Home » Διεθνή Οικονομία

Category Archives: Διεθνή Οικονομία

Ελλείψει Χαλάρωσης ας κουρέψουμε τα ομόλογα της ΕΚΤ

Με ψυχρολουσία ισοδυναμούσε η συνέντευξη Τύπου του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καθώς επιβεβαιώθηκε ακόμη πιο έντονα ο κίνδυνος να μην ενταχθεί ποτέ η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (ή QE στην καθομιλουμένη, εκ του Quantitative Easing) της ΕΚΤ.

Tου Λεωνίδα Βατικιώτη

Να θυμίσουμε ότι τουλάχιστον εδώ κι ένα χρόνο ο ίδιος ο πρωθυπουργός χρύσωνε το χάπι των μέτρων  της δεύτερης αξιολόγησης  υποσχόμενος Ποσοτική Χαλάρωση, την αγορά δηλαδή εκ μέρους της Φρανκφούρτης ελληνικών κρατικών ομολόγων που κρατούν οι τράπεζες. Ένα μέτρο που υποτίθεται ότι θα έδειχνε την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων στην ελληνική οικονομία.

Οι Ευρωπαίοι ωστόσο άλλα διαμήνυαν, και μάλιστα κατηγορηματικά. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου στις 6 Φεβρουαρίου 2017 είχε δηλώσει ότι υπάρχουν δύο προϋποθέσεις για την ένταξη της Ελλάδας στο Πρόγραμμα: Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η βιωσιμότητα του χρέους!

Παρότι ο Ντράγκι δεν άφηνε κανένα περιθώριο συζήτησης ή χαλαρότερης ερμηνείας, ο πρωθυπουργός και οι κορυφαίοι υπουργοί του όπως ο Ευ. Τσακαλώτος διατυμπάνιζαν την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα. Εξαπατούσαν έτσι την κοινωνία με διπλό τρόπο. Γιατί όχι μόνο ακόμη και η πιθανή ένταξη δε θα σηματοδοτούσε καμιά θετική εξέλιξη για τους εργαζόμενους, αλλά για κάτι ακόμη πιο απλό: Γιατί η Ελλάδα με ένα χρέος στο ύψος του 180% του ΑΕΠ και χωρίς να υπάρχει κανένα σαφές σχέδιο έστω και απομείωσης του στο ορατό μέλλον, απλώς, δεν πληροί τους όρους ένταξης! Πίστευαν με λίγα λόγια οι ΣΥΡΙΖΑίοι πώς θα μπορούσαν να μεταφέρουν τις λογικές ακροβασίες και τη θολούρα με την οποία συσκοτίζουν τη συζήτηση για το χρέος βαφτίζοντας το κρέας ψάρι και στην ΕΚΤ. Για την ΕΚΤ ωστόσο το χρέος είναι μη βιώσιμο, τελεία και παύλα…

Η συνέντευξη Τύπου του Ντράγκι την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου ήταν ένα επιπλέον καρφί στο φέρετρο των μάταιων προσδοκιών των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο επικεφαλής της ΕΚΤ ανακοίνωσε κατ’ αρχήν ότι αφήνει ανέγγιχτα τα επιτόκια στο σημερινό τους ύψος, ή καλύτερα βάθος, καθώς το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης παρέμεινε στο 0%, το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 0,25% και το επιτόκιο καταθέσεων στο -0,4%. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε τα επιτόκια ξεκίνησαν να μειώνονται στο τέλος του 2008, με το ξέσπασμα της κρίσης, ενώ στο σημερινό τους …βάθος βρίσκονται σχεδόν 1,5 χρόνο. Τα έκτακτα μέτρα διήρκεσαν σχεδόν μια δεκαετία που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ευρώ.

Καιρός επομένως για επιστροφή στην κανονικότητα δεδομένου μάλιστα ότι, με βάση όσα είπε ο Μ. Ντράγκι, οι στόχοι επετεύχθησαν. Ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού που θα «ιαπωνοποιούσε» την ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίστηκε και φέτος ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει το 1,5%, το 2018 το 1,2% και το 2019 το 1,5%. Επιπλέον, η ανάπτυξη …ήρθε! Όχι τίποτε σπουδαία πράγματα και πολύ περισσότερο ούτε συμμετρικά κατανεμημένα. Παρόλα αυτά, 2,2% για φέτος, 1,8% για το 2018 και 1,7% για το 2019 δεν είναι κι αδιάφορα… Και σε τελική ανάλυση, όπως το έλεγαν κι οι παλιότεροι οικονομολόγοι, το χρέος της ΕΚΤ σταμάτησε όταν οδήγησε το άλογο στο ποτάμι. Αν δεν ήπιε νερό δεν είναι δική της δουλειά…

Πέραν της αύξησης του πληθωρισμού και του ΑΕΠ, η ΕΚΤ ετοιμάζεται να μαζέψει τα εργαλεία έκτακτης ανάγκης που ξεδίπλωσε εξ αιτίας της αφόρητης πίεσης που ασκεί η Γερμανία η οποία επικρίνει την ΕΚΤ ότι υποσκάπτει τις προσπάθειές της για εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων. Το Βερολίνο συγκεκριμένα διακηρύσσει ότι πρώτο, η χαλαρή νομισματική πολιτική αναβάλλει την ψήφιση μέτρων για μείωση του εργατικού κόστους και του κράτους πρόνοιας, καθώς μόνο μέσω αυτών των οδών έρχεται η ανάπτυξη, και δεύτερο, τα 2 τρισ. ευρώ που έχει ρίξει η ΕΚΤ στην αγορά ή τα 60 δισ. ανά μήνα έχουν γεμίσει τον κόσμο φούσκες. Από τις τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια και τα κρυπτονομίσματα μέχρι τις τιμές των ειδών πολυτελείας (κοσμήματα, έργα τέχνης, κ.α.) όλα έχουν οδηγηθεί στη στρατόσφαιρα. Κι όσο γι’ αυτό έχουν δίκιο…

Έτσι, στη συνέντευξη Τύπου ο Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε ότι στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου θα ξεκινήσει πιθανότατα η συζήτηση για τον τερματισμό της Ποσοτικής Χαλάρωσης, με τον ρυθμό της μείωσης να παραμένει ζητούμενος ώστε να αποφευχθούν τα σοκ. Πιθανότερος χρόνος που θα ξεκινήσει να κλείνει η στρόφιγγα της Ποσοτικής Χαλάρωσης είναι ο Ιανουάριος του 2018. Δηλαδή, σε τρεις μήνες. Πού καιρός επομένως για ένταξη της Ελλάδας στην Ποσοτική Χαλάρωση…

Πρέπει να ομολογήσουμε ωστόσο ότι το …ευγενές ιδανικό της ένταξης στην Ποσοτική Χαλάρωση δεν ενέπνευσε μόνο τους …οραματιστές του ΣΥΡΙΖΑ.

«Μεγάλη μας ελπίδα» αποκαλεί την ένταξη ο Βαγγέλης Βενιζέλος στο βιβλίο του Μύθοι και αλήθειες για το δημόσιο χρέος 2012-2017 (εκδ. Επίκεντρο, 2017). Γράφει κι άλλα ενδιαφέροντα και κυρίως …χρήσιμα πράγματα για την ΕΚΤ ο αντιπρόεδρος του Σαμαρά. Αναφέρει κατά λέξη στη σελ. 50: «Μήπως θα μπορούσαμε να κουρέψουμε τα ομόλογα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας; Εάν κουρεύαμε τα ομόλογα ελληνικού δημοσίου που είχε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δεν θα μπαίναμε ποτέ ξανά στα προγράμματα τύπου QE, που είναι η μεγάλη μας ελπίδα τώρα. Διότι» συνεχίζει ο Βαγγέλης Βενιζέλος με το πομπώδες ύφος και το υπέρμετρο εγώ που υπερβαίνουν ακόμη και το δικό του εκτόπισμα «αυτά τα ομόλογα τα είχε πάρει η ΕΚΤ μέσω προγραμμάτων, που είναι ο προκάτοχός του QE… Άρα έπρεπε οπωσδήποτε να εξαιρεθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωσύστημα», καταλήγει ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, πάντα βαθιά πεπεισμένος για την αλήθεια των λεγομένων του.

Από τη στιγμή όμως που την Ποσοτική Χαλάρωση θα τη διαβάζουμε μόνο στις ειδήσεις, μήπως εκλείπει και ο λόγος που δεν κουρεύαμε τα ομόλογα της ΕΚΤ, σύμφωνα πάντα με τον Βαγγέλη Βενιζέλο;

Πηγή: Kommon

Advertisements

Αμερικανική οικονομική θηλιά στο λαιμό της Βενεζουέλας

Απότομα σφίγγουν τον κλοιό γύρω από τη Βενεζουέλα οι νέες οικονομικές κυρώσεις που εξήγγειλε ο Ντόναλντ Τραμπ με την έκδοση (ενός ακόμη) προεδρικού διατάγματος που δόθηκε στη δημοσιότητα την Παρασκευή 25 Αυγούστου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο νέος, τέταρτος για το 2017, κύκλος οικονομικών κυρώσεων εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κι ως μέτρο αποτυχίας όλων των μεθόδων που χρησιμοποίησε μέχρι σήμερα η Ουάσινγκτον και τα ενεργούμενά της στο Καράκας για να ανατρέψουν την εκλεγμένη κυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο∙ από πορείες και συγκεντρώσεις μέχρι απόπειρες πραξικοπήματος.

Στην πραγματικότητα ωστόσο αποτελούν μια θανάσιμη απειλή για τον Τσαβισμό. Οι οικονομικές κυρώσεις, που είναι παράνομες με βάση το διεθνές δίκαιο κι υπογραμμίζουν ότι οι ΗΠΑ είναι το μεγαλύτερο κράτος παρίας της υφηλίου, απαγορεύουν σε κάθε είδους αμερικανικό οικονομικό οργανισμό να αποκτήσει σχέσεις με το κράτος της Βενεζουέλας και δημόσιες επιχειρήσεις της.

Το καταλάβαμε όλοι… Στο στόχαστρο είναι η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA που αποτελεί τη μεγαλύτερη αρτηρία μεταφοράς ζεστού χρήματος από τον έξω κόσμο στη δοκιμαζόμενη Βενεζουέλα η οποία από το 2014 αντιμετωπίζει μια πρωτοφανή κρίση, με τον πληθωρισμό να ξεπερνάει για το 2016 το 600% και τα συναλλαγματικά διαθέσιμα να είναι κάτω από 10 δισ. δολ. όταν το 2012 ήταν 30 δισ. και στις αρχές του 2015 έφταναν τα 25 δισ.

Οι κυρώσεις του Τραμπ όμως, που αποτελούν επέκταση άλλων κυρώσεων οι οποίες επιβλήθηκαν στις 8/3/2015 επί Μπαράκ Ομπάμα, έχουν κι άλλη μια στόχευση: οδηγούν το Καράκας πολύ σύντομα να αποφασίσει αν θα επιλέξει την παύση πληρωμών επί του δημοσίου χρέους ή την αποπληρωμή του με δραματικό αντίτιμο την περαιτέρω φτωχοποίηση του πληθυσμού. Συγκεκριμένα, το φθινόπωρο λήγουν ομόλογα ύψους 3,6 δισ. δολ. που υπό κανονικές συνθήκες αν δηλαδή δεν υπήρχε το εμπάργκο, το Καράκας θα υπέγραφε ένα σύμφωνο ανταλλαγής (swap) παραπέμποντας την αποπληρωμή τους στο απώτερο μέλλον, όπως ακριβώς έπραξε και πέρυσι. Κάτι τέτοιο όμως πλέον είναι αδύνατο, δεδομένου ότι αμερικανικοί οργανισμοί, από συνταξιοδοτικά μέχρι κερδοσκοπικά ταμεία (funds), δεν μπορούν να προβούν σε δοσοληψίες με την βενεζολάνικη κυβέρνηση, η οποία όλα τα προηγούμενα χρόνια, λόγω του φόβου να κατάσχουν οι πιστωτές τις εκκρεμείς πληρωμές για το πετρέλαιο που εξήγαγε (και ποτέ δεν εξοφλείται με την παράδοση), ουδέποτε είχε διανοηθεί να προβεί παύση πληρωμών. Τώρα πλέον, με μια κίνηση που ενδέχεται να αποδειχθεί ματ, της απαγορεύουν ακόμη και τη συντεταγμένη αναδιάρθρωση, ενώ δίνουν σήμα στα κοράκια να εντείνουν τις κερδοσκοπικές επιθέσεις, μιας και οι επιλογές της Βενεζουέλας στενεύουν απελπιστικά.

Ό,τι και να αποφασίσει η κυβέρνηση του Μαδούρο, τα μέτρα αποκλεισμού που εφαρμόζονται υπό τη γελοία απειλή των «ασυνήθιστων και εξαιρετικών απειλών στην εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ», θα οδηγήσουν σε περαιτέρω πτώση το βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων Βενεζολάνων.

Πηγή: εφημερίδα Πριν

Παράλληλο νόμισμα συζητά η Ιταλία

Δεν έχει τέλος η κρίση του ευρώ!

Tου Λεωνίδα Βατικιώτη

Τυπικά, η κρίση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος που ξέσπασε το 2010 και κορυφώθηκε το 2012 αποτελεί παρελθόν. Κάτι τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης του εφάρμοσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αρχής γενομένης του Μαρτίου του 2015 ύψους 60 δισ. ευρώ μηνιαίως (και 80 δισ. μηνιαίως από τον Μάρτιο του 2016 όταν συμπεριελήφθησαν στο καλάθι των αγορών και εταιρικά ομόλογα), κάτι η πλήρης παράδοση στους πιστωτές κι η στροφή 180 μοιρών του ΣΥΡΙΖΑ με αποτέλεσμα την εξαφάνιση του πολιτικού κινδύνου (από τα αριστερά), κάτι η ανάπτυξη που ακολούθησε (παρότι ήταν και είναι αναιμική) ο κύκλος της κρίσης φαίνεται να έκλεισε.

Και κάπου εδώ, ενώ το Brexit μπήκε σε μια τροχιά, που δεν αντιπροσωπεύει και το χειρότερο σενάριο για το Βερολίνο κι ο κίνδυνος της Λεπέν αποσοβήθηκε – προς μεγάλη χαρά της Γερμανίας, εμφανίζεται η μόνιμα θορυβώδης και πολιτικά απρόβλεπτη Ιταλία, με πρωταγωνιστή όπως πάντα τις τελευταίες δεκαετίες τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αυτή τη φορά προκάλεσε πονοκεφάλους αποκαλύπτοντας μια φιλόδοξη πρωτοβουλία του που ως τελικό ζητούμενο έχει να ενώσει την ιταλική Δεξιά, εν όψει των βουλευτικών εκλογών που θα διεξαχθούν μέχρι τον Μάιο του 2018. Η πλατφόρμα επάνω στην οποία θα επιτευχθούν οι αναγκαίες συγκλίσεις αφορά τη διαδικασία εξόδου από το ευρώ, που ως πρώτο βήμα έχει την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος. Μέχρι στιγμής τα κόμματα που κρατούν από επιφυλακτική μέχρι καθαρά αρνητική στάση απέναντι στο κοινό νόμισμα έχουν την καθαρή πλειοψηφία, με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις. Συγκεκριμένα, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, που βρίσκεται στην πρώτη θέση των προτιμήσεων, συγκεντρώνει το 28%. Η ακροδεξιά Λίγκα του Βορρά 15% και η Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι 13%. Από τα μεγάλα κόμματα το μοναδικό που τάσσεται αναφανδόν υπέρ του ευρώ είναι το κεντρο-αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα που συγκεντρώνει το 27%.

Το σχέδιο του Καβαλιέρε, που επανήλθε με αφορμή μια συνέντευξή του η οποία μέσα σε λίγες ώρες έστειλε στα ύψη τα επιτόκια των ιταλικών ομολόγων, έχει δύο στόχους, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα: αρχικά την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και στη συνέχεια την υποστήριξη της εγχώριας κατανάλωσης. Επιμένει μάλιστα δηλώνοντας ότι το παράλληλο νόμισμα είναι συμβατό και δεν αντιβαίνει με τις ευρωπαϊκές συνθήκες, ενώ υποστηρίζει ότι το σχέδιο θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το Σεπτέμβριο. Με άλλα λόγια ο Μπερλουσκόνι δεν επιζητά σύγκρουση με τη Γερμανία και μια έξοδο με όρους ρήξης, αλλά ένα βελούδινο διαζύγιο. Έχει ενδιαφέρον ότι οι επεξεργασίες στο πλαίσιο της ιταλικής Δεξιάς έχουν προχωρήσει τόσο πολύ ώστε η ξενοφοβική Λίγκα του Βορρά εισηγείται επίσημα την έκδοση μιας κρατικής υποσχετικής (ονόματι mini-BoT) μικρής αξίας, χωρίς επιτόκιο και βραχείας χρονικής διάρκειας που θα χρησιμοποιείται ως εσωτερικό νόμισμα για την πληρωμή κρατικών προμηθευτών, φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλειας.

«Όλες οι σημαντικές χώρες, από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Μεγάλη Βρετανία, την Ρωσική Ομοσπονδία και την Ιαπωνία καταπολέμησαν την κρίση κόβοντας νόμισμα. Θα έπρεπε να το κάνουμε και εμείς, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην φάση αυτή, ο πληθωρισμός είναι σχεδόν ανύπαρκτος», δήλωσε ο πρώην ιταλός πρωθυπουργός.

Είναι εμφανές ότι όσο προχωρά αυτή η συζήτηση, τόσο θα νομιμοποιείται η διερεύνηση δρόμων εξόδου από το ευρώ, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το ποσοστό όσων τάσσονται υπέρ της εξόδου από το κοινό νόμισμα, μεταξύ των Ιταλών ψηφοφόρων.

«Αυτό καθιστά την Ιταλία πολύ μεγαλύτερη πηγή πιθανής ανησυχίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση απ’ ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκτιμούν. Όχι μόνο επειδή μπορεί η Ιταλία να εισάγει παράλληλο νόμισμα, αλλά επειδή μπορεί να το κάνουν κι άλλες χώρες», γράφουν οι Financial Times. Και συνεχίζουν με κάποια σχόλια εξόχως ενδιαφέροντα, που προσγειώνουν τη σχετική συζήτηση, μακριά από τη δαιμονοποίηση και την καταστροφολογία που συνοδεύει το διάλογο στην Ελλάδα, με αποκλειστική ευθύνη της Εθνικής της Υποτέλειας που ξεκινάει από την άκρα Δεξιά, συμπεριλαμβανομένης της Χρυσής Αυγής και καταλήγει στην Αριστερά, με το ΣΥΡΙΖΑ καταφύγιο έσχατης ανάγκης κάθε ευρωλιγούρη. «Τι σημαίνει αυτό για το ευρύτερο σύστημα της ΕΚΤ, φυσικά, δεν είναι βέβαιο. Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι η κίνηση για το ιταλικό νόμισμα θα είναι επιτυχής επειδή είναι κυβερνητική πρωτοβουλία. Όπως συμβαίνει με όλα τα επιτυχημένα νομισματικά φαινόμενα οι χρήστες σε τελική ανάλυση είναι αυτοί που καθορίζουν την επιτυχία του. Αν οι ιταλικές επιχειρήσεις, τα άτομα και οι οφειλέτες συνεχίσουν να είναι προσκολλημένοι στα ευρώ τους μετά το διαχωρισμό, το παράλληλο νόμισμα θα είναι μια αποτυχία. Αν, όμως, στο πνεύμα του οικονομικού εθνικισμού οι Ιταλοί υποστηρίξουν το παράλληλο νόμισμα για πολιτιστικούς και συναισθηματικούς λόγους, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα το ανταγωνιστεί το ευρώ».

Η συζήτηση έχει βάθος και δεν είναι μόνο τεχνική, παρότι στις περισσότερες περιπτώσεις η τεχνική διερεύνηση είναι ο μεγάλος απών. Η συζήτηση έχει κυρίως πολιτικές αφετηρίες που ξεκινούν από την οικονομική στασιμότητα που έχει προκαλέσει το κοινό νόμισμα (με την Ιταλία να καταγράφει κάθε έτος ή τρίμηνο ρυθμούς μεγέθυνσης στο ήμισυ του μέσου όρου της ευρωζώνης) και τη συνακόλουθη φτώχεια και φτάνουν στη στάση των Ιταλών απέναντι στο ΕΕ, που ισοδυναμεί με πλήρη απαξίωση. Χαρακτηριστικά, ενώ το 2010 σχεδόν το 75% είχε θετική διάθεση πλέον θετικά απέναντι στην ΕΕ διάκεινται λιγότεροι από το 40%, δηλαδή η μειοψηφία.

Παρόλα αυτά η συζήτηση στην Ιταλία έχει ξεκινήσει από τη Δεξιά και την ίδια την αστική τάξη, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα όπου η αστική τάξη εξ αιτίας των άμεσων και στενών συμφερόντων της παραμένει προσδεμένη στο ευρώ και τη Γερμανία. Στη γείτονα η Αριστερά είναι απούσα από τη σχετική συζήτηση, με αποτέλεσμα το σχέδιο εξόδου να μη διαθέτει ριζοσπαστικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή να μη συνδέεται με ένα σχέδιο κοινωνικής ρήξης και αλλαγής. Συγκροτείται επομένως ερήμην των ταξικών, λαϊκών συμφερόντων τα οποία προσκολλώνται στο κεφάλαιο αναζητώντας μέσα από τη βελτίωση της δική του θέσης και τη δική τους αναβάθμιση…

Σε κάθε περίπτωση οι ήσυχες μέρες που περιμένει η Γερμανία από πουθενά δεν διακρίνονται στον ορίζοντα. Το ευρώ και κατ’ επέκταση και η ΕΕ αποτελώντας σχέδια διεθνούς οικονομικής (στο εξωτερικό) και ταξικής (στο εσωτερικό) κυριαρχίας θα παράγουν διαρκώς καινούργιες αντιθέσεις, θέτοντας την Αριστερά προ των ευθυνών της, αν δε θέλει φυσικά να είναι ουρά του Τέταρτου Ράιχ…

Πηγή: kommon, 25/9/2017

Μπρα ντε φερ για το θρόνο του Σίτι με έπαθλο περισσότερη απελευθέρωση

Καλλιστεία δεν είναι σίγουρο αν μπορούν να χαρακτηριστούν, όπως συχνά περιγράφονται στον ευρωπαϊκό Τύπο, σκληρός πλειοδοτικός διαγωνισμός όμως είναι με βεβαιότητα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Κι αυτό γιατί το έπαθλο σε περίπτωση που ευοδωθεί η προσπάθεια την οποία καταβάλουν τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά κέντρα της ΕΕ να πείσουν τις διοικήσεις των τραπεζών που ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν από το Σίτι του Λονδίνου ότι αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο αρχικά φαινόταν. Στην κούρσα που επισήμως ξεκίνησε μετά το ιστορικής σημασίας βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, που για πρώτη φορά από την ίδρυση της ΕΕ αποφάσισε τη συρρίκνωσή της, στέκονται μέχρι στιγμής πέντε πόλεις – χρηματοοικονομικοί κόμβοι που κάλλιστα μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: Τα φαβορί (Παρίσι, Φρανκφούρτη) και τα αουτσάιντερ (Δουβλίνο, Άμστερνταμ και Λουξεμβούργο).
Το γενικό περίγραμμα του διακυβεύματος το καθόρισε πολύ έγκαιρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όταν σε ανακοίνωσή της τόνισε πώς δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί ταχυδρομικές θυρίδες που θα διοικούνται με τηλεχειριστήριο από το Σίτι προκειμένου να φέρουν σε πέρας τις τραπεζικές εργασίες που πρέπει να διεκπεραιωθούν στο έδαφος της ΕΕ. Αυτό σημαίνει δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, στις οποίες πρέπει να συμπεριλάβουμε και μια στεφάνη υποστηρικτικών επιχειρήσεων (νομικές, πληροφορικής, κ.α.). Και για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα των μεγεθών η συζήτηση αφορά 5.500 χρηματοπιστωτικές εταιρείες που θα χάσουν τα δικαιώματα να εκτελούν εργασίες από το Λονδίνο, μεταξύ των οποίων 40 διεθνούς βεληνεκούς τράπεζες. Η Ντόιτσε Μπανκ μόνο αναμένεται να μετακινήσει 4.000 θέσεις εργασίας από το Λονδίνο, από ένα σύνολο 9.000 απασχολουμένων που διαθέτει στη βρετανική πρωτεύουσα. Κι η Γκόλντμαν Σακς επίσης θα μειώσει στο μισό το προσωπικό της στο Λονδίνο μετακινώντας 1.000 θέσεις εργασίας. Κι ο δύο τράπεζες μάλιστα μέχρι στιγμής συγκαταλέγονται σε όσες έχουν επιλέξει που θα μεταφέρουν το σημαντικότερο τουλάχιστον τμήμα των προς μετακίνηση εργασιών τους μέχρι τον Μάρτιο του 2013 οπότε και αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση της Αγγλίας από την ΕΕ.
Οι ευκαιρίες που προσφέρει στις πόλεις που ερίζουν η εγκατάσταση των τραπεζών μετά την αποχώρησή τους από το Λονδίνο φάνηκε πολύ καθαρά στις 7 Ιουλίου όταν ο γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ επέλεξε τον τραπεζικό τομέα ως το πρώτο θέατρο πολέμου απ΄ όπου θα ξεκινήσει η μάχη για τα εργασιακά δικαιώματα. Συγκεκριμένα, ανακοίνωσε πώς …μόνο και μόνο για να βγει νικητής το Παρίσι στον υπό εξέλιξη (μειοδοτικό για τα εργασιακά δικαιώματα) διαγωνισμό προτίθεται να καταργήσει τον ανώτερο φορολογικό συντελεστή που αντιστοιχούσε στο ψηλότερο κλιμάκιο αμοιβών, να ελαστικοποιήσει τις εργασιακές σχέσεις στον τραπεζικό τομέα, να ακυρώσει μια προγραμματισμένη επέκταση του φόρου στις αγοραπωλησίες μετοχών κι επίσης, να ψηφίσει μια ευνοϊκή για τα διευθυντικά στελέχη εξαίρεση των μπόνους τους από δικαστικές διαμάχες. Η έδρα των τραπεζών επομένως αναδεικνύεται σε μια πολύ καλή αφορμή, απ’ αυτές που ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν πρέπει να επινοούνται, ώστε να επιταχυνθεί η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας. Γιατί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Σίτι λειτουργούσε σαν μαγνήτης για τις πιο διαφορετικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες επί δεκαετίες λόγω των όρων επιχειρηματική δραστηριότητας που προσέφερε: δηλαδή ανυπαρξία οποιουδήποτε ρυθμιστικού εμποδίου ή …η χαρά το νεοφιλελεύθερου. Μάλιστα, η απορρύθμιση δεν αφορούσε μόνο τις εργασιακές σχέσεις αλλά και την ευρύτερη αγορά. Αυτό ακριβώς είναι το γέρας του διαγωνισμού ομορφιάς που διεξάγεται μεταξύ των 2 + 3 πόλεων.
Η Φρανκφούρτη αν κάτι έχει να επιδείξει είναι την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του νεοπαγούς Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού που επιτηρεί τις τράπεζες. Η αδυναμία της ωστόσο έγκειται στα μεγέθη της πόλης, δεδομένου ότι η Φρανκφούρτη έχει πληθυσμό μικρότερο των 800.000 κατοίκων και τα τραπεζικά στελέχη όσο κι αν φημίζονται ότι η έκλυτη ζωή τους ξεκινάει και τελειώνει με το ωράριο εργασίας, είναι άλλο να μην απολαμβάνουν τις δυνατότητες που προσφέρει ένα μεγάλο αστικό κέντρο κι άλλο αυτές εξ ορισμού να μην υφίστανται… Τα πλήρως συγκρίσιμα με του Σίτι μεγέθη είναι το ισχυρότερο πλεονέκτημα της γαλλικής πρωτεύουσας. Το Δουβλίνο προσέρχεται στο διαγωνισμό με πιο δυνατό ατού την αγγλική γλώσσα. Το Άμστερνταμ επιδεικνύοντας το βιογραφικό του, ως έδρα μεγάλων τραπεζών, και η πρωτεύουσα του Μεγάλου Δουκάτου με την εξειδίκευση που έχει ήδη αναπτύξει στις πιο εκλεπτυσμένες και περίπλοκες χρηματοπιστωτικές αγορές (ιδιωτικών κεφαλαίων, διασυνοριακές δραστηριότητες, χρηματοπιστωτική τεχνολογία, κ.α.). Το μειονέκτημα των μικροσκοπικών μεγεθών του Λουξεμβούργου αντισταθμίζεται με την παντελή απουσία πολιτικού ρίσκου, δεδομένης της σταθερότητας που το διακρίνει.
Σύντομα θα μάθουμε το φιναλίστ ξέροντας ότι πρόκειται για μια επιλογή δίκοπο μαχαίρι…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα

ΚΡΙΣΗ: Δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της καταιγίδας

Από το κραχ της Bear Sterns στο ντόμινο του χρέους

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Συνήθως, η σοβαρότητα μιας κρίσης, από αυτές που συμβαίνουν σχεδόν σταθερά κάθε 10 χρόνια – αποδεικνύοντας, κάθε φορά, ότι είναι η σοβαρότερη κρίση των τελευταίων 50 ετών, σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του πρώην αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη Πολ Βόλκερ –  εκτιμάται εξετάζοντας το βάθος των συνεπειών της στην οικονομία. Ελέγχοντας δηλαδή πόσο χαμηλά έστειλε το ΑΕΠ, την απασχόληση, τις τιμές των μετοχών κ.λπ. Η κρίση που ξέσπασε το 2008, είχε ως κορυφαία στιγμή την κατάρρευση της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου, έκανε όμως την εμφάνισή της ακριβώς πριν δέκα χρόνια με τους πρώτους τριγμούς στην αμερικανική αγορά ακινήτων και τις αλλεπάλληλες χρεοκοπίες, αρχής γενομένης τον Ιούνιο του 2007, επενδυτικών κεφαλαίων της τράπεζας Bear Sterns, της πέμπτης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας των ΗΠΑ, και έχει τον δικό της τρόπο να υπογραμμίζει τη σοβαρότητά της. Επιβάλλεται στην μακρά αλυσίδα των κρίσεων καθώς ακόμη και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, δεν έχει επέλθει η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση! Αρκεί μια ματιά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπισή της όπως και στις αιτίες της, όπου θεωρητικά στόχευαν οι πολιτικές που υιοθετήθηκαν, για να φανεί ότι η κρίση ήρθε για να μείνει. Από μια άλλη οπτική γωνία, για να φανεί πόσο επικίνδυνα ανήμπορες είναι σήμερα οι μεγάλες οικονομίες να αντιμετωπίσουν μια πιθανή αναζωπύρωσή της.

Το πρώτο μέτρο που εφαρμόστηκε για να αντιμετωπιστεί η κρίση ήταν η ραγδαία μείωση των επιτοκίων, έτσι ώστε να διευκολυνθεί ο δανεισμός. Στο 4% ήταν τα ονομαστικά επιτόκια του ευρώ στις αρχές του 2008, για να μειωθούν σε 1 χρόνο στο 1% και τα τελευταία 2 χρόνια να αγκιστρωθούν στο 0%. Και στις ΗΠΑ παρατηρήθηκε η ίδια τάση: στο 5% ήταν τα επιτόκια του δολαρίου μέχρι και το 2007, όσο οι Αμερικάνοι επιδίδονταν στο προσοδοφόρο άθλημα της αγοραπωλησίας σπιτιών, για να γίνουν σχεδόν μηδενικά το 2009 όπου και περίμεναν μέχρι το 2015. Μόλις τους τελευταίους μήνες ξεπέρασαν το 1%. Επιστροφή των επιτοκίων στα προ κρίσης επίπεδα δεν προβλέπεται σύντομα…

Το δεύτερο μέτρο που υιοθετήθηκε ήταν η ενεργοποίηση των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες, ειδικά στις ΗΠΑ, έφτασαν στο σημείο να χορηγούν ακόμη και δάνεια στην ιδιωτική οικονομία, καλύπτοντας το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση της πίστης και το πάγωμα των πιστώσεων από τις ιδιωτικές τράπεζες. Ως αποτέλεσμα, ο ισολογισμός της κεντρικής τράπεζας από 870,261 δισ. δολ. στις 30 Ιουλίου 2007 να πενταπλασιαστεί μέχρι τις 3 Ιουλίου 2017, φθάνοντας τα 4,467 τρισ. δολ. Το ίδιο συνέβη και στην από δω μεριά του Ατλαντικού με τον ισολογισμό της ΕΚΤ: από 1,5 τρισ. ευρώ στις αρχές του 2007 αγγίζει σήμερα τα 4 τρισ. ευρώ. Ομοίως, επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών δεν προβλέπεται σύντομα…

Το τρίτο μέτρο αφορούσε την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα έτσι ώστε ποτέ ξανά να μην επικαλεστούν το ότι οι τράπεζες είναι «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» και να εκβιάζουν κατ’ αυτό τον τρόπο την διάσωση με χρήματα των φορολογουμένων. Η κρίση πυροδότησε έναν πρωτοφανή πυρετό εξαγορών και συγχωνεύσεων που μείωσε σημαντικά τον αριθμό των τραπεζών. Στις ΗΠΑ οι 7.294 τράπεζες στις 31 Δεκεμβρίου 2006, μειώθηκαν στις 5.083 έπειτα από 10 χρόνια, επέζησαν δηλαδή οι 2 από τις 3. Στην ευρωζώνη η εκκαθάριση ήταν εξ ίσου σαρωτική καθώς από 7.626 νομισματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπήρχαν τον Ιανουάριο του 2007, τον Ιούνιο του 2017 λειτουργούσαν 5.805. Η πρόσφατη διάσωση των δύο ιταλικών τραπεζών έδειξε ότι αντίθετα με τις υποσχέσεις πολύ περισσότερο σήμερα οι τράπεζες παραμένουν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν»…

Τέλος, οι πολιτικές δρακόντειας λιτότητας που επιβλήθηκαν σε όλο το δυτικό ημισφαίριο αφορμή και στόχο ταυτόχρονα είχαν την μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Λογικά λοιπόν θα ανέμενε κανείς ότι μια δεκαετία μετά το δημόσιο χρέος θα έχει μειωθεί ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Κι εδώ όμως ο ελέφαντας συνεχίζει να βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο. Σε παγκόσμιο επίπεδο το συνολικό χρέος (κυβερνήσεων, νοικοκυριών και εταιρικό εξαιρουμένου του χρηματοπιστωτικού τομέα) βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ καθώς αγγίζει το 325% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ανέρχεται σε 215 τρισ. δολ. αυξημένο κατά 70 τρισ. δολ. μέσα σε μια δεκαετία! Στην ευρωζώνη το δημόσιο χρέος από 7,136 τρισ. ή 80% του ΑΕΠ το 2009, έφτασε τα 9,588 τρισ. ή 89% του ΑΕΠ το 2016. Αυξήθηκε αντί να μειωθεί, λόγω της λιτότητας που οδήγησε σε ύφεση και συρρίκνωση του ΑΕΠ. Ομοίως, επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα του δημόσιου και συνολικού χρέους δεν προβλέπεται σύντομα…

Φαίνεται από τα παραπάνω ότι η επιστροφή των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε ΗΠΑ και Ευρώπη στα προ κρίσης επίπεδα δε σημαίνει ότι η κρίση αποτελεί παρελθόν. Οι επιδόσεις ποτέ δε θα είχαν φτάσει σε αυτά τα επίπεδα αν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οικονομία είχε τερματιστεί κι είχαμε επιστρέψει στην κανονικότητα.

Απογειώθηκαν οι μετοχές, «πάγωσαν» μισθοί – συντάξεις

Δέκα χρόνια μετά το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην υποχρέωση των πολιτικών και νομισματικών αρχών να διατηρούν σε ισχύ εξαιρετικά μέτρα που ενεργοποιούνται μόνο κάτω από αντίξοες συνθήκες, ως ύστατη λύση και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Η κατάσταση περιπλέκεται επειδή ταυτόχρονα με την αδυναμία της καπιταλιστικής οικονομίας να λειτουργήσει χωρίς τη συνεχή μηχανική υποστήριξη των κεντρικών τραπεζών, τα χρηματιστήρια πλέουν σε πελάγη ανείπωτης ευτυχίας. Ούτε την πρώτη μεταπολεμική εποχή των «τριάντα ένδοξων χρόνων» δεν κατέγραφαν τέτοια ρεκόρ. Πολύ ενδεικτικά η εξέλιξη ορισμένων χρηματιστηριακών δεικτών: Από την 1η Ιουλίου 2007 μέχρι την 1η Ιουλίου 2017 ο αμερικανικός βιομηχανικός δείκτης Dow Jones από 13.895 μονάδες σκαρφάλωσε στις 21.553, ο επίσης αμερικανικός δείκτης υψηλής τεχνολογίας Nasdaq από 2.701 στις 6.270, ο γερμανικός DAX από 7.861 σε 12.641, ο ιαπωνικός Nikkei από 16.785 σε 20.099 και ο βρετανικός FTSE100 από 6.447 σε 7.413, κοκ.

Η έκρηξη των χρηματιστηριακών τιμών, όταν μισθοί, συντάξεις και κοινωνικές παροχές παραμένουν παγωμένα, όταν δεν μειώνονται για να επιτευχθεί η πολυπόθητη σταθεροποίηση, λύνει ένα «παράδοξο». Πού πάνε τα δισεκατομμύρια τα οποία διοχετεύονται από τις κεντρικές τράπεζες και έχουν μετατρέψει τους ισολογισμούς τους σε μπαλόνια… Εν ολίγοις, στις τσέπες των μεγαλομετόχων! Εκεί καταλήγει η πλημμυρίδα ρευστού που απελευθερώνουν ΕΚΤ και αμερικανική κεντρική τράπεζα, μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης. Έτσι όμως οι αντιθέσεις οξύνονται κι η αναγκαία διόρθωση (στο βαθμό που τα προσδοκώμενα μελλοντικά κέρδη ποτέ δεν πραγματώνονται) θα λάβει πιο βίαιο χαρακτήρα!

Από λύση γίνεται πρόβλημα η Κίνα

Το συνολικό χρέος της Κίνας κινείται σε δυσθεώρητα επίπεδα, συγκρίσιμα ωστόσο με αυτά της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Παρότι λοιπόν τον Μάιο του 2017 έφθασε το 304% του ΑΕΠ από μόνο του αυτό το μέγεθος δεν προκαλεί ανησυχία. Εφησυχασμό επίσης προκαλεί και το γεγονός ότι βρίσκεται σε εθνικά χέρια, που σημαίνει ότι δεν κινδυνεύει από κερδοσκοπικές επιθέσεις κι ούτε εξαρτάται από τη στάση των οίκων αξιολόγησης.

Υπάρχει ωστόσο ένα χαρακτηριστικό που το έχει μετατρέψει σε ωρολογιακή βόμβα και είναι η ταχεία άνοδός του σε αυτά τα επίπεδα. Ενδεικτικά, μόλις το 2015 το συνολικό χρέος της Κίνας ανερχόταν στο 247% του ΑΕΠ, ενώ τις «ήσυχες μέρες» του 2005 στο 160% του ΑΕΠ.  Αυτό που συνέβη το συμπυκνώνει σε μια σύγκριση ο αμερικάνος μαρξιστής Ντέιβιντ Χάρβεϋ (στο βιβλίο του The ways of the world, 2016): το τσιμέντο που καταναλώθηκε στην Κίνα (6.651 εκ. τόνοι) μέσα σε 3 χρόνια (2011-2013) ήταν μιάμιση φορά περισσότερο από το τσιμέντο που κατανάλωσαν οι ΗΠΑ (4.405 εκ. τόνοι) στη διάρκεια ενός αιώνα (1900-1999)! Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας αψηφώντας τις οδηγίες που υποδείκνυαν την αξιοποίηση της κρίσης για την εδραίωση νεοφιλελεύθερων αλλαγών, επανέλαβε την επιτυχημένη συνταγή που είχε εφαρμόσει ο Ναπολέων Γ’ στο Παρίσι το 1852 και ο Ρούζβελτ στις μεταπολεμικές ΗΠΑ το 1945: εφάρμοσε ένα ασύλληπτων διαστάσεων κατασκευαστικό πρόγραμμα που μεταμόρφωσε τη χώρα. Το τίμημα ωστόσο ήταν βαρύ κι ασύμμετρο, δεδομένου ότι η πιστωτική επέκταση μεταξύ 2009 και 2015 αύξανε κάθε χρόνο κατά 20% πολύ ψηλότερα από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ. Έτσι πλέον γεννιούνται ερωτηματικά για την αποπληρωμή του σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης διεθνοποίησης, δηλαδή αμερικανοποίησης, του κινέζικου τραπεζικού συστήματος, κατ’ εντολή του Τραμπ, ενώ όλοι ξέρουν ότι οι χρυσές εφεδρείες του 2008 πλέον δεν υφίστανται. Εξαντλήθηκαν κι αυτές χωρίς να αναμένεται η σύντομη επιστροφή του κινέζικου χρέους στα προ κρίσης επίπεδα…

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα στις 30 Ιουλίου 2017