Δεν μπορεί, δεν πληρώνει η Αργεντινή!

Ιστορική σημασίας είναι η μάχη που δίνει η Αργεντινή να διαγράψει μέρος του δημοσίου χρέους της. Η σύγκρουση κορυφώθηκε την Παρασκευή 22 Μαΐου, όταν έληγαν υποχρεώσεις της Αργεντινής ύψους 500 εκ. δολ. κι η κυβέρνηση της χώρας αρνήθηκε να τις εξυπηρετήσει, όπως είχε προαναγγείλει ότι θα πράξει. Η αντίδραση των αγορών συμπυκνώθηκε στην ανακοίνωση των οίκων αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Fitch και Standard and Poor’s την Τρίτη 26 Μαΐου που υποβάθμισαν το χρέος της Αργεντινής σε D (Default) που ισοδυναμεί με χρεοκοπία και RD (Restricted Default) που ισοδυναμεί με επιλεκτική χρεοκοπία, αντίστοιχα. Στο ίδιο καθεστώς της επιλεκτικής χρεοκοπίας είχε τοποθετηθεί κι η Ελλάδα προ δεκαετίας όταν (σε συμφωνία με τους πιστωτές) προχώρησε στην μη πληρωμή ορισμένων ομολόγων.

Η σύγκρουση ωστόσο που διεξάγεται στην Αργεντινή είναι τελείως διαφορετική γιατί η μερική αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της (συγκεκριμένα 65 δισ. δολ. σε ένα σύνολο 324 δισ. δολ. που αντιστοιχεί στο 90% του ΑΕΠ της) εξελίσσεται σε σύγκρουση με τους διεθνείς πιστωτές της. Η πρόταση της Αργεντινής αφορούσε μεταξύ άλλων 3ετή περίοδο χάριτος στην αποπληρωμή, μετάθεση των αποπληρωμών μετά το 2030, 5,5% μείωση στο κεφάλαιο και 62% μείωση στα επιτόκια (από 7% στο 2,3%). Η συγκεκριμένη πρόταση έγινε δεκτή από ένα ασυνήθιστα ευρύ φάσμα προσωπικοτήτων που ξεκινούσε από τον Πάπα Φραγκίσκο και την υποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών αμερικανίδα Ελίζαμπεθ Γουόρεν κι έφτανε σε δεκάδες οικονομολόγους απ’ όλον τον κόσμο (εδώ η ανοιχτή επιστολή τους) όπου συμπεριλαμβάνονταν Νομπελίστες, κορυφαίοι μαρξιστές, κ.α. Η συσπείρωση που πέτυχε η Αργεντινή δείχνει πόσο ώριμο είναι σήμερα το αίτημα της διαγραφής μέρους του χρέους, ακόμη και σε αστικούς κύκλους.

Το αιτιολογικό εκ μέρους της (περονιστικής πολιτικής παράδοσης) κυβέρνησης της Αργεντινής ήταν απίστευτα προφανές: Προτεραιότητα έχουν οι κοινωνικές ανάγκες των 45 εκ. Αργεντίνων (το 35% εκ των οποίων ζει στη φτώχεια, που μεταξύ των παιδιών ξεπερνάει το 52%) κι όχι οι διεθνείς πιστωτές! Σε άρθρο γνώμης που έγραψε ο υπουργός Οικονομικών, Μάρτιν Γκούζμαν, στους Financial Times τόνισε ότι «στο νέο κόσμο του covid-19 δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να δαπανούμε το 20% των δημοσίων δαπανών μας ή και περισσότερα για πληρωμές χρέους – όπως ορισμένοι πιστωτές έχουν στην πράξη ζητήσει. Είναι απλώς αδύνατο». Η κυβέρνηση του Αλμπέρτο Φερνάντες μάλιστα για να δείξει πώς εννοεί ότι λέει και να χτίσει τις αναγκαίες κοινωνικές συμμαχίες εντός, ανακοίνωσε αυξήσεις στις συντάξεις κατά 6,12% από την 1η Ιουνίου. Πρόκειται για αύξηση που θα ωφελήσει 16 εκ. συνταξιούχους ή το 80% του συνόλου ενώ ξεπερνά κατά πολύ τον πληθωρισμό! Κινείται μάλιστα στον αντίποδα της νέας παγκόσμιας οικονομικής ορθοδοξίας, που υποτίθεται ελέω covid-19, προτάσσει παντού μειώσεις μισθών και συντάξεων και επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Η Αργεντινή για μια ακόμη φορά κάνει τη διαφορά…

Τι ακριβώς θα γίνει στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που είναι σε εξέλιξη και αναμένεται να τερματιστούν στις 2 Ιουνίου παραμένει ακόμη άγνωστο. Ενδιαφέρον έχει ωστόσο ότι η Αργεντινή επικαλείται εναντίον των διεθνών πιστωτών ακόμη και το ΔΝΤ. Ειδικότερα ο διεθνής οργανισμός, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο μπροστά από το βήμα που έκανε με αφορμή το ελληνικό χρέος όταν μετά από πολλά αποδέχτηκε την ανάγκη ελάφρυνσής του (υπό τον όρο να μην θιγεί ούτε ένα δολάριο από το δικό του μέρος), σε ανακοίνωση που εξέδωσε τον Φεβρουάριο του 2020 αναγνώριζε ότι το χρέος της Αργεντινής δεν είναι πλέον βιώσιμο. Συγκεκριμένα, επειδή το πέσο έχει υποτιμηθεί κατά 40%, τα σπρεντ έχουν αυξηθεί κατά 1.100 μονάδες βάσης, τα διεθνή συναλλαγματικά αποθέματα έχουν μειωθεί κατά 20 δις. δολ., το πραγματικό ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί περισσότερο απ’ όσο εκτιμούταν και το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 90% του ΑΕΠ (13% πάνω από τις προβλέψεις) προέκρινε μια επέμβαση στο χρέος, επιμένοντας φυσικά ότι θα πρέπει να γίνει από κοινού με τους πιστωτές. Παρότρυνση που η κάθε πλευρά στη πορεία ερμήνευσε με το δικό της τρόπο.

Η στάση του ΔΝΤ δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τις τεράστιες ευθύνες που φέρει για την υπερχρέωση της Αργεντινής, μετά την δανειοδότηση του προηγούμενου νεοφιλελεύθερου προέδρου της χώρας Μαουρίτσιο Μάκρι με δύο δάνεια ύψους 57 δισ. δολ. το 2018. Μέρος δε εξ αυτών χρησιμοποιήθηκαν για την προεκλογική εκστρατεία του πρώην προέδρου, όπως μου έδειξαν με αδιάσειστα στοιχεία Αργεντίνοι κατά την επίσκεψή μου στη χώρα το Νοέμβριο (εδώ το σχετικό ρεπορτάζ)! Πώς μετά να μην δώσει το ΔΝΤ το πράσινο φως έστω και με κρύα καρδιά για την αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους…

Η έκβαση των διαπραγματεύσεων του υπουργού Οικονομικών Μαρτίν Γκούζμαν με τους ιδιώτες πιστωτές θα έχει ιστορική σημασία επειδή δεν αφορά μόνο την Αργεντινή. Εδώ και ένα τουλάχιστον χρόνο είναι σε εξέλιξη μια αργή πορεία δημοσιονομικού εκτροχιασμού όλων των αναδυομένων αγορών, εξ αιτίας της φυγής κεφαλαίων από την περιφέρεια του καπιταλισμού προς τις μητροπόλεις. Το χρέος τους που αυξάνεται απειλητικά κάθε μήνα ανέρχεται πλέον σε 2,5 τρισ. δολ. Οι διεθνείς πιστωτές, που στην περίπτωση της Αργεντινής έχουν διασπαστεί, αν αποδεχτούν τα αιτήματα των Περονιστών ξέρουν ότι σύντομα θα ακολουθήσουν δεκάδες άλλες χώρες κυρίως της Αφρικής και της Ασίας. Γι’ αυτό και προχώρησαν στην κήρυξη της Αργεντινής σε χρεοκοπία παρότι το κόστος από την αναδιάρθρωση απέχει ελάχιστα από την αποτίμηση της αγοράς ενώ κι η ίδια η χρεοκοπία επισείει για τους πιστωτές επιπλέον κόστη. Μεταξύ άλλων το δεδικασμένο μιας κατά πάντων κήρυξης στάσης πληρωμών που θα λειτουργούσε παραλυτικά για τις αγορές…

Η στάση της Αργεντινής δείχνει ότι το αίτημα της διαγραφής μέρους έστω του δημόσιου χρέους επανέρχεται! Η έκρηξη του δημόσιου χρέους λόγω της μεγάλης ύφεσης και των έκτακτων δαπανών για την αντιμετώπιση της πανδημίας επιβάλει νέες πρωτοβουλίες ενάντια στους πιστωτές, με στόχο να βρεθούν πόροι για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και τη χορήγηση αυξήσεων. Κι αν αυτό είναι εμφανές και αυταπόδεικτο στην Αργεντινή όπου το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 90% του ΑΕΠ και η ύφεση στο 5,7%, τι είναι στην Ελλάδα όπου το δημόσιο χρέος θα φτάσει το 200% του ΑΕΠ και η ύφεση το 10%;

Κρίσιμη η αναδιάρθρωση του χρέους της Αργεντινής προς τους ιδιώτες

Πηγή: Project Syndicate, 6 Μαΐου 2020

Μετάφραση: Λ.Β.

Joseph E. Stiglitz, Edmund S. Phelps, Carmen M. Reinhart

Ζητείται από τους πιστωτές της Αργεντινής να δεχθούν μια πρόταση που θα μειώσει τη ροή των εσόδων τους αλλά θα τις κάνει βιώσιμες. Μια υπεύθυνη απόφαση θα δημιουργήσει ένα θετικό προηγούμενο, όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως όλον.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – Η πανδημία του Covid-19 έχει ωθήσει την ανθρωπότητα προς τη χειρότερη παγκόσμια ύφεση της σύγχρονης εποχής. Η πίεση στα δημόσια οικονομικά έχει γίνει τεράστια, ειδικότερα προς τις αναπτυσσόμενες χώρες που ήταν ήδη ιδιαίτερα υπερχρεωμένες.

Η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ξεκινήσει διάφορες πρωτοβουλίες για να ελαφρύνουν την επιβάρυνση του δημόσιου χρέους σε αυτή την εξαιρετική κατάσταση. Ως πρώτο βήμα, οι χώρες του G20 συμφώνησαν να προσφέρουν ένα μορατόριουμ για το επίσημο διμερές χρέος των 76 φτωχότερων οικονομιών του κόσμου.

Αυτή η στιγμή θέτει το ύστατο τεστ για τη διεθνή οικονομική αρχιτεκτονική. Η «βιωσιμότητα» είναι ένας όρος συνεχώς παρών στα παγκόσμια χρηματοοικονομικά και τις επενδύσεις, κι αυτό για καλό λόγο. Η αρχή που ενσωματώνει – όπως στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ – αναφέρεται στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Κι αυτές οι αρχές ταιριάζουν απόλυτα όταν ερχόμαστε στο δημόσιο χρέος των αγωνιζόμενων αναπτυσσόμενων χωρών.

Στον αντίποδα αυτού του σκηνικού παγκόσμιας έκτακτης ανάγκης, η Αργεντινή βρίσκεται στην πιο κρίσιμη στιγμή της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της με έναν δημιουργικό τρόπο, με καλή πίστη και με την υποστήριξη όλων των εγχώριων πολιτικών ομάδων. Από το 2016, όταν η χώρα απέκτησε ξανά πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, οι πιστωτές του εξωτερικού έπαιξαν ένα στοίχημα συγκεντρώνοντας χρέος με μεγάλα κουπόνια, συμβατό όμως μόνο με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά μεγέθυνσης που δεν επιτεύχθηκαν. Τον Φεβρουάριο, πριν η κρίση του COVID-19 οξυνθεί, το ΔΝΤ κατέληξε ότι το δημόσιο χρέος της Αργεντινής είναι «μη βιώσιμο». Υπάρχει συναίνεση ότι το χρέος είναι αβάσταχτο, με τις πληρωμές τόκων να έχουν διπλασιαστεί ως μερίδιο των δημοσίων εσόδων. Για να το πούμε ωμά, το κόστος αναχρηματοδότησης έχει γίνει υπερβολικά υψηλό.

Μια επαναδιαπραγμάτευση απαιτεί την δέσμευση όλων των μερών. Η Αργεντινή έχει παρουσιάσει στους ιδιώτες πιστωτές της μια υπεύθυνη προσφορά που εκφράζει επαρκώς την ικανότητα πληρωμών της χώρας: μια τριετή περίοδο χάριτος με μια ελάχιστη μείωση στο κεφάλαιο και μια σημαντική μείωση στο επιτόκιο. Η πρόταση συμβαδίζει με την τεχνική ανάλυση του ΔΝΤ, που αναφέρει ότι θα απαιτηθεί μια ουσιαστική ελάφρυνση χρέους από τους ιδιώτες πιστωτές της Αργεντινής για να ανακτηθεί, με υψηλή πιθανότητα, η βιωσιμότητα του χρέους.

Η ελάφρυνση του χρέους είναι ο μόνος δρόμος να πολεμήσουμε την πανδημία και να θέσουμε την οικονομία σε μια βιώσιμη τροχιά. Πριν τη κρίση, η Παγκόσμια τράπεζα εκτιμούσε ότι η αστική φτώχεια στην Αργεντινή βρισκόταν στο 35,5% και η παιδική φτώχεια στο 52,3%. Τα Ηνωμένα Έθνη τώρα θεωρούν την επίπτωση του σοκ στη χώρα ως μία από τις χειρότερες στην περιοχή, με το ΔΝΤ να προβλέπει συρρίκνωση 5,7% του ΑΕΠ το 2020.

Από τους πιστωτές ζητείται η περικοπή της ροής των εσόδων τους, ενώ θα λάβουν εύλογα επιτόκια στο μέλλον. Η Αργεντινή έχει επιβεβαιώσει τη βούλησή της να εξυπηρετήσει το αναδιαρθρωμένο χρέος, ακριβώς επειδή θα γίνει εφικτό με τα νέα, προτεινόμενα επιτόκια. Μόνο μια οικονομία που μεγεθύνεται βιώσιμα μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της δεσμεύσεις διαχρονικά.

Η διαφορά στην αντιμετώπιση κεφαλαίου και τόκων είναι σχεδιασμένη με ακρίβεια για να ανακουφίσει το βάρος από την εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ η χώρα πολεμάει τον Covid-19 κι εργάζεται να επαναφέρει την μεγέθυνση. Επίσης, η μείωση του μέσου κουπονιού στα ομόλογα που προσφέρει η Αργεντινή (από το τρέχων μέσο όρο του 7% στο 2,3%) είναι εύλογη, δεδομένου του τρέχοντος παγκόσμιου περιβάλλοντος στα επιτόκια.

Σε αυτή την εξαιρετική στιγμή, η πρόταση της Αργεντινής παρουσιάζει επίσης μια ευκαιρία για τη διεθνή χρηματοοικονομική κοινότητα να δείξει ότι μπορεί να επιλύσει μια κρίση δημόσιου χρέους με έναν διατεταγμένο, αποτελεσματικό και βιώσιμο τρόπο. Η απουσία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δε θα πρέπει να στερήσει υπερχρεωμένες χώρες από τη δυνατότητα να προστατεύσουν το λαό τους και να επιφέρουν οικονομική ανάκαμψη κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που θυμόμαστε.

Πιστεύουμε ότι μια βιώσιμη συμφωνία ωφελεί και τις δύο πλευρές: μια οικονομία 45 εκ. ανθρώπων που αγωνίζεται και τους ίδιους τους πιστωτές. Τώρα είναι η ώρα για τους ιδιώτες πιστωτές να δράσουν με καλή πίστη. Μια υπεύθυνη απόφαση θα δημιουργήσει ένα θετικό προηγούμενο, όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως όλον.

Αυτό το σχόλιο συνυπογράφεται επίσης από τους εξής:                     

Jeffrey D. Sachs, Columbia University, 

Dani Rodrik, Harvard Kennedy School, 

Thomas Piketty, School for Advanced Studies in the Social Sciences, 

Mariana Mazzucato, University College London, 

Kenneth Rogoff, former IMF chief economist and Harvard University, 

Brad Setser, Council on Foreign Relations, 

Ricardo Hausmann, former IADB Chief Economist and Harvard Kennedy School, 

Carlos Ominami, former Economy Minister, Chile, 

Yu Yongding, former member of the Monetary Policy Committee, People’s Bank of China,

Erik Berglof, former EBRD chief economist and London School of Economics, 

Nora Lustig, Tulane University, 

Nelson Barbosa, former Minister of Finance and Planning,

Justin Yifu Lin, former World Bank chief economist and Peking University, 

Partha Dasgupta, University of Cambridge, 

Kevin P. Gallagher, Boston University, 

Stephany Griffith-Jones, Columbia University, 

Stephanie Blankenburg, UNCTAD,

Richard Kozul-Wright, UNCTAD, 

Ricardo French Davis, University of Chile, 

James K. Galbraith, University of Texas, 

Jean-Paul Fitoussi, Sciences Po, 

Amar Bhattacharya, Brookings Institution, 

Robert Boyer, National Scientific Research Council, 

Robert Pollin, University of Massachusetts-Amherst, 

Robert Howse, NYU Law, 

Giovanni Dosi, Scuola Superiore Sant’Anna, 

Juan Carlos Moreno Brid, National Autonomous University of Mexico, 

Josh Bivens, Economic Policy Institute, 

Arjun Jayadev, Azim Premji University, 

David Soskice, London School of Economics, 

Jayati Ghosh, Professor of Economics, Jawaharlal Nehru University, 

Mauro Gallegati, Università Politecnica Delle Marche, 

Natalya Naqvi, London School of Economics, 

Daniela Gabor, UWE Bristol, 

Marcus Miller, University of Warwick, 

John E. Roemer, Yale University, 

William H. Janeway, University of Cambridge, 

Dean Baker, Center for Economic and Policy Research and University of Utah, 

Gerald Epstein, University of Massachusetts-Amherst,

Anwar Shaikh, New School University, 

Kaushik Basu, Cornell University, 

Matias Vernengo, Bucknell University, 

Philippe Aghion, London School of Economics, 

Anne Laure Delatte, Centre d’Etudes Prospectives et d’Informations Internationales, 

Sudhir Anand, London School of Economics, 

Christoph Trebesch, University of Kiel,

John Weeks, University of London, 

David Vines, University of Oxford, 

Saskia Sassen, Columbia University, 

Sandra Polaski, Boston University, 

Thomas Pogge, Yale University, 

Rhys Jenkins, University of East Anglia, 

Jurgen Kaiser, Jubilee Germany, 

Gary A. Dymski, University of Leeds, 

Andreas Antoniades, University of Sussex, 

Raphael Kaplinsky, University of Sussex, 

Diane Elson, University of Essex, 

Ernst Stetter, former secretary general, Foundation for European Progressive Studies, 

Ozlem Onaran, University of Greenwich, 

Todd Howland, Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, 

Isabel Ortiz, Columbia University, 

Carolina Alves, University of Cambridge, 

Eric LeCompte, Jubilee USA Network,

Richard Jolly, University of Sussex, 

Christoph Trebesch, University of Kiel,

Diego Sanchez-Ancochea, University of Oxford, 

Mark Weisbrot, Center for Economic and Policy Research, 

Lara Merling, International Trade Union Confederation, 

Pedro Mendes Loureiro, University of Cambridge, 

Ilene Grabel, University of Denver, 

Sabri Öncü, CAFRAL,

David Hall, University of Greenwich, 

Jose Esteban Castro, Newcastle University, 

Andy McKay, University of Sussex, 

Stefano Prato, Society for International Development, 

Rosemary Thorp, University of Oxford, 

Barry Herman, The New School for Public Engagement, 

Andres Aruaz, former Minister of Knowledge and Central Bank General Director, Ecuador, 

Manuel Alcántara, University of Salamanca, 

Alex Izurieta, UNCTAD, 

Michael Cichon, UNU Maastricht, 

Biswajit Dhar, Jawaharlal Nehru University, 

Jens Martens, Global Policy Forum, 

Nicolas Pons-Vignon, University of the Witwatersrand, 

Jean Saldanha, European Network on Debt and Development (Eurodad), 

Leonidas Vatikiotis, Debtfree Project, 

Valpy FitzGerald, University of Oxford, 

Giovanni Andrea Cornia, University of Florence, 

Matthias Thiemann, Sciences Po, 

Yılmaz Akyüz, former chief economist, South Centre, Geneva, 

Stephan Schulmeister, University of Vienna, 

Eduardo Strachman, São Paulo State University, 

Peter Dorman, Evergreen State College,

C.P. Chandrasekhar, Jawaharlal Nehru University, 

Leopoldo Rodriguez, Portland State University, 

Chris Tilly, University of California Los Angeles, 

Tracy Mott, University of Denver, 

Jeffrey Madrick, Schwartz Rediscovering Government Initiative, 

Günseli Berik, University of Utah, 

Joseph Ricciardi, Babson College, 

Lorenzo Pellegrini, Erasmus University Rotterdam, 

Erinc Yeldan, Bilkent University, 

Sunil Ashra, Management Development Institute, 

Mustafa Özer, Anadolu University, Turkey, 

Rolph van der Hoeven, Erasmus University Rotterdam, 

Al Campbell, University of Utah,

Antonella Palumbo, Università Roma Tre,

Arthur MacEwan, University of Massachusetts Boston, 

Neva Goodwin, Tufts University, 

Korkut Boratav, Turkish Social Science Association, 

Michael Ash, University of Massachusetts-Amherst, 

Alicia Puyana, Facultad Latinoamericana de Ciencias Sociales, Mexico, 

John Willoughby, American University, 

Marco Palacios, El Colegio de Mexico, 

Reza Mazhari, Gonbad Gavous University, Iran, 

Ann Markusen, University of Minnesota, 

Renee Prendergast, Queens University, 

Michael Moore, University of Warwick, 

Carlos A. Carrasco, Universidad de Monterrey, Mexico, 

Robert Lynch, Washington College, 

John Schmitt, Economic Policy Institute, 

Venkatesh Athreya, Bharathidasan University, 

Jeff Faux, Economic Policy Institute, 

Kunibert Raffer, University of Vienna, 

Jenik Radon, Columbia University, 

Maria Joao Rodrigues, Foundation for European Progressive Studies, 

Stephanie Seguino, University of Vermont, 

Gustavo Indart, University of Toronto, 

Cyrus Bina, University of Minnesota, 

Alberto Minujin, The New School, 

Philip Alston, NYU, 

Sudhir Anand, London School of Economics, 

José Gabriel Palma, Cambridge University, 

Michael A. Cohen, The New School, 

Jeff Powell, University of Greenwich, and 

Rob Johnson, President, INET. 

Απορρίπτουν το κορονο-ομόλογο, το Eurogroup σπρώχνει την Ιταλία στον Καιάδα

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δεν πρόκειται για αδιέξοδο. Η απόφαση του Eurogorup, που συνεδρίαζε όλη τη νύχτα ισοδυναμεί, με καθαρή και ξάστερη απόρριψη του αιτήματος των ευρωπαϊκών χωρών του νότου για έκδοση κοινού ομολόγου. Το αίτημα είχε κατατεθεί κι επισήμως με την κοινή επιστολή που έδωσαν στη δημοσιότητα οι εννέα αρχηγοί κρατών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου και του έλληνα πρωθυπουργού.

Χάρη στην επιμονή της Ιταλίας και της Ισπανίας να αποφασίσουν οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης υπέρ της έκδοσης κοινού ομολόγου το θέμα επανήλθε στη συνεδρίαση του Eurogroup της 7ης Απριλίου. Κι εκεί η Ολλανδία – δορυφόρος της Γερμανίας αρνήθηκε να δεχτεί την απαίτηση του ιταλού υπουργού Οικονομικών, Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι, να συμπεριληφθεί στο τελικό ανακοινωθέν σαφής αναφορά στην αμοιβαιοποίηση του χρέους ως εργαλείο οικονομικής ανάκαμψης. Το άλλο αίτημα της Ρώμης αφορούσε την άνευ όρων και αιρεσιμοτήτων χρήση δανείων από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Το βάθος του διχασμού φάνηκε ακόμη κι από την απόρριψη του «οδικού χάρτη» που πρότεινε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λέγιεν, για έναν συντεταγμένο τερματισμό του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης που επεβλήθη λόγω κορονοϊού. Η αριστοκράτισσα γερμανίδα έβαλε στον …πάγο το έτοιμο ανακοινωθέν λόγω της διαφωνίας Ιταλίας, Ισπανίας και Γαλλίας που αντέτειναν ότι κάθε τέτοιο σχέδιο πρέπει να συνταχθεί από κοινού με τις κυβερνήσεις κι όχι να τους παρουσιάζεται στο «παρά πέντε». Αν  κάτι προσπάθησε να κάνει η Επιτροπή έστω και τώρα ήταν να επαναφέρει τον συντονισμό των εθνικών πολιτικών που κατά το ξέσπασμα της κρίσης εμφάνιζε εικόνα στρατού ατάκτων, δίνοντας αφορμή για σχόλια περί ανυπαρξίας της ΕΕ. Το απώτερο ζητούμενο φυσικά ήταν και παραμένει η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς, που δέχθηκε μια πρωτοφανή απειλή με τα κλεισίματα των συνόρων, τις αρπαγές κρίσιμου υλικού, την απόφαση της Γερμανίας να καλύψει πρώτα την εθνική της αγοράς με ιατρικές προμήθειες και μετά να επιτρέψει εξαγωγές, κ.α.

Οι Ιταλοί φυσικά δεν έχουν κανέναν λόγο να βοηθήσουν την Επιτροπή να σώσει την κοινή αγορά, όταν στο εσωτερικό τους η κοινωνία αποσυντίθεται, ο κόσμος πεινάει και τα συσσίτια έχουν βγει ξανά στους δρόμους του ιταλικού νότου για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κορονο-ομόλογα τώρα, όπως και τα ευρω-ομόλογα στο αποκορύφωμα της κρίσης του ευρώ το 2011, δεν θα έλυναν το πρόβλημα της πείνας. Θα αποτελούσαν ωστόσο μια χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους της Γερμανίας και του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης για να δείξουν ότι είναι σε θέση να υποστούν ένα κόστος ως αντιστάθμιση στα τεράστια οφέλη που έχουν δρέψει από την ευρωζώνη. Προς επίρρωση τα ελλειμματικά εμπορικά ισοζύγια των νότιων χωρών… Ούτε αυτό δεν έκαναν και σε ένα μεγάλο βαθμό πλήρως προβλέψιμα: Το ευρώ δεν δημιουργήθηκε για να διανέμει τον πλούτο ούτε καν μεταξύ διαφορετικών κρατών. Δημιουργήθηκε για να επιβάλει με δομικό τρόπο την λιτότητα και να θωρακίσει την ηγεμονική θέση της Γερμανίας στη νέα αρχιτεκτονική.

Ωστόσο, αν η άρνηση της Γερμανίας και των δορυφόρων της (Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία) στην αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους διασώζει την πολιτική της αιώνιας λιτότητας που είναι η πεμπτουσία του ευρώ, είναι πολύ αμφίβολο αν θα διασώσει την ενότητα της ΕΕ. Στην Ιταλία, την ώρα που φτάνει βοήθεια από Ρωσία, Κίνα και Κούβα, οι κριτικές ενάντια στην ΕΕ κάθε μέρα αυξάνονται κι ακούγονται όλο και πιο δυνατά. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση ένα ασυνήθιστα  μεγάλο ποσοστό της τάξης του 67% μεταξύ των ερωτηθέντων θεώρησε μειονέκτημα την συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ όταν το Νοέμβριο του 2018 ως μειονέκτημα είχε θεωρήσει την συμμετοχή της Ιταλίας στην ΕΕ το 47% των ερωτηθέντων.

Οι Financial Times μάλιστα υποστηρίζουν «ότι μεταξύ της φιλο-ευρωπαϊκής ελίτ υπάρχει ένα ανερχόμενο αίσθημα εγκατάλειψης της χώρας από τους γείτονες της». Να θυμίσουμε δε ότι στην κοινωνία, όπως δείχνουν σταθερά οι εθνικές κάλπες, οι πολίτες ψηφίζουν κατά πλειοψηφία εναντίον του ευρώ. Την αντι-ΕΕ στροφή της ιταλικής ελίτ την εκφράζει στη βρετανική εφημερίδα, που διαθέτει μια αυξημένη εμπειρία επί του θέματος, ιταλίδα πολιτικός που πρόσφατα δημιούργησε το δικό της κόμμα για να υποστηρίξει την …ΕΕ και τώρα δήλωνε για τους φιλοευρωπαίους: «Μια μαζική, μαζική στροφή συμβαίνει στην Ιταλία».

Την κρισιμότητα της κατάστασης στην Ιταλία την εξέφρασε τόσο ο 78χρονος πρόεδρος της χώρας Σέρτζιο Ματαρέλα, που αποτελούσε το «ευρωπαϊκό», δηλαδή φιλο-ΕΕ, αντίβαρο απέναντι στην προηγούμενη κυβέρνηση συμμαχίας Λίγκας και Πέντε Αστέρων όταν δήλωνε προς τους Ευρωπαίους «ελπίζω να καταλάβετε καλά πριν να είναι πολύ αργά», όσο κι ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ όταν δήλωνε στους Financial Times ότι η κατάσταση στην Ιταλία είναι ακόμη πιο σοβαρή απ’ όσο ήταν κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Τα πλήγματα που δέχεται το φιλικό προς τις Βρυξέλλες στρατόπεδο στην Ιταλία μεγεθύνονται λόγω του ότι στην κυβέρνηση βρίσκεται μια κυβέρνηση συνεργάσιμη με την ΕΕ, που αντικατέστησε την προηγούμενη ετερόκλητη εκ πρώτης όψης, ακροδεξιά στην πράξη κυβέρνηση, η οποία στεκόταν εχθρικά απέναντι στην ΕΕ, με τον αντιπρόεδρό της Ματέο Σαλβίνι να κηρύσσει διμέτωπο απέναντι στους μετανάστες  στο Νότο και στους Γερμανούς στο Βορρά.

Ακόμη και η παραίτηση του ιταλού προέδρου Μάουρο Φεράρι από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ERC), την ίδια μέρα που συνεδρίασε το Eurogroup, με μια επιστολή που στην πρώτη της κιόλας παράγραφο τονίζει «σας παρακαλώ συγχωρήστε με αλλά πιστεύω στην επιστήμη στην υπηρεσία της κοινωνίας», δείχνει ότι αυτή τη στιγμή στην Ιταλία αλλάζουν εκ βάθρων οι όροι του παιχνιδιού. Οι παραπάνω από 17.000 νεκροί από την πανδημία και οι εισβολές των φτωχών στα σούπερ μάρκετ για να προμηθευτούν φαγώσιμα στον ιταλικό νότο χαράσσουν εκ νέου τις συντεταγμένες και προοικονομούν βαθιές αλλαγές…

Η πανδημία του κορονοϊού ενισχύει, δεν αποδυναμώνει το μικρόβιο του νεοφιλελευθερισμού

Τα ύστερα του κόσμου! Η Γερμανία, αρχιτέκτονας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεγάλος ωφελημένος της ευρωζώνης, που δεν δίστασε να κλείσει τα σύνορα της στις εξαγωγές φαρμακευτικού υλικού, απαιτεί από την Ιταλία να υπογράψει μνημόνιο αν θέλει να πάρει έκτακτο δάνειο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας! Η είδηση που αποδίδεται σε γερμανούς αξιωματούχους μεταφέρθηκε από το Bloomberg και προδιαγράφει με ισχυρή βεβαιότητα το κλίμα που θα επικρατήσει στο Eurogroup, το οποίο συνέρχεται το απόγευμα της Τρίτης 24ης Μαρτίου, μέσω τηλεδιάσκεψης. Οι όροι που θα τεθούν στην Ιταλία θα είναι οι ελάχιστοι  όπως μεταφέρει το διεθνές πρακτορείο, δεν παύουν να είναι όμως όροι!

Το επιχείρημα της γερμανικής πλευράς είναι ότι η Ιταλία (με 63.927 κρούσματα και 6.077 νεκρούς μέχρι στιγμής, κατά το Johns Hopkins) «έπασχε» πολύ καιρό πριν ξεσπάσει η πανδημία του κορονοϊού και «εκδήλωνε αλλεργίες» στις απαραίτητες, κατά τους νεοφιλελεύθερους, μεταρρυθμίσεις. Μάρτυρας, το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος της ύψους 132,2%, βάσει της Eurostat.

Μια κόμη επίδειξη κυνισμού έκανε ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Πίτερ Αλτμάιερ κόβοντας κάθε συζήτηση για την έκδοση ευρωομολόγων ή κορονο-ομολόγων, χαρακτηρίζοντας τη συζήτηση ως «διαμάχη φάντασμα». Στην πράξη τόνισε ότι η συζήτηση για την ευρωπαϊκή εγγύηση σε εθνικές εκδόσεις χρέους που θα στηρίξουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς έχει κλείσει από το 2012, όταν πρώτος ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, έθεσε την πρόταση… Στη συνέχεια την πρόταση του Γιουνκέρ επανέλαβαν κι άλλοι πολιτικοί, όπως ο Γ. Βαρουφάκης, εμφανίζοντάς την μάλιστα ως ριζοσπαστικό μέτρο…

Η άτεγκτη στάση της Γερμανίας που συνεπικουρείται από την Ολλανδία εναντίον της Ιταλίας που έχει στο πλάι της την Ισπανία και τη Γαλλία, μας υπενθυμίσει ότι ποτέ δεν έκλεισε το χάσμα μεταξύ κέντρου κα περιφέρειας στην ευρωζώνη. Κυρίως όμως μας υπενθυμίζει πόσο ανθεκτικό είναι το μικρόβιο του νεοφιλελευθερισμού, που αποδεικνύεται πολύ πιο επικίνδυνο ακόμη και από τον ιό του κορονοϊού.

Τα έκτακτα δε μέτρα παροχής ρευστότητας, που έχουν ληφθεί μέχρι στιγμής σε ΗΠΑ και Ευρώπη, δεν αναιρούν την πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και των αιματηρών περικοπών! Παρότι εκλήφθηκαν και χαιρετίστηκαν κυρίως στον Τύπο ως ακύρωση της παγιωμένης πολιτικής λιτότητας ειδικά στην Ευρώπη ελήφθησαν στο πλαίσιο κι όχι σε αντιπαράθεση με το Σύμφωνο Σταθερότητας! Συγκεκριμένα, με βάση την απόφαση των υπουργών ενεργοποιήθηκε η Ρήτρα Γενικής Απόδρασης (General Escape Clause), που επέτρεψε ακόμη και την δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ρητώς ότι «Οι υπουργοί παραμένουν πλήρως δεσμευμένοι στο σεβασμό του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης». Το «διάλλειμα» επομένως που εξασφάλισαν οι υπουργοί της ΕΕ μπορεί να φέρνει στην επιφάνεια τον καταστροφικό χαρακτήρα του Συμφώνου, ωστόσο δεν τον ακυρώνει. Ίσα – ίσα εξασφαλίζει την συνέχιση της λειτουργίας του όταν, με το καλό, τερματιστούν οι σημερινές συνθήκες έκτακτης ανάγκης…

Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι στο σημερινό χρηματοοικονομικό περιβάλλον όπου οι δανειακές ανάγκες κάθε κράτους επαφίενται στη διάθεση των αγορών, που θα δανειοδοτήσουν τα ελλείμματα, δεν αρκεί η θέληση για την δημοσιονομική επέκταση και την δημιουργία ελλειμμάτων. Όπως ακριβώς ένα σχέδιο κατά της λιτότητας έπρεπε να συνοδεύεται από την έξοδο από το ευρώ επί Μνημονίων, έτσι και τώρα ένα σχέδιο γενναίας δημοσιονομικής επέκτασης οφείλει να συνοδεύεται από διάθεση σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και εξόδου από το Σύμφωνο Σταθερότητας σε σημείου έκδοσης εθνικού νομίσματος…

Και τα ίδια ωστόσο τα μέτρα που ανακοινώθηκαν είναι αμφίβολης αποτελεσματικότητας, παρότι συνοδεύονται από πακτωλούς δισεκατομμυρίων που μες στην ανομοιομορφία τους αντιστοιχούν σε αδρές γραμμές στο 10 ως 20% του κάθε εθνικού ΑΕΠ (Ιταλία, 25 δισ. ευρώ, Γαλλία 345 δισ., Ισπανία 200 δισ., Πορτογαλία 9,2 δισ., Ελλάδα 10 δισ. Αγγλία 330 δισ. λίρες, κοκ.)! Η κρίση του 2008 ωστόσο μας έχει διδάξει μετά από κάθε ανακοίνωση για «πόσα» χρήματα εκταμιεύονται να ρωτάμε και «που» θα πάνε. Κι η απάντηση είναι η συνήθης: στις τράπεζες! Το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτήσεων που εξήγγειλε κάθε κυβέρνηση κι όλο σχεδόν το πακέτο του Pandemic Emergency Purchase Programme που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνολικού ύψους 750 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του έτους (επιπλέον των αγορών αξίας 120 δισ. ευρώ που αποφασίστηκε στις 12 Μαρτίου) θα καταλήξει στις τράπεζες και τις αγορές. Έστω μέσω εγγυήσεων! Δεν προβλέπονται άμεσες ενισχύσεις, ούτε δημοσιονομική επέκταση, πέραν των αναγκαίων για να αντιμετωπιστεί η τρέχουσα ύφεση, που πιθανότατα θα ξεπεράσει σε βάθος ακόμη κι εκείνη την 2008, όπως ανακοίνωσε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κ. Γκεοργκίεβα. Οι δε άμεσες ενισχύσεις στους εργαζόμενους που θα χάσουν τη δουλειά τους (πχ τα 800 ευρώ στην Ελλάδα) δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα προσωρινό δίχτυ ασφαλείας, με ημερομηνία λήξης.

Από την άλλη, το άνοιγμα των σούπερ μάρκετ τις Κυριακές και η επαναφορά του χουντικού νόμου της πολιτικής επιστράτευσης των απεργών θα παραμείνουν, μαζί με την ανεργία που θα επιστρέψει στα επίπεδα της κυβέρνησης Σαμαρά, στο 27%. Αρκεί να αναλογιστούμε τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται στους κλάδους οι οποίοι θα υποστούν συντριπτικό πλήγμα ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο που η πανδημία του κορονοϊού τελειώσει σύντομα. Με βάση την ΕΛΣΤΑΤ και μιλώντας για το 2018, 266.227 εργαζόμενοι στις δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, 95.500 στα καταλύματα, 32.175 στις πλωτές μεταφορές, 14.136 δραστηριότητες ταξιδιωτικών πρακτορείων, οργανωμένων ταξιδιών, κ.α. Σύνολο: Περισσότεροι από 400.000 εργαζόμενοι! Στην ίδια δραματική θέση με τους περισσότερους από αυτούς τους εργαζόμενους που θα χάσουν τη δουλειά τους θα βρεθούν επίσης δεκάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες που αποτελούν σε σταθερή βάση το αμορτισέρ μεταξύ της εργασίας και των μεσαίων στρωμάτων. Για όλους αυτούς ο «συμπονετικός καπιταλισμός» των δωρεών δεν θα έχει τίποτε να προσφέρει…

Μέχρι στιγμής οι αντιδράσεις των λαών απέναντι στην πρωτοφανή απειλή που δέχονται για την ίδια τη ζωή τους λόγω των πολιτικών λιτότητας, είναι αναντίστοιχη της πραγματικότητας. Η ανοχή που απολαμβάνουν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες που ευθύνονται για την μόνιμη υποχρηματοδότηση και την ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας δεν θα διαρκέσει για πολύ. Ερμηνεύεται ωστόσο στη βάση του μουδιάσματος που προκάλεσε η πανδημία σαν μια νέα «θεραπεία σοκ» και της επίδειξης ευαισθησίας των ευρωπαίων ηγετών. Όσο ωστόσο θα ξεπερνιέται το σοκ της κρίσης και θα επιστρέφουμε στην «κανονικότητα» του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δηλαδή των ελλείψεων στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και των ΣΔΙΤ στην υγεία θα απαιτηθούν εξηγήσεις για τους χιλιάδες νεκρούς σε αυτό το μαζικό εκ προμελέτης έγκλημα. Ας ελπίσουμε η αφύπνιση των λαών μετά από αυτές τις εκατόμβες να ακυρώσει την επιστροφή στην …κανονικότητα της φτωχοποίησης κα της λιτότητας…

Αργεντινή: Χορεύοντας ξανά με τη χρεοκοπία

Ήταν τον Ιούνιο του 1986 όταν στα προημιτελικά του Μουντιάλ στο Μεξικό το «χέρι του Θεού», μέσω του επί της γης …αντιπροσώπου του Ντιέγκο Μαραντόνα χάρισε στην Αργεντινή ό,τι καλύτερο μπορούσε να περιμένει μετά την στρατιωτική της ήττα στα νησιά Μαλβίνες: μια ποδοσφαιρική νίκη επί της Αγγλίας!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Σχεδόν 34 χρόνια αργότερα η νέα κυβέρνηση της Αργεντινής πάλι προσέφυγε στον αντιπρόσωπο του Θεού επί της γης, τον αργεντίνικης καταγωγής  Πάπα Φραγκίσκο, πραγματοποιώντας επίσημη επίσκεψη στο Βατικανό την Παρασκευή 31 Ιανουαρίου. Κι αυτό όχι για να αποτρέψει την ένατη χρεοκοπία της Αργεντινής, αλλά για να την κάνει πιο ήπια. Να μπορέσει να τη διαχειριστεί με τις λιγότερες δυνατές συνέπειες εντός και κυρίως εκτός της Αργεντινής. Ο νέος πρόεδρος της Αργεντινής, Αλμπέρτο Φερνάντες, μοιράζεται ένα ακόμη κοινό με τον πάπα, πέραν της καταγωγής: Την έμπρακτη συμμετοχή σε πρωτοβουλίες που ευαγγελίζονται μια οικονομία η οποία δεν θα λειτουργεί με τους νόμους της αγοράς αναπαράγοντας τις αντιθέσεις και την κοινωνική περιθωριοποίηση για τους φτωχούς. Για να προωθήσει μάλιστα το στόχο της κοινωνικής οικονομίας το Βατικανό που έχει εργαστεί επισταμένα επ’ αυτού το τελευταίο διάστημα με σημαντικούς οικονομολόγους απ’ όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων και τον νομπελίστα Τζόζεφ Στίγκλιτς που είναι μέντορας και καθηγητής του υπουργού Οικονομίας της Αργεντινής, θα συγκεντρώσει στην Ασίζη τον Μάρτιο νέους οικονομολόγους και ακτιβιστές για να διερευνήσουν την δυνατότητα συγκρότησης μιας «οικονομίας διαφορετικού τύπου που θα φέρνει τη ζωή κι όχι το θάνατο που θα περικλείει και δεν θα αποκλείει».  

Ο Μάρτιος ωστόσο είναι σημαδιακός μήνας για την Αργεντινή γι’ άλλον λόγο που πιθανότατα θα καταστήσει απαγορευτική τη συμμετοχή στο συνέδριο της Ασίζης του υπουργού Οικονομίας της Αργεντινής, Μαρτίν Γκούζμαν: Επειδή την τελευταία μέρα του μήνα λήγει η προθεσμία για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της χώρας. Μέχρι τότε, όπως μαρτυρά το ταξίδι του προέδρου της Αργεντινής στην Ευρώπη, όπου πέραν του πάπα Φραγκίσκου συναντήθηκε με τη γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, θα έχει κορυφωθεί μια μακρά σειρά διεθνών επαφών της πολιτικής ηγεσίας του Μπουένος Άιρες. Στόχος του είναι να βρεθεί μια συναινετική λύση ώστε να μην επαναληφθεί η σύγκρουση του 2015 όταν η τότε πρόεδρος και νυν αντιπρόεδρος Κριστίνα Κίρχνερ, αρνήθηκε να πληρώσει τα ταμεία – γύπες, που είχαν πάρει από τη δευτερογενή αγορά τα ομόλογα της Αργεντινής.

Και σήμερα ωστόσο η σύνθεση του δημόσιου χρέους της Αργεντινής δεν προδικάζει μια ανέφελη αναδιάρθρωση, που θα μπορούσε για παράδειγμα να λάβει την μορφή μιας επιμήκυνσης των αποπληρωμών. Το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας ανέρχεται στο 80,7% του ΑΕΠ ή σε 337 δισ. δολ., με τις αποκλίσεις να οφείλονται στην αλλαγή της ισοτιμίας του πέσο έναντι του δολαρίου. Από το σύνολο των δανεικών υποχρεώσεων της χώρας 58% αποτιμάται σε δολάρια, 13,8%  στο εθνικό νόμισμα της χώρας, 6,5% σε ευρώ και 12% σε άλλα νομίσματα συμπεριλαμβανομένων και των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων ΟΗΕ. Εξαιρουμένου του δανείου που έλαβε από το ΔΝΤ ο πρώην πρόεδρος νεοφιλελεύθερος Μαουρίτσιο Μάκρι, (από το οποίο καταβλήθηκαν 44,1 δισ. δολ.) κι είναι ένα χρέος το οποίο μπορεί να ρυθμιστεί με πολιτικούς όρους, το 23,2% του δημόσιου χρέους είναι σε εθνικό νόμισμα. Μέρος του μάλιστα δεν έχει αποπληρωθεί με αποτέλεσμα η χώρα να έχει χαρακτηριστεί ότι βρίσκεται σε επιλεκτική χρεοκοπία. Το μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων της Αργεντινής εκδόθηκε μετά το 2016 σε ξένο νόμισμα. Ειδικότερα αφότου ανέλαβε ο Μάκρι το 2016 η Αργεντινή έχει εκδώσει 54 σειρές ομολόγων, συνολικής αξίας 169 δισ. δολ. σε τρία ξεχωριστά νομίσματα (δολάριο, ευρώ και γεν) και υπό τρία ξεχωριστά νομικά καθεστώτα (Νέας Υόρκης, Αργεντινής και Ιαπωνίας).

Δοθείσης της παραπάνω ελαφρώς χαοτικής κατάστασης, η σχέση του Μπουένος Άιρες με τους πιστωτές μόνο ως τεταμένη μπορεί να χαρακτηριστεί – κι είμαστε ακόμη στην αρχή των διαπραγματεύσεων. Με βάση ρεπορτάζ των Financial Times στις 2 Φεβρουαρίου 2020, το μήνυμα που έστειλε η κυβέρνηση στους πιστωτές ήταν κάπως ασυνήθιστο. Τους διαμήνυσε εν ολίγοις να την ενημερώσουν πόσο μεγάλο κούρεμα μπορούν να δεχτούν! «Αυτό που μας ζητάει η κυβέρνηση είναι άνευ προηγουμένου. Σε αυτούς επαφίεται να καταθέσουν κάτι στο τραπέζι», ήταν η αντίδραση ενός εκ των πιστωτών!

Η αλήθεια είναι ότι τόσο οι πιστωτές όσο και η κυβέρνηση ξέρουν πώς η στάση των κατόχων των ομολόγων θα κριθεί αλλού: Από τη στάση που θα τηρήσει το ΔΝΤ. Ήδη ο υπουργός Οικονομίας συναντήθηκε με τη νέα γενική του διευθύντρια Κρισταλίνα Γεοργκίεβα στην έδρα της καθολικής εκκλησίας. Το τι συμφωνήθηκε, πέραν της αποστολής μιας πολυπληθούς τεχνικής αντιπροσωπείας στην Αργεντινή στις 12 Φεβρουαρίου, είναι άγνωστο. Γνωστό μέχρι στιγμής είναι πώς και τα δύο μέρη επιθυμούν διακαώς να αποφύγουν την επανάληψη του 2015, δηλαδή μιας μονομερούς στάσης πληρωμών. Το ΔΝΤ ξέροντας ότι η Αργεντινή το έχει ξανακάνει και θα το ξαναέκανε κρατά μια ήπια στάση επιλέγοντας την οδό της συναίνεσης, σε αντίθεση με την επίδειξη πυγμής που έκανε στην Ελλάδα, ακόμη κι όταν είχε βγει από το πρόγραμμα. Μένει να δούμε αν θα διατηρήσει αυτή τη στάση μέχρι τέλους…

Πηγή : Νέα Σελίδα