetts-Amherst, 

Alicia Puyana, Facultad Latinoamericana de Ciencias Sociales, Mexico, 

John Willoughby, American University, 

Marco Palacios, El Colegio de Mexico, 

Reza Mazhari, Gonbad Gavous University, Iran, 

Ann Markusen, University of Minnesota, 

Renee Prendergast, Queens University, 

Michael Moore, University of Warwick, 

Carlos A. Carrasco, Universidad de Monterrey, Mexico, 

Robert Lynch, Washington College, 

John Schmitt, Economic Policy Institute, 

Venkatesh Athreya, Bharathidasan University, 

Jeff Faux, Economic Policy Institute, 

Kunibert Raffer, University of Vienna, 

Jenik Radon, Columbia University, 

Maria Joao Rodrigues, Foundation for European Progressive Studies, 

Stephanie Seguino, University of Vermont, 

Gustavo Indart, University of Toronto, 

Cyrus Bina, University of Minnesota, 

Alberto Minujin, The New School, 

Philip Alston, NYU, 

Sudhir Anand, London School of Economics, 

José Gabriel Palma, Cambridge University, 

Michael A. Cohen, The New School, 

Jeff Powell, University of Greenwich, and 

Rob Johnson, President, INET. 

Απορρίπτουν το κορονο-ομόλογο, το Eurogroup σπρώχνει την Ιταλία στον Καιάδα

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δεν πρόκειται για αδιέξοδο. Η απόφαση του Eurogorup, που συνεδρίαζε όλη τη νύχτα ισοδυναμεί, με καθαρή και ξάστερη απόρριψη του αιτήματος των ευρωπαϊκών χωρών του νότου για έκδοση κοινού ομολόγου. Το αίτημα είχε κατατεθεί κι επισήμως με την κοινή επιστολή που έδωσαν στη δημοσιότητα οι εννέα αρχηγοί κρατών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου και του έλληνα πρωθυπουργού.

Χάρη στην επιμονή της Ιταλίας και της Ισπανίας να αποφασίσουν οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης υπέρ της έκδοσης κοινού ομολόγου το θέμα επανήλθε στη συνεδρίαση του Eurogroup της 7ης Απριλίου. Κι εκεί η Ολλανδία – δορυφόρος της Γερμανίας αρνήθηκε να δεχτεί την απαίτηση του ιταλού υπουργού Οικονομικών, Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι, να συμπεριληφθεί στο τελικό ανακοινωθέν σαφής αναφορά στην αμοιβαιοποίηση του χρέους ως εργαλείο οικονομικής ανάκαμψης. Το άλλο αίτημα της Ρώμης αφορούσε την άνευ όρων και αιρεσιμοτήτων χρήση δανείων από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Το βάθος του διχασμού φάνηκε ακόμη κι από την απόρριψη του «οδικού χάρτη» που πρότεινε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λέγιεν, για έναν συντεταγμένο τερματισμό του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης που επεβλήθη λόγω κορονοϊού. Η αριστοκράτισσα γερμανίδα έβαλε στον …πάγο το έτοιμο ανακοινωθέν λόγω της διαφωνίας Ιταλίας, Ισπανίας και Γαλλίας που αντέτειναν ότι κάθε τέτοιο σχέδιο πρέπει να συνταχθεί από κοινού με τις κυβερνήσεις κι όχι να τους παρουσιάζεται στο «παρά πέντε». Αν  κάτι προσπάθησε να κάνει η Επιτροπή έστω και τώρα ήταν να επαναφέρει τον συντονισμό των εθνικών πολιτικών που κατά το ξέσπασμα της κρίσης εμφάνιζε εικόνα στρατού ατάκτων, δίνοντας αφορμή για σχόλια περί ανυπαρξίας της ΕΕ. Το απώτερο ζητούμενο φυσικά ήταν και παραμένει η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς, που δέχθηκε μια πρωτοφανή απειλή με τα κλεισίματα των συνόρων, τις αρπαγές κρίσιμου υλικού, την απόφαση της Γερμανίας να καλύψει πρώτα την εθνική της αγοράς με ιατρικές προμήθειες και μετά να επιτρέψει εξαγωγές, κ.α.

Οι Ιταλοί φυσικά δεν έχουν κανέναν λόγο να βοηθήσουν την Επιτροπή να σώσει την κοινή αγορά, όταν στο εσωτερικό τους η κοινωνία αποσυντίθεται, ο κόσμος πεινάει και τα συσσίτια έχουν βγει ξανά στους δρόμους του ιταλικού νότου για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κορονο-ομόλογα τώρα, όπως και τα ευρω-ομόλογα στο αποκορύφωμα της κρίσης του ευρώ το 2011, δεν θα έλυναν το πρόβλημα της πείνας. Θα αποτελούσαν ωστόσο μια χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους της Γερμανίας και του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης για να δείξουν ότι είναι σε θέση να υποστούν ένα κόστος ως αντιστάθμιση στα τεράστια οφέλη που έχουν δρέψει από την ευρωζώνη. Προς επίρρωση τα ελλειμματικά εμπορικά ισοζύγια των νότιων χωρών… Ούτε αυτό δεν έκαναν και σε ένα μεγάλο βαθμό πλήρως προβλέψιμα: Το ευρώ δεν δημιουργήθηκε για να διανέμει τον πλούτο ούτε καν μεταξύ διαφορετικών κρατών. Δημιουργήθηκε για να επιβάλει με δομικό τρόπο την λιτότητα και να θωρακίσει την ηγεμονική θέση της Γερμανίας στη νέα αρχιτεκτονική.

Ωστόσο, αν η άρνηση της Γερμανίας και των δορυφόρων της (Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία) στην αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους διασώζει την πολιτική της αιώνιας λιτότητας που είναι η πεμπτουσία του ευρώ, είναι πολύ αμφίβολο αν θα διασώσει την ενότητα της ΕΕ. Στην Ιταλία, την ώρα που φτάνει βοήθεια από Ρωσία, Κίνα και Κούβα, οι κριτικές ενάντια στην ΕΕ κάθε μέρα αυξάνονται κι ακούγονται όλο και πιο δυνατά. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση ένα ασυνήθιστα  μεγάλο ποσοστό της τάξης του 67% μεταξύ των ερωτηθέντων θεώρησε μειονέκτημα την συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ όταν το Νοέμβριο του 2018 ως μειονέκτημα είχε θεωρήσει την συμμετοχή της Ιταλίας στην ΕΕ το 47% των ερωτηθέντων.

Οι Financial Times μάλιστα υποστηρίζουν «ότι μεταξύ της φιλο-ευρωπαϊκής ελίτ υπάρχει ένα ανερχόμενο αίσθημα εγκατάλειψης της χώρας από τους γείτονες της». Να θυμίσουμε δε ότι στην κοινωνία, όπως δείχνουν σταθερά οι εθνικές κάλπες, οι πολίτες ψηφίζουν κατά πλειοψηφία εναντίον του ευρώ. Την αντι-ΕΕ στροφή της ιταλικής ελίτ την εκφράζει στη βρετανική εφημερίδα, που διαθέτει μια αυξημένη εμπειρία επί του θέματος, ιταλίδα πολιτικός που πρόσφατα δημιούργησε το δικό της κόμμα για να υποστηρίξει την …ΕΕ και τώρα δήλωνε για τους φιλοευρωπαίους: «Μια μαζική, μαζική στροφή συμβαίνει στην Ιταλία».

Την κρισιμότητα της κατάστασης στην Ιταλία την εξέφρασε τόσο ο 78χρονος πρόεδρος της χώρας Σέρτζιο Ματαρέλα, που αποτελούσε το «ευρωπαϊκό», δηλαδή φιλο-ΕΕ, αντίβαρο απέναντι στην προηγούμενη κυβέρνηση συμμαχίας Λίγκας και Πέντε Αστέρων όταν δήλωνε προς τους Ευρωπαίους «ελπίζω να καταλάβετε καλά πριν να είναι πολύ αργά», όσο κι ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ όταν δήλωνε στους Financial Times ότι η κατάσταση στην Ιταλία είναι ακόμη πιο σοβαρή απ’ όσο ήταν κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Τα πλήγματα που δέχεται το φιλικό προς τις Βρυξέλλες στρατόπεδο στην Ιταλία μεγεθύνονται λόγω του ότι στην κυβέρνηση βρίσκεται μια κυβέρνηση συνεργάσιμη με την ΕΕ, που αντικατέστησε την προηγούμενη ετερόκλητη εκ πρώτης όψης, ακροδεξιά στην πράξη κυβέρνηση, η οποία στεκόταν εχθρικά απέναντι στην ΕΕ, με τον αντιπρόεδρό της Ματέο Σαλβίνι να κηρύσσει διμέτωπο απέναντι στους μετανάστες  στο Νότο και στους Γερμανούς στο Βορρά.

Ακόμη και η παραίτηση του ιταλού προέδρου Μάουρο Φεράρι από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ERC), την ίδια μέρα που συνεδρίασε το Eurogroup, με μια επιστολή που στην πρώτη της κιόλας παράγραφο τονίζει «σας παρακαλώ συγχωρήστε με αλλά πιστεύω στην επιστήμη στην υπηρεσία της κοινωνίας», δείχνει ότι αυτή τη στιγμή στην Ιταλία αλλάζουν εκ βάθρων οι όροι του παιχνιδιού. Οι παραπάνω από 17.000 νεκροί από την πανδημία και οι εισβολές των φτωχών στα σούπερ μάρκετ για να προμηθευτούν φαγώσιμα στον ιταλικό νότο χαράσσουν εκ νέου τις συντεταγμένες και προοικονομούν βαθιές αλλαγές…

Η πανδημία του κορονοϊού ενισχύει, δεν αποδυναμώνει το μικρόβιο του νεοφιλελευθερισμού

Τα ύστερα του κόσμου! Η Γερμανία, αρχιτέκτονας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεγάλος ωφελημένος της ευρωζώνης, που δεν δίστασε να κλείσει τα σύνορα της στις εξαγωγές φαρμακευτικού υλικού, απαιτεί από την Ιταλία να υπογράψει μνημόνιο αν θέλει να πάρει έκτακτο δάνειο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας! Η είδηση που αποδίδεται σε γερμανούς αξιωματούχους μεταφέρθηκε από το Bloomberg και προδιαγράφει με ισχυρή βεβαιότητα το κλίμα που θα επικρατήσει στο Eurogroup, το οποίο συνέρχεται το απόγευμα της Τρίτης 24ης Μαρτίου, μέσω τηλεδιάσκεψης. Οι όροι που θα τεθούν στην Ιταλία θα είναι οι ελάχιστοι  όπως μεταφέρει το διεθνές πρακτορείο, δεν παύουν να είναι όμως όροι!

Το επιχείρημα της γερμανικής πλευράς είναι ότι η Ιταλία (με 63.927 κρούσματα και 6.077 νεκρούς μέχρι στιγμής, κατά το Johns Hopkins) «έπασχε» πολύ καιρό πριν ξεσπάσει η πανδημία του κορονοϊού και «εκδήλωνε αλλεργίες» στις απαραίτητες, κατά τους νεοφιλελεύθερους, μεταρρυθμίσεις. Μάρτυρας, το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος της ύψους 132,2%, βάσει της Eurostat.

Μια κόμη επίδειξη κυνισμού έκανε ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Πίτερ Αλτμάιερ κόβοντας κάθε συζήτηση για την έκδοση ευρωομολόγων ή κορονο-ομολόγων, χαρακτηρίζοντας τη συζήτηση ως «διαμάχη φάντασμα». Στην πράξη τόνισε ότι η συζήτηση για την ευρωπαϊκή εγγύηση σε εθνικές εκδόσεις χρέους που θα στηρίξουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς έχει κλείσει από το 2012, όταν πρώτος ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, έθεσε την πρόταση… Στη συνέχεια την πρόταση του Γιουνκέρ επανέλαβαν κι άλλοι πολιτικοί, όπως ο Γ. Βαρουφάκης, εμφανίζοντάς την μάλιστα ως ριζοσπαστικό μέτρο…

Η άτεγκτη στάση της Γερμανίας που συνεπικουρείται από την Ολλανδία εναντίον της Ιταλίας που έχει στο πλάι της την Ισπανία και τη Γαλλία, μας υπενθυμίσει ότι ποτέ δεν έκλεισε το χάσμα μεταξύ κέντρου κα περιφέρειας στην ευρωζώνη. Κυρίως όμως μας υπενθυμίζει πόσο ανθεκτικό είναι το μικρόβιο του νεοφιλελευθερισμού, που αποδεικνύεται πολύ πιο επικίνδυνο ακόμη και από τον ιό του κορονοϊού.

Τα έκτακτα δε μέτρα παροχής ρευστότητας, που έχουν ληφθεί μέχρι στιγμής σε ΗΠΑ και Ευρώπη, δεν αναιρούν την πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και των αιματηρών περικοπών! Παρότι εκλήφθηκαν και χαιρετίστηκαν κυρίως στον Τύπο ως ακύρωση της παγιωμένης πολιτικής λιτότητας ειδικά στην Ευρώπη ελήφθησαν στο πλαίσιο κι όχι σε αντιπαράθεση με το Σύμφωνο Σταθερότητας! Συγκεκριμένα, με βάση την απόφαση των υπουργών ενεργοποιήθηκε η Ρήτρα Γενικής Απόδρασης (General Escape Clause), που επέτρεψε ακόμη και την δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ρητώς ότι «Οι υπουργοί παραμένουν πλήρως δεσμευμένοι στο σεβασμό του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης». Το «διάλλειμα» επομένως που εξασφάλισαν οι υπουργοί της ΕΕ μπορεί να φέρνει στην επιφάνεια τον καταστροφικό χαρακτήρα του Συμφώνου, ωστόσο δεν τον ακυρώνει. Ίσα – ίσα εξασφαλίζει την συνέχιση της λειτουργίας του όταν, με το καλό, τερματιστούν οι σημερινές συνθήκες έκτακτης ανάγκης…

Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι στο σημερινό χρηματοοικονομικό περιβάλλον όπου οι δανειακές ανάγκες κάθε κράτους επαφίενται στη διάθεση των αγορών, που θα δανειοδοτήσουν τα ελλείμματα, δεν αρκεί η θέληση για την δημοσιονομική επέκταση και την δημιουργία ελλειμμάτων. Όπως ακριβώς ένα σχέδιο κατά της λιτότητας έπρεπε να συνοδεύεται από την έξοδο από το ευρώ επί Μνημονίων, έτσι και τώρα ένα σχέδιο γενναίας δημοσιονομικής επέκτασης οφείλει να συνοδεύεται από διάθεση σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και εξόδου από το Σύμφωνο Σταθερότητας σε σημείου έκδοσης εθνικού νομίσματος…

Και τα ίδια ωστόσο τα μέτρα που ανακοινώθηκαν είναι αμφίβολης αποτελεσματικότητας, παρότι συνοδεύονται από πακτωλούς δισεκατομμυρίων που μες στην ανομοιομορφία τους αντιστοιχούν σε αδρές γραμμές στο 10 ως 20% του κάθε εθνικού ΑΕΠ (Ιταλία, 25 δισ. ευρώ, Γαλλία 345 δισ., Ισπανία 200 δισ., Πορτογαλία 9,2 δισ., Ελλάδα 10 δισ. Αγγλία 330 δισ. λίρες, κοκ.)! Η κρίση του 2008 ωστόσο μας έχει διδάξει μετά από κάθε ανακοίνωση για «πόσα» χρήματα εκταμιεύονται να ρωτάμε και «που» θα πάνε. Κι η απάντηση είναι η συνήθης: στις τράπεζες! Το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτήσεων που εξήγγειλε κάθε κυβέρνηση κι όλο σχεδόν το πακέτο του Pandemic Emergency Purchase Programme που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνολικού ύψους 750 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του έτους (επιπλέον των αγορών αξίας 120 δισ. ευρώ που αποφασίστηκε στις 12 Μαρτίου) θα καταλήξει στις τράπεζες και τις αγορές. Έστω μέσω εγγυήσεων! Δεν προβλέπονται άμεσες ενισχύσεις, ούτε δημοσιονομική επέκταση, πέραν των αναγκαίων για να αντιμετωπιστεί η τρέχουσα ύφεση, που πιθανότατα θα ξεπεράσει σε βάθος ακόμη κι εκείνη την 2008, όπως ανακοίνωσε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κ. Γκεοργκίεβα. Οι δε άμεσες ενισχύσεις στους εργαζόμενους που θα χάσουν τη δουλειά τους (πχ τα 800 ευρώ στην Ελλάδα) δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα προσωρινό δίχτυ ασφαλείας, με ημερομηνία λήξης.

Από την άλλη, το άνοιγμα των σούπερ μάρκετ τις Κυριακές και η επαναφορά του χουντικού νόμου της πολιτικής επιστράτευσης των απεργών θα παραμείνουν, μαζί με την ανεργία που θα επιστρέψει στα επίπεδα της κυβέρνησης Σαμαρά, στο 27%. Αρκεί να αναλογιστούμε τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται στους κλάδους οι οποίοι θα υποστούν συντριπτικό πλήγμα ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο που η πανδημία του κορονοϊού τελειώσει σύντομα. Με βάση την ΕΛΣΤΑΤ και μιλώντας για το 2018, 266.227 εργαζόμενοι στις δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, 95.500 στα καταλύματα, 32.175 στις πλωτές μεταφορές, 14.136 δραστηριότητες ταξιδιωτικών πρακτορείων, οργανωμένων ταξιδιών, κ.α. Σύνολο: Περισσότεροι από 400.000 εργαζόμενοι! Στην ίδια δραματική θέση με τους περισσότερους από αυτούς τους εργαζόμενους που θα χάσουν τη δουλειά τους θα βρεθούν επίσης δεκάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες που αποτελούν σε σταθερή βάση το αμορτισέρ μεταξύ της εργασίας και των μεσαίων στρωμάτων. Για όλους αυτούς ο «συμπονετικός καπιταλισμός» των δωρεών δεν θα έχει τίποτε να προσφέρει…

Μέχρι στιγμής οι αντιδράσεις των λαών απέναντι στην πρωτοφανή απειλή που δέχονται για την ίδια τη ζωή τους λόγω των πολιτικών λιτότητας, είναι αναντίστοιχη της πραγματικότητας. Η ανοχή που απολαμβάνουν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες που ευθύνονται για την μόνιμη υποχρηματοδότηση και την ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας δεν θα διαρκέσει για πολύ. Ερμηνεύεται ωστόσο στη βάση του μουδιάσματος που προκάλεσε η πανδημία σαν μια νέα «θεραπεία σοκ» και της επίδειξης ευαισθησίας των ευρωπαίων ηγετών. Όσο ωστόσο θα ξεπερνιέται το σοκ της κρίσης και θα επιστρέφουμε στην «κανονικότητα» του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δηλαδή των ελλείψεων στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και των ΣΔΙΤ στην υγεία θα απαιτηθούν εξηγήσεις για τους χιλιάδες νεκρούς σε αυτό το μαζικό εκ προμελέτης έγκλημα. Ας ελπίσουμε η αφύπνιση των λαών μετά από αυτές τις εκατόμβες να ακυρώσει την επιστροφή στην …κανονικότητα της φτωχοποίησης κα της λιτότητας…

Αργεντινή: Χορεύοντας ξανά με τη χρεοκοπία

Ήταν τον Ιούνιο του 1986 όταν στα προημιτελικά του Μουντιάλ στο Μεξικό το «χέρι του Θεού», μέσω του επί της γης …αντιπροσώπου του Ντιέγκο Μαραντόνα χάρισε στην Αργεντινή ό,τι καλύτερο μπορούσε να περιμένει μετά την στρατιωτική της ήττα στα νησιά Μαλβίνες: μια ποδοσφαιρική νίκη επί της Αγγλίας!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Σχεδόν 34 χρόνια αργότερα η νέα κυβέρνηση της Αργεντινής πάλι προσέφυγε στον αντιπρόσωπο του Θεού επί της γης, τον αργεντίνικης καταγωγής  Πάπα Φραγκίσκο, πραγματοποιώντας επίσημη επίσκεψη στο Βατικανό την Παρασκευή 31 Ιανουαρίου. Κι αυτό όχι για να αποτρέψει την ένατη χρεοκοπία της Αργεντινής, αλλά για να την κάνει πιο ήπια. Να μπορέσει να τη διαχειριστεί με τις λιγότερες δυνατές συνέπειες εντός και κυρίως εκτός της Αργεντινής. Ο νέος πρόεδρος της Αργεντινής, Αλμπέρτο Φερνάντες, μοιράζεται ένα ακόμη κοινό με τον πάπα, πέραν της καταγωγής: Την έμπρακτη συμμετοχή σε πρωτοβουλίες που ευαγγελίζονται μια οικονομία η οποία δεν θα λειτουργεί με τους νόμους της αγοράς αναπαράγοντας τις αντιθέσεις και την κοινωνική περιθωριοποίηση για τους φτωχούς. Για να προωθήσει μάλιστα το στόχο της κοινωνικής οικονομίας το Βατικανό που έχει εργαστεί επισταμένα επ’ αυτού το τελευταίο διάστημα με σημαντικούς οικονομολόγους απ’ όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων και τον νομπελίστα Τζόζεφ Στίγκλιτς που είναι μέντορας και καθηγητής του υπουργού Οικονομίας της Αργεντινής, θα συγκεντρώσει στην Ασίζη τον Μάρτιο νέους οικονομολόγους και ακτιβιστές για να διερευνήσουν την δυνατότητα συγκρότησης μιας «οικονομίας διαφορετικού τύπου που θα φέρνει τη ζωή κι όχι το θάνατο που θα περικλείει και δεν θα αποκλείει».  

Ο Μάρτιος ωστόσο είναι σημαδιακός μήνας για την Αργεντινή γι’ άλλον λόγο που πιθανότατα θα καταστήσει απαγορευτική τη συμμετοχή στο συνέδριο της Ασίζης του υπουργού Οικονομίας της Αργεντινής, Μαρτίν Γκούζμαν: Επειδή την τελευταία μέρα του μήνα λήγει η προθεσμία για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της χώρας. Μέχρι τότε, όπως μαρτυρά το ταξίδι του προέδρου της Αργεντινής στην Ευρώπη, όπου πέραν του πάπα Φραγκίσκου συναντήθηκε με τη γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, θα έχει κορυφωθεί μια μακρά σειρά διεθνών επαφών της πολιτικής ηγεσίας του Μπουένος Άιρες. Στόχος του είναι να βρεθεί μια συναινετική λύση ώστε να μην επαναληφθεί η σύγκρουση του 2015 όταν η τότε πρόεδρος και νυν αντιπρόεδρος Κριστίνα Κίρχνερ, αρνήθηκε να πληρώσει τα ταμεία – γύπες, που είχαν πάρει από τη δευτερογενή αγορά τα ομόλογα της Αργεντινής.

Και σήμερα ωστόσο η σύνθεση του δημόσιου χρέους της Αργεντινής δεν προδικάζει μια ανέφελη αναδιάρθρωση, που θα μπορούσε για παράδειγμα να λάβει την μορφή μιας επιμήκυνσης των αποπληρωμών. Το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας ανέρχεται στο 80,7% του ΑΕΠ ή σε 337 δισ. δολ., με τις αποκλίσεις να οφείλονται στην αλλαγή της ισοτιμίας του πέσο έναντι του δολαρίου. Από το σύνολο των δανεικών υποχρεώσεων της χώρας 58% αποτιμάται σε δολάρια, 13,8%  στο εθνικό νόμισμα της χώρας, 6,5% σε ευρώ και 12% σε άλλα νομίσματα συμπεριλαμβανομένων και των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων ΟΗΕ. Εξαιρουμένου του δανείου που έλαβε από το ΔΝΤ ο πρώην πρόεδρος νεοφιλελεύθερος Μαουρίτσιο Μάκρι, (από το οποίο καταβλήθηκαν 44,1 δισ. δολ.) κι είναι ένα χρέος το οποίο μπορεί να ρυθμιστεί με πολιτικούς όρους, το 23,2% του δημόσιου χρέους είναι σε εθνικό νόμισμα. Μέρος του μάλιστα δεν έχει αποπληρωθεί με αποτέλεσμα η χώρα να έχει χαρακτηριστεί ότι βρίσκεται σε επιλεκτική χρεοκοπία. Το μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων της Αργεντινής εκδόθηκε μετά το 2016 σε ξένο νόμισμα. Ειδικότερα αφότου ανέλαβε ο Μάκρι το 2016 η Αργεντινή έχει εκδώσει 54 σειρές ομολόγων, συνολικής αξίας 169 δισ. δολ. σε τρία ξεχωριστά νομίσματα (δολάριο, ευρώ και γεν) και υπό τρία ξεχωριστά νομικά καθεστώτα (Νέας Υόρκης, Αργεντινής και Ιαπωνίας).

Δοθείσης της παραπάνω ελαφρώς χαοτικής κατάστασης, η σχέση του Μπουένος Άιρες με τους πιστωτές μόνο ως τεταμένη μπορεί να χαρακτηριστεί – κι είμαστε ακόμη στην αρχή των διαπραγματεύσεων. Με βάση ρεπορτάζ των Financial Times στις 2 Φεβρουαρίου 2020, το μήνυμα που έστειλε η κυβέρνηση στους πιστωτές ήταν κάπως ασυνήθιστο. Τους διαμήνυσε εν ολίγοις να την ενημερώσουν πόσο μεγάλο κούρεμα μπορούν να δεχτούν! «Αυτό που μας ζητάει η κυβέρνηση είναι άνευ προηγουμένου. Σε αυτούς επαφίεται να καταθέσουν κάτι στο τραπέζι», ήταν η αντίδραση ενός εκ των πιστωτών!

Η αλήθεια είναι ότι τόσο οι πιστωτές όσο και η κυβέρνηση ξέρουν πώς η στάση των κατόχων των ομολόγων θα κριθεί αλλού: Από τη στάση που θα τηρήσει το ΔΝΤ. Ήδη ο υπουργός Οικονομίας συναντήθηκε με τη νέα γενική του διευθύντρια Κρισταλίνα Γεοργκίεβα στην έδρα της καθολικής εκκλησίας. Το τι συμφωνήθηκε, πέραν της αποστολής μιας πολυπληθούς τεχνικής αντιπροσωπείας στην Αργεντινή στις 12 Φεβρουαρίου, είναι άγνωστο. Γνωστό μέχρι στιγμής είναι πώς και τα δύο μέρη επιθυμούν διακαώς να αποφύγουν την επανάληψη του 2015, δηλαδή μιας μονομερούς στάσης πληρωμών. Το ΔΝΤ ξέροντας ότι η Αργεντινή το έχει ξανακάνει και θα το ξαναέκανε κρατά μια ήπια στάση επιλέγοντας την οδό της συναίνεσης, σε αντίθεση με την επίδειξη πυγμής που έκανε στην Ελλάδα, ακόμη κι όταν είχε βγει από το πρόγραμμα. Μένει να δούμε αν θα διατηρήσει αυτή τη στάση μέχρι τέλους…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Αλλαγή σελίδας για το θεματοφύλακα του ευρώ

Η αποχώρηση του Μάριο Ντράγκι από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η παράδοση της σκυτάλης στην πρώην γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ σηματοδοτεί και το τέλος μιας εποχής, που μόνο ανέφελη δεν ήταν. Από τη θητεία του ιταλού τραπεζίτη στη Φρανκφούρτη αν κάτι θα μείνει είναι η ρήση του τον Ιούλιο του 2012, από το Λονδίνο, πώς «θα κάνει ότι απαιτείται» για να σώσει το ευρώ. Το ‘πε και το ‘κανε… Με ένα γενναιόδωρο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (Outright Monetary Transactions) που οδήγησε τον ισολογισμό της ΕΚΤ να εξελιχθεί στην μακροβιότερη φούσκα της Ευρώπης (από 807 δισ. ευρώ το 1999 σε 4,7 τρισ. το 2018) το ευρώ σώθηκε.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η διάσωση του κοινού νομίσματος δεν επιτεύχθηκε ωστόσο χωρίς απώλειες. Η «κρίση του ευρώ» έφερε στην επιφάνεια τις τεράστιες δομικές αδυναμίες και αντιφάσεις που διαπερνούσαν τη λειτουργία του κοινού νομίσματος, κάνοντας το κατασκευαστικά αδύναμο, χώρια του γεγονότος ότι ήταν ταυτόσημο της λιτότητας, αποκλείοντας εγγενώς την άσκηση μιας πολιτική αναδιανομής. Σημαντικότερη όλων ήταν η ασυμμετρία των εθνικών οικονομιών που το είχαν υιοθετήσει ως εθνικό τους νόμισμα. Η δομική δε κρίση των προηγούμενων χρόνων βάθυνε αυτές τις ασυμμετρίες, με αποτέλεσμα το ευρώ να χάσει την έλξη που ασκούσε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κι ένα ρεύμα υιοθέτησής του να ανακοπεί βίαια.

Δοθέντων των παραπάνω, που ομολογούνται τόσο από προοδευτικούς όσο και από συντηρητικούς οικονομολόγους, όλοι θα περίμεναν ότι η αναθεώρηση της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα επιχειρούσε να καταπιαστεί με ανάλογης εμβέλειας ζητήματα. Πολύ περισσότερο επειδή είναι η πρώτη επανεκτίμηση που γίνεται από το 2002 όταν ως ύψιστος στόχος τέθηκε η διατήρηση του πληθωρισμού σε επίπεδα χαμηλότερα μεν, αλλά πλησίον του 2%. Η αντι-πληθωριστική εμμονή έλκει την καταγωγή της από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογική αντεπανάσταση της δεκαετίας του ’80. Η ανάδειξη του πληθωρισμού σε απόλυτο κακό με το οποίο όφειλε να αναμετρηθεί κάθε οικονομική πολιτική σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο εξυπηρέτησε δύο στόχους, που αλληλο-συμπληρώνονται. Αρχικά την μείωση μισθών και ημερομισθίων, μέσω του ορισμού οροφής στις ετήσιες αυξήσεις, υπό την επίκληση του στόχου της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών. Επιπλέον, η εξαφάνιση του πληθωρισμού εξυπηρετούσε τα μέγιστα τη νεοαναδυόμενη ολιγαρχία του χρήματος, μιας και ο πληθωρισμός υπέσκαπτε τη πραγματική αξία των καταθέσεων και επενδύσεων χαρτοφυλακίου. Αυτές είναι οι πραγματικές αιτίες πίσω από την αντιπληθωριστική σταυροφορία της οικονομικής ορθοδοξίας, κι όχι φυσικά οι κακές μνήμες των Γερμανών από τον υπερπληθωρισμό του μεσοπολέμου κι άλλα τέτοια που γράφονται για να συγκαλύψουν το κοινωνικό περιεχόμενο της ακολουθούμενης νομισματικής πολιτικής.

Η αντι-πληθωριστική επιμονή επομένως, που δεν είναι ίδιον κάθε κεντρικής τράπεζας όπως δείχνει το παράδειγμα της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας όσο κι αν οι κεντρικές τράπεζες έχουν αναδειχθεί σε προπύργια του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού μέσω της ανεξαρτησίας τους, δεν αποτελεί θέμα προς διαπραγμάτευση. Τουλάχιστον για όσον καιρό η συγκράτησή του δεν ήταν δεδομένη και κρινόταν στις διαπραγματεύσεις για μισθολογικές αυξήσεις. Πλέον όμως αυτή η εποχή έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Στην εποχή των αρνητικών επιτοκίων και της ήττας του εργατικού κινήματος, όταν η ανησυχία δεν προέρχεται από την υπερθέρμανση αλλά από το πάγωμα της οικονομίας, ελλείψει επενδύσεων, και από τους θανάτους από απόγνωση (λόγω αλκοόλ, ναρκωτικών και αυτοκτονιών) που έχουν τετραπλασιαστεί από τα επίπεδα του 1999, όπως έδειξε ο νομπελίστας οικονομολόγος Angus Deaton και η Anna Case κι όχι από τις μεγάλες αυξήσεις των μισθών, το κυνήγι του πληθωρισμού μοιάζει απαρχαιωμένο κι εκτός εποχής. Επιπρόσθετα, ο κίνδυνος ιαπωνοποίησης της οικονομίας, της παγίδευσής της δηλαδή σε ένα αποπληθωριστικό σπιράλ διαρκείας, κρύβει τον κίνδυνο το χθεσινό αντικείμενο του φόβου να μετατραπεί σε αντικείμενο του πόθου.  Γι’ αυτούς και μόνο τους λόγους, με σημαντικότερο ότι έχουν εκλείψει οι αιτίες που προκαλούσαν την ανεξέλεγκτη άνοδο του πληθωρισμού, τίθεται στο τραπέζι των συζητήσεων μια πιθανή αναθεώρηση του στόχου συγκράτησης του πληθωρισμού.

Κατά τ’ άλλα, η αναθεώρηση της νομισματικής πολιτικής συζητιέται να συμπεριλάβει την εργαλειοθήκη, τις τεχνικές μέτρησης της εξέλιξης των τιμών και τα μέσα επικοινωνίας της ΕΚΤ με την κοινωνία. Ξεχωριστή συζήτηση διεξάγεται για τους κινδύνους που περιλαμβάνει η ανάδειξη εκ μέρους της ΕΚΤ του στόχου ενίσχυσης της πράσινης οικονομίας για να επιταχυνθεί η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Από την μια μεριά είναι η δέσμευση της ΕΚΤ στην εποπτεία του τραπεζικού συστήματος και των αγορών. Από την άλλη είναι η ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την εμβληματική Πράσινη Συμφωνία, που έχει σχεδόν μονοσήμαντα προσανατολιστεί στην κατεύθυνση επίσπευσης της μεταλιγνιτικής εποχής, προκαλώντας συχνά τεράστιο κοινωνικό κόστος. Αυτή η στροφή εγκυμονεί το υπαρκτό ενδεχόμενο δημιουργίας μια νέας φούσκας στην πράσινη οικονομία, που θα θέσει σε κίνδυνο χρηματιστήρια και τράπεζες, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν με κλάδους που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογικής πρωτοπορίας και λειτουργούν σαν μαγνήτης για επενδυτές και κερδοσκόπους… Οι δύο αυτοί στόχοι επομένως δεν αποκλείεται να αποδειχθούν αμοιβαία αλληλοαποκλειόμενοι.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Εξαγωγή οικονομικού πολέμου συμφώνησαν ΗΠΑ – Κίνα

Μόνο ανησυχία και προβληματισμό προκάλεσε σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο η εκεχειρία  που συμφώνησαν ΗΠΑ και Κίνα στον μεταξύ τους εμπορικό πόλεμο, τον οποίο προκάλεσε ο πρόεδρος Τραμπ. Η συμφωνία δεν ακυρώνει τους δασμούς που επιβλήθηκαν και από τις δύο πλευρές και σε ό,τι αφορά τα προϊόντα που εισάγονται από την Κίνα στις ΗΠΑ ξεπερνούν τα 360 δισ. δολ. Ως ποσοστό δε ανέρχονται σε 19,3% από 3% που ήταν όταν ανέλαβε ο Τραμπ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η συμφωνία προβλέπει βασικά δύο υποχρεώσεις της Κίνας. Να πάψει να ιδιοποιείται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας όσων εταιρειών επενδύουν στην Κίνα και, το σημαντικότερο, να αυξήσει τις εισαγωγές της από τις ΗΠΑ την επόμενη διετία, μέχρι δηλαδή τις 31/12/2021 κατά 200 δισ. δολ. Πρόκειται για μια αύξηση – μαμούθ που επ’ ουδενί δεν μπορεί να προέλθει από την φυσική διεύρυνση της εσωτερικής κινέζικης αγοράς των 1,4 δισ. ανθρώπων και 5,9 τρισ. δολ., κι ας επεκτείνεται με οικονομικούς όρους κατά 8% ετησίως. Η δέσμευση που ανέλαβε το Πεκίνο είναι πολύ μεγάλη όχι μόνο για να υλοποιηθεί ομαλά, αλλά ακόμη και για να υλοποιηθεί. Αρκεί να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι το 2018 οι εξαγωγές των ΗΠΑ στην Κίνα ανέρχονταν σε 179 δισ. δολ. και οι εισαγωγές σε 558 δισ., δημιουργώντας ένα ετήσιο εμπορικό έλλειμμα της τάξης των 379 δισ. δολ. Σωστά εκτιμήθηκε ότι ποτέ άλλοτε δεν έχει συμβεί μια χώρα να υπερδιπλασιάσει τις εισαγωγές της από μια άλλη, εντός δύο ετών, εκτός…

Εκτός κι αν οι νέες εισαγωγές από τις ΗΠΑ προέλθουν από μειωμένες εισαγωγές από άλλους εμπορικούς εταίρους της Κίνας! Η αιτία της ανησυχίας που δημιούργησε η συμφωνία Πεκίνου – Ουάσιγκτον είναι απλή κι αφορά τον κίνδυνο, καλύτερα την προοπτική, η Κίνα να πάψει να εισάγει από τη Νοτιοανατολική Ασία, την Ιαπωνία και την Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική και να αρχίσει να εισάγει υποκατάστατα αγαθά από τις ΗΠΑ, πραγματοποιώντας μια θεαματική σε όγκο και ταχύτητα υλοποίησης εκτροπή εμπορίου. Ως αποτέλεσμα τότε, το εμπορικό ισοζύγιο των ΗΠΑ πράγματι μπορεί να βελτιωθεί, της Κίνας να παραμείνει απαράλλαχτο, καθώς ο ίδια όγκος εισαγωγών που θα εισέρχεται στη χώρα απλώς θα αλλάξει λιμάνια αναχώρησης και του υπόλοιπου κόσμου να μετατραπεί σε θεαματικά ελλειμματικό, καθώς το έλλειμμα των ΗΠΑ θα μοιραστεί στον υπόλοιπο κόσμο.

Το αποτέλεσμα της ανακωχής επί του εμπορικού πολέμου μεταξύ ΗΠΑ – Κίνας, που ισοδυναμεί με αποζημίωση των ΗΠΑ για να μην επιβάλουν νέους δασμούς, οξύνει τον παγκόσμιο εμπορικό ανταγωνισμό και τις αντιπαλότητες. Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ πιθανότατα θα αυξηθεί περαιτέρω από το επίπεδο ρεκόρ 185 δισ. δολ. που ήταν το 2018, ως αποτέλεσμα κινέζικων εισαγωγών προς την Ευρώπη αξίας 395 δισ. δολ. και ευρωπαϊκών εξαγωγών στην Κίνα αξίας 210 δισ. δολ.

Όσο κι αν η απόφαση των ΗΠΑ φαίνεται να εξισορροπεί τις εμπορικές σχέσεις της με την Κίνα στην πράξη επιχειρεί να διαιωνίσει ανισότητες της προηγούμενης περιόδου. Είναι ενδεικτικό πώς για το άνοιγμα στις ξένες άμεσες επενδύσεις δεν λαβαίνει κανένα μέτρο εξισορρόπησης. Χαρακτηριστικά, οι αμερικανικές Ξένες Άμεσες Επενδύσεις στην Κίνα το 2017 (σε όρους αποθέματος) ανέρχονταν σε 108 δισ. δολ. (αυξημένες κατά 11% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο). Αντίθετα, οι κινέζικες Ξένες ‘Άμεσες Επενδύσεις στις ΗΠΑ (επίσης σε όρους αποθέματος) ανέρχονταν σε 39 δισ. δολ. (μειωμένες κατά 2% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο), ενώ οι ΗΠΑ απαγορεύουν τις κινέζικες επενδύσεις σε νευραλγικούς τομείς της αμερικανικής οικονομίας, εφαρμόζοντας έτσι τις πιο πρωτόγονες πολιτικές προστατευτισμού. Είναι προφανές επομένως ότι το μεγαλύτερο μέρος των κινέζικων εξαγωγών στις ΗΠΑ, μόνο κινέζικο δεν είναι. Αμερικανικά προϊόντα αφορά, από τηλέφωνα iphone μέχρι αθλητικά είδη Nike, που παράγονται στην Κίνα, λόγω χαμηλού εργατικού κόστους. Το πάγωμα των δασμών ήρθε να βάλει ένα φρένο στις αυξήσεις τιμών που επήλθαν στα συγκεκριμένα προϊόντα…

Από την άλλη, οι ΗΠΑ που «τιμώρησαν» την Κίνα για το εμπορικό της πλεόνασμα, όπως έκαναν πρόσφατα με την Ευρώπη, το Μεξικό κι άλλες χώρες, δεν έλαβαν κανέναν αντίστοιχο μέτρο συρρίκνωσης του εμπορικού ελλείμματος που προκαλούν λόγω του διακρατικού εμπορίου σε άλλους εταίρους τους, όπως Χονγκ Κογκ, Ολλανδία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Βέλγιο, Αυστραλία, Σιγκαπούρη, Βραζιλία, Αγγλία, Χιλή και Σαουδική Αραβία.

Οι κυρώσεις των ΗΠΑ στην Κίνα υπό την μορφή επιπλέον εισαγωγών αξίας 200 δισ. δολ. αποτελούν επιπλέον την αντίδραση τους απέναντι στην στρατηγική «Made in China 2025» που επιχειρεί να αναβαθμίσει σε μια ποιοτική κατεύθυνση την παραγωγική βάση του ασιατικού οικονομικού γίγαντα. Για να υλοποιηθεί αυτός ο μετασχηματισμός το Πεκίνο θα αφιερώσει 300 δισ. δολ. υπό την μορφή άμεσης οικονομικής επιδότησης κι άλλων μορφών υποστήριξης σε 10 κλάδους προηγμένης τεχνολογίας, περιλαμβανομένων των ημιαγωγών. Η ενδυνάμωση αυτών των κλάδων θα προσδώσει νέα πλεονεκτήματα στον ανταγωνισμό  της Κίνας με τις ΗΠΑ οξύνοντας τα πεδία αντιπαράθεσης τους. Μένει να δούμε τότε ποια θα είναι η αμερικανική απάντηση…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Boeing: Τα εταιρικά κέρδη πάνω από την ασφάλεια των επιβατών

Σοκ και δέος προκαλούν τα σχόλια των στελεχών της αμερικανικής αεροναυπηγικής βιομηχανίας που βγήκαν στη δημοσιότητα και αφορούν το μοντέλο 737 Max, που μετά τις δύο πολύνεκρες πτώσεις που σημειώθηκαν τον Οκτώβριο του 2018 στην Ινδονησία και τον Μάρτιο του 2019 στην Αιθιοπία, παραμένουν καθηλωμένα στο έδαφος. «Θα επιβίβαζες την οικογένειά σου σ’ ένα Max; Διότι εγώ δεν θα το έκανα», ρωτάει ο ένας για να απαντήσει ο συνομιλητής του, ξερά: «Όχι». Η συνομιλία μάλιστα πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2018, οκτώ μήνες πριν πέσει το πρώτο αεροπλάνο. Τα μηνύματα ξεχειλίζουν από ειρωνικά και προσβλητικά σχόλια για τις ρυθμιστές επιτροπές ελέγχου, δείχνοντας πόσο γενικευμένη σε όλες τις βαθμίδες της εταιρείας ήταν η ασυδοσία και η σιγουριά ότι βρίσκονται υπεράνω του νόμου. Κοινός δε παρονομαστής όλων των προσπαθειών τους ήταν η μείωση του κόστους.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η Boeing ωστόσο δεν είναι η εξαίρεση στο κανόνα. Είναι σύμπτωμα μιας ευρύτερης τάσης, ενός γενικότερου κακού, που πλήττει την αμερικανική οικονομία από τη δεκαετία του ’70 και μετά κι ως κορυφή του παγόβουνου έχει την ανάδειξη του κριτηρίου αύξησης της τιμής των μετοχών ως το απόλυτο και μοναδικό μέτρο για την πορεία μιας εταιρείας. Ο οικονομολόγος Γουίλιαμ Λάζονικ, διδάκτορας του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και καθηγητής του από το 1984 έχει αφιερώσει όλο του το επιστημονικό έργο στην απόδειξη των ζημιών που προκαλεί όχι μόνο στην οικονομία, αλλά επίσης και στην κοινωνική συνοχή, η ιεράρχηση από τους διευθύνοντες συμβούλους και τα διοικητικά συμβούλια του κριτηρίου της τιμής της μετοχής. Στόχος που συχνά επιτυγχάνεται με την επαναγορά των μετοχών. Το 2008 έγραφε χαρακτηριστικά σε σημείωμά του στους Financial Times ότι «οι κορυφαίες φαρμακευτικές εταιρείες δαπανούν για επαναγορά μετοχών περισσότερα απ’ όσα δαπανούν για έρευνα και ανάπτυξη».

Ο 75χρονος Γ. Λάζονικ έχει εξετάσει επίσης συγκεκριμένες βιομηχανίες, που συγκαταλέγονται στην αφρόκρεμα της αμερικανικής επιχειρηματικής ελίτ, για να αποδείξει τη θεωρία του. Μεταξύ αυτών την Boeing, που βρέθηκε στο στόχαστρο της διεθνούς κριτικής όταν αποδείχθηκε πώς το νεότερο επίτευγμά της είναι ιπτάμενο φέρετρο. Το σκεπτικό του Λάζονικ και του συνεργάτη του Μουσταφά Ερντέμ Σακίντζ είναι απλό: «η αφοσίωση των στελεχών της Boeing στην αύξηση των κερδών της εταιρείας και της απόδοσης των μετοχών – που επίσης αύξαναν τις δικές τους απολαβές – οδήγησαν σε διοικητικές αποφάσεις που συνέβαλαν στην πτώση των δύο 737 Max».

Με βάση λοιπόν οικονομικά στοιχεία που είναι ευρέως γνωστά, η Boeing από το πρώτο τρίμηνο του 2013 μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2019 πλήρωσε για μερίσματα 17,4 δισ. δολ., που αντιπροσώπευαν το 42% των κερδών της κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου. Το ίδιο χρονικό διάστημα η διοίκηση της αεροναυπηγικής βιομηχανίας δαπάνησε 43,1 δισ. δολ. επιπλέον για επαναγορά μετοχών. Το ποσό αυτό ισούταν με το 104% των κερδών της.

Κάποιος φυσικά θα μπορούσε να αντιτείνει ότι με αυτό τον τρόπο, με μερίσματα και την επαναγορά μετοχών, το αμερικανικό μονοπώλιο ανταμείβει του χρηματοδότες του, τους μετόχους. Οι δύο οικονομολόγοι υποστηρίζουν όμως ότι από το 1934 που εισήχθη στο χρηματιστήριο η Boeing έχει πάρει από τους μετόχους μόνο 911 εκ. δολ. σε αξίες του 2018, με την τελευταία φορά να χρονολογείται το 1997 με αφορμή την εξαγορά της Mc Donell Douglas, όταν μάζεψε 335 εκ. δολ. Υπάρχει επομένως αβυσσαλέο κενό μεταξύ των χρημάτων που έχει πάρει η εταιρεία από τους μετόχους κι όσων έχει επιστρέψει. Δε τίθεται κατά συνέπεια ζήτημα ανταμοιβής τους.

Τίθεται, αντίθετα, τεράστιο ζήτημα με την ανταμοιβή των στελεχών της Boeing. Από το 2015 ως το 2018 ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας έλαβe 95,9 εκ. δολ., παρότι ο ετήσιος μισθός του καμιά χρονιά δεν ξεπέρασε τα 1,7 εκ. δολ. Από αυτό το ποσό το 51% προήλθε από κέρδη επί των μετοχών και το 34% από διαφόρων ειδών μπόνους, που λάβαινε όταν το βιβλίο των παραγγελιών της Boeing γέμιζε με εντολές αγοράς του νέου πολλά υποσχόμενου 737 Max.

Για τον Γ. Λάζονικ οι μοναδικοί που έχουν συμβάλλει ενεργά και άμεσα στην οικονομική ευρωστία της εταιρείας είναι το αμερικανικό κράτος και οι εργαζόμενοι του κολοσσού, που είναι όμως οι μοναδικοί οι οποίοι δεν ανταμείβονται! «Πολύ πιο σημαντικό για την Boeing είναι η χρηματοδότησή της από τους αμερικανούς φορολογούμενους μέσω των δημοσίων επενδύσεων σε υποδομές και γνώση… Κι ακόμη μεγαλύτερης σημασίας για την Boeing είναι οι επενδύσεις που υλοποιήθηκαν απ’ τους εργαζόμενους της εταιρείας, μέσω της προσφοράς ειδίκευσης και προσπαθειών στην παραγωγικότητα των διαδικασιών της Boeing και σε προϊόντα».

Κι επειδή ιδιωτική ασυδοσία δεν υπάρχει χωρίς κρατική παρέμβαση, να αναφέρουμε ότι η δυνατότητα επαναγοράς των μετοχών υπό τους συγκεκριμένους ακραία επωφελείς όρους δόθηκε με νόμο του 1982, επί προεδρίας Ρόναλντ Ρίγκαν. Υπέρ νεοφιλελεύθερων βωμών κι εστιών μετατράπηκε επομένως σε νεκροφόρα το επίτευγμα της Boeing…

Πηγή : Νέα Σελίδα