Βιβλιοκριτική: Η ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών (Πριν, 25/12/10)

Γεμάτη ήταν η αίθουσα της ΕΣΗΕΑ την Τρίτη 21/12 το απόγευμα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Λαπαβίτσα και των συνεργατών του από το βρετανικό ίδρυμα RMF. Ο τίτλος του βιβλίου στα ελληνικά, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη, είναι: Η ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών. Να θυμήσουμε ότι το βιβλίο είχε παρουσιαστεί εκτενώς από τις σελίδες του Πριν τον Σεπτέμβρη με αφορμή την παρουσίαση στην Ελλάδα της πρώτης του έκδοσης στα αγγλικά. Στην παρουσίαση συμμετείχε ο Κώστας Βεργόπουλος κι ο Παναγιώτης Λαφαζάνης ενώ συντόνιζε ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου.

Ξεχωρίζοντας ο συγγραφέας τα σημαντικότερα σημεία του έργου τόνισε εισηγητικά ότι το κείμενο εργασίας του RMF δείχνει πώς υπάρχει διέξοδος στη σημερινή κρίση η οποία μπορεί να διαφυλάξει τα εργατικά συμφέροντα και να εμφυσήσει ξανά τη χαμένη αισιοδοξία.  Στη συνέχεια τόνισε ότι η κρίση στην ευρωζώνη διαμεσολαβείται από το ευρώ, είναι συνυφασμένο μαζί του. Το ενιαίο νόμισμα άλλωστε, δεν αποτελεί άμοιρο θεατή αλλά διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς δημιουργήθηκε για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των τραπεζιτών, κατά τον Κώστα Λαπαβίτσα.

Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια και τρία παραρτήματα. Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η αφθονία του χρέους: αν δεν μπορείς να ανταγωνιστείς, συνέχισε να δανείζεσαι». Το δεύτερο, «σώζωντας τις τράπεζες για άλλη μια φορά», το τρίτο «η κοινωνία πληρώνει το τίμημα: λιτότητα και ποεραιτέρω φιλελευθεροποίηση» και το πέμπτο έχει τίτλο «το φάσμα της αθέτησης χρέους στην Ευρώπη». Εν συντομία πρόκειται για ένα βιβλίο που ανασκευάζει από τα αριστερά και με τεχνικά υποδειγματικό τρόπο τα πιο επιθετικά και δύσκολα επιχειρήματα που έχει επιστρατεύσει η αστική τάξη για να μας πείσει ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε». Είναι ένα βιβλίο που χωρίς να χάνει από άποψη βάθους, τεκμηρίωσης ή επιστημονικότητας (το αντίθετομάλιστα) αποτελεί τον πιο χρήσιμο οδηγό για όσους σήμερα παλεύουν στην κατεύθυνση δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του δημοσίου χρέους, παύσης πληρωμών και εξόδου από το ευρώ. Τέλος, από τα πολλά ακόμη που θα μπορούσαμε να πούμε τονίζουμε ότι είναι ένα βιβλίο, προϊόν επιστημονικού μόχθου, που δίνει κύρος και βάθος στις θέσεις της επαναστατικής Αριστεράς.

Επιστροφή στο μέλλον του κομμουνισμού (Πριν, 28/2/2010)

Τα πολιτικά διακυβεύματα της εν εξελίξει οικονομικής κρίσης για την επαναστατική Αριστερά, πραγματεύεται το νέο βιβλίο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, Επιστροφή στο μέλλον – η κρίση του υπαρκτού καπιταλισμού και η Αριστερά (Εκδ. Λιβάνη).

«Διαμορφώνονται προϋποθέσεις κοινωνικής έκρηξης και ανάδειξης μιας νέας, αριστερής δυναμικής, με μαζικούς όρους»

 

Τους όρους υπό τους οποίους η Αριστερά μπορεί να εκμεταλλευτεί τη σημερινή εξαιρετική συγκυρία, διεκδικώντας την πολιτική ηγεμονία αρχικά και ανατρέποντας στη συνέχεια την αστική ηγεμονία, διερευνά ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου στο τελευταίο (τέταρτο) βιβλίο του με τίτλο Επιστροφή στο μέλλον, Η κρίση του υπαρκτού καπιταλισμού και η Αριστερά. Συνολικά, πρόκειται για ένα βιβλίο που καταφέρνει να περιγράψει με  ασυνήθιστη επάρκεια τις εξελίξεις στα βασικότερα επίπεδα. Ταυτόχρονα ξεχωρίζει για το βάθος των αναλύσεών του και την ιδεολογία που «φέρει» κι επίσης για την ευστοχία των καίριων ερωτημάτων που θέτει προς επίλυση.

Τα δεδομένα επί των οποίων στηρίζεται η ανάλυση περιλαμβάνονται στα πρώτα έξι κεφάλαια του βιβλίου. Στο πρώτο κεφάλαιο (Ο Μαρξ και τα όρια) ο Παπακωνσταντίνου εξετάζει την τρέχουσα κρίση υπό την επίδραση δύο βαθύτερων τάσεων: της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους που προκαλεί περιοδικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης και της εντεινόμενης αυτοματοποίησης που πυροδοτεί μια συστημική κρίση αναπαραγωγής. Στο δεύτερο κεφάλαιο (Το μεγάλο άλμα προς τα πίσω) περιγράφεται η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, οι πυλώνες επί των οποίων στηρίχτηκε η ηγεμονία του – χρηματοποίηση, νεοφιλελευθερισμός, παγκοσμιοποίηση –, η τρίτη τεχνολογική επανάσταση που συνέπεσε με την ανάδυσή του και οι πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι της τεχνολογικής υστέρησης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στο τρίτο κεφάλαιο (Από τη φούσκα στο κραχ) επιχειρείται μια ανατομία της πρόσφατης κρίσης, χωρίς να μένει στα επιφαινόμενα. «Στη βάση του προβλήματος βρίσκεται η υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, που χαρακτηρίζει το υπόδειγμα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Στο επόμενο κεφάλαιο (Τα ρομπότ και το ζόμπι) περιγράφονται οι τρεις θεμελιώδεις ιδιομορφίες της τρέχουσας, τρίτης τεχνολογικής επανάστασης της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας κι οι άμεσες συνέπειες τους: κρίση εμπορευματοποίησης του προϊόντος της γνώσης κι επέκταση της εκμετάλλευσης από τη σφαίρα της παραγωγής στη σφαίρα της κυκλοφορίας και της αναπαραγωγής. Κυρίως όμως «η τρίτη τεχνολογική επανάσταση οδηγεί τη σύγκρουση ανάμεσα στις νέες παραγωγικές δυνάμεις και στις εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις σε τέτοιο παροξυσμό, που τροφοδοτεί όχι απλά συνήθεις κρίσεις υπερσυσσώρευσης, αλλά μια ιστορική κρίση των ίδιων των νόμων αναπαραγωγής του κεφαλαίου». Στο πέμπτο κεφάλαιο (Οι δύο τελευταίες μεγάλες ιδέες) εξετάζονται η αξιοποίηση από την αστική τάξη της πράσινης ανάπτυξης και της ασφάλειας ως φθηνά υποκατάστατα του οραματικού κενού της, ενώ στο επόμενο κεφάλαιο (Το τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε) διερευνώνται οι γεωπολιτικές αλλαγές, όπως αναπτύχθηκαν στο έδαφος της κρίσης.

Το θεωρητικό επίκεντρο όλης της παραπάνω ανάλυσης, που κατά τη γνώμη μας προετοιμάζει το έδαφος και για τα επόμενα, εντοπίζεται στη διαπίστωση του συγγραφέα «πως η βίαιη μεταμόρφωση του ύστερου καπιταλισμού αλλάζει εκ βάθρων τους όρους της κοινωνικής και πολιτικής πάλης. Χωρίς να μειώνει το ρόλο του άμεσου οικονομικού αγώνα στην επιχείρηση, ενισχύει το ειδικό βάρος του γενικού, πολιτικού αγώνα». Με βάση αυτή την αφετηριακή άποψη ο Παπακωνσταντίνου στα επόμενα τρία κεφάλαια τοποθετείται στο θέμα των συμμαχιών της εργατικής τάξης (Το σφυρί και το ποντίκι), θέτει το περίγραμμα και σαφείς στόχους ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού προγράμματος (Μπορεί να υπάρξει αριστερή πολιτική;) και τέλος, (στο κεφάλαιο Οι τρεις εποχές του κομμουνισμού) μιλάει για τον κομμουνισμό του σήμερα, με σύγχρονους, πραγματικούς όρους.

Σε αυτό το δεύτερο μέρος, κατά τη δική μας ταξινόμηση, που θίγει θέματα συμμαχιών, τακτικής και στρατηγικής, ξεχωρίζουν ορισμένες θέσεις του Παπακωνσταντίνου που αποτελούν πολύτιμες συνεισφορές στην ιδεολογική διαπάλη. Για παράδειγμα, η άποψή του για τον στρατηγικό χαρακτήρα της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την διανόηση κι ιδιαίτερα την επιστημονικοτεχνική που παίζει άμεσο ρόλο στην παραγωγή, υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης. Επίσης, η ανάγκη υιοθέτησης μιας πιο ρεαλιστικής αντίληψης για τη σύγχρονη εργατική τάξη που θα αποστασιοποιείται από τον απόλυτο, μεταφυσικό διαχωρισμό αντικειμένου-υποκειμένου, κοινωνικού είναι και κοινωνικής συνείδησης, στην προσπάθεια εξιχνίασης των αιτιών της παρατεταμένης πολιτικής αδράνειας. «Στην πραγματικότητα, η εργατική τάξη δεν υπάρχει πρώτα “αντικειμενικά”, ως αντικείμενο εκμετάλλευσης και ύστερα ως δρων ιστορικό υποκείμενο, που παλεύει, σκέφτεται, οργανώνεται και επιθυμεί μια άλλη τάξη πραγμάτων. Γεννιέται ευθύς εξαρχής σε ενότητα και σύγκρουση με τον άλλο πόλο της αντίθεσης, το κεφάλαιο», αναφέρει ο συγγραφέας. Περνώντας στους στόχους της επαναστατικής πολιτικής ξεχωρίζει η άποψή του για τη σύγκλιση του δημοκρατικού προβλήματος με την θεμελιώδη αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας κι επίσης η αναγόρευση ως βασικού πεδίου οικοδόμησης αριστερής ηγεμονίας του κοινωνικού ζητήματος «με την ευρύτερη (και συγκεκριμένη) έννοια, δηλαδή τη ζωτική ανάγκη ανατροπής του σημερινού ολοκληρωτικού καπιταλισμού».

Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου αναφέρονται στον κομμουνισμό. Ο Παπακωνσταντίνου συνεχίζει την κριτική που ξεκίνησε σε προηγούμενα κεφάλαια απέναντι σε σύγχρονους θεωρητικούς (Πρέβε, Μπαντιού, Νέγκρι – Χαρντ) ανασκευάζοντας σ’ αυτό το κεφάλαιο τις θέσεις του Χαλογουέι για μεταμοντέρνους αντιεξουσιαστικούς θύλακες, εντός του καπιταλισμού. Ακρογωνιαίος λίθος της άποψής του για τον σύγχρονο κομμουνιστικό κίνημα, είναι πως δεν μπορεί να είναι «λιγότερο ευλύγιστο από τον αντίπαλό του, τόσο στην αντίληψή του για την πολιτική στρατηγική, όσο και στις μετωπικές μορφές οργάνωσής του». Μετά τον κομμουνισμό – κίνημα των Μαρξ – Ένγκελς και τον κομμουνισμό – κόμμα των Λένιν – Λούξεμπουργκ, ο σύγχρονος κομμουνισμός θα είναι ένας κομμουνισμός – μέτωπο, υποστηρίζει.

Εν κατακλείδι, η ανάλυση του Πέτρου Παπακωνσταντίνου πετυχαίνει πολύ περισσότερα από το να ανταποκριθεί στο στόχο που θέτει από την εισαγωγή ακόμη, δηλαδή «να προσφέρει μια στοιχειωδώς συνεκτική θεώρηση του μεγάλου μετασχηματισμού που δρομολόγησε ο διεθνής καπιταλισμός τα τελευταία 30 χρόνια». Το βιβλίο Επιστροφή στο Μέλλον αναμετριέται με μεγάλα και δύσκολα, «στενόχωρα» θεωρητικά και πολιτικά ερωτήματα και τολμά να δώσει ρηξικέλευθες απαντήσεις, από τη σκοπιά του επαναστατικού κομμουνισμού, πηγαίνοντας τη γνώση μας ένα μεγάλο βήμα μπροστά.

Νασίμ Αλατράς, Παλαιστίνη – αιτίες και μύθοι (Πριν, 1/11/2009)

«Την ειρήνη την επιβάλλουν οι ισορροπίες στο πεδίο των μαχών, την επιβάλει η ήττα του κατακτητή κι η νίκη της αντίστασης, την επιβάλλει η απόλυτη αδυναμία του κατακτητή να νικήσει την εξέγερση», τονίζει ο Νασίμ Αλάτρας στο βιβλίο του Παλαιστίνη – αιτίες και μύθοι, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή από το 1917 (εκδόσεις ΚΨΜ, Σειρά: Κόσμος).

Εγκώμιο στην αντίσταση του παλαιστινιακού λαού

 Οι αραβικές ηγεσίες «θέλουν τους Παλαιστίνιους να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο που ακολουθούν εδώ και 90 χρόνια: απόλυτη υποταγή στα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Θέλουν να αποκτήσουν οι Παλαιστίνιοι ένα προτεκτοράτο κι όχι ένα ελεύθερο κράτος».

Τεράστια συμβολή στην προσπάθεια αποκρυπτογράφησης, κατανόησης και ερμηνείας των εξελίξεων στην Μέση Ανατολή με σημείο αναφοράς το Παλαιστινιακό αποτελεί το βιβλίο του Νασίμ Αλάτρας, Παλαιστίνη – αιτίες και μύθοι, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή από το 1917 (εκδόσεις ΚΨΜ, Σειρά: Κόσμος).

Η ιδιαίτερη συνεισφορά του Νασίμ Αλάτρας, που διαφοροποιεί το έργο του από πολλά άλλα βιβλία που κυκλοφορούν για το Παλαιστινιακό στην ελληνική γλώσσα, έγκειται στα εξής τρία σημεία. Κατά πρώτον ασχολείται με τα «θεμελιώδη μεγέθη» του παλαιστινιακού ζητήματος. Ελάχιστες είναι οι αναφορές στις δύο ιντιφάντες, πουθενά δεν αναλύεται ο διχασμός μεταξύ Φατάχ και Χαμάς στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα αντίστοιχα. Κι αυτό γιατί ο Νασίμ επιλέγει να φωτίσει όλα όσα προηγήθηκαν και καθόρισαν το παλαιστινιακό από την περίοδο του μεσοπολέμου μέχρι και την ίδρυση του εβραϊκού κράτους το 1948 και τη Νάκμπα (Καταστροφή) των Παλαιστινίων. Κι έτσι θέτει τους όρους για να ερμηνευθούν όλες οι σημερινές εξελίξεις: από τη στάση της διεθνούς κοινότητας και των αραβικών κρατών μέχρι τον εγγενώς φασιστικό χαρακτήρα του εβραϊκού κράτους. Κατά δεύτερο, το βιβλίο Παλαιστίνη – αιτίες και μύθοι δεν καταθέτει την συμπάθειά του προς το παλαιστινιακό λαό. Εμφορείται από το πνεύμα της αντίστασης κι ερμηνεύει όλες τις εξελίξεις με βάση τις εξεγέρσεις των Παλαιστινίων. Αναλύεται δηλαδή πώς η Μεγάλη Παλαιστινιακή Εξέγερση (1936-1939) απέτρεψε τη δημιουργία του Μεγάλου Ισραήλ, η Πατριωτική Παλαιστινιακή Αντίσταση του 1965 κι η Αριστερή Παλαιστινιακή Αντίσταση του 1967 οδήγησε σε κατάρρευση το μεγάλο όραμα του Σιωνισμού και πιο πρόσφατα πώς η πρώτη ιντιφάντα οδήγησε το 1993 στη Συμφωνία του Όσλο, η δεύτερη στην απελευθέρωση της Γάζας κι η αντίσταση του λιβανέζικου λαού στην υποχώρηση των Ισραηλινών το 2000 και την ήττα του 2006. Έτσι, το βιβλίο του Νασίμ, ως συνδυασμός των παραπάνω, φέρνει σε πέρας ένα πολύ δύσκολο επίτευγμα: να είναι «μάχιμο» και πολιτικά αξιοποιήσιμο στις σημερινές αντιπαραθέσεις ενώ καταπιάνεται με ιστορικά πλέον γεγονότα, που αφορούν στην εγκληματική δράση του βρετανικού κυρίως αλλά και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή.

Ο «στρατευμένος» χαρακτήρας του βιβλίου και η πρωτοτυπία του εντοπίζεται στην μεθοδικότητα και την πειστικότητα με την οποία καταρρίπτει προγραμματικούς μύθους που συνοδεύουν την ίδρυση του Ισραήλ και τα ρατσιστικά του εγκλήματα του μέχρι σήμερα. Πρώτος μύθος η Μεγάλη Έξοδος που μεγιστοποίησε τις διαστάσεις μιας συνηθισμένης για κείνα τα χρόνια μετακίνησης νομάδων μόνο και μόνο για να αποκτήσουν περιεχόμενο τα καλέσματα επιστροφής στη Γη τη Επαγγελίας κι η προτίμηση του Σιωνισμού να επιλεγεί για αποικισμό η παλαιστινιακή γη κι όχι η διαμαντοφόρα Ουγκάντα της Αφρικής, όπως σοβαρά συζητιόταν. Ο δεύτερος μύθος που ανασκευάζεται αφορά τον χαρακτηρισμό της Μεγάλης Παλαιστινιακής Επανάστασης του 1936-1939 ως αντισημιτικής. Ο Νασίμ αντίθετα δείχνει πως ήταν η πρώτη ηρωική αντίδραση των ντόπιων αγροτών, που οδήγησε στο θάνατο 5.000 αγωνιστών, ενάντια στον εβραϊκό αποικισμό της Παλαιστίνης, το καθεστώς φυλετικών διακρίσεων και τις κτηνώδεις διώξεις που ξεκίναγαν. Ο τρίτος μύθος αφορά στη σύγκρουση της σιωνιστικής ηγεσίας με τους Χιτλερικούς. Στο βιβλίο δεν δείχνεται μόνο η ιδεολογική συγγένεια των δύο αυτών μορφών φασισμού, με την προτίμηση τους στα εθνικά ομοιογενή κράτη, αλλά επίσης κι οι συζητήσεις που γίνονταν για αμοιβαίες διευκολύνσεις. Τέτοιο ήταν για παράδειγμα το σχέδιο «Εβραίοι αντί για φορτηγά», όταν οι χιτλερικοί προθυμοποιήθηκαν να διευκολύνουν τη δημιουργία εβραϊκού κράτους, ενάντια στο μαρξιστικό σχέδιο για αφομοίωσή τους σε κάθε κράτος που ζούσαν, με αντάλλαγμα την αποστολή στο χιτλερικό Βερολίνο φορτηγών με τρόφιμα και άλλα υλικά! Καθόλου τυχαία δεν ήταν έτσι κι η απουσία των Εβραίων από την πάλη ενάντια στο φασισμό. Αντίθετα δείχνει με στοιχεία το μερίδιο των Αράβων στην αντιφασιστική νίκη, που αν δεν ανατρέπει τον μύθο των Σιωνιστών για συνεργασία του παλαιστίνιου μουφτή με τον Χίτλερ, τον περιορίζει στις πραγματικές του διαστάσεις, οι οποίες δεν διαφέρουν καθόλου από την ανοχή και τη διάθεση συνεργασίας που επέδειξαν όλες οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις απέναντι στην χιτλερική Γερμανία, με κορυφαίο σημείο την Συμφωνία του Μονάχου στις 29 Σεπτέμβρη 1938. Ο πέμπτος μύθος που ανατρέπεται αφορά στην «ηρωική» νίκη του νεοσύστατου σιωνιστικού κράτους εναντίον 6 αραβικών κρατών. Δεν ήθελαν να νικήσουν και έβγαζαν την υποχρέωση, αντιτείνει οι συγγραφέας, αναδεικνύοντας την προτεραιότητα των αράβων ηγεμόνων να διασφαλίζουν τους θρόνους τους, θυσιάζοντας στο βωμό της βασιλείας τους τα αραβικά συμφέροντα. Κατά συνέπεια μύθος (ο έκτος για την ακρίβεια) είναι το επιχείρημα του Ισραήλ ότι καταφέρνει και επιζεί σε ένα εχθρικό περιβάλλον περικυκλωμένο από κράτη που επιδιώκουν τον αφανισμό του. Τέλος, ο Νασίμ Αλάτρας δείχνει την εργώδη προσπάθεια του βρετανικού ιμπεριαλισμού να δημιουργήσει στη γη των σταυροφόρων ένα πλήρως ελεγχόμενο, προτεκτοράτο από το 1917 ακόμη, όταν ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ, διαβεβαίωνε τον μεγαλοτραπεζίτη Ρότσιλντ (χρηματοδότη των βρετανικών πολέμων και του εβραϊκού αποικισμού) ότι «η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας βλέπει θετικά την εγκαθίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής πατρίδας για τους Εβραίους και θα κάνουμε οτιδήποτε είναι δυνατό για να υλοποιήσουμε αυτό τον σκοπό»! Μύθος επομένως κι η αντίσταση των Εβραίων στους Βρετανούς…

Κοινή συνισταμένη των παραπάνω αποτελεί η αφετηριακή θέση του συγγραφέα πως «τον δυτικό κόσμο σήμερα τον συνενώνει ένα κοινό ενδιαφέρον: η ασφάλεια του κράτους της “Επαγγελίας”, του κράτους της “Δευτέρας Παρουσίας”. Κι αυτός είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο οι Παλαιστίνιοι δεν θα αποκτήσουν ποτέ με τη βοήθεια του δυτικού κόσμου πραγματικά ανεξάρτητο κράτος: κράτος με το δικό του στρατό, αεροπορία και ναυτική δύναμη. Η υπόθεση “ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος” είναι εν τέλει υπόθεση μόνο της ένοπλης αντίστασης Αράβων και Παλαιστινίων».